Η μοναξιά δεν έρχεται μόνη (Οι δαιμονισμένες)

Η Βασιλική Λεβεντάκη δεν αναλώνεται σε τίποτα περιττό ή απλά κοσμητικό, περιγραφικό ή αναλυτικό αν δεν είναι απολύτως απαραίτητο. Από την πρώτη της σελίδα μπαίνει στη δράση και το μυστήριο που αποπνέει το μυθιστόρημα. Χωρίς να χρονοτριβεί τοποθετεί άμεσα τον αναγνώστη στο θέμα.
Το περιβάλλον και οι εικόνες κουβαλούν το άρωμα των μεγάλων οικογενειών και των πόλεων τού προπερασμένου και περασμένου αιώνα. Οι διάκοσμοι, οι οίκοι, τα δώματα, τα ενδύματα μιας εποχής με άμαξες αλόγων στους δρόμους και υπηρετικό προσωπικό στα σπίτια, με μακριές πλουμιστές τουαλέτες για τις κυρίες και μαθήματα μουσικής για να μπορεί να ηχεί μελωδικά το πιάνο τής σάλας. Οι αστοί με τον πλούτο και τη παιδεία τους. Και οι απλοί πολίτες, πιόνια στα χέρια της εξουσίας, κουβαλάνε το σκοταδισμό που τους επιβάλει η ελάχιστη -εώς ανύπαρκτη- μόρφωση.
Σε ένα τέτοιο σκηνικό στήνεται η μυστηριώδης ιστορία τής Ελένης και του Θεόδωρου. Εκείνη είναι ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι που βρίσκεται ολομόναχη στο λιμάνι, άρρωστη και με αμνησία, ενώ το μόνο στοιχείο για την ταυτότητά της αποτελεί το μεταλλικό πλακίδιο που κρέμεται στο λαιμό της και φέρει χαραγμένα το όνομά της και μια χρονολογία. Ελένη, 1887. Ο Θεόδωρος -δικηγόρος- της σώζει τη ζωή, την φροντίζει και την υιοθετεί προσφέροντάς της έναν όμορφο άνετο βίο και την πολύτιμη προστασία του.
Μια υπόθεσή του θα τον οδηγήσει στη Σύρο. Ένας φόνος που γίνεται την ημέρα των γενεθλίων της Ελένης θα αναστατώσει την τοπική κοινωνία. Μυστικά και ανομολόγητα πάθη επιστρέφουν από το παρελθόν να στοιχειώσουν τις ζωές. Εγκλήματα που έμειναν ατιμώρητα. Άνθρωποι που δεν έπαιξαν ακόμα το τελευταίο τους χαρτί και άνθρωποι που αδίκησαν ή αδικήθηκαν, σε ένα παζλ από μνήμες, ψέμματα, σκοτεινά σημεία,
δολοπλοκίες που επιστρέφουν να χαρακώσουν τις ζωές όλων.
Ποιος ο ρόλος εκείνων των πορφυροφορεμένων γυναικών που ουρλιάζουν τις νύχτες σπέρνοντας το φόβο στους κατοίκους του νησιού;
Η Βασιλική δίνει μεθοδικά και με έλεγχο τα κομμάτια του παρελθόντος, που συμπληρώνουν σιγά σιγά το πριν και ενώνουν προοδευτικά το τώρα, συνδέοντας τα πρόσωπα με τα γεγονότα. Κρατά το ενδιαφέρον μέχρι την τελευταία σελίδα σε ένα μυθιστόρημα με διαδοχικές ανακαλύψεις και αποκαλύψεις.
Δυνατό σημείο του βιβλίου οι εμβόλιμες σκέψεις. Γραμμένες σε πρώτο πρόσωπο αλλά χωρίς να είμαστε σε θέση να διακρίνουμε το φύλο εκείνου που μιλά ή εξιστορεί κι έτσι δε γίνεται άμεσα κατανοητή η ταυτότητά του. Μια ταυτότητα που θα παραμείνει άγνωστη και θα αποκαλυφθεί από τον αναγνώστη μόνο όταν θα έχουν πέσει οι μάσκες και θα έχουν συμβεί όλες οι αποκαλύψεις. 
Όλα τα πρόσωπα της ιστορίας είναι σημαντικά και αποτελούν κρίκους μιας αλυσίδας γεγονότων που οδηγούν στην τελική κορύφωση. Κι ενώ η συγγραφέας θα μπορούσε να ανοίξει το κείμενο, με εικόνες και περιγραφές τοπίων και ανθρώπων, αποφάσισε να κρατήσει μόνο τα απολύτως απαραίτητα για την συνοχή, την πλοκή και την ανάπτυξη των χαρακτήρων δημιουργώντας μια άκρως ενδιαφέρουσα ιστορία και πετυχαίνοντας μια ιδανική έκταση.
Μου αρέσει η αίσθηση που αφήνουν οι τελευταίες προτάσεις των κεφαλαίων, οι οποίες συνήθως ξεκινούν με την ίδια λέξη ή φράση και ενδυναμώνουν την αγωνία και την περιέργεια του αναγνώστη για τη συνέχεια.
Η ανταπόκρισή της, όταν της έστειλα τις παρακάτω ερωτήσεις, περισσότερο από συγκινητική. Μου αφιέρωσε άμεσα τον ελεύθερο χρόνο της και κατάφερε να βάλει κάτι από τον εσωτερικό της κόσμο στην οθόνη. Συμπλήρωσε με απίστευτη μαεστρία τις λέξεις που της έδωσα, χωρίς να επηρεάσει τη σειρά τους, αποδεικνύοντας την ευκολία που διαθέτει με τη φαντασία και έκλεισε τη συνέντευξη με τον πιο γλυκό τρόπο.

Πως ήρθε στη ζωή σας αυτό το μυθιστόρημα;

Β.Λ.: Μοιάζει με κομμάτι της ίδιας μου της ζωής Η Μοναξιά, μιας κι η εξέλιξη της ιστορίας διαδραματίζεται στο λατρεμένο μου νησί, τη Σύρο. Χρόνια ολόκληρα να περιδιαβαίνω τα στενοσόκακα της πόλης, συλλέγοντας μυρωδιές κι εικόνες από μια εποχή που με γύριζε δεκαετίες πίσω, στη μεγάλη εμπορική ανάπτυξη του τόπου. Κι υπήρχε πάντα αναμμένη η φλόγα στην ψυχή μου, να φουντώνει και να θεριεύει, θέλοντας να μοιραστεί όλες αυτές τις ομορφιές που αντίκριζε… Να εκφραστεί, γυρίζοντας πίσω το χρόνο, σε εποχές που το ατμοσφαιρικό σκηνικό των νεοκλασικών πλάι στο κύμα, οι λιθόστρωτοι δρόμοι, τα καλντερίμια, οι φωνές των ανθρώπων που αγωνίστηκαν για την πολιτιστική και πνευματική ανάπτυξη του τόπου θα μεταμορφώνονταν σε εικόνες και ήρωες μιας ιστορίας που η αγωνία και η ένταση θα βαστούσαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο.


 Πρόκειται για μια ανατύπωση του παλαιότερου "Οι δαιμονισμένες" ή πρόκειται για νέα επιμέλεια;

Β.Λ.: Η Μοναξιά Δεν Έρχεται Μόνη είναι η νέα μορφή των Δαιμονισμένων, με ανανεωμένο τίτλο και καινούργιο εξώφυλλο, με την ίδια όμως υπόθεση.


Διακρίνω μια κλήση προς τις ιστορίες μυστηρίου. Να περιμένουμε περισσότερες τέτοιες ιστορίες από εσάς;

Β.Λ.: Με γοητεύει το μυστήριο, με συνεπαίρνει η δράση, αγωνιώ για την εξέλιξη της ιστορίας, καρδιοχτυπώντας σε κάθε ανατροπή, μα η αλήθεια είναι πως απλά καταγράφω τις αφηγήσεις των ηρώων μου. Ακολουθώ τα χνάρια τους, δίχως να καταφέρνω να τους αιχμαλωτίσω στις υποταγές της σκέψης ή της φαντασίας μου. Αυτόνομες προσωπικότητες που με καθοδηγούν, κι επιλέγουν οι ίδιοι το ύφος της ιστορίας τους. Οπότε το επόμενο βήμα είναι καθαρά θέμα δικό τους.


Τι θα θέλατε να πείτε στον μελλοντικό σας αναγνώστη; Σε εκείνον που δεν έχει έρθει ακόμα σε επαφή με κάποιο βιβλίο σας.

Β.Λ.: Κλείνω τα μάτια κι ονειρεύομαι… Κι εικόνες απ’το χθες, που μοιάζει τόσο μακρινό, έρχονται να στροβιλιστούν σε ένα ταξίδι με πυξίδα το μυστήριο και συνεπιβάτες την ένταση, την αγωνία, το πάθος μα και τον ανθρώπινο πόνο… Αναπάντεχες οι εξελίξεις, απρόβλεπτες οι ανατροπές, αναζητούν το ανήσυχο βλέμμα του κάθε αναγνώστη που θα ακολουθήσει τη ρότα τους, θα παρασυρθεί από την πλοκή μιας ιστορίας που ίσως φαίνεται σπάνια και μοναδική, μα που στο βάθος της κουβαλάει τα ίδια ακριβώς συναισθήματα που όλοι μας μοιραζόμαστε, ακολουθώντας τελικά μια διαδρομή που θα οδηγήσει στην ανακούφιση, τη δικαίωση, με απώτερο σκοπό τη λύτρωση της ψυχής.


Και τι θα θέλατε να πείτε σε έναν παλαιό σας αναγνώστη σε σχέση με τα επόμενα βιβλία σας;

Β.Λ.: Φτωχά τα λόγια σαν αναφέρεσαι σε μια κατάθεση ψυχής που ακόμα δεν έχει συλληφθεί. Ζωντανή μένει μονάχα η ελπίδα. Ελπίδα να καταφέρνω να δημιουργώ αναγνώσματα που θα φωλιάζουν το σεβασμό και την εκτίμηση προς το πρόσωπο κάθε αναγνώστη, χαρίζοντας ένα απολαυστικό ταξίδι αισθήσεων.


Ξέρω ότι γράφετε και παραμύθια. Πείτε μας γι' αυτά...

Β.Λ.: Για Μια Χούφτα Αστέρια κι η περιπέτεια για τους μικρούς αλλά και μεγάλους φίλους μας ξεκινά, μπλέκοντας στο μύθο του την ελληνική μας μυθολογία με την οικολογία και την περιβαλλοντική αφύπνιση. Μια ιστορία με τις ηθικές αξίες να υψώνουν περήφανα το ανάστημα τους, σ’ ένα πλαίσιο όπου η έννοια της ομάδας, της αλληλεγγύης, της συντροφικότητας, αλλά κι η δύναμη της θέλησης φανερώνουν τα πιο κρυφά κι αλάνθαστα μυστικά τους.


Συμπληρώστε με ό,τι και όπως θέλετε...

Ο κόσμος... γύρω μας σωπαίνει κι
οι άνθρωποι... μένουν στατικοί όταν
η αναζήτηση... της ψυχής μοιάζει με επιτακτική ανάγκη για να αποκαλυφθεί
η ταυτότητα... της καρδιάς που ορίζει σκέψεις και ενέργειες. Για να πάρει τη σκυτάλη
η μνήμη... και να καταγράψει όσα
ο πόνος... ο αβάσταχτος, λαχταρά να αφηγηθεί, αφήνοντας έτσι
το μίσος... να ξεβράσει και την τελευταία σταγόνα από τη χολή του, τις ώρες που
Η μοναξιά... Δεν Έρχεται Μόνη.


