Μαθήματα ζωής


Καθόταν στο βαρύ σκαλιστό γραφείο της.
Τα μαλλιά της κάτασπρα και το πρόσωπό της χαρακωμένο θαρρείς από βαθιές ρυτίδες, σαν δρόμοι, μαρτυρούσαν την μεγάλη ηλικία της. Τα χέρια της ροζιασμένα μεν αλλά απαλά, ανέγγιχτα απ’ της ζωής το μόχθο.
Μόνα της σύνεργα της έμπνευσης, η πένα και τσιγάρο. Μεγάλος βραχνάς αυτός. Ποτέ δεν μπόρεσε να το κόψει, όσο κι αν προσπάθησε. Ώρα παιδευόταν να ταιριάξει εικόνες, αγάπες και μνήμες, μα το μυαλό σαν να κόλλησε…


Χρόνια ασχολιόταν με τη συγγραφή. Οι τοίχοι στο σαλόνι ήταν γεμάτοι διπλώματα, βραβεία και επαίνους, από την μακροχρόνια πορεία της.
Δεν ασχολιόταν όμως πλέον με αυτά. Όσο περνούσαν τα χρόνια τόσο της φαίνονταν ασήμαντα.
Φεύγω… ψιθύρισε, ενώ ήταν μόνη, λες και φοβόταν μην την ακούσουν οι σκιές των αναμνήσεών της και η φωτογραφία στο μικρό τραπεζάκι.
Ήταν η μεγάλη της αγάπη.
Ένα παιδί καστανόξανθο, με μάτια μελιά και βλέμμα σπινθηροβόλο. Σκοτώθηκε χρόνια πριν, σε τροχαίο, λίγο πριν παντρευτούν. Και από τότε έμενε μόνη. Είχε βέβαια τη φήμη της, και μια επιτυχημένη πορεία.


Σηκώθηκε ζαλισμένη και πήγε κοντά του. Τι φταις και συ; Μονολόγησε.
Βλέπεις; Κουράστηκα. Δεν καλοβλέπω κιόλας…
Δυο αράδες έγραψα μόνο και τρέχουν τα μάτια μου ποτάμι. Είναι κι αυτή η αρρώστια… το κεφάλι μου, πάει να σπάσει.
Θα έρθω κοντά σου σύντομα, το νιώθω… Έφυγες νωρίς… Τόσο νέος, τόσο όμορφος, τόσο στοργικός και ιδανικός…

Τον τελευταίο χρόνο ταλαιπωριόταν από την κακιά αρρώστια. Ήταν όμως πάντα δυνατή γυναίκα, γεμάτη πάθος για τη ζωή.
Έτσι δεν το έβαζε κάτω. Ήθελε να προλάβει ακόμα και τώρα, σ’ αυτή τη κατάσταση, να δώσει το τελευταίο έργο.
Να γράψει το τελευταίο ποίημα.

Κάθισε στη γέρική της πολυθρόνα, μιας και ένας πόνος της μούδιασε όλο το κορμί. Διπλώθηκε στα δυο για να αντέξει.
Τώρα χρειαζόταν κάποιο δικό της δίπλα της, αλλά φέρθηκε απερίσκεπτα στα επερχόμενα γερατειά της.
Δεν πρόλαβε να σκεφτεί, γιατί τόσα χρόνια ζούσε μια ζωή σκέτο όνειρο, με γέλια, συζητήσεις, χαρές, σφιχταγκαλιάσματα ενός τρελού έρωτα με τον σύντροφο της ζωής της, τον Μίλτο της.


