Ανθολόγιο των κακών Αμερικανών (Τζέραλντ Λόκλιν)

Ο Τζέραλντ Λόκλιν γεννήθηκε το 1941 στο Ρότσεστερ της Νέας Υόρκης. Εδώ και αρκετά χρόνια εργάζεται σαν υφηγητής αγγλικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Λονγκ Μπητς στην Καλιφόρνια. Έχει εκδώσει μέχρι σήμερα 6 ποιητικές συλλογές, 2 βιβλία με διηγήματα και 1 μυθιστόρημα. Στο εξώφυλλο ενός από τα βιβλία του βλέπουμε μια φωτογραφία του συγγραφέα που γεμίζει την μπανιέρα με τα κιλά του, (η μπανιέρα πρέπει να είναι ειδική παραγγελία). Συμπεραίνει λοιπόν κανείς ότι το ύψος του πρέπει να φτάνει το 1 μέτρο και τους 98 πόντους, ο ίδιος δε χαίρεται ιδιαίτερα όταν ανεβαίνει στη ζυγαριά του και τον δείχνει ακριβώς 2 πενηντόκιλα. Στη διάρκεια οινοποσιών εξομολογείται ότι στο παρελθόν υπήρξε "Σύμβουλος Ενδύσεως" του ιδίου του Αλφρέδου Ζαρρύ. 

Η ΧΙΠΠΙΚΗ ΠΟΥΚΑΜΙΣΑ

Ο Μπομπ ΜακΓκρέγκορ χαιρότανε να παίρνει στο αυτοκίνητό του ανθρώπους που του κάνανε ωτοστόπ. Σίγουρα γνώριζε ότι δεν έκανε και τίποτα σπουδαίο, αλλά αυτό τον έκανε να νιώθει καλά που πρόσφερε κάτι σ 'έναν συνάνθρωπό του κι ύστερα άκουγε και χίλια ευχαριστώ.

Μερικές φορές αισθανόταν ότι γεφύρωνε το χάσμα των γενεών μ' αυτό που έκανε και ότι συνέβαλε στον αναίμακτο τερματισμό των ταξικών συγκρούσεων. Πέραν τούτου, όλον αυτό τον καιρό που έπαιρνε μαζί του ανθρώπους που του κάναν ωτοστόπ, ποτέ δεν τον είχε κανείς ενοχλήσει, κάποια αδερφή ή κανένας κακοποιός, ας πούμε. Ούτε καν το γνωστό χτυπηματάκι στο γόνατο.
Αν ήταν καπνιστής πολύ θα του άρεσε η ιδέα να του κάνουνε τράκα. Τόσο απλό και τόσο εύκολο είναι να κάνει κανείς κάτι για τον άλλο. Δυστυχώς όμως δεν κάπνιζε. Ήταν άνθρωπος με λίγα ελαττώματα.

"Για πού;" τον ρώτησε ο νεαρός.

"Στο κέντρο."

"Ναι; ψώνιο! Πας για τη δουλειά;"

"Ακριβώς!" απάντησε ο Μπομπ.

"Ωραία, λοιπόν εμένα με λένε Μεγάλο. Εσένα;" "Πώς με λένε; Μμ, Ρόμπερτ. Ρόμπερτ ΜακΓκρέγκορ."

"Ρόμπερτ;"

"Ναι, δηλαδή, Μπομπ."

"Γεια χαρά σου, Μπομπ!"

"Γειά σου Μεγάλε!"

"Πού δουλεύεις Μπομπ;"

"Ασφάλεια."

"Σ.Ι.Α. ή πουθενά αλλού;"

"Μπα, ασφαλιστής είμαι σε ασφαλιστική εταιρία."

"Κοίτα να δεις πού τσίμπησα ... Και δεν μου λες Μπομπ σ' αρέσει η δουλειά σου;"

" Ή δουλειά μου; Ναι, ναι, μ’ αρέσει."

"Και με τι μπερδεύεσαι; Δεν πιστεύω όταν κατέβω από τ' αμάξι σου να μου' χεις πουλήσει καμιά ασφάλεια ζωής των εκατό χιλιάδων δολαρίων ... "

"Εγώ; Σε σένα; Χα…" Ο Μπομπ γέλασε. "Εργάζομαι στην γραμματεία δικαστικού " Κι όταν διαπίστωσε στο πρόσωπο του συνομιλητή του κάποια ερωτηματικά συμπλήρωσε: "Νούμερα, αριθμοί, μαθηματικά, δουλειά γραφείου."

"Α, τι λε ρε φίλε ... μάλιστα ... εγώ στα μαθηματικά ήμουνα, γαμησέτα ... όπως έλεγε η μάνα μου: σκράπας! Εσύ φαίνεται τα πιάνεις."

'Έ, μάλλον, μάλλον τα πιάνω."

"Θα την βρίσκεις, φαίνεται."

