Ο τελευταίος χορός

Η Μαρία ανέβαινε λαχανιασμένη τα απόκρημνα βράχια της παραλίας. Ένα παιχνίδι που το έκανε από μικρό κοριτσάκι, παρακούοντας την μητέρα της, που της φώναζε πάντα, και της έλεγε ότι χάνει δέκα χρόνια ζωής όποτε το κάνει αυτό.
Εκείνη όμως ποτέ δεν έδινε σημασία στο φόβο της. Ήθελε να φτάνει στην κορυφή του, να βλέπει την θέα από ψηλά, τα χωριά, τα βουνά, και την παραλία από την μια μεριά ως την άλλη...
Cliff walk, Claude Monet
Εκεί άνοιγε τα χέρια, ένιωθε το καλοκαιρινό αεράκι να την διαπερνά, να την αγκαλιάζει, να της λέει τα μυστικά του...  χόρευε μαζί του...  κυκλικές κινήσεις γύρω γύρω και αυτοσχέδιες φιγούρες που τις ζήλευαν όλες οι φίλες της.

Ήταν η διαφυγή της. Όποτε αισθανόταν άσχημα, όποτε ήταν μπερδεμένη, απογοητευμένη, επισκεπτόταν τον βράχο της. Τον δικό της βράχο.
Και κει ένιωθε απελευθερωμένη και ανανεωμένη. Έτοιμη να πετάξει στο κύμα όλα τα βάσανα της.
Όσο ήταν μικρή ήταν οι στεναχώριες απλές, ανούσιες, παιδικές... Όσο μεγάλωνε άλλαζαν και αυτές, θαρρείς μεγάλωναν μαζί της, έπαιρναν μορφή από την ζωή της.

Και τα χρόνια περνούσαν. Μεγάλωνε, ωρίμαζε, ερωτευόταν... Ξέχναγε σιγά σιγά τα παιδικά παιχνίδια, ξέχασε σταδιακά και το βράχο της. Τα στέκια της άλλαζαν, απλούστευαν, έμοιαζαν χωρίς φαντασία. Και κείνη, δεν αναγνώριζε τον εαυτό της.
Η αθωότητα έδινε την θέση της στην πείρα, και τα μυστικά πια, της τα ψιθύριζε η ζωή μέσα από την καθημερινότητά της.

Μικροπαντρεύτηκε. Αυτό ήταν το λάθος της. Ο άντρας της,  πολύ μεγαλύτερος, καπετάνιος. Την πήρε και φύγαν για την Αθήνα. Ξέχασε το νησί της. Δεν είχε χρόνο για πισωγυρίσματα. Σύντομα  ήρθαν τα παιδιά  και κείνη ένιωθε θεατής της ίδιας της της ζωής. Σαν να έβλεπε μια κακόγουστη θεατρική παράσταση και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Μαριονέτα που άλλος κινούσε τα σχοινιά της... Έχανε τον έλεγχο της κατάστασης. Και ήταν μόλις εικοσιδυό χρονών.

Έβλεπε ότι είχε κάνει λάθος. Έβλεπε ότι είχε θυσιάσει την ελευθερία της πολύ νωρίς και δεν είχε κανέναν να πει τον πόνο της. Οι γονείς της στο νησί, οι φίλοι της στο νησί, και κείνη μόνη. Τόσο κοντά στην αλλαγή αλλά και τόσο μακριά.

Η μοίρα όμως καμιά φορά ακούει τα παράπονά μας και αναλαμβάνει δράση. Και κάποια καλοκαιρινή νύχτα πήρε τα παιδιά και αποφάσισε να γυρίσει πίσω.
Να κάνει μια αλλαγή. Τόσο καιρό θα έλειπε ο άντρας της, σχολείο δεν είχε η μικρή, ήταν ευκαιρία.


Ένιωθε να χτυπάει η καρδιά της καθώς έφτανε στο λιμάνι. Έξι χρόνια, όσο η μεγάλη της κόρη η Άννα, είχε να πάει. Κρατούσε τον μπέμπη της αγκαλιά και το χαμόγελό της, θαρρείς τόξο σίγουρο, χάραζε στο πρόσωπό της.