Κάνετε σκέψεις για το μέλλον; Όνειρα;

Β.Λ.: Να αφήνεις την ψυχή να ταξιδεύει δίχως όνειρα για το μέλλον; Να καταγράφεις την αλήθεια μιας κοινωνίας που φλέγεται, κρυμμένη πίσω από καλοσχηματισμένες εκφράσεις και περίτεχνα λόγια, δίχως το όνειρο να κυριεύει τη φαντασία σου; Να αναθρέφεις ένα μικρό παιδί με όνειρα κι ελπίδες για το μέλλον του και να μην ακολουθείς χέρι χέρι τα βήματα του; Σχεδόν σαράντα χρόνια τώρα ξυπνάω τα πρωινά κι ατενίζω τη μέρα μου με τη μισή μου υπόσταση να καλημερίζει το παρόν και την υπόλοιπη να καβαλάει στα σύννεφα για το επόμενο ταξίδι…
Η Βασιλική Λεβεντάκη προσφέρει ένα αντίτυπο του μυθιστορήματος σε έναν τυχερό αναγνώστη του ιστότοπου. Για να δηλώσετε συμμετοχή στην κλήρωση, που θα γίνει στις 22 Ιουλίου 2013, παρακαλώ συμπληρώστε τη φόρμα που θα βρείτε εδώ. Ο τυχερός θα ειδοποιηθεί την ημέρα της κλήρωσης με μήνυμα στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο. Το όνομά του θα ανακοινωθεί στο koukidaki. (δείτε τη σελίδα των αποτελεσμάτων των κληρώσεων) Η κλήρωση θα γίνει ζωντανά μέσω κάποιου κοινωνικού δικτύου και μπορούν να συμμετέχουν όλοι οι χρήστες.

Ιόλη (VI)

Elina V. Kovach: The Three Flowers

Κεφάλαιο έκτο



Η Ιόλη το πρωί ξύπνησε στο δωμάτιο της μητέρας της. Την είδε να κάθεται στην πολυθρόνα και να παίρνει το τσάι της.

-Ώστε είναι αλήθεια, μονολόγησε.

-Ποιο κοριτσάκι μου;

-Ότι σε είδα χθες, νόμιζα ότι τα είδα σε όνειρο...

-Όχι αλήθεια είναι. Μεγάλωσες...

-Καλά τι κάνεις εδώ; Πώς με βρήκες;

-Ήξερα ότι θα έρθεις, ταξιδεύαμε και μαζί στο αεροπλάνο από Αθήνα.

-Εσύ δεν ήσουν στο εξωτερικό;

-Ήμουν όπου και συ.

-Και ο μπαμπάς που έλεγε μια ζωή ότι έφυγες ; Ότι παντρεύτηκες κάποιον άλλο;

-Πσσς. Βλακείες. Έτσι σε άφησε να πιστεύεις για να μην βλεπόμαστε. Χωρίσαμε άσχημα με τον πατέρα σου. Α! Παντρεύτηκα κάποιον άλλο, αυτό δεν μου το συγχώρεσε ποτέ. Το έχω μετανιώσει τώρα. Θα καταλάβεις γιατί. Και γω σαν και σένα, σκαστή είμαι εδώ.

-Δεν καταλαβαίνω τίποτα μαμά. Εξήγησε μου... τα κατάφερες να με πιάσει πονοκέφαλος. Αυτό ξέρω. Φέρε μου ένα παυσίπονο.

-Ετοιμάσου. Ντύσου, να φύγουμε να σε ξεναγήσω και αλλού μιας και εγώ έχω ξανάρθει εδώ, και στο δρόμο θα σου πω τα πάντα για τον Ορφέα...

-Ξέρεις τον Ορφέα; Από που;

-Βέβαια τον ξέρω. Είναι γιος μου και αδελφός σου.

-Τίιιιιιιιιι; Ε, δεν είμαστε καλά!

-Έλα θα στα εξηγήσω στο δρόμο.


Ξεκίνησαν για τον ναό των Ναϊτών ιπποτών. Στο δρόμο άρχισε να της εξιστορεί όλη την αλήθεια.

-Ξέρεις ότι έφυγα όταν ήσουν μικρούλα έτσι;

-Έτσι.

-Ναι αλλά δεν ξέρεις γιατί. Και θα σου πω. Πνιγόμουν. Ο πατέρας σου κοίταζε μόνο την δουλειά και την θέση του. Μας είχε παραμελήσει τελείως. Κάτι έπρεπε να γίνει να ξυπνήσει. Προσπάθησα πολλές φορές να του μιλήσω αλλά δεν με καταλάβαινε. Επειδή ήμουν στα νιάτα μου καλλιτέχνης δεν με υπολόγιζε... Ήθελε με το ζόρι να με βάλει στην δουλειά του. Εγώ την μισούσα αυτή την δουλειά. Όχι μόνο γιατί μου τον στερούσε, αλλά και γιατί την θεωρούσα επικίνδυνη.

-Μα και γω την θεωρώ επικίνδυνη.

-Τα βλέπεις; Έτσι μια μέρα μετά από καυγά, πήρα τα πράγματα μου κι εσένα και ξεκίνησα να φύγω. Εκείνος όμως με πρόλαβε, και δεν με άφησε φυσικά να σε πάρω. Και ούτε επέτρεπε να σε δω... Έτσι χαθήκαμε. Εγώ κρυφά κάπου κάπου σε έβλεπα από μακριά, να παίζεις, να μεγαλώνεις, αλλά δεν μίλαγα...

-Απίστευτο, είπε η Ιόλη. Και Ο Ορφέας;

-Ο Ορφέας είναι παιδί μου από το δεύτερο γάμο. Ξαναπαντρεύτηκα. Και δω θέλω να φανείς ψύχραιμη. Παντρεύτηκα έναν άνθρωπο που πλέον θέλει να του κάνει κακό. Τον αδελφό του και θείο σου. Και τώρα δεν ξέρω τι να κάνω να τα ξεμπερδέψω τα πράγματα.

Η Ιόλη ένιωσε άσχημα στο άκουσμα αυτής της εξομολόγησης. Έκανε μερικά βήματα πίσω. Η μητέρα της προσπάθησε να τη συνεφέρει.

-Άκουσέ με, θέλω να το διορθώσω, γι’ αυτό είμαι εδώ. Για να σκεφτώ και για να δω εσένα. Άφησέ με να μπω στη ζωή σου. Ο Ορφέας επίσης είναι με το μέρος μας όταν κατάλαβε την ματαιοδοξία και την ζήλια του πατέρα του. Πήγε να βρει δουλειά στον δικό σου πατέρα με αλλαγμένο όνομα... δεν σου λέει κάτι αυτό;

-Ναι, αμέ! Μήπως είστε όλοι στο κόλπο;

-Μην μπερδεύεις τα πράγματα Ιόλη μου. Η αλήθεια είναι μπροστά σου.

Είχαν φτάσει πια κοντά στο ναό των Ναιτών Ιπποτών. Εκεί τους περίμενε με ένα χαμόγελο ο Ορφέας.

-Τι κάνεις εσύ εδώ; Είπε η Ιόλη.

-Έκπληξηηη! ήρθα να σε δω και γω. Στα είπε η μαμά;

-Όλα προσχεδιασμένα, ε; Πουλάκια μου, είπε η Ιόλη γελώντας. Ναι, μου τα είπε. Και τον αγκάλιασε. Καλά, γιατί δεν μου τα είπες απ’ την αρχή όλα αυτά;

-Ε, δεν ήταν εύκολο... να σε φορτώσω με τόσα μαζεμένα. Μας πιστεύεις έτσι;

-Τι να σας κάνω, που με βρήκατε χωρίς αποδείξεις και έτσι δεν μπορώ να αντικρούσω τίποτα. Το δέχομαι προς το παρόν, αλλά να ξέρετε είστε υπό επιτήρηση. Δεν θα μου τη σκάσετε!

Μπήκαν στο ναό. Ο ναός αποτελούσε την έδρα του τάγματος των Ναϊτών Ιπποτών από το 1185 έως το 1312, οπότε και μεταφέρθηκε μιας και η ύπαρξη του τάγματος απαγορεύθηκε εξαιτίας της αυξανόμενης δύναμής του. Οι τελετές μύησης στο τάγμα γινόντουσαν στην κρύπτη του ναού, ενώ το 1601 ανέβηκε στο ναό το έργο Δωδέκατη Νύχτα του Σαίξπηρ. Στο κυκλικό κομμάτι του ναού υπάρχουν τα ομοιώματα από 10 ιππότες του τάγματος, τα οποία χρονολογούνται από το 13ο αιώνα.

Ήταν Κυριακή, οπότε συνεννοήθηκαν με τον υπεύθυνο και τους επέτρεψε να παρακολουθήσουν την λειτουργία. Οι ψαλμωδίες, οι ήχοι από την χορωδία, ο φωτισμός και η ιστορία του ναού τούς έκαναν να αισθανθούν πως ο χώρος εξέπεμπε ένα μυστήριο. Ακόμα περισσότερο όταν είδαν τα ομοιώματα να στέκουν επιβλητικά. Ένας άλλος πολιτισμός, μια άλλη κουλτούρα, που τους χάρισε ένα όμορφο πρωινό. Μετά από κει θα πήγαιναν όλοι μαζί για ένα καφεδάκι. Η ώρα ήταν ό,τι έπρεπε, και αργότερα θα πήγαιναν και για φαγητό.

Η Ιόλη είχε περίεργα συναισθήματα ήταν η αλήθεια. Αλλά έκανε υπομονή για μη δείξει ότι δεν τους εμπιστευόταν. Εξάλλου, όντως μπορεί να λέγανε και την αλήθεια.

Θα προσπαθούσε να πιέσει τον πατέρα της να της τα πει όλα. Να μην της κρύψει τίποτα. Δεν μπορούσε πια να έχει αμφιβολίες για την οικογένειά της. Η δύναμη εν τη ενώσει λέει το γνωμικό. Και έτσι έπρεπε να κάνουν. Έπιασε από το χέρι τον αδελφό της και τους οδήγησε στην όμορφη καφετέρια που είχε ανακαλύψει. Ό,τι και αν συνέβαινε, δεν θα χάλαγε την σημερινή μέρα. Όσο κοίταζε τον Ορφέα, τόσο έβλεπε κοινά στην εμφάνισή τους.

Μακάρι να ήταν η σημερινή μέρα η αρχή για ένα νέο ξεκίνημα.

-Καλά. Και δεν μου λέτε, είπε ξαφνικά ενώ έπιναν τον καφέ τους.

-Τι;

-Τον πατέρα σου και σένα τον άντρα σου, πώς θα τον αποδυναμώσουμε;

-Α, αυτό άστο σε μένα, σου είπα εκατό φορές να με εμπιστεύεσαι, δεν είναι έτσι; Της είπε ο αδελφός της.

-Ναι...

-Κάτι έχω σκεφτεί.

-Θα πας ενάντια στον πατέρα σου; Πώς μπορείς;

-Δεν ξέρεις και κάτι άλλο για μένα. Είμαι και δικηγόρος. Θέλω να κάνω την δουλειά μου σωστά. Και αν δεν αλλάξει μυαλά, θα τον τυλίξω σε μια κόλα χαρτί.

