a-taxi-a


Μια παράσταση έχει ενσωματωθεί στο φουαγιέ του θεάτρου "Επί Κολωνώ". Κι ενώ θα μπορούσε να παρουσιαστεί σε οποιοδήποτε χώρο με την ίδια δομή, της ταιριάζει απόλυτα η λογική του bar theatre. Οι τετρατοετείς φοιτητές και η θεατρική ομάδα Νάμα, χρησιμοποιώντας την ομοιότητα στην προφορά τής τάξης και της αταξίας (μέσα σε ένα κίτρινο αθηναϊκό ταξί), εκμεταλλευόμενοι τη διαφορά που προκαλεί ένα στερητικό άλφα στη διεθνή γραφή τού οχήματος και συνδυάζοντας όλα τα γράμματα μαζί, ανεβάζουν την a-taxi-a τους δίνοντάς της σπονδυλωτή μορφή και αρκετό από το κέφι τους.

Από το πρόγραμμα της παράστασης a-taxi-a

Ο τόπος και ο χρόνος ορίζεται στην Αθήνα του σήμερα με τις απεργίες, τις πορείες, την κρίση, την εγκληματικότητα, τους μικρο/μεγαλοαπατεώνες, τους βολεμένους ή τους αιώνια αβόλευτους, τους νόμιμους και τους παράνομους, τους τουρίστες, τους άνεργους... μέσα στο αστικό χάος με την -κάθε- ρύπανση σε ατμόσφαιρα, κουλτούρα ή αισθητική.
Και ο ήρωάς μας. Ένας ταξιτζής που ξεκινά τη βάρδιά του στους δρόμους τής μεγάλης πόλης.

Η παράσταση δημιουργήθηκε μέσα από αυτοσχεδιαστικές διαδρομές πάνω στο θέμα με παρεμβάσεις από τον σκηνοθέτη που καταγράφονταν σε ένα βίντεο. Η ομάδα επεξεργάστηκε και πρόβαρε αυτό το υλικό για να δημιουργηθούν οι ιστορίες-σκετσάκια που αποτελούν το έργο.


Με σκηνικό της ένα ταξί όπως εμπνεύστηκε και δημιούργησε ο Γιώργος Χατζηνικολάου και πολύ κέφι (μάλλον έχω ήδη αναφερθεί στο κέφι), η παράσταση είναι μια δροσερή ανάσα για κάθε θεατή και μια αγχολυτική επιλογή. Ο Στάθης Σταμουλακάτος ντύνεται για λίγο ταρίφας και βγαίνει στους αστικούς πολυσύχναστους και χαοτικούς δρόμους μεταφέροντας όλες τις συνήθειες -καλές ή κακές- του κατά τ' άλλα συμπαθέστατου επαγγέλματος και διάφορους τύπους ή τύπισσες (Σωτήρης Βενέτης, Βαγγέλης Ευαγγελινός, Τόνια Καζάκου, Σωτηρία Μαράθου, Ξένια Μπαχαρνίκου, Ελένη Παργινού, Άρτεμις Τσιντάρη, Αδάμ Νάντα, Γιάννης Λεάκος) από το ένα σημείο της πόλης στο άλλο. Και οι ιστορίες αρχίζουν να ξετυλίγονται με κοινό παρονομαστή το γέλιο και τη βεβαιότητα ότι κάπου εκεί μέσα θα συναντήσεις κάτι πολύ οικείο (αν όχι τον ίδιο σου τον εαυτό). Η σκηνοθεσία είναι της Ελένης Σκότη.

Ιόλη (ΙΙΙ)


Laurie Justus Pace

Κεφάλαιο τρίτο



Οι επόμενες μέρες φαινόταν να είχαν κάτι ιδιαίτερο. Η Ιόλη είχε αρκετή αγωνία.

Ο Ορφέας ήταν εξαφανισμένος. Δεν σήκωνε κινητά, δεν μπορούσε με τίποτα να τον βρει.


Το εξιτήριο ακόμα αργούσε οπότε δεν ήξερε τι να κάνει. Έπρεπε να φύγει έστω και λίγο, να πάει στη διεύθυνση που είχε, να μάθει τι έγινε...

Η ώρα ήταν ιδανική για να μπορέσει να δραπετεύσει από το νοσοκομείο.

Πήρε τις πατερίτσες της, έβαλε το παλτό της και όπως ήταν βγήκε στο προαύλιο χώρο.

Στην πίσω μεριά δεν υπήρχε κανείς νοσοκόμος να την δει να φεύγει. Ξεγλίστρησε λοιπόν και βγήκε στο δρόμο για ταξί.


-Που πάμε; Την ρωτάει ο οδηγός.

-Γλυφάδα γρήγορα.


Από το κέντρο η απόσταση ήταν αρκετή. Βυθίστηκε λοιπόν στις σκέψεις της.

Αν ήταν καλά τα πράγματα θα είχε επικοινωνήσει μαζί μου σκέφτηκε. Δεν είχε λόγο να εξαφανιστεί έτσι... Μήπως έγινε κάτι; Τον κυνηγήσανε ; Να κινδυνεύει;

Η αναμονή αυτή της φαινόταν μαρτύριο.


Προσπάθησε ξανά να πάρει τηλέφωνο και τον πατέρα της. Καμία απάντηση και από κει.

Ένα απότομο φρενάρισμα διέκοψε τις σκέψεις της.

-Τι έγινε; Ρώτησε τον οδηγό.

-Έχουν κλείσει το δρόμο. Προχωρήστε μόνη σας, εύκολο είναι. Στο τέρμα του δρόμου αριστερά.


Η Ιόλη βγήκε και άρχισε να περπατά αργά αργά. Όχι μόνο γιατί πόναγε αλλά και γιατί ο δρόμος ήταν σκοτεινός και απόμερος. Ένιωθε την καρδιά της να χτυπά.

Έφτασε στο σπίτι του. Στο ρετιρέ φαινόταν από το παράθυρο ένα αχνό φως. Θα πρέπει να είναι μέσα... μονολόγησε.

Άρχισε να ψάχνει τα κουδούνια και πάνω που ήταν έτοιμη να πατήσει το κουμπί...


Ένα χέρι έπιασε τον ώμο της.

Ένα μικρό αααα της ξέφυγε αφού τρόμαξε προς στιγμήν.

-Τι ζητάτε;

Κοίταξε τον άντρα που στεκόταν δίπλα της. Ένας γεροδεμένος βλοσυρός τύπος που έμοιαζε να μην αρέσκεται σε επισκέψεις στην πολυκατοικία.

-Ψάχνω τον κύριο Στασινό.

-Α, δεν θα τον βρείτε... Αφήστε. Περίεργος τύπος. Εξαφανίστηκε και μας άφησε ενοίκια, κοινόχρηστα...

-Μα αφού έχει φως απάνω.

-Σοβαρά; Δεν το είχα προσέξει. Είμαι διαχειριστής, έχω κλειδιά. Πάμε.


Ανέβηκαν μαζί ως τον τρίτο. Χτυπήσαν την πόρτα και αφού δεν πήραν απάντηση άνοιξαν με τα κλειδιά. Μπήκαν και όντως δεν υπήρχε κανείς.

Όμως τα φώτα ήταν αναμένα σαν να πρόκειται να ξανάρθει κάποιος... μισοαναμένα όπως λέμε. Η τηλεόραση ακόμα να παίζει, και δύο ποτήρια με ουίσκι στο μικρό τραπεζάκι. Το ένα μάλιστα σχεδόν άθικτο.

Πολύ περίεργα φαινόντουσαν όλα αυτά στην Ιόλη.

Προχώρησαν στην κουζίνα. Στο τραπέζι πιάτα με φαγητό μάλλον κάποιων ημερών ήδη, και στο ψυγείο ένα χαρτί κολλημένο. «Να θυμηθώ Ασκληπιού 89 Σιδέρης.»

-Εγώ κοπέλα μου πηγαίνω. Θα μείνετε; Τη ρώτησε ο διαχειριστής.

-Ναι, θα μείνω λίγο.

-Ό,τι χρειαστείτε θα είμαι ακριβώς από κάτω. Μου χτυπάτε.

-Εντάξει.


Δεν ήξερε τι να υποθέσει... Όλα φαίνονταν σαν κάπου να πετάχτηκε ο Ορφέας και να ξαναγύριζε. Αλλά μετά; Τι να έγινε; Το σίγουρο ήταν ότι περίμενε παρέα. Το φαγητό στα πιάτα ήταν άθικτο άρα δεν προλάβαν να φάνε.

Και ο Σιδέρης; Ποιος είναι πάλι;

Αχ δεν καταλαβαίνω τίποτα. Σκέφτηκε.


Αποφάσισε να μείνει λίγο ακόμα και να τον πάρει τηλέφωνο αλλά από την δική του συσκευή. Δεν μπορεί, θα το σήκωνε αν έβλεπε το δικό του νούμερο...

Ωστόσο η ελπίδα της έμεινε μετέωρη και φοβήθηκε ακόμα περισσότερο. Αυτή την φορά της το κλείσανε κατά πρόσωπο.

Κάτι δεν πήγαινε καλά σίγουρα. Ποιος έχει το κινητό του; Που είναι ο ίδιος;

Προχώρησε μόνη πλέον στην κρεβατοκάμαρα. Στο κρεβάτι έτοιμο να φορεθεί ένα κουστούμι και μία κάρτα με την ίδια διεύθυνση. Ασκληπιού 89.


Ξαφνικά άρχισε να χτυπά το τηλέφωνο. Δεν ήξερε αν θα πρέπει να το σηκώσει.

Το άφησε να χτυπά ώσπου μπήκε ο αυτόματος τηλεφωνητής. Δεν μίλησε κανείς όμως, μόνο βουή από αυτοκίνητα και φωνές, ακουγόντουσαν, του δρόμου.

Και αμέσως χτυπά και το κινητό της. Άγνωστο νούμερο. Δεν απάντησε πάλι.

Της άφησαν μήνυμα ωστόσο.

«Θα μείνεις πολύ;» έλεγε.

Τι στο καλό, την παρακολουθούσαν;


Δεν θα έμενε άλλο. Αρκετή τρομάρα είχε πάρει.

Σηκώθηκε να φύγει όταν ξαναχτυπά πάλι το σταθερό. Αποφασίζει να μην φοβηθεί και να το σηκώσει.

-Λέγετε;

-Ιόλη!

-Ορφέα; Είσαι καλά;

-Φύγε από το σπίτι γρήγορα! Έχει κάμερες! με παρακολουθούσαν γι’ αυτό έφυγα. Θα σου εξηγήσω. Χωρίς να φανείς αναστατωμένη φύγε και γύρνα πίσω στο νοσοκομείο. Μην κάνεις ποτέ μόνη κινήσεις αν δεν είμαι μαζί σου.

-Πότε θα σε δω;

-Θα σε βρω εγώ με άλλους αριθμούς τηλεφώνων. Αυτά ξέχασέ τα. Παρακολουθούνται. Να αλλάξεις και συ εντάξει;

-Εντάξει.

-Όταν φτάσεις στο νοσοκομείο θα σου δώσουν τους νέους αριθμούς. Να μου πεις όταν φτάσεις. Γειααααααα...

Η κοπέλα ξεκίνησε να φύγει. Αλλά μέσα της κάτι την έτρωγε. Να γυρίσει στο νοσοκομείο ή να πάει σε αυτή την περίεργη διεύθυνση και στον επονομαζόμενο Σιδέρη; Δεν μπορούσε να μείνει με την αμφιβολία. Αφού ήταν που ήταν έξω.


Αποφάσισε να κάνει το δεύτερο. Ασκληπιού! φωνάζει στο ταξί που πέρασε σφαίρα από μπροστά της.

Έφτασε στο σωστό νούμερο και κατέβηκε. Περίμενέ με στο διπλανό στενό, του είπε. Δεν θα αργήσω.

Μια υπέροχη μονοκατοικία ήταν μπροστά της.

Προσπάθησε να βρει μέρος να κρυφτεί όμως γιατί έξω γινόταν σούσουρο.

Γειτόνισσες στραυροκοπιόντουσαν και λέγανε...

-Κρίμα. Καλός άνθρωπος. Και ήσυχος... να έχει τέτοιο τέλος.

-Γιατί αυτοκτόνησε;

-Μα αυτοκτόνησε; ή...

-Καλέ λες; Να τον σκότωσαν;

-Ε, μα στα καλά καθούμενα να ακούμε κρεμάστηκε και κουραφέξαλα. Άσε δα, τα ξέρουμε.

-Ξέρεις που δούλευε; της ψιθύρισε. Για τον...

Η Ιόλη στο άκουσμα του ονόματος αναστατώθηκε. Έφυγε όσο πιο προσεκτικά μπορούσε και πήγε στο ταξί. Από κει κατευθείαν στο νοσοκομείο.


Αχ ας μην έχουν καταλάβει την απουσία μου... Ήταν νύχτα και σίγουρα θα αρχίζανε οι επισκέψεις των γιατρών σε λίγο. Από το προαύλιο με τον ίδιο τρόπο, από την πίσω μεριά κατάφερε να φτάσει στο δωμάτιο αλαφιασμένη.

-Που ήσουνα; Της μίλησε η κυρία που είχε άρρωστο τον παππού δίπλα της.

-Με ψάχνανε;

-Όχι ευτυχώς. Αλλά εμείς σε χάσαμε. Ανησυχήσαμε.

-Καλύψτε με κυρία Μαρία, υπήρχε λόγος που βγήκα.

-Καλά κοπέλα μην σκιάζεσαι. Δεν θα πούμε ότι έλειπες...


Μετά το πέρασμα των γιατρών απομονώθηκε να σκεφτεί. Αυτός που πέθανε, λεγόταν Σιδέρης, δούλευε για τον πατέρα της και ο πατέρας της δεν απαντά πουθενά.

Ο Ορφέας λέει ότι τον παρακολουθούνε. Έφυγε από το σπίτι αλλά δεν ήξερε τίποτα για τον Σιδέρη και τον πατέρα της. Τι γίνεται εδώ άραγε;

Ξαναπήρε στο τηλέφωνο τον πατέρα της.

Η γραμμή κατειλημμένη... Please leave your message after the tone.

Ναι εδώ Ιόλη. Που έχεις χαθεί; Πάρε με τηλέφωνο ό,τι ώρα...


