ένα κείμενο για το κουκιδάκι



Με αυτή τη φράση μια αναγνώστρια του ιστότοπου μού έστειλε αυτό το ενδιαφέρον άρθρο. Μπορεί να μη γνωριζόμαστε αλλά, όσο το μέσο μας επιτρέπει, μπορούμε να επικοινωνούμε και να ανταλλάζουμε απόψεις. Με χαρά, λοιπόν, σας αντιγράφω τις σκέψεις της Ασημίνας, ελπίζοντας η δική της πρωτοβουλία να βρει κι άλλους μιμητές, να έρθουν περισσότεροι σκεπτόμενοι άνθρωποι σε αυτήν την διαδικτυακή παρέα και να γεμίσουμε με απόψεις, ιδέες, εντυπώσεις και γνώμες. Το koukidaki μένει πάντα ανοιχτό σε ό,τι σχετίζεται με πολιτισμό, κουλτούρα και τέχνη.




ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ της ΑΣΗΜΙΝΑΣ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ


....Έτυχα προχθές σε μία διαδικτυακή <συζήτηση> όπου δυο νεαροί συγγραφείς (και νέοι στην ηλικία, και νέοι στο χώρο της λογοτεχνίας) κατέθεταν τις απόψεις τους πάνω στο θέμα (να το πω γενικά) <Λογοτεχνία και Διαδίκτυο>. Ο ένας υποστήριζε με θέρμη ότι δεν πρέπει οι συγγραφείς (νέοι και παλαιοί) να εκθέτουν την δουλειά τους μέσα στα social media, απλά γιατί αυτό, κατά την άποψή του, είναι κατάντια και υποβάθμιση του ρόλου τους, αλλά και της τέχνης τους. Κατέκρινε σφόδρα όσους προσπαθούν να <αλιεύσουν> αναγνώστες από το facebook ή το twitter, όσους κοινοποιούν στους τοίχους τους αποσπάσματα από μυθιστορήματα και ποιήματά τους, όσους βάζουν προδημοσιεύσεις στα status τους και κάνουν ταg πολύ κόσμο στα notes τους.΄Ηταν οργισμένος με αυτήν την άθλια κατάσταση και άρχισε να εξαπολύει υβριστικούς χαρακτηρισμούς προς άπαντες που στηρίζουν όλα τα παραπάνω<κακά>. Αντίθετα, o υπομονετικός συνομιλητής του υποστήριζε την <άλλη άποψη>. Ότι όλα είναι θεμιτά. Και γιατί να μην διακινείται η Λογοτεχνία στο διαδίκτυο και ζούμε σε ελεύθερη κοινωνία και ο κάθε άνθρωπος μπορεί να εκφραστεί όπως επιθυμεί αρκεί να μη θίγει τον συνάνθρωπο και εν τέλει και οι <πνευματικοί άνθρωποι> είναι άνθρωποι του κόσμου και αλίμονο αν είναι κλειστοί σε αυτό που τους προσφέρεται. Από τη φύση του το διαδίκτυο ευνοεί, διαδίδει και στηρίζει τον πλουραλισμό και το σεβασμό στην διαφορετικότητα ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Και εδώ θα πούμε το αυτονόητο, δηλαδή ότι όλα εξαρτώνται από τον τρόπο που τα χρησιμοποιεί κανείς τα πράγματα.΄Οπως μερικοί βρίζουν άλλους που τους βάζουν χωρίς να τους ρωτούν σε ομάδες μέσα στο φατσοβιβλίο. Και έχουν δίκαιο. Αλλά υπάρχει και ο αντίλογος πάντα. 
1.Το σύστημα του facebook έχει καταργήσει το παλιό σύστημα με invitation για εισαγωγή σε ομάδες. 
2.Συνοπτικά είπε κάποιος...<Υπάρχει και το ποντίκι,ρε φίλε!Κούνα το και βγες από την ομάδα>.

Επανέρχομαι όμως στο θέμα <Λογοτεχνία και διαδίκτυο>.
Λοιπόν....σαφώς και προτιμάς την άμεση ,ζεστή ανθρώπινη επαφή και τη μοναξιά του βιβλίου. Ή τις όμορφες λογοτεχνικές βραδιές όπου μαζεύονται οι άνθρωποι γύρω από ένα τραπέζι και μιλούν και πίνουν κρασάκι και διαβάζουν ποιήματα και τα σχολιάζουν μετά. Και οι συζητήσεις δεν τελειώνουν γιατί η λογοτεχνία είναι πάντα εκεί για εμάς που την αγαπάμε. Ας αναλογιστούμε όμως και τον τρόπο που μπορούν τα social media να μας φέρουν πιο κοντά. Γιατί μπορούν, έχουν την δύναμη.  Αποδεδειγμένα μπορούν και όλοι μπορούμε να φέρουμε τις αποδείξεις μας για αυτό. Και είναι ούκ ολίγες. Μέσω των μέσων αυτών, οι αναγνώστες εύκολα και άμεσα έρχονται σε επαφή με αγαπημένους τους συγγραφείς και ανοίγουν μαζί τους διάλογο.  Λογοτέχνες από διάφορα μέρη της Ελλάδας έχουν την ευκαιρία να γνωριστούν μεταξύ τους, να ανταλλάξουν απόψεις, κείμενα, ποιήματα, να συν-διοργανώσουν λογοτεχνικές βραδιές και παρουσιάσεις βιβλίων μειώνοντας τις αποστάσεις... Όσο για την Ποίηση... φοράει τα καλά της, ιδίως στο facebook και στην blogόσφαιρα. Γιατί οι Ποιητές σε δύσκολους καιρούς σαν τους δικούς μας... δεν σιωπούν τελικά...! Και οι περισσότεροι φαίνεται να αποδέχονται το διαδίκτυο και το facebook και όλα αυτά. Αφού δημοσιεύουν ακατάπαυστα τη δουλειά τους και κάνουν τους διαδικτυακούς τους φίλους κοινωνούς και συνταξιδιώτες. Ρίξε μια ματιά και δεν θα αντέξεις να μετρήσεις. Βιβλία, bazar βιβλίων, ομάδες για την Ποίηση και τη Λογοτεχνία, ομάδες για λογοτέχνες νέους και παλαιότερους, σελίδες περί της τέχνης της γραφής και περί διανόησης, άπειρες παρουσιάσεις βιβλίων... άπειρες λογοτεχνικές βραδιές, ωραίοι διαγωνισμοί τέχνης από έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά και blogs, λογοτεχνικά like και share ,φιλοξενία σε walls διαχρονικών στίχων,links από αξιόλογα λογοτεχνικά ιστολόγια. Πριν από χρόνια οι αναγνώστες που διψούσαν να ρωτήσουν κάτι τον αγαπημένο τους συγγραφέα, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να τον βρουν, ούτε στα όνειρά τους δεν τα φαντάζονταν αυτά. Αλλά και οι συγγραφείς που ήθελαν να συναντήσουν τους ομότεχνους, ούτε κι αυτοί είχαν τέτοιες δυνατότητες... Οπότε είμαστε τυχεροί και οι αναγνώστες και οι συγγραφείς... Ας απολαύσουμε αυτό που μας παρέχεται και ας έχουμε πάντα τον νου σε ενδεχόμενες παγίδες....!

Χθες είχα πάει σε μια όμορφη εκδήλωση στη Κλαυθμώνος, μια όμορφη διοργάνωση με πρωτοβουλία του ποιητή και εκδότη Κώστα Κρεμμύδα, όπου συνυπήρξαν ποιητές και μουσικοί σε μια καλλιτεχνική εμπλοκή. Ήταν μια όμορφη βραδιά που, ενδεχομένως, αν δεν υπήρχαν τα social media για να μας την κοινοποιήσουν να μην την παίρναμε χαμπάρι και να την χάναμε... Να χάναμε τις φωνές των ποιητών. Γιατί υπάρχουν φωνές ποιητικές στις μέρες μας που δεν πτοούνται και δεν σιωπούν! Και ίσως ο κόσμος να έχει μεγαλύτερη ανάγκη την θαλπωρή της ποίησης σήμερα περισσότερο παρά ποτέ. Και δεν είναι διόλου τυχαίο που άφθονη Ποίηση κατακλύζει το διαδίκτυο!

Ασημίνα Ξηρογιάννη

Προβλήματα της Σύγχρονης Λογοτεχνίας


Από τις 28 – 09 – 2011 ως και την 01 – 10 – 2011 έγινε το Όγδοο Διεθνές Λογοτεχνικό Φόρουμ στο Πλέβεν Βουλγαρίας. Από την Ελλάδα προσκλήθηκε και πήρε μέρος και ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος με την παρακάτω εργασία, περίληψη της οποίας διαβάστηκε στα πλαίσια των εκδηλώσεων του φόρουμ. 


ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 


  Στις μέρες μας, παρατηρούμε ότι οι διάφορες ηθικές αξίες φθίνουν ολοένα και περισσότερο και παράλληλα με τις αξίες φθίνει και ο πολιτισμός με την ολική παρακμή και των εφτά τεχνών. Έτσι, βλέπουμε, τον κόσμο να στρέφεται προς διάφορα θεάματα τύπου Big Brother, που επιζητούν ένα κοινό χειροκροτητών χωρίς δικιά τους άποψη και γνώμη. 

  Μια από τις τέχνες που βρίσκεται σε παρακμή είναι και η λογοτεχνία. Τα περισσότερα βιβλία, σήμερα, μένουν απούλητα στις προθήκες των βιβλιοπωλείων ή – στην καλύτερη περίπτωση – σκονίζονται στα ράφια των βιβλιοθηκών, όπου παραμένουν άθιχτα για πολλά χρόνια. Έχουν παρατηρηθεί βιβλιοθήκες σε νοικοκυριά με περισσότερα μπιμπελό παρά βιβλία! Ειδικότερα, οι νέοι προτιμούν να ασχοληθούν με ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης ( Facebook, Twitter κ.λ.π. ), παρά να διαβάσουν ένα βιβλίο. Η εικόνα ενός ογκώδους τόμου φαντάζει απωθητική και βαρετή. 

  Παράλληλα, αρκετοί ριζοσπάστες πανεπιστημιακοί απαξιώνουν τη λογοτεχνία ως πολιτιστικό εργαλείο μιας διεφθαρμένης και καταπιεστικής κοινωνικής τάξης. Ξεχνάνε, όμως, ότι υπήρξαν και υπάρχουν αρκετοί ριζοσπάστες λογοτέχνες παγκόσμια αναγνωρισμένοι για την αξία τους, όπως ο Ζολά και ο Μαγιακόβσκι. Η λογοτεχνία αν και διαφημίζεται και προωθείται από το ίδιο το σύστημα μπορεί να είναι ακόμα και επαναστατική! Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Alvin Kernan «Μονάχα οι τέχνες, και ειδικότερα η λογοτεχνία, εξακολουθούν σε κάθε ευκαιρία να δαγκώνουν το χέρι που τις ταΐζει»*. 