-Είσαι απίστευτος...

-Είμαι δίκαιος. Απλά πράγματα.

Ξεκίνησαν βραδάκι για το ξενοδοχείο αφού πρώτα σήκωσαν όλα τα μαγαζιά και γέλασαν με την ψυχή τους όταν διαπίστωσαν ότι είχε έρθει τσίρκο κοντά στην περιοχή όπου έμεναν.

Πέρασαν υπέροχα και όλο το βράδυ μίλαγαν για όσα πέρασαν και όσα τους έμαθε, πολύ νωρίς για την ηλικία τους, η ζωή.

Τα κινητά όλων εδώ και δύο μέρες χτυπούσαν συνεχώς. Της Ιόλης και του Ορφέα από τον πατέρα της, ο οποίος τους έψαχνε, και της μητέρας τους από τον άντρα της. Γελώντας και οι τρεις σαν συνεννοημένοι τα άφησαν να πέσουν στην όμορφη πισίνα του ξενοδοχείου.

Όλα θα έπαιρναν το δρόμο τους από δω και πέρα. Και ήταν χαρούμενοι γι’ αυτό.


Συνεχίζεται...

Copyright © Εύη Καφούρου. All rights reserved. Πρώτη δημοσίευση, Αθήνα 2013.

Το ανακαλύψατε σήμερα; Διαβάστε το από την  αρχή.

"ΩΔΗ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ"

Μια συναυλία κάτω από τα αστέρια στο κέντρο της Αθήνας, στην πλατεία Συντάγματος. Εκεί όπου χτυπά η καρδιά της πόλης.
Στις 19 του Ιούνη δεν έπρεπε να μείνουμε σπίτι. Τα Μουσικά Σύνολα γιορτάζοντας την Ευρωπαϊκή Ημέρα με τον συνθέτη Zorzes Katris συναντήθηκαν στη σκηνή για ένα μουσικό ταξίδι πλημμυρισμένο από Ελλάδα.

Η γειτονιά των Ονείρων

Η γειτονιά των ονείρων συναντάται μέσα στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Ρούλας Σαμαϊλίδου.
Το βιβλίο βασίστηκε και αφορά μια αληθινή ιστορία που διηγήθηκαν στη συγγραφέα του. Μια ιστορία, που όπως λέει και η ίδια, ήταν απ' αυτές που μεταφέρονται από στόμα σε στόμα ώσπου στο τέλος δε γνωρίζεις αν την έχει πλάσει η φαντασία των ανθρώπων ή αν είναι αληθινή. Όμως, αληθινή ή φανταστική, κάνει το ίδιο όταν μέσα απ' αυτήν δε λησμονούμε την ιστορία μας.


Η ιστορία της Πανανής και του μικρού Μανώλη ξεκινά από το Ρεϊζντερέ της Τουρκίας το 1922. Οι δυο τους καταφέρνουν να σωθούν από τους Τούρκους και καταφεύγουν στη Λήμνο όπου πρέπει να ξεκινήσουν τη ζωή τους από την αρχή, να επιβιώσουν με κάθε τρόπο και θυσία, και με όσο κόπο χρειαστεί. Σε εκείνο το σπίτι που θα γεμίσει με μνήμες από το χωριό τους, με οδύνη για το χαμό των αγαπημένων τους προσώπων, με πραγματικό και σκληρό αγώνα για την επιβίωση. Σε εκείνη τη γειτονιά θα μεγαλώσει ο Μανώλης, θα κλάψει, θα κάνει σκανδαλιές, θα κάνει φίλους, θα πάει σχολείο, θα ανδρωθεί. Σε εκείνη τη γειτονιά θα πονέσει η Πανανή το χαμό του άντρα της και του άλλου της γιου, θα δουλέψει σα το σκυλί για τα ελάχιστα, θα πασχίσει με το είναι της για να μπορέσει να μεγαλώσει το αγόρι της. Εκεί και οι φιλίες που θα κάνουν, οι άνθρωποι που θα αγαπήσουν, οι καλές και οι κακές μέρες που τους περιμένουν... εκεί τα πάθη, οι αγωνίες, οι μνήμες, η μοίρα τους και ό,τι τους επιφυλάσσει η ζωή. Σε τούτη την άκρη της γης που για εκείνους είναι η γειτονιά των ονείρων.
Ο Μανώλης, μεγάλος πια και ήδη δάσκαλος διορισμένος στο νησί, θα επιστρέψει στο Ρεϊζντερέ και στο σπίτι τους προκειμένου να βρει κάτι. Η έκβαση όμως αυτού του ταξιδιού θα εξαρτηθεί από τον Τούρκο ιδιοκτήτη του σπιτιού.


Η Ρούλα Σαμαϊλίδου, εξιστορώντας την ιστορία αυτής της οικογένειας, περιγράφει την ιστορία των δύο λαών και των γεγονότων που τους στιγμάτισαν. Την προσφυγιά τους και την ταλαιπωρία τους. Τις μνήμες και τις θύμησες από τον τόπο τους. Από εκείνη τη γη όπου μεγάλωσαν, ερωτεύθηκαν, δούλεψαν και έφτιαξαν τα νοικοκυριά τους. Εκεί όπου βρίσκονται τα σπίτια τους. Τον σκληρό αγώνα για την επιβίωση και το νέο ξεκίνημα από το τίποτα. 
Κι ενώ πολλές ιστορίες και μυθιστορήματα έχουμε διαβάσει σχετικές με τα γεγονότα του Σεπτέμβρη του 22 από Έλληνες συγγραφείς, θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι στην μεγάλη πλειοψηφία τους αναφέρονται στους Έλληνες πρόσφυγες και κατοίκους των τούρκικων παράλιων, της Σμύρνης ή της Πόλης. Η Ρούλα μάς μιλάει για κάθε πρόσφυγα-άνθρωπο που έπρεπε να εγκαταλείψει τον τόπο του. Τόσο για τους Έλληνες της Τουρκίας όσο και για τους Τούρκους της Ελλάδας. Για κάθε πλευρά αυτής της κοινής μας ιστορίας με τη γείτονα χώρα, αλλά τοποθετείται πολύ ρεαλιστικά απέναντι στις πραγματικές διαστάσεις αυτών των μετακινήσεων, στις ομοιότητες αλλά και στις τραγικές διαφορές τους. Αναφέρει τα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπίσουν τόσο οι μεν όσο και οι δε, χωρίς να ξεχνά τον ανθρώπινο παράγοντα και τις σχέσεις των αλλόθρησκων αυτών ανθρώπων στη κοινή τους πορεία και γειτνίαση. Έτσι, αναδεικνύονται πλευρές που δεν έχουμε συναντήσει σε άλλα μυθιστορήματα που αγγίζουν το θέμα, όπως οι συνήθειες των Τούρκων, οι συμπεριφορές που ανέπτυξαν απέναντι σε Έλληνες και στοιχεία του δικού τους ξεριζωμού... για να καταλήξει γλυκά ότι ο τόπος του καθενός είναι εκεί που βρίσκεται το σπίτι του και οι δικοί του άνθρωποι, ότι η ευτυχία είναι οι μικρές όμορφες στιγμές, ένα χαμόγελο από αγαπημένο πρόσωπο και μια αγκαλιά του και πως -ό,τι κι αν είναι αυτό που ονομάζουμε ζωή- αξίζει να ζήσουμε γιατί η ζωή είναι ωραία.

Η γλώσσα είναι λυτή καθώς το μυθιστόρημα έχει πρωτοπρόσωπο χαρακτήρα και κουβαλά όλους τους ιδιωματισμούς των ηρώων και της καθημιλουμένης. Οι χαρακτήρες αφηγούνται τις αναμνήσεις τους κι εκείνη τους επιτρέπει να την ταξιδέψουν στις θύμησες, χωρίς δικές της ή περιττές επεμβάσεις. Μου δίνει την αίσθηση ότι ακούω τις φωνές τους από το υπερπέραν, από τον κόσμο εκείνο όπου βρίσκονται σήμερα, κάπου στο απέραντο σύμπαν, και με υπομονή μάς περιγράφουν τη ζωή τους.
Μια διάχυτη συγκίνηση παντού. Δύσκολα χρόνια και δυνατές μνήμες χαρακώνουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της οικογένειας. Αγώνας σκληρός για την επιβίωση. Αγώνας άνισος για τη ζωή. Ο ανθρώπινος πόνος που δε μετρά μπροστά στα παιχνίδια της πολιτικής. Ο πόλεμος των πολιτικών και ο ξεριζωμός των πολιτών. Ο άνθρωπος που, επειδή τα έχει χάσει όλα, δε φοβάται πια ούτε σταματά απέναντι στην οποιαδήποτε πρόκληση. Η οδύνη και η ύστατη ελπίδα για ένα αύριο. Το οποιοδήποτε αύριο, μόνο και μόνο επειδή δεν υπάρχει τίποτα στο σήμερα.


Η Ρούλα Σαμαϊλίδου είναι ένας ήσυχος άνθρωπος στη ζωή και ένα ανήσυχο πνεύμα στη δημιουργία. Γλυκιά, πρόσχαρη, ακομπλεξάριστη και γνήσια. Μια γυναικεία φιγούρα που κινείται ανάλαφρα χωρίς να κάνει "θόρυβο". Αν δεν την προσεγγίσεις, δε θα τη γνωρίσεις. Αν όμως την αναζητήσεις θα βρεις έναν άνθρωπο με αξίες -πραγματικές, όχι υποτιθέμενες-, με ψυχή και μια απίστευτη ευγένεια και μία συγγραφέα διαβασμένη και με σωστές δομές που αξίζει το χρόνο ή τον κόπο σου.

Φωτογραφίζοντας το μυθιστόρημα "Η γειτονιά των ονείρων"

Ο αναγνώστης σας, εκτός από το ταξίδι στη μυθοπλασία, θα ανακαλύψει πληροφορίες από τις συνήθειες, την κουλτούρα, την παράδοση και πολλά ιστορικά στοιχεία. Θα λέγατε ότι ένα τέτοιο μυθιστόρημα αποτελεί και έναν ευχάριστο τρόπο να διδαχθεί κάποιος κομμάτια από την ιστορία ενός τόπου;
Ρ.Σ.: Μέσα από το μάθημα της διδακτικής κατά τη διάρκεια των σπουδών μου αλλά και από το ρόλο της μάνας, αποκόμισα ότι το παραμύθι, η μυθοπλασία, αποτελεί κύρια μορφή ψυχαγωγίας αλλά και μέσο διαπαιδαγώγησης. Γιατί όχι και στα μεγάλα παιδιά, τις ευρύτερες κοινωνικές ομάδες; Παρατηρώντας λοιπόν ότι μέρα με τη μέρα παραγκωνίζονται ήθη και έθιμα, παραδόσεις του τόπου μας, και τη θέση τους να παίρνουν ξενόφερτες συνήθειες, η ιστορία μας γραμμένη συνοπτικά στα σχολικά βιβλία να μην βοηθά στην κατανόηση αλλά μόνο στη μεταφορά παπαγαλιστί που όπως είναι φυσικό μετά από καιρό ξεχνιέται και τελευταία φαινόμενα του τύπου "συνωστισμός στη Σμύρνη"... θέλησα με τον τρόπο μου να κρατήσω αναμμένο το καντηλάκι της μνήμης. Μέσα από τη "γειτονιά των ονείρων" να φέρω στο φως ιστορίες που άκουγα από μικρό παιδί σε μια γειτονιά ανάμικτη με πρόσφυγες και ντόπιους, συνδυάζοντάς τες όμως με ιστορικά, λαογραφικά, εθνογραφικά στοιχεία. Ταξιδεύοντας ο αναγνώστης στο χώρο και στο χρόνο με τους ήρωές μου -ήρωες καθημερινούς φτιαγμένους από πηλό, από χώμα, όπως οι πρωτόπλαστοι κατ' εικόνα και ομοίωσή μας- παίρνει με την εξέλιξη του μύθου ιστορικά στοιχεία, πληροφορίες από την παράδοσή μας, συνήθειες ξεχασμένες με τρόπο ευχάριστο και κατανοητό. Σαν γλυκές αναμνήσεις που ξεπηδούν από τις μακρινές παιδικές μας μνήμες. Λαός που δεν γνωρίζει την ιστορία του δεν έχει μέλλον, λένε. Πρωταρχικός μου στόχος, λοιπόν, να διασώσω μέσα από τα γραπτά μου ό,τι μπορώ για να μην χαθούν πυλώνες του πολιτισμού μας. Μια απλή έκθεση ιδεών ή μια ερωτική ιστορία δεν θα με ενδιέφερε να τη μεταφέρω στο χαρτί. Υπάρχουν άλλωστε πολλοί καλοί συγγραφείς σ' αυτό το είδος. 


