Νέες εποχές-νέα παγκάκια - Πασχάλης Πράντζιος

   Είχα κι εγώ ένα αγαπημένο παγκάκι, πάει κι αυτό! Στην ουρά πρέπει να περιμένεις πια, για να καθίσεις. Πού ‘ναι εκείνες οι εποχές που έβρισκα όποιο παγκάκι ήθελα… Να ρεμβάσω, να σκεφτώ, να σκοτώσω τη μοναξιά μου, ό,τι ήθελα εν πάση περιπτώσει!
   Ακούτε, να σας πω! Εγώ όλα μου τα χρόνια -από παιδί ακόμη- όπου και να πήγαινα, ένα παγκάκι για να το βαφτίσω αγαπημένο, το ‘βρισκα. Ο κόσμος να χαλούσε δηλαδή, εγώ το είχα το παγκάκι μου. Κι αν τύχαινε να το ζαχαρώνει κι άλλος, εγώ είχα τις ώρες μου! Κι έπειτα είναι και το άλλο. Με τόση εμπειρία που είχα αποκτήσει, ήξερα να επιλέγω το καλύτερο κάθε φορά.
Κοίταγα και το ‘να, κοίταγα και τ’ άλλο κι έλεγα:
«Ποιο είναι το καλύτερο για μένα; Ποιο θα μπορώ να το βρίσκω ελεύθερο τις ώρες που εγώ θέλω;» Ε, και το έβρισκα.
   Όπως θα καταλάβατε, εγώ είμαι ένας άνθρωπος που τα αγαπάει τα παγκάκια. Το γιατί δεν έχει σημασία, παρά μόνο για μένα. Τα θέλω τα παγκάκια μου εγώ! Μα, στο χωριό ήμουνα, μα, στη Θεσσαλονίκη, ένα παγκάκι το δικαιούμουν, το ‘χα! Και στις διακοπές έβρισκα και στα Χανιά που ζω τα τελευταία χρόνια, κι εδώ το ίδιο. Άσε που πάντα φύλαγα και ένα ακόμη για καβάντζα, σε περίπτωση που το πρώτο μού το είχαν πιάσει άλλοι. Ε, μα, τι; Γίνεται να μείνω εγώ χωρίς παγκάκι; Πάντα έβρισκα σας λέω!
   Όλα αυτά, όμως, στην προ κρίσεως εποχή. Εμ, έτσι είναι, αλλάζει ο κόσμος, αλλάζουν και τα παγκάκια. Τρία άλλαξα εγώ τα τελευταία χρόνια κι ήταν το ένα καλύτερο από το άλλο! Παγκάκια με τα όλα τους, με τα χαραγμένα απ’ τους καθήμενους στοιχεία, Κώστας, Μήτσος, Σούλα, …, με τον έρωτα να χτυπιέται για την παντοδυναμία του· ξέρετε, Γ+Π=love for ever, με τις βρισιές τους, την ποίησή τους, με… με… με… Με τα όλα τους, σας λέω. Και τα ’ψαξα! Όλα τα ‘ψαξα.
   Πέρασαν ζευγάρια απ’ αυτά, καν και καν, και χώρισαν και αγαπήθηκαν και ονειρεύτηκαν, άλλοι κοιμήθηκαν, άλλοι μείνανε στημένοι για ώρες εκεί να περιμένουν το ραντεβού τους που δεν έρχεται και πόσοι άλλοι δε μοιράστηκαν τη μοναξιά τους πότε κοιτώντας τα πελάγη, πότε μέσα τους και πόσοι ακόμη δε σκότωσαν τη βαρεμάρα τους και… και… και ποιος δε θα ‘χε περάσει από αυτά τα παγκάκια!