Ένας περίεργος πυρετός την επισκέφτηκε τη νύχτα αυτή. Κρύωμα, εξάντληση, αγωνία ή όλα μαζί, μειώσαν τις αντοχές τού οργανισμού της.

Μέχρι το πρωί στριφογύρναγε χωρίς να κλείσει μάτι.

Και έπρεπε επιτέλους να μάθει...


Συνεχίζεται...

Copyright © Εύη Καφούρου. All rights reserved. Πρώτη δημοσίευση, Αθήνα 2013.

Το ανακαλύψατε σήμερα; Διαβάστε το από την αρχή.

Ημέρες της Καρέκλας



Με προκαλεί ο έξυπνος τίτλος του, "Ημέρες της καρέκλας", να πάρω το βιβλίο στα χέρια μου. Διαβάζοντας ανακαλύπτω τα χρώματα, τις μουσικές του και εισχωρώ με περιέργεια στις ιστορίες του. 

Πολλοί και διαφορετικοί χαρακτήρες παρελαύνουν στα διηγήματά του προκαλώντας μου συναισθήματα ειρωνείας, πόνου, θλίψης, εγκατάλειψης ή πίκρας σε στιγμές φόνου, απολογισμού, τρόμου, αίματος, θανάτου ή μεταφυσικής. Θα μπορούσα να γράψω περισσότερα ουσιαστικά προσδιορισμού αλλά πάντα θα κατέληγα σε άσχημες και μισερές λέξεις για να ορίσω τη γεύση που αφήνουν τούτες οι διηγήσεις. Ακόμα και τα κωμικά κομμάτια τους καταλήγουν πικρά αστεία στο τέλος της ιστορίας. 
Παρά τον σκοτεινό αυτό χαρακτήρα τους, οι ιστορίες τού Θανάση Λιακόπουλου, μου εξάπτουν την περιέργεια προκαλώντας μου την ανάγκη να διαβάσω παρακάτω, παρακάμπτοντας το γεγονός ότι δεν πρόκειται για μία μυθιστορηματική ιστορία αλλά για αυτοτελή διηγήματα. Το "κλειδί" τού κάθε διηγήματος δεν το χαρίζει έτσι εύκολα ο συγγραφέας. Σε προκαλεί να το ανακαλύψεις μέσα στο κείμενο, καθώς το κρύβει σχολαστικά ώστε να σε ιντριγκάρει, κεντρίζοντας έτσι το μυαλό σου και αποσπώντας καθοριστικά την προσοχή σου. 
Στις, συνολικά, δεκαέξι ιστορίες μία φορά ένοιωσα κάτι σαν γλυκιά ανάμνηση και σε μία άλλη έπρεπε να σκεφτώ σαν σκύλος  (και σαν βαμπίρ). Άλλοτε είχα να κάνω με τρομοκράτη κι αλλού με αυτόχειρα. Και με άλλα εγκλήματα: πάθους, εκδίκησης, διπλής ζωής, αλλά και αυτοσυντήρησης. 
Η γλώσσα χαίρεται τη συνεργασία της με τον Θανάση Λιακόπουλο καθώς της επιτρέπει να λάμψει σε ομορφιά  και ποικιλία. Η αφήγηση ξεδιπλώνεται με σοφία και μέτρο ώστε να μη προδοθεί άστοχα η κατάληξη. Οι χαρακτήρες ξεκαθαρίζουν τις διαθέσεις τους σε χρόνο και τόπο τέτοιο ώστε να μείνεις πιστός στο κείμενο μέχρι την παύλα.


Συναντιόμαστε στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας. Στους δρόμους που καταλήγουν ή οδηγούν στα κεντρικά σημεία της πόλης και εκπέμπουν εικόνες άλλης εποχής, ελληνική ιστορία αλλά και μεγάλο αναγνωστικό ενδιαφέρον, καθώς το κέντρο πάντα συγκέντρωνε τους εκδοτικούς οίκους και τους ανθρώπους των λέξεων. Σε έναν τέτοιο χώρο, απολαμβάνουμε τον καφέ μας, που και που αναγνωρίζουμε κάποιον συγγραφέα ή εκδότη να διασχίζει την αίθουσα, και κουβεντιάζουμε για, και με αφορμή, το βιβλίο...

Το σημαντικό είναι να ξέρεις τι γράφεις. 
Αυτή η φράση είναι το πρώτο πράγμα που μου είπε σε αυτή τη συνάντηση και η πιο έντονη ανάμνηση που έχω από τη συνέντευξη, για να ακολουθήσουν οι επόμενες στιγμές της ηχογράφησης όπου τον ακούω να μου εξηγεί ότι διήγημα αποτελεί το γεγονός της αφήγησης ενός γεγονότος, πολύ πιθανό μέσω ενός άλλου ανθρώπου, ενώ η αφήγηση είναι μια πιο γενική έννοια που περιλαμβάνει τον αφηγηματικό λόγο, δηλαδή το αφηγηματικό κείμενο και μπορεί να είναι τριτοπρόσωπη, πρωτοπρόσωπη, κ.λ.π Αλλά συνήθως χρησιμοποιούμε λανθασμένα τους όρους (διήγημα, νουβέλα, κ.λ.π.) με κριτήριο και μόνο την έκτασή τους.

Τον ρωτάω αν αυτές οι μικρές σε έκταση ιστορίες θα μπορούσαν να εμπλουτιστούν και να απλωθούν ώστε να γίνουν μυθιστορήματα και η αμεσότατη απάντηση έρχεται πριν καλά καλά ολοκληρώσω τη φράση μου καθώς μου λέει "Ναι. Θα γινόταν." Και, συνεχίζοντας τη σκέψη του, εξηγεί ότι υπάρχει μια βαθιά διαφορά μεταξύ μυθιστορηματογράφου και διηγηματογράφου ή ποιητή. Ένα μέγα ζήτημα για εκείνον που μπορεί να γράφει με πολλές μορφές είναι να αναγνωρίσει αν η ιστορία του μπορεί να γίνει μεγάλη ή μικρή. Όπως έκανε ο Μπουκόφσκι που εκφράστηκε με πολλούς τρόπους.
Για παράδειγμα, το διήγημα "Έγκλημα πάθους" θα μπορούσε να γίνει μυθιστόρημα. Αλλά εγώ τί θα κέρδιζα με αυτόν τον τρόπο; Θα πετύχαινα αυτό που ήθελα; Η σκέψη μου ήταν η εξής: με την ίδια τεχνική έχει γράψει ο Ellroy μυθιστορήματα. Άρα, είναι κάτι που έχει γίνει και έχει γίνει επιτυχημένα. Γιατί να το κάνω κι εγώ; Πήρα την τεχνική αυτή και την προσάρμοσα σε ένα διήγημα, σε μια προσπάθεια να δω τι μπορεί να βγει από αυτό, έχοντας φυσικά πλήρη επίγνωση του τι ήθελε να κάνει ο Ellroy. Το διήγημα αυτό έχει τριτοπρόσωπη αφήγηση, έχει θεατρικό διάλογο, έχει πρωτοπρόσωπη αφήγηση, εσωτερική διήγηση και, φυσικά, διαφορετική χρονική εστίαση. Το θέμα είναι αν βγαίνει μια άκρη, αν είναι κατανοητό το αποτέλεσμα, τι κερδίζει ο αναγνώστης με αυτή τη μορφή, κ.λ.π. Ο Ellroy γράφει με αυτόν τον τρόπο πεζογραφήματα μεγάλης έκτασης. Πήρα την τεχνική αυτή και την προσάρμοσα σε ένα διήγημα σε μια προσπάθεια να δω τι μπορεί να βγει από αυτό.
Του απαντώ ότι το αποτέλεσμα είναι γοητευτικό και σαφέστατα κατανοητό. Η χρήση δε της ανατροπής της χρονικής συνέχειας εξιτάρει το μυαλό ευχάριστα.
Κανείς δεν έχει ανακαλύψει την πυρίτιδα στο χώρο της γραφής, μου λέει.
-Άρα, πως θα κάνεις τη διαφορά;
-Την απάντηση τη διδάχτηκα μέσα από τη σπουδή μου στην κλασική κιθάρα όπου είχα να ερμηνεύσω κλασικά κομμάτια παιγμένα από τόσους και τόσους δεξιοτέχνες, ενώ έπρεπε να βάλω κι εγώ την προσωπική μου σφραγίδα. Τότε κατάλαβα πως για να γίνει αυτό πρέπει να δώσεις κάτι καινούργιο στην εκτέλεση. Το ίδιο ισχύει και με τη γραφή. Στο τέλος, μετά από κάποιες γενιές, θα μείνει εκείνο που πρωτοπόρησε. Δεν νομίζω πως υπάρχει τίποτα καινούργιο να γίνει. Μια παρθενογένεση. Μακάρι να διαψευστώ...


Όλα αυτά τα κείμενα, ό,τι υπάρχει στο βιβλίο, γράφτηκαν μετά από "βαριά" διαβάσματα, είτε φιλοσοφικά, είτε ανθωπολογικά, κοινωνιολογικά και, φυσικά, ύστερα από πολλή κλασική λογοτεχνία και γι' αυτό είναι κάπως "περίεργα".
Η "Αναμονή", για παράδειγμα, γράφτηκε μετά τη μελέτη του Γκοντό. (εννοεί το "Περιμένοντας τον Γκοντό" του Samuel Beckett) Μπορείς να διακρίνεις μέσα τη λύτρωση, τη λύση, την επίλυση, το σώσιμο.
Οι "Ασφάλειες ζωής" ακολουθούν το μοτίβο του Boris Vian από το έργο του "Δράκωλας".
"Η φιλοξενία" γράφτηκε μετά την ανάγνωση του έργου "Η δολοφονία ως μία εκ των καλών τεχνών" του οπιοφάγου Thomas De Quinsey.
Μιλάμε για όλες τις ιστορίες και δέχομαι κάποιες ενδιαφέρουσες πληροφορίες που αφορούν τα διηγήματα όπως ότι το "Έγκλημα πάθους" εν μέρη ισχύει. Μέσα εκεί υπάρχει ενσωματωμένη μια πραγματική ιστορία. Όπως και στο διήγημα "Η φιλοξενία" (που επίσης ισχύει εν μέρη καθώς υπάρχει μια αληθινή ιστορία μέσα).
Όταν η κουβέντα περιστρέφεται γύρω από τις "Ημέρες τής καρέκλας" διαφωνούμε. Του λέω ότι πρόκειται για αυτόχειρα και απαντά:
-Γιατί; Πέθανε;
-Δεν πέθανε;
-Που το λέει αυτό;
Και αναζητώ την απάντηση στις σημειώσεις που έχω κρατήσει γιατί δε γίνεται να θυμάμαι λέξη προς λέξη την κάθε ιστορία... και τελικά:
-Δηλαδή, μου λες ότι στο τέλος σώζεται;
-Εσύ τι λες;
-Εγώ λέω ότι πεθαίνει. Κι ότι όλο αυτό (το κείμενο της ιστορίας) είναι ό,τι περνάει από το μυαλό του τα τελευταία δευτερόλεπτα της ζωής του.
Ξανακοιτάζω στις σημειώσεις και...
-Νομίζω ότι πεθαίνει.
-Πες μου από που βγαίνει αυτό.
-Λοιπόν, είναι σαφές ότι έχει περάσει τη θηλιά στο λαιμό του, ότι έχει ανέβει σε μια καρέκλα, ότι έχει κλωτσήσει την καρέκλα...
-Σαφέστατα. Δε βλέπω όμως να γράφει καθαρά ότι πεθαίνει!
-Δε το αναφέρει με λέξεις.
-Το αφήνει να εννοηθεί με τον τρόπο του;
-Αυτό διαισθάνομαι.
-Δηλαδή, το να είναι μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας με κρεμάλα δε περνάει από το μυαλό σου;
-Περνάει αλλά με κερδίζει η άλλη πλευρά.
-Το ότι ο τύπος δεν είναι ικανός να αυτοκτονήσει... δε το σκέφτεσαι;
-Φαίνεται ότι είναι αβέβαιος.
-Πάντως, ούτε εγώ που το έγραψα γνωρίζω αν έχει ζήσει ή αν έχει πεθάνει. Αλλά, τότε, ποιος τα αφηγείται αυτά;
-Ο ίδιος αφού είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο. Αλλά σε ελάχιστο χρόνο. Όσο του απομένει μέχρι το τέλος.
-Πάντως, ξεκάθαρο δεν είναι!
-Δε το γράφει με λέξεις...
-Ούτε υπονοείται άμεσα.
-Δηλαδή πρέπει να έζησε για να τα αφηγείται... άρα, έκανε μια επιτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας που δεν ήταν αυτοκτονία τελικά;
-Ξεκινάμε από την αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας -αφού έζησε- και, αν θυμάσαι τις υπόλοιπες σελίδες, αναρωτιέσαι... τελικά ήταν αυτοκτονία; δοκίμασε να αυτοκτονήσει; μήπως είναι τρελός; τι γίνεται με την καρέκλα; που κολλάει;
-Α, η καρέκλα είναι αυτό που τον βοήθησε να ανέβει, να φτάσει ψηλά. Και αυτό που έπρεπε από μόνος του -να βρει τη δύναμη- να το πετάξει για να επιτύχει τον σκοπό του.
-Άλλη μία εκτίμηση που ακούω γι αυτήν την ιστορία.
-Μα, είναι πολύ σημαντική η καρέκλα. Εκείνη θα κάνει όλη τη δουλειά. Δεν την κάνει η θηλιά!
-Σαφώς.
Το ζητούμενο ενός λογοτεχνικού κειμένου είναι να έχει διαφορετικές αναγνώσεις. Αν όλοι οι άνθρωποι διαβάζουν και καταλαβαίνουν ακριβώς το ίδιο, ίσως να μην έχει και νόημα.

Φωτογραφίζοντας το βιβλίο "Ημέρες της καρέκλας" του Θανάση Λιακόπουλου
Τα διηγήματα του βιβλίου "Ημέρες της καρέκλας" γράφτηκαν κατά περιόδους. Κάποια είναι αρκετά παλιά. Η πλειονότητα ήταν ολοκληρωμένη μέχρι το 2004.

