Ο κύκλος της διάκρισης

Σημαδεμένη αγάπη - ο κύκλος της διάκρισης


Στην γωνιά του δρόμου ένα κτίριο κατεδαφισμένο. Τα σίδερα κρέμονται λυγισμένα μέσα από το χαλασμένο τσιμέντο. Μια μεγάλη ταμπέλα σκουριασμένη μισοχωμένη μέσα στα χαλάσματα. Με δυσκολία διαβάζω αφού τα γράμματα είναι μισοσβησμένα Σωφρονιστικό κατάστημα ………..
Οι άνθρωποι δίπλα μου περνούν αδιάφορα. Στέκομαι σαν άγαλμα και τους κοιτώ.
Μια μεγάλη στοίβα από παλιά υλικά έμειναν πια. Κάποιοι το είχαν χαρακτηρίσει καταραμένο, γερασμένο, άχαρο, ξεθωριασμένο. Μα οι θύμησες δεν ξεθώριασαν
στο πέρασμα του χρόνου. Χώνω πιο βαθιά τα χέρια μου στο παλιό τριμμένο μπουφάν μου. Μια στιγμή ή μια αιωνιότητα κράτησε αυτή η ματιά; Δεν μπορώ να ξεχωρίσω. Το παιχνίδι της μοίρας αρχίζει και τελειώνει εδώ. Οι άνθρωποι σπρωγμένοι από τις κοινωνικές επαφές και την κοινωνική προσέγγιση ξεχνούν. Ξεχνούν να παίξουν τον εαυτό τους.
Η σύγκριση και η ανωτερότητα, η υποτίμηση στους ανθρώπους που δεν έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά... για όλα αυτά αδιαφορούν. Η μειωτική και απαξιωτική διαδικασία τα στερεότυπα, οι προκαταλήψεις οι κοινωνικές κατασκευές...
Αδιαφορούν για αυτούς που έχουν πάψει να έχουν συλλογική ζωή.
Με κορυφή τη προσωπική τους διάκριση τιμωρούν τον πλησίον ή τον λυπούνται. Αισθήματα που γεννιούνται και μεταλλάσσονται συνεχώς. Με τα δάκρυα μου κάθε Κυριακή πότιζα τα τριαντάφυλλα της ελπίδας που είχαν γεννηθεί στο κελί μου που δεν υπήρχε αρκετός αέρας, σε ένα παλιό μπλοκάκι που άφηνα εκεί το όνομα μου και την καρδιά μου.
Ο φαύλος κύκλος των διακρίσεων, και οι θείες τιμωρίες σημάδεψαν την αγάπη για πάντα.
Χρώματα και χειρονομίες ανθρώπων που δεν μας αγάπησαν!
Και οι φίλοι ταξίδεψαν αδέξια προς την θάλασσα Γυμνοί, στα πλήθη ταπεινοί, χαμένοι στην αλλοτρίωση του μύθου, ζήσαμε ξένοι.
Και εμείς που αγαπήσαμε τόσο πολύ, περνούμε τις νύχτες σε υπόγεια που μυρίζουν μούχλα, κοιμόμαστε στο πάτωμα κομματιάζοντας σώμα και ψυχή. Είμαστε ταξιδιώτες που αναζητούμε το θαύμα σε έναν μυστικό δείπνο, φτωχοί, ορφανοί… μετανάστες επαίτες σε μια αδιάκοπη φυγή, σε μια αδιάκοπη συντριβή κάτω από τον Ήλιο.
Τις χειμωνιάτικες νύχτες η εξομολόγηση μόνο φωλιάζει στις καρδιές μας και το αίμα «ιερό ανάγνωσμα» που στην παγωνιά την ζεστασιά κερδίζει και τον θάνατο καταργεί.

Κάποιοι από τους συντρόφους στα χέρια του Θεού ψάχνουν ανοιχτό ουρανό για τον αγώνα και τον κοινωνικό λιθοβολισμό. Τούτος ο κόσμος έγινε καημός και το ανάστημα της καρδιάς η αγάπη σημάδεψε.
Μα ποιος ήμουν στα αλήθεια; Μόνο η καλοσύνη των άστρων μου έμεινε, σε ένα ταξίδι που έχει τελειώσει πια.
Το σκοτάδι της νύχτας φεύγει στο γλυκοχάραμα μιας νέας μέρας. Η νίκη ή η ήττα, η ευτυχία ή η δυστυχία, η σοφία ή η άγνοια, η ελευθέρια ή η δέσμευση όλα χωρούν στον ίδιο κύκλο... σαν την λάμψη στο σκοτάδι και τον αβάσταχτο πόνο της αποκάλυψης.

