ΚΕΡΔΙΣΤΕ: Μυθιστορήματα: Να ονειρευτώ ξανά * Το χνάρι που δεν έσβησε * Μικρό λευκό κοχύλι * Maestra * Εφαπτόμενες ζωές * Ξέχνα τις αναμνήσεις * Το τριανταφυλλάκι * Ο δρόμος για την κόλαση * Οι γρίφοι του θανάτου * Τζεμίλα Άγια * Η γριά βαλίτσα * Το 8ο αμάρτημα

ΖΩΗ από την ΑΡΧΗ





Ένα νέο βιβλίο -κυκλοφόρησε στις 7 Φεβρουαρίου- από τη Μαρία Τζιρίτα και ήδη έχει δημιουργήσει ντόρο. Η αγαπητή συγγραφέας, τυπική στο ραντεβού της με τους αναγνώστες της, έδωσε το παρόν και αυτόν τον Φλεβάρη με τη "ΖΩΗ από την ΑΡΧΗ". 
Το βιβλίο είχε κερδίσει την προσοχή των βιβλιόφιλων από καιρό. Από την πρώτη αναφορά σε αυτό, μέσα από τις ιστοσελίδες και τα κοινωνικά δίκτυα, οι φίλοι της Μαρίας, και όχι μόνο, έδειξαν το ενδιαφέρον τους σε αυτό το νέο μυθιστόρημα. 

Η ιστορία:
Ένας μαθητής λυκείου εξαφανίζεται. Μια τυπική μέρα, φεύγει από το σπίτι του για να πάει στο φροντιστήριό του και δε ξαναγυρνά. Όπως είναι φυσικό, οι αρχές αλλά και η μητέρα του κάνουν ό,τι μπορούν για να βρουν τα όποια ίχνη του, να ανακαλύψουν τι (του) έχει συμβεί. Στις εβδομάδες που ακολουθούν, και όσο οι έρευνες συνεχίζονται, αποκαλύπτονται μυστικά, λάθη, ψέμματα και πάθη που μπερδεύουν περισσότερο το κουβάρι. Τραγικό πρόσωπο της ιστορίας η μητέρα του παιδιού. Από τη μια πρέπει να βρει τον τρόπο να αντέξει αυτή τη δοκιμασία και ακόμη, να προετοιμαστεί για κάθε πιθανή εκδοχή και από την άλλη, πρέπει να βρει το κουράγιο να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που τη βαραίνουν για την πιθανή δολοφονία του παιδιού της! Μοναδικός της φίλος και συμπαραστάτης σε αυτόν τον γολγοθά, είναι ο διοικητής του αστυνομικού τμήματος που αναλαμβάνει προσωπικά την υπόθεσή της ενώ, παράλληλα, έχει αναπτύξει ιδιαίτερα αισθήματα για εκείνη.
Η Νατάσα πρέπει να παλέψει, να αντέξει και να προχωρήσει στη ζωή με κάθε τρόπο, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των ερευνών και να επανορθώσει, όσα και όσο μπορεί, τα λάθη του παρελθόντος. 
Που βρίσκεται ο Αχιλλέας; Τι του έχει συμβεί; Ζει; Μήπως είναι αργά; Ή, όπως έχει γράψει η ίδια η συγγραφέας, έχουμε πάντοτε μια δεύτερη ευκαιρία;


Η Μαρία Τζιρίτα θίγει καίρια κοινωνικά θέματα, όπως τις σχέσεις των γονιών με τα παιδιά τους που βρίσκονται στην εφηβεία και καταβάλλονται από εξάρσεις, ορμόνες και "επαναστάσεις", αλλά και τις σχέσεις των γονιών μεταξύ τους όταν έχουν δημιουργηθεί αποστάσεις ανάμεσά τους από τα χρόνια του έγγαμου βίου. Η εξαφάνιση του Αχιλλέα συμβαίνει όταν η οικογένειά του βρίσκεται σε μια τέτοια στιγμή, που η επικοινωνία έχει χαθεί και τα ψέμματα ή οι ανομολόγητες πράξεις οδηγούν σε χάσματα.
Σε δεύτερο ρόλο παρακολουθούμε μια άλλη οικογένεια που προσπαθεί να βρει τις χαμένες ισορροπίες και να μείνει ενωμένη. Νέα οικογενειακά θέματα προκύπτουν σε αυτήν, όταν μια γυναίκα αφήνει τη δουλειά της, τις φιλοδοξίες, τα όνειρά της και αφιερώνεται στην οικογένειά της και στο μεγάλωμα του παιδιού της, και μοιραία, συμβιβάζεται με μια ζωή που δεν ήταν το ζητούμενό της, νιώθει το τέλμα και αρνείται να το υποστεί καθώς βουλιάζει σε μια ρουτίνα που δεν επιδίωξε.


Οι ήρωες είναι οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Μια τυπική μεσοαστική οικογένεια της σύγχρονης Αθήνας. Ένα περιβάλλον που αναγνωρίζεται άμεσα από τον αναγνώστη, τού είναι οικείο, με αποτέλεσμα να τον βάζει εύκολα μέσα στην ιστορία. Οι γνώσεις που έχει η συγγραφέας σχετικά με την ψυχολογία (έχει σπουδάσει στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών) τής επιτρέπουν να διαχειριστεί συνετά τα θέματα των μελών τής οικογένειας και κάθε πρόβλημα που αντιμετωπίζουν, όλοι μαζί και ο καθένας χωριστά.
Στην παρουσίασή του, στις 13 Φεβρουαρίου στην Αθήνα, η Μαρία Τζιρίτα μάς είπε ότι έδωσε στην ιστορία της το τέλος που άντεχε να δώσει. Κι αν κοιτάξουμε καλύτερα το εξώφυλλο του βιβλίου θα καταλάβουμε ότι σε εκείνο το παγκάκι κάθονται ο γιος με τη μάνα και όχι ένα ζευγάρι, όπως είναι το προφανές.




Προσπαθώντας να μη "προδώσω" το βιβλίο, αφήνοντας πολλές σημειώσεις εδώ, λέω να δώσω τη σκυτάλη στους χρήστες του facebook που, πιστοί βιβλιόφιλοι, αφήνουν τις δικές τους ερωτήσεις προς τη συγγραφέα κι εκείνη απαντάει σε όλες με προθυμία.
Τα ονόματα των χρηστών έχουν διατηρηθεί όπως αναγράφονται στα προφίλ τους. Επίσης, στις ερωτήσεις που έθεσαν και στις απαντήσεις που έλαβαν δεν έχει γίνει καμία αλλαγή. Διαβάστε όλες τις ερωτήσεις και απαντήσεις στη σελίδα της Μαρίας Τζιρίτα στο facebook. 


Eirhnh Volosyrakh: Πιστεύεις ότι η μεταφορά ενός βιβλίου στη μεγάλη οθόνη είναι σωστή κίνηση; Θα ήθελες να έβλεπες ένα "παιδί" σου στην τηλεόραση ή προτιμάς να μείνει ανέγγιχτο; Και κατά τη γνώμη σου, αυτή η μεταφορά μπορεί να χαντακώσει ή να απογειώσει ένα βιβλίο;

Μ.Τ.: Με προσεγμένο σενάριο πιστεύω ότι θα μπορούσε να βγει κάτι καλό. Δε θα με πείραζε να έβλεπα ένα βιβλίο μου σε σήριαλ, αλλά σίγουρα θα το προτιμούσα σε ταινία! Στα σήριαλ συνήθως τραβάνε από τα μαλλιά την ιστορία και παραποιούν το βιβλίο. Σίγουρα αν μου γινόταν μια τέτοια πρόταση θα έθετα τους όρους μου και θα το παρακολουθούσα στενά πριν προβληθεί! Ακριβώς για να σιγουρευτώ ότι δε θα χαντακώσει το βιβλίο μου!


Louis-Eleni Karoutsos: Θα έγραφες ποτέ τη δική σου ζωή σαν μυθιστόρημα; Αν ναι, θα έγραφες τη πραγματική κατάληξη των γεγονότων ή θα έδινες τη ροή που θα ήθελες εσύ να είχαν τα γεγονότα της ζωής σου τελικά;

Μ.Τ.: Το έχω κάνει κι έχω δώσει την κατάληξη που θα ήθελα, όχι την πραγματική...


Δέσποινα Μιχαλοπούλου: Με ποια κριτήρια επιλέγεις τα εξώφυλλα για τα βιβλία σου;

Μ.Τ.: Πολύ πρωτότυπη ερώτηση! Συνήθως ζητάω κάτι που έχω φανταστεί ως εικόνα μέσα από την ιστορία μου. Άλλες φορές δεν έχω σκεφτεί τίποτα και μου κάνουν προτάσεις από τον εκδοτικό μου οίκο. Ετοιμάζουν κάποια προσχέδια, τα μελετάμε κι αποφασίζουμε!