Θα τους έδειχνε το μέρος που μεγάλωσε, θα γνώριζαν τα παιδιά την γιαγιά και το παππού... Επιτέλους!
Έφτασαν στο πατρικό της. Χαρές, ξεφωνητά, κανείς δεν την περίμενε. Τους έκανε έκπληξη.

Η Μαρία με την Άννα όλο βόλτες κάνανε. Μεγάλο παιδάκι πια, την έπαιρνε και την γύριζε στα μέρη που μεγάλωσε. Το χωριό, τις παραλίες... Κάποτε της έδειξε και τον επιβλητικό βράχο. Την σκανταλιά  των παιδικών της χρόνων.

Αυτό θα το πλήρωνε όμως μέρες αργότερα. Η μικρή θαύμασε από την πρώτη στιγμή το βράχο και της μπήκε η ιδέα να πάει και αυτή εκεί ψηλά. Να χορέψει με τον άνεμο όπως η μαμά της. Πόσο της άρεσε η ιστορία που της διηγήθηκε!

Έτσι ένα πρωινό που πήγαν για μπάνιο, ξέφυγε από την προσοχή της Μαρίας, κολύμπησε ως εκεί και άρχισε να σκαρφαλώνει. Σύντομα ανέβηκε ψηλά. Η Μαρία δεν άργησε να καταλάβει την απουσία της μικρής. Δεν την έβλεπε πια μπροστά της στη θάλασσα. Ανασηκώθηκε. Μα που πήγε, σκέφτηκε. Άρχισε να προχωράει κατά μήκος της ακτής.

Η φωνή της μικρής την αιφνιδίασε, την τρόμαξε.
- Εδώ είμαι μαμά, της φώναξε.
- Άννα, θα πέσεις! Περίμενε μην κουνιέσαι έρχομαι.

Η μικρούλα δεν άκουγε, γέλαγε δυνατά, χοροπήδαγε άτσαλα. Η Μαρία με γρήγορα, μεγάλα βήματα σκαρφάλωνε να την βοηθήσει. Έπρεπε να προλάβει το κακό. Μια απότομη στροφή και η Άννα κρεμάστηκε από την άκρη του βράχου έτοιμη να γκρεμιστεί. Η Μαρία έβγαλε μια κραυγή. Έπιασε το μικρό της χεράκι και προσπάθησε να την τραβήξει.  Δεν τα κατάφερε όμως. Μπρος στα τρομαγμένα μάτια της η Άννα της χάθηκε στην θάλασσα. Προσπάθησε να την σώσει αλλά ήταν μοιραίο να συμβεί το κακό.

Με δάκρυα στα μάτια κοίταγε γύρω της. Δεν πίστευε αυτό που συνέβη. Ένιωθε υπαίτια. Τι ήθελε να της μιλήσει για τον βράχο; Δεν έπρεπε...
Δεν άντεχε να το ζήσει αυτό. Έμεινε εκεί ως το βράδυ να κλαίει. Ανεβασμένη εκεί, στην κορυφή. Ο αέρας πενθούσε μαζί της. Σφύραγε μανιασμένος.

Χωρίς άλλη σκέψη έδωσε και αυτή μια και χάθηκε στη θάλασσα. Μαζί με το κοριτσάκι της.

Εύη Καφούρου


Επίσης δείτε:
Το διήγημα της Εύης Καφούρου "Μαθήματα ζωής".
Τη νουβέλα της Εύης Καφούρου "Ιόλη".
Τα βιβλία της Εύης Καφούρου και τη συνέντευξη που παραχώρησε για το koukidaki "Από-Γραφής έργα".

3 σχόλια:


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Τερέζα ΚουρούκληΧάρης ΒασιλάκοςΓιώργος ΓιαντάςΣτέλιος ΚανάκηςΣτέλιος ΜοίραςΈλσα ΜαγγανάρηΓιάννης Βεντούρας
Γεωργία ΚραββαρίτηΓιάννης ΦιλιππίδηςΚωνσταντίνα ΚαντζιούΠαναγιώτης ΝτούσκαςVal O' TeliΚαλλιόπη ΒελόνιαΠόλυ Μοσχοπούλου
Κερδίστε ως και πέντε μυθιστορήματαΧρυσούλα ΒακιρτζήΧρήστος ΠαπουτσήςΒαγγέλης ΜαργιωρήςΒασίλης ΤσικάραςΜαρία ΙατρίδηΘεόφιλος Γιαννόπουλος