   Ωστόσο, άλλαξαν τα δεδομένα πια. Στην αρχή, μου φάνηκε τυχαίο που δεν πετύχαινα το παγκάκι μου άδειο. Μπα, σύμπτωση, είπα. Πού να ‘ξερα; Οι σκέψεις με ζώσανε, αφού άλλαξα πόστο και μου το πιάσανε κι αυτό -κάτι μετανάστες ήτανε- και τώρα που έχω βρει ξανά κάτι καινούριο, είμαι σχεδόν βέβαιος και για το τι συμβαίνει και για το τι πρόκειται να συμβεί. Θα μου το πιάσουν κι αυτό, θα δεις! Κι όχι τίποτε άλλο, το ‘χω μεγάλη καψούρα ετούτο το παγκάκι και θα μου λείψει πολύ, αν μου το φάνε οι άλλοι άνθρωποι. Έχω δεθεί κιόλας μαζί του. Ξέρετε, πόσες συνομιλίες έχω ανοίξει εγώ σ’ αυτό το παγκάκι;
   Καταρχάς, να σας πω πως σαν μου κατέλαβαν και το δεύτερο, μία βδομάδα έφαγα για να αποφασίσω το καινούριο μου στέκι. Γιατί δεν είναι παίξε-γέλασε το να βρεις το παγκάκι που σου ταιριάζει! Κι εγώ κουράστηκα, αλλά βρήκα αυτό που ήθελα. Προσωπική ταυτότητα έψαχνα, προσωπική ταυτότητα βρήκα. Βρήκα, βρε παιδί μου, αυτό που λέμε «παγκάκι με προσωπικότητα!» Λίγο μισοκρυμμένο, λίγο μισοφανερό, με θέα σ’ έναν βράχο που τον δέρνει το κύμα χωρίς οίκτο, μα πάνω απ’ όλα με παιδεία και μόρφωση, αφού στην πλάτη του είχε χαραγμένο έναν στίχο της Δημουλά:
«Το σκληρό έμαθα πώς χαράζει, αλλά όχι πώς χαράζεται».
   Πέρασα βράδια και βράδια να σκέφτομαι τον άνθρωπο που το είχε γράψει. Έχω κάνει εγώ νοητές συνομιλίες μ’ αυτόν που το σκάλισε στο παγκάκι, έχω σκεφτεί ανθρώπους άλλους να το διαβάζουν και να σκέφτονται, πολύς στοχασμός σας λέω, σαν το καρεκλάκι της σκέψης που βάζουν σύμφωνα με τη νέα παιδαγωγική τα παιδάκια στο Δημοτικό να κάθονται, για να σκεφτούν τις πράξεις τους, όταν είναι ατάσθαλες!
   Αλλά είπαμε, όλα αυτά στην προ κρίσης εποχή, αφού με το που ξεκίνησαν να ξεφτιλίζουν οικονομικά τον Έλληνα, πλήθος ανθρώπων άρχισε να συρρέει στα παγκάκια! Κι άμα δεν το αντιλήφθηκα από την αρχή, το καταλάβαινα μετά μέρα με τη μέρα. Όλο και καλύτερα, όλο και καθαρότερα. Κάτι δεν πάει καλά με τα παγκάκια, λέω στον εαυτό μου. Δε μένουν ποτέ άδεια. Τι γίνεται; Γιατί, δεν μπορεί, κάτι γίνεται. Κι άρχισα και να βλέπω έναν-έναν τους θαμώνες από τα διπλανά να δυσανασχετούν. Μάλιστα η γυναίκα με το ροζ καπέλο που μοιραζόμασταν το δείλι κάθε Κυριακή με τρία παγκάκια διαφορά, το είπε καθαρά:
«Χάσαμε τη βολή μας».