Efi Amenta: Σε ποια φάση της ζωής σου συνειδητοποίησες ότι σου αρέσει η συγγραφή βιβλίων; Και πως πήρες το θάρρος και ξεκίνησες κάτι το οποίο τελικά σου έφερε τόσο μεγάλη επιτυχία; Πως κατάφερες να το διαχειριστείς όλο αυτό και να παραμείνεις ο εαυτός σου; Απλή, γλυκιά και καλή;

Μ.Τ.: Πάντα μου άρεσε να γράφω, απλά δεν ήξερα πώς μπορούσα να γράψω ολόκληρο βιβλίο! Έγινε τυχαία με το πρώτο μου κι αυτό μου έδωσε κουράγιο να συνεχίσω. Δεν είναι καθόλου δύσκολο να παραμείνεις ο εαυτός σου, όταν είσαι προσγειωμένος κι έχεις κάνει πολλά χιλιόμετρα στο δρόμο προς την αυτογνωσία. Σ' ευχαριστώ που με βλέπεις απλή, γλυκιά και καλή! Ίσως δεν ήμουν τόσο πριν αρχίσω να μιλάω με όλους εσάς! Εσείς με κάνατε!


Tania Doulala: Σε ενδεχόμενη κακή κριτική κάποιου από τα βιβλία σας, ποια η αντίδρασή σας;

Μ.Τ.: Καταπληκτική ερώτηση! Μέχρι στιγμής έχω σταθεί τυχερή γιατί δεν έχω λάβει κακές κριτικές, παρά μόνο κάποια αρνητικά σχόλια. Ότι π.χ. κάποιο βιβλίο μου δεν άρεσε όσο κάποιο άλλο. Αντιδρώ ήπια γιατί αντιλαμβάνομαι ότι δε γίνεται να αρέσουν όλα σε όλους! Το σέβομαι αυτό. Όταν έλαβα ένα σχόλιο για το παιδί της αγάπης, ότι δεν είναι λογοτεχνικό κείμενο και η γραφή του είναι πολύ απλή, απάντησα ότι δε διεκδικώ λογοτεχνικές δάφνες, δεν ονομάζω τον εαυτό μου λογοτέχνη κι ως εκ τούτου το σχόλιο δε με προσέβαλε. Εν ολίγοις, δίκιο είχε ο άνθρωπος!


Jimmys Karlis: Είσαι εσύ μέρος κάποιας ιστορίας; Με κατάληξη όμως διαφορετική;

Μ.Τ.: Ναι, έχω υπάρξει μέρος πολλών ιστοριών, με κατάληξη ΠΑΝΤΑ διαφορετική...


Melis-Alexandraki Elisa: Μόλις πριν λίγες μέρες βγήκε το νέο σου βιβλίο... υπάρχει κάποιο σχέδιο, κάποια ιδέα για το επόμενο;

Μ.Τ.: Μμμμ... Το επόμενο ήδη γράφεται! Πάντα υπάρχουν ιδέες και πάντα υπάρχει ανάγκη να μπουν νέοι ήρωες στην καθημερινότητά μου! Διαφορετικά νιώθω τεράστια μοναξιά! Όμως όπως προανέφερα, υπάρχει ήδη ένα βιβλίο έτοιμο κι ίσως να είναι αυτό το επόμενο... Θα δείξει...


Maria Zaxaria: ΠΟΙΑ ΗΤΑΝ Η ΠΗΓΗ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΣΑΣ ΒΙΒΛΙΟΥ "ΖΩΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ";

Μ.Τ.: Η γνωριμία μου με ένα νεαρό αγόρι εδώ στο φέις. Περισσότερα γράφω στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου...


Aglaia Noulelli: Θα έγραφες ένα βιβλίο με μια ιστορία που θα σε έλεγε μια αναγνώστρια;

Μ.Τ.: Μα το έχω κάνει ήδη! Είναι "η γυναίκα που ήξερε μόνο ν' αγαπάει"!


Φραγκίσκα Πούλου: Αν η ζωή σας γινόταν βιβλίο, ποιο τίτλο θα βάζατε;

Μ.Τ.: Φανταστική ερώτηση! Θα σε ζήλευαν πολλοί δημοσιογράφοι Φραγκίσκα! Αν η μέχρι τώρα ζωή μου γινόταν βιβλίο, θα είχε τον τίτλο "Χριστίνα". Είναι η κόρη μου. Το σπουδαιότερο επίτευγμα της ζωής μου...


Despoina Stoumpou: ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ;....

Μ.Τ.: Δε γίνεται... Γεννιέται!


fi Kioupi: ZΩΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ!!!! Η ΔΙΚΗ ΣΑΣ ΑΝ ΑΡΧΙΖΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΙ ΘΑ ΑΛΛΑΖΕ;

Μ.Τ.: Αυτή κι αν είναι δύσκολη ερώτηση! Να σου απαντήσω καλύτερα τι ΔΕΝ θ' άλλαζα: Την κόρη μου! Ποτέ και με καμιά!


Lena Dive: Ποιο βιβλίο άλλου συγγραφέα θα ήθελες να το έχεις γράψει εσύ;

Μ.Τ.: Απίστευτη ερώτηση Λένα! Σίγουρα τον Θεό των μικρών πραγμάτων της Αρουντάτι Ρόι, όπως και το Νήμα της Γουίσλοπ! Θαυμάζω αυτά τα βιβλία, ακριβώς επειδή δε θα μπορούσα ποτέ να τα έχω γράψει εγώ -αλλά σίγουρα θα ήθελα!


Ηλίας Τεντζογλίδης: Σας έχει φέρει σε "δύσκολη" θέση θαυμαστής-ρια;

Μ.Τ.: Όχι, αλλά φοβάμαι ότι θα συμβεί, αν εκδοθεί το "Κλεισμένη πύλη παραδείσου"... Κάποιος θα με ρωτήσει αν είναι αυτοβιογραφικό και δε θα μπορέσω να το αρνηθώ... Ίσως γι΄ αυτό να αναβάλλω την έκδοση του...


Δέσποινα Παπαντώνη: Επηρεασμένη από εμένα που όταν διαβάζω ένα βιβλίο φαντάζομαι πως δεν τελειώνει με την τελεία του συγγραφέα, αλλά προσπαθώ να φανταστώ τις ζωές των ηρώων μετά το τέλος..θα ήθελα να μου πεις κάποιον από όλους τους ήρωες σου που θα ήθελες να ...συνεχίσεις να ''ακολουθείς'';

Μ.Τ.: Τους ακολουθώ όλους Δέσποινα! Ακριβώς όπως το λες... Δεν φεύγουν από τη ζωή μου με το που τελειώνει το βιβλίο. Υπάρχουν, ζουν, απλά δεν τους έχω πια δίπλα μου, όπως η μάνα που τα παιδιά της έχουν φτιάξει τη δική τους ζωή, όμως εκείνη δεν παύει να τα νοιάζεται και να τ' αγαπάει το ίδιο!


Rodoula Fragouli: Με ποιο βιβλίο ξενύχτησες πιο πολύ?

Μ.Τ.: Με το "Αν δεν υπήρχε αύριο"! Είχα παθιαστεί τόσο με τη συγγραφή αυτού του βιβλίου, που κοιμόμουν ελάχιστα κι από τις πολλές ώρες στον υπολογιστή έπαθα αυχενικό και φορούσα κολάρο για ένα μήνα!


Kassiani Tsigakou: ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΣΑΣ ΒΙΒΛΙΟ ΕΧΕΙ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟ ΑΛΗΘΙΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ..ΠΟΥ ΠΡΙΝ ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΕΓΙΝΑΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ;

Maria Tzirita Όχι, δε θα το έλεγα. Σίγουρα όλα τα γεγονότα που έχουν πέσει στην αντίληψή μου με έχουν επηρεάσει στο να διαμορφώσω μια άποψη, αλλά η ιστορία του Αχιλλέα δεν αντιγράφει ένα συγκεκριμένο αληθινό γεγονός. Περισσότερο μπορώ να πω ότι περιγράφει γεγονότα και σχέσεις πολύ κοινότυπες μέσα σε μια ελληνική οικογένεια.




Antonis Mpouritis: Θα ήθελα να μου πεις ένα στοιχείο από κάθε βιβλίο σου...αυτό που εσύ θεωρείς πως το κάνει να ξεχωρίζει...

Μ.Τ.: Πολύ δύσκολη ερώτηση... Δεν ξέρω αν το κάνει να ξεχωρίζει, αλλά θα σου πω το βασικό στοιχείο από κάθε βιβλίο μου. Το "Παιδί της αγάπης" έχει κυρίαρχο στοιχείο τα εγκαταλελειμμένα και στερημένα από αγάπη παιδιά. Το "Μάτια μου" έχει τον κόσμο ενός τυφλού ανθρώπου, μέσα από τα δικά του "μάτια". Το "Αν δεν υπήρχε αύριο", το πόσο διαφορετικά θα συμπεριφερόμασταν όλοι αν δεν επενδύαμε σε ένα αβέβαιο μέλλον. Το "Όταν αγαπάς είναι για πάντα", θεωρώ ότι ως κυρίαρχο στοιχείο έχει τη δύναμη της φιλίας και της αγάπης στην καθαρή της μορφή. Το "Η γυναίκα που ήξερε μόνο ν' αγαπάει", σαν αληθινή ιστορία, αποδεικνύει πως πράγματι μπορεί η ψυχή ενός ανθρώπου να είναι πιο βαθιά από την πληγή του. Και το "Ζωή από την αρχή", έχει ως κυρίαρχο στοιχείο τη σχέση των εφήβων με τους γονείς τους και την κοινωνία γενικότερα.