Αυτό το σαλόνι… σκέφτηκε… Τόσο γεμάτο, μα τόσο άδειο ταυτόχρονα… Γέμιζε πάντα κόσμο τις Κυριακές, γίνονταν τα καλύτερα πάρτυ στον μεγάλο κήπο με την πισίνα… Έρχονταν δημοσιογράφοι να της πάρουν συνέντευξη, συνάδελφοι καλλιτέχνες, η ελίτ της τότε κοινωνίας. Και μετά πάλι μοναξιά… η απόλυτη και καταλυτική μοναξιά…
Είχε πολλές προτάσεις. Πολλοί τη θαύμασαν και θέλησαν να την κάνουν γυναίκα τους. Εκείνη όμως πάντα αρνιόταν, όσο ένιωθε τη δύναμη και το απόγειο της λάμψης της. Τα χρόνια ωστόσο κυλούν σαν νεράκι και τώρα ένιωθε κενή, χωρίς να έχει ούτε το αυτονόητο. Κάποιον να της κλείσει τα μάτια…
Έκανε στη ζωή της πολλούς φίλους, δεν είχε παράπονο, άλλοι έφυγαν πριν από κείνη για το στερνό και μοναχικό ταξίδι τους, άλλοι, όσο εκείνη δοξαζόταν. Υπάρχει ζήλεια στον κόσμο.

Τι φταις κι εσύ; Απευθύνθηκε ξανά προς τη φωτογραφία. Και στο είχα πει, μην βγεις έξω εκείνη τη βροχερή νύχτα.
Είχα κακό προαίσθημα… Τώρα δες μόνο σου μιλάω από δω και νιώθω μόνη. Πιο μόνη από ποτέ στις τελευταίες μου ώρες… γιατί το ξέρω ότι φεύγω… οι όλο και συχνότεροι πόνοι με ειδοποιούν. Αν κράταγα τότε το παιδί σου… τώρα θα είχα μια παρηγοριά.Φοβήθηκα όμως, συχώρα με… Για σκέψου με να έχω ένα παιδί ανύπαντρη, με όλο το βάρος της φήμης, γιατί φορτίο είναι… δεν σ’ αφήνει να ζήσεις πραγματικά, να δείξεις τα πραγματικά σου συναισθήματα τη στιγμή που θέλεις, να μη κλάψεις στη χαρά, να μη γελάσεις στη λύπη, πώς θα μιλήσεις στην εκδήλωση, πώς θα ευχαριστήσεις στη βράβευση, να είσαι πάντα τύπος και υπογραμμός για να σε σέβεται το κοινό.
Να μη μπορείς ούτε μια στάλα να νιώσεις κοινή θνητή, να απολαύσεις τον έρωτα, να κάνεις και συ μια τρέλα βρε αδερφέ χωρίς να δώσεις λογαριασμό σε κανέναν. Να σου επιβάλλεται να είσαι στρατιώτης για να μην αμαυρωθεί η εικόνα σου στο κοινό... και σένα; Ποιός θα σε καταλάβει εσένα; Ποιός θα σε νιώσει; Τόσος κόπος, τόσος αγώνας, για πες μου γιατί; Κι’ όλο να γίνομαι πέτρα, κι΄όλο να προσποιούμαι ότι όλα είναι καλά, «μου φτάνει η δόξα μου έλεγα», ψέμα… κι’ όσο πιο πολύ κόσμο είχα πλάι μου τόσο πιο μόνη ένιωθα. Πες μου γιατί; Χίμαιρες κυνήγησα. Δεν φτάνει…
Όλη αυτή η επιτυχία μου δεν φτάνει, δεν έφτανε…χωρίς εσένα δεν φτάνει…
Πότε έζησα εγώ; πες μου… Όλη μου η ζωή μια βιτρίνα. Απλά καλοστολισμένη για να μπορείς να ξεχνάς προσωρινά, να προχωράς προσωρινά… να σ’ αγαπήσουν προσωρινά… δεν φτάνει…


Μόνη της συντροφιά τα απογεύματα ήταν μια κοπελίτσα. Συγγραφέας κι’ αυτή, στα πρώτα της βήματα, μιλούσαν συχνά για την τέχνη αλλά κυρίως για την ζωή. Την είχε σαν εγγονή της. Και η Αλκμήνη όμως την αγαπούσε και την άκουγε πάντα.
Την θεωρούσε σοφή. Από ώρα σε ώρα την περίμενε και πήγε να φτιάξει καφεδάκια.
Σε λίγο ακούστηκε το κουδούνι. Ήταν η κοπέλα.