Ετοιμάζει άλλη μια συλλογή διηγημάτων με θέμα το ποδόσφαιρο και με έναν στόχο: να μπορεί να διαβαστεί και από γυναίκες που, κατά κύριο λόγο, δεν είναι φαν του ποδοσφαίρου. Το θέμα είναι να βγει το όλο concept.
Και κάτι ακόμα.. που δεν έχει ξαναγραφτεί (!) όπως με βεβαιώνει. Δε το έχω δει πουθενά. Ούτε σε συλλογή διηγημάτων.

Μετά την πρώτη δημοσίευσή του στο λογοτεχνικό περιοδικό Πανδώρα, το 2000 "χτυπάει" με έπαρση την πόρτα του Κέδρου, ζητώντας να εκδοθούν τα διηγήματά του και καταθέτοντας τις όποιες, μέχρι τότε, περγαμηνές του. Του απαντούν ότι το λιγότερο σε ένα με δύο χρόνια θα έχουν εκδοθεί και τον ρωτούν πόσα διηγήματα έχει γράψει. Όταν αποκρίνεται ότι έχει στα χέρια του λίγα -τρία τέσσερα όλα κι όλα- του ζητούν να τα κάνει δέκα μέσα στους επόμενους τρεις μήνες και να τα δώσει προς έκδοση. Συνειδητοποιεί ότι δε μπορεί να έχει τόσα διηγήματα μέσα σε αυτό το χρόνο και κλείνει "άδοξα" η πρώτη απόπειρα έκδοσης. Το 2003 απευθύνεται στο Μεταίχμιο όπου επίσης αποσπά μια θετική απάντηση. Ούτε τότε ευοδώνονται οι προσπάθειες καθώς τον προλαβαίνουν οι σαρωτικές αλλαγές τού εκδοτικού οίκου. Τελικά, καταφέρνει να το δει τυπωμένο στον Οσελότο το 2010!

Η καρέκλα δεν είναι κουνιστή, όπως τη βλέπεις στο εξώφυλλο.



Ο Θανάσης Λιακόπουλος προσφέρει 15 αντίτυπα της συλλογής του "Ημέρες της καρέκλας" σε ισάριθμους τυχερούς αναγνώστες του ιστότοπου. Για να στείλετε τη συμμετοχή σας συμπληρώστε μία από τις δύο φόρμες που θα βρείτε παρακάτω. Η κλήρωση θα γίνει ζωντανά στο facebook στις 22/06/2013. Οι τυχεροί θα ενημερωθούν με προσωπικό μήνυμα ενώ τα ονόματά τους θα ανακοινωθούν στο koukidaki και στο facebook. Τα βιβλία θα αποσταλούν ταχυδρομικά.
Παρακαλώ διαβάστε προσεκτικά τις οδηγίες παρακάτω για να στείλετε τη συμμετοχή σας.

-Αν διαθέτετε προφίλ στο facebook συμπληρώστε τη φόρμα που θα βρείτε πατώντας πάνω στις λευκές λέξεις αυτού του κειμένου και κάντε like στη σελίδα του βιβλίου στο facebook που θα βρείτε εδώ, προκειμένου να διεκδικήσετε ένα από τα 10 αντίτυπα που θα κληρωθούν.
-Αν δεν έχετε λογαριασμό στο facebook συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα, πατώντας πάνω στις λευκές λέξεις, για να διεκδικήσετε ένα από τα 5 αντίτυπα που θα κληρωθούν για τους αναγνώστες του ιστότοπου που δεν διαθέτουν προφίλ στο facebook.

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΤΡΕΛΟΥ


Μήπως η τρέλα είναι η εσωτερική ελευθερία που δεν κατακτιέται διαφορετικά; Μήπως το ημερολόγιο είναι μια σκληρή περιγραφή του τρόπου αντιμετώπισης ασθενών "τρέλας" τής εποχής του; Η τρέλα είναι η κατάληξη; Ή το καταφύγιο;


Ο Νικολάι Γκόγκολ ανέδειξε την τρέλα (αλλά και το θάνατο) ως επακόλουθο του κοινωνικού αδιεξόδου. 
Ένας άνθρωπος αφηγείται, με τη μορφή ημερολογίου, τις αναμνήσεις του που στο σύνολό τους σχετίζονται με την άσχημη πλευρά της καθημερινότητάς του και με προσωπικά αδιέξοδα -ενώ εμφανίζεται πρόθυμος να αντισταθμίσει τη χαμένη ή κατακερματισμένη ζωή- σε μια δραματοποιημένη εσωτερική πάλη. Ο ήρωας έχει εγκλωβιστεί συναισθηματικά. Αντικατοπτρίζει τον άνθρωπο που θεωρεί ότι γεννήθηκε για κάτι μεγάλο καθώς πιστεύει ότι είναι διαφορετικός από όλους τους άλλους ενώ το μόνο που τελικά έχει είναι η φτώχεια του και μια θέση γραφιά. Εργάζεται δέσμιος μιας "αόρατης" καταπίεσης και υποβάλλεται σε μια "αόρατη" απομόνωση αλλά καθόλα ορατή από τον θεατή (ή τον αναγνώστη). Αντιμετωπίζει ψυχωτικές διαταραχές και σχιζοφρενική συμπεριφορά καθώς αποκαλεί τον εαυτό του βασιλιά της Ισπανίας (μεγαλομανία), παρουσιάζει ανωμαλίες στην αντίληψη, ασχολείται με εγωκεντρικές-παράλογες ιδέες άνευ αντικειμενικότητας ή χάνει κάθε αίσθηση του χρόνου. Το δράμα κορυφώνεται όταν ο Ποπρίστκιν προσπαθεί να αντλήσει δύναμη από τη θύμηση της μάνας του.


Μια ερμηνευτική πρόκληση και ένας από ψυχής μονόλογος είναι το "ημερολόγιο" του Γκόγκολ που αυτήν την εποχή μπορείτε να παρακολουθήσετε στο Studio Κυψέλης.

Η ασάφεια του έργου προσδίδει στο σύνολο διότι πως θα περίμενε κανείς από έναν τρελό να είναι ακριβής! Έτσι μεγιστοποιεί τα συναισθήματα που περνάει ο μοναχικός άντρας προς το ανύπαρκτο κοινό του ημερολογίου του.
Αν υπήρχαν όλες οι απαντήσεις το έργο δε θα ήταν τόσο σπουδαίο. Το μεγαλείο του κρύβεται εκεί που σταματούν οι λέξεις του, στη δεύτερη ανάγνωση όπου ο κάθε ένας μας ανακαλύπτει ένα κάτοπτρο για να διώξει τα σύννεφα και να αποκωδικοποιήσει τα σημάδια.

Φωτογραφίες από την παράσταση και το πρόγραμμα
Ο μονόλογος, για τον Σταύρο Καλλιγά, είναι μετά βεβαιότητας ένα βήμα παραπάνω από κάθε άλλη του δουλειά, μια που ο παλαβός του ήρωας θα τον περάσει στο επόμενο επίπεδο. Στο βλέμμα του δε, διακρίνεις ξεκάθαρα την τρέλα, την παράνοια, την αστάθεια, το χάσιμο, τον πόνο... Η ζωντανή μουσική τού Νίκου Ψαριανού, στο κοντραμπάσο του, γεμίζει το χώρο με νότες και ήχους που συγχρονίζονται υπέροχα -πόσο όμορφα χρωματίζουν!-  με τις διαθέσεις του ήρωα και τις προθέσεις του ηθοποιού. Η σκηνοθεσία από τον Γιώργο Λιβανό (βοηθός σκηνοθέτη η Όλγα Μουργελά) προσθέτει στην ατμόσφαιρα του έργου όσο και όπου πρέπει και αναδεικνύει κάθε φορτισμένη στιγμή. Το σκηνικό τής παράστασης, από τη Γιοβάννα Πρασίνου, απέριττο και καταθλιπτικό συμβάλει στη μεγιστοποίηση κάθε πτυχής του ήρωα καθώς ο θεατής επικεντρώνεται πάνω του και δεν αναλώνεται σε "φλύαρες" εικόνες.

Ακολουθώντας τον σύνδεσμο δείτε τη σελίδα του στο facebook

Απο-Γραφής Έργα

Μια ανθολογία, ο έρωτας, ένα ταγκό, λόγια φιλίας και αγάπης και μια αιώνια αναπάντητη ερώτηση. Τι φταίει;

Εξώφυλλα από τις συλλογές και τις συμμετοχές τής Εύης Καφούρου
Αλήθεια, τι φταίει; 
Που ο μεγάλος έρωτας καταλήγει στάχτες στην πυρά τού χρόνου; Που περιμένεις πάντα εκείνο που ποτέ δεν έρχεται; Η ευκαιρία, η ευτυχία, η αγάπη. (;) Που ποτέ δε φτάνει; 

Η Εύη Καφούρου είναι ένα χαμογελαστό κορίτσι με θερμότητα στη φωνή και ευχάριστη διάθεση. Όταν μου απαριθμεί το έργο της αντιλαμβάνομαι πως μετράει πολλές συγγραφικές στιγμές, παρά το νεαρό της ηλικίας της. Μιλάει ανοιχτά και πρόθυμα για όλα. Λίγες στιγμές αργότερα, θα μου απαντήσει από μόνη της στο ίδιο το ερώτημά της. Φταίει, θα μου πει...
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.
Σε ένα καφέ της πόλης, ένα μαγιάτικο απόγευμα, με συντροφιά τα βιβλία (της) και παγωμένο τσάι με λεμόνι, καθόμαστε αναπαυτικά στον καναπέ και γνωριζόμαστε.

Πόσο καιρό ασχολείσαι; 
Ξεκίνησα από το σχολείο, από την πρώτη λυκείου. Επηρεάστηκα από ένα δοκίμιο του Τερζάκη "Τα παιδιά με τα κλωνάρια" και σκέφτηκα να πάρω το θέμα και να το κάνω ποίημα. Δεν ήξερα αν θα μου βγει, απλά σκεφτόμουν ότι θα ήταν όμορφο με αυτή τη μορφή. Όταν κατάλαβα ότι μπορώ να γράφω ποίηση, μου άρεσε τόσο πολύ και το συνέχισα, αρχικά σαν ασχολία, μετά έγινε ανάγκη εσωτερική, κατόπιν εκφραστικό μέσο... και κάπως έτσι γίνεται τρόπος ζωής.
Κι έτσι φτάνουμε στο πρώτο βιβλίο...
Το "Λόγια φιλίας και αγάπης". 
Το οποίο είναι ποιητική συλλογή;
Ναι, όπως και όλα όσα έχω εκδώσει. Μόνο δύο πεζά έχω γράψει.  Μάλιστα το "Μαθήματα ζωής"[4] βραβεύτηκε από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών και αργότερα από την Πανελλήνια Ένωση Συνεργασίας Νέων Λογοτεχνών. 
Έχεις κι άλλες βραβεύσεις στο ενεργητικό σου...
Πρόσφατα με βράβευσε ο Νικήτας ο Σούλος. Έγραψα κάτι με θέμα την Ευχή επηρεασμένη από τη μητέρα μου και τα νεανικά μου χρόνια, όταν είχα να αντιμετωπίσω την αρρώστια και το χαμό της από καρκίνο. Ήταν η περίοδος που έδινα εξετάσεις ενώ παράλληλα αποφάσισα ότι θέλω να γίνω συγγραφέας.
Πόσα βιβλία μετράς;
Μαζί με τα ομαδικά, μετράω έξι.
Δεν είναι λίγα!
Καμιά φορά με φοβίζει αυτό. Σκέφτομαι, ξεκίνησα νωρίς και θα τελειώσω νωρίς; Θα μου περάσει; Βέβαια με χαροποιεί το ότι έχω κάνει πολλές δουλειές αλλά με τρομάζει κιόλας. Είναι σαν να άνοιξαν όλα πολύ γρήγορα για μένα.
Υπάρχει και η άποψη -υιοθετημένη από πολλούς- ότι ο δημιουργός πρέπει να δώσει αυτό που έχει σε νεαρή ηλικία. Θεωρείται η πιο δημιουργική του ανθρώπου από τη μια, και από την άλλη όσο μεγαλώνεις αλλοιώνεσαι σαν προσωπικό στυλ λόγω των εμπειριών που συλλέγεις... κ.ο.κ. και γενικότερα, τα πρώτα έργα είναι περισσότερο αυθεντικά και αντιπροσωπευτικά του δημιουργού, οπότε, πρέπει να μπεις δυναμικά σε μικρή ηλικία.
Δε ξέρω αν ισχύει. Αν πάρω σαν παράδειγμα τον εαυτό μου, όσο περνάει ο καιρός βλέπω την εξέλιξη. Γίνομαι καλύτερη. Το ίδιο βλέπω και στο έργο άλλων. Υπάρχουν βέβαια και πολλά έργα από την παιδική μου ηλικία που τα ξαναδιαβάζω σήμερα και δε θέλω να αλλάξω τίποτα. Δηλαδή και τώρα το ίδιο θα έγραφα.
Μελλοντικά... σε πέντε, σε δέκα χρόνια... υπάρχει κάποιος στόχος που θα ήθελες να επιτύχεις;
Μη με πηγαίνεις τόσο μακριά! Το πολύ πολύ να σου πω τι θα ήθελα για τον επόμενο χρόνο.
Θα ήθελα να καταφέρω να εκδοθεί η νουβέλα μου.[1] Και να εκδώσω μια παιδική ανθολογία η οποία είναι ήδη έτοιμη. 
Επίσης, να γνωρίσω όσο περισσότερο κόσμο μπορώ. Να πάρω και να πάρουν από εμένα, σε αυτό το αλισβερίσι ζωής.
Μίλησέ μου για την παιδική ανθολογία...
Μέσα σε αυτήν την ανθολογία έχω κάνει ποιήματα γνωστά παιδικά παραμύθια ή παιδικές ιστορίες σχετικά με ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα... και διάφορα θέματα σε σχέση με προσευχές, εποχές, επαγγέλματα, πόλη, χωριό...
Μου ακούγεται πολύ καλό.
Καλά να είμαστε.. και όλα θα γίνουν.
Δε νομίζω ότι ξέρουμε πολλές συλλογές που να απευθύνονται στα παιδιά.
Ναι. Ελάχιστες τέτοιες δουλειές έχουν κυκλοφορήσει και περισσότερο γνωρίζουμε τους ύμνους και τα τραγούδια των κατηχητικών σχολείων.
Ανοίξτε τη φωτογραφία για να δείτε το οπισθόφυλλο
Οι συγγραφείς αντιμετωπίζουν προβλήματα όταν θελήσουν να εκδώσουν... τα ξέρεις πολύ καλά. Από την άλλη, έχω την αίσθηση ότι έχουμε πάρα πολλούς συγγραφείς στην Ελλάδα.
Δε μπορώ να το εξηγήσω κι εγώ. Το μόνο που ξέρω είναι ότι η χώρα μας πάντα έβγαζε μεγάλους ποιητές, από την αρχαιότητα το έχουμε σαν λαός. Πάντως, το ότι είμαστε τόσοι πολλοί δε το έχω για θετικό. Πολλοί από αυτούς θα ήταν καλύτερο να έκαναν κάτι άλλο. Δε λέω ότι δε διαβάζονται, αλλά δεν είναι η κλήση τους. Συγγραφέας με το ζόρι δε γίνεσαι. Πρέπει να το έχεις. Θα ήταν καλύτερα αν ξεκαθάριζε το τοπίο ώστε να μείνουν εκείνοι που αξίζουν ώστε να τους δοθεί βήμα.
Οι εκδοτικοί οίκοι προτείνουν κατευθύνσεις;
Το έχω ξαναπεί και σε άλλη συνέντευξη και μάλιστα πολύ πρόσφατα. Σε βάζουν σε καλούπια. Για παράδειγμα, μας λένε να γράψουμε μυθιστόρημα γιατί αυτό πουλάει περισσότερο. 
Μας έχουν κάπως παραμελημένους θα μπορούσα να πω.
Οι εκδοτικοί οίκοι εννοείς.
Και το αναγνωστικό κοινό, θα προσθέσω. Δεν έχουμε την ίδια απήχηση. 
Μήπως επειδή το αναγνωστικό κοινό δεν καταλαβαίνει την ποίηση;
Ακριβώς. Δεν ενδιαφέρεται επειδή δεν καταλαβαίνει. Τα σχολεία δεν προσφέρουν την απαραίτητη μόρφωση στα παιδιά και την ποιότητα για να καταλάβουν και να δέχονται την ποίηση όπως το πεζό κείμενο. Έτσι ενδιαφέρονται να διαβάσουν μόνο ένα βιβλίο που είναι γλυκανάλατο, μια ερωτική ιστοριούλα... και καταλήγουν να μη διαλέγουν βιβλίο αλλά το φανταχτερό εξώφυλλο. 
Φωτογραφίες από την ημέρα και τον τόπο της συνάντησής μας
Ξεκίνησα το 2006 και μέχρι το 2009 είχα την τριλογία μου. Το "Λόγια φιλίας και αγάπης", το "Τι φταίει"[3] και το "Ταγκό στα θρύψαλα μιας αγάπης".
Το "Λόγια φιλίας και αγάπης" περιλαμβάνει ερωτοφιλικά ποιήματα γραμμένα στην πλειοψηφία τους στο σχολείο και κάποια που πρόσθεσα πριν την έκδοσή του. Το πρώτο μέρος της συλλογής είναι αφιερωμένο στην τότε καλή μου φίλη, το δεύτερο στην φιλόλογό μου που ήταν ο άνθρωπος που μου διόρθωσε τα πρώτα ποιήματα και με βοήθησε να συνεχίσω και το τρίτο μέρος είναι αφιερωμένο σε έναν πλατωνικό μου έρωτα εκείνης της εποχής.
Ακολούθησε το "Τι φταίει", το 2007, όταν παρατηρώντας μέσα στις παρέες μου την απομόνωση του ανθρώπου, τις ελάχιστες φιλίες, το κλείσιμο στον εαυτό του... οδηγήθηκα σε αυτήν την κοινωνική συλλογή. Το βιβλίο αυτό είναι το καμάρι μου, το καλύτερό μου.
Το "Ταγκό στα θρύψαλα μιας αγάπης", το τελευταίο της τριλογίας, είναι στην ουσία οι κύκλοι που κλείνουν, εκείνοι που άνοιξαν με τα προηγούμενα βιβλία, προκειμένου να πάμε σε νέα πράγματα. Εκεί βρίσκεται και η απάντηση στο "τι φταίει", στο οπισθόφυλλο. Αυτό που διαβάζεις απαντά στο προηγούμενο βιβλίο και στο ερώτημά του.
Το τέταρτο προσωπικό μου είναι "Του έρωτα ο απόηχος" και τα δύο ομαδικά που μου έφεραν και τη βράβευση. Επίσης, δύο ποιήματά μου έχουν μελοποιηθεί και κυκλοφορούν στο διαδίκτυο. 