Xristina Garofallidi: Ποιος χαρακτήρας των βιβλίων σου είναι ο αγαπημένος σου;

Μ.Τ.: Σαφέστατα ο Στέλιος, το παιδί της αγάπης!


Katerina Rammou: Υπάρχει κάποιο βιβλίο από αυτά που έχετε γράψει που νιώσατε να ταυτίζεστε με τον ήρωα ή την ηρωίδα;

Μ.Τ.: Νομίζω πως σε όλα τα βιβλία μου υπάρχει κομμάτι από τον εαυτό μου σε όλους τους ήρωες. Περισσότερο απ' όλους θα έλεγα ότι μοιάζω με την Κατερίνα του "Αν δεν υπήρχε αύριο". Κι ακόμα περισσότερο με τη Δανάη του "Κλεισμένη πύλη παραδείσου" που δεν έχει εκδοθεί ακόμα και δεν ξέρω κι αν θα εκδοθεί... Αν όμως εκδοθεί, να μείνει μεταξύ μας η πληροφορία που μόλις σας έδωσα...!!!


Katerina Sig: Πως περιγράφεις την ανάγκη σου να γράψεις ένα καινούργιο βιβλίο; Σαν δίψα που δε σβήνει ή σαν φωτιά που σιγοκαίει την ψυχή σου;

Μ.Τ.: Έχω πει κι άλλες φορές πως γράφω γιατί δε μπορώ να κάνω αλλιώς! Ναι, είναι δίψα που δε σβήνει, επιθυμία που δεν εξαντλείται ποτέ! Ανεξάρτητα από το αν θα διαβάσει έστω κι ένας άνθρωπος τα όσα γράφω, εγώ θέλω πάντα να γράφω, γιατί έτσι καλύπτω τις ανάγκες της δικής μου ψυχής!


Sofia Marantidou: Προτιμάς να γράφεις βιβλία με πιο έντονο το κοινωνικό ή το ρομαντικό στοιχείο;

Μ.Τ.: Δεν το σκέφτομαι από την αρχή. Συνήθως με πηγαίνει μόνο του. Κι απ' ότι έχει αποδείξει η ιστορία, με τραβάει περισσότερο το κοινωνικό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στα βιβλία μου δεν υπάρχει ρομαντικό στοιχείο. Απλά το ρομαντικό από μόνο του δε μου λέει τίποτα, γι' αυτό υπάρχουν πάντα κοινωνικές προεκτάσεις σε όλα μου τα έργα.


Κατερίνα Παπά: Πως είναι η καθημερινότητά σου την περίοδο που γράφεις ένα βιβλίο;

Μ.Τ.: Δε βλέπω τηλεόραση, δε βγαίνω τα βράδια, δεν μπαίνω πολύ στο ίντερνετ, ειδικά από το σπίτι, δεν πολυμαγειρεύω, δεν κάνω δουλειές! Προσπαθώ δηλαδή να εξοικονομώ όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο και συνήθως ξενυχτάω πολύ, γιατί δε μπορώ να το αφήσω!


Eleni Atzemi: Αισθάνεσαι διάσημη;

Μ.Τ.: Όχι, γιατί δεν είμαι! Ο συγγραφέας έχει το προνόμιο να μην είναι αναγνωρίσιμος απ΄το ευρύ κοινό, όπως άλλοι καλλιτέχνες. Έτσι μπορεί να απολαμβάνει την αγάπη των αναγνωστών του, χωρίς να χρειάζεται να αλλάξει τίποτα από την προσωπική του ζωή. Ιδιαίτερα εγώ θα έλεγα πως είμαι πολύ τυχερή που δε με αναγνωρίζουν εκεί έξω!


Αλεξάνδρα Κουτσούκου: Πόσο πολύ σε άγγιξε η συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου;

Μ.Τ.: Με άγγιξε όσο πολύ με είχαν αγγίξει και όλα τα προηγούμενα. Κάθε ιστορία τη ζω σα να είναι η δική μου ζωή. Βιώνω τα συναισθήματα των ηρώων και ζω τη δική τους ζωή. Κατά συνέπεια όχι απλώς με αγγίζει η συγγραφή του κάθε βιβλίου, αλλά με συνεπαίρνει ολοκληρωτικά!


Margarita Deloglou: Πως μπορείτε και ψυχογραφείτε τόσο λιτά και περιεκτικά τους πρωταγωνιστές και τα υπόλοιπα πρόσωπα των βιβλίων σας;

Μ.Τ.: Ειλικρινά, δεν ξέρω! Απλά τους παρατηρώ και τους εξηγώ, όπως κάνω και με τους ανθρώπους που γνωρίζω από κοντά. Γράφω όσα σκέφτομαι γι' αυτούς, όσα πιστεύω πως νιώθουν και μάλλον έχω την τάση να τους δικαιολογώ και να τους συγχωρώ. Ακριβώς όπως κάνω και στη ζωή μου...




Maria Giannopoulos: Θα ξεκινούσατε μια ζωή από την αρχή;

Μ.Τ.: Θα μπορούσα να φτιάξω μια Μαρία από την αρχή, ναι. Να διορθώσω λάθη του παρελθόντος, να ξεπεράσω επώδυνες καταστάσεις, να αλλάξω σελίδα και να μη γυρίσω πίσω. Δε θα μπορούσα όμως κυριολεκτικά ν'αλλάξω ζωή, ν'απαρνηθώ δικούς μου ανθρώπους, μέρη που αγαπώ... Θα ήταν σα να απαρνιόμουν εμένα την ίδια...

Μαμά Τρέξε





Θέλετε να πάμε θέατρο;

Μια νέα πρόταση στην πόλη, το έργο "Μαμά Τρέξε", μετράει ελάχιστες παραστάσεις και -σαν άκρως θεατρόφιλο άτομο- θα είμαι εκεί στις 7 Μαρτίου, να δω από κοντά τις αγαπημένες του πρωταγωνίστριες. 

Όμως, η Ειρήνη Τζαβάρα φρόντισε ώστε να μη πάω μονάχη μου και προσφέρει στους αναγνώστες της σελίδας 3 διπλές προσκλήσεις! Δηλώστε τη συμμετοχή σας στην κλήρωση που θα κάνουμε στις 5 Μαρτίου στην φόρμα που θα βρείτε πατώντας πάνω σε αυτές τις λευκές λέξεις. Οι τρεις τυχεροί της κλήρωσης θα ενημερωθούν με προσωπικό μήνυμα στο ηλεκτρονικό τους ταχυδρομείο και οφείλουν να ενημερώσουν το θέατρο για την προσέλευσή τους τρεις μέρες πριν την ημέρα που τους βολεύει να παρακολουθήσουν την παράσταση. Τα ονόματα των τυχερών θα ανακοινωθούν και στον ιστότοπο koukidaki την ίδια μέρα.

Καλά το καταλάβατε. Σας στέλνουμε να δείτε μια αξιόλογη παράσταση χωρίς να σας δεσμεύσουμε στην ημερομηνία! 




Από το δελτίο τύπου:


"Mαμά Τρέξε" ή "Συγγνώμη Μαμά" (βασισμένο στο έργο της Σαρλότ Κήτλυ "Μy mother said I never should")

Σκηνοθεσία/διασκευή: Ειρήνη Τζαβάρα
Παίζουν αλφαβητικά: Μαρία Βουτσινά, Εύα Θερμού, Εύα Μιχαλά, Κλαίρη Μπάμπαλη, Μελίνα Σπάθη και Ειρήνη Τζαβάρα
Σκηνικά: Σοφία Ζούμπερη
Φωτογραφίες: Θεόφιλος Κουτρουμάνης
Φωτισμοί: Θανάσης Νικολακόπουλος

Ένα έργο που αναδύει ανθρώπινες αδυναμίες, πάθη, απωθημένα και ανησυχίες. Μιλάει για τις ανθρώπινες σχέσεις αποδομώντας κοινωνικούς θεσμούς όπως το γάμο σε μια προσπάθεια να αναδείξει την ανάγκη για ανεξαρτησία και αυτοδιάθεση.
Μέσα από την παράλληλη μοίρα τεσσάρων γυναικών, της γιαγιάς, της μάνας, της κόρης και την εγγονής, ξετυλίγεται το νήμα που διατρέχει τις ζωές τους και που τις ενώνει με έναν αδιόρατο και πολλές φορές σκληρό τρόπο.
Ο λώρος που ενώνει τις γενιές αντέχει στο χρόνο και στη φθορά, αρνείται πεισματικά να κοπεί, οριοθετώντας ένα πεδίο διαμάχης και κυριαρχίας. Επιμένει να συνδέει τέσσερις γυναίκες παρά τη θέλησή τους, περιμένοντας τη Μοίρα να του πάρει τη ζωή, αδιαφορώντας για τη φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. Και εκεί κάπου αρχίζει η παράξενη, απόκοσμη παράσταση μιας ζωής που στοχεύει σε αυτό που από την αρχή είναι το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμά της: να ορίσει ελεύθερη τη δική της μοίρα.

