Ωραίος & σέξι




Η "κλασική βιβλιοφιλία" που με χαρακτηρίζει με προκαλεί να διαβάσω πράγματα που δεν είναι της επικαιρότητας, που δεν έγιναν bestseller, που δεν πούλησαν τα χιλιάδες αντίτυπα, που είχαν την άτυχη τύχη να μεταφερθούν στο πανί ή στο γυαλί, που δεν πολυαπασχολούν τα σοφά και μεγάλα μυαλά, που δεν έχουν προκαλέσει, που δεν έχουν προβληματίσει και που -αν δεν είχα το μικρόβιο- δε θα τους έριχνα ούτε ένα βλέμμα. Όμως, εγώ, είμαι μια αθεράπευτα βιβλιόφιλη τύπισσα που έχει περάσει μεγάλο μέρος της ζωής της πάνω -ή δίπλα- από ένα βιβλίο και ένα εξίσου σημαντικό κομμάτι αυτής το έχει διαθέσει ψάχνοντας σε βιβλιοπωλεία, παζάρια, καλάθια, παλαιοπωλεία, υπαίθριες αγορές, πλανόδιους πωλητές και όπου αλλού μπορεί κανείς να "συναντηθεί" μετωπικά με κάποιο βιβλίο ή ανάγνωσμα. Έχω αγοράσει βιβλία ακόμη και από καφετέρια όπου είχε στήσει ένα σταντ μια ποιήτρια και άφησε τις ποιητικές της συλλογές έκθετες στα βλέμματα των θαμώνων του μαγαζιού, ελπίζοντας ότι κάποιος/-οι θα αποφασίσουν να αφιερώσουν λίγα παραπάνω δευτερόλεπτα από το οπτικό τους πεδίο προς/πάνω στις συλλογές της και -γιατί όχι;- κάποιος/-οι θα επιδιώξουν να αγοράσουν κάποια από αυτές. Γενικά, έχω αγοράσει βιβλία από όλα τα πιθανά σημεία και με κάθε πιθανό τρόπο. Γενικά, έχω ανακαλύψει βιβλία σε όλα τα πιθανά σημεία και με κάθε πιθανό τρόπο. Και ο πιο αγαπημένος από αυτούς τους τρόπους είναι να ψαχουλεύω παζάρια βιβλίων, όπου υπάρχουν μόνο παλαιοί τίτλοι και οι τιμές είναι τόσο ελκυστικές -να τα ξεφορτωθούν θέλουν- που μπορώ κάλλιστα να χρειαστώ φορτηγό για να τα μεταφέρω σπίτι.
Σε μια τέτοια εξόρμηση -παζάρι- αγόρασα σε απίστευτα χαμηλή τιμή -δε μου κόστισε πάνω από 3 ευρώ- το θεατρικό έργο του Woody Allen "Play it again Sam" ή όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά, "Ωραίος και σέξι". 
Γράφτηκε το 1969 και εκδόθηκε το 1998 [έναν "αιώνα" πριν]. Αλλά, αυτά δεν έχουν σημασία. Εκείνο που μετράει είναι η αντίληψη του Γούντι Άλεν για τον έρωτα, για την αγάπη, για τις σχέσεις των ανθρώπων, για τις απιστίες των ανθρώπων και η ζωντανή, σπινθηροβόλα γραφή του. Ο τρόπος που έχει να "μπαίνει" ανάμεσα στους ήρωες και να τους θέτει μεγάλα και σημαντικά ερωτήματα για τη ζωή και την αγάπη ή τον έρωτα, χωρίς να "βαραίνει" το σκηνικό, χωρίς να θέτει βαθυστόχαστους στοχασμούς, χωρίς να κάνει κωμωδία και χωρίς να κάνει δράμα. Το χαρακτηριστικό χιουμοράκι του και η έξυπνη ματιά του, που δημιουργούν καταστάσεις κωμικοτραγικές και χαρακτηριστικές διαπλοκές. 




Στο "Ωραίος και σέξι" γνωρίζουμε έναν πρόσφατα χωρισμένο μεσήλικα που προσπαθεί να βρει νέες ισορροπίες στην "μετά τον χωρισμό" ζωή του και να αποφύγει την κατάθλιψη της μοναξιάς του. Βοηθοί και συμπαραστάτες του, ένα φιλικό ζευγάρι και ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. [!;] Και κάποιες γυναικείες φιγούρες που μπαινοβγαίνουν στη ζωή του με ταχύτητα φωτός καθώς προσπαθεί να "αναστήσει" το χαμένο του Εγώ και να πάρει το αίμα του πίσω για την σύντροφο που τον παράτησε. 
Και καθώς είναι κριτικός κινηματογράφου, επηρεάζεται από τις ταινίες που βλέπει και από τους χαρακτήρες που ζωντανεύουν στο πανί [αλλά και μέσα στο ίδιο του το σπίτι]. Γυναίκες και Μπόγκαρτ και φιλικό ζευγάρι χορεύουν σε ένα γαϊτανάκι με ιδέες, γνωριμίες, συμβουλές, εμπειρίες... με σκοπό να αναστηθεί ο "χαμένος" Άλαν.  Ποιος, πως, πότε, με τι τρόπο... Θα/θα τα καταφέρει;

Στην έκδοσή μου υπάρχουν και αρκετές φωτογραφίες από μια θεατρική παράσταση του έργου στο Παρίσι. Με βάζουν στη διαδικασία να διαβάζω το κείμενο και να ανατρέχω στις φωτογραφίες προσπαθώντας να τις αντιστοιχίσω με αυτό. 




Διαβάζεται γρήγορα και διασκεδαστικά. Θυμίζει τον Γούντι που ξέρουμε μέσα από τις ταινίες του. Στο αφτί του βιβλίου μαθαίνω ότι στην ταινία που έκανε ο Herbert Ross για να μεταφέρει στο πανί αυτό το έργο, ο Allen Stewart Konigsberg [όπως είναι το πραγματικό του όνομα] κράτησε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αυτή η ταινία προβλήθηκε πριν τη δεκαετία του 70 όπου άρχισε η ανοδική πορεία του Γούντι, με την κατάληξη που όλοι γνωρίζουμε. Ό,τι έχει κάνει και κάνει -ή θα κάνει- θεωρείται εξαιρετικό καλλιτεχνικό γεγονός. 
Δικαίως.



Εσύ, Εγώ και τα σύννεφά μας


Ο συγγραφέας...
ο Eric Wastphal έγραψε το "Εσύ και τα σύννεφά σου" [Toi, et tes nuages] το 1971 και παρουσιάστηκε στο θέατρο Athenee στο Παρίσι με την Άννα Καρίνα με τόση επιτυχία, που ένα χρόνο μετά έχει κιόλας μεταφραστεί και παίζεται σε 15 χώρες! Το 1977, το "Εσύ και τα σύννεφά σου", μεταφέρεται στον κινηματογράφο με τον τίτλο "The Mafu Cage". Τα έργα του -έχει γράψει περίπου 25 για το θέατρο- παρουσιάζουν ποικιλία θεμάτων και ύφους, και έχουν μεταφραστεί και παρουσιαστεί σε πολλές σκηνές της Ευρώπης.




Το έργο...
τού Έρικ Βεστφάλ μας συστήνει δύο Γαλλίδες αδερφές, οι οποίες μετά το θάνατο των γονιών τους ζουν κλεισμένες στο παλιό και περίεργο σπίτι τους. Η μικρότερη, η Ερνεστίν, δε βγαίνει ποτέ από την οικία τους, δεν έχει κανενός είδους κοινωνική ζωή, έχει μια κλίση στη ζωγραφική ενώ παρουσιάζει συμπτώματα ψυχικής διαταραχής. Η μεγαλύτερη αδερφή, η Αντέλ, επίσης προικισμένη με καλλιτεχνικά προσόντα, κρατά μητρική στάση απέναντι στην αδερφή της αφήνοντας τα δικά της ενδιαφέροντα και το μέλλον της σε δεύτερη μοίρα προκειμένου να σταθεί δίπλα στην Ερνεστίν και να την φροντίσει. 
Στο έργο τις ανακαλύπτουμε καθώς έρχονται σε επαφή με τον οικογενειακό φίλο και ζωολόγο, Μαρσέλ και με έναν πλασιέ, τον Εμίλ. 
Ο κάθε ένας, από αυτούς τους τέσσερις χαρακτήρες, ανήκει σε διαφορετικό κόσμο. Αυτοί οι κόσμοι συγκρούονται μέσα στο έργο, καθώς εκείνες έχουν δημιουργήσει τους δικούς τους κανόνες μέσα από την ιδιορρυθμία τους. 




Είναι ένα συναρπαστικό έργο με εντάσεις και σασπένς, ενώ η Αγάπη και το Μίσος ορίζονται ως κυρίαρχες έννοιες και ευθύνονται για τα λάθη των ηρωίδων. Πρόκειται για ψυχολογικό θρίλερ, που με την κατάλληλη ατμόσφαιρα μπορεί να προκαλέσει και τρόμο στον θεατή. Είναι βίαιο αλλά και τρυφερό, ενώ κάποιες κωμικές σκηνές του φαίνονται τελείως αναπάντεχες μέσα στο όλο κλίμα.
Στο σημείωμα του σκηνοθέτη διαβάζω: "Εμβαθύνει στους απέραντους κόσμους της ανθρώπινης ψυχής και φωτίζει καταστάσεις που υπάρχουν μέσα μας αλλά και γύρω μας, με πολλαπλές μορφές. Πού βρίσκονται άραγε τα όρια ανάμεσα στην τρέλα των λογικών και στη λογική των τρελών;"

Ο Γιώργος Γραμματικός υπογράφει την σκηνοθεσία, την μουσική επιμέλεια, τα σκηνικά και τα κοστούμια, και κρατά για τον εαυτό του το ρόλο του Εμίλ Γκαστόν -πλασιέ- με επιτυχία σε όλα. Η Βίκυ Ευαγγέλου είναι μια καταπληκτική Ερνεστίν που μας μάγεψε με τη σκηνική της παρουσία και την ερμηνεία της και η Εύη Θεοδωρίδου είναι η Αντέλ, η άλλη πρωταγωνίστρια της παράστασης. Τέλος, ο Τέλης Ζώτος, που ερμηνεύει τον Μαρσέλ Ζομπρόβιτς σοφά και μέσα στα όρια.
Καθώς πρόκειται για πολύ έμπειρους πρωταγωνιστές, το αποτέλεσμα είναι αρτιότατο από κάθε άποψη.