"Κι εσύ;"

"Τι εγώ;"

"Εσύ, με τι ... την βρίσκεις;"

"Εγώ; γαμησέτα ... τίποτα ... τη μια εδώ, την άλλη εκεί. 'Ο,τι βρέξει  ας κατεβάσει. .. γκομενίτσες, κανένα μαύρο, αυτά, μπήκες;"

"Εε, φυσικά!"

"Έχεις οικογένεια;"

"Ναι ... δηλαδή όχι. Έχω χωρίσει."

"Σοβαρά ρε παιδί; Πληρώνεις και διατροφή;" Ο Μπομπ κατένευσε.

"Φυσικά."

"Και δεν στη δίνει καμιά φορά ... δεν νιώθεις σαν ποντικός στη φάκα; Από τις οκτώ το πρωί κάθε μέρα μέχρι τις πέντε το βράδυ, τα ίδια και τα ίδια."

"Μπα, δεν νομίζω, δεν ήμουνα ποτέ μου ο λάτρης των ταξιδιών ή ο ... τύπος του τυχοδιώκτη." "Τυχοδιώκτης. Εγώ είμαι! Ο τελευταίος που απόμεινε. Αυτός που θέλει να τα δοκιμάσει όλα. Που έχει χιλιοβαρεθεί και όμως επιχειρεί ξανά και πάλι ... Εσύ αλήθεια, τι κάνεις όταν σου σηκώνεται, Μπομπ;"

"Μου σηκώνεται; Ε, ναι. .. έχω μια φιλεναδίτσα."

"Ναι; Καλό γκομενάκι;"

"Ναι, μπορώ να πω, είναι σωστή."

"Ωραίο σώμα; Της αρέσει να το κάνει;"

"Ναι, της αρέσει, πολύ ... "

"Το 'χεις κάνει Μπομπ και να 'σαι και φτιαγμένος;"

"Φτιαγμένος ... ά, εννοείς ναρκωτικά;"

"Χαπάκια."

"Όχι ... όχι, μέχρι σήμερα ποτέ."

"Θα 'πρεπε, δεν ξέρεις τι χάνεις."

"Ναι, δηλαδή, θα 'πρεπε να το δοκιμάσω κάποια μέρα ... "

"Έ, τότε να σου δώσω καμιά χούφτα να 'χεις."

"Τώρα; Θέλεις να πεις ότι εσύ ... "

"Τώρα βέβαια, πότε άλλοτε; Έλα άνοιξε το χέρι σου."

"Όχι, όχι, άσε καλύτερα ... για πες Μεγάλε, πού θέλεις να κατέβεις;"

"Αχ, ναι, άφησέ με στο Πάιν, με βολεύει. Δεν μου λες, σίγουρα δεν θες το δωράκι μου;"

"Όχι Μεγάλε, δε θέλω να στο στερήσω."

"Μα εμένα μ' ευχαριστεί να σου κάνω ένα δώρο."

"Έλα τώρα Μεγάλε, δεν είναι ανάγκη."

"Δεν μου λες, τα ρούχα σου σ' ενοχλούνε;"

"Θες να πεις, το κουστούμι, η γραβάτα; Για να 'μαι ειλικρινής, ναι. Πάντα σ' όποιο σχολείο και να πήγα, σ' όποια δουλειά και να δούλεψα, το πρώτο ήταν πάντα το ντύσιμο. Πολύ θα 'θελα να το καταργήσω."

"Δεν μου λες, σ' αρέσει η πουκαμίσα μου;"

"Και βέβαια μ' αρέσει, την κοίταζα όλη την ώρα. Είναι, είναι ... ψώνιο!"

"Στη χαρίζω Μπομπ."

"Τι ... ;"

"Στη δίνω Μπομπ, θέλω να τη φοράς εσύ."

"Μα... " "Κοίταξε, δεν θέλω μα και μου. Πρώτη μου φορά βγάζω από πάνω μου ρούχο για να το δώσω σ' έναν άλλο."

"Αποκλείεται, μη το βγάζεις, δεν γίνεται... "

"Ωραία ... φτάσαμε στο Πάιν."

"Μεγάλε, σε παρακαλώ, φόρεσε την πουκαμίσα σου... "

"Δεν τρέχει τίποτα, έχω κι άλλη πίσω στο σακίδιο."

"Μη φεύγεις, Μεγάλε... "

"Ειρήνη, Μπομπ."

"Γύρνα πίσω ... "

***

"Αχ, Χριστέ κι Απόστολε," ξεφώνισε η Σύνθια Φίτζγκιμπον, όταν σήκωσε τα μάτια της από τη γραφομηχανή και κοίταξε με αποτροπιασμό τον άνθρωπο που πέρναγε μπροστά της, "πήγατε στους χίππηδες κύριε ΜακΓκρέγκορ;"

"Όχι, δεν πήγα στους χίππηδες ... " αποκρίθηκε ο Μπομπ ενώ την ίδια στιγμή έγινε κατακόκκινος.