Το έργο θα παίζεται στον πολυχώρο Fabrica Athens (Μεγ. Αλεξάνδρου και Ευρυμέδοντως, Κεραμεικός) από 21 Φεβρουαρίου έως 27 Μαρτίου*, κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 9:15. Εισιτήρια: 10 ευρώ/5 ευρώ (φοιτητικό). Τηλ. Κρατήσεων: 6977444930

*Οι παραστάσεις συνεχίζονται και μετά την 27η Μαρτίου λόγω παράτασης. Μπορείτε να παρακολουθήσετε το έργο μέχρι τις 11 Απρίλη! Επίσης, με ενημέρωσαν ότι την Τετάρτη 27 Μαρτίου η είσοδος θα είναι δωρεάν για όλους λόγω της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου.


Η ΚΩΜΩΔΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ





Ο Ίψεν και ο έρωτας. Ο έρωτας μέσα από την πένα του Ίψεν, σε μία παράσταση που, αν το κριτήριο ήταν ο τίτλος, θα μας απογοήτευε οικτρά καθώς δεν έχει κωμικά στοιχεία. Ο Ερρίκος, αιώνες πριν, απασχόλησε το μυαλό του προκειμένου να διερευνήσει το θέμα του έρωτα βάζοντας τους ήρωές του να ανταλλάξουν απόψεις σχετικά. Ο έρωτας μέσα σε μια σχέση, ο "παράνομος" έρωτας, ο έρωτας μέσα στο γάμο, ο έρωτας ο κρυφός και ο έρωτας ο φανερός. Και τόσοι άλλοι "έρωτες" σε ένα γαϊτανάκι από ανθρώπους που συμφωνούν και διαφωνούν καθώς εξελίσσεται ή/και αποδοκιμάζεται ο έρωτάς τους. Ταυτόχρονα, θίγει και ασχολείται με τον ρόλο της κοινωνίας στον έρωτα, στο αμοιβαίο πάθος δύο ανθρώπων και με εκείνον της οικογένειας. Δεσμευμένοι και αδέσμευτοι έρωτες πάνω σε πρόσωπα κάθε ηλικίας περιδιαβαίνουν, αναζητούν, συνομιλούν, συγκρούονται ή συμφωνούν, διαφοροποιούνται ή συγκατανεύουν,  επιδοκιμάζονται. 
Ο συγγραφέας δεν επιδίωξε μια ιστορία αγάπης ή έρωτα μεταξύ δύο ανθρώπων. Έγραψε για κάθε τύπο δεσμού μεταξύ ανδρών και γυναικών ενώ ασχολήθηκε με τα επακόλουθα για το άτομο. Οι αλλαγές που πρέπει να υποστεί ο "δέσμιος" [του έρωτα;] στη ζωή του από το γάμο, τον έρωτα, τον κοινωνικό περίγυρο με παρονομαστή σε κάθε περίπτωση το ερώτημα, ελευθερία ή δέσμευση. Και δεν έμεινε μόνο σε αυτό! Προχωράει μέχρι τον ιδανικό έρωτα. Εκείνον που δεν ακολουθεί κανέναν "τυποποιημένο" δρόμο και κανέναν "από πριν καθορισμένο" κοινωνικό κανόνα. Εκείνον τον έρωτα που παραμένει ελεύθερος με κάθε έννοια και τρόπο. Που αφήνει στο άτομο την απόλυτη ελευθερία προκειμένου να γευτεί την ηδονή και τη λατρεία του προς έναν άλλο άνθρωπο, χωρίς δεσμεύσεις και βασανιστικές σκέψεις και χωρίς να τον απασχολεί το μέλλον. Τον πιο απολαυστικό από όλους τους έρωτες καθώς δε καλουπώνεται, ούτε κουβαλάει ευθύνες και βάρη. Τον έρωτα που μαγεύει στο έπακρο αφού φέρει μόνο γλυκιά γεύση. 

Τους δύο πόλους αυτών των ερώτων αποτελούν, από τη μία ο οικογενειάρχης πάστορας και από την άλλη το ελεύθερο πνεύμα του ποιητή. Μια νεαρή κοπέλα γοητευμένη από το "όραμα" του ποιητή ετοιμάζεται να τον ακολουθήσει. Επιθυμεί να γευτεί αυτόν τον έρωτα κάνοντας τη δική της επανάσταση, πρώτα με τον εαυτό της και μετά με κάθε κοινωνικό "πρέπει". Και τότε, επικρατεί η τοποθέτηση του εμπόρου, ο οποίος της προτείνει να κοιτάξει και προς το μέλλον, να μην αρκεστεί μόνο σε αυτό που της υπόσχεται το σήμερα, καθώς εκείνος μπορεί να της προσφέρει ποιότητα ζωής και διάρκεια.

Για την σωστή ερμηνεία του τίτλου του έργου με βοήθησε το σημείωμα της μεταφράστριας [Μαίρη Μιχαλάτου] όπου εξηγεί ότι η κυριολεκτική απόδοσή του είναι: "Τι κωμωδία που είναι αυτός ο έρωτας!". Με την κυριολεκτική απόδοση των λέξεων του Ίψεν κατά νου μπορώ να αντιληφθώ όλες τις αποχρώσεις του τίτλου και να τον συνδέσω με την παράσταση με ορθό τρόπο.
Μεγάλο έργο. Με κάθε έννοια που αποδίδεται στη φράση. Και, τώρα που το διάβασα [Το studio Κυψέλης μού έχει προσφέρει μερικά από τα καλύτερα "προγράμματα" παραστάσεων -στην ουσία πρόκειται για ένα κανονικό βιβλίο- καθώς μου δίνουν τη δυνατότητα να διαβάσω ολόκληρο το έργο] νομίζω θα γίνει το αγαπημένο μου από τα θεατρικά του Ερρίκου Ίψεν.


Οι φωτογραφίες "διαβάζονται" αν πατήσετε πάνω τους


Η σχεδόν τρίωρη παράσταση δε με κούρασε ούτε στο ελάχιστο. Τα πρόσωπα του έργου είναι πολλά και απαιτούν χρόνο οι χαρακτήρες για να αναπτυχθούν. Μουσικά κομμάτια διατρέχουν την παράσταση και ευθυμούν το κοινό. Οι ηθοποιοί πρέπει να τραγουδούν τους Ιψενικούς στίχους που αποδόθηκαν στα ελληνικά από την Μαριάννα Τόλη -κάποιες φορές να έχουν εξαιρετικές τραγουδιστικές ικανότητες για να αντεπεξέλθουν- και να κινούνται ακολουθώντας τη ζωντανή μουσική. Ένα μιούζικαλ, γραμμένο πολλά πολλά χρόνια πριν [1862] σε μια τελείως διαφορετική πραγματικότητα αλλά που καταφέρνει να είναι πάντα επίκαιρο. Μας γέμισε αισθήματα και μουσικά χρώματα και κατάφερε να μας συγκινήσει στο δεύτερο μέρος.

Παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό και του αξίζει η προσοχή. Ο σκηνοθέτης της παράστασης, Γιώργος Λιβανός, κατάφερε να "χωρέσει" και οργανώσει τους δεκαπέντε ηθοποιούς του έργου και την ορχήστρα, σε μία μικρή σκηνή της πόλης, με τρόπο θαυμαστό και με αρτιότατο αποτέλεσμα. 
Στο φουαγιέ του θεάτρου, όπου μας περίμενε μετά το τέλος της παράστασης για να μας κεράσει ένα ποτήρι λευκό κρασί, μας είπε ότι...

Γ.Λ.: Είναι ένα προσωπικό μου στοίχημα καθώς πρόκειται για δύσκολο και απαιτητικό έργο. Δουλέψαμε έξι μήνες για να έχουμε αυτό το αποτέλεσμα. Έξι μήνες με πρόβες, δεν είναι λίγος χρόνος! Αλλά, είχα στη διάθεσή μου μια τόσο πειθαρχημένη ομάδα και τα καταφέραμε.

Ο ίδιος στο πρόγραμμα από την παράσταση λέει χαρακτηριστικά:

Περίπου έξι μήνες προετοιμασίας για να αποτυπώσουμε σκηνικά τον παλμό ενός νέου ποιητή που, κόντρα στην εποχή του, αποφασίζει να τα βάλει με την Εκκλησία, την πολιτική, τους θεσμούς της οικογένειας, του γάμου, ακόμα και αυτόν της φιλίας, και να μπορέσει λεύτερος να συνεχίσει το ταξίδι του στο χρόνο.

Για την παράσταση δούλεψαν -χόρεψαν, τραγούδησαν, έπαιξαν- οι Γιάννης Φίλιας, Χρήστος Λιακόπουλος, Νατάσσα Τοδώρη, Μιλένα Περθένιου, Πένυ Ξενάκη, Νικόλας Καραγκιαούρης, Φίλιππος Κωνσταντίνος, Άντεια Ολυμπίου, Μαρία Δρακοπούλου, Λιλή Τέγου, Goran Mijalcic, Νίκη Γκουντούμη, Κωνσταντίνος Αμπατζίδης, Βίβιαν Βαλσάμη και Γιάννης Τσιώμου.