Όταν κάποιος σας διηγηθεί μια ιστορία και αποτελέσει πηγή έμπνευσης για ένα βιβλίο σας, αισθάνεστε με κάποιο τρόπο ευθύνη απέναντι στα πραγματικά πρόσωπα της ιστορίας;
Ρ.Σ.: Θα έλεγε ίσως κανείς πως γράφοντας με βάση μια πραγματική ιστορία είναι ένας εύκολος δρόμος. Πιστεύω πως αυτό είναι λάθος. Η μυθοπλασία αφήνει περιθώρια στον συγγραφέα να πλάσει το χαρακτήρα των ηρώων του όπως εκείνος νομίζει. Το φάσμα των χαρακτήρων απέραντο. Η φαντασία του είναι το εργαλείο για να δώσει στους ήρωές του τη δύναμη να κινηθούν στο χώρο και στο χρόνο όπως εκείνος το έχει στο μυαλό του. Χωρίς τύψεις. Σε μια πραγματική όμως ιστορία δεν υπάρχουν αυτά τα περιθώρια και ως εκ τούτου είναι πολύ εύκολο να εκθέσεις πρόσωπα ή να εκτεθείς. Μεγάλη η ευθύνη να μπεις στην ψυχοσύνθεση ενός ανθρώπου, να τον κατανοήσεις, να βγάλεις συμπεράσματα για τον τρόπο σκέψης του, να δικαιολογήσεις τις ενέργειές του.

Ποια σχέση αναπτύσσετε με τους ήρωες των βιβλίων σας;
Ρ.Σ.: Επειδή πάντα πρόκειται για πραγματικά πρόσωπα-χαρακτήρες, προσπαθώ να βλέπω τις ενέργειές τους, τα πάθη τους, τα λάθη τους σαν ένα τρίτο ψυχρό και αδιάφορο μάτι από μακριά. Δεν τα καταφέρνω. Συχνά πιάνω τον εαυτό μου να φέρομαι με το γάντι, με ευγένεια, να δίνω ελαφρυντικά ακόμη και σ' αυτούς που κάποιος άλλος στη θέση μου θα τους στραγγάλιζε. Η Αγγελική για παράδειγμα της γειτονιάς των ονείρων που ο κάθε αναγνώστης θα είχε στήσει στον τοίχο, για μένα ήταν η Αγγελικούλα, που έτσι έμαθε, έτσι νόμιζε... Δεν μου αρέσει να δικάζω, να γίνομαι τιμωρός. Βάζω οπωσδήποτε τον εαυτό μου στη θέση τους. Πώς θα ενεργούσα, πώς θα μιλούσα, τι συναισθήματα θα είχα σε κάθε περίπτωση.

Υπάρχει κάποιο βιβλίο/ιστορία στο μυαλό σας αυτόν τον καιρό που θα γίνει το επόμενο μυθιστόρημά σας;
Ρ.Σ.: Ναι, υπάρχει μια ιστορία που δουλεύω στο μυαλό μου και θα είναι ανάμικτη με τρία διαφορετικά συστατικά. Μια συμβολαιογραφική πράξη του 1834 που ανακάλυψα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, μια πραγματική ιστορία που μου αφηγήθηκαν και οι σημειώσεις ενός ηλικιωμένου που μου παρέδωσε γραμμένες σε ένα τετράδιο. Τρία σε ένα. Πιστεύω πως θα μπορέσω να δέσω τις ζωές τους. Τουλάχιστον θα προσπαθήσω. Τον χειμώνα θα γίνει η αρχή γιατί μόνο αυτή την εποχή γράφω. (Αν και δεν αποδέχομαι την ιδιότητα του συγγραφέα, γελάω πότε πότε με την έκφραση των φίλων μου "η συγγραφέας του χειμώνα")

Υπάρχει κάποιο πρόσωπο (διάσημο ή μη) που θα επιθυμούσατε να συμπεριλάβετε σε ένα επόμενο βιβλίο σας;
Ρ.Σ.: Ναι, υπάρχει αυτό το πρόσωπο και θα είναι στο επόμενο πόνημά μου. Είναι ο ποιητής Νικόλαος Βίγλας, φοιτητής της νομικής που έχασε τη ζωή του στην πυρκαγιά που ξέσπασε μέσα στον πρώτο ομιλούντα κινηματογράφο στο νησί μου το 1939. Αναζητώντας υλικό μέσα σε προπολεμικά φύλλα τοπικής εφημερίδας ξεχώρισα μια σειρά από άρθρα με την υπογραφή του και με τον γενικό τίτλο "Πνευματικά ζητήματα". Τα άρθρα μού κίνησαν την περιέργεια γιατί τα βρήκα τολμηρά για την εποχή της μεταξικής δικτατορίας. Έδειχναν έναν άνθρωπο που είχε το κουράγιο να αναμετρηθεί με την επαρχιώτικη μιζέρια και επιθυμούσε την πνευματική ανόρθωση του τόπου. Θα τον αποκαλούσα κήρυκα μιας τοπικής πνευματικής επανάστασης. Επηρέασε τα μέγιστα στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του η διάπλαση των παίδων, που αρχισυντάκτης του ήταν ο Γρ. Ξενόπουλος και αργότερα τον συναντώ να συμμετέχει και ο ίδιος με πεζογραφήματα στη στήλη "Συνεργασία συνδρομητών" .

Γράφετε ποίηση; Αν ναι, έχετε δημοσιεύσει με κάποιον τρόπο τα έργα σας; Κι αν όχι, θα επιχειρούσατε να γράψετε;
Ρ.Σ.: Όχι δεν έχω γράψει ποτέ ποίηση και δεν νομίζω πως θα το επιχειρήσω. Εκφράζομαι καλύτερα μέσα από τον πεζό λόγο για να να αναδείξω τα στοιχεία που με ενδιαφέρουν.

Τι περιμένετε στο μέλλον σε σχέση με τα βιβλία σας αλλά και σε σχέση με την ίδια τη Ρούλα;
Ρ.Σ.: Όταν κάνουμε σχέδια για το μέλλον μάς βλέπει ο Θεός και γελά. Παρ' όλα αυτά δεν θα ήταν όμορφη η ζωή μας αν δεν ονειρευόμαστε και δεν ελπίζαμε. Δεν θα αποτελέσω εξαίρεση, λοιπόν, και δεν θα κρυφτώ. Θα ήμουν ευτυχής αν τα βιβλία μου είχαν περισσότερους αποδέκτες και αν κάποιο απ' αυτά μεταφερόταν στην οθόνη. Από τη Ρούλα περιμένω να μην με απογοητεύσει. Δεν χρησιμοποίησε ποτέ άτιμα μέσα για να κερδίσει την αγάπη ή την εκτίμηση των ανθρώπων. Πικράθηκε όταν παρανόησαν κάποιοι τις προθέσεις της. Δεν κολάκεψε, δεν έγλειψε για να ανέβει σκαλοπάτια. Δεν ξέρω πόσα σκαλοπάτια ανέβηκε, ίσως κανένα. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει προχωρώντας σ' αυτόν το δρόμο που πήρε να μη βουλιάξει στα λασπόνερα, να μην πιαστεί από σαθρά καδρόνια...

Αν δεν εκφραζόσασταν με τη γραφή, με ποια μορφή έκφρασης θα είχατε ασχοληθεί;
Ρ.Σ.: Αν ήμουν σε νεαρή ηλικία θα μου άρεσε να εκφραζόμουν με το χορό καταργώντας όμως τις κλασικές χορευτικές συμβατότητες και τους τεχνικούς περιορισμούς και δίνοντας εκφραστικότητα στην κίνηση με απόλυτη ελευθερία.

Γνωρίζω ότι είστε βιβλιοφάγος. Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;
Ρ.Σ.: Είναι πολλοί οι λογοτέχνες που θαυμάζω και δεν θα ήθελα να ξεχωρίσω κάποιους απ' αυτούς. Θα μου επιτρέψετε μόνο να αναφέρω το όνομα της συμπατριώτισσάς μου Μαίρης Λαμπαδαρίδου-Πόθου και ένα σχόλιο στο διαδίκτυο που με βρίσκει απολύτως σύμφωνη. "Η κ. Λαμπαδαρίδου δεν γράφει ιστορίες, γράφει ΙΣΤΟΡΙΑ".

Υπάρχει κάποιο βιβλίο που θα θέλατε πολύ να είχατε διαβάσει αλλά δεν έχει προκύψει μέχρι σήμερα; Υπάρχει κάποιο βιβλίο άλλου συγγραφέα που έχετε ζηλέψει ή λατρέψει;
Ρ.Σ.: Διαβάζω οτιδήποτε μου κινεί το ενδιαφέρον. Στοίβες τα αδιάβαστα λόγω περιορισμένου ελεύθερου χρόνου. Θα πρέπει όμως να πω πως πολλές φορές με έχουν παραπλανήσει τα οπισθόφυλλα, οι προβολές μέσω διαφήμισης και οι καλές κριτικές που αναρτώνται στο διαδίκτυο. Όσο για τα βιβλία που έχω λατρέψει θα αναφερθώ και πάλι στα βιβλία της κ. Λαμπαδαρίδου.

Ποια είναι η μεγαλύτερη χαρά για έναν συγγραφέα;
Ρ.Σ.: Ένας συγγραφέας είναι ευτυχισμένος γράφοντας. Και γίνεται ακόμη πιο ευτυχής όταν καταλαβαίνει ότι το πόνημά του έχει την αποδοχή των αναγνωστών.


Ένας διακαής πόθος...
Ρ.Σ.: Έχω μάθει να μην βλέπω μακριά και να μην ποθώ πολλά. Γιατί να πικραίνομαι αν μένουν ανεκπλήρωτοι; Έτσι μένω στα απλά, καθημερινά και συνηθισμένα. Να έχω μια ήρεμη ζωή χωρίς κακίες και μικροπρέπειες και να έχω γύρω μου ανθρώπους που μ' αγαπούν και τους αγαπώ. Τίποτε άλλο.