   Ας δούμε τώρα τους λόγους, που η λογοτεχνία παρακμάζει: 

  Ο πρώτος λόγος, που θεωρείται και ο κυριότερος είναι η εισβολή της εικόνας και ιδιαίτερα της τηλεόρασης στο προσκήνιο. Μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις, άρα το φιλότεχνο κοινό στρέφεται προς την εικόνα, που με την αμεσότητά της λέει πολύ περισσότερα από ότι ένα βιβλίο. Θα χρειαζόντουσαν σελίδες επί σελίδων για να περιγράψουν τέλεια ένα τοπίο. Αντίθετα, αυτό το καταφέρνει άμεσα η εικόνα. Ειδικότερα με την τηλεόραση, το απλό πάτημα ενός κουμπιού και η γρήγορη εναλλαγή των εικόνων, δίνουν έναν όγκο πληροφοριών, που θα χρειαζόταν χιλιάδες ή και εκατομμύρια σελίδων για να γραφτεί. Η εισβολή της τηλεόρασης εξόρισε εντελώς το βιβλίο καθώς σχεδόν σε κάθε νοικοκυριό υπάρχουν δύο με τρεις τηλεοράσεις. Ενώ το βιβλίο χαλαρώνει και ξεκουράζει, προτιμήθηκε η τηλεόραση ως μέσο χαλάρωσης και το βιβλίο θεωρήθηκε κουραστικό. Στην πραγματικότητα, όμως, αν μια εικόνα μας δίνει χίλιες λέξεις τότε ο όγκος των πληροφοριών, που δίνει η τηλεόραση είναι πολύ μεγαλύτερος, άρα πιο κουραστικός και πολύ πιο εύκολα μπορεί να προκαλεί με τον όγκο του αυτόν σύγχυση στο σκεπτόμενο άνθρωπο. 

  Ένας δεύτερος λόγος είναι οι πειραματισμοί και οι υποτιθέμενες ή με κάθε θυσία επιδιωκόμενες καινοτομίες στο χώρο της λογοτεχνίας, που συχνά είναι κατά γενική ομολογία αποτυχημένοι, απομακρύνοντας τους καλοπροαίρετους αναγνώστες. Έχουμε δει λογοτέχνημα, που να ξεκινάει ποίημα και να καταλήγει πεζό, να ξεκινάει πεζό και να καταλήγει σε ποίημα, να ξεκινάει διήγημα και να καταλήγει σε δοκίμιο, να ξεκινάει δοκίμιο και να καταλήγει σε διήγημα! Έχουμε, επίσης, παρατηρήσει την προσπάθεια να γραφτεί ένα λογοτέχνημα από τρεις και τέσσερις συγγραφείς μαζί! Ο ένας γράφει την αρχή, ο δεύτερος τη μέση, ο τρίτος το τέλος με αποτέλεσμα να μη βγαίνει κανένα νόημα ή να χάνεται η γνησιότητα της έμπνευσης και ο αναγκαίος αυθορμητισμός. Ο κάθε συγγραφέας έχει τη δική του ξεχωριστή προσωπικότητα, το δικό του στυλ. Ακόμα και αν μιμείται παλιότερους ή σύγχρονούς του συγγραφείς δεν παύει να εκφράζει μια διαφορετικότητα, άρα η συμμετοχή πολλών συγγραφέων σε ένα λογοτέχνημα προσπαθεί να ισομοιράσει ανόμοια στυλ. Φανταστείτε ένα λογοτέχνημα που θα το άρχιζε ο Τσέχωφ, θα το συνέχιζε ο Ουγκώ και θα το τελείωνε ο Καζαντζάκης! Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι παραπάνω πειραματισμοί απέτυχαν και οι συγγραφείς, που τους δοκίμασαν ή τα συγκεκριμένα πονήματα έμειναν παντελώς άγνωστα παρά τη διαφήμιση, που γνώρισαν ως καινοφανείς προσπάθειες. 

  Οι δύο λόγοι, που αναφέραμε παραπάνω θεωρούνται και οι κυριότεροι για την παρακμή και τη φθίνουσα πορεία της λογοτεχνίας, όμως, αυτοί οι λόγοι εξηγούν την επιφάνεια του προβλήματος χωρίς να μπαίνουν στην ουσία του. 

  Ο βασικότερος και αληθινός λόγος, που η λογοτεχνία παρακμάζει είναι οι κοινωνικές συνθήκες, που επικρατούν σήμερα, οι συνθήκες ζωής του μέσου ανθρώπου. Κάθε κοινωνία διαμορφώνεται από τις συνθήκες ζωής, που κυριαρχούν. Ζούμε σε μια κοινωνία, όπου ο πολιτισμός, γενικότερα παρακμάζει και η λογοτεχνία είναι κομμάτι του πολιτισμού. Αυτή η παρακμή οφείλεται στις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες, που εξυψώνουν και εξιδανικεύουν το κυνηγητό του χρήματος, την εντατική εργασία και τη ρουτίνα που αποφέρει το δρομολόγιο: Σπίτι – δουλειά και δουλειά – σπίτι. Η οικονομική κρίση ανάγκασε τον μέσο εργαζόμενο να δουλεύει περισσότερο και να αμείβεται λιγότερο. Πολλοί εργαζόμενοι αναγκάζονται σήμερα να εργάζονται σε δυο δουλειές για να τα βγάλουν πέρα. Από το δουλεύουμε για να ζούμε, φτάσαμε στο ζούμε για να δουλεύουμε! Στην ουσία ο ελεύθερος χρόνος έχει εκμηδενιστεί και αν υπάρχει ακόμα έστω και ελάχιστος δεν φτάνει για την ανάγνωση ενός βιβλίου. Που να βρεθεί χρόνος για την ανάγνωση ενός μυθιστορήματος; Πως είναι δυνατόν να θυμάται κάποιος τι διάβασε στο ίδιο μυθιστόρημα πριν από δέκα μέρες, όταν είχε πάλι λίγο ελεύθερο χρόνο; Όπως υποστηρίζει και ο Alvin Kernan: «υπάρχει και υπήρχε ανέκαθεν μια στενή λειτουργική σχέση ανάμεσα στη λογοτεχνία και στην κοινωνία που τη γεννά».** Ζούμε σε μια παρακμασμένη κοινωνία που όσο πάει σήπεται όλο και περισσότερο. Άρα ως προϊόν αυτής της κοινωνίας έχουμε την παρακμασμένη λογοτεχνία. 

  Αλλά, και από τη σκοπιά των συγγραφέων οι κοινωνικές συνθήκες καθιστούν την συγγραφή και την έκδοση ενός βιβλίου δύσκολη και δαπανηρή. 

  Οι περισσότεροι συγγραφείς δεν ζουν από τις πωλήσεις των έργων τους και αναγκάζονται να ακολουθήσουν ένα επάγγελμα και να γράφουν μόνο στον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο τους. Για την συγγραφή ενός βιβλίου απαιτείται χρόνος και κόπος. Αν κάποιος συγγραφέας σήμερα δουλεύει πρωί και απόγευμα και προσπαθεί να γράψει ένα μυθιστόρημα στον ελεύθερο χρόνο του, πόσα χρόνια θα χρειαστούν; 

  Μια άλλη δυσκολία, που συναντούν σήμερα οι συγγραφείς είναι το κόστος έκδοσης των βιβλίων τους. Οι εκδοτικοί οίκοι απαιτούν τεράστια ποσά, με αποτέλεσμα οι συγγραφείς να μετράνε τις πενιχρές οικονομίες τους και να μην τους φτάνουν για την έκδοση ενός βιβλίου. Αν ο εκδοτικός οίκος έχει όνομα τότε ο συγγραφέας πληρώνει και ένα ποσό για τη φίρμα. Ένα μικρό βιβλίο εκατό σελίδων μπορεί να κοστίσει ακόμα και δύο χιλιάδες ευρώ. Φανταστείτε πόσο θα μπορεί να κοστίσει ένα ογκώδες μυθιστόρημα ή ένα βιβλίο με έγχρωμη εικονογράφηση.         

  Στην παρακμή της λογοτεχνίας βοηθάει και ο εκδοτικός τομέας, που απαξιώνει οποιοδήποτε αξιόλογο λογοτέχνημα με τη δικαιολογία ότι «δεν πουλάει» και προωθεί περιπετειούλες με λίγο πορνό για αλατοπίπερο! Τα συγκεκριμένα λογοτεχνήματα προβάλλονται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και διαφημίζονται ως best seller, μοσχοπουλιούνται και ξεχνιούνται μετά από ένα εξάμηνο! 

  Τι θα γίνει λοιπόν, η λογοτεχνία θα σβήσει, όπως ισχυρίζεται ο Alvin Kernan; Θα πάψει να υπάρχει αναγνωστικό κοινό, με αποτέλεσμα να σταματήσουν να γράφονται λογοτεχνικά βιβλία; Οι νέες γενιές θα γνωρίσουν τη λογοτεχνία σαν μουσειακό είδος; 

  Ακόμα και αν τα διάφορα είδη λογοτεχνίας συνεχίσουν να παρακμάζουν μέχρι που να σβήσουν εντελώς, υπάρχει ένα είδος που μπορεί να εξακολουθεί να αντιστέκεται στο πείσμα των καιρών και δεν θα εξαφανιστεί ποτέ. Πρόκειται για την ποίηση. Γιατί η ποίηση; Τι παραπάνω έχει από τα άλλα είδη λογοτεχνίας; 

  Η ποίηση είναι το μόνο λογοτεχνικό είδος, που μπορεί να αντισταθεί στην έλλειψη ελεύθερου χρόνου, λόγω του ότι περιέχει άμεσα νοήματα. Σε ελάχιστους στίχους μπορεί να εμπεριέχονται σπουδαίοι συλλογισμοί. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι σήμερα δεν γράφονται τεράστια ποιήματα. Ο καιρός που γράφονταν έπη έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Το ποίημα μικραίνει όλο και περισσότερο, γίνεται μια κραυγή και αυτή η κραυγή είναι ικανή να ταρακουνήσει, να προτρέψει αλλά και να τέρψει ευχάριστα τον αναγνώστη. Αν μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις, ένα μικρό και περιεκτικό ποίημα μπορεί να αξίζει όσο χίλιες εικόνες! Η ποίηση μπορεί να διαβαστεί σε διάφορα μικροδιαλείμματα από τη ρουτίνα της μέρας, που ο χρόνος δεν επαρκεί για τίποτα περισσότερο. Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότεροι ποιητές γράφουν ολιγόστιχα ποιήματα. Πολλοί από αυτούς, μάλιστα, στρέφονται στο μικρό, άμεσο και κομψό χαϊκού. 

  Υπάρχει, όμως, και ένας άλλος λόγος, που η ποίηση είναι το μόνο είδος της λογοτεχνίας, που θα διατηρηθεί ζωντανό. Είναι γνωστό ότι ποιητές υπάρχουν πολλοί. Είναι επίσης, γνωστό ότι υπάρχουν πολλοί εν δυνάμει ποιητές, που καταχωνιάζουν τα ποιήματά τους σε ένα συρτάρι για να τα θυμηθούν μετά από χρόνια, αν υπάρξει η κατάλληλη προτροπή. Υπάρχει, όμως και ένα φανατικό κοινό αναγνωστών. Σε πείσμα του σύγχρονου ρητού: «Η ποίηση δεν πουλάει», θα βρούμε φανατικούς αναγνώστες όχι μόνο της παλιότερης αλλά και της σύγχρονης ποίησης. 

  Πιο πάνω αναφερθήκαμε στην έλλειψη ελεύθερου χρόνου από τη σκοπιά των συγγραφέων. Η ποίηση, σίγουρα χρειάζεται καιρό και κόπο για να γραφτεί, αλλά απαιτεί πολύ λιγότερο χρόνο από ότι ένα μυθιστόρημα, μια νουβέλα, ένα διήγημα. 

  Όσον αφορά το κόστος έκδοσης μιας ποιητικής συλλογής είναι πολύ μικρότερο από το κόστος έκδοσης μιας συλλογής διηγημάτων ή ενός μυθιστορήματος. Ένα βιβλίο σαράντα οκτώ σελίδων με τριάντα πέντε ποιήματα κοστίζει σήμερα από χίλια ως χίλια πεντακόσια ευρώ – ανάλογα με τον εκδοτικό οίκο. Ένας μέσος εργαζόμενος, σήμερα, μπορεί να εκδίδει μια ποιητική συλλογή κάθε δυο χρόνια και να αντέχει το κόστος έκδοσής της. 