Θα σε ενδιέφερε να γράφεις στίχους για τραγούδια;
Δε θα με χάλαγε. Να το πω έτσι. Το θεωρώ τιμητικό αλλά δε μπορώ να το βάλω στο πρόγραμμα. Αν έρθει, ας έρθει. Το θέμα είναι να προκύψει η σωστή συγκυρία και να προλαβαίνεις το χρόνο που τρέχει προκειμένου να τα κάνεις όλα.


Η έμπνευση...
Με έχει επηρεάσει βαθιά η αρρώστια και ο θάνατος της μάνας μου και πάντα χρησιμοποιώ αυτήν την εμπειρία μέσα στη γραφή μου. Μου βγαίνει αυθόρμητα αφ' ενός και αφ' ετέρου το κάνω σαν φόρο τιμής για την ψυχούλα της.
Όταν γράφεις ένα ποίημα κλαις. Γιατί βγάζεις αυτό που σε πονάει. Αυτό δίνεις στον αναγνώστη. Πιστεύω, λοιπόν, πως όλοι οι ποιητές έχουν πάθει κάτι για να γράψουν. Οι δημιουργικές μου στιγμές είναι ακριβώς αυτές, που κάτι μου έχει συμβεί, κάτι μου έχουν πει, κάποιο απωθημένο από παλιά... και πολλές φορές ξαναγυρίζουν πράγματα από το παρελθόν σε έναν φαύλο κύκλο συναισθημάτων και αναμνήσεων που γίνονται έμπνευση.
Η φιλία...
Η φιλία είναι το καλύτερο δώρο στον άνθρωπο. Σε μας τις γυναίκες, βέβαια, πολλές φορές υπάρχει ανταγωνισμός γι' αυτό βλέπουμε λυκοφιλίες. Αισθάνομαι ωστόσο τυχερή γιατί έπεσα σε σωστούς ανθρώπους τα τελευταία χρόνια. Οι φιλίες πολλές φορές είναι σημαντικότερες κι από την οικογένεια. Αν δεν έχεις αυτή τη βάση δε μπορείς να προχωρήσεις στη ζωή σου.
Κουβαλάς φίλους από τα παιδικά σου χρόνια;
Ελάχιστους. Άκουγα άλλη μουσική, διάβαζα πολύ, ξένιζα τους συμμαθητές μου που με θεωρούσαν αρκετά περίεργη και δυσκολευόμουν να κάνω φίλους. Έχω κρατήσει πολύ λίγους φίλους από το σχολείο.
Όταν έχεις κάτι καλλιτεχνικό φαίνεσαι από μικρός. Διαφέρεις.
Σε τι άλλο πιστεύεις πέρα από τη φιλία;
Πιστεύω στην ευγενή άμυλα.
Σχετικά με τη νουβέλα;[1]
Πρόκειται για μια ιστορία μυστηρίου με πολύ σασπένς. Η ηρωίδα μου έχει υποστεί αρκετά πράγματα. 
Τα καλύτερα...
...μού έχουν έρθει τα τελευταία ένα με δύο χρόνια, περισσότερο μετά από τη γνωριμία μου με την Κάκια, τον Τάσο, τον Νικήτα, τη Ζήνα, τη Νατάσα, τη Χρύσα, την Εύα, τον Γιώργη, την Ελένη[2] και άλλους που τους ευχαριστώ πάρα πολύ, καθώς με στηρίζουν. Σήμερα αισθάνομαι σα να έπεσε ένα αστέρι για μένα από τον ουρανό. Είμαι πολύ χαρούμενη.
Σταματώ την ηχογράφηση. Γελάει ενώ αναζητεί ένα στυλό για να μου αφιερώσει μερικά από τα βιβλία της. Εκείνα που έφερε μαζί της για να μου χαρίσει. Την ενημερώνω ότι είναι πολύτιμα για μένα και χαμογελάει ξανά ενώ με διαβεβαιώνει πως το τσάι με λεμόνι είναι τελικά ό,τι καλύτερο μπορείς να πιείς από τα κρύα ροφήματα.
Κάποιες άλλες σκέψεις που ακολούθησαν και μοιραστήκαμε ανήκουν σε μας. Η Εύη, ή Εβίτα για αρκετούς φίλους, είναι ένα πλάσμα ευδιάθετο από τη φύση του που, επίσης, χαρακτηρίζεται για τη δημιουργικότητά της.
Από αριστερά προς δεξιά, οι κυρίες, Ελένη Χρυστοφοράτου, Χρύσα Βαλαβάνη, Εύη Καφούρου και Κάκια Ξύδη

[1] Αναφέρεται στη νουβέλα της "Ιόλη" που δημοσιεύεται για πρώτη φορά μέσα από αυτές τις σελίδες. Ο σύνδεσμος θα σας βοηθήσει να ξεκινήσετε την ανάγνωση.
[2] Αναφέρεται στην Κάκια Ξύδη (συγγραφέας μυθιστορημάτων που έχει επίσης δώσει συνέντευξη για τον ιστότοπο), στον Τάσο Στραυρακέλη (ποιητή), τον Νικήτα Σούλο (του ιντερνετικού σταθμού magic radio), τη Ζήνα Μαρνέζη (συγγραφέας και παραγωγός στο magic radio) , τη Νατάσα Γκουτζικίδου (συγγραφέας), τη Χρύσα Βαλαβάνη (στην οποία έδωσε συνέντευξη για την εκπομπή της σε διαδικτυακό σταθμό), την Εύα Λιανού-Πετροπούλου, τον Γιώργη Παπανικολάου και την Ελένη Χρυστοφοράτου.
[3] Λογοτεχνική ανάλυση της συλλογής "Τι φταίει" από τον Θεοχάρη Παπαδόπουλο μπορείτε να δείτε εδώ.
[4] Διαβάστε το βραβευμένο διήγημα "Μαθήματα ζωής".


Η Εύη Καφούρου προσφέρει τρία αντίτυπα της ποιητικής συλλογής "Τι φταίει" σε ισάριθμους αναγνώστες του ιστότοπου. Για να στείλετε τη συμμετοχή σας στην κλήρωση ακολουθείστε το σύνδεσμο πατώντας πάνω στις λευκές λέξεις και συμπληρώστε τη φόρμα. Τελευταία μέρα συμμετοχών η 30η Ιουνίου. Η κλήρωση θα γίνει την επόμενη μέρα (1η Ιούλη) μέσω facebook. Τα ονόματα των τυχερών αναγνωστών θα ανακοινωθούν στο koukidaki ενώ ο κάθε ένας θα ενημερωθεί και με προσωπικό μήνυμα.

Ιόλη (II)

"Λευκές ορχιδέες" της Norma Wilson

Δεύτερο Κεφάλαιο



Οι μέρες στο νοσοκομείο περνούσαν αργά και βασανιστικά.

Καλά που ήταν και ο Ορφέας και είχε παρέα. Ερχόντουσαν και κάποιες φίλες της αλλά σε αυτές δεν μπορούσε να μιλήσει ανοιχτά για όσα της συνέβαιναν.

Ήταν εντελώς προσωπικά ζητήματα και μόνο με τον απεσταλμένο τού πατέρα της μπορούσε να τα αναλύσει και φυσικά κάποια στιγμή να τα λύσει.


Δεν της δίνανε εξιτήριο εύκολα γιατί τα χτυπήματα στα πόδια ήταν σοβαρά και δεν μπορούσε προς το παρόν να περπατήσει.

Χρειαζόταν φυσιοθεραπεία.

Έστειλε και ο πατέρας της φυσικά καλούς γιατρούς από κει.

Ωστόσο ήταν καλύτερο από μία άποψη, γιατί εκεί στο νοσοκομείο μπορούσε ευκολότερα να λύσει όλα τους τα προβλήματα.


Ο Ορφέας ερχόταν μεσημεριανές ώρες για να έχουν άνεση να τα συζητούν.

Λουλούδια και γλυκά γέμιζαν καθημερινά το δωμάτιο. Την πρόσεχε σαν τα μάτια του. Τόσο που καμιά φορά η Ιόλη μπερδευόταν και δεν ήξερε αν το κάνει επειδή το νιώθει ή αν εκτελούσε οδηγίες του πατέρα της. Και ήθελε να μάθει... να μάθει πολλά γι’ αυτόν. Επιτέλους ένιωσε έναν άνθρωπο κοντά της, να την καταλαβαίνει, να την συμπονά, και να την βοηθάει σε όλα... Ας ένιωθε κάτι και κείνος... Ας ήταν αυτός που περίμενε από μικρή κοπελίτσα...


Γέλια και ομιλίες διέκοψαν τις σκέψεις της . Ήταν ο Ορφέας που στο πέρασμά του χαιρέτησε όλο το προσωπικό, και πρόλαβε να πειράξει την χοντρούλα και κοντή αποκλειστική που βοηθούσε την γιαγιά μερικά κρεβάτια πιο κει από την Ιόλη.

Μπήκε στο δωμάτιο με ένα πλατύ χαμόγελο κουνώντας περιπαιχτικά τον χαρτοφύλακά του.

-Καλησπερίζω την όμορφη!

-Καλώς τον! Βρήκες τίποτα;

-Νομίζω πως ναι! για δες εδώ....

Της έδειξε μια υπεύθυνη δήλωση από την τηλεφωνική σύνδεση του σπιτιού της αλλά και του πατέρα της στις Βρυξέλλες. Και οι δύο συσκευές φαίνονταν ότι παρακολουθούνταν.

-Το 'ξερα! αναφώνησε η Ιόλη.

-Σσσς! Μην φωνάζεις.

-Ουπς! Σόρρυ.

-Και τώρα; Τον ρώτησε.

-Τώρα, έχουμε κάπου να βασιστούμε βρε μικρό!