   Στον εαυτό της το ‘πε, σ’ εμένα το ‘πε, δεν κατάλαβα να σας πω την αλήθεια. Πάντως φαινόταν αγανακτισμένη που της είχαν πιάσει το πόστο της. Εγώ φαινόμουν ψύχραιμος κι είπα να μη δώσω έκταση στις σκέψεις μου. Στο φινάλε, δικά μου τα παγκάκια; Όμως, τελικά ο διάολος που έχω μέσα μου, δε μ’ άφηνε να ησυχάσω. Τουλάχιστον μέχρι να καταλάβω τι ακριβώς συμβαίνει και γιατί στις ώρες που άλλοτε δεν καθόταν κανένας, τώρα πια κάθεται. Να καταλήξω κάπου, βρε αδερφέ! Και τα ‘βαλα κάτω τα πράγματα να τα εξετάσω. Κι άντε, λέω, τα βράδια αργά που ήταν σχεδόν όλα άδεια και μπορούσες να καθίσεις όπου σου ‘κανε κέφι, τώρα δε γίνεται γιατί κοιμούνται άστεγοι. Άντε και τα απογεύματα, ας πούμε, μαζεύονται κι αυτοί που σκέφτονται να αυτοκτονήσουν από τα χρέη, για να δουν τι θα γίνει με την πάρτη τους. Μα, χτες, Παρασκευή βράδυ, να ‘ναι τα μαγαζιά άδεια και τα παγκάκια γεμάτα; Κι εντάξει, το δικό μου, πες πως είναι το καλύτερο, έχει και μια παιδεία όπως ξαναείπα, πες, εν πάση περιπτώσει, πως το πιάσανε. Μα, όλα; Τι στο καλό, στα βουνά θα πρέπει να πάω για να βρω παγκάκι;
   Τέρμα, είναι δεδομένο πια. Νέα εποχή-νέα παγκάκια. Άδεια η τσέπη, πάμε να τη βγάλουμε σε κάνα παγκάκι μπας και τη βολέψουμε κι απόψε! Να μου ‘πεις ίσχυε κι από παλιά αυτό. Τι, δεν υπήρχαν, νομίζετε, φτωχοί παλιά; Δε θυμάστε στις ελληνικές ταινίες που κάθονταν τα φτωχά ζευγαράκια στα παγκάκια, τρώγανε πασατέμπο και κάνανε όνειρα; Να μου ‘πεις πάλι… πασατέμπο τρώγανε, δε σκεφτόταν πότε να αυτοκτονήσουν. Σήμερα ή αύριο. Ή μήπως χτες να είχαμε ξεμπερδέψει κιόλας; Αλλά και να μου ξαναπείς, τι είναι και η αυτοκτονία; Μια διακοπή της ζωής, ένα, μωρέ, δεν πάει στο διάβολο κι η κρίση, εγώ θα την κάνω κι άμα υπάρχει και Παράδεισος, θα πιάσω και πρώτη θέση! Αφού το είπε κι ο Χριστός, η πόρτα του Παραδείσου είναι για τους φτωχούς. Χαζά, χαζά πάντως, όλοι οι Έλληνες στον Παράδεισο, θα πάμε, αλλά τέλος πάντων, μην ξεφεύγω, γιατί το θέμα μας είναι τα παγκάκια. Όλοι στα παγκάκια λοιπόν. Εντάξει, όχι όλοι, πολλοί πάντως, περισσότεροι από πριν κι άμα βάζαμε κι αυτούς που έχουν κατάθλιψη και δε βγαίνουν από το σπίτι τους, εκεί να δεις πόσοι θα μαζευόντουσαν! Ευτυχώς που έχουμε και τους καταθλιπτικούς δηλαδή και είναι οι πλείστοι αγοραφοβικοί και μένουν σπίτι, γιατί άμα βγαίνανε κι αυτοί, θα είχαμε τόση κοσμοσυρροή στα παγκάκια που θα βλέπαμε στην εφημερίδα με πηχυαίους τίτλους να μοστράρει η είδηση:
«ΧΑΡΑΤΣΙ ΚΑΙ ΣΤΑ ΠΑΓΚΑΚΙΑ!»
   Θα πήγαινες, θα πλήρωνες τον οβολό σου, θα μαζευόσασταν και καμιά δεκαριά να αγοράσετε μια μπύρα ρεφενέ ίσα για την ιδέα, και θα ένιωθες και χρήσιμος στο κράτος που τόσο αγώνα κάνει να μαζέψει σπυρί-σπυρί στον κουμπαρά-γουρουνάκι την απελευθέρωσή μας.
   Εγώ, πάντως, αν είχα κάνα Υπουργείο, θα έβαζα τους Δήμους να ξηλώσουν τα υπάρχοντα παγκάκια και να φτιάξουν άλλα με καρφιά πάνω κι όποιος θα ήθελε να καθίσει ή θα έπρεπε να είναι Ινδός ή να ρίξει χαρατσοευρώ σ’ ένα ηλεκτρονικό κουτί συνδεδεμένο με το κάθισμα, για να κατεβάζει τα καρφιά του για μία ώρα. Και μετά, άμα ήθελες να κάτσεις κι άλλο, θα έπρεπε να ξαναπληρώσεις. Κι άντε τώρα, να ‘σαι και σε καψούρα με παρέα πάνω σ’ ένα τέτοιο παγκάκι και πάνω στα ανάματα να χάνεις τον χρόνο και να περνά η ορισμένη ώρα και να βρίσκεσαι ξαφνικά με τα καρφιά στον απαυτό σου!