  Συμπερασματικά, η λογοτεχνία σήμερα αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα, κινδυνεύει να σβήσει και ψυχομαχεί, όμως η ποίηση είναι το αθάνατο και αγέραστο κύτταρο, που θα τη διατηρήσει για πάντα ζωντανή. 


ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ (*)



Βιβλιογραφία: 

*Alvin Kernan: «Ο θάνατος της Λογοτεχνίας», εκδ. «Νεφέλη», σελ.62. 

**Alvin Kernan: «Ο θάνατος της Λογοτεχνίας», εκδ. «Νεφέλη», σελ.63. 

(*) Δημοσιεύτηκε στο περ. «Δευκαλίων ο Θεσσαλός», τευχ. 37, Ιούνης-Αύγουστος 2012, σελ. 78-79. 

Σημείωση:
Τα χαϊκού είναι είδος ποίησης που πρωτοεμφανίστηκε στην Ιαπωνία το δέκατο έκτο αιώνα και υιοθετήθηκε στην Ευρώπη στις αρχές του εικοστού. Από εκεί πέρασαν τον Ατλαντικό και έφτασαν να γίνουν πολύ δημοφιλή σε όλο το Δυτικό κόσμο. Στην αυθεντική στιχουργική μορφή τους, τα χαϊκού είναι μικρά ποιήματα από 17 συλλαβές σε έναν ενιαίο στίχο.


Εγώ, η Edith και ο Elvis... το μπλε ταξίδι.




Η Ευρυδίκη με ένα μικρόφωνο και μια μπάντα, παρέα με τραγούδια που φέρνουν μνήμες, με ό,τι αγάπησε και μεγάλωσε. Ό,τι θυμόμαστε και αγαπάμε. 
Ο Κωνσταντίνος Ρήγος βάζει τη σκηνοθετική ματιά του στην παράσταση κι εκείνη, την ντύνει μελωδικά με τη μοναδική της φωνή, με στίχους αγαπημένων τραγουδιών.

Και ο χώρος γεμίζει νότες, χρώματα, αρώματα και εικόνες από άλλες εποχές, χαμόγελα και συγκίνηση, συναισθήματα.

Στο "μπλε ταξίδι" μεταφερόμαστε νοερά στο Παρίσι μιας άλλης εποχής, στο Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη και τη Νέα Ορλεάνη επιστρέφοντας αργότερα στο δικό μας τόπο, στην Ελλάδα μας!

Ακούγονται τραγούδια των Jacques Brel, Ella Fitzgerald, Nina Simone, The Rolling Stones, Judy Garland, Edith Piaf, Tina Turner, Elvis Prisley, Αττίκ Σουγιούλ, Μίκη Θεοδωράκη, Μάνου Χατζιδάκι, Σταύρου Ξαρχάκου, Μάνου Λοΐζου, Σταύρου Κουγιουμτζή και άλλων νεότερων τραγουδοποιών.




Μόνη, στέκεται μπροστά στο παρελθόν και στις μνήμες της, σε εκείνα που αγάπησε και κράτησε, και
με ένα μικρόφωνο μας κάνει συνταξιδιώτες της, σε αυτήν την τόσο ρομαντική παράσταση, γεμάτη μνήμες και νοσταλγία.
Η στιγμή που δε θα ξεχάσω... όταν, με τη βοήθεια της τεχνολογίας, η Ευρυδίκη και ο Elvis συναντιούνται επί σκηνής και μοιράζονται το "Suspisious Mind" εκείνου, σε ένα μοναδικό ντουέτο.
Κι εκείνο το παλιό τραγούδι για "το πλήθος", πόσο ταιριάζει με εκείνα που θέλησε να μοιραστεί μαζί μας η Ευρυδίκη!


"Ξαναβλέπω τη ζωή μου φοβισμένη
τα κομμάτια μου μαζεύω απ' την αρχή.
κι ό,τι άντεξε από εμένα...
...ακουμπάει σε ένα τραγούδι σαν κραυγή.
Η φωνή μου είναι το μόνο που έχει μείνει.
Ταξιδεύει κουβαλώντας μοναξιά.
Κι ό,τι πρόλαβα να δω πάει και το αφήνει
μεσ' το πλήθος που μας πήρε χωριστά.
Κι αφήνομαι στο πλήθος που μ' αρπάζει και μ' αλλάζει,
με γεννάει και με σκοτώνει και για λίγο ξαναζώ
Και θέλω να σταθώ να μετρηθώ στήθος με στήθος..."


Χιόνι



Η οικογένεια συγκεντρώνεται κάθε χρόνο την ίδια μέρα -στις 2 Δεκεμβρίου- για να δειπνίσουν όλοι μαζί τιμώντας την επέτειο του θανάτου ενός μέλους της, του τετράχρονου Κωνσταντίνου. Πρόκειται για κάτι σαν ένα ιδιαίτερο μνημόσυνο στη μνήμη εκείνου του αδικοχαμένου παιδιού.
Αυτή τη χρονιά το δείπνο θα είναι κάπως διαφορετικό. Η βαλίτσα που φέρνει ο γιος θα οδηγήσει σε αποκαλύψεις και κρυμμένα μυστικά που κρατάνε όλοι για όλους και περισσότερο, για τους ίδιους τούς εαυτούς τους. Αποκαλύψεις πού θα αλλάξουν ριζικά τη ζωή των μελών της οικογένειας, αλλά και των επιβατών μιας διαδρομής του μετρό.


Σύγχρονο έργο με ανατροπές και έντονες στιγμές. Ο Μιχάλης Παλίλης παίζει μια σκληρή παρτίδα πόκερ με τα μέλη μιας οικογένειας, βγάζοντας στην επιφάνεια συναισθήματα κρυμμένα, κάνοντας αποκαλύψεις που βασανίζουν και σοκάρουν, ποντάροντας στην ψυχολογία τους.
Σε έναν παγωμένο χώρο τοποθετείται το δωμάτιο του δείπνου. Παγωμένος χώρος, παγωμένα όνειρα, παγωμένα συναισθήματα, παγωμένες ελπίδες, παγωμένα πάθη, παγωμένες σκέψεις... παγωνιά παντού. Τόσο μέσα τους, όσο και έξω στον κόσμο. Μόνο κρύο θα μπορούσε να κάνει μια τόσο χειμωνιάτικη μέρα. Και ζεστασιά πουθενά.
Έτσι το είδε ο συγγραφέας και σκηνοθέτης του έργου. Έτσι το βιώνουν και οι ήρωές του, αλλά και οι θεατές της παράστασης.
Χιόνι.
Άσπρο, ολόλευκο σαν την αγνότητα ενός τετράχρονου παιδιού. Κρύο, σαν την παγωνιά του χειμώνα και τις κενές ψυχές εκείνων που ξέχασαν να αισθάνονται για να μη πονάνε. Πάγος, για να διατηρηθεί η μνήμη [ζωντανή;] και να συντηρηθεί η ψευδαίσθηση ότι όλα είναι καλά.
Μόνο το κόκκινο χρώμα του κρασιού σπάει το άσπρο του χιονιού και την παγωνιά του. Κόκκινο σαν το αίμα που ρέει ακόμη στις φλέβες τους ζεστό, παρά το "κρύο" που έχει απλωθεί στα κορμιά τους. Και μόνο το ζεστό αίμα μπορεί να λιώσει τώρα πια τόσο πάγο...

Όμορφη παράσταση με πολλούς συμβολισμούς και έντονους διαλόγους. Καλές ερμηνείες και ανατροπές.
Με τους: Δημήτρη Γκουτζαμάνη, Ντέπυ Πάγκα, Νίκο Παντελίδη και Βάσια Πασπάλη.


Να πας: αν αντέχεις το "κρύο" και είσαι εκπαιδευμένος θεατρόφιλος σε σύγχρονες παραστάσεις.
Να μη πας: αν δεν αντέχεις το "κρύο" ή θέλεις να συνδυάζεις τη διασκέδαση με το θέαμα.






Αν...



Ο Χριστόφορος έχει δίκιο. 
Πολλά τα "αν" της ζωής. Πολλοί οι δρόμοι που θα μπορούσαμε ή μπορούμε να πάρουμε. Πολλές οι επιλογές που είχαμε ή έχουμε και θα έχουμε. Και η κάθε μία από τις στιγμιαίες αυτές επιλογές που κάνουμε ή δεν κάνουμε κάτι, είναι αυτονόητο ότι αλλάζει για πάντα την συνέχεια. 
Η ζωή δεν είναι γραμμένη κάπου. Την φτιάχνουμε κάθε μέρα με ψήγματα στιγμών, όταν κάνουμε [ή δεν κάνουμε], κάθε πού επιλέγουμε [ή προσπερνάμε]. Με την κάθε μικρή απόφαση που παίρνουμε μπορούμε να αλλάξουμε όλη μας τη ζωή.
Αυτή είναι η φιλοσοφία της ταινίας. Και, μάλλον, συμφωνούμε όλοι στην ιδέα του "αν". Αν τότε είχα κάνει αυτό..., αν είχα επιλέξει εκείνο..., αν δεν είχα πάει..., αν δεν είχα κάνει..., αν είχα... και αν δεν είχα... Πολλές φορές στη ζωή μας έχουμε βάλει αυτό το αν μπροστά προκειμένου να διορθώσουμε τα λάθη, που θα είχαμε αποφύγει αν... Κι άλλες φορές, πάλι βάζουμε το  αν για κάθε καλό που μας έχει συμβεί μόνο και μόνο επειδή κάποτε, σε ανύποπτο χρόνο και χώρο, πήραμε μια αυθόρμητη απόφαση να...



Ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης αποφάσισε να μας διηγηθεί δύο ιστορίες μέσα από το "Αν...". Την ιστορία του Δημήτρη που αποφασίζει να βγει από το σπίτι του εκείνο το βράδυ με αποτέλεσμα να την γνωρίσει και την ιστορία του Δημήτρη που αποφασίζει να μη βγει από το σπίτι του εκείνο το βράδυ και δεν γνωρίζει την Χριστίνα. Στην πρώτη ιστορία, ο Δημήτρης θα βιώσει τις δυσκολίες της ζωής, κάθε απρόοπτο και κάθε στραβό έχοντας στο πλευρό του εκείνη. Στη δεύτερη, θα βιώσει τα απρόοπτα και δύσκολα της ζωής μόνος.... ενώ σε ένα στούντιο βρίσκεται ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που διηγείται κομμάτια από τον κοινό του βίο, εμπειρίες από τη ζωή που είχαν μαζί και τα αισθήματα που κρατά ο ένας για τον άλλο.
Δύο διαφορετικές ιστορίες που έχουν κοινή αρχή την ίδια χρονική στιγμή στη ζωή εκείνου και τους ίδιους πρωταγωνιστές σε αλλιώτικους ρόλους.

Καθώς η ώρα περνά και οι ιστορίες ξετυλίγουν τη συνέχειά τους μπροστά μου, σκέφτομαι αυτόματα ποια είναι η αγαπημένη μου. Έτσι έχει φτιάξει την ταινία του ο Χριστόφορος. 
Μέχρι, τη στιγμή που αντιστρέφονται οι πόλοι και με οδηγεί εκείνος στην άλλη εκδοχή της.
Βέβαια, ίσως, οι πόλοι να μην αντιστράφηκαν ποτέ και ίσως, οι δύο ιστορίες να είναι τελικά μία ιστορία και ένα ταξίδι, από διαφορετικό δρόμο. 