"Άλατις, κύριε ΜακΓκρέγκορ," πετάχτηκε η πιο νέα γραμματέας, "πολύ σας πάει το πουκάμισο."

"Σ’ ευχαριστώ, Τίνα", απάντησε ο Μπομπ και βιάστηκε να χωθεί στην πόρτα του γραφείου του. Ακόμη και πίσω από την κλειστή πόρτα άκουσε καθαρά το γέλιο της... κι ακόμη πιο καθαρά ακουγότανε η φωνή της Σύνθια Φίτζγκιμπον που θεώρησε υποχρέωσή της να ενημερώσει όλο τον κόσμο:

"Μάλιστα, το είδα με τα μάτια μου, ο κύριος ΜακΓκρέγκορ πήγε στους χίππηδες."

Στις δέκα και μισή χτύπησαν την πόρτα του. Ο Μπομπ σήκωσε τα μάτια από τις στατιστικές του και είδε τον κύριο Χαρβ Κόνκανον με τις φουσκωμένες βάτες του σακακιού του να φράζει όλη την πόρτα.

"Να 'ρθω λίγο μέσα να κάτσω, Μπομπ;"

"Φυσικά, πάρε καρέκλα."

"Δεν κάνεις διακοπή για καφέ;"

"Καμιά φορά είναι προτιμότερο μια δουλειά να την τελειώνεις και να μην την αφήνεις. Το ξέρεις κι εσύ καλά."

"Αν ξέρω λέει, και βέβαια ξέρω. Τι γίνεται, πώς πας με τα ερωτικά σου Μπομπ;"

"Πώς; Με τα ερωτικά μου; ... Ε, αρκετά καλά."

"Είσαι ακόμη μαζί με την Τζένυ;" "Ναι."

"Καλή κοπέλα. Άψογη πραγματικά. Πριν λίγες μέρες συζητούσα με τη δικιά μου και είπαμε ότι θα 'ταν πολύ ωραία να περνάγατε κανένα βραδάκι με τη Τζένυ απ’ το σπίτι."

"Ναι, πράγματι."

"Τι γίνεται, από τη Τζήνυ έχεις κανά νέο;"

'Ά, είναι μια χαρά, Περνάω κάθε τόσο και τη βλέπω μαζί με τα παιδιά."

"Τζήνυ και Τζένυ, παιχνίδια που παίζει καμιά φορά η τύχη."

"Ναι, πράγματι είναι περίεργο."

"Τζήνυ και Τζένυ."

"Ακριβώς."

"Πολύ ωραίο το πουκάμισό σου, Μπομπ."

"Ευχαριστώ, Χαρβ. Ξέρεις δεν ήμουν και τόσο σίγουρος ότι θα σου άρεσε."

"Ίσα-ίσα, είναι πολύ σικ."

"Ναι, κι εμένα μ' αρέσει."

"Πέφτει ωραία πάνω σου ... να δεις πώς είναι η λέξη, είναι ψώνιο!"

"Ε, δε βαριέσαι ... "

"Και πού το κονόμησες;"

"Είναι μεγάλη ιστορία ... "

"Δεν μπορείς να μου την πεις εν περιλήψει;"

"Μου το χάρισε κάποιος που μου έκανε ωτοστόπ το πρωί."

"Σήμερα δηλαδή."

"Ακριβώς."

"Τότε θα 'χεις τα άλλα ρούχα ακόμη στ' αυτοκίνητο;"

"Ναι, πράγματι."

"Μπομπ, σε παρακαλώ, θέλω να μου κάνεις μια μεγάλη χάρη, θα μου την κάνεις τη χάρη, δεν είν' έτσι;"

"Τι θέλεις Χαρβ;"

"Λοιπόν, κοίταξε, το μεσημέρι στη διακοπή θα πας και θα φορέσεις το άλλο σου πουκάμισο, Με ξέρεις τώρα εμένα, ούτε που μ' ενδιαφέρουνε τα κολάρα και οι χαρτογιακάδες, αν ήμουνα πιο νέος, θα 'ρχόμουνα κάθε πρωί με το τζάκετ στο γραφείο. Όμως όλες αυτές οι ανόητες εκεί έξω, οι δακτυλογράφες, δεν έχουνε κουνήσει το μικρό τους δαχτυλάκι από το πρωί. Τι τα θες, είναι ένα κοπάδι ανόητες καρακάξες. Ξέρεις τι θέλω να πω Μπομπ;" "Ξέρω τι θέλεις να πεις Χαρβ."