   Τέρμα, τέρμα. Νέες εποχές-νέα παγκάκια. Ρομαντικό δείπνο με το σουβλάκι κομμένο στα δύο κι ένα κουτάκι μπύρας, για να χει και το δαχτυλίδι στο άνοιγμα για παν ενδεχόμενο, άμα σου ‘ρθει να κάνεις και καμιά πρόταση γάμου. Να την ξαπλάρεις κιόλας και μετά το φαγητό και να ‘σαι άρχοντας! Αρκεί, βέβαια, να βρεις το παγκάκι άδειο. Μαχαίρια βγαίνουν τα βράδια για το ποιος θα πρωτοκοιμηθεί! Κι άντε να πάρεις σειρά. Δουλεύεις και σαν τον δούλο, για να πληρώνεις τον κουμπαρά-γουρουνάκι. Πού να προλάβεις; Δε γίνεται. Γι’ αυτό, δυστυχώς, πρέπει να το πάρω απόφαση. Παρότι μέγας «παγκάκιας» στη διάρκεια του βίου μου, ήρθε η ώρα να ξεμείνω. Μόνον κατά τύχη, από δω και στο εξής θα μπορώ να βρω ελεύθερο κάθισμα. Γιατί έχεις κι αυτούς τους άνεργους εν τω μεταξύ, πού τους χάνεις, πού τους βρίσκεις, στα παγκάκια. Πού να τους συναγωνιστείς αυτούς; Κι αν τύχει να είναι και άστεγοι, όλη μέρα στο παγκάκι ξεμένουν! Πολύ σκληρός ο ανταγωνισμός, πάρα πολύς, σας λέω!
   Κι αρχίζω να αναρωτιέμαι. Μήπως, τελικά, η μόνη λύση βρίσκεται στον Κυβερνοχώρο του διαδικτύου; Να δημιουργηθεί ιστοσελίδα που θα προσφέρει σε εικονική πραγματικότητα παγκάκια. Να μπορείς να τα φτιάξεις όπως θες, να τα βάψεις λόγου χάρη λαχανί με ροζ μαργαρίτες ή και μαύρα για να μπορείς να χαράζεις καλύτερα ό,τι γουστάρεις στο μαύρο φόντο, να αποκτήσεις και τη χαρά, βρε αδερφέ, να μάθεις εσύ αυτό που δεν έμαθε η Δημουλά που ξέρει πώς χαράζει το σκληρό αλλά όχι πώς χαράζεται. Να έχεις τη δυνατότητα, άμα γίνεσαι και συνδρομητής, να το τοποθετείς όπου θέλεις. Στο Παρίσι; Στο Παρίσι. Στο Σύνταγμα; Στο Σύνταγμα. Στην Άνω Χασικλίτσα; Στην Άνω Χασικλίτσα. Όπου θες. Και να μπορείς, άμα γίνεις και μέλος plus, να βάζεις και ανθρώπους. Όποιους εσύ θέλεις κάθε φορά, να ‘σαι για παράδειγμα εσύ με τη Μπριζίτ Μπαρντό, όπως ήταν τότε που ήταν μικρή ή να είσαι μόνος σου παρέα μ’ αυτούς που έχουν φύγει, να βάζεις φάτσα χαρούμενου, λυπημένου, εργαζόμενου, ό,τι θέλεις εν πάση περιπτώσει. Να ντύνεσαι εργαζόμενος και να κάθεσαι! Να είσαι σπίτι σου και να μη σκας που δεν μπορείς να βγεις έξω, γιατί έχεις κατάθλιψη, αφού θα μπορείς να πας εικονικά όπου θες, μ’ όποιον θες, να κάθεσαι σ’ όποιο παγκάκι θες, να είσαι ελεύθερος, απόλυτα ελεύθερος. Αλλά, εικονικά! Μια εικόνα χίλιες λέξεις, να μην έχεις τι να πρωτοπείς με τα εικονικά παγκάκια!