-Καλώς τη. Κάθισε σου έχω καφέ. Σήμερα δεν θα μου διαβάσεις, θέλω να σου μιλήσω. Δεν νιώθω καλά, μάλλον φεύγω σιγά - σιγά.

-Γιατί δεν πάτε σε ένα νοσοκομείο κυρία Ηλιάδη; Βλάπτετε τον εαυτό σας …

-Θέλω να πεθάνω σπίτι μου παιδί μου, και όχι σε ένα παγερό νοσοκομείο. Εδώ. Με τις αναμνήσεις μου και τα έργα μου συντροφιά…

Θέλω να σου δώσω κάποιες συμβουλές τελευταίες αλλά πιστεύω είναι οι πιο σημαντικές.
Είσαι σεμνό και ηθικό παιδί. Έτσι να παραμείνεις. Όσο ψηλά και να φτάσεις με την τέχνη σου. Γιατί θα φτάσεις ψηλά το βλέπω. Έχεις δυνατότητες. Μην το πάρεις ποτέ πάνω σου. Να είσαι προσιτή στον κόσμο και ειδικά στους δικούς σου ανθρώπους και στους φίλους σου. Οι φίλοι είναι περιουσία μας σ’ αυτή τη ζήση. Όμως να προσέχεις πάντα να μην σε εκμεταλλευτούν.
Το πάρε- δώσε πρέπει να είναι δίκαιο. Οι ανοχές σου και οι ευκαιρίες που θα δίνεις πρέπει να είναι τόσες, όσες πρέπει, ώστε να μην περνιέσαι για θύμα. Και να μη στεναχωρεθείς αν κάποιοι φύγουν ή αναγκαστείς να τους διώξεις, θα πάει να πει ότι δεν αξίζανε.
Να ξέρεις ότι αξίζεις το καλύτερο. Μην αρκεστείς ποτέ στα ψίχουλα. Να πιστεύεις στον εαυτό σου και στις δυνατότητές σου. Θα περάσουν πολλοί σκάρτοι και εκμεταλλευτές άνθρωποι στη ζωή σου. Έχε τα μάτια ανοιχτά, κράτα τους σωστούς, και διώχνε οτιδήποτε σε χαλά ή σε μειώνει. Παλαιότερα με πείραζε αν κάτι δεν πήγαινε καλά ή όπως θα ήθελα...
Μετά συνήθισα. Ψήθηκα στη ζωή, στις αδικίες της και στους μικρόψυχους ανθρώπους της.
Και συ θα το μάθεις με τον καιρό, θα δεις…
Και μην μείνεις ποτέ χωρίς σύντροφο παιδί μου. Να έχεις πάθος για ζωή και να ερωτεύεσαι.
Όμως, πρόσεχε μην τα δίνεις όλα σε μία σχέση. Κράτα κάτι για σένα, για να μην πληγωθείς αν τύχει και χωρίσεις.
Ποτέ μην χάσεις τη προσωπικότητά σου για τα θέλω ενός άντρα, δεν αξίζει…Να είναι καλά μοιρασμένα τα πράγματα και σε αυτή την περίπτωση. Να σε τιμά και να σε υπολογίζει ο άντρας που θα έχεις πλάι σου.
Αυτά είχα να σου πω για τις διαπροσωπικές και τις ερωτικές σου σχέσεις.


Κάτι άλλο τώρα, που αφορά εμένα. Πάρε αυτά τα κλειδιά του σπιτιού μου για μια ώρα ανάγκης. Άρρωστη γυναίκα είμαι, κάτι μπορεί να συμβεί.
Αν κάποια μέρα δεν ανοίγω μπες με αυτά και κανόνισε τα διαδικαστικά…
Στο συρτάρι έχω κάποια χρήματα και ένα χαρτί για σένα. Να το διαβάσεις όταν πρέπει. Είναι η διαθήκη μου.
Δεν έχω κάποιον δικό μου, είσαι ο πιο κοντινός μου άνθρωπος τα τελευταία χρόνια και χρειάζεσαι μια βοήθεια να σταθείς στα πόδια σου και να δείξεις το ταλέντο σου.
Σου έχω εμπιστοσύνη και ξέρω ότι θα είσαι η συνέχειά μου με όσα σου δίδαξα. Εγώ από κει ψηλά θα σε καμαρώνω, και θα είμαι περήφανη για την μικρή μου μαθήτρια. Γιατί στ’ αλήθεια σε θεωρώ δικό μου παιδί. Εγγόνι μου.
Έμαθα και εγώ από σένα μη νομίζεις, μερικές φορές και οι νέοι έχουν τη σοφία τους.
Είναι το μέλλον μας οι νέοι, η ελπίδα μας…