Η τέλεια μέρα...
Ρ.Σ.: Θα μπορούσα να πω πολλά πράγματα όμως προτιμώ να την κάνω πιο συγκεκριμένη. Η τέλεια μέρα μου δεν θα μπορούσε να ήταν άλλη από εκείνη που έσωσα μια ανθρώπινη ζωή από βέβαιο πνιγμό. Τα συναισθήματα που ένοιωσα δεν συγκρίνονται με τίποτε.

***

Κερδίστε το μυθιστόρημα:
Η Ρούλα Σαμαϊλίδου προσφέρει ένα αντίτυπο του βιβλίου της σε έναν τυχερό αναγνώστη του ιστότοπου. Για να στείλετε τη συμμετοχή σας συμπληρώστε αυτήν την φόρμα (πατώντας πάνω στις λευκές λέξεις). Η κλήρωση θα γίνει στις 14 Σεπτεμβρίου 2013 από το προσωπικό μου προφίλ στο facebook και μπορούν να συμμετέχουν όλοι οι χρήστες. Το όνομα του τυχερού θα ανακοινωθεί στο koukidaki, στο facebook και σε άλλα κοινωνικά δίκτυα και σελίδες. Ο ίδιος θα ενημερωθεί με προσωπικό μήνυμα.

Ιόλη (V)

St Pauls & Taxis by Colin Ruffell

Κεφάλαιο πέμπτο



Το ταξίδι της φάνηκε πολύ σύντομο μιας και η λαχτάρα της για ανανέωση εικόνων την έκανε να προσδοκά ξεκούραση και ηρεμία.
Έφτασε σύντομα με ένα ταξί σε ένα ήσυχο και καλό ξενοδοχείο του κεντρικού Λονδίνου.
Δεν ήθελε να μείνει ούτε λεπτό μέσα, οπότε φρεσκαρίστηκε, άφησε όπως όπως τις βαλίτσες της και ξεκίνησε... Ήθελε τόσα να δει! Το Λονδίνο φάνταζε καταπληκτικό.

Ζωή σαν παραμύθι

Αντί κριτικής-περίληψης-κειμένου... μεταφέρω το κείμενο που διάβασα στην πρώτη παρουσίαση του μυθιστορήματος στην Αθήνα. 
Το ίδιο το βιβλίο το γνώριζα από καιρό, όταν ο συγγραφέας μού το έστειλε σε ηλεκτρονική μορφή να το διαβάσω προκειμένου να του μεταφέρω τις εντυπώσεις μου. Μερικούς μήνες μετά συναντηθήκαμε στην παρουσίαση του μυθιστορήματος, καθώς μου πρότεινε να προλογίσω το βιβλίο του. Χωρίς να αφήσω ανεκμετάλλευτη την τιμή που μου έκανε, έγραψα και διάβασα τα παρακάτω ελπίζοντας να έδωσα το άρωμα του μυθιστορήματος.


Η μάχη…
Σκληρή. Ίσως και άνιση.
Η φωνή…
Άλλοτε κραυγή, άλλοτε παύση.
Η μοίρα!
Χωρίς κανόνες. Απροσδιόριστη. Ανεξάντλητη.
Και η ζωή;
Συνεχίζεται…

Ανοίγω το αρχείο, κάθομαι αναπαυτικά στην καρέκλα, κρατώ μια ζεστή σοκολάτα και βουτάω στις λέξεις του με περισσή χαρά που είμαι στην ευχάριστη –για κάθε βιβλιόφιλο- θέση να διαβάζω ένα μυθιστόρημα προτού εκτυπωθεί στο χαρτί κάποιου εκδοτικού οίκου. Εισβάλλω στον κόσμο που έπλασε ο συγγραφέας του με σκοπό να του μεταφέρω τις εντυπώσεις μου. Πρόσωπα και τοπία αρχίζουν να περνάνε από την οθόνη. Ιστορίες πόνου και χαράς σε ένα μυθιστόρημα που από τη μια αντιγράφει τη ζωή και από την άλλη θρέφει το παραμύθι.

Το περιμένουμε το παραμύθι, καθώς από τον τίτλο ακόμα, ο Βασίλης Πέρρος μάς έχει προετοιμάσει για τον μύθο. Κάπου κάπου μου φαίνεται ότι ομοιάζει καθώς οδηγεί την πένα του αέναα μέσα από δυσκολίες και όνειρα… μέχρι να ξύσει βαθιά την πληγή τού πόνου και της δυστυχίας των ηρώων του, και τότε, ξεχνάς το παραμυθένιο, περνάει το ονειρικό και προσγειώνεσαι στην σκληρότητα και την αδικία, σε κάτι που ονομάζεις ζωή επειδή μέσα του βλέπεις την πραγματικότητα. Μερικές σειρές ακόμα και επιτρέπει διακριτικά την χαρά να τρυπώσει στο βιβλίο για να μπορέσουν οι ήρωές του να αναπνεύσουν ελπίδα. Αύριο.
Και μετά ακολουθεί μια μεγαλύτερη αδικία. Καταφθάνει να κυριαρχήσει ζωές, να επιβάλλει πόνο σε ήδη υγρά μάτια και κυρτές πλάτες.

Ποιο παιχνίδι σκάρωσες ζωή και μας έχρισες πρωταγωνιστές σε ένα σενάριο που δεν αντιγράφεται γιατί είναι πάντα μοναδικό;

Και γίνεται ο βίος μαρτυρικός, βουνό ο πόνος, αγρίμια οι άνθρωποι, θύτες και θύματα των ίδιων πράξεων. Και φαίνεται η λύτρωση μακρινή και άπιαστη, αλλά και δίπλα τους, όμως τραγική και άδικη.
Οι σελίδες γυρίζουν προκαλώντας μου αγωνία και συγκίνηση. Δύσκολα προβλέπω την εξέλιξη και όσο οι μαντεψιές μου πέφτουν στο κενό τόσο με γοητεύει η ανάγνωση.

Ένα ταξίδι το βιβλίο τούτο πλημμυρισμένο με αγωνία για το μέλλον, μυστήριο, συγγραφικό μεράκι… μια νοσταλγία και μια ιδιαίτερη αγάπη για τη Μήλο.
Ο Βασίλης Πέρρος κρατά το τιμόνι και με καθοδηγεί στον κόσμο του. Ξεναγός μου σε τόπους και ανθρώπους, μέχρι την απίθανη κορύφωση της ιστορίας με το μοιραίο (;) ή το ειρωνικό της τέλος.

Μια ιστορία που βγαίνει έξω από τα περιθώρια του βιβλίου. Εκεί που εγώ ή εσύ αναγνωρίζουμε στα πρόσωπα των ηρώων μνήμες από γνωστούς, συγγενείς και φίλους, τη γειτονιά μας, το τότε που πέρασε και το σήμερα που έφτασε κουβαλώντας τραύματα. Τον πόνο εκείνων που έψαξαν τη λύτρωση στην αγάπη ή στον έρωτα, σε μια αγκαλιά που δεν έφτασε, σε ένα βλέμμα που δεν άγγιξε, σε μια μάνα που δεν υπήρξε. Όχι γιατί δε θέλησε να γίνει. Επειδή δεν άντεξε να είναι.

Πείνα και δίψα τους περιμένει. Αγώνας με αίμα και δάκρυ. Καυτός ιδρώτας σε σκασμένα χέρια. Και μια ελπίδα να αχνοφέγγει και να λες ότι αρκεί… για να συνεχίσουν, να αντέξουν, να μπορέσουν.
Είναι κι εκείνα τα όνειρα που έσβησαν, κεράκια στο βοριά, πώς να κρατούσαν!

Μια Αφροδίτη και μια Αγγέλα. Δυο όψεις στο ίδιο νόμισμα. Πότε η μία από πάνω, στο φως και πότε η άλλη. Ποτέ και οι δυο μαζί.
Η Αννιώ και η Αντιγόνη. Δυο μάνες χωρίς γέννα. Δυο σωτήρες που δεν έσωσαν, ούτε σώθηκαν.
Η Ασπασία και ο Οδυσσέας. Δυο κρίκοι σε μια αλυσίδα αγάπης και οικογένειας που θα σπάσει, παρόλο που εκείνοι μπόρεσαν να κρατήσουν.

Και μια αδίστακτη μοίρα που ορίζει το αύριο ανεξάρτητα από την ανθρώπινη θέληση.

Αυτή η ιστορία δεν τελειώνει εκεί που σταματάνε οι λέξεις.
Όπως και η ζωή… συνεχίζεται.


Από το οπισθόφυλλο:
Μια νεαρή κοπέλα, η Αφροδίτη... κι άλλη μία, η Αγγέλα, δύο ψυχές ενωμένες, δυο ιστορίες ζωής... μα δυο ιστορίες παράλληλες, η μια μυθιστορηματική, η άλλη αληθινή. 
Αγώνας επιβίωσης, ατελείωτος... η μάνα, η αληθινή, αλλά κι εκείνη που ανέλαβε ν' αλλάξει το ριζικό της ζωής της, ένας γιατρός που διηγείται μα κι ένας δικηγόρος που ρίχνει γέφυρες στη δυστυχία...
Ο έρωτας ο απαγορευμένος με τα δυο πρόσωπα, το ένα της ευτυχίας και το άλλο της ντροπής... κι ο Άγιος, Εκείνος που ενώνει με τη χάρη Του το σήμερα με το χθες...

Το εξώφυλλο του βιβλίου και η φωτογραφία του συγγραφέα

Ο συγγραφέας, πολύ ευγενικά, μου απαντά σε μερικές ερωτήσεις προσφέροντάς μας εικόνες και πληροφορίες για εκείνον...

Τι σας κάνει να γράφετε;

Β.Π.: Δεν θα απαντήσω με αλαζονικά κλισέ. Ούτε θέλω να μπω στη διαδικασία να σκεφτώ τι είναι αυτό που με κάνει και γράφω… αλήθεια δεν θέλω. Όχι επειδή δεν τολμώ να ξορκίσω τις φωνές που υπαγορεύουν μέσα μου, αλλά πιο πολύ από φόβο, μήπως προκαλέσω αυτό τον κρυμμένο καλά εαυτό μου, την άλλη μου υπόσταση. Αυτό που κάποιοι αποκαλούν έμπνευση, ταλέντο ή οίστρο… κι εγώ το λέω «ο κρυφός μου εαυτός». Ένας εαυτός που δεν θέλει να εξοικειωθεί μαζί μου, όσο κι αν σου ακούγεται αστείο… που δεν ανέχεται συμβατικές ερωτήσεις και υποδείξεις. Και δεν μιλάω γι αυτόν, μήπως το θεωρήσει αλαζονεία και κάποια στιγμή με προδώσει…  


Κι αν ένα έργο σας λάβει μόνο κακά σχόλια και κριτικές; 

Β.Π.: Φυσικά θα στεναχωρηθώ. Δεν είμαι υπεράνθρωπος δίχως αισθήματα και αγωνίες. Και θα στεναχωρηθώ σα να παρουσιάζω σε κάποιο δημόσιο χώρο, σε κάποια συγκέντρωση… ένα δικό μου παιδί, που τελικά τα άλλα παιδιά, οι άλλοι άνθρωποι που βρίσκονται εκεί το απορρίπτουν, χωρίς να το αφομοιώσουν.