Το σώμα του έγινε σκιά






«Τίποτα δεν ζει αιώνια. Ίσως μόνο αυτή η Ιδέα της τέχνης. Το σίγουρο είναι πως οι κοινοί θνητοί, οι φθαρτοί υπηρέτες της χάνονται ανεπιστρεπτί», γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη στο βιβλίο της «Το σώμα του έγινε σκιά». Πρόκειται για μια νουβέλα, όπου μέσα από τις γλαφυρές της σελίδες, διαβάζουμε για έναν χορευτή, τον Άγγελο, που φτάνοντας στα 40 του χρόνια, αρχίζει να συνειδητοποιεί, πως δεν μπορεί πια να χορέψει όπως και πριν. Μέσα από τις σελίδες ημερολογίου του Άγγελου και της γυναίκας του Έλσας ξετυλίγεται ένα δράμα με έντονη αγωνία και τραγική κατάληξη. 

Για να κατανοήσουμε, όμως, καλύτερα τα παραπάνω, ας πάρουμε τους βασικούς χαρακτήρες ξεχωριστά. 

Ο Άγγελος είναι τελειομανής. Έχει επιλέξει τον χορό και του έχει δώσει όλη την εσωτερική τάση του για δημιουργία και όλο του το πάθος. Όταν το σώμα του αρχίζει να βαραίνει, νιώθει ότι θα φτάσει σε μια εποχή, που δεν θα μπορεί να χορέψει πια και αυτό δεν μπορεί να το αντέξει. Δεν μπορεί να ζήσει χωρίς το χορό. Θυμίζει έντονα τον Ρίλκε, που στο «Γράμμα σε έναν νέο ποιητή», θέτει το ερώτημα. «Μπορείς να ζήσεις χωρίς να γράφεις»; 

Η Έλσα είναι μια γυναίκα εξωστρεφής. Στέκεται από την αρχή στο πλευρό του Άγγελου, προσπαθεί να συνειδητοποιήσει τι τον βασανίζει και να τον βοηθήσει να το ξεπεράσει. Επειδή, όμως, έχει διαφορετική ιδιοσυγκρασία δεν τα καταφέρνει. Μέσα από τις σελίδες του ημερολογίου της η Έλσα αυτοσαρκάζεται καθώς αναφέρεται αρκετές φορές στα περιττά κιλά της και δεν διστάζει να αποκαλέσει τον εαυτό της κακή ποιήτρια: «Ανέβαινα στο γραφείο μου να συνεχίσω το επόμενο κεφάλαιο ενός βιβλίου μου, το οποίο πάλι θα απέρριπταν σύσσωμοι οι εκδότες.» Όμως, παρακάτω, γράφει: «Μα λίγο μ’ ένοιαζε. Το γράψιμο ήταν για μένα μια κάποια διέξοδος.» Άρα η Έλσα γράφει για να ξεφύγει για λίγο από τα προβλήματά της. Η εσωτερική της τάση για δημιουργία την βοηθάει να αντέξει το δράμα, που ξετυλίγεται μπρος στα μάτια της και να δείξει δυνατή. 

Όπως παρατηρήσαμε και πιο πάνω, στη νουβέλα της Ασημίνας Ξηρογιάννη: «Το σώμα του έγινε σκιά», το τέλος είναι τραγικό. Η συγγραφέας δεν καταφεύγει στην εύκολη λύση του ευτυχισμένου τέλους, αλλά προτιμά την Αριστοτέλεια κάθαρση, προκαλώντας τη συγκίνηση στον αναγνώστη, αλλά και την αίσθηση ότι διάβασε κάτι πραγματικά όμορφο. 

Στη νουβέλα της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Το σώμα του έγινε σκιά» δεν θα βρούμε δαιδαλώδεις αφηγήσεις, ανατροπές και ανούσιες υπερβολές. Η υπόθεση είναι στρωτή, οι περιγραφές γλαφυρές και η πλοκή κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη ως το τέλος. Ο αναγνώστης, διαβάζοντας τις ημερολογιακές σημειώσεις του Άγγελου και της Έλσας νομίζει ότι ζει τα γεγονότα, που αφηγείται το βιβλίο, γίνεται μέρος τους, αγωνιά, στεναχωριέται, ελπίζει. Τα συναισθήματα του Άγγελου και της Έλσας γίνονται και δικά του και αυτό είναι, που κάνει τη νουβέλα της Ασημίνας Ξηρογιάννη να διαβάζεται χωρίς διακοπή από την αρχή ως το τέλος. 

Κλείνοντας, αυτή τη σύντομη κριτική προσέγγιση στη νουβέλα της Ασημίνας Ξηρογιάννη: «Το σώμα του έγινε σκιά», θα θέλαμε να τονίσουμε ότι η συγγραφέας μάς έχει εντυπωσιάσει ευχάριστα, για μια ακόμη φορά, καθώς έχει και πολύ αξιόλογο ποιητικό έργο, στο οποίο έχουμε αναφερθεί και παλιότερα.* Δεν έχουμε παρά να την προτρέψουμε να συνεχίσει να πορεύεται στο δρόμο της λογοτεχνίας γιατί, όπως και ο δρόμος που αποφασίζει να πάρει η Έλσα: «Αυτός ο δρόμος είναι μονόδρομος.» 


ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 


* Μεταφέρω αυτούσιες τις λέξεις του Θεοχάρη Παπαδόπουλου. Στον ιστότοπο koukidaki δεν έχει γίνει -ακόμα- κάποια αναφορά σχετικά με την ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη. Επιφυλάσσομαι για το προσεχές μέλλον.
Διαβάστε το κείμενο του Θεοχάρη Παπαδόπουλου σχετικά με το ποιητικό της έργο στο portal όπου διατηρεί μόνιμη στήλη σε αυτόν τον σύνδεσμο.

Πενήντα αποχρώσεις του γκρι





Ο Κοέλο μας το έχει τονίσει. Ζήτα και το σύμπαν θα συνωμοτήσει να το αποκτήσεις.
Κάπως έτσι έγινε και στην περίπτωση της James. Από παιδί, ακόμα, ονειρευόταν να γράφει ιστορίες που θα ερωτεύονταν οι αναγνώστες της. Και το κατάφερε. Πραγματοποίησε το όνειρό της με τις "Πενήντα αποχρώσεις" της σε μία νύχτα [!] καθώς το βιβλίο της έγινε παγκόσμιο bestseller σε χρόνο ρεκόρ, για να ακολουθήσουν μοιραία και τα άλλα δύο βιβλία που ολοκληρώνουν την τριλογία του "Γκρι".





Το βιβλίο δείχνει μεγάλο. Έχει πολλές σελίδες και μια πολύ απλή υπόθεση: Μια φοιτήτρια παίρνει συνέντευξη από έναν επιτυχημένο επιχειρηματία και μαγεύεται από τη γοητεία του. Όμως, φαίνεται ότι η μαγεία είναι κοινή καθώς εκείνος εμφανίζεται στο μαγαζί που δουλεύει και της προτείνει να βγουν.
Αρχίζει μια σχέση κυριαρχίας και υποταγής με πολλά πικάντικα σκαμπανεβάσματα και απρόοπτα. Εκείνη είναι μια "άβγαλτη" φοιτήτρια κι εκείνος σκλάβος στους δαίμονές του. Εκείνη προσπαθεί να κρατηθεί στη ζωή του, καθώς την έχει κάνει να τον ερωτευθεί τρελά κι εκείνος προσπαθεί να την κρατήσει στη ζωή του, καθώς "κουβαλάει" μυστικά και επιθυμίες που θα την σοκάρουν και θα την τρομάξουν. Μέσα από την παθιασμένη ερωτική τους σχέση εκείνος θα την ερωτευθεί εξίσου κι εκείνη θα ανακαλύψει νέα πράγματα για τον εαυτό της.




Στο εξώφυλλο μας προειδοποιούν ότι πρόκειται για εθιστικό ανάγνωσμα και για να είμαι ειλικρινής, δεν τους πιστεύω. Ξεκινάω την ανάγνωση με την προκατάληψη ότι πρόκειται για κάτι πολύ "ανάλαφρο" και εύκολο και που, εφόσον η υπόθεσή του βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στο σεξ, μάλλον, θα το παρατήσω κάπου στη μέση, μόλις το βαρεθώ. Εξάλλου, φαίνεται ασυνήθιστα μεγάλο για βιβλίο που μονοπωλεί πάνω στο σεξ.
Παρόλα αυτά, η ανάγνωση είναι ευχάριστη και με κρατάει πιστή. Οι πικάντικες εικόνες είναι απολαυστικές και διασκεδαστικές, ενώ έχει μία αβίαστη ροή. Οι σελίδες γυρίζουν πολύ εύκολα και το έχω τελειώσει πριν το καταλάβω, σημάδι ότι τελικά είναι μικρότερο από όσο θα ήθελα να είναι. 
Ακριβώς επειδή δε με έχει κουράσει, δε με ενοχλεί το γεγονός ότι δεν τελειώνει η ιστορία στην τελευταία του σελίδα! Κακό από τη μια, γιατί μου έχει δημιουργήσει μια τρελή περιέργεια να μάθω τη συνέχεια [δε μου έχει αποκαλύψει τα μυστικά του κυρίου Γκρέυ] και, τηρουμένων των αναλογιών της τριλογίας, σκέφτομαι ότι δεν έχω φτάσει ούτε στα μισά! Άρα, αφ' ενός το συνολικό μυθιστόρημα φαντάζει πολύ μεγάλο πλέον στα μάτια μου και αφ' ετέρου κουβαλάει ένα κόστος που, στην Ελλάδα της κρίσης, δεν ξέρω αν μπορεί να το αντέξει ο κάθε βιβλιόφιλος.