   Πάντως, άμα ήμουνα παγκάκι, θα ήθελα να είμαι αόρατο. Να με πάω όπου θέλω και να με τοποθετώ στο καλύτερο κάθε φορά σημείο. Να ήμουνα τόσο ζηλευτό που θα ήθελαν όλοι να γευτούν τη συντροφιά μου. Οι σκέψεις μου να ήταν αόρατες κι αυτές, κι οι ώρες μου γεμάτες από ανθρώπους χαρούμενους που δε θα σκοτίζονται με τον κουμπαρά-γουρουνάκι. Κι όποιος θα καθόταν πάνω μου να γινόταν αόρατος κι ο ίδιος και να είχε ορατά μόνο τα όνειρά του. Να μην είχε την ταυτότητα που του δίνουν οι άλλοι, αλλά μια άλλη, σαν αυτή που ονειρευόμαστε όταν μας γλυκαίνει η εφηβεία τη σκέψη. Να ‘ταν αόρατα όλα και ορατά μονάχα τα όνειρα. Τα όνειρα και τα άλλα παγκάκια. Για να μπορούν να κάτσουν να ξαποστάσουν οι κουρασμένοι, να πλανευτούν γεμάτοι με πλάνη οι ονειροπαρμένοι, να τραγουδούν οι μόνοι τον καημό τους, όποιος κι αν είναι αυτός. Αλλά αυτά δε γίνονται. Όλα αλλάζουν γύρω μας. Και σαν να μου φαίνεται πως ήρθε κι η ώρα να αλλάξουν και τα παγκάκια φιλοσοφία. Δεν κάθομαι να ονειρευτώ, ούτε να περιμένω το λεωφορείο που θα με πάρει, ούτε γιατί δεν έχω πού να κοιμηθώ, ούτε για ραντεβού, ούτε για τίποτα. Άλλη φιλοσοφία θέλει. Κάθομαι στο παγκάκι, για να σηκωθώ. Να ενωθώ μαζί μ’ αυτούς που λιμνάζουν την ψυχή τους στα άλλα παγκάκια και να γίνουμε γροθιά. Να τολμήσουμε να πάρουμε τη ζωή μας πίσω κι ας γίνουν και κόκκινα. Καλύτερα ένα κόκκινο παγκάκι, παρά ένα αόρατο, τελικά. Γιατί και που είμαι άνθρωπος κι όχι παγκάκι, αόρατος θέλω να είμαι πάλι. Μόνο που για να αλλάξει ο κουμπαράς και να φάμε το γουρουνάκι, πρέπει να θέλουμε να είμαστε ορατοί. Ορατοί πάνω στα παγκάκια μας. Όχι, αόρατοι!
Ο Πασχάλης Πράντζιος γεννήθηκε στην Ανάβρα Καρδίτσας το 1971. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής σχολής του Α.Π.Θ. και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση ως φιλόλογος καθηγητής. Εμφανίστηκε στα Ελληνικά Γράμματα το 2006 με το μυθιστόρημα «Και πάντα με χείλη κόκκινα» από τις εκδόσεις Ωκεανίδα. Στις ίδιες εκδόσεις κυκλοφόρησαν και τα δύο επόμενα μυθιστορήματά του, «Περί ανέμων και γάτων» (2009) και «Λιωμένο μολύβι» (2012).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Σάντυ Κυριακή ΗλιάδουΝατάσσα ΕξάρχουΣωτηρία ΙωαννίδουΧρήστος ΝομικόςΆννα ΣελίδουMo HayderΠαναγιώτης Σταυρόπουλος
Γιάννης ΦιλιππίδηςΕυδοκία ΣταυρίδουΓιώργος ΙωαννίδηςPaullina SimonsΧρήστος ΧτιστόπουλοςΓεώργιος ΤζιτζικάκηςΘεόφιλος Γιαννόπουλος
Ασημίνα ΞηρογιάννηΝίκος ΚρίκαςΣοφία ΓουδετσίδουMargaret DalkourΝάντια ΠαπαθανασοπούλουΓιώργος ΔάμτσιοςΓρηγόρης Τριγλίδης