-Σωστά!

Οι υποψίες της είχαν βγει αληθινές. Ο ίδιος ο αδελφός τού πατέρα της ήταν ο εχθρός τους. Παραποιούσε στοιχεία και έλεγχε κάθε τους κίνηση.

Άρα είχαν πολλή δουλειά όταν θα έβγαινε.

Έμπαινε ήδη Μάρτης. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη.


-Τι λες; Της είπε. Προσπαθούμε λίγο να κάνεις μερικά βήματα; Να δούμε και αν είναι καλός ο γιατρός σου. Έχει μια υπέροχη μέρα. Να περπατήσουμε σιγά σιγά να κάτσουμε έξω και να πιούμε καφεδάκι από την καντίνα.

-Ναι, ας πάμε.

Την κράτησε από το μπράτσο και σιγά σιγά βγήκαν στο προαύλιο. Βρήκαν ένα παγκάκι, κάθισαν και άρχισαν να μιλούν για πολλά και ένα ένα να λύνονται τα μυστήρια. Όταν θα έβγαινε, θα ήταν όλα σχεδόν τελειωμένα. Τουλάχιστον αυτό ήλπιζαν και οι δυο τους.

Του είπε για όσα πέρασε το τελευταίο καιρό. Αυτά που κάθε βράδυ στοίχειωναν τα όνειρά της. Για το ότι ένιωθε ότι κάποιος την παρακολουθεί, για το ότι είχαν μπει αρκετές φορές στο σπίτι της, για το ότι έμοιαζε να ψάχνουν κάτι αλλά δεν είχε καταλάβει τι.

-Να μην ανησυχείς. Αυτά που ψάχνουν είναι σε ασφαλές μέρος. Δεν θα τα βρουν...

-Μακάρι.

Ο Ορφέας τής είπε ότι ο πατέρας της γνώριζε κάθε της κίνηση και ποτέ δεν θα την άφηνε να κινδυνεύσει. Ότι μετά το θάνατο της μητέρας του και γιαγιάς της τα περίμενε όλα αυτά...


Η Ιόλη άρχισε να μιλά τότε για το χωριό. Για το πώς μεγάλωσε. Τα ήσυχα και ανέμελα χρόνια της... Όλα ήταν τόσο όμορφα... Τόσο ιδανικά όμορφα...


-Ήξερα ότι όλα θα δυσκόλευαν όταν αποφάσισα να έρθω στην Αθήνα. Αλλά δεν με ένοιαζε, ήθελα να σπουδάσω, να δουλέψω, να ανοίξω φτερά.

-Καλά έκανες!

-Όλα ήταν έτοιμα για μένα. Εκεί δεν με κράταγε τίποτα. Ένιωθα να πνίγομαι. Την γιαγιά μου δεν θα την είχα πια πλάι μου, έτσι δεν μου άρεσε πια να μένω σε κείνο το σπίτι. Ήταν τεράστιο για μένα. Κάποτε μέναμε πολλοί εκεί. Πέντε άτομα. Και η μητέρα μου πριν φύγει για Ισπανία... Δεν ξαναγύρισε ποτέ εκείνη. Προτίμησε να ζήσει εκεί, ξαναπαντρεύτηκε έμαθα και πρέπει να έχω αδέλφια που δεν ξέρω.
Λοιπόν, ήθελα να τα καταφέρω μόνη. Δεν με ενδιέφερε η ασφαλή παραμονή στο χωριό, ούτε τα λεφτά τού πατέρα μου. Ήθελα μόνη μου να καταφέρω το κάθε τι. Παλιοεγωίστρια με λέγανε και ίσως είχαν δίκιο. Δεν μετανιώνω...
Δεν άργησαν όμως τα προβλήματα. Όλα αυτά που ξέρεις και γίνανε.
Τώρα ίσως να πρέπει να πάω στον πατέρα μου. Ίσως να είναι η μόνη λύση.

Ο Ορφέας ωστόσο την καθησύχασε. Αν αντιμετωπιζόταν η κατάσταση δεν θα χρειαζόταν να κάνει τέτοιες αλλαγές. Να κάνεις αυτό που πραγματικά επιθυμείς... της είπε. Και τώρα, και πάντα.

Πόσο της άρεσαν τούτα τα λόγια... Της είχε λοιπόν εμπιστοσύνη. Ήθελε να την ενθαρρύνει. Τον εκτιμούσε μέρα με την μέρα όλο και πιο πολύ.


Για μια στιγμή, κοίταξε το ρολόι στον καρπό του.

-Νομίζω λείψαμε πολύ και θα μας κατσαδιάσουν. Δεν μας είδαν που φύγαμε και είναι και ώρα φαγητού. Θα σου έλεγα να φας αλλά νομίζω το στομάχι σου είναι καλομαθημένο για φαγητό του νοσοκομείου.

Και έσκασε στα γέλια.

-Γιατί το λες αυτό μικρή;

-Ε, τι δεν σε βλέπω; Κάθε μέρα στην τρίχα, με το κουστουμάκι σου, τα γυαλάκια σου, το δικό σου κυπελάκι για νερό, όλα μελετημένα. Έλα παραδέξου το. Είσαι οργανωτικός και υποχόνδριος.

-Έτσι ε; Καλά. Άντε πάμε τώρα γιατί πρέπει να φύγω. Έχει συνέχεια η υπόθεση. Εσύ να προσέχεις και να συνεχίσεις τις ασκήσεις. Πρέπει να βγεις κάποια στιγμή ε;

Η Ιόλη χαμογέλασε και είπε...

-Τώρα το θέλω πιο πολύ από πριν βρε.

Και αποχαιρετίστηκαν...

Copyright © Εύη Καφούρου. Πρώτη δημοσίευση, Αθήνα 2013.

Μια μέρα αλκυονίς (αντιγραφή από τα ημερολόγια της μέσα ζωής)


Φεβρουάριος 2008


Ο κόσμος είχε περιέλθει προ πολλού σε μια Οργουελιανή φάση, παρ' όλα αυτά ο αττικός ουρανός είχε ακόμα υπέροχα χρώματα σε αποχρώσεις του μωβ και του γαλάζιου. Η κουραστική διαδρομή Ακαδημία-Βούλα με αστικό λεωφορείο στα μάτια τού αγοριού έμοιαζε λίγο σαν ψυχαγωγική εκδρομή. Συγγρού χωρίς φανάρια γεμάτη παράδρομους, σταθμός μετρό κι άλλες τέτοιες αστικές εικόνες στα μάτια και στα αυτιά του η φωνή της Λένας Πλάτωνος. "Η άνοιξη δεν είναι εποχή λιτότητας...", παρ' όλο που δεν είναι τώρα άνοιξη.
Όταν το λεωφορείο έπιασε παραλιακή,"τέρμα Συγγρού, στο δέλτα του Ιλισού", σκέφτηκε, "μια φορά κι έναν καιρό, όχι πολύ παλιό καιρό, ήταν μια πόλη..." και γύρισε ηθελημένα το κεφάλι προς τα δεξιά για να κοιτάζει τη θάλασσα κι όχι τις τσιμεντένιες μάζες. "Η κόλαση είναι από τσιμέντο".
Όμως η θάλασσα ήταν ήρεμη, λαμπερή και γαλάζια, γεμάτη ασημένιες κηλίδες λόγω της χειμωνιάτικης λιακάδας. Οι σιδερένιοι καγκελωτοί φανοστάτες κατά μήκος της παραλίας και οι λιγοστοί φοίνικες είναι μια εικόνα που χαμογελά. Αν ξεχαστείς και γυρίσεις το κεφάλι αριστερά θα τρομάξεις από τις τσιμεντένιες μάζες, εκτός κι αν διατηρώντας την ψυχραιμία σου συνεχίσεις να κοιτάς, οπότε ίσως να 'χεις την τύχη να δεις μια βίλα της πρώτης εικοσαετίας του 20ου αιώνα. Ετοιμόρροπη ίσως, στριμωγμένη ασφυκτικά ανάμεσα στο grotesco του τσιμέντου αλλά πάντα -ή ακόμα- όρθια να συμβολίζει την ομορφιά η οποία μαρτυρά κι αγιάζει στην εποχή της προόδου.
Το λεωφορείο μέσα στη λωρίδα του κι εκείνος σιωπηλός επιβάτης στην καθορισμένη διαδρομή του. Έξω ο δρόμος, η κίνηση, οι εκνευρισμένοι κι οι ανεύθυνοι οδηγοί, οι βρισιές, οι συναγερμοί και οι κόρνες. Η ζοφώδης αύρα του θυμού και το τοξικό νέφος των ρύπων. Μέσα του νότες ιδιαίτερης ευαισθησίας, ποίηση διαμαντένια και αληθινή, καθαροί καθρέφτες και τρεχούμενα νερά στοχασμών, ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Γιώργος Σεφέρης να του χαμογελούν από ένα παράλληλο σύμπαν. Καθαροί άνεμοι του χαρίζουν απλόχερα βαθιές αναπνοές, μπορεί και τεχνητές, σίγουρα σωτήριες.
Το αγόρι βλέπει τον κόσμο στις στάσεις που βίαια σπρώχνεται, να ανεβοκατεβαίνει αναποφάσιστος, στη ζωή και στις σχέσεις του. "Όχι πολύ πίσω στο χρόνο, οι άνθρωποι δεν είχαν κινητά τηλέφωνα, είχαν όμως κολλητούς φίλους, στέκια, παρέες κι όλα αυτά τα ακριβά και σπάνια πράγματα... είχαν και λίγο εαυτό ή θυμάμαι λάθος;" σκέφτηκε.
Ο προορισμός του κάπου στη Βούλα. Στην τσάντα του ένας δίσκος με τη φωνή του και λευκές κόλλες με τα κείμενα και τα ποιήματά του. Πρόσφατα είχε αποκτήσει επίγνωση της φυσικής του ευγένειας, της ιδιαιτερότητας που διέκρινε την προσωπικότητά του, κι ήταν αποφασισμένος να αφήσει τα χαρακτηριστικά του αυτά να εκπέμψουν τα δικά τους σήματα, χωρίς αυτολογοκρισία. Είχε κουραστεί για να ανακαλύψει τα κρυμμένα μυστικά και τώρα είχε αρχίσει να τα χαίρεται. Είχε σκάψει βαθιά μέσα του με κόπο και πολλές φορές χωρίς δυνάμεις και χωρίς βοήθεια και τώρα είχε αρχίσει να βρίσκει τα πρώτα του ακατέργαστα διαμάντια. Στο χρόνο τους όλα κι ο άλλος χρόνος ο έξω, ο ορισμένος από τις κοινωνικές συμβάσεις, έτρεχαν ανεξάρτητα ο ένας απ' τον άλλο. Τις περισσότερες φορές ασύμβατοι οι χρόνοι αυτοί τον εξουθένωναν με απαιτήσεις για την αποκλειστικότητα της πλήρους προσοχής του και της ολόψυχής του ανταπόκρισης. Ήταν σαν συμπληγάδες που τον συνέτριβαν. Τον συνέτριβαν και τον έλιωναν.
Έτσι εξουθενωμένος και αβοήθητος πορευόταν για χρόνια. Τον τρόμαζε ο καιρός που περνούσε δοκιμάζοντάς τον στην επανάληψη των στιγμιότυπων της καθημερινότητας. Η μονοτονία τον προκαλούσε σε μια διαρκή υπέρβαση, τον ανάγκαζε να τη φωτίζει με εσωτερικότητα και να τη μετατρέπει σε ξεχωριστή εμπειρία. Η μοναξιά τον ανάγκαζε να απευθυνθεί στο Θεό και ο Θεός τον έδιωξε, λέγοντάς του να μην ξαναγυρίσει παρά μόνο έχοντας βρει τον εαυτό του. 
Σ' αυτή την πορεία προς τη συνάντηση με τον εαυτό του έμαθε να προσεγγίζει μέσα του την ανάγκη για ομορφιά, την πεινούσε και τη διψούσε. Έτσι άρχισε να τρέφεται με βιβλία και μουσικές, με ταινίες και θέατρο, να απομυζά την ομορφιά με αγωνία θανάτου και να την ενσωματώνει με την επανάληψη. Άρχισε να κάνει μεγάλες διαδρομές για να συναντήσει κάτι που ν' αξίζει. Θα πορευόταν έτσι. Για πολλά χρόνια.
Πάντα ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους και συχνά πολύ κοντά τους, αλλά μέσα του βαθιά πολύ μόνος, περιέφερε έναν εαυτό του παραποιημένο και για τους άλλους αρεστό. Νόμιζε πως αυτός ο εαυτός ήταν στ' αλήθεια εκείνος και θλιβόταν γιατί δεν του άρεσε. Και συνέχιζε να σκάβει μέσα του, κάθε μέρα, με όλους τους διαθέσιμους τρόπους: πότε στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή, πότε στην σκληρή μοναξιά και στη σιωπή, πότε στη γαλήνη της προσευχής. Άλλοτε πάλι στη μαγεία της τέχνης, στις ανάσες ερώτων, σε πορείες και συγκεντρώσεις...
Περιπλάνηση, αλητεία, ταξίδι, πορεία ήταν οι λέξεις που τον περιέγραφαν αυτά τα χρόνια παρ' όλο που στους άλλους η ζωή του έδινε την εικόνα της επανάληψης κινήσεων σε ήδη γνωστό προκαθορισμένο πλαίσιο.
Τελευταία ένοιωθε να πλησιάζει κάτι το απερίγραπτα οριστικό, που θα τον εκτόξευε και θα τον έβαζε σε μια αλλιώτικη τροχιά... κάτι που το ψυχανεμιζόταν, το μύριζε στον αέρα της αλκυονίδος μέρας, το ένοιωθε να του γνέφει πίσω από το ταλαιπωρημένο μπλε του αττικού ουρανού, να φτερουγίζει στο στομάχι του καθώς άνοιγε ταχύτητα στην παραλιακή το αστικό λεωφορείο.



Copyright © Τατιάνα-Κατερίνα Θωμαΐδη. All rights reserved. Πρώτη δημοσίευση, Αθήνα 2013.

Ιόλη

Πίνακας του Aaron Liffert
Η Ιόλη όταν ξύπνησε βρισκόταν σ’ ένα δωμάτιο παγερού νοσοκομείου.