Πως προέκυψε η "Ζωή σαν παραμύθι"; Από που αντλήσατε έμπνευση;

Β.Π.: Στο βιβλίο αυτό, δέθηκαν αρμονικά μια αληθινή ιστορία μαζί με ένα παραμύθι και αποτυπώθηκαν στο χαρτί με ένα τρόπο μυθιστορηματικό. Όχι με υπερβολές, ούτε όμως και με υπεραισιόδοξη ματιά.  Έμπνευση… τη σπίθα δηλαδή για το ξεκίνημα, την προκάλεσαν δυο ιστορίες ζωής, που έτυχε να μου διηγηθούν. Ο τίτλος, δεν είναι τόσο ειρωνικός… όχι. Πιο πολύ θα έλεγα μεταφέρει την ανάγκη για αισιοδοξία για όσα δεν έγιναν και για όσα θέλουμε να εννοηθούν πως θα γίνουν…


Το βιβλίο τελειώνει χωρίς οριστικό τέλος για την ιστορία των πρωταγωνιστών του. Το παρελθόν θα στοιχειώσει ξανά τα όνειρά τους και θα καθορίσει ή θα αλλάξει τη μοίρα τους. Να περιμένουμε την συνέχεια της ιστορίας σε κάποιο επόμενο μυθιστόρημα;

Β.Π.:Δεν είχα σκεφτεί αυτή την εκδοχή μέχρι τώρα, ούτε έγινε κάτι σκόπιμα στην πορεία του τέλους. Ήθελα απλά να αναγκάσω τον αναγνώστη να δώσει τη δική του συνέχεια και τη δική του εκδοχή στη ματιά της μοίρας που χειραγωγεί τις καταστάσεις. Πάντως είναι μια πρόκληση και αυτή η δική σου σκέψη...


Οι ήρωές σας σας εγκαταλείπουν όταν τελειώσει η γραφή ή σας ακολουθούν πέρα και έξω από τα όρια του βιβλίου; Τι σχέση έχετε με τους χαρακτήρες που αναπτύσσετε;

Β.Π.: Λογικά σε κάθε βιβλίο που παίρνει το δρόμο του για έκδοση και τελικά για έκθεση (κάθε είδους) οι ήρωες με εγκαταλείπουν, δεν τους εγκαταλείπω. Μια συνεχής κίνηση είναι όλο το ταξίδι στη λογοτεχνία. Φεύγουν αυτοί οι ήρωες, δίνουν τη θέση τους σε άλλους να μιλήσουν στην ψυχή μου. Και από ένα συναίσθημα, παρασύρομαι σε ένα άλλο, καινούριο, πιο δυνατό… που θα με παρασύρει πάλι και θα με κάνει να γράψω το επόμενο βιβλίο μου. Όσο το βιβλίο γράφεται, η ταύτιση με τους ήρωές μου είναι αναπόφευκτη κι ας μην τους μοιάζω… κι ας μην ταιριάζω με το χαρακτήρα τους. Ζω όμως τις αγωνίες τους και νιώθω με τα συναισθήματά τους.


Στο κείμενο υπάρχουν πολλές αναφορές στη Μήλο. Έχετε κάποια σχέση με το νησί; Πως επιλέξατε αυτό το νησί για να χτίσετε την ιστορία; 

Β.Π.: Η Μήλος είναι το αγαπημένο μου νησί. Χωρίς να έχω καμία σχέση ή καταγωγή, νιώθω πως είναι το νησί μου, το χωριό μου… Και ένιωθα υποχρέωση και ανάγκη μαζί να τιμήσω με αυτό τον τρόπο, τους ανθρώπους που με αγκάλιασαν και με έκαναν να λατρέψω τον δικό τους τόπο. Το βιβλίο άλλωστε είναι αφιερωμένο σε αυτούς τους μοναδικούς ανθρώπους.


Τι σας αρέσει να διαβάζετε σαν αναγνώστης; Τι βιβλία επιλέγετε;

Β.Π.: Διαβάζω τα πάντα !! Τα πάντα όμως… ανάλογα τις μέρες, τη διάθεση, την εποχή. Μπορώ να διαβάσω (και να απολαύσω εννοείται) από δοκίμια επιστημονικού ή κοινωνικού περιεχομένου… μέχρι Μίκυ-Μάους και παιδικά κόμικς. Συνήθως όμως διαβάζω ελληνική λογοτεχνία, γιατί τιμώ τους Έλληνες συγγραφείς και απολαμβάνω την κουλτούρα τους.


Ένα όνειρό σας που περιμένει να πραγματοποιηθεί...

Β.Π.: Πολλά όνειρα και αν είχαν πραγματοποιηθεί, δεν θα ήταν όνειρα πια… Προτιμώ να έχω να περιμένω, να στοχεύω… για να έχει η ζωή μου νόημα και σκοπό.


Ένα ταξίδι που θα θέλατε να κάνετε...

Β.Π.: Ωραίο θέμα. Μου αρέσουν πολύ τα ταξίδια. Αυτό που πάντα ονειρευόμουν, είναι ένα ταξίδι με ιστιοπλοϊκό στη θάλασσα, με ενδιάμεσους προορισμούς μικρά γραφικά λιμανάκια. Όχι κάπου συγκεκριμένα. Αρκεί να είμαι στη θάλασσα και να ταξιδεύω…


Η ευτυχέστερη στιγμή...

Β.Π.: Της ζωής μου όλης; Δεν χρειάζεται να σκεφτώ για να σου απαντήσω. Ευτυχέστερη στιγμή της ζωής μου, ήταν η στιγμή που αντίκρισα να βγαίνουν στον κόσμο τα δυο μου παιδιά. Ήμουν και στα δύο παρών τη στιγμή της γέννησης, σε όλη τη διαδικασία του τοκετού. Αυτό το θαύμα της ζωής που γεννήθηκε μπροστά στα μάτια μου, ήταν η ευτυχέστερη στιγμή της ζωής μου… χωρίς καμιά αμφιβολία.


Αν χρειαζόταν να γράψετε ένα μήνυμα στο μπουκάλι και να το ρίξετε στον ωκεανό... τι θα γράφατε και που θα επιθυμούσατε να φτάσει;

Β.Π.: Θα εκμεταλλευτώ την σημερινή κατάντια της κοινωνίας μας για να απαντήσω. Ένα μήνυμα που θα έφτανε σε κάθε ψυχή, σε κάθε Έλληνα. Αυτό θα ήθελα να στείλω… Ένα μήνυμα προσωπικό για να ταρακουνήσει, να προβληματίσει. Ένα μήνυμα σε κάθε άνθρωπο-θύμα της σημερινής κακουχίας. Ένα μήνυμα, μια λέξη μονάχα… «ξύπνα»… τίποτε άλλο.

Όλες οι φωτογραφίες από το βιβλίο του Βασίλη Πέρρου "Ζωή σαν παραμύθι".
Ο εκδοτικός οίκος Ελληνική Πρωτοβουλία προσφέρει δύο αντίτυπα του μυθιστορήματος του Βασίλη Πέρρου "Ζωή σαν παραμύθι" σε ισάριθμους τυχερούς αναγνώστες του ιστότοπου. Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση που θα γίνει στις 8.7.2013 ζωντανά στο facebook, συμπληρώστε τη φόρμα (που θα βρείτε κλικάροντας πάνω στις λευκές λέξεις). Τα ονόματα των τυχερών θα ανακοινωθούν στο koukidaki, στο facebook ενώ οι ίδιοι θα ενημερωθούν και με προσωπικό μήνυμα. Τα βιβλία θα αποσταλούν ταχυδρομικά. Τελευταία ημέρα συμμετοχών η 7η Ιουλίου.

***

Βρείτε τον συγγραφέα στο προσωπικό του ιστολόγιο ακολουθώντας το σύνδεσμο.

Ευχαριστώ πολύ για την τιμή που μου κάνατε, τόσο τον συγγραφέα Βασίλη Πέρρο όσο και την Ελληνική Πρωτοβουλία.

Τραγέλαφος (το χρονικό μιας κρίσης)


Ξεχωριστή παράσταση πάνω στο έργο των Ιωάννη Κουτεντάκη και Γεωργίας Αγγουριδάκη μετά την προσαρμογή για τις ανάγκες του χώρου από τους Θεόδωρο Εσπίριτου και Ρούλα Πατεράκη.


Όλα διαδραματίζονται σε έναν φανταστικό κόσμο όπου οι Ολύμπιοι θεοί και ο Καραγκιόζης συνυπάρχουν ενώ οι κοινοί θνητοί μαστίζονται από μια οικονομική κρίση που τους κάνει να ταυτίζονται με την προσωπικότητα-κατάσταση του Καραγκιόζη και να έχουν παύσει τις θυσίες προς τους θεούς. Καθώς οι θεοί δυσαρεστούνται, ο Δίας αναθέτει, σε όσους από αυτούς συνεχίζουν να παραβρίσκονται στα συμβούλια, να κατέβουν στην Αθήνα και να προβούν σε μέτρα (μηχανισμούς) στήριξης. Οι άνθρωποι όμως δε θα αγκαλιάσουν τις θέσεις τής Αθηνάς, του Ερμή και του σκανδιναβού Θωρ.
Μια κουκουβάγια-κουκουβαγίτσα-Γίτσα, που ονειρεύεται να ανοίξει κομμωτήριο στο Κολωνάκι, έχει αναλάβει χρέη γραμματέα και κρατά τα πρακτικά των συνεδρίων που γίνονται στον Όλυμπο εκ μέρους τής Αθηνάς που την προστατεύει. Ο Πάνας, περισσότερο ως αποτυχημένος τράγος παρά σαν ημίθεος, μπερδεύεται στο σύνολο και διεκδικεί φωνή και λόγο σε κάθε κατάσταση. Παρών και ο Τιτάνας Προμηθέας. Και ο Καραγκιόζης που ξεπηδά από τις σκιές του θεάτρου του. Άξιος αντιπρόσωπος τής ανέχειας του ανθρώπου και των αναγκών του, φωνή ταυτισμένη με τη δική του που εξοργίζει τους θεούς. Αλλά, όσο κι αν βαρέσεις έναν χάρτινο ήρωα δε πρόκειται να τον εξοντώσεις, δε θα τον πονέσεις καν. Αυτή είναι η δύναμή του.
Ένα τρίπρακτο έργο με τραγελαφικές καταστάσεις, αντιθέσεις και άπειρους συμβολισμούς. Ένας θεότρελος κόσμος που θα μπορούσε να είναι ο κόσμος μας. Ή που είναι ο κόσμος μας, αρκεί να αντικαταστήσουμε τα πρόσωπα και τα ονόματα με τα αντίστοιχα του δικού μας. Ένας πραγματικός τραγέλαφος όπως τον αντιλαμβανόμαστε και αναγνωρίζουμε.
Το έργο παρουσιάζεται σαν κωμωδία αλλά μη περιμένεις να χασκογελάσεις. Τα γέλια θα σου μείνουν μετέωρα πάνω στα χείλη. Θα σε προβληματίσουν οι χαρακτήρες. Θα σε πικράνουν οι ομοιότητες. Θα το χαρείς και θα πικραθείς εξίσου. Και στο τέλος, ετοιμάσου να χειροκροτήσεις δυνατά.


Από το σημείωμα του σκηνοθέτη Θ. Εσπίριτου:
"Οι ηθοποιοί δεν θα σου πουν πράγματα άγνωστα. Θα επιχειρήσουν όμως να επουλώσουν το τραύμα, με τη δύναμη της αθωότητας και του γέλιου. Θα πουν ακόμη -με τα λόγια του Αλμπέρ Καμύ- πως παρ' όλο που εκείνοι σου έχουν στερήσει κάθε ελπίδα, δεν σημαίνει πως είσαι απελπισμένος.
Και για το τέλος,
κανείς δεν θα μπορέσει να βλάψει το φως.
Αυτή είναι η ελπίδα."