Η Αλκμήνη δάκρυζε συνεχώς με τα λεγόμενα της γυναίκας.

Πήγαινε σε παρακαλώ και μην κλαις, την έζησα τη ζωή μου. Εδώ φεύγουν νέοι άνθρωποι και αφήνουν ορφανά παιδιά. Να κοιτάξεις εσύ να πας μπροστά, με την δική σου δύναμη και ικανότητα. Να προσέχεις τον εαυτό σου…
Εγώ έχω να τελειώσω το ποίημά μου. Θα έρθει να παραλάβει την συλλογή το βράδυ ο εκδότης. Του είπα ότι δεν είμαι καλά και να βιαστεί. Όλα τα έσοδα των έργων μου θα τα παίρνεις εσύ το κανόνισα ήδη. Να είσαι καλά και σε ευχαριστώ για την παρέα και την αναγνώρισή σου στο πρόσωπό μου.


Η νεαρή φίλη αποχώρησε, και η κυρία Ηλιάδη προσπάθησε να συνεχίσει το ποίημα από κει που το άφησε, παρ’ όλο που δεν άντεχε άλλο. Ο πόνος όσο βράδιαζε γινόταν αφόρητος. Τελικά κατάφερε να ταιριάξει τις τελευταίες ρίμες της.
Αυτό ήταν το μόνο που ήθελε. Να μην πάει χαμένος τόσος κόπος μέσα στην αρρώστια της.
Να δείξει την δύναμή της στο πιστό κοινό της ακόμα και τώρα στο τέλος που αχνοφαίνεται. Να πάρουν μαθήματα ζωής και πίστης από κείνη. Να την θυμόνται σαν άνθρωπο με δυναμισμό και ντομπροσύνη στην διάρκεια του βίου της. Να είναι σαν να μην πέρασε ποτέ αυτήν την καταραμένη αρρώστια, σαν να πέθανε απλά από γερατειά.

Το βραδάκι χτύπησε το κουδούνι ο εκδότης της.

-Έλα Γιώργο πέρασε, να στο δώσω να φύγει αυτό το άγχος από πάνω μου…

-Δεν είστε καλά ε;

-Όχι δεν είμαι, και τώρα θα μου επιτρέψεις έτσι; Πρέπει να ντυθώ…

-Θα βγείτε τέτοια ώρα κυρία Ηλιάδη; Δεν νομίζω ότι είναι καλή ιδέα, κάνει πολύ κρύο έξω. Δεν θα σας κάνει καλό στην κατάστασή σας…

-Δεν θα βγω Γιώργο μου, μην ανησυχείς… ευχαριστώ για την συνεργασία μας τα τελευταία χρόνια…

-Κατάλαβα κάποιον περιμένετε.

-Μπορείς να το πεις κι’ έτσι…

Με όση δύναμη της είχε μείνει, ντύθηκε καλά, και ξάπλωσε στον καναπέ. Από μπρος της πέρασε όλη η ζωή της.
Τα παιδικά της ξέγνοιαστα χρόνια, η αγαπημένη της μητέρα, το νεραντζάκι γλυκό της γιαγιάς της στο νησί τα καλοκαίρια, η εφηβεία και τα πρώτα της ποιήματα και συγγραφικά έργα, ο Μίλτος της αργότερα και ο άδικος θάνατός του λίγο πριν την εκκλησία, οι βραβεύσεις, τα πάρτυ και οι συναδερφικές μαζώξεις για να ξεχνά ή για να νομίζει ότι ζει άραγε;
'Ολα τριγύριζαν στο μυαλό της, μέχρι που αποκοιμήθηκε, μ’ ένα χαμόγελο γλυκό στα χείλη , ένδειξη ότι ξαλάφρωσε έστω και τώρα, στο τέλος…