Από το πρόγραμμα της παράστασης


Εκμεταλλεύτηκα όσο μπορούσα τον Φίλιππο Κωνσταντίνο και του άρπαξα μερικές σκέψεις...

Σχετικά με το έργο και τον έρωτα...

Φ.Κ.: Από εκεί αρχίζουν όλα. Αν δεν αγαπάς δεν έχει νόημα. Ο δικός μου χαρακτήρας στο έργο είναι ένας νεαρός άντρας υπέρ του έρωτα. Θέλει να τον ζήσει, να τον χαρεί όσο και όπως μπορεί.


Μια "άβολη" στιγμή;

Φ.Κ.: Να κολλήσεις. Να ξεχάσεις τα λόγια. Ευτυχώς δεν το έχω πάθει.


Μια ξεχωριστή στιγμή στην παράσταση...

Φ.Κ.: Το τέλος, που είμαστε όλοι πάνω στην σκηνή. Το τραγούδι του τέλους από όλους μας αγγίζει και τον κόσμο που έρχεται να μας δει. Κάποιες φορές βλέπουμε τους θεατές να κλαίνε από τη συγκίνησή τους.


Για ποιους λόγους πρέπει κάποιος να έρθει να δει την παράσταση;

Φ.Κ.: Κατ' αρχήν γιατί θα παρακολουθήσει ένα έργο του Ίψεν. Ενός μεγάλου και τόσο σημαντικού συγγραφέα. Ένα έργο που μιλάει για την αγάπη και τον έρωτα και αφορά κάθε θεατή και, επιπλέον, δεν έχει ξαναπαιχτεί στην Ελλάδα. Και φυσικά, για τα υπέροχα τραγούδια της παράστασης. Το έργο αυτό είναι ιδιαίτερο. Έχει γραφτεί πολλά χρόνια πριν αλλά είναι επίκαιρο όσο ποτέ.


Τι έχεις κερδίσει από το θέατρο;

Φ.Κ.: Το θέατρο είναι ο δικός μου έρωτας. Δεν είναι τυχαία η λέξη ψυχαγωγία, δηλαδή, η αγωγή της ψυχής. Και περισσότερο φέτος που συμμετέχω σε αυτήν την παράσταση. Με έχει σκλαβώσει αυτό το έργο και, εξάλλου, το να έχω έναν Ίψεν στο βιογραφικό μου είναι πολύ σημαντικό.


Μελλοντικά σχέδια;

Φ.Κ.: Αναγκαστικά, λόγω της ανασφάλειας που σου προκαλεί αυτό το επάγγελμα. Πάντα πρέπει να κυνηγάς το επόμενο βήμα για να έχεις μια συνέχεια. 


Ο Φίλιππος Κωνσταντίνος μοιράζεται φωτογραφίες της παράστασης από το προσωπικό του αρχείο


Μου μιλάει ζωηρά και με μια λάμψη στο βλέμμα, απόδειξη του ενθουσιασμού του για το θέατρο και γι' αυτήν τη δουλειά. Μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι τον εξιτάρει να τεστάρει τον εαυτό του βάζοντάς τον σε διαφορετικά τριπάκια. Οι λέξεις του ρέουν με ταχύτητα, αποτέλεσμα της θέρμης και της αγάπης που έχει για αυτό που κάνει. Ο ενθουσιασμός του είναι διάχυτος. 
Μια στιγμή αργότερα, μου αναφέρει ότι υπάρχει η πιθανότητα να συμμετέχει η παράσταση στο Ιψενικό Φεστιβάλ αυτόν τον Ιούνιο, στο Όσλο της Νορβηγίας. Του λέω με βεβαιότητα -ένστικτο;- ότι θα πάει, και κάπου εδώ αντιλαμβανόμαστε ότι η ώρα έχει περάσει, η αίθουσα του μπαρ έχει αδειάσει από κόσμο, η μουσική έχει σιγήσει και, προφανώς, ήρθε η ώρα να αποχαιρετήσουμε τον χώρο.

Αυλαία.

Η ΚΩΜΩΔΙΑ ΤΟΥ ΤΥΧΑΙΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΕΝΟΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥ





Για το έργο:
Ένας σχιζοφρενής κυκλοφορώντας στο αστυνομικό τμήμα ανακαλύπτει τον επόμενο "ρόλο" του όταν βρίσκει τη δικογραφία ενός αναρχικού ο οποίος αυτοκτόνησε πέφτοντας από το παράθυρο του 6ου ορόφου κατά την ανάκρισή του. Αποφασίζει να υποδυθεί τον δικαστή που στέλνεται να επανεξετάσει την υπόθεση. Μέσα από τις διασκεδαστικές ερωταπαντήσεις που απευθύνει στους αστυνομικούς και στον διοικητή του τμήματος προκύπτει ότι η εκδοχή της αστυνομίας σχετικά με την περίπτωση της "αυτοκτονίας" δεν είναι καθόλου πειστική. Εκμεταλλεύεται την ευκαιρία και τους προτείνει να φτιάξουν μία άλλη εκδοχή χωρίς ανακρίβειες. Εκείνοι, φοβούμενοι την κοινωνική κατακραυγή και τον ανώτερό τους, φυσικά και δέχονται. Το πράγμα αρχίζει να ξεφεύγει όταν λίγο αργότερα θα προστεθεί στην παρέα και μία δημοσιογράφος που ερευνά την υπόθεση του αναρχικού.
Ο αναρχικός είναι μέλος μιας ομάδας που έχει κατηγορηθεί για βομβιστικές επιθέσεις, οι οποίες προφανώς έχουν οργανωθεί από φασίστες. Οι τελευταίοι απολαμβάνουν την κάλυψη της αστυνομίας και οι "έρευνες" ακολουθούν το δρόμο του αποπροσανατολισμού. Όμως, κατά την ανάκριση, ο αναρχικός δέχεται ένα θανατηφόρο χτύπημα και οι αστυνομικοί για να "απαλλαγούν" αποφασίζουν να τον "αυτοκτονήσουν".

Μέσα από τα κωμικοτραγικά γεγονότα που εκτυλίσσονται στο αστυνομικό τμήμα, ο Ντάριο Φο σχολιάζει με το δικό του τρόπο και κρίνει την Δικαιοσύνη και την Αστυνομία. Θίγει τη σχέση του Τύπου με το κράτος και τον ρόλο του στην κοινωνία. Η υπόθεση του αναρχικού είναι μια αληθινή ιστορία που συγκλόνισε την Ιταλία ένα χρόνο πριν γραφτεί το θεατρικό έργο και αποτέλεσε αναμφίβολα την πηγή έμπνευσης του συγγραφέα.

Από το πρόγραμμα της παράστασης:
"Το έργο στηρίζεται στο τέχνασμα της πολλαπλής φαινομενικότητας. Σχηματικά θα αποδίδαμε την πλοκή του έργου με την εικόνα των ομόκεντρων κύκλων. Μέσα στην παράσταση, που αποτελεί μια πλάνη, μια φανταστική πραγματικότητα, παρακολουθούμε τον αυτοσχεδιασμό του σχιζοφρενή και την πλάνη των ηρώων, ενώ σε ένα άλλο επίπεδο γίνεται η αναπαράσταση της ανάκρισης και της "αυτοκτονίας" του αναρχικού. Μόνο που αυτή βρίσκεται στο κέντρο των κύκλων."


Φωτογραφίες από το πρόγραμμα της παράστασης


Τα γεγονότα:
Στις 12 Δεκεμβρίου 1969, οι ακροδεξιοί και οι μυστικές υπηρεσίες της Ιταλίας πυροδοτούν μια βόμβα στην Αγροτική Τράπεζα της πλατείας Φοντάνα στο Μιλάνο με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους 19 άνθρωποι. Για τη βομβιστική επίθεση συνελήφθησαν οι αναρχικοί Βαλπρέντα και Πινέλι. Ο τελευταίος,
ο αναρχικός του θεατρικού έργου, εκπαραθυρώθηκε.
Ο Πινέλι, εκείνη την εποχή, εργαζόταν στους σιδηροδρόμους. Οι αρχές βασίστηκαν σε ένα ταξίδι που είχε κάνει στη Ρώμη -κατά τη γνώμη τους αδικαιολόγητο- και τον συνέλαβαν ως ύποπτο. Το άλοθί του -έπαιζε χαρτιά σε ένα καφενείο όλη τη μέρα- χαρακτηρίστηκε αναξιόπιστο παρά τις μαρτυρίες των συμπαικτών του.
Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, ο Καλαμπρέζε τού κατάφερε ένα μοιραίο χτύπημα στο λαιμό. Στην αναστάτωση που ακολούθησε ένας αστυνομικός κάλεσε ασθενοφόρο αλλά, εκ των υστέρων, άλλοι αστυνομικοί σκέφτηκαν να σκηνοθετήσουν την αυτοκτονία του Πινέλι. Τραγική λεπτομέρεια, που αναδεικνύεται και στην παράσταση, το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα αρχεία των τηλεπικοινωνιών, οι αστυνομικοί κάλεσαν ασθενοφόρο στις 12 παρά τρία λεπτά τη νύχτα ενώ ο αναρχικός "έμελλε" να γίνει αυτόχειρας στις 12 και δύο!