Η λυτή και απλή ιστορία του γιγαντώνεται ξαφνικά διότι συνειδητοποιώ το μέγεθος της τριλογίας και πόσα πράγματα δε μου έχει πει το πρώτο βιβλίο. Μυστικά και δαίμονες του Γκρέυ που δεν μού αποκάλυψε, αλλά και όργανα ή αντικείμενα που σχετίζονται με το σεξ και δεν έχουν "παίξει" στο πρώτο μέρος, αλλά που, επιδέξια [;],  μού τα έχει ήδη παρουσιάσει η συγγραφέας του. Με κάνει να σκέφτομαι -αυτόματα- ότι είχε από την αρχή σχεδιάσει την τριλογία της.




Αν έχετε διαβάσει και αντέξει "Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα" [του Μ.Πασκάλ] ο κύριος Γκρέυ και οι αντισυμβατικές του αρετές δε θα σας σοκάρουν ούτε στο ελάχιστο. Αν είστε όμως, απόλυτα ρομαντικοί και συντηρητικοί, μάλλον, δε τα "βρείτε" με την ιστορία της Άνα και του Κρίστιαν. 
Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση κυλάει ευχάριστα και αβίαστα και, αν είστε "άμαθοι" ή "περίεργοι" θα σας δώσει τροφή.

Οι γυναίκες θα δουν στο πρόσωπο του Γκρέυ τον πρίγκιπα του παραμυθιού σε μια πιο πικάντικη και σκοτεινή εκδοχή του σε σχέση με το σεξ και μόνο, γιατί σε όλα τα άλλα είναι όντως Ό Πρίγκιπας. Οι άντρες θα δουν στο πρόσωπο της Άνα την παρθένα που ονειρεύονται και επιθυμούν να μυήσουν στον κόσμο τους, προστατεύοντάς την παράλληλα από κάθε κακό.
Τόσο απλή είναι η επιτυχία του "Γκρι".

Μία από τα Γίδια



Μια stand up comedy, επιθεώρηση και βαριετέ μαζί που παίζεται από πέρσι, αλλά έκανε επίσημη πρεμιέρα εχθές, στο θέατρο Ήβη, που, γενικά, μου αρέσει πολύ σαν χώρος.
Τα Δευτερότριτα μπορείτε να χαρείτε τα αστεία και τις παρλάτες του Αντώνη Κρόμπα, του Γιάννη Δρακόπουλου και της Βούλας Τσαπακίδου.
Στην πρεμιέρα, εμείς που ήμασταν εκεί, είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε και τρία guest ονόματα εν δράση. Τον Χρήστο Φερεντίνο που επιστρατεύθηκε να μας παρουσιάσει μια καρικατούρα-παρωδία 'Ελληνα τραγουδιστή σε μπουζικομάγαζο και οι κύριοι Πάνος Μουζουράκης και Θανάσης Αλευράς με κέφι μαζί στη σκηνή. Πρόσθεσαν κι αυτοί το λιθαράκι τους -καλοδεχούμενο- στο σύνολο.

Οι βασικοί συντελεστές της παράστασης το "έχουν" με την κωμωδία και την επιθεώρηση αλλά ποτέ δεν κατάλαβα ποια ήταν η καλλιτεχνική επιμέλεια που έκανε η Δήμητρα Παπαδοπούλου, δεδομένου ότι είχαμε μια stand up κατάσταση, όπου βλέπαμε όλη την ώρα τρία άτομα να πηγαινοέρχονται στην σκηνή και να μοιράζουν αστεία. Κάποια βιντεάκια που συμμετείχαν στο σύνολο και κάποιες μουσικές επιλογές δεν ήταν και κάτι το φοβερό, δεδομένου ότι τέτοια και καλύτερα μπορείς να δεις σε κάθε παράσταση του είδους, ακόμη κι αν παίζεται σε έναν μικρό παρεΐστικο χώρο.
Επίσης, ποτέ δεν κατάλαβα ποια ακριβώς είναι τα σκηνικά που έκανε ο Γιάννης Μουρίκης, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν ούτε έπιπλα, ούτε κατασκευές πάνω στην άδεια σκηνή.
Σε γενικές γραμμές, η παράσταση προσφέρει αυτό που περιμένεις από το είδος της και περάσαμε ευχάριστα τις δύο ώρες που διαρκεί στο σύνολό της.
Ο Αντώνης Κρόμπας ως πρεζόνι "έγραψε" στην κυριολεξία, ενώ το τραγουδιστικό μέρος της λήξης ήταν και το καλύτερό μου. Πολλά γνωστά και αγαπημένα μουσικά κομμάτια ενωμένα όλα μαζί σε ένα τελείως γελοίο τραγουδιστικό γαϊτανάκι που μας έφτιαξε τη διάθεση, μας έκανε να χαμογελάσουμε και έκλεισε πολύ όμορφα την παράσταση. 
Η ένσταση που έχω σχετικά με το κόνσεπτ είναι ότι, δεν μπορεί μια τεράστια σκηνή όπως αυτή του Ήβη και ένα μεγάλο θέατρο να "γεμίσει" με ένα videowall και τρεις ανθρώπους που βγαίνουν εναλλάξ επάνω να εκτελέσουν τα νούμερά τους. Ο μεγάλος χώρος δε γίνεται να γεμίσει ακόμη και από το μεγαλύτερο ταλέντο της υποκριτικής. Μια τέτοια σκηνή, χωρίς έπιπλα και άλλα σκηνικά-κοσμητικά στοιχεία, γιγαντώνεται φιλοξενώντας έναν, άντε δύο, ηθοποιούς πάνω της. Επιπλέον, το είδος αυτό του θεάτρου επιβάλλει ένα "παιχνίδι" ανάμεσα στον ηθοποιό και τον θεατή. Ο ηθοποιός πρέπει να προσεγγίσει τον θεατή άμεσα και να "παίξει" μαζί του ή ακόμη να τον ενσωματώσει στην παράσταση, να τον κάνει μέρος της. Στο Ήβη, ο χώρος είναι τόσο μεγάλος, ώστε αν ο ηθοποιός κατέβει προς την πλατεία, το αποτέλεσμα είναι,να "χαθεί", να "απορροφηθεί" από εκείνη. Μόνο πάνω στην σκηνή μπορεί να εξουσιάζει και να ξεχωρίζει.

Την πρεμιέρα τίμησαν -εκτός από τους κυρίους που προανέφερα και τους οποίους απολαύσαμε επί σκηνής- και οι: Τζένη Μπότση, Γιάννης Ζουγανέλης και Ισιδώρα Σιδέρη, Κλέλια Ρένεση, Κώστας Σπυρόπουλος [παραγωγός], Κώστας Βουτσάς, Αλέξανδρος Αντωνόπουλος, Μιχάλης Ρέππας, Δήμητρα Παπαδοπούλου [καλλιτεχνική επιμέλεια], Φιλίτσα Καλογεράκου, Κατερίνα Παπουτσάκη, Κατερίνα Διδασκάλου, Στέλλα Γιαμπουρά, Μαρία Γεωργιάδου... ίσως και μερικοί ακόμα που δεν κατάφερα να εντοπίσω.



Ο Κώστας Ευαγγελάτος και η Εγκάρσια Πτήση του



Από το εξώφυλλο της "Εγκάρσιας πτήσης", εκδόσεις Απόπειρα
Μ' ένα delete σβήνεις εικόνες
φωτογραφίες χαράς σε τόπο ξένο
Το μυαλό μολύβι φορτωμένο
Η μνήμη δρέπει λάφυρα κοιτώνες.
"Delete" 2007

Από τη συλλογή "Εγκάρσια Πτήση"

Το ποίημα που ανοίγει τη σελίδα δε βρίσκεται μέσα σε αυτήν την συλλογή. Μου άρεσε όταν το διάβασα ταξιδεύοντας σε διαδικτυακούς τόπους αναζητώντας έργα του Κώστα Ευαγγελάτου.
Προσπάθησα να τον γνωρίσω μέσα από το έργο του, μέσα από τις σελίδες που έχουν αφιερωθεί σε εκείνον, μέσα από το αχανές διαδίκτυο. Περίεργος τύπος! Έχει ασχοληθεί με τόσα πράγματα και σε όλα έχει κάτι να πει. Κάτι δικό του, που του ανήκει και τον αντιπροσωπεύει. Όμως, το καλύτερο από όλα τα στοιχεία του έργου του είναι ότι μου βάζει κάτι καινό σε ότι έχει κάνει.
Παρά τη μεγάλη επιτυχία και αναγνώριση που έχει γνωρίσει, παραμένει προσιτός, ζεστός και εξαιρετικά επικοινωνιακός άνθρωπος. Έσπευσε να ανταποκριθεί, με την απέραντη ευγένεια που τον χαρακτηρίζει, όταν του ζήτησα να μου πει μερικά λόγια για εκείνον και το έργο του. 

Από την "Εγκάρσια πτήση", εκδόσεις Απόπειρα
Ζωγραφική και ποίηση. Δύο τέχνες που συναντιούνται πάνω στον ίδιο άνθρωπο. Λίγοι δημιουργοί εκφράζονται και με τις δύο αυτές μορφές τέχνης. Ένας ποιητής μπορεί να εκφραστεί και με πεζό λόγο και το βλέπουμε συχνά. Ένας ζωγράφος, από την άλλη, δύσκολα εκφράζεται μέσα από τον λόγο. Όπως και ένας ποιητής, αμφίβολο αν θα καταπιαστεί με την εικόνα.