Αναγνωρίσιμο το ύφος του σκηνοθέτη και συγγραφέα. Το στυλ του. Ο Χριστόφορος δεν έκανε κάτι άλλο. Έκανε εκείνο που ξέρει να κάνει. Η ταινία έχει το βλέμμα, την αισθητική, τη χροιά και την εικόνα του. Ο χρόνος κυλά αρμονικά στις ιστορίες, με όμορφες εναλλαγές από το ένα "αν" στο άλλο, χωρίς να κουράζει ή να μπερδεύει. Η μουσική, απλά, μαγική. Όπως κάθε φορά, έτσι και τώρα, έχει κάνει την τέλεια επιλογή για να ντύσει το έργο του, με αποκορύφωμα το soundtrack με την καταπληκτική μουσική και φωνή της Δήμητρας Γαλάνη.
Όμορφοι συμβολισμοί στολίζουν το φιλμ. Για την Ελλάδα που αλλάζει, για τον κόσμο που αλλάζει, για την μοναξιά, για τις σχέσεις, για την οπτική, για τη ζωή. Η Αθήνα του τότε και η Αθήνα του σήμερα συγκρούνονται αρμονικά, καθώς όλα είναι πια αλλιώς, όμως και όλα είναι τόσο ίδια. Οι ίδιες εικόνες και οι ίδιες μουσικές συνδέουν τις δύο Αθήνες. Η Αθήνα του ηλικιωμένου ζευγαριού και η Αθήνα του νέου ζευγαριού μοιάζουν τόσο πολύ, παρά τα χρόνια που τις χωρίζουν. Εξάλλου, ο έρωτας είναι πάντα ο ίδιος.

Οι σκηνές που δε θα ξεχάσω: Μια Αθήνα άδεια και έρημη γεμίζει από τον έρωτα δύο νέων ανθρώπων υπό τις νότες του Blue Jeans της Lana Del Rey και τον ίδιο ήρωα σε μια άλλη διάσταση να ακούει τον Χρόνη Μίσσιο που διαβάζει τον εαυτό του: "Οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις;"




Η Μαρίνα Καλογήρου υποδύεται την Χριστίνα στο πλευρό του Παπακαλιάτη, ενώ το αντίστοιχο ζευγάρι μιας άλλης εποχής φέρνουν στις οθόνες οι: Μάρω Κοντού και Γιώργος Κωνσταντίνου [το κλασικό ζευγάρι του Ελληνικού Κινηματογράφου, ο Αντωνάκης και η Ελενίτσα]. Η συμμετοχή της Θέμις Μπαζάκα [στο ρόλο της μάνας] προσθέτει στο φιλμ. Επίσης καλή, ως μοιραία γυναίκα, η Μαρία Σολωμού και ο Φάνης Μουρατίδης ως "απατημένος" σύζυγος. Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος είναι ο ερωτευμένος οδηγός και ο Τάκης Σπυριδάκης, ο μπάρμαν. Το καστ συμπληρώνουν οι: Τάσος Ιορδανίδης [ως Γιάννης] και Ακύλας Καραζήσης [ως παραγωγός].




Μουσική: Δήμητρα Γαλάνη
Στίχοι: Παρασκευάς Καρασούλης

Αν μια στιγμή μπορεί
να τ΄αλλάξει όλα
μ΄ ένα βλέμμα, μ΄ένα φιλί

Αν μια λέξη αρκεί
απ τα δυο σου χείλη 
το φως να ντυθεί

Μέσα μου σε ζούσα
Να σε βρω αργούσα
κι έτσι αργούσε κι η ζωή. 
Τα μικρά μετρούσα μα ήρθες εσύ
πως μου 'λείψες τόσο
μείνε να νιώσω
Σ΄αγαπούσα πριν μας δω μαζί

Μοναξιά μου καρδιά μου εσύ
συντροφιά μου και νύχτα μου εσύ
Σ΄αγαπούσα πριν μας δω μαζί

Μέσα μου σε ζούσα
Μοναξιά μου καρδιά μου εσύ
Να σε βρω αργούσα
συντροφιά μου και νύχτα μου εσύ
πως μου 'λείψες τόσο
μείνε να νιώσω
Σ΄αγαπούσα πριν μας δω μαζί


Τι να σκέφτεται τώρα ο άντρας που κυνηγά την Μοναξιά! [;]

shadesofmist



Η ματιά της γυναίκας που κρύβεται πίσω από τη μηχανή είναι ιδιαίτερη. Οι εικόνες της μοναδικές. Με ταξιδεύουν στους κόσμους που εκείνη έπλασε. Μου χαράζουν δρόμους. Μου δείχνουν το συναίσθημα που εκείνη επέλεξε να μοιραστεί. 
Κάποιες φορές αφήνει την φωτογραφία να μιλήσει από μόνη της. Άλλες φορές μπαίνει ανάμεσα στο φακό και στο χαρτί για να δημιουργήσει τα σύμπαντά της. Σε όλες τις περιπτώσεις, χειρίζεται πολύ καλά αυτό το παράθυρο στον κόσμο [της].
Τοποθετείται πολύ όμορφα μέσα στο κάδρο της. Χρησιμοποιεί πολύ σωστά το χρώμα. Γιατί εκείνη το χρησιμοποιεί και όχι το αντίθετο, δηλαδή το χρώμα εκείνη. Ξέρει πόσο και που, γνωρίζει πότε και ποιο. Τα χρώματα έχουν το πλεονέκτημα στα μάτια. Τα ζαλίζουν και πάντα νικάνε. Εκείνη δεν τους επιτρέπει να θολώσουν τη ματιά της. Βάζει όρια στην έκρηξη των χρωμάτων στοχεύοντας να αναδείξει το θέμα που έχει επιλέξει.


Η Στέλλα Σιδηροπούλου έχει ασχοληθεί με διάφορα θέματα. Τα έχει καταφέρει σε όλα. Έχει καταθέσει ψυχή και χρόνο στη δουλειά της για να αποδώσει την σκέψη της. Οι άρτιες εικόνες της δε χρειάζονται ένα εκπαιδευμένο μάτι για να σταθούν, να υπάρξουν. Ο κάθε ένας μπορεί να δει μέσα τους τα συναισθήματα, τις ομορφιές ή τις ασχήμιες, την απεραντοσύνη ή την ανυπαρξία χώρου, τη μοναδικότητα μέσα από την απλότητα, που όμως, δεν είναι καθόλου απλή στην τεχνική της. Κάποιες φωτογραφίες της φαίνονται λυτές και απέριττες. Κάποιες σύνθετες και περίεργες. Άλλες, έχουν ιδιαίτερες γωνίες λήψης και άλλες είναι πλασμένες από φανταστικούς σουρεαλιστικούς κόσμους του μυαλού της.


Έχει τον άνθρωπο βασικότερο όλων στη ζωή και στις απεικονίσεις της και τον χρίζει πρωταγωνιστή. Η ματιά της δε μένει μόνο στην εξωτερική ομορφιά του ανθρώπου [ή του τοπίου]. Διεισδύει μέσα στο σώμα με σκοπό να προβάλει την ψυχή. Κρατάει δε, μόνο ό,τι χρειάζεται. Σε κάθε περίπτωση δε θα βρεις τίποτα περιττό. Μόνο εκείνα που πρέπει ή οφείλουν να βρίσκονται εκεί. Έτσι, πετυχαίνει να σου πει κατευθείαν το μήνυμά της και παράλληλα σου κάνει ευκολότερη την ανάγνωση. Την αποκωδικοποίηση. Δεν έχει διδαχθεί σημειολογία αλλά κατέχει την γνώση των σημείων.  
Καταθέτει το είναι της σε ένα φύλλο χαρτιού και προβάλει ξεκάθαρα το συναίσθημα. Οι φωτογραφίες της είναι απόλυτα άρτιες τεχνικά, αν και δεν μπορεί η αρτιότητά τους και η πραγματική τους ομορφιά να αποδοθεί μέσα από αυτήν την ηλεκτρονική σελίδα. Ας με συγχωρέσει για το στρίμωγμα και την αυστηρή επιλογή. Ένα μόνο μικρό δείγμα μπορώ να επιλέξω από τις εικόνες της και ελπίζω να είναι αντιπροσωπευτικό της. Είναι πραγματική καλλιτέχνης και ελπίζω να παραμείνει πιστή και ευρηματική στις εικόνες της.





Τι είναι η φωτογραφία για σένα και πως ξεκίνησες να ασχολείσαι με αυτόν τον τρόπο έκφρασης;

Σ.Σ.: Η φωτογραφία είναι για μένα ένας μεταφραστής. Όλα όσα βιώνω, όσα αισθάνομαι και σκέφτομαι υπάρχουν μέσα μου σαν υλικό. Η φωτογραφία μου δείχνει το δρόμο προς τα “έξω”. Πως να μεταφράσω το “άυλο” αυτό υλικό και να του δώσω μορφή και ουσία. Έτσι μέσω της φωτογραφίας βρίσκω μια κοινή γλώσσα επικοινωνίας και έκφρασης με την πραγματικότητα. Η δική μου πραγματικότητα δηλαδή συναντά όλες εκείνες τις πραγματικότητες των ανθρώπων που θα σταθούν για να δουν μια φωτογραφία μου δηλαδή μια εικόνα-μετάφραση…
Ξεκίνησα να ασχολούμαι με τη φωτογραφία όταν πέρασα απ’το «ζειν» στο «αναζητείν» Κάποια στιγμή η πραγματικότητα δεν είχε κάτι να μου προσφέρει. Με ενοχλούσε που η ζωή έγινε μια διαδικασία σχεδόν ρομποτική, καθημερινής διαβίωσης. Γεννήθηκε μέσα μου η δίψα για αναζήτηση. Μάλλον προϋπήρχε, απλά τώρα απαιτούσε μια ουσιαστική ανακούφιση. Η αναζήτηση του νοήματος σε κάθετι ακούγεται σαν κάτι πολύ αόριστο. Κι όμως. Αρκεί ένα μέσο έκφρασης, ένας τέτοιος μεταφραστής και η αναζήτηση αυτή αποκτά υπόσταση. Έτσι ανακούφιζα αρχικά αυτή τη δίψα ψάχνοντας εικόνες και φωτογραφίες στο διαδίκτυο. Ήταν για μένα η στιγμή που κατάλαβα πως μέσα απ’τον κόσμο των εικόνων, χωρίς λόγια, θα μπορούσα να πω αυτά που ήθελα. Να δώσω την προσωπική μου ματιά στα όσα συμβαίνουν γύρω μου.


Δημιουργείς εικόνες για εσένα ή για τον κόσμο γύρω σου; Σε ενδιαφέρει η γνώμη των άλλων;

Σ.Σ.: Τη στιγμή της δημιουργίας δεν το σκέφτομαι. Θα έλεγα πως έχω την ανάγκη να δώσω μια εικόνα. Να “πω” κάτι. Φυσικά όταν λες κάτι περιμένεις και να ακουστείς. Αλλά τη στιγμή της επεξεργασίας όλων αυτών των σκέψεων και συναισθημάτων σε μια εικόνα υπάρχει μάλλον μια ασυνείδητη ανάγκη να “πω” και να “ακουστώ”. Άρα ναι. Με ενδιαφέρει η γνώμη των άλλων στον βαθμό που και για τα δύο μέρη συντελείται μια τέτοια διαδικασία. Δεν με ενδιαφέρει δηλαδή να δει κάποιος την φωτογραφία μου και να του αρέσει ή όχι. Μ’ ενδιαφέρει να θέλει να τη νιώσει. Να την κάνει δική του. Κι ας την πετάξει μετά.


Πότε μια φωτογραφία είναι καλή;


Σ.Σ.: Μια φωτογραφία είναι καλή όταν με ξαφνιάζει. Όταν μου δημιουργεί ερωτηματικά και ταυτόχρονα μου δίνει και απαντήσεις. Όταν η φωτογραφία έχει να μου πει κάτι ιδιαίτερο νοηματικά αλλά και τεχνικά. Αλλά πάντα όταν τα κάνει όλα αυτά με μια αισθητική ματιά που αγγίζει τη δική μου. Βλέποντας μια φωτογραφία αρχικά με ενδιαφέρει το concept. Τι θέλει δηλαδή να «πει» ο δημιουργός της. Έπειτα το αισθητικό πλαίσιο στο οποίο κινήθηκε. Και τέλος αν το αποτέλεσμα είναι τέτοιο που με καθηλώνει μπροστά της γεννώντας μέσα μου συναισθήματα και σκέψεις.