"Καταπληκτικά. Λοιπόν αφήνομαι σ' εσένα παλιόφιλε, έτσι;"

"Χαρβ, να, με ξέρεις κι εσύ τώρα, αλλά ... "

"Αλλά τι; Για στάσου, ααα, μάλιστα, ξέρω τι θέλεις να πεις. Αν εμφανιστείς το απόγευμα με άλλα ρούχα, θα φανεί σαν να σου έχω βάλει πάγο. Κι αυτές οι γκιόσες εκεί έξω δεν έχουνε ιδέα τι δουλειά έχουμε τραβήξει εμείς οι δυο και τι μας ενώνει... είμαστε πιο πολύ ... πιο πολύ από συνάδελφοι, δεν είναι έτσι Μπομπ;"

"Ναι, δηλαδή ... "

"Λοιπόν, τ' απογεματάκι θα φύγεις, πήγαινε να παίξεις μια παρτίδα γκολφ, να ξεσκάσεις βρε αδερφέ. Και αύριο το πρωί αυτά τα ανόητα θηλυκά θα το 'χουνε ξεχάσει. Και μην το ξεχνάς Μπομπ, αν επρόκειτο μόνο για μένα θα μπορούσες να φοράς ό,τι ήθελες."

"Χαρβ, δεν γίνεται να λείψω το απόγευμα. Έχω μείνει πολύ πίσω με ... "

"Με τι;"

"Με τα ποσοστά των καρδιακών επεισοδίων, Χαρβ! Ξέρεις τι εφιάλτης είναι για μένα η καθυστέρηση."

"Έχεις μείνει πίσω, ε, χαχά."

"Ναι, έχω καθυστερήσει την ημερομηνία που είχα βάλει όριο για να τελειώσω."

"Μπομπ." "Ναι;"

"Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι εντελώς προσωπικό;"

"Φυσικά, Χαρβ."

"Ελπίζω να μην μην έχεις τίποτα ιστορίες ... "

"Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις."

"Έλα τώρα Μπομπ, όλες αυτές οι ιστορίες με τους χίππηδες ... "

"Χαρβ ... "

"Α, για στάσου, Μπομπ, δεν ζω στην από πίσω πλευρά του φεγγαριού όπως νομίζουνε μερικοί. Έχω διαβάσει τόσα και τόσα, εδώ πρόκειται για πράγματα που συνηθίζονται και στους πιο καλούς κύκλους."

"Μα για ποια πράγματα συζητάμε;"

"Ναρκωτικά για παράδειγμα."

"Χαρβ ... "

"Μπομπ, δεν θυμάμαι να έχεις ποτέ ξανακαθυστερήσει την εργασία σου."

"Όμως, δεν είμαι εγώ που ... "

"Μήπως πρόκειται για τη Τζένυ, Μπομπ; Μήπως έχει μπλέξει η Τζένυ με τους χίππηδες;" "Χαρβ, έτσι που μιλάς είναι σαν να ... "

"Σου είπα, να πάρεις άδεια για το απόγευμα Μπομπ.

Πάρε την αδειούλα, παίξε γκολφ, πιές κανένα μπέρμπον στο κλαμπ ... και ξαναγύρνα αύριο το πρωί έτσι όπως σε ξέρω όλα αυτά τα χρόνια ... κι έτσι όπως σε αγαπάω."

"Μα Χαρβ, εγώ δεν ήθελα να... "

"Δεν έχω άλλο χρόνο πλέον για σένα Μπομπ."

"Μα Χαρβ."

"Εξηγηθήκαμε, Μπομπ."

***

Ο Μπομπ δεν είχε όρεξη για γκολφ. Ούτε είχε και διάθεση ν' αρχίσει να πίνει από

τόσο νωρίς. Η Τζένυ δεν θα είχε επιστρέψει σπίτι από τη δουλειά της. Η Τζήνυ θα είχε πάει στην παραλία με τα παιδιά. Αποφάσισε λοιπόν να πάει μέχρι το Βάλεϋ, εκεί που έμενε η μάνα του.

"Πολύ ενδιαφέρον το πουκάμισό σου", του είπε η μάνα του όταν τον είδε κι αμέσως συμπλήρωσε:

"Πώς στην ευχή, τόσο νωρίς και δεν είσαι στη δουλειά σου;" Κι όταν ο γιος της τής διηγήθηκε εν συντομία όλα αυτά που του συνέβησαν εκείνο το πρωινό, εκείνη είπε:

"Μην τα σκέφτεσαι, παιδί μου. Είμαι απόλυτα σίγουρη πως αύριο το πρωί όλ' αυτά θα είναι παρελθόν. Σε χρειάζονται στην Ασφάλεια και δεν έχω αμφιβολία ότι θα κάνουν τα στραβά μάτια για τη σημερινή σου συμπεριφορά."

"Μάνα", είπε ο Μπομπ, "μου αρέσει το πουκάμισο."

"Από παιδί είχες κάποιες φορές εκκεντρικά ξεσπάσματα."

"Θέλω κι άλλα τέτοια πουκάμισα," είπε εκείνος.

"Ξέρεις πού τα πουλάνε;"

"Ήσουν πάντα πολύ ταλαντούχος," είπε η μάνα του.