Η ατμόσφαιρα μύριζε βαριά, μιας και είχε ανακατευτεί η μυρωδιά από τα φάρμακα και η κολόνια λεμόνι που κατά σύμπτωση ερχόταν από το διπλανό κρεβάτι. Εκεί καθόταν ένας παππούς με ορούς και μηχανική υποστήριξη.

Το τζάμι θαμπό δίπλα της, από τους υδρατμούς. Ήταν χειμώνας και μια βροχή μονότονη έκανε το κεφάλι της βαρύ και τον πονοκέφαλο αφόρητο.

the cave


Ένα έργο, δημιουργημένο από την ομάδα ΗΧΟΔΡΑΜΑ, με χορό, μουσική και εικόνα (video art) που αφορά μια σύγχρονη παράσταση της αλληγορίας της σπηλιάς του Πλάτωνα.


Μετά ταῦτα δή, εἶπον, ἀπείκασον τοιούτῳ πάθει τήν ἡµετέραν φύσιν παιδείας τε πέρι καί ἀπαιδευσίας . ἰδέ γάρ ἀνθρώπους οἷον ἐν καταγείῳ οἰκήσει σπηλαιώδει, ἀναπεπταµένην πρός τό φῶς τήν εἴσοδον ἐχούσῃ µακράν παρά πᾶν τό σπήλαιον, ἐν ταύτῃ ἐκ παίδων ὄντας ἐν δεσµοῖς καίτά σκέλη καί τούς αὐχένας, ὥστε µένειν τε αὐτούς εἴς τε τό πρόσθεν µόνον ὁρᾶν, κύκλῳ δέ τάς κεφαλάς ὑπό τοῦ δεσµοῦ ἀδυνάτους περιάγειν, φῶς δέ
αὐτοῖς πυρός ἄνωθεν καί πόρρωθεν καόµενον ὄπισθεν αὐτῶν, µεταξύ δέ τοῦ πυρός καί τῶν δεσµωτῶν ἐπάνω ὁδόν, παρ' ἥν ἰδέ τειχίον παρῳκοδοµηµένον, ὥσπερ τοῖς θαυµατοποιοῖς πρό τῶν ἀνθρώπων πρόκειταιτά παραφράγµατα, ὑπέρ ὧν τά θαύµατα δεικνύασιν. 
Ὁρῶ, ἔφη. 
Ὅρα τοίνυν παρά τοῦτο τό τειχίον φέροντας ἀνθρώπους σκεύη τε
παντοδαπά ὑπερέχοντα τοῦ τειχίου καί ἀνδριάντας καί ἄλλα ζῷα λίθινά τε καί ξύλινα καί παντοῖα εἰργασµένα, οῐον εἰκός τούς µέν φθεγγοµένους,  τούς δέ σιγῶντας τῶν παραφερόντων.
Ἄτοπον, ἔφη, λέγεις εἰκόνα καί δεσµώτας ἀτόπους.
Ὁµοίους ἡµῖν, ἦν δ'ἐγώ· τούς γάρ τοιούτους πρῶτον µέν ἑαυτῶν τε καί ἀλλήλων οἴει ἄν τι ἑωρακέναι ἄλλο πλήν τάς σκιάς τάς ὑπό τοῦ πυρός εἰς τό καταντικρύ αὐτῶν τοῦ σπηλαίου προσπιπτούσας. 
Πῶς γάρ, ἔφη, εἰ ἀκινήτους γε τάς κεφαλάς ἔχειν ἠναγκασµένοι εἶεν διά βίου; 
Τί δέτῶν παραφεροµένων; οὐ ταὐτόν τοῦτο; 
Τί µήν; 
Εἰ οὖν διαλέγεσθαι οἷοί τ'εἶεν πρός ἀλλήλους, οὐ ταῦτα ἡγῇ ἄν τά ὄντα νοµίζειν ἅπερ ὁρῷεν; 
Ἀνάγκη. 
Τί δ'εἰ καί ἠχώ τό δεσµωτήριον ἐκ τοῦ καταντικρύ ἔχοι; ὁπότε τις τῶν παριόντων φθέγξαιτο, οἴει ἄν ἄλλο τι αὐτούς ἡγεῖσθαι τό φθεγγόεµνον ἤ τήν παριοῦσαν σκιάν; 
Μά ∆ί'οὐκ ἔγωγ', ἔφη. 
Παντάπασι δή, ἦν δ'ἐγώ, οἱ τοιούτοι οὐκ ἄν ἄλλο τι νοµίζοιεν τό ἀληθές ἤ τάς τῶν σκευαστῶν σκιάς. 
Πολλή ἀνάγκη, ἔφη. [1]


Χιλιάδες χρόνια πριν, ο Πλάτωνας γράφοντας το έργο του "Πολιτεία" ανέπτυξε την αλληγορία του σπηλαίου για να αποδώσει μεταφορικά τη δυνατότητα του ανθρώπου να προσεγγίσει την πραγματικότητα μέσω της παιδείας. Αξίζει να του αφιερώσω μερικές φράσεις καθώς το έργο παραμένει επίκαιρο.
Η σχηματική απεικόνιση της Σπηλιάς από τo ramnousia.com
Το άτομο ξεκινά πάντα από την κατώτατη κατάσταση με δυνατότητα να φτάσει το ανώτατο επίπεδο γνώσης. Η παιδεία διαλύει την άγνοια (το μισοσκόταδο, αν όχι το απόλυτο σκοτάδι) και αποκαλύπτει το φως, δηλαδή την αλήθεια, την πραγματικότητα. Ο Πλάτωνας περιγράφει με λεπτομέρειες το σπήλαιο το οποίο βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια (της Γης) και αποτελεί τον τόπο όπου γεννήθηκαν, μεγαλώνουν και κατοικούν οι άνθρωποι ενώ το εξωτερικό φως δε φτάνει ποτέ στο εσωτερικό του. Καθώς οι άνθρωποι έχουν περάσει όλη τους τη ζωή εκεί μέσα δεν έχουν γνωρίσει τον κόσμο (την επιφάνεια). Στερούνται κάθε μορφή ελευθερίας ακόμη και αυτή της κίνησης. Δεν μπορούν να σηκωθούν, να περπατήσουν ή να στρέψουν το κεφάλι -αλυσοδέσμιοι- κι έτσι κοιτάζουν σταθερά τον τοίχο απέναντί τους. Μια φωτιά, που βρίσκεται πίσω τους, τους βοηθάει να βλέπουν και μια ανηφορική οδός καταλήγει στην έξοδο. Στο άκρο της υπάρχει ένα τοιχίο που το ύψος του δεν υπερβαίνει το ένα μέτρο (το παρομοιάζει με παραπέτασμα σκηνής πάνω στο οποίο παρουσιάζονται τα κόλπα των ταχυδακτυλουργών). Στον δρόμο αυτό περνούν άνθρωποι μεταφέροντας ποικίλα αντικείμενα. Η φωτιά πίσω τους προκαλεί σκιές στον τοίχο μπροστά τους και αυτές οι σκιές είναι όλη η γνώση που έχουν από τον κόσμο και η μόνη πραγματικότητα που γνωρίζουν. Αν υποθέταμε ότι ένας από τους δέσμιους κατάφερνε να λυθεί και να έχει τη δυνατότητα να σταθεί όρθιος, να περπατήσει, να στρέψει το κεφάλι... τι θα γινόταν; Θα μπορούσε να δει τα πραγματικά τρισδιάστατα αντικείμενα και όχι τις δισδιάστατες σκιές τους. Το άτομο θα αντιδρούσε με εντυπωσιακό τρόπο μπροστά στις νέες πληροφορίες και αποκαλύψεις ενώ τα μάτια του, που είναι συνηθισμένα στο σκοτάδι, θα τον πονούσαν από το τόσο φως και θα μπορούσε να επιλέξει την επιστροφή του μέσα στη σπηλιά καθώς εκεί βρίσκεται η συνήθεια, η ασφάλεια, το οικείο περιβάλλον. Αν επιλέξει να ανηφορίσει και να προσεγγίσει το φως θα υποστεί πόνο αλλά, αν επιμείνει στις δυσκολίες, θα αντικρύσει και θα εξερευνήσει τον πραγματικό κόσμο. Την αλήθεια, τη γνώση.

 Σε αυτό το πλημμυρισμένο από σύμβολα -δεσμά, σκοτάδι, φως, ανηφόρα ή άνοδος, κ.ο.κ- κείμενό του, ο Πλάτωνας, μας λέει στην ουσία ότι πιστεύουμε και θεωρούμε σωστό εκείνο που μας σερβίρουν. Την αλήθεια πρέπει να την αναζητήσουμε -με ξεβόλεμα- αλλά αξίζει ο κόπος.
Και είναι δύσκολος ο δρόμος προς το φως καθώς θα είσαι μόνος -ή με ελάχιστους άλλους-, θα πονέσεις και θα δυσκολευτείς πολύ και, τέλος, αν ξαναγυρίσεις στη σπηλιά για να αφυπνίσεις περισσότερους, κινδυνεύεις (να θεωρηθείς ψεύτης, να σε χλευάσουν, να σε ειρωνευτούν, να σε αποβάλουν σαν "λάθος" ή "απάτη").


Στο επί σκηνής έργο δώδεκα χορευτές δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους σε μια δραματοποιημένη απόδοση της αλληγορίας του σπηλαίου ακολουθώντας σύγχρονες χορογραφίες με ταυτόχρονες επεμβάσεις εικόνων και χρησιμοποιώντας αυθεντική μουσική, γραμμένη ειδικά για την παράσταση.
Ατμοσφαιρικό και ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Προσεγμένη δουλειά, εκφραστικά σώματα και απόλυτος συγχρονισμός προσφέρουν τα μέγιστα στο αρτιότατο αποτέλεσμα.
Από το πρόγραμμα της παράστασης "the cave"
Χορεύουν οι Alain Rivero Rodriguez, Κατερίνα Αλεξανδράκη, Νώντας Δαμόπουλος, Σμαραλία Καρακώστα, Αργύρης Κουδουνάς, Έρη Παπαχαραλάμπους, Δανιέλα Πισιμίση, Φαίδρα Πισιμίση, Χρήστος Ταγρίδης, Τζένη Τοψίδου, Δημήτρης Αντωνόπουλος και Ελένη Γιαννούδη.
Χορογραφούν οι Δανιέλα Πισιμίση, Φαίδρα Πισιμίση, Alain Rivero Rodriguez, Γιώργος Νταγιάντας και οι χορευτές της ομάδας.
Σύνθεση μουσική και εκτέλεση από τον Γιάννη Πισιμίση (ionnix)


Το Μυστικό της Κυρίας Έλεν

Φωτογραφίζοντας το πρόγραμμα της παράστασης

Βιογραφικός μονόλογος της Ελένης Ζιώγα αφιερωμένος στη μνήμη του πατέρα της, του συγγραφέα Βασίλη Ζιώγα, που αφηγείται τη ζωή τής συνονόματης γιαγιάς της.


Όλα ξεκίνησαν όταν ο Βασίλης Ζιώγας έγραψε το μυθιστόρημά του "Όπως τα κούρντισες θε' μου" μετά την ανάγκη που ένοιωσε να τιμήσει με έναν τρόπο τη μητέρα του. Την κυρία Έλεν τού θεατρικού έργου.
Έντεκα χρόνια από το θάνατό του η κόρη του, Ελένη Ζιώγα, θέλοντας και νοιώθοντας την ίδια ανάγκη να τιμήσει τον πατέρα της έγραψε τον μονόλογο. Πραγματικά, το έργο εκείνου αναδεικνύεται μέσα από το θεατρικό έργο υπογράφοντας τις μεγάλες ή ξεχωριστές του στιγμές.
Το θεατρικό αυτό κείμενο αφήνει το λόγο στη γιαγιά Ελένη να μας αφηγηθεί τη ζωή της σε μια εκ βάθους εξομολόγηση χωρίς να κρατάει τίποτα για εκείνη. Όλες οι επιλογές της, οι σημαντικότερες στιγμές στη ζωή της, στη ζωή τής οικογένειας, οι δυσκολίες, ο πόλεμος, οι άντρες, τα παιδιά, κάθε αδικία που ένοιωσε ή προκάλεσε, οι χαρές, οι λύπες, οι επιτυχίες και το μεγάλο της μυστικό. Εκείνο που η οικογένειά της ανακάλυψε μετά το θάνατό της.

Το κράτησε το μυστικό της η κυρία Έλεν. Όλη τη ζωή της. Σα πανάκριβο φυλακτό της.
Μέχρι τη μέρα που -δε ξέρω ποιος άνεμος το έφερε και ποια τύχη θέλησε- η εγγονή εκείνης της γυναίκας αποφάσισε, όχι μόνο να το μοιραστεί μέσα από ένα έργο της, αλλά και να ερμηνεύσει η ίδια το ρόλο επί σκηνής, σε ένα δύσκολο εγχείρημα που κρίνεται στα σημεία, καθώς λεπτές ισορροπίες πρέπει να κρατήσει η ηθοποιός ώστε να "φορέσει" το χαρακτήρα της Έλεν, τη προσωπικότητά της, χωρίς να προδώσει ό,τι εκείνη αντιπροσώπευσε.
Από τις πρώτες παιδικές μνήμες, το πρώτο καρδιοχτύπι, η σχέση της με τη δική της μάνα, οι άντρες τής ζωής της, ο επαγγελματικός προσανατολισμός της και η επιχειρηματικότητά της, τα παιδιά της και οι σχέσεις της μαζί τους. Όλα παίρνουν τη σειρά τους και περνάνε μπρος μας, ένα ένα. Η σχέση με τη δική της μάνα και οι στιγμές που την στιγμάτισαν. Μέχρι την ημέρα που "έγινε" η μάνα της μεσ' την πάλη της να μεγαλώσει όσο καλύτερα μπορούσε τα παιδιά της.

Η ίδια μού γράφει σε μια προσωπική συνομιλία ότι αυτή η παράσταση δεν μπορεί να "συμβεί" αν όσοι βρίσκονται ανάμεσα στο κοινό δεν αισθάνονται αφοσιωμένοι σ΄αυτό που συμβαίνει στη σκηνή.