Ένα θεατρικό έργο που κλείνει τρία χρόνια παραστάσεων μόνο επιτυχημένο θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε. Ο Σπύρος Παπαδόπουλος, με την ιδιότητα του σκηνοθέτη, γράφει:
"Το Θέατρο είναι ομαδικό παιχνίδι. Και ομαδικό και παιχνίδι. Εξού και το ρήμα "παίζω". Μαζευτήκαμε λοιπόν μια ανδροπαρέα -που ξεχάσαμε να μεγαλώσουμε- φωνάξαμε και ένα κοριστάκι, που πάντα χρειάζεται <<!>>, και αφού διαβάσαμε, τρέξαμε, παλέψαμε, ιδρώσαμε τη φανέλα, τώρα δε βλέπουμε την ώρα να χτυπήσει το τρίτο κουδούνι. Ν' ανέβουμε στη σκηνή, όχι για να κάνουμε τη δουλειά μας όσο καλύτερα μπορούμε, αλλά για να ΠΑΙΞΟΥΜΕ!
Μόνο που για τα παιδιά το παιχνίδι, είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση!"
Για την παράσταση ιδρώνουν οι Σπύρος Παπαδόπουλος, Χρήστος Μπίρος, Τάσος Γιαννόπουλος, Αλέξανδρος Καλπακίδης, Στέλιος Πέτσος και η Νικολέτα Κοτσαηλίδου. Για το τραγούδι ευθύνονται τα Κίτρινα ποδήλατα.


Οι φωτογραφίες διαβάζονται αν κλικάρετε πάνω τους


Ο Ντάριο καυτηρίασε με την πένα του και οι ηθοποιοί με το μπρίο τους ζωντάνεψαν τους κωμικοτραγικούς χαρακτήρες. Καίρια κοινωνικοπολιτικά θέματα απασχολούν το έργο που περνάει με τρόπο διασκεδαστικό τα μηνύματα. Άψογοι επαγγελματίες όλοι οι συντελεστές της παράστασης και πραγματικά την ιδρώνουν την φανέλα.
Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω με μία λέξη το έργο δε θα μιλούσα για κωμωδία, αν και περί τούτου πρόκειται. Θα έλεγα ότι είναι μια πλάνη. Μια πλάνη μέσα σε μία άλλη πλάνη. Και ένας ιδιοφυής τρελός που, μέσα στην απόλυτη τρέλα του, πλανάται ότι μπορεί να πλανέψει εκείνους που δημιούργησαν μια πλάνη για να αποφύγουν μια άβολη αλήθεια. Και μία εκπρόσωπος του Τύπου που πλανάται αν πιστεύει ότι θα ξεσκεπάσει εκείνο που κάποιοι αποφάσισαν να κρύψουν κατασκευάζοντας την πλάνη τους. Και κάπως έτσι, προκύπτουν οι ομόκεντροι κύκλοι της πολλαπλής φαινομενικότητας.
Όμως, ο θεατής το γλεντάει το θέμα, από θέση ισχύος, καθώς ο συγγραφέας του δείχνει από την αρχή την πλάνη. Έτσι, ξέροντας ποιος και τι, αισθάνεται κύριος της υπόθεσης και διασκεδάζει με την άγνοια των ηρώων αλλά, σε ένα δεύτερο επίπεδο, αναγνωρίζει τις ομοιότητες με τη δική του κοινωνία και αναζητάει τις δικές του πλάνες. Εκείνες που κάποιος/-οι του έδωσαν αντί για αλήθειες και εκείνες με τις οποίες αυτός ο ίδιος πλάνεψε την ιστορία του.



VIRTUAL REALITY




















Ο Ηλίας Παρασκευόπουλος, που έγραψε το θεατρικό έργο, ξοδεύει μερικές φράσεις για να μας εξηγήσει τη γέννησή του.

Η.Π.: 2006 Αρχίζω να συλλέγω πληροφορίες σχετικά με τον πόλεμο της Σερβίας. Ο τελευταίος και πιο κοντινός πόλεμος που είχε βιώσει μέχρι τότε η γενιά μου.
Μέσα από τις έρευνές μου είχα ανακαλύψει κάποιες σελίδες από ένα ημερολόγιο μιας γυναίκας που ονομαζόταν Majia. Σε αυτό έγραφε καθημερινά όσα βίωνε στον πόλεμο και ξαφνικά αναφερόταν σε ξωτικά και σε νεράιδες. Εκεί δημιουργήθηκε το VIRTUAL.
Μια γυναίκα, ένας άνθρωπος μέσα στην σκληρή καθημερινότητα που περιέγραφε, έμπλεκε την αλήθεια που ζούσε με τον μύθο. Και έτσι είναι. Πως ένας αθώος άνθρωπος, πως ένα παιδί αντιμετωπίζει την απώλεια, με ποιον τρόπο αμύνεται; Πως ένας απλός άνθρωπος μετατρέπεται σε ένα θηρίο για να επιβιώσει σε οποιαδήποτε μορφής βίας ή πολέμου; Αυτά τα ερωτηματικά με οδήγησαν στη συγγραφή του Virtual Reality το 2006 αναμιγνύοντας επτά διαφορετικές ιστορίες ανθρώπων σε μια οικογένεια.
2012 Οικονομική κρίση στην Ευρώπη...Και σκέφτομαι, πόλεμος δεν είναι μόνο τα όπλα και οι βομβαρδισμοί...ανοίγω το συρτάρι μου και βλέπω το κείμενο του Virtual Reality. Μετατρέπω το κείμενο και το μεταφέρω σε έναν υποθετικό 3ο Παγκόσμιο με τους ίδιους χαρακτήρες και ακόμη μια φορά βλέπω ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται.
Το Virtual είναι ένα έργο που παρακολουθεί μέσα από την κλειδαρότρυπα την μεταστροφή, την αλλαγή της ανθρώπινης ψυχής όταν έχει ανάγκη να επιβιώσει, όταν έχει ανάγκη να εκδικηθεί για να ξεχάσει το πόνο.
(αποσπάσματα από το σημείωμα του Η.Π. στο πρόγραμμα της παράστασης)



Όλες οι φωτογραφίες από το πρόγραμμα της παράστασης


Ιδιαίτερη παράσταση. Μιλάει για κάτι το μελλοντικό -έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο- αλλά ταυτόχρονα κάτι χθεσινό και σημερινό. Ο πόλεμος, που είναι πάντα ο ίδιος. Ανεξάρτητα από τις εποχές και τα όπλα. Ο ανθρώπινος πόνος, που είναι πάντα ο ίδιος. Ανεξάρτητα από τις χρονολογίες και τις απώλειες. Οι άμυνες των ανθρώπων που τιμωρούνται ενώ δεν έφταιξαν.
Στην ιστορία του Ηλία θα γνωρίσουμε την Ελπίδα -ποιο άλλο όνομα θα μπορούσε να έχει;- μια νεαρή κοπέλα φαινομενικά χαμένη στον παραμυθένιο κόσμο της, όπου η αθωότητα έχει την πρωτοκαθεδρία και η ελπίδα γιγαντώνεται υπέρλαμπρη. Εκεί και ο Άλεξ, θύμα και θύτης εναλλάξ, υπεύθυνος για κάθε όνειρό της αλλά και για κάθε συντριβή της. Ο Νικόλας προσπαθεί να απαλύνει τον πόνο της απώλειας μέσα από την εκδίκηση και μια Χαρά που έχει χάσει τα πάντα. Ο Γιάννης που τρομοκρατημένος σκύβει το κεφάλι σε ό,τι του λένε και η Ηλέκτρα που καλύπτει τη δική της απώλεια με στρώματα αγώνων. Και μια μάνα, την Κατερίνα, να αντέχει -αυτό κάνουν οι μάνες- και να υπομένει. Επτά χαρακτήρες που αλληλοστηρίζονται στην απώλεια και στον πόνο που τους προκαλεί ο πόλεμος.
Ο Σταύρος Αποστολάτος ανέλαβε να σκηνοθετήσει ή χορογραφήσει αυτούς τους χαρακτήρες καθώς μιλούν, τσακώνονται, κλαίνε, γελάνε... σε ένα λιτό -μόνο έτσι θα μπορούσε να είναι- σκηνικό κατασκευασμένο σημειολογικά για να φωτίσει κάθε συμβολισμό του έργου, με το φως και το σκοτάδι, το νερό και τη λάσπη, τα τούβλα και το τραπέζι, με το σχοινί.




Εξίσου απαιτητικό έργο και για τους επτά ηθοποιούς που δεν αφήνουν την σκηνή ούτε για ένα λεπτό. Σε όλη τη διάρκειά του βρίσκονται μέσα και γύρω από εκείνη. Οφείλουν να εκτελέσουν τις χορογραφημένες κινήσεις τους με συγκέντρωση. Οι ήχοι που ακούγονται από τα μεγάφωνα ξαφνιάζουν ευχάριστα και προσθέτουν στο σύνολο, όπως και τα "φώτα". Το σκηνικό προσαρμόζεται από τους ηθοποιούς-ήρωες με φαινομενικά απλοϊκό τρόπο αλλά απόλυτα συμβατό με τις ανάγκες της παράστασης.
Ερμηνεύουν οι: Φώτης Λαζάρου, Δημήτρης Μαζιώτης,  Ντίνα Μιχαηλίδη, Αγγελική Μιχαλοπούλου, Ηλίας Παρασκευόπουλος, Φαίδρα Σούτου, Λία Τσάνα.