"Μου φαίνεται ότι θα φορέσω κι αύριο το πουκάμισο," είπε ο Μπομπ.

"Ήσουνα ο πρώτος που σπούδασε στην οικογένειά μας."

"Θα χρειαστώ οπωσδήποτε κι άλλο ένα πουκάμισο."

''Ο πατέρας σου έβγαλε κάλους στα χέρια του για να μπορέσουμε να σε στείλουμε στο πανεπιστήμιο."

"Θα πω στη Τζένη να μου το πλύνει απόψε." "Ήμουν περήφανη για σένα."

"Λες να μπαίνει στο πλύσιμο;"

"Ξέρω ότι δεν είσαι τόσο χαζός για να τα τινάξεις όλα στον αέρα."

"Φαίνεται ότι είναι πολύ λίγο φορεμένο."

"Εγώ σ’ έχω γεννήσει, δεν θ' αντέξεις να στείλεις τη μάνα σου στον τάφο."

"Δεν βλέπω την ώρα που θα μπω μέσα και θα με δει η Τζένυ να το φοράω."

***

"Αυτή στο χάρισε, έτσι;"

"Ποιαν εννοείς;"

"Η Τζήνυ, η γυναίκα σου."

"Η πρώην, θέλεις να πεις."

"Πας και τη βλέπεις ακόμη."

"Μα τώρα πρέπει να ... "

"Πας και τη βλέπεις, της κάνεις και δωράκια μέχρι και σινεμά πάτε μαζί..."

"Μα αυτό που ήθελα να σου ... "

" ... Και της δίνεις κι επιπλέον λεφτά ... "

"Μα ανεβαίνει το κόστος ζωής."

" ... και πήγες και μου κοτσάρισες το βρωμοχίππικο πουκάμισο που σου χάρισε!"

"Μα δεν μου το έδωσε αυτή."

"Μάλιστα, ώρα είναι να μας πεις ότι έπεσε από κανένα σημαιοστολισμό και εσύ το βρήκες."

"Όχι, μου το έδωσε κάποιος που μου έκανε ωτοστόπ."

"Νάτα μας τώρα, βγήκε και ωτοστόπ στη μέση! Και τι άλλο σου έκανε αυτή που πήρες με τι αμάξι;"

"Ένας νεαρός ήτανε. Ξέρω είναι λίγο τρελό, όμως ... "

"Εγώ το βρίσκω χυδαίο. "

"Ήθελα να σε παρακαλέσω Τζένυ να μου το ... "

"Θεωρώ ότι αυτά τα πράγματα είναι ό,τι πιο αηδιαστικό ... "

"Μα αφού ξέρεις ότι κάνω ντους κάθε πρωί. Θα έφευγα από το σπίτι, χωρίς να ... "

" ... και τα ... και ναρκωτικά ... "

"Μα, Τζένυ, όταν σε γνώρισα όλοι σου οι φίλοι ... " "Ν' αφήσεις κατά μέρος τους φίλους μου. Εγώ δεν έχω πια φίλους, από τότε που τους έχεις προσβάλει με τον χειρότερο τρόπο κι εμένα δεν με ... "

"Τζένυ, για πες, δεν μου πάει το πουκάμισο; Βλέπεις; Ούτε κοιλιά ούτε τίποτα."

"Ξέρεις πώς είσαι; Σαν κάτι χοντρές που προσπαθούνε να κρύψουνε την κοιλιά τους, σαν ... σαν ... "

"Σαν τι;"

"Σαν να 'σαι στο μήνα σου."

"Έ, άει στο διάλο, Τζένυ, μ' έχεις φέρει μέχρις εδώ."

"Έχεις γίνει άλλος άνθρωπος."

"Μα πώς, ο ίδιος είμαι."

"Με αυτόν το τόνο δεν μου έχεις ξαναμιλήσει ποτέ."

"Δεν έχω σου λέω αλλάξει."

"Ξέρω. Και τι θα είναι η επόμενη κίνηση, θ' αφήσεις μακριά μαλλιά; Χαϊμαλιά και χάντρες;"

"Μα, Τζένυ, εγώ δεν έχω ... "

"Και όργια με ναρκωτικά;"

"Τζένυ, εσύ ήσουνα πάντα αυτή που ... "

"Εδώ δεν πρόκειται για μικροδιαφορές ... κι ότι είχανε αρχίσει να σε αποδέχονται οι γονείς μου."

"Μα Τζένυ, δεν είναι παρά ένα πουκάμισο."

"Όχι! Εδώ πρόκειται για σύμπτωμα όλων αυτών που επέρχονται."

"Αχ, Θέ μου, τώρα μιλάς σαν ακαδημαϊκός."

"Σε λίγο θ' αρχίσεις να διαβάζεις και Άλλαν Γουότς, Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Άλλαν ... "

"Λαντ;"

"Σήκω φύγε."

"Εντάξει."