Το επόμενο απόγευμα, η Αλκμήνη χτύπαγε την πόρτα, αλλά καμία απάντηση… άνοιξε με τα κλειδιά που της είχε δώσει η γυναίκα χθες.
Την βρήκε νεκρή στον καναπέ, με την φωτογραφία του αγαπημένου της στα χέρια… Ξέσπασε σε λυγμούς.

Τώρα πια χάρη στην ευεργέτισσά της, η νεαρή συγγραφέας προχωρά, βραβεύεται και συνεχίζει στα χνάρια της, όπως της το υποσχέθηκε… Θυμάται πάντα αυτόν τον καλό γεμάτο αισθήματα άνθρωπο που της δίδαξε την ίδια τη ζωή, την αληθινή αγάπη και φιλία. Που της έδωσε αρχές και την νοιάστηκε πιο πολύ και από δικό της αίμα, και ας την ήξερε τόσο λίγο…

Στο τραπεζάκι του σαλονιού τώρα υπάρχουν δύο φωτογραφίες…

Η μία της μεγάλης ψυχής και συγγραφέως και η άλλη του Μίλτου. Δεν την έβγαλε ποτέ η Αλκμήνη τιμής ένεκεν στην κυρία Ηλιάδη, λες και ζούσε ακόμα εκεί…

***

Το διήγημα "Μαθήματα ζωής" γράφτηκε από την Εύη Καφούρου το 2009. Με αυτό έλαβε μέρος στο διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και βραβεύτηκε με έπαινο -2009- ενώ τον επόμενο χρόνο -2010- ξανακέρδισε βράβευση από την Πανελλήνια Ένωση Νέων Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και τότε δημοσιεύτηκε στον τόμο "Γραφής Έργα".
Η εικονογράφηση του κειμένου έγινε με σκίτσα της ίδιας.
Για το σύνολο του έργου της, η Εύη Καφούρου, έχει αναφερθεί σε συνάντησή μας η οποία έχει δημοσιευθεί στο koukidaki με τον τίτλο "Από-γραφής έργα". Παράλληλα, προσφέρει, σε πρώτη δημοσίευση, τη νουβέλα της "Ιόλη" για τους αναγνώστες του ιστότοπου (ξεκινήστε την ανάγνωση από εδώ).

3 σχόλια:

  1. Ανώνυμος02 Ιουνίου, 2013

    ΠΟΛΥ ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΤΖΕΝΗ ΜΟΥ !

    ΕΥΗ Κ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Να είσαι καλά Εβίτα μου και να συνεχίσεις αυτό που τόσο αγαπάς και σου ταιριάζει.
      Να γράφεις. Για εσένα και για όλους εμάς.
      Εκ μέρους όλων των αναγνωστών... ευχαριστούμε για το μοίρασμα.

      Διαγραφή
  2. Ανώνυμος02 Ιουνίου, 2013

    ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΛΑ ΣΟΥ ΛΟΓΙΑ !!!!

    ΕΥΗ Κ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Τερέζα ΚουρούκληΧάρης ΒασιλάκοςΓιώργος ΓιαντάςΣτέλιος ΚανάκηςΣτέλιος ΜοίραςΈλσα ΜαγγανάρηΓιάννης Βεντούρας
Γεωργία ΚραββαρίτηΓιάννης ΦιλιππίδηςΚωνσταντίνα ΚαντζιούΠαναγιώτης ΝτούσκαςVal O' TeliΚαλλιόπη ΒελόνιαΠόλυ Μοσχοπούλου
Κερδίστε ως και πέντε μυθιστορήματαΧρυσούλα ΒακιρτζήΧρήστος ΠαπουτσήςΒαγγέλης ΜαργιωρήςΒασίλης ΤσικάραςΜαρία ΙατρίδηΘεόφιλος Γιαννόπουλος