Πότε δημιουργείς; 


Σ.Σ.: Κάθε φορά που νιώθω την ανάγκη να το κάνω. Αυτό μέχρι και σήμερα γίνεται σε καθημερινή βάση. Τουλάχιστον το κομμάτι της επεξεργασίας των φωτογραφιών που έχω σαν υλικό. Γιατί η διαδικασία της λήψης του φωτογραφικού υλικού είναι πιο άμεσα συνδεδεμένη με την διάθεση και φόρτισή μου απέναντι στα όσα συμβαίνουν γύρω μου. Δεν φωτογραφίζω δηλαδή κάθε μέρα. Αλλά επεξεργάζομαι κάθε μέρα το υλικό που έχω.



Θα ήθελες να ασχοληθείς επαγγελματικά; Κι αν ναι, τότε με ποιο τρόπο ή σε ποιο τομέα;

Σ.Σ.: Το επαγγελματικό κομμάτι της φωτογραφίας δεν με ενδιαφέρει. Τουλάχιστον όσον αφορά τα όσα γνωρίζω για τη χώρα μας. Θα με ενδιέφερε το δημιουργικό κομμάτι της αλλά για να είμαι ειλικρινής δεν γνωρίζω καλά τα πράγματα μιας που δεν έχω κάνει σπουδές πάνω στη φωτογραφία κι έτσι δεν γνωρίζω τι ακριβώς γίνεται σε αυτό το επίπεδο. Θα έλεγα λοιπόν πως θα με ενδιέφερε στην περίπτωση που στο κομμάτι της δημιουργίας θα μου άφηνε χώρο.


Θεωρείς τον εαυτό σου καλλιτέχνη;

Σ.Σ.:Είχα πάντα μια ρομαντική εικόνα για τους καλλιτέχνες. Τους θεωρούσα πάντα ανθρώπους πολύ γενναίους. Ανθρώπους που με όποιο κόστος κάνουν αυτό που κάνουν, δαιμονισμένα αφοσιωμένοι, αγγελικά θυσιαζόμενοι. Ξέρω πως στις μέρες μας δεν ισχύει αυτό απόλυτα. Θα έλεγα πως είμαι μια εν δυνάμει καλλιτέχνης. Μένει να το αποδείξω στον εαυτό μου πραγματώνοντας όσα θεωρώ πως θα με οδηγήσουν εκεί.


Έχεις ξεχωρίσει κάποια φωτογραφία που να σημαίνει κάτι το ιδιαίτερο για εσένα ή να είναι απλά η πιο αγαπημένη σου ή ακόμη, η καλύτερή σου;

Σ.Σ.:Δεν μπορώ να ξεχωρίσω στη δουλειά μου φωτογραφίες πιο αγαπημένες ή πιο ιδιαίτερες. Μπορώ να ξεχωρίσω θεματικές που έχουν μεγαλύτερη επίδραση σε μένα. Όπως η υποβρύχια φωτογραφία που ξεκίνησα το 2011 και με μάγεψε λόγω και της αγάπης μου για τη θάλασσα και η conceptual φωτογραφία που μου δίνει μεγαλύτερο πεδίο έκφρασης.


Πατήστε πάνω στις φωτογραφίες για να ανοίξουν στην οθόνη σας [light box]

Την ανάρτηση στόλισαν φωτογραφίες από τα άλμπουμ: all over the place..., conceptual 1, conceptual 2, urban, see the sea, silhouettes, portraits, soul, shadesofmist, κ.α.



Αν σας άρεσε η ματιά της, αν σας μάγεψε η δουλειά της και θέλετε να τη γνωρίσετε ή να δείτε και να μάθετε περισσότερα από εκείνη... βρείτε την στο facebook πατώντας ΕΔΩ.

3 Αδελφές



Σήμερα που γράφω αυτό το κείμενο η αυλαία έχει πέσει, το έργο έχει κατέβει και περάσει στην ιστορία. Εχθές ήταν η τελευταία του παράσταση. Μήπως δεν έχουν και τόση σημασία αυτές οι λέξεις; Από την άλλη, όλες οι παραστάσεις κάποτε τελειώνουν αλλά πάντα κάτι μένει πίσω.




Τρεις ηθοποιοί παίζουν όλους τους ρόλους στις "Τρεις αδελφές" έτσι όπως τους "άλλαξε τα φώτα" ο Ευδόκιμος Τσολακίδης στην ελεύθερη απόδοσή του. Ο ίδιος λέει χαρακτηριστικά στο σημείωμά του:

"... Ο θεατής θα ήθελα από την αρχή, να πάψει να νιώθει την ανάγκη να κατανοήσει κάτι αλλά να αφεθεί, για να παρασυρθεί σ' ένα ταξίδι πέρα από την λογική του. Στις αισθήσεις του απευθύνομαι και όχι στο μυαλό του..."

Για τον θεατή που γνωρίζει τις "Τρείς αδελφές" του Τσέχωφ θα είναι ευκολότερο να κατανοήσει τους ρόλους και το "ψάξιμο" μέσα στους ρόλους. Αλλά, δεν είναι απαραίτητη η γνώση του κλασικού αυτού έργου. Αρκεί να εμπιστευθείς τους συντελεστές και να αφεθείς -όπως λέει κι ο σκηνοθέτης παραπάνω- στο συναίσθημα. 
Τα φώτα παίζουν όμορφα με τις σκιές στην σκηνή. Οι: Η. Βαλάσης, Κ. Φραγκολιάς και Η. Παπακωνσταντίνου αναλαμβάνουν από πέντε ρόλους ο καθένας βάζοντας μεράκι σε αυτό που κάνουν, διοχετεύοντας πολύ ενέργεια και κοιτώντας τον θεατή στα μάτια. Ακόμη και οι σιωπές του έργου, εκείνες οι στιγμές της απόλυτης σιωπής μεταφέρουν δονήσεις στο χώρο. 
Η μουσική που επενδύει το έργο βάζει τα σωστά χρώματα.




Με λίγα λόγια: Τρεις άντρες ηθοποιοί συναντιούνται ύστερα από καιρό σε ένα εγκαταλελειμμένο θέατρο. Πρόκειται να ξαναπαίξουν μια παλιά τους επιτυχία. Τις "Τρεις αδελφές" του Τσέχωφ. Καθώς ετοιμάζονται για την παράσταση προσπαθούν να θυμηθούν τους ρόλους, τις ατάκες, την σκηνοθεσία... τα πάντα από την αρχή.


Το κλείσιμο της παράστασης είναι, ίσως, το καλύτερο σημείο της. Οι τρεις αδελφές κάθονται στις καρέκλες τους και μιλούν ταυτόχρονα ενώ έχουν γυμνώσει τις ψυχές τους. Μέχρι να φτάσει το απόλυτο σκοτάδι. Το τέλος.







Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΕΧΕΙ ΠΙΕΣΗ



Το πιο ξεκαρδιστικό έργο της χρονιάς. Ασταμάτητο γέλιο μέχρι δακρύων. 
Κάπως έτσι θα πρέπει να έχουν γραφτεί όλες οι κριτικές του "Παππού". Όποιος τόλμησε να γράψει οτιδήποτε άλλο, λογικά μιλώντας, πρέπει να εξοριστεί από τη χώρα. Η Δήμητρα Παπαδοπούλου "ξαναγράφει" τον "Παππού" με οδηγό τα σύγχρονα δράματα και με την επιθυμία να ανεβάσει στη σκηνή τον Κώστα Βουτσά.

Όλες οι φωτογραφίες είναι από το πρόγραμμα της παράστασης.
Όταν έκλεισε η αυλαία ένιωσα ότι άργησα πάρα πολύ να πάω να δω αυτήν την παράσταση. Έπρεπε να το είχα κάνει εδώ και πολύ καιρό. Από την πρώτη εβδομάδα. Κι αν αυτό που κάθομαι και σου γράφω σού δημιουργεί την εντύπωση ότι δε λέει και πολλά, δηλαδή, τίποτα παραπάνω από την απλή διαπίστωση ότι δε πρέπει να χάνεις ή να αναβάλεις το γέλιο -όχι το γελοίο- κάνεις λάθος συνειρμό. Θα γελάσεις, βέβαια. Τόσο, που θα πιαστεί το στόμα σου. Τόσο, που θα πάθει αγκύλωση η μασέλα σου. Τόσο, που θα τρέχουν τα μάτια σου [οι κυρίες πάρτε το νεσεσέρ του μακιγιάζ μαζί αν έχετε σκοπό να συνεχίσετε τη βραδιά σας κι αλλού]. Τόσο, που θα παρακαλάς να σταθούν λίγο οι ηθοποιοί για να κάνεις διάλειμμα στο γέλιο! Τόσο, που για τρεις ώρες θα αφήσεις έξω και πίσω και αλλού και πέρα μακριά και θαμμένα όλα τα προβλήματα και την καθημερινότητα που κουβαλάς.
Όμως, η παράσταση δεν είναι μόνο γέλιο τύπου: "ελάτε να σας κάνουμε τα καλύτερα ανέκδοτα της χρονιάς". Όχι. Αυτό που πετυχαίνει η παράσταση είναι ότι θα σου περάσει μηνύματα που θα λατρέψεις. Θα σου πει πράγματα που -μπορεί να τα ξέρεις κι εσύ- τα έχεις ξεχάσει για λίγο ή αφήσει κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού, κάπου θαμμένα, σκεπασμένα από τις πίκρες της ρουτίνας σου. 


Για το έργο; Χμ... Τρεις αδερφές με διαφορετικό τρόπο σκέψης, αντίληψης, ζωής, πορείας πρέπει να φροντίσουν τον παππού τους. Του το χρωστάνε του παππού. Εκείνος τις μεγάλωσε, ή τουλάχιστον τις βοήθησε να μεγαλώσουν μετά το χαμό των γονιών τους. Ο "αβοήθητος" παππούλης, έρμαιο στα χέρια τους και στην τρέλα-άνοια-παράνοια [;] του δικού του μυαλού. 
Όσο διαφορετικές είναι εκείνες μεταξύ τους άλλο τόσο είναι και οι άντρες που τις συντροφεύουν. Και, τότε αρχίζει το μπέρδεμα.
Μαζί με το μπέρδεμα, όμως, αρχίζουν και οι ήρωες να αλλάζουν, να αναθεωρούν, να βλέπουν αλλιώς, μέχρι που θα τα "δουν όλα". 
Αυτά και άλλα πολλά ζωντανεύουν στην σκηνή -με το ταλέντο και το μπρίο τους- οι: Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, Κώστας Αποστολάκης, Θωμαΐς Ανδρούτσου, Σοφία Παυλίδου, Πέτρος Λαγούτης και στο ρόλο του παππού, ο Κώστας Βουτσάς.

Ο Wonder JLaw Wall [κατά κόσμον Δημήτρης Λουκάς] έφτιαξε με πολύ κέφι μερικά φωτομοντάζ για την παράσταση.