"Ρόμπερτ;"

"Ναι;"

"Για πού το έβαλες;"

"Φεύγω. Μόλις τώρα μου έδειξες την πόρτα ... "

"Θα πας σ’ αυτήν, έτσι;"

"Σε ποιον εννοείς;"

"Σε ποιαν, να λες."

"Σε ποιαν;" "Στη Τζήνυ ... "

"Τζένυ ... "

"Στη Τζήνυ!"

"Τζένυ, σε παρακαλώ ... "

"Είσαι ένα κτήνος."

"Καλώς, αφού το θέλεις λοιπόν, Τζένυ, θα πάω στ' αλήθεια στην Τζήνυ."

"Μη διανοηθείς όμως να γυρίσεις εδώ ... "

"Δεν πα να κόψεις τον λαιμό σου καλύτερα ... "

" ... αδερφάρα!"

"Αχ Θεούλη μου."

***

Από τότε που την είχε κοπανήσει από εκεί μέσα, είχαν αλλάξει αρκετά πράγματα στο σπίτι. Σιγά σιγά έγιναν οι αλλαγές κι έτσι δεν το είχε προσέξει μέχρι τώρα. Το δωμάτιο φωτιζόταν με κεριά βαλμένα σε κολοκύθες κομμένες στη μέση και κρεμασμένες με λουρίδες από δέρμα. Το τραπεζάκι ήταν ένα καφάσι από πορτοκάλια, πάνω του έκαιγαν λιβάνια. Στον τοίχο κολλημένες αφίσες του Τσε Γκουεβάρα, του Έλντριτζ Κλήβερ, του Άλμπερτ Αϊνστάιν, μαζί ήταν κι ένας Ρίτσαρντ Νίξον που έπασχε από μογγολισμό. Από κάτω έγραφε: "Θα εμπιστευόσαστε τα λεφτά σας σ' αυτόν εδώ τον άνθρωπο αγοράζοντας το μεταχειρισμένο αμάξι του;" Κάθισε και διάβασε στην κόρη του τρεις ιστορίες από ένα βιβλίο του Ρίτσαρντ Σκάρυ, μετά εκείνη πήγε ήσυχα ήσυχα για ύπνο. Το άλλο του παιδί, ένα αγοράκι, ήταν πολύ μικρό κι είχε πάει από νωρίς στο κρεβάτι.

"Μ' αρέσει το πουκάμισό σου πολύ," του είπε φουριόζικα η γυναίκα του.

"Να 'σαι καλά," είπε ο Μπομπ.

"Καταπληκτικά σχέδια και χρώματα," συνέχισε εκείνη.

"Σ’ ευχαριστώ πολύ," είπε ο Μπομπ.

"Έλα, πάμε στο κρεβάτι τώρα," είπε εκείνη.

"Δεν ξέρω αν πρέπει ... " αντέτεινε ο Μπομπ, "... να ξαναρχίσουμε."

"Αχ έλα τώρα," είπε εκείνη, "το πουκάμισό σου μου τη δίνει."

"Αλήθεια λες;" είπε ο Μπομπ.

"Πήγαινε μέσα και ξάπλωσε θα έρθω κι εγώ αμέσως."

"Μα, δεν ... "

"Εμπρός, σήκω ... και το πουκάμισο να μην το βγάλεις."

"Να μην το βγάλω." "Γδύσου, αλλά το πουκάμισο κράτησέ το."

"Εντάξει," είπε ο Μπομπ.

Ο Μπομπ πήγε μέσα και γδύθηκε, τα έβγαλε όλα εκτός από το πουκάμισο...

Αισθανότανε λίγο γελοίος ... σήκωσε τους ώμους του αδιάφορος. Τράβηξε την κουβέρτα στο πλάι, ξάπλωσε βαρύς στο σεντόνι κι έβαλε το ένα πόδι πάνω στ' άλλο.

Μετά από ένα πεντάλεπτο ήρθε η Τζήνυ με τις δυο γειτονοπούλες, τη Φύλλις και τη Ντορίντα. Κι οι τρεις τους ήταν θεόγυμνες.

"Νάτος κορίτσια," είπε η Τζήνυ.

"Αχ, είναι ομορφούλης," είπε η Φύλλις. "Αυτό που πάντα ζητάγαμε," είπε η Ντορίντα.

"Ρόμπερτ," ανέλαβε να εξηγήσει πανηγυρικά η Τζήνυ, "σε επιλέξαμε για αρχηγό της Λατρείας μας."

"Ποιο πράγμα;"

"Για την Ερωτική Τελετουργία. Μέχρι σήμερα όλες οι τελετές που κάναμε ήταν χωρίς αντικείμενο, τώρα έχουμε εσένα Μπομπ. Είσαι ο άντρας μας."

''Ο Μέγας Φαλλός," είπε η Φύλλις.

''Ο αιδέσιμος Κρίσνα," είπε η Ντορίντα.