Η δική σας διαφορετικότητα -σαν πρώτη εντύπωση- σε σχέση με άλλους δημιουργούς-καλλιτέχνες είναι ότι εκφράζεστε και με την ποίηση και με τη ζωγραφική. Τελικά, η τέχνη είναι κοινή σε όλες τις μορφές της; Ή ο καλλιτέχνης-δημιουργός καθορίζει τον τρόπο έκφρασης;

Κ.Ε.:Η προσωπική μου αλήθεια βασίζεται στην απλή ανθρώπινη δυνατότητα για αποκρυστάλλωση εικόνων, ιδεών, συναισθημάτων, οραμάτων. Η πρώιμη ζωγραφική μου ταυτότητα συνδυάστηκε επίσης πρώιμα με την ποιητική μου έκφραση. Εικόνα και λόγος συνυπάρχουν στα έργα μου, όμως η υπόσταση του ποιητικού και του εικαστικού μου έργου είναι ανεξάρτητη και λειτουργεί με την τεχνική και τα μέσα που απαιτεί να κατέχεις και να εφευρίσκεις, με ενδοσκόπηση η κάθε μιά τέχνη.


Παρακολουθώ το έργο σας, στο σύνολό του, από τα πρώτα δημιουργικά σας χρόνια (δεκαετία 70) μέχρι σήμερα και σαφώς, όπως είναι και το αναμενόμενο, έχετε περάσει από διάφορα στάδια και έχετε εξελιχθεί. Η "ματιά" σας έχει αλλάξει/διαφοροποιηθεί σε σχέση με τα πρώτα δημιουργικά χρόνια. Ποιος παράγοντας επηρέασε την εξέλιξή σας στην τέχνη; Τα ερεθίσματα, η ωριμότητα, οι εμπειρίες;

Κ.Ε.:Αναμφίβολα όλα αυτά, όμως κύριος μοχλός της επιτυχίας μου και δεν εννοώ την φαινομενική, αλλά την ουσιαστική, είναι μπόρεσα να εκφράσω τις αισθητικές και ιδεολογικές μου απόψεις, ολοκληρωμένα και με συνέπεια.




Πριν από λίγο καιρό παρουσιάσατε την ποιητική σας συλλογή "Εγκάρσια πτήση" και λίγες μόλις μέρες πριν από αυτή μας τη συζήτηση, έγινε η παρουσίαση του ημερολογίου σας. Και οι δύο εκδηλώσεις στέφθηκαν με επιτυχία και δέχτηκαν μεγάλης προσοχής και αποδοχής από σπουδαία πρόσωπα των γραμμάτων και της τέχνης.

Αισθάνεστε ότι έχετε "μιλήσει" όσο και όπως θα θέλατε μέσα από το έργο σας;

Κ.Ε.:Πολλές φορές σκέπτομαι ότι πολλοί από τους μεγάλους δημιουργούς που θαύμαζα από παιδί ολοκλήρωσαν σε νεότερη ηλικία το έργο τους. Προσωπικά η ζωγραφική έμπνευση μου είναι πάντα δυνατή, είναι όμως τόση η ποικιλία, η ευρύτητα και η ποσότητα του έργου μου, αφού δουλεύω επί χρόνια καθημερινά, που αποτιμάται πάντα ένα τμήμα του και παρόλες τις συχνές παρουσιάσεις και εκθέσεις εδώ και στο εξωτερικό είναι γνωστό τμήμα του μόνον... υπάρχουν αναρίθμητα ερωτικά σχέδια και ψηφιακές συνθέσεις που δεν έχουν εκτεθεί. Όσον αφορά το ποιητικό μου έργο και με άξονα τα μεγάλα μου ποιήματα έχω δώσει το στίγμα μου και κάποτε θα γίνει κατανοητό.


Υπάρχουν όρια στην τέχνη ή στον καλλιτέχνη-δημιουργό;

Κ.Ε.:Στην τέχνη υπάρχουν μόνο τα όρια των υλικών, της τεχνικής. Κατά τα άλλα, όλα είναι " άνευ ορίων και άνευ όρων".



Τι είναι έμπνευση για εσάς;

Κ.Ε.:Η έμπνευση είναι προϊόν ψυχοσωματικού οργασμού.Ο έρωτας έχει μεγάλη συμβολή σε αυτή τη διαδικασία.Οι εμπειρίες μου διαμόρφωσαν τα μοτίβα της αυθεντικής μου έκφρασης. Μιας έκφρασης που αρκετοί σεμνότυφοι την πολέμησαν, άλλοι προσπάθησαν ανεπιτυχώς να αντιγράψουν και ευτυχώς σημαντικές προσωπικότητες την έχουν επαινέσει.



Από το σύνολο του έργου σας, υπάρχει κάποια δημιουργία που ξεχωρίζετε και ίσως είναι η περισσότερο αγαπημένη σας;

Κ.Ε.:Ευτυχώς το αγαπημένο εφηβικό έργο μου "ΑΓΩΝΙΑ" 1974, εμπνευσμένο από την εισβολή στην Κύπρο, το είχε φυλάξει για 30 χρόνια πίσω από μια ντουλάπα η αγαπημένη μου μάνα, Ροδόπη. Σήμερα είναι μόνιμο έκθεμα στη Σύγχρονη Πινακοθήκη στο Αργοστόλι που έχει το όνομα της. Φυσικά έχω αρκετά αγαπημένα έργα δεμένα κύρια με προσωπικές αναμνήσεις από τα μοντέλα μου και τις καταστάσεις της ζωής μου.



Σερφάρω στο διαδίκτυο και διαβάζω αφιερώματα για εκείνον, για το έργο του και συνεντεύξεις του και παντού ένας νέος όρος προβάλει στο κείμενο. Όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που επιθυμούν να γράψουν για τον Κώστα Ευαγγελάτο και στην προσπάθειά τους να βρουν μια περιγραφή που να τον χαρακτηρίζει, τον αναφέρουν ως "εικαστικό ποιητή", ως "ποιητικό ζωγράφο", ως "εικαστικό λογοτέχνη"...  Δε γνωρίζω ποιος από αυτούς τους όρους είναι περισσότερο αντικειμενικός και καλύτερα περιγραφικός για τον Ευαγγελάτο. Κι εγώ προσπάθησα να βρω μια "ατάκα" που να περιγράφει με δυο λέξεις το καλλιτεχνικό του στίγμα αλλά δε μπόρεσα να αποφασίσω καμία. Μικρή σημασία έχει. Η τέχνη είναι τέχνη σε κάθε μορφή της και ο δημιουργός δε χρειάζεται να δεσμεύεται πίσω από "ταμπέλες" και ορολογία σχετικά με το πού ανήκει εκφραστικά.




Το πλουσιότατο βιογραφικό του μπορείτε να το βρείτε πολύ εύκολα στο διαδίκτυο. Κι αν ήθελα να το αντιγράψω εδώ θα έπιανε όλη τη σελίδα. Στην "Εγκάρσια πτήση" που διάβασα και έγινε η κινητήριος δύναμη για ετούτη την ανάρτηση και συνέντευξη, δημοσιεύονται ποιήματά του από το 2006 ως και το 2010. Το ομότιτλο ποίημα άρχισε να το γράφει το 1992 και το ολοκλήρωσε το 2008! Παράλληλα, κυκλοφορούν λευκώματα και εικαστικά ημερολόγια για το εικαστικό και λογοτεχνικό του έργο.
Ποιήματά του έχει απαγγείλει η Βέρα Ζαβιτσιάνου και μελοποιήσει ο Γ.Τζαγκαράκης. Αρκετά από αυτά κυκλοφορούν στο διαδίκτυο και αξίζουν κάτι παραπάνω από την προσοχή σας.

Η Κεφαλλονιά είναι το νησί του και όλος ο κόσμος η έμπνευση.

To Rome with Love




Στη Ρώμη με αγάπη, μας ταξιδεύει ο Γούντι Άλεν, που για ακόμη μία φορά, επιλέγει μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα για να κάνει μία ακόμη από τις τρελές, σουρεαλιστικές, κωμικοτραγικές ταινίες του.
Τα μεγάλα ονόματα δε λείπουν, ούτε και τα όμορφα κτήρια της Ρώμης που πλημμυρίζουν σχεδόν όλα τα πλάνα. Ο Γούντι κρατά έναν "κανονικό" ρόλο για τον εαυτό του και μοιράζει τους υπόλοιπους στους Πενέλοπε Κρουζ, Τζέσι Άιζενμπεργκ, Άλεκ Μπόλντουιν, Ρομπέρτο Μπενίνι, Έλεν Πέιτζ και Ορνέλα Μούτι.




Οι τέσσερις ιστορίες της ταινίας -λένε ότι εμπνέεται από το μεσαιωνικό Δεκαήμερο του Βοκάκιου- αφορούν άγνωστους μεταξύ τους ανθρώπους που βρίσκονται ταυτόχρονα στη Ρώμη και ξετυλίγουν τις ιστορίες τους μέσα στους δρόμους της.

Ένας αρχιτέκτονας κάνει διακοπές στη Ρώμη όπου ζούσε όταν ήταν νέος και σε μία από τις βόλτες του σε αυτή, γνωρίζει έναν νέο άντρα και, καθώς τον παρακολουθεί, τον βλέπει να  ερωτεύεται την φίλη της συντρόφου του.
Ένας σκηνοθέτης της όπερας που έχει βγει σε σύνταξη ταξιδεύει μαζί με τη γυναίκα του στη Ρώμη προκειμένου να γνωρίσει τον Ιταλό αρραβωνιαστικό της κόρης του. Θα μαγευτεί από τη φωνή του πατέρα του και πεπεισμένος ότι δε πρέπει να πάει χαμένο το ταλέντο του, θα κάνει ό,τι μπορεί για να τον φέρει μπροστά στο κοινό της όπερας.
Ένας άλλος, απίστευτα κοινός και βαρετός τύπος, ξυπνάει ένα πρωί και γίνεται τηλεοπτικός αστέρας, χωρίς να υπάρχει κάποιος ουσιαστικός λόγος. Οι παπαράτσι τον ακολουθούν σε κάθε βήμα του κι εκείνος αρχίζει να συνηθίζει -εθίζεται για την ακρίβεια- στη γοητεία των φλας και της δημοτικότητας, ενώ γλυκαίνεται και από τα "προνόμια" της επωνυμίας.
Ένα νιόπαντρο ζευγάρι φτάνει στη Ρώμη από την επαρχία. Εκείνος επιθυμεί να εντυπωσιάσει τους συγγενείς του με την νεαρή όμορφη γυναίκα του και να βρει μια καλή δουλειά στην πρωτεύουσα. Λόγω κάποιων παρεξηγήσεων το ζευγάρι "χωρίζεται" για μια ολόκληρη μέρα, κατά τη διάρκεια της οποίας εκείνος αναγκάζεται να παρουσιάσει ως σύζυγό του μια πόρνη κι εκείνη πολιορκείται από έναν σταρ.
Οι πρωταγωνιστές αυτών των ιστοριών που εξελίσσονται ταυτόχρονα στην ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, θα βιώσουν καταστάσεις που θα αλλάξουν για πάντα τη ζωή τους.