Λεπτομέρειες από έργα του Στέλιου Κοτίδη εμπνευσμένα από την παράσταση.


Το πρόγραμμα φιλοξενεί κι έναν εικαστικό καλλιτέχνη, τον Στέλιο Κοτίδη που κόσμισε το εξώφυλλό του, αλλά και κάποιες σελίδες με έργα του που εμπνεύστηκε από την παράσταση.


Η Τελετή




Το ερώτημα προκύπτει αβίαστα. Γίνεται κωμωδία από μία κηδεία;

Στην τέχνη όλα επιτρέπονται και στο θέατρο όλα γίνονται. Ο Παύλος Μάτεσις συγκέντρωσε όλα τα υλικά μιας καλοστημένης μαύρης κωμωδίας και τα ανάμιξε με άρωμα σάτιρας κατασκευάζοντας μια άνευ λογικής κατάσταση -ή τουλάχιστον, με τη συνήθη έννοια του λογικού.
Οκτώ γυναίκες συγκεντρώνονται στο σπίτι της νεκρής για να οργανώσουν και τακτοποιήσουν τα θέματα της τελετής, πράγμα καθόλου απλό και εύκολο καθώς τα πάντα πρέπει να ακολουθούν και να συνάδουν με την τάξη τους, τον τρόπο ζωής τους και να μη θίγεται η αξιοπρέπεια τόσο της οικογένειας όσο και της "απούσας". Η κοινωνική τους θέση πρέπει να προκύπτει από την τελετή και τις επιλογές τους και άπαντα (φέρετρο, ρούχα, στολισμός, φαγητό, ποτά...) να δείχνουν την οικονομική τους ταυτότητα. Και όλα θα ήταν ευκολότερα αν δεν είχαν να κουκουλώσουν την αυτοχειρία της μακαρίτισσας και να διασώσουν την αξιοπρέπεια της οικογένειας από το γεγονός αυτό, αλλά και από άλλες "άτυχες συγκυρίες" που θα τις βρουν στην πορεία. Ο Γαλλομαθής Μαιτρ και οι οκτώ συγγενείς κάνουν ό,τι μπορούν για να συμφωνήσουν στην τελετή που αρμόζει στον κύκλο τους και για να "διορθώσουν" όσα δεν αρμόζουν στην τάξη τους.

Το Studio Μαυρομιχάλη φιλοξενεί την παράσταση που σκηνοθέτησε δυναμικά ο Φώτης Μακρής, έραψε ο Διονύσης Μανουσάκης και χορογράφησε η Στέλλα Κρούσκα. Οι εννέα ηθοποιοί ταίριαξαν αρμονικά με το σύνολο και το αποτέλεσμα αποζημίωσε άπαντες, καθώς το έργο έχει πάρει παράταση λόγω της μεγάλης επιτυχίας του.
Οι κυρίες Υρώ Αληθειανού, Μαρία Μπενάκη, Μαργαρίτα Καρακάση, Ρένα Κουμπαρούλη, Νατάσσα Κορέντη, Θάλεια Παπαδοπούλου, Σοφία Πράπα και Βασιλεία Τσιώνη καταντούν καρικατούρες στην σατιρική πένα του Μάτεσι αλλά ανταποκρίνονται σε κάθε δοκιμασία του ρόλου τους. Η παρέα μεγαλώνει με τον Παναγιώτη Ανδρεάκο ως εκκεντρικό και άκρως "αυστηρό" Μαιτρ.

Μια ζεστή μαύρη κωμωδία που φτύνει στα μούτρα του θεατή κάθε μικροαστική του μανία, κάθε νεοπλουτίστικη συνήθεια, τα φαίνεσθαι και τα προσχήματα και ό,τι αυτά συνεπάγονται, ενώ τραβά το σχοινί μέχρι την απόλυτη γελοιοποίησή τους.

Ο Μανώλης Σιμιτσάκης για "Το δέντρο του Άραϋ"





Το διαβάζω από την ηλεκτρονική του μορφή -το πρώτο βιβλίο που έχω διαβάσει στη ζωή μου από μια οθόνη- διότι δεν υπάρχει ακόμη κάποια έντυπη. Με ταξιδεύει, με γεμίζει ιδέες, χρώματα και εικόνες, μου εξάπτει τη φαντασία και μου μαθαίνει νέους κόσμους. Με απορροφά μέσα του καθώς δε μου "επιτρέπει" να το αφήσω ακόμη και ύστερα από ώρες ανάγνωσης. Με κάνει να ανυπομονώ για τα υπόλοιπα μέρη της τριλογίας. 
Ο Μανώλης Σιμιτσάκης έχει κάνει τη διαφορά με αυτό το βιβλίο, τη δική του πρόταση. 

Αν ένα κοινωνικό μυθιστόρημα είναι μια φορά φαντασία, τότε αυτό το μυθιστόρημα είναι χίλιες φορές φαντασία.

Και μαγεία. Με την κυριολεκτική έννοια της λέξης αλλά και με κάθε μεταφορική. Δομημένο με τρόπο που σε εγκλωβίζει μέσα του. Ένα βιβλίο φαντασίας αλλά και άφθονης λογοτεχνίας και ποίησης.  Διάσπαρτη παντού η ποίηση, να δίνει πνοή, να μεγεθύνει τη μαγεία του, να βρίσκει άλλοθι το ανύπαρκτο για να μπλέξει με το υπαρκτό.
Είναι ένα παραμύθι για φανταστικούς κόσμους και  πραγματικές ιστορίες αγάπης και πίστης. Με κοινό παρονομαστή το συναίσθημα.
Ανοίγει ορίζοντες και δημιουργεί νέους κόσμους, νέες οπτικές, νέους ήρωες, νέες ερωτήσεις και νέες απαντήσεις σε παλαιά ερωτήματα.

Μου λέει ότι κάποια από τα ποιήματά του είναι "απλά" διότι έπρεπε να απλοποιηθούν για να προκύπτουν ρεαλιστικά από τον εκάστοτε χαρακτήρα και, σχεδόν, θυμώνω που δε μου επιτρέπεται να μεταφέρω εκείνους τους στίχους εδώ. Σκέφτομαι ότι "απλές" είναι οι κρητικές μαντινάδες -αν τελικά υπάρχει το απλό-, όχι εκείνοι οι στίχοι που διάβασα, και θεωρώ ότι στέκεται με σεμνότητα μπροστά στο έργο του. Καταλαβαίνω από τα λόγια του, την ανάγκη του να γεμίσει το πρώτο βιβλίο της τριλογίας με ποίηση και σας προτρέπω να κάνετε αυτή τη γνωριμία μαζί του διαβάζοντας μερικά από τα κεφάλαια του μυθιστορήματος στην προσωπική του ιστοσελίδα, όπου υπάρχει και η αυθεντική -με αυτήν την λέξη μου απαντάει- έκδοση των ποιημάτων του. 

Στη κουβέντα που ακολουθεί δεν τσιγκουνεύτηκε τις λέξεις, προφανώς επειδή έχει να πει πολλά. 
Γενικά -θα έλεγα- σαν συγγραφέας, δημιουργός και άνθρωπος έχει να πει πολλά.



Σύνδεσμοι:



Ένα καινούργιο παραμύθι, παραβολή για το "εδώ" και το "εκεί" ή κάτι άλλο;

Μ.Σ.:Όλα μαζί. Το βιβλίο δρα σε πολλά επίπεδα και ο καθένας μπορεί να δει όποιο είναι ο ίδιος έτοιμος να δει. Μπορεί κανείς να το δει ως μια περιπέτεια, κάποιος ως οδηγό εσωτερισμού, άλλος ως θρησκεία, άλλος ως ένα σκοτεινό παραμύθι, άλλος να σταθεί στην φιλοσοφική του έκταση. Υπάρχουν όμως πολλά νοήματα, φανερά και κρυμμένα. Και σκοπός ενός βιβλίου, κατά την άποψή μου, δεν είναι να αναφέρει αυτά που ο συγγραφέας θέλει να δώσει στον αναγνώστη, αλλά να σκαλίσει και να κάνει τον αναγνώστη να θυμηθεί αυτά που ήδη έχει μέσα του, καθώς όλα μέσα μας βρίσκονται. Δίνω, λοιπόν, το πρώτο βήμα του ταξιδιού μονάχα, και το πού θα φτάσει ο αναγνώστης είναι της επιλογής του. 

Έτσι, θα έλεγα πως είναι μια παραβολή για τα πάντα… Και, ποιος ξέρει, ίσως και πραγματικότητα για κάποια άλλα πεδία…


Η ποίηση κατέχει μεγάλο κομμάτι στο βιβλίο...