Η παράσταση πετυχαίνει τον τέλειο συνδυασμό. Απίστευτο γέλιο και όμορφα μηνύματα. Τρελές πλάκες αλλά με τα σωστά συνθήματα. 
Δε θα τολμήσω να σου μιλήσω για το "ΨΑΞΟΥ". Αφήνω την παράσταση να σου μιλάει για αυτό. Όμως, θα τολμήσω να σου δώσω μια μικρή γεύση από τη διακήρυξη του:

Το ΨΑΞΟΥ, μετά από πολύ ψάξιμο, κατέληξε ότι η κρίση
που βιώνουμε είναι στην ουσία, ηθική! Η πολιτική και 
η οικονομική κρίση είναι απλώς παρενέργειες.
Το ΨΑΞΟΥ τολμά να αντικαταστήσει τη λέξη σύντροφος
με τη λέξη συνάνθρωπος και προτείνει: 
Συνάνθρωποι, συναγωνιστές, υπάλληλοι, εργαζόμενοι στο δημόσιο
και στον ιδιωτικό τομέα, φορολογούμενοι και απολυμένοι,
όλοι μαζί ΕΝΩΜΕΝΟΙ πρέπει να αντιμετωπίσουμε
τη νέα πραγματικότητα, γιατί όσο μαλάκες κι αν είμαστε
οι Έλληνες, δεν παύουμε να είμαστε Έλληνες. Για να μας
ευχαριστούν μια μέρα τα παιδιά μας πρέπει όλοι μαζί, χωρίς
σημαίες, χωρίς κονκάρδες, χωρίς κομματικές διαφορές, χωρίς
δασκάλους, απατεώνες, να χτίσουμε τις καινούργιες αξίες.
Όχι άλλοι φοροί.
Όχι άλλη σιλικόνη.
Όχι στο ψέμα και τη διαφθορά.
Όχι άλλο σουφλέ στην τηλεόραση.
Όχι άλλη πίεση!

Ναι στην αλήθεια.
Ναι στην αλληλεγγύη.
Ναι στο χαβαλέ!


Θέλω να αναμεταδώσω -μόνο- μια μικρούλα φράση από την παράσταση:
Αυτό είναι η καριόλα.
Δε φοβάται να το κάνει.
Φοβάται να το πει.

Ένας εχθρός του λαού



 Ο Στέφανος Ληναίος και η Έλλη Φωτίου μετρούν περισσότερα από σαράντα χρόνια θεάτρου και πολλές καλές παραστάσεις στη σκηνή του θεάτρου Άλφα. Και συνεχίζουν, με τον ίδιο ζήλο και το ίδιο μεράκι, κι αυτή τη θεατρική περίοδο διασκευάζοντας Ίψεν. 
Εκείνος, λέει σχετικά με το έργο:
Σ.Λ.: Κουραστήκαμε πολύ να μελετήσουμε σε βάθος ένα έργο σαν τον "Εχθρό του Λαού", να το αποδώσουμε ελεύθερα, να το μεταφράσουμε όσο γίνεται πιο κοντά στην εποχή μας και, όσο μπορούμε, να ερμηνεύσουμε απλά και ορθόδοξα αυτό το έργο, χωρίς να προδώσουμε και να αλλάξουμε καμία από τις προθέσεις και τα μηνύματα του συγγραφέα.

Κατά τη δική μου γνώμη το κατάφεραν. Το έργο έχει γραφτεί το 1882, όμως παρουσιάζεται πιο επίκαιρο από ποτέ. Δεν είδα ένα κλασικό έργο που αφορά την εποχή του. Παρακολούθησα ένα σύγχρονο έργο, μια ιστορία που συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και στον κόσμο ολόκληρο. Το μόνο στοιχείο που με πήγε πίσω χρονικά, είναι τα σκηνικά της παράστασης. Τα βαριά ξυλόγλυπτα κλασικά έπιπλα και η αισθητική των αρχών του προηγούμενου αιώνα. Θα μπορούσαν, ίσως, να τοποθετήσουν τους ήρωες του έργου να δράσουν σε μια πιο κοντινή χρονική στιγμή. Με όλη αυτή την αισθητική ενός άλλου αιώνα μπροστά στα μάτια μου, δε μπόρεσα να "δω" την ιστορία να συμβαίνει σήμερα, παρόλο που -κατά τη γνώμη μου- το έργο επιτρέπει αυτήν την παρέμβαση και η διασκευή που παρακολούθησα επίσης. Αλλά, ακόμα κι έτσι, αναγνωρίζω την ποιότητα και την ομορφιά αυτών των ανθρώπων και τις τόσο σοφά τοποθετημένες φράσεις πάνω στο αρχικό έργο του Ίψεν. Η δουλειά τους είναι πολύ καλή. Με το άνοιγμα την αυλαίας δεν ένιωσα ότι παρακολουθώ μια παράσταση. Ένιωσα ότι άνοιξε η κουρτίνα και βρίσκομαι στο σπίτι ενός ανθρώπου να παρακολουθώ τις μέρες, τη ζωή, την καθημερινότητα και την οικογένειά του. Η παράσταση με έβαλε μέσα στην παράσταση. Δεν ένιωσα θεατής μπροστά στην ερμηνευτική ικανότητα κάποιου. Και, κάπως έτσι, θυμήθηκα πως πρέπει να είναι το θέατρο από τη μεριά του θεατή. Θέλω να μπαίνω μέσα στην παράσταση. Δε θέλω απλά να κάθομαι στην καρέκλα μου και να παρακολουθώ την ερμηνευτική ικανότητα του ηθοποιού. Θέλω να αισθάνομαι ότι εκείνος ο "ρόλος" υπάρχει δίπλα μου στη ζωή, εκείνες οι "σκηνές" υπάρχουν στο διπλανό σπίτι, να μου είναι οικείο και άμεσο. Αυτό το έχουν καταφέρει σε αυτήν την παράσταση όλοι οι συντελεστές και δεν είναι από τα ευκολότερα πράγματα. 


 Ο Εχθρός του Λαού είναι εκείνο το έργο του Ίψεν όπου έχει καταθέσει το δικό του δραματικό βίωμα. Τη δική του λύπη και το δράμα που βίωσε από την δική του εξορία. Ως γνωστόν, ο Ίψεν πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Ιταλία και στη Γερμανία ως αυτοεξόριστος. Η Νορβηγία που τον γέννησε δε μπόρεσε να αντέξει τη προσφορά του. Κι εκείνος, κάτω από την επίδραση αυτής της εξορίας, έγραψε αυτό το τόσο άρτιο, από δομή, έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας και μίλησε με την πληγωμένη του καρδιά για τα προβλήματα του ατόμου μέσα στην σαθρή κοινωνία.

Λίγα λόγια για το έργο:
Ο γιατρός Στόκμαν είναι ένας αθώος, ιδεολόγος, δίκαιος, πατριώτης, αγνός, έντιμος και σωστός οικογενειάρχης. Όταν δημιουργεί στη γενέτειρά του τα ιαματικά λουτρά, η πόλη αμέσως ανακαλύπτει μια πηγή πλούτου και ανάπτυξης κι εκείνος, δεν είναι απλά ένας επιτυχημένος γιατρός στην πόλη του, είναι και ιδιαίτερα ευτυχής που κατάφερε να φέρει τον οικονομικό πλούτο για τους συμπολίτες του. Τα προβλήματά του ξεκινούν όταν ανακαλύπτει ότι τα νερά των λουτρών είναι μολυσμένα. Σπεύδει να αποκαλύψει την αλήθεια και τον κίνδυνο αλλά βρίσκει παντού μόνο εμπόδια και κλειστές πόρτες. Οι συμπολίτες του αρνούνται να τον στηρίξουν για να προστατεύσουν τα ατομικά τους συμφέροντα. Έτσι, ο Στόκμαν δεν αποκαλύπτει/ανακαλύπτει τον κίνδυνο της μόλυνσης των πηγών του νερού αλλά την μόλυνση της πολιτικής και πνευματικής ζωής της πόλης. Τη μόλυνση της δημόσιας ζωής που βασίζεται στο ψέμα και στο ατομικό συμφέρον. 

Στον πρόλογο του προγράμματος, που υπογράφουν και οι δύο, διαβάζω: "...Μια ιστορία που διδάσκει πώς είναι να αγωνίζεσαι για μια ιδεολογία, για ηθικές, πολιτικές και οικογενειακές αξίες. Αξίες ζωής..."

Οι φωτογραφίες της ανάρτησης είναι από το πρόγραμμα της παράστασης





Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι









Όταν ο Όσκαρ Ουάιλντ έγραψε το "Πορτραίτο" του έμοιαζε πολύ τολμηρός στα μάτια της κοινής γνώμης. Σκανδάλισε, όμως εκείνος απαντούσε απλά: "Αφήστε το βιβλίο μου, σας παρακαλώ, στην αθανασία που του ανήκει". Σήμερα, θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς -αν όχι ο σημαντικότερος- εκπροσώπους του αισθητισμού. Και αυτό το τόσο προκλητικό του βιβλίο είναι κλασικό, καθώς αφορά το σύνολο της κοινωνίας και -εξαιρετικά- αγαπητό. Η Ροζίτα Σώκου αναλαμβάνει να διασκευάσει αυτό το έργο, αντιλαμβανόμενη -όπως λέει κι η ίδια- ότι με τα σημερινά δεδομένα, στη σύγχρονη εποχή που ο άνθρωπος έχει γνωρίσει και βιώσει το "αίμα" και την "αμαρτία" μέσα στο σπίτι του, οι "κακοτοπιές" του Ντόριαν, πόσο λιγότερο σημαντικές φαίνονται και πόσο άραγε σοκάρουν! Καταφέρνει, όμως, να ανταποκριθεί επάξια στο ρόλο της και οι σκηνές της δεν είναι απλά ευφυολογήματα ανάμεσα σε δύο Δάνδηδες της Βικτωριανής εποχής. Η μουσική δε, γραμμένη αποκλειστικά για την παράσταση από τον Μίμη Πλέσσα, περισσότερο από εκπληκτική. Αρκετές φορές, έπιασα τον εαυτό μου να έχει απορροφηθεί από τη μαγεία της και να χάνει τον ειρμό των διαλόγων του έργου.




Το έργο με λίγα λόγια:
Ο Ζωγράφος Μπάζιλ Χώλγουορντ ζωγραφίζει το πορτραίτο του φίλου του, Ντόριαν Γκρέι. Τότε, είναι η εποχή που ο Ντόριαν ανακαλύπτει το μεγαλείο της ομορφιάς του [της εξωτερικής ομορφιάς του] και καταλαμβάνεται από την αγωνία της φθοράς του χρόνου πάνω στο κορμί του. Σκεπτόμενος ότι το πορτραίτο του δε θα γεράσει ούτε μία ώρα ενώ ο ίδιος είναι καταδικασμένος να γερνά λεπτό το λεπτό, εύχεται να μπορούσαν να αντιστραφούν οι όροι και να γερνάει το πορτραίτο ενώ εκείνος να παραμένει πάντα νέος. Η ψυχή, όμως; Το κορμί παραμένει νέο, όμως το "γερασμένο" πορτραίτο γίνεται ο καθρέφτης της ψυχής του, της διεφθαρμένης από την κραιπάλη και την ακολασία. Μια νέα γυναίκα του χρωστά το φαρμάκι της. Ένας όμορφος άντρας το όπιό του. Καταλήγει να σκοτώσει τον μοναδικό άνθρωπο που τον αγάπησε πραγματικά...




Ο Γιώργος Τσακίρης "ντύνει" τον Ντόριαν επάξια με την άψογη σκηνική του παρουσία και την ερωτική χροιά του. Η ώρα περνά αβίαστα και μάλλον, σε απορροφά το θέατρο μέσα του. Λυτά τα σκηνικά και τα κοστούμια, σου επιτρέπουν να χαρείς το έργο και όχι να εγκλωβιστείς σε υφάσματα και χρώματα. 
Οι φωτογραφίες είναι από το πρόγραμμα της παράστασης όπου θα βρεις και ολόκληρο το μονόπρακτο. Αξίζει τη βόλτα του.