Η τρέλα του Γούντι είναι παντού. Σε όλους τους διαλόγους και σε κάθε χαρακτήρα. Η καυστική του γλώσσα, επίσης. Το περιπαικτικό του χιουμοράκι πλανιέται παντού, ενώ η Ρώμη φορά το πιο καλό της άρωμα και τα πιο ζεστά της χρώματα για να υποδεχθεί τον μεγάλο σκηνοθέτη και την αγαπημένη παράνοια-διάνοιά του.
Θα πρότεινα να δείτε την ταινία μόνο οι λάτρεις του Γούντι Άλεν. Στους υπόλοιπους δε ξέρω πόσα και ποια πράγματα έχει να πει. Αν εξαιρέσουμε τους διαλόγους τύπου Άλεν και το χιούμορ τύπου Άλεν, η ταινία προσφέρεται για μια μικρή ξενάγηση στα πιο τουριστικά και ιστορικά πλάνα της Ρώμης.


Ανδρέας Μπάρκουλης

Τον είδα την ώρα που λέει σ' αγαπώ.
Τον είδα την στιγμή που φωτίζονται τα μάτια του.
Τον είδα να λάμπει από χαρά.
Τον είδα να μου χαμογελάει.
Ένιωσα την υφή του μέσα στα χέρια μου.
Είδα τη θέρμη των ματιών του.
Άκουσα τη χροιά του να ηχεί μόνο για πάρτη μου.
Γνώρισα τον Ανδρέα Μπάρκουλη των παιδικών μου -και όχι μόνο- χρόνων.
Τον Ανδρέα Μπάρκουλη! 


Μεγάλη στιγμή. Ευλογημένη ώρα. Τίποτα άλλο. Μόνο εκείνος, με τα υγρά πάνσοφα μάτια του και την βελούδινη χροιά του κι εγώ. Στο δωμάτιό του. Στο σπίτι του. Στην οικογένειά του. Στους δικούς του ανθρώπους.
Και μη με ρωτήσεις πως βρέθηκα στον χώρο του. Άλλωστε, πόση να έχει σημασία! Σημασία έχει ότι συναντήθηκαν τα βλέμματά μας, ότι αντάλλαξαν ήχους οι μιλιές μας, ότι άγγιξαν το δέρμα του άλλου τα χέρια μας. Ότι συναντηθήκαμε σε αυτήν την ζωή.



Εκείνος, ακόμα σταρ, με μαγνητίζει με τη ματιά του και με κοιτάζει κατευθείαν στον αμφιβληστροειδή με το καθαρό του βλέμμα.
Του εξηγώ αμέσως ότι αισθάνομαι απέραντη χαρά που είμαι εκεί δίπλα του, μια ανάσα από την ανάσα του και πόσο μεγάλη είναι η τιμή που μου κάνει. Μου μιλάει με ένα χαμόγελο που φτάνει μέχρι τα αφτιά και χωρίς να χρειαστεί να βάλει κάποια λέξη στη συζήτηση, τα έχει κιόλας πει όλα. Με έχει καλωσορίσει στην παρέα και με έχει αγκαλιάσει με την ψυχή του.
Συγκίνηση και δέος.
Πως να πρωτομιλήσεις; Τι να πεις; Πόσες και ποιες λέξεις μπορούν να σταθούν μέσα στο δωμάτιο αντάξιές του; Πού με ένα γνέψιμο του κεφαλιού έχει τραγουδήσει τις καλύτερες νότες στην καρδιά μου!
Οι δεκαετίες που πέρασαν από μπροστά του δε πέτρωσαν την υγρασία από τα μάτια του, δε θάμπωσαν τη θέρμη της φωνής του, δεν αλλοίωσαν το μέγιστο του έργου του. Τα χρόνια του τού έμαθαν να έχει υπομονή, τού χάρισαν σοφία.
Και τώρα, κάθεται ανενόχλητος από όλους μας και ρεμβάζει εκείνο που έσπειρε. Δεν τον ενδιαφέρουν οι κοσμικοί και οι κοσμικότητες. Λίγο τον νοιάζουν οι γνώμες. Έχει γεμάτη τη φαρέτρα από εμπειρίες, από λάμψη, από χειροκρότημα, από φώτα, από θαυμασμό, από λατρεία. Τη γλέντησε την φήμη του και την επιτυχία. Και την χόρτασε μέχρι σκασμού.

Με την ψυχή γεμάτη και το μυαλό σοφότερο από ποτέ, μου μιλάει αργά και ηδονικά για το τότε, για το τώρα και το αύριο που προσδοκά.


Φωτογραφίες από τον Αποστόλη Αναστασόπουλο.



Έχει ζήσει τον Ελληνικό Κινηματογράφο στα καλύτερά του, την εποχή της μεγάλης του ακμής και δε μπορώ να μην τον ρωτήσω σχετικά. Άραγε, εκείνος, ο Μπάρκουλης, τι έχει κρατήσει από εκείνη την εποχή; Η απάντησή του μου σταματάει την σκέψη. Τίποτα... μου λέει με όση σιγουριά θα μου απαντούσε αν τον ρωτούσα το όνομά του. Τίποτα; Αναπαράγω. Πολύ απόλυτο το τίποτα. Ναι, έτσι είναι. Απόλυτο και ίσως σκληρό αλλά δεν κρατάω τίποτα. Μα, όλη αυτή η καριέρα, το έργο σας, ό,τι χτίσατε εκείνη την λαμπρή εποχή, τόση δόξα... επιμένω, μη μπορώντας ακόμη να αφομοιώσω την απάντηση που εισέπραξα. Κι εκείνος, με τον μαγικό του τρόπο και τη σοφία των χρόνων του, με βάζει στη θέση μου καθώς , με μία μικρούλα φράση, μου αλλάζει την οπτική μου. Το έργο είναι για το κοινό, μου λέει, και καταλαβαίνω αμέσως ότι όλη εκείνη την ώρα έβλεπα τον καθρέφτη από την λάθος μεριά. Για το κοινό, επαναλαμβάνω, περισσότερο για να το ακούσω εγώ η ίδια και να κάνω ξεκάθαρη μέσα μου τη διαπίστωση. Ακριβώς. Για τον κόσμο. Εμένα, μόνο μου γεμίζει την ψυχή μου. Ακριβώς. Τώρα το καταλαβαίνω και του λόγου μου. Ο Ανδρέας Μπάρκουλης είναι τόσο χορτασμένος από δόξες και χειροκρότημα που υπερχειλίζει πλέον. Δε του χωράει περισσότερο. Που να το βάλει και τι να το κάνει;
Όσο για τη μεγαλύτερη χαρά της ζωής του; Ο γιος μου, μού λέει και τα μάτια του φωτίζονται από τη χαρά που στάζει εκείνη την στιγμή η ψυχή του.  Και η γυναίκα μου, συμπληρώνει μόνος του ένα δευτερόλεπτο μετά και από το χαμόγελο που διαγράφεται στα χείλη του καταλαβαίνω πόση αγάπη κυκλοφορεί μέσα σε εκείνο το σπίτι και πόσο ευτυχισμένος είναι που έχει εκεί δίπλα του τους ανθρώπους του. Ε,βέβαια. Ο γιος του, που είναι και το καμάρι του. Είναι πολύ καλό παιδί. Πάρα πολύ καλό παιδί. Και έξυπνος. Κι εγώ αρπάζω την ευκαιρία που η κουβέντα μας σημαδεύει το παλικαράκι του και τον ρωτάω πως θα ήθελε να τον δει όταν μεγαλώσει. Λάμπει ακόμα μια φορά και τα μάτια του σταλάζουν άμετρη αγάπη όταν μου λέει: Θέλω να γίνει ένας σπουδαίος ποδοσφαιριστής. Σπουδαίος. Του Ολυμπιακού.  Προφανώς είναι η αγαπημένη του ομάδα, σκέφτομαι δυνατά. Και η δική μου, μου ανταποδίδει το λογισμό. Αλλά, και άλλων, ξένων ομάδων. Να γίνει ένας διεθνής παίχτης, συμπληρώνει την εικόνα που επιθυμεί να έχει ο γιος του μεγαλώνοντας. Ο Νίκος αγαπάει πολύ το ποδόσφαιρο και είναι καλός, μου ψιθυρίζει μία στιγμούλα μετά σα να μοιράζεται ένα μονάκριβο μυστικό. Μου δίνει πάτημα και εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία να τον ρωτήσω πως θα αισθανθεί αν ο γιος του θελήσει να ασχοληθεί με την τέχνη.
Τώρα, με κοιτάζει σοβαρότερος από ποτέ και με ενημερώνει χωρίς ενδοιασμό ότι δεν θέλει να γίνει καλλιτέχνης.  Και όσο για τον καλύτερο φίλο που έχει σήμερα; Ο Τρύφωνας, μου λέει τονίζοντας το κάθε γράμμα του ονόματός του. Με περισσή αγάπη μου μιλάει για τον καρδιακό του φίλο, για τον έξοχο πολιτικό μηχανικό και αρχιτέκτονα, αλλά και ηθοποιό. Ανταποκρίνεται σε ό,τι του λέω άμεσα, χωρίς να χρειαστεί να σκεφτεί κάτι. Οι απαντήσεις είναι ξεκάθαρες μέσα του από καιρό. Τις γνωρίζει πολύ καλά. Ξέρει πια ποιος είναι, ποιοι είναι οι φίλοι του... τα κατέχει όλα τόσο που δε χρειάζεται να  σκεφτεί με το μυαλό ούτε μια στιγμή. Μιλάει με το κορμί. Τα μάτια του φωτίζονται κάθε φορά που η κουβέντα μας προσδιορίζει ένα αγαπημένο πρόσωπο, την οικογένειά του. Η χροιά του γλυκαίνει για να υποδεχτεί όπως πρέπει η φωνή τις λέξεις με τις οποίες θα μιλήσει για εκείνον και τους αγαπημένους του. Είναι τόσο σίγουρος πια για τον κόσμο του!
Δεν θέλω να τον κουράσω με περιττές ερωτήσεις και τολμώ να του προτείνω να επισπεύσουμε τη κουβέντα μας. Αλλά, εκείνος δε χρειάζεται πια ξεκούραση. Γιατί καμία κουβέντα δε μπορεί να τον κουράσει. Χαίρεται τόσο που μιλάμε για τους δικούς του που δε θέλει να σταματήσει. Ούτε υπάρχουν δύσκολες ερωτήσεις πια. Μου έρχεται στο μυαλό μια παρόρμηση και τον ρωτάω αν υπάρχει κάτι που θα ήθελε να πει στον κόσμο, στους θαυμαστές του. Αν υπάρχει κάτι που θα ήθελε να το μοιραστεί, να το δημοσιοποιήσει.Τίποτα, μου απαντά. Τι να θέλω να πω στον κόσμο; Κι αισθάνομαι πολύ μικρή μπροστά του. Σωστά. Ο καλλιτέχνης δε μιλάει με λέξεις. Έχει μιλήσει τότε που "μίλαγε" με το έργο του. Ό,τι είχε να πει στον κόσμο το έχει πει από καιρό. Και όποιος ήθελε/θέλει να τον ακούσει, μπορεί πάντα να παρακολουθήσει τις ταινίες του.