Ο πόνος του κόσμου στην άγνοια και τον ρατσισμό.
Ο πρώτος ομιλητής, που είδε Ήλιους και φεγγάρια βιάζεται να συντελέσει στο θαύμα, στην θυσία, στην λύτρωση, βιάζεται να κρυσταλλώσει το συναίσθημα που δεν έχει επιστροφή, να γαληνέψει τους ανθρώπινους ουρανούς από την δοκιμασία με δυο μεγάλα μάτια καλοσύνης. Είναι ο μεσολαβητής ανάμεσα στην μοίρα και στους ανθρώπους της οδύνης.
Τα τριαντάφυλλα της μοίρας χάρισα στον πρώτο ομιλητή, από το πέρασμα του χρόνου ανέγγιχτα.
Στους νόμους που μου όρισαν τον χωρισμό αγρύπνησα, σε άπιστους καιρούς χωρίς συμπόνια αγρυπνώ.
Ο τόπος μου εδώ σε αυτά τα χαλάσματα, τριάντα χρόνια ξεχασμένος στην φθορά καταδικασμένος για ένα παιδικό παράπτωμα.
Αδιέξοδες φλέβες πετρωμένες από τον χρόνο την μοναξιά και την σιωπή φυλακισμένες.
Στα χρόνια που πέρασαν το πλήθος, κορμιά ζωντανά, θριάμβευσαν στο φως της ημέρας, μα εμείς θανάσιμα σημαδεμένοι, και η ψυχή μάταιη στη δύση της ζωής.
Στον γυρισμό αλλόκοσμοι ήχοι του αγριμιού που λύθηκε για πάντα από την αλυσίδα. Ο δικός μου Ήλιος μοιρασμένος στην απουσία ξεχασμένος.
Μα το όνειρο στην δροσιά της αυγής λαμπυρίζει ακόμα και την γύμνια ολόκληρης της ζωής μου αποκαλύπτει.
Ξαφνικά ένας μεγάλος θόρυβος με βγάζει από τις σκέψεις μου.
Δεν θα είχα κάνει είκοσι βήματα από το κτίριο όταν ένα μεγάλο κομμάτι στην δεξιά γωνία που στεκόταν ακόμα όρθιο κατάρρευσε σηκώνοντας ένα λευκό σύννεφο σκόνης που σκέπασε τους σωρούς από τις πέτρες αλλά και την δική μου μνήμη.
Απελευθερωμένος από τα μυστικά του κτιρίου απομακρύνομαι.
Μια παράξενη ανεξήγητη ευτυχία με νίκησε... κάτι σαν το ανέλπιστο της στιγμής... δεν ανήκω πια εδώ μονολογώ!

Ευτυχία Καπαρδέλη



Ανακαλύψτε την (ή τον κόσμο της): 
Στην προσωπική της σελίδα στο facebook,
Σε δημοσιευμένα έργα της,
Σε περισσότερα δημοσιευμένα έργα της, ακολουθώντας τους συνδέσμους. 

1 σχόλιο:

  1. Να πω μια παράτολμη ιδέα;
    Το διήγημα έχει άρωμα ποιητικού λόγου. Τολμήστε να το διαβάσετε ανάποδα ώστε η τελευταία πρόταση να γίνει πρώτη και η πρώτη τελευταία. Τι θα συμβεί;
    Μετά μπορείτε να αφήσετε τα σχόλιά σας εδώ.

    Σύμφωνα με τη δική μου άποψη... δεν έχει να χάσει τίποτα αν διαβαστεί ανάποδα. Είναι εξίσου ενδιαφέρον και ζωντανό. Και για να είμαι απόλυτα ειλικρινής... αυτό το χαρακτηριστικό με έκανε να ζητήσω από τη συγγραφέα του την άδεια ώστε να το δημοσιεύσω εδώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Νικολία ΠανίδουΔημήτρης ΛάμπρουΣωτηρία ΙωαννίδουΧρήστος ΝομικόςΒασίλης ΚαραναστάσηςΝτενί ΕμορίνΑθηνά Τερζή
Μάριος ΔημητριάδηςΚερδίστε τρία μυθιστορήματαΓιώργος ΧατζηκυριάκοςΜαρία ΖαχαράκηΧαράλαμπος ΒοΐδηςΤειρεσίας ΛυγερόςΧριστίνα Παναγιώτα Γραμματικοπούλου
Λιλή ΓάτηΠαναγιώτης ΑσημεόνογλουΒαρβάρα ΣεργίουΝίκος ΒαρδάκαςΠέτρος ΖήκοςΒαθμολογήστε και κερδίστεΑλέξανδρος Ακριτόπουλος