Πράγματι. Το κείμενο σε οδηγεί από τη χαρά στη λύπη και από την κωμωδία στο δράμα. Όπως συμβαίνει στην πραγματική ζωή. Το αστείο γίνεται κλαυσίγελος και η χαρά συγκίνηση. Ένα ατελείωτο γαϊτανάκι γεγονότων και στιγμών σε μία άκρως φορτισμένη συναισθηματικά ιστορία που ξετυλίγεται μπρος μας.


Ο Νίκος Κατράκης [ηθοποιός, συγγραφέας, σκηνοθέτης] αναφέρει: "Παρ'όλο που έχει περάσει αρκετό διάστημα από τότε που είδα την παράσταση, μου έχει μείνει ακόμα η αίσθηση εκείνη, ότι μέσα από τον μονόλογο της Ελένης Ζιώγα είδα όλα τα πρόσωπα του έργου. Όχι μόνο τα είδα αλλά και τα ...άκουσα. Νομίζω ότι σε μία θεατρική παράσταση και δη σε έναν μονόλογο εκεί έγκειται η επιτυχία του έργου. Να σε ταξιδέψει σε άλλα μέρη και σε άλλα κλίματα χωρίς να σηκωθείς από το κάθισμά σου. Είναι ένα πολύ ανθρώπινο έργο το "Μυστικό της κυρίας Έλεν". Και το μυστικό της είναι πολύ βαρύ. Μπράβο στην συγγραφέα που μοιράστηκε ένα οικογενειακό της θέμα με το κοινό με έναν τρόπο τόσο ουσιαστικό. Μέσα από την τέχνη του θεάτρου."



Για τις ανάγκες της παράστασης επιστρατεύθηκαν μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Λιτό και απέριττο το σκηνικό σε αφήνει να επικεντρωθείς μόνο στα πρόσωπα. Για την σκηνοθεσία ευθύνεται η Μαριάννα Κάλμπαρη και για τη μουσική η Ευανθία Ρεμπούτσικα. Στην σκηνή εμφανίζεται και η Μυρτώ Καρέκου ενσαρκώνοντας ένα άυλο πλάσμα (από το παρελθόν και από κάθε μέλλον) που όμως θα συμβάλει ουσιαστικά στην εξομολόγηση. Η παρουσία της δε, δημιουργεί εκείνη την τρομακτική αίσθηση που σου αφήνει μια περίεργη γεύση στο στόμα και ένα φτερούγισμα -από φόβο; από δέος;- στην καρδιά, όταν ονειρευτείς ένα αγαπημένο πρόσωπο που δεν υπάρχει πια.


BEDTIME STORIES


Φωτογραφίζοντας το βιβλίο του Γιώργου Ηλιόπουλου.

Ο Γιώργος Ηλιόπουλος υπογράφει το ομότιτλο βιβλίο με τις "ιστορίες από το κρεβάτι". Άνθρωποι -κοινοί- μιλούν για τη ζωή τους και αναφέρουν χαρακτηριστικά περιστατικά που τους σημάδεψαν, πάντα σε σχέση με το σεξ. Προτιμήσεις και παιδικά τραύματα, ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες, περίγυρος και εργασιακό περιβάλλον, φίλοι, συγγενείς και γονείς, σχολικά και εξωσχολικά ερεθίσματα, εξομολογήσεις... Αναζητούν, αποκαλύπτουν ή ανακαλύπτουν σωματικές ηδονές. Κάποιοι απολαμβάνουν, άλλοι φαντασιώνονται, μερικοί επουλώνουν τραύματα...
Κάθε ιστορία και μία ξεχωριστή περίπτωση. Όλες οι ιστορίες προκλητικές. Ταυτόχρονα αληθινές, τρυφερές, αλλά και πολύ σκληρές.


Οι ιστορίες του βιβλίου μού προκαλούν μεγαλύτερη θλίψη σε σχέση με τη σκηνή. Εκεί αναπνέουν διαφορετικά.
Η σκηνοθετική ματιά, του ίδιου του συγγραφέα τους, έχει μεγιστοποιήσει τον σαρκασμό των ηρώων και την απόλαυση της σεξουαλικής πράξης. Όχι αυτής καθεαυτής της σεξουαλικής πράξης. Της αναπαράστασης τής σεξουαλικής πράξης πάνω στη σκηνή. Έχει δημιουργήσει μια μαύρη κωμωδία με πολλούς πρωταγωνιστές -πάνω από εκατό ρόλους!- και έχει ενσωματώσει πολλά όμορφα τραγούδια που προσφέρουν μια αίσθηση επιθεωρησιακού περιβάλλοντος αλλά από την αντίθετη πλευρά. Αντί να σατιρίζουν κάποιον άλλο, σατιρίζουν τους ίδιους τους εαυτούς τους. Έτσι, γελάω αυθόρμητα σε πολλά σημεία παρά το σκοτεινό χαρακτήρα των ανθρώπων ή των καταστάσεων που ξετυλίγονται. 
Αρκετές φορές ανατρέπεται το συναίσθημα της στιγμής. Εκεί που χαμογελάω μέχρι τα αφτιά πέφτω σε μελαγχολία μέσα σε μία ατάκα όλη κι όλη. Κι εκεί που συνθλίβομαι παρασυρόμενη από το κακό που έχει βιώσει κάποιος άνθρωπος, πιάνω τον εαυτό μου να χαχανίζει μέσα στην ίδια ιστορία.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου και δημιουργίες στο διαδίκτυο με τέσσερις ηθοποιούς της παράστασης.

Μη φανταστείτε "κλασικούς" μονολόγους με έναν ηθοποιό επί σκηνής (κι έναν προβολέα). Οι μονόλογοι τούτοι είναι και διάλογοι τού ατόμου με το περιβάλλον του καθώς εισβάλλουν στην κάθε ιστορία εμβόλιμα τα πρόσωπα που σχετίζονται άμεσα με αυτήν (και όχι μόνο). Διαλογικοί μονόλογοι -αναφέρει το δελτίο τύπου- ή μονόλογοι διαλόγου;

Η ζωντανή μουσική φορτίζει όμορφα την παράσταση. Ο συνθέτης Γιώργος Βόλικας υπογράφει τις νότες και παίζει για μας ενώ τα τραγούδια της παράστασης έγραψε (στίχους) ο Γιώργος Ηλιόπουλος.
Μονολογούν οι Άνθιμος Βαββάσης, Γιώργος Δάσκαλος, Ανθούλα Ευκαρπίδου, Άγγελος Θεοφίλου, Ζέφη Καλπιτζή, Κωνσταντίνα Καραΐσκου, Δημήτρης Μαγκλάρας, Γιάννα Μερκουριάδου, Πάνος Τσαλιγόπουλος.

Διασκεδαστικό, ανατρεπτικό, σαρκαστικό, πονηρό, σκληρό, βίαιο, μουσικοτραγουδιστικοχορευτικό, σεξιστικό, καυτό, αληθινό, σκοτεινό, χυδαίο, ρομαντικό, ακομπλεξάριστο,  εγκληματικό, κωμικό, προκλητικό, ερωτικό, τραγικό, μαύρο, κόκκινο, σιέλ, πουά, ροζ... και πολλές πολλές άλλες αποχρώσεις.

ΜΙΣΑ ΜΙΣΑ



Στο "Double double" η συμφωνία αφορά δύο και το στοίχημα είναι περισσότερο από ενδιαφέρον, αφού τα λεφτά είναι καλά. Τους ενώνει ο κοινός στόχος και το αμοιβαίο κέρδος. Τους χωρίζουν όλα τα άλλα, καθώς πρόκειται για ανθρώπους που βρίσκονται -ή έτσι φαίνεται- σε αντίθετες πλευρές. 

Έχει βραδιάσει στο Λονδίνο και στο πολυτελές διαμέρισμα των Τζέιμζ, με τις ακριβές συλλογές έργων τέχνης και το πορτραίτο της μητέρας να δεσπόζει στον χώρο, η Φιλίππα Τζέιμζ καλεί τον άστεγο Ντάνκαν. Εκείνος, φορώντας τα χιλιοτρυπημένα του ρούχα και έχοντας πάνω του τη σκόνη τού δρόμου, εκμεταλλεύεται την πρόσκληση για να φάει κάτι και προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει τη συμπεριφορά της απέναντί του. Εκείνη προσπαθώντας να αποφύγει τη σκόνη του στρώνει με εφημερίδες το πάτωμα και σπεύδει να κάνει το deal προτού εκείνος χαθεί στους δρόμους της πόλης. 
Οι δυο τους, διαφορετικοί σε πολλά, καλούνται να παίξουν τους ρόλους που θα τους χαρίσουν ένα γενναίο ποσό, το οποίο θα μοιραστούν εξίσου.  
Δύο ίσα μερίδια μιας μικρής περιουσίας που σχεδόν αγγίζουν με τα δάχτυλα. Λίγες μέρες μόνο. Μια βδομάδα και τα χρήματα θα γίνουν δικά τους. Μία υπογραφή, για να κερδίσουν/αποχτήσουν το "όνειρο". 
Το σχέδιό τους δείχνει βατό και ολοκληρωμένο. 
Και απλό.
Είναι στ' αλήθεια τόσο εύκολο!
Είναι;
Τι είναι και τι δεν είναι, τελικά; Τι κρύβεται πίσω από τα προσωπεία; Ποιος κινεί τα νήματα;


Καθώς η ιστορία ξετυλίγεται, ο θεατής ανακαλύπτει συνέχεια νέα στοιχεία που αλλάζουν, αναπροσδιορίζουν και αναδιαμορφώνουν όλες τις σχέσεις με αποτέλεσμα η μία ανατροπή να διαδέχεται την άλλη. Οι αποκαλύψεις αλλάζουν την ιστορία για να δημιουργήσουν κάθε φορά μία νέα εκδοχή. Και το παιχνίδι συνεχίζεται... και έρχεται η ίδια η ζωή να αλλάξει τα δεδομένα, θέτοντας νέους κανόνες, εκεί που ο άνθρωπος έχει άλλα σχέδια.

Από το πρόγραμμα της παράστασης "Μισά μισά" στο studio Κυψέλης

Χαρακτηριστικό του έργου, όπως αναφέρει ο Γιάννης Φίλιας, η γνησιότητα και η απομίμηση αποτελούν το θεμελιώδες δίλημμα. Το κείμενο δεν "παίζει" τόσο ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα όσο ανάμεσα στο γνήσιο και στο πλαστό. Σε αυτό το στοιχείο πρέπει να αναζητήσουμε την απάντηση στα ερωτήματα που προκύπτουν, όταν και όποτε προκύπτουν, με κορυφαία στιγμή το κλείσιμο της αυλαίας όπου ο θεατής καλείται να συμπληρώσει, ό,τι δε του έχουν πει με λέξεις, όπως επιθυμεί, θεωρεί ή αντέχει.
Οι συγγραφείς (Roger Rees και Rick Elice), καταξιωμένοι στο χώρο, έχουν συλλέξει αρκετά βραβεία για τα έργα τους. Εκείνο βέβαια που κάνει πάντα τη διαφορά είναι η αγάπη των ανθρώπων για το θέατρο, το μεράκι τους, η φροντίδα που βάζουν και η συνέπεια στις καλές δουλειές. 


Και τούτη τη φορά η επιλογή του έργου και η σκηνοθεσία, από τον Γιώργο Λιβανό, είναι αξιοπρόσεκτη καθώς πρόκειται για έργο με ιδιαίτερο σασπένς και πλοκή ενώ απευθύνεται σε κάθε κοινό (και όχι μόνο σε καθαρόαιμους θεατρόφιλους). Είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ και μαύρη κωμωδία ταυτόχρονα ενώ εμπλέκεται δυναμικά και ο συναισθηματισμός των χαρακτήρων, δημιουργώντας ένα επιτυχημένο κοκτέιλ, από εκείνα που έχουν περισσότερα από δύο συστατικά αλλά σε μια τέλεια αρμονία/ισορροπία δόσεων (είναι αφελές να προσθέσεις ή να αφαιρέσεις κάτι).
Τους ρόλους ερμηνεύουν οι ηθοποιοί Ισμήνη Καλέση και Αντώνης Ραμπαούνης ενώ η "φωνή" ανήκει -όπως και οι στίχοι- στον Γιάννη Φίλια. Τραγουδάει η Λαμπρίνα Ιγνατάκη. Στο Studio Κυψέλης, φυσικά.

Η πεταλούδα της Νύχτας

Τόπος συνάντησης το σπίτι της. Μετά από την ετοιμασία των καφέδων και το σερβίρισμα των γλυκών που θα τους συνόδευαν, βολευτήκαμε στη βεράντα με τα άπειρα κοχύλια, με τα βότσαλα (και τη θαλασσινή αύρα) και μιλήσαμε για το μυθιστόρημά της.
Η Ειρήνη Φραγκάκη είναι ένας γλυκός άνθρωπος που έχει δημιουργήσει μια εκπληκτική οικογένεια -έχει τέσσερα παιδάκια- και ένα μικρό παράδεισο μέσα στην πόλη, που είναι το καταφύγιο, το ησυχαστήριο, η έμπνευση και η δύναμή της.
Πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε το νέο της βιβλίο και, όπως αναφέρεται, από τον πρόλογο ακόμα, έχει βασιστεί σε πραγματικά γεγονότα. Η ηρωίδα του είναι υπαρκτό πρόσωπο που, γνωρίζοντας την Ειρήνη, της περιέγραψε τα βιώματά της.


Το μυθιστόρημα αφορά τη ζωή μιας Μάγδας, αλλά και κάθε Μάγδας, που στερήθηκε την ανεμελιά και τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα της εφηβείας της επειδή -κάπου μέσα στον κόσμο της δεν ήταν όλα αγγελικά πλασμένα- ένιωσε τον εφιάλτη. Αναζήτησε το χέρι εκείνου που θα φωτίσει το μέσα της και θα της ξαναχαρίσει τα όνειρα (ή το δικαίωμα στο όνειρο) αλλά η αθώα της ψυχή δεν της επέτρεψε να δει σωστά με τα μάτια. Χωρίς κριτήριο πορεύθηκε και εκμεταλλεύτηκε από τους ανθρώπους. Η πορνεία ήρθε μοιραία, τα ναρκωτικά αναπόφευκτο κακό και ο δρόμος προς εκείνο το φως όλο και ξεμακραίνει ενώ εκείνη περπατά με εύθραυστα βήματα, ισορροπώντας πάνω σε λεπτές κλωστές, προς το τίποτα.