Η παράσταση πραγματοποιείται με τη συμβολή των απίστευτων κοστουμιών (by Celebrity Skin), των όμορφων αντικειμένων (του Γιώργου Κωτσάκου) και των εκπληκτικών-πολυμορφικών σκηνικών (του Γκάυ Στεφάνου).
Υπέροχος ως Πάνας ο Προμηθέας Nerattini-Δοκιμάκης και μια απίστευτη κουκουβάγια Γίτσα από την Ράνια Φουρλάνου που ξεσηκώνουν με τα καμώματά τους. Παραδίπλα, ο φοβερός Καραγκιόζης ενσαρκωμένος από τον Δημήτρη Κοράκη. Δίας ο Δημήτρης Κοράκης, Ήρα η Ντέπυ Πάγκα, Ερμής ο Πέτρος Μάνδαλος, Αθηνά η Στέλλα Νούλη, Θωρ ο Δων Χροστοδούλου και Προμηθέας ο Λευτέρης Παπακώστας.

Όλες οι φωτογραφίες από το πρόγραμμα της παράστασης

Υ.Γ.: Εσύ διανοούμενε αναγνώστη μου που κατέχεις από λέξεις, κάνε έναν κόπο και εξήγησε εκεί στο wikipedia τι θα πει τραγέλαφος καθώς αγνοείται πλήρως η έννοια.
Ντροπή.
Ευχαριστώ.

Ιόλη (IV)

"The breathing happily angry flower" by Janna Watson

Κεφάλαιο τέταρτο



Το πρωί όταν η Ιόλη ξύπνησε είχε μια έκπληξη. Ο πατέρας της ήταν μπροστά της.

Μαζί με τον Ορφέα.

Επιτέλους... δεν το πίστευε. Είχε ανησυχήσει πολύ.

Ο κύκλος της διάκρισης

Σημαδεμένη αγάπη - ο κύκλος της διάκρισης


Στην γωνιά του δρόμου ένα κτίριο κατεδαφισμένο. Τα σίδερα κρέμονται λυγισμένα μέσα από το χαλασμένο τσιμέντο. Μια μεγάλη ταμπέλα σκουριασμένη μισοχωμένη μέσα στα χαλάσματα. Με δυσκολία διαβάζω αφού τα γράμματα είναι μισοσβησμένα Σωφρονιστικό κατάστημα ………..
Οι άνθρωποι δίπλα μου περνούν αδιάφορα. Στέκομαι σαν άγαλμα και τους κοιτώ.
Μια μεγάλη στοίβα από παλιά υλικά έμειναν πια. Κάποιοι το είχαν χαρακτηρίσει καταραμένο, γερασμένο, άχαρο, ξεθωριασμένο. Μα οι θύμησες δεν ξεθώριασαν

DaDarsa σημαίνει Έχω Δει


"Τα Πάντα στην ανθρώπινη οντότητά μας καθορίζονται από την Ψυχή. Είναι αυτό το άυλο, είναι αυτό που συνδυαζόμενο με το εσωτερικό σου Πάθος μπορεί να κινήσει βουνά"


Περπάτησε αμέτρητες φορές τους δρόμους της Ρώμης ενώ σπούδαζε ελεύθερο σχέδιο και μουσική. Αργότερα και της Αθήνας καθώς παρακολούθησε τη διδασκαλία του ζωγράφου Μιχάλη Κανδύλη. 
Το 1995 στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηνών εμφανίζονται οι Dali, Picasso, Klee, Rouault, Γιάννης Στρατής και άλλοι.
Έργα του βρίσκονται σε κάθε σημαντική αίθουσα της χώρας.

Μαθήματα ζωής


Καθόταν στο βαρύ σκαλιστό γραφείο της.
Τα μαλλιά της κάτασπρα και το πρόσωπό της χαρακωμένο θαρρείς από βαθιές ρυτίδες, σαν δρόμοι, μαρτυρούσαν την μεγάλη ηλικία της. Τα χέρια της ροζιασμένα μεν αλλά απαλά, ανέγγιχτα απ’ της ζωής το μόχθο.
Μόνα της σύνεργα της έμπνευσης, η πένα και τσιγάρο. Μεγάλος βραχνάς αυτός. Ποτέ δεν μπόρεσε να το κόψει, όσο κι αν προσπάθησε. Ώρα παιδευόταν να ταιριάξει εικόνες, αγάπες και μνήμες, μα το μυαλό σαν να κόλλησε…


Χρόνια ασχολιόταν με τη συγγραφή. Οι τοίχοι στο σαλόνι ήταν γεμάτοι διπλώματα, βραβεία και επαίνους, από την μακροχρόνια πορεία της.
Δεν ασχολιόταν όμως πλέον με αυτά. Όσο περνούσαν τα χρόνια τόσο της φαίνονταν ασήμαντα.
Φεύγω… ψιθύρισε, ενώ ήταν μόνη, λες και φοβόταν μην την ακούσουν οι σκιές των αναμνήσεών της και η φωτογραφία στο μικρό τραπεζάκι.
Ήταν η μεγάλη της αγάπη.
Ένα παιδί καστανόξανθο, με μάτια μελιά και βλέμμα σπινθηροβόλο. Σκοτώθηκε χρόνια πριν, σε τροχαίο, λίγο πριν παντρευτούν. Και από τότε έμενε μόνη. Είχε βέβαια τη φήμη της, και μια επιτυχημένη πορεία.


Σηκώθηκε ζαλισμένη και πήγε κοντά του. Τι φταις και συ; Μονολόγησε.
Βλέπεις; Κουράστηκα. Δεν καλοβλέπω κιόλας…
Δυο αράδες έγραψα μόνο και τρέχουν τα μάτια μου ποτάμι. Είναι κι αυτή η αρρώστια… το κεφάλι μου, πάει να σπάσει.
Θα έρθω κοντά σου σύντομα, το νιώθω… Έφυγες νωρίς… Τόσο νέος, τόσο όμορφος, τόσο στοργικός και ιδανικός…

Τον τελευταίο χρόνο ταλαιπωριόταν από την κακιά αρρώστια. Ήταν όμως πάντα δυνατή γυναίκα, γεμάτη πάθος για τη ζωή.
Έτσι δεν το έβαζε κάτω. Ήθελε να προλάβει ακόμα και τώρα, σ’ αυτή τη κατάσταση, να δώσει το τελευταίο έργο.
Να γράψει το τελευταίο ποίημα.

Κάθισε στη γέρική της πολυθρόνα, μιας και ένας πόνος της μούδιασε όλο το κορμί. Διπλώθηκε στα δυο για να αντέξει.
Τώρα χρειαζόταν κάποιο δικό της δίπλα της, αλλά φέρθηκε απερίσκεπτα στα επερχόμενα γερατειά της.
Δεν πρόλαβε να σκεφτεί, γιατί τόσα χρόνια ζούσε μια ζωή σκέτο όνειρο, με γέλια, συζητήσεις, χαρές, σφιχταγκαλιάσματα ενός τρελού έρωτα με τον σύντροφο της ζωής της, τον Μίλτο της.


Αυτό το σαλόνι… σκέφτηκε… Τόσο γεμάτο, μα τόσο άδειο ταυτόχρονα… Γέμιζε πάντα κόσμο τις Κυριακές, γίνονταν τα καλύτερα πάρτυ στον μεγάλο κήπο με την πισίνα… Έρχονταν δημοσιογράφοι να της πάρουν συνέντευξη, συνάδελφοι καλλιτέχνες, η ελίτ της τότε κοινωνίας. Και μετά πάλι μοναξιά… η απόλυτη και καταλυτική μοναξιά…
Είχε πολλές προτάσεις. Πολλοί τη θαύμασαν και θέλησαν να την κάνουν γυναίκα τους. Εκείνη όμως πάντα αρνιόταν, όσο ένιωθε τη δύναμη και το απόγειο της λάμψης της. Τα χρόνια ωστόσο κυλούν σαν νεράκι και τώρα ένιωθε κενή, χωρίς να έχει ούτε το αυτονόητο. Κάποιον να της κλείσει τα μάτια…
Έκανε στη ζωή της πολλούς φίλους, δεν είχε παράπονο, άλλοι έφυγαν πριν από κείνη για το στερνό και μοναχικό ταξίδι τους, άλλοι, όσο εκείνη δοξαζόταν. Υπάρχει ζήλεια στον κόσμο.

Τι φταις κι εσύ; Απευθύνθηκε ξανά προς τη φωτογραφία. Και στο είχα πει, μην βγεις έξω εκείνη τη βροχερή νύχτα.
Είχα κακό προαίσθημα… Τώρα δες μόνο σου μιλάω από δω και νιώθω μόνη. Πιο μόνη από ποτέ στις τελευταίες μου ώρες… γιατί το ξέρω ότι φεύγω… οι όλο και συχνότεροι πόνοι με ειδοποιούν. Αν κράταγα τότε το παιδί σου… τώρα θα είχα μια παρηγοριά.Φοβήθηκα όμως, συχώρα με… Για σκέψου με να έχω ένα παιδί ανύπαντρη, με όλο το βάρος της φήμης, γιατί φορτίο είναι… δεν σ’ αφήνει να ζήσεις πραγματικά, να δείξεις τα πραγματικά σου συναισθήματα τη στιγμή που θέλεις, να μη κλάψεις στη χαρά, να μη γελάσεις στη λύπη, πώς θα μιλήσεις στην εκδήλωση, πώς θα ευχαριστήσεις στη βράβευση, να είσαι πάντα τύπος και υπογραμμός για να σε σέβεται το κοινό.
Να μη μπορείς ούτε μια στάλα να νιώσεις κοινή θνητή, να απολαύσεις τον έρωτα, να κάνεις και συ μια τρέλα βρε αδερφέ χωρίς να δώσεις λογαριασμό σε κανέναν. Να σου επιβάλλεται να είσαι στρατιώτης για να μην αμαυρωθεί η εικόνα σου στο κοινό... και σένα; Ποιός θα σε καταλάβει εσένα; Ποιός θα σε νιώσει; Τόσος κόπος, τόσος αγώνας, για πες μου γιατί; Κι’ όλο να γίνομαι πέτρα, κι΄όλο να προσποιούμαι ότι όλα είναι καλά, «μου φτάνει η δόξα μου έλεγα», ψέμα… κι’ όσο πιο πολύ κόσμο είχα πλάι μου τόσο πιο μόνη ένιωθα. Πες μου γιατί; Χίμαιρες κυνήγησα. Δεν φτάνει…
Όλη αυτή η επιτυχία μου δεν φτάνει, δεν έφτανε…χωρίς εσένα δεν φτάνει…
Πότε έζησα εγώ; πες μου… Όλη μου η ζωή μια βιτρίνα. Απλά καλοστολισμένη για να μπορείς να ξεχνάς προσωρινά, να προχωράς προσωρινά… να σ’ αγαπήσουν προσωρινά… δεν φτάνει…


Μόνη της συντροφιά τα απογεύματα ήταν μια κοπελίτσα. Συγγραφέας κι’ αυτή, στα πρώτα της βήματα, μιλούσαν συχνά για την τέχνη αλλά κυρίως για την ζωή. Την είχε σαν εγγονή της. Και η Αλκμήνη όμως την αγαπούσε και την άκουγε πάντα.
Την θεωρούσε σοφή. Από ώρα σε ώρα την περίμενε και πήγε να φτιάξει καφεδάκια.
Σε λίγο ακούστηκε το κουδούνι. Ήταν η κοπέλα.