Με την Βενετία Μακρυνώρη που γράφει τη βιογραφία του.

Μερικές στιγμές αργότερα, τον ακούω να υπόσχεται στη Βενετία ότι θα γραφτεί το βιβλίο [της για εκείνον] και θα κάνουν μαζί την παρουσίαση, ενώ έχω ήδη καταγράψει στο μυαλό πολλές μικρές λεπτομέρειες για εκείνον, όπως την αγαπημένη του ταινία  [Τζένη Τζένη] και άλλες σημαντικότερες στιγμές από τη ζωή του, όπως τότε που σταμάτησαν οι αγώνες στο Καλλιμάρμαρο [ο Βασιλιάς παρών] γιατί ο κόσμος έτρεχε σε εκείνον... Η Βενετία Μακρυνώρη έχει εκφραστεί μέσα από αυτές τις σελίδες για τη βιογραφία που ετοιμάζεται και όσοι έχετε ανεκπλήρωτη την περιέργειά σας δείτε εδώ.

Ένας άνθρωπος, τόσο πλήρης, που δε του λείπει τίποτα. Δεν έχει απωθημένα, μόνο αναμνήσεις και αμοιβαία αγάπη με την οικογένειά του. Τόσο λιτή και απλή είναι η ευτυχία του.

ΚΑΥΣΗ



Όταν ο Στράτος Τζίτζης αποφασίζει να γράψει ένα θεατρικό -το πρώτο του- για την κρίση που βιώνουμε και καταλήγει να κρατά στα χέρια του την "Καύση"... κι εγώ που τον θυμάμαι από τα 45τ.μ. του δε θα μπορούσα να αποφύγω να παρακολουθήσω και αυτό του το τόλμημα.

Στην υπόθεση του έργου συναντάμε πέντε ήρωες που μαζεύονται στο σπίτι του πεθαμένου φίλου τους προκειμένου να κανονίσουν για την ταφή του. Μέσα από το πένθος τους για το αγαπημένο εκείνο πρόσωπο που έχασαν, διαφωνούν μεταξύ τους για τον τρόπο ταφής του, ενώ αποκαλύπτονται αισθήματα, βιώματα και κρυφές στιγμές και ιστορίες από το παρελθόν τους. Με βασικό τους μέλημα πως θα θάψουν τον νεκρό τους, ξετυλίγουν τους ίδιους τους εαυτούς τους και τα πιστεύω τους. Ανακαλύπτουν και αποκαλύπτουν ο ένας τον άλλο, λες από την αρχή. Το πτώμα του πάνω ορόφου όμως δε μπορεί να αντέξει στον χρόνο που αφήνουν να περάσει οι πέντε φίλοι του και αρχίζει να σαπίζει μυρίζοντας άσχημα.


Στη δεύτερη ανάγνωση του έργου, η ΚΑΥΣΗ αντανακλά την κρίση που φτάνει τους ανθρώπους στα όριά τους, στο σημείο να μην μπορούν να συνεργαστούν, να συμφωνήσουν για το πως θα θάψουν τους νεκρούς τους, δηλαδή, πως θα κλείσουν παλιούς λογαριασμούς ώστε να προχωρήσουν στο μέλλον. Ο ίδιος ο Τζίτζης στο σημείωμά του τοποθετείται ανάλογα:
"Η ΚΑΥΣΗ μπορεί να μοιάζει κάπως με μαύρη κωμωδία καταστάσεων, αλλά, στην ουσία, πρόκειται για μια συγκαλυμμένη αλληγορία αυτού που συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα, όπως και σε κάθε χώρα σε κρίσιμη κατάσταση, με τις θεμελιακές της αξίες να κλονίζονται."
Και λίγο παρακάτω, συμπληρώνει τον λογισμό του:
"Οι σημαίες που έχουμε σηκώσει αποδείχτηκαν νάιλον. Ό,τι έχουμε πιστέψει μοιάζει ανίσχυρο πλέον να οικοδομήσει μια νέα κοινότητα, και αυτό είναι ολοφάνερο στις μέρες μας, με όλο το μεταπολιτευτικό σκηνικό να καταρρέει, παρασύροντας τόσο τα ελευθεριακά ή σοσιαλιστικά προτάγματα των "προοδευτικών", όσο και τα ελληνο-χριστιανικά αναχώματα των "οπισθοδρομικών".
Αυτός είναι ο πυρήνας του έργου που κλείνει με την φράση: "Μόνο η πίστη μπορεί να μας βγάλει από εδώ. Όχι η πίστη σε όλα αυτά που ξέρουμε. Η πίστη σε αυτό που δεν θα μάθουμε ποτέ." 
Αυλαία.


Η πίεση του χρόνου που κυλά κατά τους,  αναγκάζει τους ήρωες να αποκαλύψουν σκοτεινές πλευρές, να αποκαλύψουν σκοτεινά μυστικά, να εκφράσουν τις ιδεολογίες και την πίστη τους, να μαρτυρήσουν και να προδοθούν. Ο Τζίτζης επιθυμεί να εστιάσει στην ανάγκη μιας νέας πίστης που να ενώνει τα άτομα, να τους σπρώξει να ξεπεράσουν τις σκοπιμότητες και να "κάτσουν" γύρω από το τραπέζι, ώστε να συζητήσουν και αποφασίσουν για το αύριο. Η θρησκευτική πίστη, που διαφοροποιείται από πρόσωπο σε πρόσωπο, χρησιμοποιείται μεταφορικά και σαν πολιτική πίστη, που επίσης διαφοροποιείται από πρόσωπο σε πρόσωπο. Έτσι, η ανασφάλεια και η ασυμφωνία πάνω σε ένα καίριο ζήτημα όπως αυτό της ταφής, που από τη μια αντανακλά την θρησκευτική πίστη του ατόμου για έναν Θεό και από την άλλη τον αθεϊσμό, χρησιμοποιείται ενδεικτικά σαν/για την όποια πίστη του ανθρώπου. 

Ο Νίκος Γεωργάκης, η Ιωάννα Μαυρέα, η Γωγώ Μπρέμπου, η Βασιλική Τρουφάκου και ο Γιώργος Χρανιώτης αναλαμβάνουν να υποδυθούν την παρέα των πέντε φίλων. 

ΓΚΟΛΦΩ FOREVER


Η θεατρική παράσταση του Ντίνου Σπυρόπουλου, σε σκηνοθεσία Βλαδίμηρου Κυριακίδη, με την ολότελα διάσημη Γκόλφω, γνωστή φυσιογνωμία αμέτρητων παραστάσεων. 

Λίγα λόγια από το παρελθόν:
Η Γκόλφω αφορά ένα δραματικό λαβ-στόρυ του Σπύρου Περεσιάδη. Γράφτηκε και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1893. Σύντομα έφτασε σε όλες τις γωνιές της Ελλάδας, ταξίδεψε σε κάθε νομό, πόλη και χωριό, αλλά και σε πόλεις του εξωτερικού, όπου υπήρχε ελληνικό στοιχείο (Σμύρνη, Παρίσι, Οδησσό). Το έργο γνωρίζει μεγάλη απήχηση όπου παίζεται, ενώ κάποια χρόνια αργότερα μεταφέρεται και στον κινηματογράφο. Η "Γκόλφω" φέρεται να είναι η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους -βουβή- του ελληνικού κινηματογράφου.
Οι περιοδεύοντες θίασοι της εποχής θεωρούσαν το έργο μπαλαντέρ. Ήξεραν πολύ καλά ότι η "Γκόλφω" γέμιζε τα καθίσματα όποτε και όπου παιζόταν.