"Για σταθείτε," είπε ο Μπομπ. Η Φύλλις είχε καθίσει δίπλα του στο κρεβάτι και τον φίλαγε και τον έγλειφε στο λαιμό και στο αυτί. Η Ντορίντα του μάλαζε απαλά το στήθος, ενώ η πρώην σύζυγός του αποπλανούσε κάποια άλλα σημεία του.

"Σταματήστε!" είπε ο Μπομπ.

"Σιγά", είπε η Φύλλις.

"Θέλω να φύγω", είπε ο Μπομπ.

"Αλήθεια," είπε ξανά, "εγώ με κάτι τέτοια δεν ... αυτά που κάνετε δεν με ... "

"Δεν μας πείθεις," είπε η Τζήνυ. "Όλος ο κόσμος ξέρει ότι οι άνδρες ονειρεύονται κάτι τέτοιο."

"Ναι το ονειρεύομαι," είπε ο Μπομπ, "αλλά να το κάνω δεν θέλω. Αλήθεια  κορίτσια ... "

"Ετοίμασε την Πίπα," είπε η Ντορίντα.

"Την ποια;" ρώτησε ο Μπομπ.

"Την Πίπα Της Ιερής Μετάληψης," είπε η Ντορίντα.

"Όχι, όχι," είπε ο Μπομπ, "θέλω το παντελόνι μου."

"Πρέπει να καπνίσεις την Πίπα Της Ιερής Μετάληψης μαζί μας," συνέχισε απτόητη η Φύλλις, "γιατί είσαι ο γκούρου μας."

"Όχι, όχι και πάλι όχι," ούρλιαξε ο Μπομπ, "δεν είμαι ο γκούρου κανενός. Είμαι ο Μπομπ ΜακΓκρέγκορ τελεία και παύλα και εργάζομαι σε μια ασφαλιστική εταιρία. Είμαι ένας μέσος άνθρωπος, όσο αυτό είναι δυνατόν κι έτσι θέλω να μείνω ... !"

"Παπάρες," είπε η Φύλλις, "το πουκάμισό σου μιλάει και λέει ποιος είσαι."

"Το πουκάμισό σου είναι όμορφο γιατί η ψυχή σου είναι ωραία," εξήγησε η Ντορίντα ενώ η γλωσσίτσα της του γαργάλαγε τ' αυτί, "το πουκάμισό σου είναι η εξωτερική παρουσίαση της αθάνατης ψυχής σου."

'Ή Πίπα Της Ιερής Μεταλαβής είναι έτοιμη," ανακοίνωσε η Τζήνυ.

"Δεν θέλω να καταντήσω χασικλής!" γκρίνιαξε ο υπάλληλος της ασφαλιστικής εταιρίας, ενώ σταγόνες ιδρώτα κυλάγανε στο μέτωπό του, "πάρτε το από δω αυτό το πράγμα!"

"Θα καπνίσεις μαζί μας την Ιερή Πίπα," είπε η Φύλλις ήσυχα, ενώ στο ένα της χέρι κράταγε ένα ψαλίδι με δόντια και με το άλλο είχε πιάσει τ' αρχίδια του Μπομπ, "... ειδαλλιώς ... "

"Αχ, Θεέ μου," είπε ξέπνοα ο Μπομπ ΜακΓκρέγκορ καθώς η πίπα ακουμπούσε στα χείλη του, "δεν μπορεί να είναι αλήθεια ... "

***

"Έλα φιλαράκο, για δείξε μας το δίπλωμά σου," είπε ο μεγαλόσωμος μπάτσος.

"Φιλαράκο, βγες έξω απ' τ' αμάξι," είπε ο βραχύσωμος μπάτσος.

"Είναι κάργα μαστούρης," είπε ο βραχύσωμος μπάτσος.

"Ούτε ξέρει πού βρίσκεται," είπε ο μεγαλόσωμος μπάτσος. "Μπρος, φιλαράκο, με τα μούτρα στο καπό του αυτοκινήτου," είπε ο βραχύσωμος μπάτσος και του 'δωσε μια δυνατή σπρωξιά.

"Είναι καθαρός," είπε ο μεγαλόσωμος μπάτσος και του κοπάνησε μια με τον αγκώνα στο νεφρό.

"Βάζω στοίχημα, το ντουλαπάκι μπροστά είναι γεμάτο," είπε ο βραχύσωμος μπάτσος.

"Δεν αξίζει να το σπάσουμε," είπε ο μεγαλόσωμος μπάτσος, ενώ του έχωνε μια δυνατή από το άλλο νεφρό.

'Άου!" έκανε ο Μπομπ.

"Ήσυχα," είπε ο βραχύσωμος μπάτσος και τον τράβηξε απ' τα πόδια, "να δεις που θα πάει στο δικαστήριο με κανένα από κείνους τους εβραίους χασοδίκες δικηγόρους." Ο Μπομπ έσκασε με τη μούρη στην άσφαλτο.