-Καλώς τη. Κάθισε σου έχω καφέ. Σήμερα δεν θα μου διαβάσεις, θέλω να σου μιλήσω. Δεν νιώθω καλά, μάλλον φεύγω σιγά - σιγά.

-Γιατί δεν πάτε σε ένα νοσοκομείο κυρία Ηλιάδη; Βλάπτετε τον εαυτό σας …

-Θέλω να πεθάνω σπίτι μου παιδί μου, και όχι σε ένα παγερό νοσοκομείο. Εδώ. Με τις αναμνήσεις μου και τα έργα μου συντροφιά…

Θέλω να σου δώσω κάποιες συμβουλές τελευταίες αλλά πιστεύω είναι οι πιο σημαντικές.
Είσαι σεμνό και ηθικό παιδί. Έτσι να παραμείνεις. Όσο ψηλά και να φτάσεις με την τέχνη σου. Γιατί θα φτάσεις ψηλά το βλέπω. Έχεις δυνατότητες. Μην το πάρεις ποτέ πάνω σου. Να είσαι προσιτή στον κόσμο και ειδικά στους δικούς σου ανθρώπους και στους φίλους σου. Οι φίλοι είναι περιουσία μας σ’ αυτή τη ζήση. Όμως να προσέχεις πάντα να μην σε εκμεταλλευτούν.
Το πάρε- δώσε πρέπει να είναι δίκαιο. Οι ανοχές σου και οι ευκαιρίες που θα δίνεις πρέπει να είναι τόσες, όσες πρέπει, ώστε να μην περνιέσαι για θύμα. Και να μη στεναχωρεθείς αν κάποιοι φύγουν ή αναγκαστείς να τους διώξεις, θα πάει να πει ότι δεν αξίζανε.
Να ξέρεις ότι αξίζεις το καλύτερο. Μην αρκεστείς ποτέ στα ψίχουλα. Να πιστεύεις στον εαυτό σου και στις δυνατότητές σου. Θα περάσουν πολλοί σκάρτοι και εκμεταλλευτές άνθρωποι στη ζωή σου. Έχε τα μάτια ανοιχτά, κράτα τους σωστούς, και διώχνε οτιδήποτε σε χαλά ή σε μειώνει. Παλαιότερα με πείραζε αν κάτι δεν πήγαινε καλά ή όπως θα ήθελα...
Μετά συνήθισα. Ψήθηκα στη ζωή, στις αδικίες της και στους μικρόψυχους ανθρώπους της.
Και συ θα το μάθεις με τον καιρό, θα δεις…
Και μην μείνεις ποτέ χωρίς σύντροφο παιδί μου. Να έχεις πάθος για ζωή και να ερωτεύεσαι.
Όμως, πρόσεχε μην τα δίνεις όλα σε μία σχέση. Κράτα κάτι για σένα, για να μην πληγωθείς αν τύχει και χωρίσεις.
Ποτέ μην χάσεις τη προσωπικότητά σου για τα θέλω ενός άντρα, δεν αξίζει…Να είναι καλά μοιρασμένα τα πράγματα και σε αυτή την περίπτωση. Να σε τιμά και να σε υπολογίζει ο άντρας που θα έχεις πλάι σου.
Αυτά είχα να σου πω για τις διαπροσωπικές και τις ερωτικές σου σχέσεις.


Κάτι άλλο τώρα, που αφορά εμένα. Πάρε αυτά τα κλειδιά του σπιτιού μου για μια ώρα ανάγκης. Άρρωστη γυναίκα είμαι, κάτι μπορεί να συμβεί.
Αν κάποια μέρα δεν ανοίγω μπες με αυτά και κανόνισε τα διαδικαστικά…
Στο συρτάρι έχω κάποια χρήματα και ένα χαρτί για σένα. Να το διαβάσεις όταν πρέπει. Είναι η διαθήκη μου.
Δεν έχω κάποιον δικό μου, είσαι ο πιο κοντινός μου άνθρωπος τα τελευταία χρόνια και χρειάζεσαι μια βοήθεια να σταθείς στα πόδια σου και να δείξεις το ταλέντο σου.
Σου έχω εμπιστοσύνη και ξέρω ότι θα είσαι η συνέχειά μου με όσα σου δίδαξα. Εγώ από κει ψηλά θα σε καμαρώνω, και θα είμαι περήφανη για την μικρή μου μαθήτρια. Γιατί στ’ αλήθεια σε θεωρώ δικό μου παιδί. Εγγόνι μου.
Έμαθα και εγώ από σένα μη νομίζεις, μερικές φορές και οι νέοι έχουν τη σοφία τους.
Είναι το μέλλον μας οι νέοι, η ελπίδα μας…

Η Αλκμήνη δάκρυζε συνεχώς με τα λεγόμενα της γυναίκας.

Πήγαινε σε παρακαλώ και μην κλαις, την έζησα τη ζωή μου. Εδώ φεύγουν νέοι άνθρωποι και αφήνουν ορφανά παιδιά. Να κοιτάξεις εσύ να πας μπροστά, με την δική σου δύναμη και ικανότητα. Να προσέχεις τον εαυτό σου…
Εγώ έχω να τελειώσω το ποίημά μου. Θα έρθει να παραλάβει την συλλογή το βράδυ ο εκδότης. Του είπα ότι δεν είμαι καλά και να βιαστεί. Όλα τα έσοδα των έργων μου θα τα παίρνεις εσύ το κανόνισα ήδη. Να είσαι καλά και σε ευχαριστώ για την παρέα και την αναγνώρισή σου στο πρόσωπό μου.


Η νεαρή φίλη αποχώρησε, και η κυρία Ηλιάδη προσπάθησε να συνεχίσει το ποίημα από κει που το άφησε, παρ’ όλο που δεν άντεχε άλλο. Ο πόνος όσο βράδιαζε γινόταν αφόρητος. Τελικά κατάφερε να ταιριάξει τις τελευταίες ρίμες της.
Αυτό ήταν το μόνο που ήθελε. Να μην πάει χαμένος τόσος κόπος μέσα στην αρρώστια της.
Να δείξει την δύναμή της στο πιστό κοινό της ακόμα και τώρα στο τέλος που αχνοφαίνεται. Να πάρουν μαθήματα ζωής και πίστης από κείνη. Να την θυμόνται σαν άνθρωπο με δυναμισμό και ντομπροσύνη στην διάρκεια του βίου της. Να είναι σαν να μην πέρασε ποτέ αυτήν την καταραμένη αρρώστια, σαν να πέθανε απλά από γερατειά.

Το βραδάκι χτύπησε το κουδούνι ο εκδότης της.

-Έλα Γιώργο πέρασε, να στο δώσω να φύγει αυτό το άγχος από πάνω μου…

-Δεν είστε καλά ε;

-Όχι δεν είμαι, και τώρα θα μου επιτρέψεις έτσι; Πρέπει να ντυθώ…

-Θα βγείτε τέτοια ώρα κυρία Ηλιάδη; Δεν νομίζω ότι είναι καλή ιδέα, κάνει πολύ κρύο έξω. Δεν θα σας κάνει καλό στην κατάστασή σας…

-Δεν θα βγω Γιώργο μου, μην ανησυχείς… ευχαριστώ για την συνεργασία μας τα τελευταία χρόνια…

-Κατάλαβα κάποιον περιμένετε.

-Μπορείς να το πεις κι’ έτσι…

Με όση δύναμη της είχε μείνει, ντύθηκε καλά, και ξάπλωσε στον καναπέ. Από μπρος της πέρασε όλη η ζωή της.
Τα παιδικά της ξέγνοιαστα χρόνια, η αγαπημένη της μητέρα, το νεραντζάκι γλυκό της γιαγιάς της στο νησί τα καλοκαίρια, η εφηβεία και τα πρώτα της ποιήματα και συγγραφικά έργα, ο Μίλτος της αργότερα και ο άδικος θάνατός του λίγο πριν την εκκλησία, οι βραβεύσεις, τα πάρτυ και οι συναδερφικές μαζώξεις για να ξεχνά ή για να νομίζει ότι ζει άραγε;
'Ολα τριγύριζαν στο μυαλό της, μέχρι που αποκοιμήθηκε, μ’ ένα χαμόγελο γλυκό στα χείλη , ένδειξη ότι ξαλάφρωσε έστω και τώρα, στο τέλος…

Το επόμενο απόγευμα, η Αλκμήνη χτύπαγε την πόρτα, αλλά καμία απάντηση… άνοιξε με τα κλειδιά που της είχε δώσει η γυναίκα χθες.
Την βρήκε νεκρή στον καναπέ, με την φωτογραφία του αγαπημένου της στα χέρια… Ξέσπασε σε λυγμούς.

Τώρα πια χάρη στην ευεργέτισσά της, η νεαρή συγγραφέας προχωρά, βραβεύεται και συνεχίζει στα χνάρια της, όπως της το υποσχέθηκε… Θυμάται πάντα αυτόν τον καλό γεμάτο αισθήματα άνθρωπο που της δίδαξε την ίδια τη ζωή, την αληθινή αγάπη και φιλία. Που της έδωσε αρχές και την νοιάστηκε πιο πολύ και από δικό της αίμα, και ας την ήξερε τόσο λίγο…

Στο τραπεζάκι του σαλονιού τώρα υπάρχουν δύο φωτογραφίες…

Η μία της μεγάλης ψυχής και συγγραφέως και η άλλη του Μίλτου. Δεν την έβγαλε ποτέ η Αλκμήνη τιμής ένεκεν στην κυρία Ηλιάδη, λες και ζούσε ακόμα εκεί…

***

Το διήγημα "Μαθήματα ζωής" γράφτηκε από την Εύη Καφούρου το 2009. Με αυτό έλαβε μέρος στο διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και βραβεύτηκε με έπαινο -2009- ενώ τον επόμενο χρόνο -2010- ξανακέρδισε βράβευση από την Πανελλήνια Ένωση Νέων Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και τότε δημοσιεύτηκε στον τόμο "Γραφής Έργα".
Η εικονογράφηση του κειμένου έγινε με σκίτσα της ίδιας.
Για το σύνολο του έργου της, η Εύη Καφούρου, έχει αναφερθεί σε συνάντησή μας η οποία έχει δημοσιευθεί στο koukidaki με τον τίτλο "Από-γραφής έργα". Παράλληλα, προσφέρει, σε πρώτη δημοσίευση, τη νουβέλα της "Ιόλη" για τους αναγνώστες του ιστότοπου (ξεκινήστε την ανάγνωση από εδώ).

ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Σάντυ Κυριακή ΗλιάδουΝατάσσα ΕξάρχουΣωτηρία ΙωαννίδουΚέλλυ ΚαϊμάκηΠαναγιώτης ΣταυρόπουλοςMo HayderΆννα Σελίδου
Γιάννης ΦιλιππίδηςΕυδοκία ΣταυρίδουΓιώργος ΙωαννίδηςPaullina SimonsΧρήστος ΧτιστόπουλοςΓεώργιος ΤζιτζικάκηςΘεόφιλος Γιαννόπουλος
Ασημίνα ΞηρογιάννηΝίκος ΚρίκαςΣοφία ΓουδετσίδουΜαριάνα ΝικολιδάκηΝάντια ΠαπαθανασοπούλουΓιώργος ΔάμτσιοςΓρηγόρης Τριγλίδης