Σήμερα, στο θέατρο Βεάκη, παρουσιάζεται μια σύγχρονη εκδοχή της με πολλά κωμικά στοιχεία και διάθεση παρωδίας. Η δομή της ιστορίας παραμένει όπως την γνωρίζουμε. Το γέλιο δε λείπει, ούτε οι "επίκαιρες" προσθήκες που φέρνουν το έργο στο σήμερα. Ο χορός, αποτελούμενος βάση προγράμματος από τέσσερις κυρίες -εγώ είδα μόνο τρεις-, είναι μεγάλο υπέρ για την παράσταση. Οι επαγγελματικές φωνές των Χρυσάνθη Θάνου, Ιωάννα Παυλίδου και Ζωή Σολδάτου συγχρονίζονται άψογα και χρωματίζουν πολύ όμορφα όλες τις σκηνές.* Τραγουδούν ζωντανά τα δικά τους κομμάτια, με τέλεια ταύτιση, ενώ κάποια άλλα τραγούδια που ακούγονται στην παράσταση είναι -όπως συνηθίζεται- ηχογραφημένα και "ερμηνεύονται" playback από τους ηθοποιούς.
Ο Πάνος Σταθακόπουλος υποδύεται την Γκόλφω με περισσή άνεση ερμηνευτικά. Ο Χρήστος Γιάνναρης -Τάσος- προσφέρει θετικά στην παράσταση, ενώ ο Γιάννης Κοτσαρίνης τα βγάζει πέρα επάξια στο διπλό ρόλο του καθώς έχει αναλάβει να δώσει σάρκα και οστά τόσο στην Αστέρω, όσο και στην Σταυρούλα του έργου. Σε διπλό ταμπλό παίζει και ο Γιάννης Μπουραζάνας, καθώς του "έπεσαν" τόσο ο ρόλος του Θανασούλα, όσο και του καλόγερου. Κίτσος ο Απόλλων Μπόλλας που δε θα  μπορούσε να γίνει περισσότερο αστείος και ο Βασίλης Γιαννέλος που τα δίνει όλα και στους τέσσερις ρόλους που κρατά, ως Φον Σνίτσελ, ως Ζήσης, ως Χάρος και ως Βλάσσης. Ο τελευταίος είναι και ο πιο διασκεδαστικός ηθοποιός της παράστασης.


Η ώρα κύλισε ευχάριστα χωρίς να τρελαθώ κιόλας! Πάντως διασκέδασα και χαμογέλασα αρκετές φορές. Αν είχαν ανάψει και τη θέρμανση στην πλατεία θα ήταν ακόμη καλύτερα, διότι φορώντας το πανωφόρι δε μπορούσαμε ούτε να χειροκροτήσουμε καλά καλά. Να σημειώσω ότι, όλοι οι θεατές φορούσαν τα παλτά τους. Άρα, μια ψυχρούλα την είχε ο χώρος, αντικειμενικά. Βέβαια, στην Ελλάδα της κρίσης, την εποχή που οι θεατές όλο και λιγοστεύουν, όλο και γίνονται πιο επιλεκτικοί και δύσκολοι στις παραστάσεις που θα δουν μέσα στη σεζόν, είναι δύσκολο για πάρα πολλά θέατρα να βγάλουν τα έξοδά τους [κάτι που σε προηγούμενα χρόνια ήταν το αυτονόητο]. Έτσι, αναγκάζονται σε περικοπές, όπως κάνουμε κι εμείς στα σπίτια μας όσο και όπου μπορούν. Κατανοητή η στάση και η επιλογή τους και, προσωπικά, προτιμώ να γίνονται παραστάσεις έστω και χωρίς θέρμανση και να τις βλέπω με το μπουφάν και τα γάντια παρά να σταματήσουν τα θέατρά μας, όμως πρέπει να δεχτούμε ότι χάνεται η αισθητική και η άνεση. 


* Η τέταρτη της παρέας, η κυρία Ευαγγελία Σχοινά, δεν εμφανίστηκε ποτέ την ημέρα που είδα την παράσταση για άγνωστο λόγο. Φαντάζομαι θα είναι κι εκείνη, όπως και οι άλλες κυρίες, επίσης καλή. [;] 

Οι Ζωές των άλλων

Ο Μανώλης Μαυροματάκης

Ένα θεατρικό έργο που βασίζεται σε μια ταινία. Παίζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε σκηνοθεσία της Αλίκης Δανέζη-Knutsen. 

Ο Φλόριαν Χένκελ Φον Ντόνερσμαρκ έκανε την πολυβραβευμένη ταινία και ο Άλμπερτ Όστερμάιερ έγραψε το θεατρικό έργο. 
1984, το έτος. Ανατολικό Βερολίνο, ο τόπος. Ο διάσημος θετρικός συγγραφέας Γκεόργκ Ντράιμαν και η ηθοποιός και σύντροφός του Κρίστα-Μαρία Ζίλαντ, παρακολουθούνται από τον αξιωματούχο της Στάζι, Γκερντ Βίσλερ. Ο ερωτευμένος υπουργός Μπρούνο Χέμπφ είναι εκείνος που προτρέπει τον Βίσλερ να παρακολουθήσει το ζευγάρι καθώς ο πόθος του για την Κρίστα-Μαρία είναι μεγάλος. Ο αξιωματούχος της Στάζι γίνεται η μόνιμη σκιά για το ζεύγος, καταγράφει τα πάντα από τη ζωή τους, μέχρι που αρχίζει να συμπαθεί το ανύποπτο ζευγάρι. Και τότε, αλλάζουν όλα.
Η Άννα Μάσχα επί σκηνής

Δύσκολο έργο για να "αποδοθεί" πάνω σε μία σκηνή. Οι πολλοί χώροι του το κάνουν δυσκίνητο σε σχέση με τη στατικότητα της θεατρικής σκηνής. Όμως, στο "Θησείον" έγινε μια πολύ αξιόλογη προσπάθεια για να μπορέσει να στηθεί το έργο με ευρηματικό τρόπο. Σε έναν ενιαίο χώρο κινούνται όλοι μαζί οι ηθοποιοί -ταυτόχρονα- και συνυπάρχουν όλοι μαζί οι "τόποι" του έργου, ταυτόχρονα. Έτσι, οι εναλλαγές γίνονται εύκολα, όσο λίγα βήματα από τον ένα "δωμάτιο" στο άλλο, χωρίς αυτό να μπερδεύει τον θεατή και να προκαλεί σάστισμα. 
Παίζουν οι ηθοποιοί: Άννα Μάσχα, Μανώλης Μαυροματάκης, Φάνης Μουρατίδης, Κώστας Μπερικόπουλος, Γιώργος Συμεωνίδης. Ο τελευταίος, δε, υποδύεται επτά [!] μικρότερους ρόλους, επίσης, με τρόπο ευρηματικό, ώστε να μπορεί ο ηθοποιός να ανταπεξέλθει -να περάσει- από τον έναν ρόλο στον άλλο, χωρίς να έχει την πολυτέλεια να βγει από τη σκηνή και, ταυτόχρονα, χωρίς να μπερδεύει τον θεατή.

Ο Φάνης Μουρατίδης επί σκηνής

Όμορφη και πολύ συμπαθητική η προσέγγιση του έργου. Κάποιες στιγμές θα το ήθελα πιο "δυνατό". Ίσως, να περίμενα μεγαλύτερες εντάσεις στις πιο έντονες στιγμές και δεν τις ένιωσα. 






Όλα μου τα σ'αγαπώ


Νέα Χρονιά... και όλα μοιάζουν καινά τις πρωτοχρονιές της ζωής μας. Νέα όνειρα, φιλοδοξίες, σχέδια... Νέες πνοές, ιδέες, εμπειρίες... Νέος αέρας, νέος ουρανός.
Και πολλή πολλή διασκέδαση για να συμβαδίζει η ψυχολογία μας με την νέα αρχή που ανοίγεται μπροστά μας.




Μια βραδιά στο Παλλάς, λοιπόν. Στο ωραιότερο θέατρο των Αθηνών και, ίσως, ολόκληρης της Ελλάδας. Μεγάλο και άνετο και με τέλεια ακουστική που αναδεικνύει τις φωνές, τις λέξεις. Ένας χώρος ιστορικός και φορτισμένος από τις ερμηνείες όλων εκείνων που έχουν περάσει από τη σκηνή του.

Από το πρόγραμμα της παράστασης έμαθα ότι "Τα Δάχτυλα" και το "Πιο καλή η μοναξιά" γράφτηκαν την ίδια μέρα στο Ξενία της Πάρου, το 1981, το δεύτερο με τον Χάρη στην αγκαλιά. Και το "Απόψε" μέσα σε ένα άδειο σπίτι καθώς μόλις είχε μετακομίσει. Και το "Δώσε μου λιγάκι ουρανό" ήταν στο συρτάρι καιρό πολύ -είχε γεννηθεί κυριολεκτικά μέσα στον ύπνο του- μέχρι που το διάλεξε η Βάνα Μπάρμπα για το γνωστό σήριαλ.

Όταν ο Γιάννης Πάριος ανεβαίνει στην σκηνή  και παίρνει το μικρόφωνο όλος ο χώρος δονείται από τη βελούδινη χροιά του και τις τόσο αγαπημένες νότες των τραγουδιών του. Πολύ αγαπημένα τραγούδια, ερμηνευμένα από τον πιο ερωτικό τραγουδιστή που έβγαλε αυτή η χώρα, σε έναν χώρο όπου μπορείς να ακούσεις το κάθε όργανο ξεχωριστά.




Ο ίδιος γράφει σχετικά με την παράσταση:
"Ιστορίες, πολλές ιστορίες που ζωντανεύουν σ' ένα ηλιοβασίλεμα σ' ένα τραγούδι ή ένα δάκρυ και μας θυμίζουν... και τι δεν μας θυμίζουν, άστα να πάνε."
Και συμπληρώνει λίγο παρακάτω:
"Δεν διεκδικώ δάφνες συνθέτη ή στιχουργού, όχι, αλλά μα το Θεό θέλω να ξέρετε ότι ό,τι έγραψα είναι μέσα απ' την ψυχούλα μου και βαθειά αληθινό, θα' λεγα βιωματικό.
Και τώρα σήμερα αισθάνομαι πολύ τυχερός γιατί μπορώ και θέλω να σας τα τραγουδήσω."




Η παράσταση αξίζει, όπως κάθε παράσταση σε αυτόν τον εκπληκτικό χώρο. Θα ακούσετε ό,τι έχετε αγαπήσει περισσότερο από τον Γιάννη και θα ταξιδέψετε. Θα τραγουδήσετε κι εσείς μαζί του και θα γίνετε μια παρέα.