"Στην έδρα θα κάθεται ο άλλος σκατοεβραίος και θα τα κάνουνε πλακάκια για να φύγει," αναστέναξε περίλυπος ο μεγαλόσωμος μπάτσος κι άρχισε το κλωτσίδι στα πλευρά του πεσμένου στο έδαφος άντρα.

"Ααχ!", γόγγυξε ο Μπομπ.

"Κοίτα το πουκαμισάκι," είπε ο βραχύσωμος μπάτσος, ενώ τον κλώτσαγε σβέλτα στοδεξί πλευρό.

"Αδερφάρα χίππη."

"Πάμε να φύγουμε, να μην τον βλέπω," είπε ο βραχύσωμος μπάτσος.

"Σωστά," είπε ο μεγαλόσωμος μπάτσος.

***

"Αχ, καλέ," είπε η Σύνθια Φίτζγκιμπον όταν τον είδε το επόμενο πρωινό στο γραφείο, "καλέ τι έπαθε το πουκάμισό σας;"

"Για τ' όνομα του Θεού," είπε η Τίνα, "σας συνέβη τίποτα κακό;"

"Έχει έρθει ο κύριος Κόνκανον;" ρώτησε ο Μπομπ.

"Ναι, είναι στο γραφείο του," είπε η Σύνθια Φίτζγκιμπον,"καλέ πείτε μας τι έγινε ... "

***

"Μπομπ," είπε ο Χάρβ Κόνκανον κι έκλεισε το ντικταφόν που υπαγόρευε, "πρέπει να σου δηλώσω ότι αισθάνομαι μια πικρότατη απογοήτευση."

"Χαρβ," είπε ο Μπομπ, "παραιτούμαι. Ήρθα μόνο και μόνο για να πάρω κάποια χαρτιά μου."

"Και τι έχεις σκοπό να κάνεις;" ρώτησε ο Χαρβ.

"Θα μετακομίσω στο Μπάφιν Μπέι και θα ζήσω με τους εσκιμώους Οτζιμπίσκι."

"Έλα τώρα, άσε τις κουταμάρες. Στα σοβαρά, τι έχεις σκοπό να κάνεις;"

"Το καλοκαίρι θα το περνάω με τους εσκιμώους Οτζιμπίσκι και το χειμώνα με τους ινδιάνους Οουξικόουτλ στις Άνδεις."

"Ας υποθέσω για μία μόνο στιγμή ότι μιλάς σοβαρά ... Και προς τι όλ' αυτά;"

"Γιατί εκεί φοράνε αυτά τα πουκάμισα. Το έψαξα και το βρήκα στην εγκυκλοπαίδεια. Οι Οτζιμπίσκι τα φοράνε το καλοκαίρι και οι Οουξικόουτλ τα φοράνε το χειμώνα. Φυσικά πρόκειται για το δικό μας ημερολόγιο."

"Το 'ξερα," γκρίνιαξε ο Χαρβ και κούνησε το κεφάλι του, "το' ξερα, το 'χα καταλάβει ότι θα πήγαινες στους χίππηδες."

"Στους Οτζιμπίσκι αυτό το πουκάμισο δεν θεωρείται χίππικο. Είναι ένα τελείως συνηθισμένο πουκάμισο. Το ίδιο και στους Οουξικόουτλ ... "

"Θα σε σκοτώσουνε Μπομπ," είπε ο Χαρβ Κόνκανον. "Θα σε φάνε, θα σε κομματιάσουνε οι άγριοι."

"Σοβαρά;" είπε ο Μπομπ. "Τι σου λείπει επιτέλους;" ρώτησε ο Χάρβ Κόνκανον. "Τι μύγα σε τσίμπησε και θέλεις να κάνεις τον Οδυσσέα;"

"Αυτό που θέλω ν' ανακαλύψω είναι η απλή ζωή," είπε ο Μπομπ ΜακΓκρέγκορ. "Κι αυτό το πουκάμισο μ' αρέσει."


Μετάφραση-επιμέλεια: Τέος Ρόμβος

Διαβάστε περισσότερα από το "Ανθολόγιο των κακών Αμερικανών" εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Νικολία ΠανίδουΔημήτρης ΛάμπρουΣωτηρία ΙωαννίδουΧρήστος ΝομικόςΒασίλης ΚαραναστάσηςΝτενί ΕμορίνΑθηνά Τερζή
Μάριος ΔημητριάδηςΚερδίστε τρία μυθιστορήματαΓιώργος ΧατζηκυριάκοςΜαρία ΖαχαράκηΧαράλαμπος ΒοΐδηςΤειρεσίας ΛυγερόςΧριστίνα Παναγιώτα Γραμματικοπούλου
Λιλή ΓάτηΠαναγιώτης ΑσημεόνογλουΒαρβάρα ΣεργίουΝίκος ΒαρδάκαςΠέτρος ΖήκοςΒαθμολογήστε και κερδίστεΑλέξανδρος Ακριτόπουλος