Διαβάζοντας το μυθιστόρημά σου... τρομάζω στην ιδέα ότι μόνο με μια-δυο κακές στιγμές, μια δόση αθωότητας, κανα-δυο λάθη και με -πόση!- ευκολία μπορείς να βρεθείς στη θέση τής πόρνης, του ναρκομανούς, του ζητιάνου, του κλέφτη...


Ε.Φ.: Κάποτε άκουγα τη λέξη πόρνη, ιερόδουλη και αυτομάτως μέσα μου τις συσχέτιζα με τη φράση "τα 'θελε και τα 'παθε". Ψάχνοντας όμως στην πορεία –γνωρίζοντας τη «Μάγδα» αλλά και με τις έρευνες που κάναμε με τον σύζυγό μου στους δρόμους με τις σκιές- κατάλαβα ότι όλες από κάπου ξεκινάνε και δεν γεννήθηκαν γι αυτό. Κάτι τις έχει οδηγήσει εκεί. Οπότε, έμαθα πλέον να δίνω και ελαφρυντικά αλλά έχω αναθεωρήσει και πάρα πολλά στο πως βλέπω τη ζωή.



Μίλησέ μου για την ιστορία πίσω από το βιβλίο.


Ε.Φ.: Εκτός από τα βιώματα της Μάγδας, είναι οι σκέψεις και κάποια θέλω της που μου είχε εκμυστηρευτεί. Η γνωριμία μας ξεκίνησε μέσω του διαδικτύου, συνεχίστηκε με συζητήσεις στο τηλέφωνο και κατέληξε σε πολύωρες συζητήσεις που ναι μεν έβγαζαν πόνο αλλά το παράπονο ήταν αυτό που έκανε τα μάτια της πολύ συχνά να βουρκώνουν. 

Για παράδειγμα, η ιστορία με τη μάνα της. Εκείνη πίστευε ότι την προστάτευε αλλά τελικά, δεν το έκανε. Αυτό που λέμε, ότι οι γονείς στεκόμαστε δίπλα στα παιδιά μας και πιστεύουμε ότι κάνουμε το σωστό και το καλύτερο… τελικά ίσως να είναι η ιδέα μας, ίσως να μην το έχουμε ψάξει καλά. 

Όπως διάβασες, το πρόβλημα της Μάγδας ξεκινάει από μια μικρή, τρυφερή ηλικία. Κουβαλώντας αυτόν τον σταυρό, φεύγει από το πατρικό της –και με πίκρα αλλά και με όρεξη για ζωή- αλλά δεν έχει μάθει πώς είναι τούτη η ζωή. Την είχαν στη γυάλα. Όταν ένας γονιός δεν οδηγεί το παιδί του να γνωρίσει τον κόσμο, να μάθει, να φάει και κάποιες σφαλιάρες… βγαίνει έξω κάποια στιγμή μοιραία μόνο του… και τις τρώει μια και καλή τις σφαλιάρες άλλοι περισσότερες, άλλοι λιγότερες. 

Για τη Μάγδα οι έρωτες, δεν είναι έρωτες. Δεν ξέρει τι είναι… νομίζει ότι είναι, από την ανάγκη που έχει να νιώσει καλά, ότι την αγαπάνε, ότι θα την φροντίσουν, θα την προστατέψουν… Κι εκεί την πατάει. Ήρθαν και μερικές κακιές συγκυρίες, οι σχέσεις με τα λάθος άτομα… και έφτασε εκεί που έφτασε. Το βιβλίο εξ ανάγκης έχει αλλοτριώσει σε πολλά σημεία την πραγματικότητα γιατί αν είχα αποδώσει τα πάντα ως είχαν θα ήταν υπέρμετρα σκληρό για τον αναγνώστη. 

Ακόμα θυμάμαι τα πρώτα βήματα στις έρευνες που έκανα με τη βοήθεια του συζύγου μου, -παρότι ήμουν έγκυος- κατηφορίζαμε τη Μενάνδρου, περνάγαμε ανάμεσά τους, δεν θα σβήσει ποτέ από τη μνήμη μου. Συναντήσαμε ναρκομανείς, μωρά λασπωμένα που θήλαζαν έξω από τα σουβλατζίδικα… και αυτή η… βρώμα… η δυσωδία! Ανάκατες μυρωδιές που θα μπορούσαν να έρχονται από τους κάδους των σκουπιδιών αλλά και από τον διπλανό σου...και όλα αυτά μόλις δύο στενά κάτω από την Ομόνοια... είδα ναρκομανείς, παιδιά και μεγάλους να τρυπιούνται μέσα σε εισόδους των πολυκατοικιών, σε τεκέδες, σε μισοερειπωμένα νεοκλασικά και σε κάθε σημείο του σώματός τους που είτε μπορεί είτε δεν μπορεί να φανταστεί κάποιος. Σκληρές εικόνες. 

Και σκέφτομαι ότι, σε αυτή τη θέση –παρόλο που πιστεύεις ότι τα κάνεις όλα σωστά- μπορεί να βρεθεί το δικό μου το παιδί, το δικό σου το παιδί, αλλά και οποιοδήποτε παιδί… αυτή η σκέψη με τρομοκρατεί. 

Αμφιταλαντεύτηκα στο ύφος που θα γράψω το μυθιστόρημα. Αποφάσισα ότι έπρεπε να δώσω την γενική εικόνα. Ξέρω ότι είναι ρίσκο το θέμα διότι δεν γνωρίζεις ποτέ το πως θα το εκλάβει ο αναγνώστης. Δεν είναι ένα απλό ταξίδι μέσα σ' ένα όμορφο παραμύθι που φαντάστηκε ο συγγραφέας, είναι σκληρή πραγματικότητα και ευθύνη.



Μου άρεσε που δε το "άνοιξες" με εικόνες -θα μπορούσες- και να το κάνεις μυθιστόρημα 600 σελίδων.


Ε.Φ.: Βεβαίως και θα μπορούσε αλλά δεν ήθελα να πλατειάσω ή να κάνει κοιλιά. Θα μπορούσα να συμπεριλάβω πολλά συγκεκριμένα περιστατικά … κ.ο.κ. αλλά το βιβλίο θα οδηγούνταν στην ωμή σκληρότητα και σκέφτηκα ότι δεν υπάρχει λόγος. 

Προτίμησα να μείνω σε συγκεκριμένα κομμάτια και να αφήσω τον αναγνώστη να σκεφτεί και ίσως να κοιτάξει με τα δικά του τα μάτια τι γίνεται στους δρόμους που βασιλεύουν οι σκιές. Κι έτσι ίσως οι αναγνώστες καταλάβουν γιατί ποτέ δεν γράφω μόνο αυτά που θα αρέσουν.



Happy end ή όχι στα βιβλία;


Ε.Φ.: Όπως και στη ζωή έτσι και στα βιβλία, πρέπει να σκεφτόμαστε πώς θα κάνουμε αυτό που… πρέπει, για να προλάβουμε το μοιραίο και το χειρότερο που δεν θα διορθώνεται με τίποτα. 

Όπως λοιπόν στη ζωή τίποτα δεν εξασφαλίζει εκ των προτέρων την ευτυχή κατάληξη ή μη των γεγονότων έτσι κατά τη γνώμη μου ούτε στα βιβλία μπορεί να υπάρχει κάποιος κανόνας.



Η Μάγδα δεν έμεινε κοντά στον Αναστάση παρά το γεγονός ότι ήταν ο μόνος που μπορούσε να της προσφέρει μια αγκαλιά, σιγουριά, ασφάλεια, θαλπωρή...

Ε.Φ.:Γιατί φοβήθηκε. Για σκέψου να προχώραγε με τον Αναστάση, να έκαναν μια οικογένεια μαζί… τι θα έλεγε στα παιδιά της όταν κάποτε ίσως να μάθαιναν; Εξάλλου, η συνήθεια είναι ο χειρότερος σύμβουλος και η Μάγδα, έχοντας συνηθίσει μια τέτοια ζωή, δε μπορεί πλέον να βγάλει τη ρετσινιά από πάνω της, νοιώθει άσχημα με τον εαυτό της. 

Αυτό το βιβλίο είχε ξεκινήσει πριν γνωριστώ με τη Μάγδα! Έψαχνα για στοιχεία στο διαδίκτυο, για ιστορίες σχετικές με το θέμα και πάνω στην αναζήτηση προέκυψε η γνωριμία με τη “Μάγδα” μου! Μάλιστα αυτό το μυθιστόρημα το είχα ξεκινήσει πριν το πρώτο. Αυτό ήταν το πρώτο! Το σταμάτησα γιατί ήθελε πολύ έρευνα. Έφτασε πρώτο στην έκδοσή του το «Η αγάπη που άνθισε στην ψυχή μου» και ακολούθησε «Η πεταλούδα της νύχτας». 

Το βιβλίο μού ενέπνευσε κάποιους στίχους οι οποίοι μελοποιήθηκαν από τον Χρήστο Ρενιέρη. 

Το τραγούδι θα το ακούσετε αν πατήσετε το αναπαραγωγή στο παραπάνω βίντεο.


Θυμάμαι που, στην παρουσίαση του μυθιστορήματος, είπες ότι ξεκίνησες πάλι να ταξιδεύεις...

Ε.Φ.:Ταξιδεύω εις διπλούν. Γράφω δύο! 

Το ένα είχε ξεκινήσει σαν διήγημα για να το δώσω σε κάποιον διαγωνισμό. Στην πορεία με τράβηξε τόσο πολύ που θέλησα να το μεγαλώσω και ξέφυγε από διήγημα και γίνεται μυθιστόρημα, είναι ένα σύγχρονο ερωτικό δράμα που εξελίσσεται στη Ρόδο. 

Αυτό όμως που με έχει συνεπάρει είναι το δεύτερο. Εκεί πάμε πίσω, πολύ πίσω. Στα 1200. 

Πριν μερικούς μήνες σ' ένα φιλικό δείπνο, ο οικοδεσπότης, πολύ φίλος του συζύγου μου, μας τίμησε με το να μας δείξει κάποια χειρόγραφα απ' την ιδιωτική του συλλογή. Εκεί μέσα στον καλά φυλασσόμενο χώρο με τις απαλά φωτιζόμενες βιτρίνες, συνάντησα το «Άγιο δισκοπότηρο» αυτής της ιστορίας. Μία χειρόγραφη ερωτική επιστολή του 1204. 

Την πραγματική αυτή ερωτική ιστορία, την εμπλέκω με άλλα πραγματικά ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα της εποχής. Μέσα σε αυτό το βιβλίο συναντάμε Κρήτες, Γενοβέζους πειρατές, Ενετούς κατακτητές, Βυζαντινούς άρχοντες αλλά και την αγαπημένη μου Μονεμβασιά. Επέτρεψε μου προς το παρόν να μην αποκαλύψω περισσότερα για την ιστορία της Ελισάβετ και του Αλέξιου. 


Πως ξεκίνησες να γράφεις;


Ε.Φ.: Πάντα έγραφα, άλλοτε δοκίμια, άλλοτε στο προσωπικό μου ημερολόγιο κι άλλοτε ποίηση. Κάπως έτσι ξεκίνησε το ταξίδι. Το πρώτο βιβλίο δεν ήθελα να το δώσω προς έκδοση. Αν δεν ήταν ο σύζυγός μου και η αγαπημένη Αναστασία Καλλιοντζή, οι οποίοι με βούτηξαν από τα μαλλιά για να το προχωρήσω θα είχε παραμείνει στο συρτάρι. Το ταλαιπώρησα τέσσερα χρόνια εκείνο το βιβλίο μέχρι να το πάω και χαίρομαι τόσο πολύ που ξεκίνησε το δικό του ταξίδι!

Από το μυθιστόρημα "Η πεταλούδα της Νύχτας" της Ειρήνης Φραγκάκη

Στη πορεία της κουβέντας μού μιλάει για την αγάπη της για το νησί της, την Κρήτη, και τους ανθρώπους της. Για τα τραγούδια που της αρέσει να γράφει και μου ξεκαθαρίζει ότι μόνο αυθόρμητα μπορεί να γράψει και ποτέ κατά παραγγελία. Εξάλλου, μού λέει, από ένα πηγάδι που είναι άδειο, όσες φορές κι αν ρίξεις τον κουβά, τι θα βγάλεις; Χώμα και λάσπη. Υπάρχει περίπτωση να βγάλεις νερό; Έχει ανάγκη την έμπνευση που θα γίνει η κινητήριος δύναμη και ώθηση προς τη δημιουργία. Μιλάμε για τους συγγραφείς και μου λέει ότι οι περισσότεροι είναι ευαίσθητοι ή ευαισθητοποιούνται εύκολα...  πως αλλιώς, θα βγάλεις τη ψυχή σου στο χαρτί; 
Πέταξε τη συμβουλή που της έδωσαν να αποστασιοποιηθεί από τον αναγνώστη της, να το "παίξει" και λίγο υπεράνω με το άλλοθι ότι αυτό "θέλουν" (οι βιβλιόφιλοι;!) και πιστεύει ότι με τη συγγραφή δε θα σώσεις τον κόσμο αλλά, σίγουρα, μπορείς να σώσεις καμιά ψυχούλα εκεί έξω.
Την λογοτεχνία, την τέχνη του λόγου, θα σου δείξει ο χρόνος αν την έχεις και εξαρτάται από τις εμπειρίες σου. Το επόμενο είναι πάντα καλύτερο από το προηγούμενο. 


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Τερέζα ΚουρούκληΧάρης ΒασιλάκοςΓιώργος ΓιαντάςΣτέλιος ΚανάκηςΣτέλιος ΜοίραςΈλσα ΜαγγανάρηΓιάννης Βεντούρας
Γεωργία ΚραββαρίτηΓιάννης ΦιλιππίδηςΚωνσταντίνα ΚαντζιούΠαναγιώτης ΝτούσκαςVal O' TeliΚαλλιόπη ΒελόνιαΠόλυ Μοσχοπούλου
Κερδίστε ως και πέντε μυθιστορήματαΧρυσούλα ΒακιρτζήΧρήστος ΠαπουτσήςΒαγγέλης ΜαργιωρήςΒασίλης ΤσικάραςΜαρία ΙατρίδηΘεόφιλος Γιαννόπουλος