Vennis Mak: "Δεν υπάρχει τίτλος"


Πριν από λίγες μέρες μού μίλησε για πρώτη φορά η Βενετία Μακρυνώρη για το νέο της τόλμημα-επιχείρημα-έργο.  Θα γράψω τη βιογραφία του Μπάρκουλη, μου λέει, και πετάγομαι μέχρι το ταβάνι από την έκπληξη και την χαρά μου.
Τού Μπάρκουλη! 
Ναι, τού Μπάρκουλη, τού Ελληνικού Κινηματογράφου, τού αθεράπευτα γυναικοκατακτητή, τού γοητευτικού εκείνου άντρα που έκαψε τόσες και τόσες καρδιές τις ημέρες της μεγάλης του δόξας. 
Εντάξει, τότε που το συζητάγαμε δε το είχαμε και σίγουρο! Μια πρόταση ήταν, μια σκέψη στο τραπέζι που έπρεπε να ζυμωθεί με την ελπίδα ότι θα φουσκώσει η μαγιά. 
Όμως, η ιδέα έγινε πράξη και η ιστορία του ανθρώπου που τάραξε τους θεατές του την εποχή της απόλυτης δόξας του, θα πάρει σάρκα και οστά από τα χέρια της Βενετίας που θα βάλουν τις σκέψεις, τις εμπειρίες, τις αναμνήσεις, τις στιγμές αυτού του ξεχωριστού ανθρώπου σε μια σειρά, ενώ θα τις διανθίσουν με την υπέροχη εκφραστικότητά της. Πόσο όμορφη συνεργασία! Εκείνος βάζει τον μύθο κι εκείνη τον ντύνει με το χρώμα της. Πόση λάμψη!
Τώρα, που το νερό έχει μπει στο αυλάκι, δε μου χάλασε το χατίρι για να μοιραστεί μαζί μας λίγα λόγια.

***

Μια βιογραφία, λοιπόν, ενός τόσο ξεχωριστού και θαυμαστού ανθρώπου. Ανθρώπου με ειδικό βάρος και επιρροή.
Πως προέκυψε αυτό το όραμα; Πως, που, πότε, με ποιον τρόπο... ξεκίνησε το ταξίδι;


V.M.:Πως προκύπτουν τα θαύματα; Η γυναίκα του Αντρέα, η Μαρία, ας πούμε πως συγκαταλεγόταν στο κοινό μου...Σε μια από τις κουβέντες μας, μου εκδήλωσε την επιθυμία της να γράψω εγώ το βιβλίο της ζωής του Αντρέα, λέγοντάς μου το εξής θεϊκό...

-"Εσύ και ο Μπάρκουλης είστε ίδιοι, μόνο εσύ μπορείς να αποτυπώσεις την ψυχή του, το ποιόν του, την αυθεντικότητά του, τη μαγκιά του και την αρσενική του υπόσταση στο πραγματικό της μέγεθος."

Είπα, θέλω να τον δω... Και το ταξίδι ξεκίνησε.

Η πρώτη μου συνάντηση με τον ηθοποιό ήταν το λιγότερο μαγική. Ενώ έχω φιλίες και συνεργασίες με σημαντικούς ανθρώπους του ίδιου χώρου, από την πρώτη στιγμή εισέπραξα πως ο Αντρέας διέφερε. Με μια αλλόκοτη διαφορά, μια ματιά που αποτύπωνε πόσο μα πόσο χορτάτος μπορεί να είναι κάποιος, πόσο μα πόσο στητός, πλήρης, άντρας και καλλιτέχνης. Το να έχω την τύχη και την εμπειρία μιας τόσο κοντινής επαφής, για εμένα ήταν τουλάχιστον δώρο.


Η σημαντικότητα αυτού του ανθρώπου και ηθοποιού είναι μεγάλη. Αισθάνεσαι την ευθύνη των λέξεών σου; Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σου;

V.M.:Η σημαντικότητα ξεπερνάει ότι και αν έχει συνηθίσει κανείς στην πορεία του ως τώρα. Νιώθω δέος, βάρος και ευθύνη, μα όλο αυτό δεν ξεπερνάει το μπόι μου, όχι γιατί ο Αντρέας δεν υπήρξε θεός, αλλά γιατί εγώ μονάχα με επίγειους θεούς, λειτουργώ καρμικά και συντονισμένα.

Η βασική μου προτεραιότητα είναι να βγει ένα βιβλίο καινοτόμο, όχι μια τυπική βιογραφία, αλλά η δυναμική μου στην ποίηση να αλλάξει το εγχείρημα σε τέχνη, καταγραφή μνημών, ναι, αλλά με αέναο λόγο και ενδόμυχες αναφορές, όχι υποδόριες. Η φήμη, τα γεγονότα και η όποια στάση αυτοκαταστροφής και συνάμα δόξας του Αντρέα θα αποδοθούν στο μεγαλείο τους. Αυτό λέγεται κίνητρο. Και τα παντελόνια μου με την πένα μου το κατέχουν.

Ο φόβος δεν με έχει συναντήσει ακόμη στη ζωή μου, ούτε ως έννοια. Αυτό που περιμένω, είναι φυσικά ζήλια, ή κακεντρεχή σχόλια, φυσικά πισώπλατα. Βήματα εμπρός μόνο οι γενναίοι τολμούν.


Παρά τα χρόνια που έχουν περάσει, πιστεύω ότι θα απολαύσουμε το ταξίδι. Πρώτη εσύ. Μετά όλοι εμείς που θα κρατήσουμε στα χέρια μας ένα βιβλίο για τη ζωή του Αντρέα.


V.M.:Πιστεύω πως αυτό έπρεπε να 'χε γίνει από χρόνια, όπως και του το είπα. Θεωρώ όμως πως μονάχα τυχαίο δεν είναι το γεγονός που ο ηθοποιός επέλεξε εντέλει εμένα για να το κάνω. Μάλλον λίγο πριν αυτός "ίσως φύγει" μάλλον λίγο πριν εγώ βαρεθώ τις εκδόσεις και τον ανθηρό χώρο της ποίησης που μου άφησε μαχαιριές -μέχρι που ξέχασα το ανούσιο χειροκρότημα. Στην ώρα τους όλα δηλαδή...


Στο προσωπικό σου ιστολόγιο αναφέρεις ότι θα μας εξομολογηθεί το βίο του με ντοκουμέντα από τον μύθο του.
Πιστεύεις ότι θα τα μάθουμε όλα ή θα μας κρατήσει κάποιες αναμνήσεις του που τις έχει μόνο για εκείνον;

V.M.:Στις μέχρι τώρα κουβέντες μας, έχω εντοπίσει πράγματα που δεν θα γραφτούν, το βιβλίο δεν μας ενδιαφέρει να είναι μια κίτρινη φυλλάδα, αλλά η ιστορία ενός μύθου που χάραξε το χνάρι του ανεξίτηλα στον χώρο της τέχνης. Με έρωτες, πάθη, αγάπες και ρόλους που σημάδεψαν το ρου της ιστορίας του κινηματογράφου.



Υπάρχει τίτλος; Ή παραμένει άτιτλο το έργο μέχρι να ολοκληρωθεί η παράσταση και να κριθεί στο όλο του;

V.M.: Δεν υπάρχει τίτλος, μα και αν υπήρχε, δεν θα τον έλεγα από τώρα!!


Το βιβλίο θα τελειώνει μια ιστορία ή θα μας αφήνει κάτι για παραπέρα... Εννοώ, τελειώνει ποτέ ο Μπάρκουλης;

V.M.: Χαχα! Καλή ερώτηση... Ο Μπάρκουλης είναι τόσα κεφάλαια, που σωνόταν το χαρτί. Όχι, δεν θα μείνει κάτι που θα ομολογεί τέλος. Αλλά θα πυρπολεί το μέλλον, σπορά αμφιλεγόμενη που λέω εγώ και θα αφήνει μονάχα μια υποψία. Ποιος είναι ποιος; Και πόσο λαχταρά ο καθένας, να 'χε ίδιες ευκαιρίες, ίδια πάθη και λάθη; Ο Αντρέας βούτηξε τα γυμνά του χέρια στη φωτιά και το βιβλίο θα μιλάει για το πώς προχώρησε ως την μέση, σε αυτό που εσείς ονομάζετε, άκρα. Εν αρχή ην, δηλαδή η θέληση του να'σαι, όχι να υποδύεσαι...Αυτό.





Συμπληρωματική πληροφορία:
 Από τον Απρίλιο του 2013 κυκλοφορεί η βιογραφία με τίτλο "Κορίτσια ο Μπάρκουλης και άλλα δεινά". Αγοράστε το βιβλίο ακολουθώντας αυτόν τον σύνδεσμο ή όποιο άλλο από τα βιβλία της Βενετίας Μακρυνώρη.

***


Η Βενετία Μακρυνώρη προσφέρει τέσσερα αντίτυπα των ποιητικών της συλλογών στους αναγνώστες της σελίδας. Τα βιβλία θα δοθούν μετά από κλήρωση σε ισάριθμους τυχερούς. Η κλήρωση θα πραγματοποιηθεί στις 18/02/2013 και τα ονόματα των τυχερών θα ανακοινωθούν στον ιστότοπο koukidaki. Οι τυχεροί θα ειδοποιηθούν και με προσωπικό μήνυμα στο ηλεκτρονικό τους ταχυδρομείο, εφόσον μου έχουν αφήσει διεύθυνση.
Για να στείλετε τη συμμετοχή σας πατήστε πάνω σε αυτόν τον σύνδεσμο.

Ο διαγωνισμός προβάλλεται και στο SaveAndWin

ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Άννα ΓαλανούΓιώργος ΓιαντάςVictoria HislopΈρη ΜαυρογιάννηΜιχαήλ ΆνθηςΜαίρη ΠαναγιώτουM.J. Arlidge
Όλγα Κανελλοπούλου-ΝτινοδήμουΣοφία ΓουδετσίδουΦώτης ΣιμόπουλοςΈλενα ΑκρίταVal O' TeliΦωτεινή ΝαούμΒασίλης Τσικάρας
Χριστόφορος ΤριάντηςΣτέλιος ΜοίραςΕλένη ΚοτσόβολουΘανάσης ΛιακόπουλοςΓιάννης ΜπερούκαςΣυλλογή διηγημάτωνΓιώργος Φάκος