Ψυχής Γρατζουνιές


Μια κοινή φίλη μας σύστησε και αμέσως, βρήκαμε κοινό σημείο συνάντησης. Η Εύη είναι ποιήτρια. Η Θεσσαλονίκη τη γέννησε, τη μεγάλωσε, η Θεσσαλονίκη τη ζει.
Μέσα από τις λέξεις που εκθέτει μπορώ να πάρω μια λάμψη από την ψυχή και το νου της. Τα έργα της είναι η κόλλα μας. Το κοινό μας σημείο. Ο σύνδεσμος.
Δε γνωρίζω τίποτα για εκείνη. Όλα, μαζί τα μαθαίνουμε.

Για να "μελετήσω" μου έστειλε κάποιες δημιουργίες της. Κάποιες άλλες τις βρήκα μόνη μου στη σελίδα της. Της κάνω κάποιες ερωτήσεις για να την καταλάβω και να την γνωρίσω ενώ, παράλληλα, ανάμεσα στις ερωταπαντήσεις παρεμβάλλω δικές της ατάκες από τα κοινωνικά δίκτυα. Δεν έχω πάρει την άδειά της για αυτές. Αλλά, αυτό δεν είναι το μειονέκτημα των κοινωνικών δικτύων; Ότι, δηλαδή, είναι κοινωνικά;

Η Εύη Τανούδη μας συστήνεται...

Από το προφίλ της Εύης στο facebook

Πως ξεκίνησες να γράφεις; Το πρώτο σου ερέθισμα...

Ε.Τ.: Χμ… η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί πολύ προς τα πίσω από τα χρόνια ακόμα του Δημοτικού, όπου οι πρώτες απόπειρες αφορούσαν ποιηματάκια για τη μαμά, για τη χαρά και τη ζωή και τον Θεό(γράμματα ουσιαστικά, που περίμενα κιόλας με αγωνία κρυμμένη, να ρθει να τα πάρει υπερφυσικά!). Πολύ αργότερα, και μετά από χρόνια «ανέραστα» ποιητικά, αφού τελείωσα το Πανεπιστήμιο, ξεκίνησε ξαφνικά, δε θυμάμαι το ερέθισμα, ένας οργασμός παραγωγής θα έλεγα. Μου έβγαιναν τόσο γρήγορα και τόσα πολλά που η αλήθεια είναι, δε μου άρεζε στην αρχή. Δεν ήθελα ποτέ, και το σιχαίνομαι ακόμα και τώρα, να γίνω επαγγελματίας συγγραφέας ή ποιήτρια που γράφει με το κομμάτι και ύστερα φιγουράρει σε εξώφυλλα για νοικοκυρές ή βιβλιοπωλεία high class. Θεωρώ τη σεμνότητα(και όχι τη σεμνοτυφία) και τη παραγωγική σιωπή ίδιον του καλλιτέχνη.
«Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου. Από τότε ξέρω ότι δε θα πεθάνω ποτέ -αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα» (Τάσος Λειβαδίτης). 
Κάτι ήξερε ο αείμνηστος!


Το πρώτο σου έργο...

Ε.Τ.: Αν εννοείς το πρώτο μου κείμενο, τότε αν θυμάμαι καλά-γιατί κάτι τέτοια κολλήματα με τα «πρώτα πρώτα πράματα» δεν τα χω- ήταν ένα ποίημα αφυπνιστικού χαρακτήρα σχετικά με το που βαδίζουμε σαν άνθρωποι, σαν έθνος, σαν ιστορικός λαός. Η πρώτη μου συλλογή, μάλιστα είχε το όνομα «Τα δάκρυα της Κασσάνδρας» γι αυτό το λόγο. Θέματα για τη πατρίδα, τις χαμένες αξίες, τη προσφυγιά και τη λήθη των ιδανικών. Αργότερα το κέντρο βάρος μεταφέρθηκε λίγο πιο «εσωτερικά»…


Στο ιστολόγιό σου λες "Γράφω γιατί δε μπορώ να πετάξω". Είναι φευγιό το γράψιμο;  Απόδραση;

Ε.Τ.: Ναι, φυσικά, πάντα ήταν λίγο πολύ για όλους. Είναι πέταγμα του πνεύματος μέσα από σμήνη αποδημητικών λέξεων. Αν και για μένα, πιο πολύ νιώθω πλέον, ότι είναι αγώνας ανασύνταξης προσωπικότητας, στο τέλος της καθημερινής πάλης, όπου χάνεται η ουσία και ο σκοπός της πορείας μας. Η Ποίηση, ανάλογα με το βαθμό που ξεφεύγει ο καθένας, είναι μία τρυπούλα, ένα παράθυρο ή μια πόρτα που σε βγάζει στην απέναντι όχθη… Πως λέει το τραγούδι « Ψάξε στ όνειρο μας μήπως έχουμε ξεχάσει αυτό που απέναντι μπορεί να μας περάσει…» Την Ποίηση δε μπορείς να την ορίσεις, η ζωή δεν ορίζεται, γιατί περιορίζεται. Μπορείς να την περιγράψεις και το χουν καταφέρει καλύτερα από μένα, όλοι οι ποιητές που αγάπησα. Ο Ελύτης στην Ιδιωτική του Οδό τα λέει ξεκάθαρα. Κάποτε μου χαν προσάψει πως γράφω θλιμμένα, καταθλιπτικά και γω τους απάντησα πως δε μπορώ να γράψω όταν ζω, όταν είμαι ερωτευμένη, όταν χαίρομαι ή κάνω έρωτα. Πώς να το κάνουμε, απεχθάνομαι τη γλυκερή ποίηση, τις καρδούλες και τις πεταλουδίτσες. Γράφω για να ζήσω, όταν νιώθω πως αυτή η φλόγα πάει να σβήσει. Μέσα από το πόνο βγαίνει η Σοφία και χαράζονται οι λέξεις με αίμα, όχι με κραγιόν! Και με πολύ μοναξιά βέβαια. Η μοναξιά είναι μια βαθύτατα εσωτερική ανάγκη ακριβώς όπως η γλυκιά συντροφιά κάποιου. Έτσι πολλές φορές ο καλλιτέχνης, ή ο άνθρωπος, που βλέπει τη ζωή του μέσα από μία πιο εσωτερική οπτική, επιδιώκει ακριβώς με το ίδιο πάθος, που θέλει να δοθεί ψυχή και σώματι σε έναν έρωτα, το ίδιο να τον απαρνηθεί και να απομονωθεί στη πιστή συντροφιά του, τη μόνη πιστή, τη μοναξιά. Και εκείνη σιγά σιγά στάζει τους καρπούς της σα φάρμακο στις φλέβες της ασυνείδητης καθημερινότητας. Αρκεί να μπορεί κανείς να περιμένει με υπομονή, ώσπου να ανθίσουν τα ρόδα στο μυστικό κήπο της καρδιάς του. Η μοναξιά είναι του καθενός η κατανόηση από αυτόν και μόνο της προσωπικής του αλήθειας.


Μέχρι πότε θα γράφεις; Υποθετικά μιλώντας, πότε έρχεται η ολοκλήρωση;

Ε.Τ.: Χα, καλή ερώτηση πραγματικά! Ε, λοιπόν, όποιος πιστεύει ότι θα σταματήσει ποτέ να γράφει γιατί θα βρει ολοκλήρωση για μένα δεν είναι ποιητής και είναι σαν να πιστεύει ότι σταματάει η εξέλιξη του ανθρώπου, σταματούν οι λέξεις, οι έννοιες και τα όνειρα. Η ζωή δεν είναι στατική και η ολοκλήρωση δεν έρχεται ποτέ γιατί η ανάγκη να γράφεις, να γεννάς να δημιουργείς σε σταματά ποτέ. Οι ποιητές προσπαθούν συνεχώς να διαπράξουν το χείριστο έγκλημα της ουσίας. Να αιχμαλωτίσουν με λέξεις το Ανέκφραστο, να φωτίσουν αυτό που έντεχνα ξέρει αιώνες να κρύβεται, μέσα στην αγωνία τους να σώσουν το Αληθινό. Είναι πάντα έτοιμοι να συναντηθούν με το ανείπωτο… Ευτυχώς δε το πετυχαίνουν! Κάθε στιγμή αναζήτησης άλλωστε, όπως είπε ο Κοέλο, είναι μία στιγμή συνάντησης, μέχρι τη Μεγάλη Συνάντηση με το πεπρωμένο μας σε χώρο και χρόνο που δεν μας έχει γνωστοποιηθεί.. Η μαγκιά είναι, να μην αργήσεις στο ραντεβού έχοντας όταν πρέπει τα κατάλληλα αντανακλαστικά.. Και να αφήσεις πίσω σου σημάδια αναγνωρίσεις.. Ψυχής Γρατζουνιές! Γιατί μόνο αν γρατζουνίσεις τη ψυχή σου θα βρεις τον αληθινό πλούτο κάτω από τόνους άχρηστης "λάσπης"!H δημιουργική δύναμη ξεπηδά μέσα από το κενό, μέσα από το Χάος όπως ένας πίδακας αίμα από ένα νεκρό κορμί, και όλο ξερνά… Έτσι κάποτε ο Θεός έπλασε τον κόσμο. Από αφόρητη μοναξιά. 

Και αν μου επιτρέπεις θα απαντήσω τελικώς με ένα ποίημα μου γι αυτό: 

«Απ’ όλους εσύ θα φύγεις τελευταία..


Πριν από σένα ο εαυτός μου..
Μα τι λέω αυτόν τον έχω χάσει μέσα  σε Κείνον..
Απ’ όλους εσύ θα φύγεις τελευταία..
Αφού πάρεις και την τελευταία σταγόνα αίμα απ το μυαλό μου..
Αυτή που κρατάω καλά φυλαγμένη για να μη σβήσω..
Ορθώνω, εκλογικεύω, λαξεύω και σμιλεύω το μέσα μου Χάος
όταν κρατάς στα  δάχτυλα μου τις λέξεις σου..
Μα μετά ο πόνος είναι ανυπόφορος.
Ωδίνες γέννας, παρατεταμένος οργασμός..
Και ύστερα μόνο πόνος.
Και τι νόημα έχουν όλα αυτά που εκφράστηκαν μα δε βιώθηκαν.
Ένα ακόμα δεκανίκι είσαι.
Μα εσύ θα φύγεις τελευταία
αφού ξοδέψεις κάθε μικρό ψίχουλο της ψυχής μου για να αγοράσεις αναγνώριση.
Και όλα αυτά τα χρόνια που νόμιζα πως ήσουν η μόνη μου παρηγοριά
θα με  διαψεύσεις  με γέλια τρανταχτά καθώς θα φεύγεις..
Βιαστικά και τελεσίδικα.
Έτσι όπως ερχόσουν κάθε φορά που είχες κάτι να πεις.
Νόμιζα ότι σε χρησιμοποιούσα για να αποκοιμίζω τα όνειρα.
Μα να.. με χρησιμοποίησες εσύ για ακόμα λίγη αθανασία.
Και ούτε καν θα περιμένεις να φύγω πρώτη εγώ.
Εσύ θα φύγεις τελευταία Ποίηση..
Μα πριν από μένα..


Να γράφεις πάντα αυτό που έχεις ή να γράφεις το κατανοητό; Γράφεις για εσένα και μόνο ή επιδιώκεις να σε καταλάβουν;

Ε.Τ.: Αν δε με γελά η μνήμη μου, ο Τίτος Πατρίκιος, έλεγε «Μην εξηγείτε τα πάντα. Και επιτέλους ας μην κατανοήσουν…». Γράφω αυτά που η ψυχή μου θέλει να ουρλιάξει αλλά και να διαλεχτεί με τον Άλλον, με τον κάθε Άλλον… Γράφουμε για τον εαυτό μας αλλά από την άλλη, η Τέχνη, όπως αναφέρει και ο Μπρέχτ στο υπέροχο κείμενο του, έχει μια Ευθύνη απέναντι στο κόσμο. Άλλωστε πολλές φορές κατανοούμε ποιήματα και τραγούδια ενστικτωδώς και μόνο, και όχι κατά λέξει, γιατί οι λέξεις αν και ακατανόητες στους πολλούς, μεταφέρουν μια ενέργεια και μα δύναμη που μόνο τα γυμνασμένα αισθητήρια μας μπορούν να νιώσουν. Κραδασμοί και ενέργειες λοιπόν…


Μια τρελή σου σκέψη για το αύριο...

Ε.Τ.: Στις μέρες μας, η πιο τρελή σκέψη θα ήταν να έστρωναν τα πράγματα γύρω μας αλλά δε ξέρω κατά πόσο θα θεωρηθεί ελπίδα ή ουτοπία πλέον.

Μια αγαπημένη στιγμή...

Ε.Τ.: Είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις τις αγαπημένες σου στιγμές. Και όμως είναι απλές, όπως όλα τα δύσκολα πράματα. Η αγαπημένη μου στιγμή είναι κάθε μέρα που επιστρέφω απ τη δουλειά και παίζω με το μικρό ανιψιό μου, το πρώτο παιδί στην οικογένεια. Η ενσάρκωση της ελπίδας…


Θα ήθελες να έχεις...

Ε.Τ.: Θα ήθελα να έχω περισσότερο ελεύθερο χρόνο για τα ενδιαφέροντα μου γιατί θυμάμαι ήμουν πάντα μαλωμένη μαζί του και περισσότερες ευκαιρίες να προσφέρω σε ανθρώπους. Αυτό που μας καθιστά Ανθρώπους, και δίνει νόημα σε αυτή τη μοναχική μας πορεία είναι η ικανότητα και η ανάγκη μας να προσφέρουμε. Όσο δίνουμε, τόσο γεμίζουμε αντί να αδειάζουμε και ο εθελοντισμός είναι κοινωνική ευθύνη όλων μας αλλά και εσωτερική ροπή της ψυχής μας να συναντήσει και να αγαπήσει Πρόσωπα και όχι Άτομα. Φτάνει πια αυτός ο άκρατος ατομικισμός που μας οδήγησε εδώ που μας οδήγησε

Θα ήθελες να είσαι...

Ε.Τ.:Τώρα που έχω βρει πραγματικά τον προορισμό μου θα ήθελα να ήμουν αυτή που είμαι τώρα. Τέχνης άνθρωπος και θεατράνθρωπος. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Απλά με περισσότερες, αν θες ευκαιρίες.

***



ΜΑΣΚΕΣ

Η τέχνη της Ζωής είναι μόνο μια μικρή εισαγωγή, ένα προλογικό σημείωμα για τη μεγάλη Τέχνη του Θανάτου.. Γιατί θα πρέπει κανείς να ξέρει να πεθαίνει κάθε μέρα..
Σε είδα πίσω από τους κυκλωτικούς καπνούς πέρα απ τα φώτα της σκηνής να σκαλίζεις στη μάσκα σου μια τελευταία έκφραση πόνου και μετά πάλι..να χάνεσαι στις άριες της παραζάλης σου και η σελήνη πήρε τη μορφή σου ή εσύ τη δική της;; έτσι χλωμοί και οι δύο γίνατε πια αχώριστοι φύλακες της νύχτας.. και μέσα στις τελευταίες κραυγές της έκστασης σου δε πρόλαβες να ακούσεις το τελευταίο χειροκρότημα… το τελευταίο σαρκαστικό χειροκρότημα της Ζωής που είχε κλείσει πρώτη θέση στο θεωρείο αποστασιοποιημένη από ψηλά… πάντα αφ’ υψηλού να σε κοιτά..καημένε Άμλετ ποιος να βρεθεί τα λόγια σου να εξηγήσει που οι τρελοί λογικεύτηκαν; Μόνο παίξε το ρόλο σου σωστά ως το τέλος της μάταιης παράστασης. Είναι προνόμιο να είσαι εκεί πάνω ένας ενώπιον τόσων θεατών.. μα μην υποτιμάς την απαθή στάση τους. Αυτοί πληρώνουνε το νοίκι σου. Εσύ πατσίζεις με την ψυχή σου. ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΣΤΟΝ ΑΜΛΕΤ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ..
Παίξε το ρόλο σου όσο καλύτερα μπορείς.. δεν έχεις την πολυτέλεια να κινείς τα νήματα μα από την ερμηνεία σου θα εξαρτηθούν όλες οι επόμενες παραστάσεις. Τουλάχιστον να είσαι πρωταγωνιστής.. εντάξει το ξέρω πως κάθε φορά που έλεγες πως δε θα ξαναπιστέψεις με διαφορετικούς τρόπους έρχονταν τα λάθη. Το ξέρω πως δε κοιτάς πια στους καθρέπτες γιατί φοβάσαι πως θα σε περιγελάσει το είδωλο σου….
Οι κλόουν παραιτήθηκαν. 
Υπήρξε αφύσικη άνοδος πληθωρισμού κατά το επάγγελμα και κατά τον βίο.. 
Κατά τον συνήθη τρόπο και κατά διαόλου. 
Κατά τα άλλα όλα καλά!
Όταν πεθάνω μη ξεχάσετε να τραβήξετε τη μάσκα απ το πρόσωπο μου.. Τα πλαστικά δε λιώνουν..
Κάποτε τελιώνουν όλα..ακόμα και αυτά που ζουν στη φαντασία μας..φτιάχνουμε κόσμους μα ποτέ δε φτιάξαμε ένα δρόμο για να τους φτάσουμε. 
Καθένας μόνος στο περιβόλι των Ελαιών προσεύχεται για το φόβο που στοίχειωσε τα όνειρα του. Και ύστερα έτοιμος κινεί να τα σταυρώσει.
Δεν είναι οι νύχτες που φαντάζουν τόσο ονειρικές και ανελέητα βασανιστικές. Είναι οι μέρες μας που είναι ψεύτικες.
Και μόνο σαν με κοιτάς εσύ Υπάρχω..και καμία μάσκα δε μπορεί να μιμηθεί την έκφραση μου.. Την Αλήθεια κανείς δε μπορεί να μιμηθεί ούτε καν το ψέμα..


***


ΜΙΣΟΦΕΓΓΑΡΑ
Σαν ένα βιαστικό τσιγάρο σε κρατώ
φοβάμαι μην υγραθείς πρόωρα στα ματωμένα χείλη μου
και οι τζούρες οι πρώτες αξίζουν πάντα.
Μετά θα κάψεις το λαιμό μου και μισό θα σε πετάξω..
Μισοί Έρωτες Ολόκληρος Πόνος.
Μισά φεγγάρια ολόκληρη νύχτα.
Και μισογεμάτα αφήνω τα τασάκια της ζωής μου
μισοσβησμένα τσιγάρα με κίνδυνο ολοκληρωτικής φωτιάς!
Αν κάτι μου φέρεις ολόκληρο ας είναι μία νύχτα
έτσι και αλλιώς στα δύο  μοιράζουμε το φιλί
στα δύο το κορμί μισές αλήθειες προσκυνάμε.
Δεν θέλω απ’ αυτά έχω  και τσιγάρα έχω.
Μια ολόκληρη νύχτα με ότι περιλαμβάνει
και το ξημέρωμα με ανοιχτά μάτια να αντικρύσω.
Μισοί Έρωτες Ολόκληρος Πόνος.
Χάρισε μου ολόκληρο τον έρωτα
και ο πόνος θα μοιραστεί.
Στο ορκίζομαι στο  φεγγάρι που έμεινε μισό απόψε..


Η φωτογραφία προέρχεται από το προσωπικό της ιστολόγιο.


Δεν έχω αντικείμενο έρωτα.
Και όμως υπήρξα αντικειμενική στις ονειρώξεις του πρώιμου στοχασμού.
Δακρύζω ακόμα στη θέα ανεκπλήρωτων ηλιοβασιλεμάτων..
Σε όλες τις αυθόρμητες εποχιακές εκδηλώσεις της φύσης βρίσκω ακόμα το
αντικείμενο μου χωρίς ποτέ να το κρατώ..
Απροσδιόριστο, υφαντό με χιλιάδες μακρινούς ήχους από περασμένα όνειρα
και αργοπορημένα τραίνα, θαμπό από αγωνιώδεις ανάσες χωρισμού
ξεφτισμένο από τις πολλές αναλύσεις με ειδικούς επί αντικειμένων…
απόμακρο.. όλο και πιο πολύ απόμακρο.
Σαν τη θέα ενός πλοίου που επιβάλλεται να θαυμάζεις στην αναχώρηση.
Καθυστερημένο, σαν ένα κακόγουστο αστείο που επιμένει να επαναλαμβάνεται.
Άρνηση να δεχτείς το αναντίρρητο συμπέρασμα πως θα μείνεις πάντα ερωτευμένος
με τον ίδιο τον έρωτα ως αντικείμενο. Χωρίς υποκείμενο.
Αντικειμενική δίκαιη αλήθεια. Ανακουφιστική πως δεν έχεις εσύ τη διαστροφή.
Πικρή η παρομοίωση χωρίς υποκείμενο.

Δεν έχω αντικείμενο έρωτα
και όμως κράτησα πολλές φορές τα λόγια σκέπασμα τα χειμωνιάτικα βράδια.
Αχρείαστα να ταν έλεγα.. Μα πάντα χρειάστηκαν.
Βιάζομαι να ονοματίσω τα δάκρυα ή τις ηδονές και μου επιστρέφουν πίσω τ’ όνομα..
Ακατάλληλο.. Λυπάμαι δεν έχετε πρόσβαση!
Πρόσβαση σε καμία καρδιά. Έχουν κλειδώσει όλες.
Ξυπνάω ζαλισμένη το πρωί σα κουρασμένος σκηνοθέτης που όλο
το βράδυ έστηνε σκηνικά για τον μεγάλο πρωταγωνιστή: τον Έρωτα…
Ζαλισμένη που ακόμα ένα πρωινό χτυπήθηκα στους τοίχους του αδιέξοδου..

Όχι δεν αγγίζω πια, δεν αγγίζομαι
Δε σφραγίζομαι μόνο σφαγιάζομαι πάνω στο βωμό
Ανέγγιχτων φιλιών..
Καταργήθηκε η απόσταση αναπνοής, πνίγομαι στο κολλητό του κοντινού.
Κρατήστε τις αποστάσεις σας!

Συρματοπλέγματα και υψηλής τάσεις καλώδια
Αόρατα στοιχειώνουν τη Πύλη της ψυχής στους δερματογόνους αδένες
Έτσι που το κάθε χάδι που πάει να περάσει
Να είναι αναγκασμένο να υποστεί το σοκ..
Σπασμωδικά χάδια, τρεμουλιαστά φιλιά
Σπασμός.. σπασμός..
Παλμός μηδέν!
Μέχρι  η γραμμή να ισορροπήσει στο μηχάνημα υποβοηθούμενης Ζωής!
Καληνύχτα…

Εύη Τανούδη

ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Τερέζα ΚουρούκληΓιώργος ΓιαντάςVictoria HislopΜιχαήλ ΆνθηςΣτέλιος ΚανάκηςΈλσα ΜαγγανάρηΓιάννης Βεντούρας
Όλγα Κανελλοπούλου-ΝτινοδήμουΓιάννης ΦιλιππίδηςΚωνσταντίνα ΚαντζιούΦώτης ΣιμόπουλοςVal O' TeliΚαλλιόπη ΒελόνιαΒασίλης Τσικάρας
Συλλογή διηγημάτωνΧριστόφορος ΤριάντηςΣτέλιος ΜοίραςΒαγγέλης ΜαργιωρήςΘανάσης ΛιακόπουλοςΜαρία ΙατρίδηΘεόφιλος Γιαννόπουλος