Μ.Σ.:Το βιβλίο, αν και έχει να κάνει πολύ με τον θάνατο, είναι μια τριλογία της ζωής η οποία αντικατοπτρίζει τρεις αξίες – τις ύψιστες – που είναι ικανές να αλλάξουν, να πραγματοποιήσουν «πραγματικότητες»: Συναίσθημα, Πίστη, Φαντασία. Το κάθε βιβλίο της τριλογίας θα έχει ως δευτερεύων τίτλο μία από τις παραπάνω αξίες, αντίστοιχα. Το πρώτο βιβλίο λοιπόν από την τριλογία «Το δέντρο του Άραϋ», θα έχει ως δεύτερο τίτλο το «Συναίσθημα». Εάν ένα βιβλίο, λοιπόν, που τροφοδοτεί και διδάσκει τον αναγνώστη με την παραπάνω αξία-έννοια, τους σκοπούς που μπορεί να εξυπηρετήσει και να εκπληρώσει, δεν είχε αρκετή ποίηση μέσα του, τι θα μπορούσε να έχει; Η ποίηση είναι έκφραση συναισθημάτων, είναι οι στιγμές που το είναι θα ποτίσει το χαρτί, είναι στιγμές αναδόμησης του ίδιου μας του εαυτού, και είναι το μοναδικό είδος γραφής που θα καταφέρει να μεταδώσει τον αντιπροσωπευτικό ρυθμό του κάθε συναισθήματος. 

Από την άλλη πλευρά, στην ποίηση υπάρχει και η πρόκληση – όχι τόσο στην ελεύθερη ποίηση. Σε αυτή βρίσκεται η πραγματική τέχνη του λόγου. Να κάνεις τον λόγο να ρέει, να κελαρύζει και, ταυτόχρονα, να συγκρατείς το νόημα, να μην το θυσιάζεις για χάρη του μέτρου και της ρίμας. Να αποδίδεις επ’ ακριβώς όσα θες να μεταφέρεις και να τηρείς και τους κανόνες. Και λατρεύω την πρόκληση στον λόγο και στη θεματολογία του, λατρεύω να δημιουργώ λέξεις που θα κρύβουν νοήματα, όπως επίσης λατρεύω προτάσεις που κρύβουν μέσα συμμετρία. Θα το δείτε κι αυτό… 

Παρατήρηση: Κάποια ποιήματα στο βιβλίο είναι απλά, σαν στίχοι τραγουδιών μερικά, και η ποιότητά τους όχι η καλύτερη. Αυτό συμβαίνει επειδή υποτίθεται πως τα συγκεκριμένα έχουν γραφθεί από τους ήρωες του βιβλίου και όχι από τον συγγραφέα, εμένα δηλαδή – απλοποιήθηκαν για τον ρεαλισμό του πράγματος, έτσι ώστε η ποιότητα του ποιήματος να εφαρμόζει στον εκάστοτε χαρακτήρα, διαφορετικά δε θα ήταν εξίσου πιστευτό για τον αναγνώστη. Η πραγματική τους έκδοση βρίσκεται αναρτημένη στον τομέα της ποίησης, στο blog μου.


Πότε να περιμένουμε την έντυπη έκδοση της τριλογίας;

Μ.Σ.:Μια ερώτηση που πονάει. Όχι μόνο εμένα, αλλά όλους τους Έλληνες λογοτέχνες. Και αυτό, καθώς, για να εκδώσει ένας Έλληνας, πρέπει να έχει τις επαφές να το κάνει. Οι μεγάλοι Εκδοτικοί οίκοι προτιμούν τα βιβλία που δεν ενέχουν ρίσκο στις πωλήσεις, πράγμα που σημαίνει πως θα προωθήσει τους ίδιους και τους ίδιους συγγραφείς, ειδικά σε τέτοιες εποχές. Για να διαβάσει δε ο εκδοτικός οίκος έναν άγνωστο συγγραφέα, θα πρέπει κάποιος άλλος να τον συστήσει. Και εάν το βιβλίο δεν ακολουθεί τις «γνωστές» γραμμές, δε θα αναφερθώ σε αυτές, δεν εκδίδεσαι από μεγάλο εκδοτικό οίκο. 

Όπως και να έχει, όμως, η τύχη ήταν με το μέρος μου, αντιλαμβάνομαι σιγά σιγά πως το θέμα αρέσει αρκετά, ειδικά στο νεανικό κοινό (20-35 ετών), που αυτό είναι και το βασικό για να ξεφύγει η λογοτεχνία από τα «γνωστά», και περιμένω κάποιες προτάσεις από αξιόλογους οίκους. Θεωρώ πως σε έναν με δύο μήνες θα γνωρίζω ποιος θα ολοκληρώσει το τελευταίο και σημαντικό στάδιο του βιβλίου μου. Από εκεί και ύστερα, σε δυο μήνες πιστεύω πως θα ολοκληρωθεί και η τελική επεξεργασία και πως διατεθεί προς πώληση το 1ο μέρος της τριλογίας. 


Τι σας ενέπνευσε για να γράψετε μια τέτοια ιστορία;

Μ.Σ.: Ήταν ένα καλοκαίρι πριν από κάμποσα χρόνια, μέσα στο οποίο έχασα τέσσερις δικούς μου ανθρώπους, από διαφορετικές αιτίες τον καθένα. Η θλίψη με είχε σκεπάσει χωρίς να το έχω συνειδητοποιήσει πλήρως. Οι μηχανισμοί, όμως, που κρύβουμε μέσα μας και που φροντίζουν για την ψυχική μας ισορροπία -καμιά φορά συμβαίνει το αντίθετο, εξαρτάται από το πώς βλέπει κανείς τα πράγματα στη ζωή του-, ευτυχώς ενεργοποιήθηκαν ένα μεσημέρι, κατά τη διάρκεια μιας σιέστας, εκεί που η πραγματικότητα αγγίζει τα όνειρα και όλα είναι εξίσου αληθινά, και είδα τι συμβαίνει μετά τον θάνατο. Ουσιαστικά, είδα το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου μου. Κάποιοι σίγουρα θα παρεξηγήσουν τα παραπάνω, θα σκεφτούν " σιγά, ρε πυθία", μα εάν δεν εμπνευστούμε από τα όνειρά μας, τότε από πού; Δε λέω, μεγάλος δάσκαλος η ζωή, αλλά θα προτιμήσω να μοιραστώ τα όνειρά μου. Έτσι, όπως το όνειρό μου έδειξε την ομορφιά που κρύβει ο θάνατος για έναν νεκρό, έτσι σκέφτηκα κι εγώ πως είναι μια πολύ πρωτότυπη και όμορφη ιδέα που πρέπει να τη μοιράσω.


Υπάρχει συνέχεια μετά το θάνατο;

Μ.Σ.:Κατά την ταπεινή μου γνώμη, μέσα από έρευνες που έχω κάνει, δίχως να ακουμπάω πάνω σε κάποια θρησκεία ή θεωρίες –και αυτό είναι ξεκάθαρο και στο βιβλίο, αφαιρείται κάθε ταμπέλα και τοποθετείται μονάχα η ύπαρξή μας στην βάση όλων των ερωτημάτων που τίθενται- , υπάρχουν ενδείξεις -δυστυχώς έχει αποδειχτεί πως δεν μπορούμε να αποφανθούμε, να αποδείξουμε για την ύπαρξή της ή τη μη ύπαρξή της ζωής μετά το θάνατο- πως ο θάνατος είναι η έναρξη μιας μεταμόρφωσης. Θεωρώ πως τίποτε δεν έχει αρχή ή τέλος, τα πάντα είναι μια μεταμόρφωση. Έχετε πραγματικά δει κάτι να παύει να υπάρχει; Σκεφτείτε το λίγο. Μονάχα στο μυαλό μας, μονάχα για εμάς παύουν να υπάρχουν οι ορισμοί που εμείς οι ίδιοι έχουμε προσδώσει. «Πέθανε ο τάδε». Για σένα ήταν ο τάδε, για κάποιον άλλον μπορεί ακόμη να είναι, με ένα άλλο όνομα, έναν άλλο ορισμό. Κανείς όμως δεν μπορεί να το τεκμηριώσει, και αυτή είναι η μαγεία που το καλύπτει. 

Αν είναι να μην υπάρχει κάτι, αυτό για μένα είναι ο θάνατος.


Η αίσθηση που αφήνει στον αναγνώστη ένα βιβλίο μπορεί να αλλάξει αν συνδυαστεί η ανάγνωση με το άκουσμα μιας μουσικής. Στο βιβλίο σας συναντάμε διάφορες μουσικές αναφορές. Θεωρείτε ότι το συναίσθημα και ό,τι πρέπει να αφήσει σαν "γεύση" το κείμενο βοηθιέται από την ανάλογη μουσική; Και, θα συνοδεύατε ένα έργο σας με μια μουσική επιλογή προκειμένου να δώσετε στον αναγνώστη μια πιο ολοκληρωμένη αίσθηση;

Μ.Σ.:Οι περισσότερες αναφορές που γίνονται σε συγκεκριμένα μουσικά κομμάτια, όπως και αυτές που γίνονται σε ταινίες ή βιβλία παρακάτω, είναι περισσότερο για να χαρακτηρίσουν τους ήρωες του βιβλίου και λιγότερο για να φέρουν τον αναγνώστη σε μια συγκεκριμένη διάθεση. Δε θα ήθελα να πιέσω τα συναισθήματα του αναγνώστη με τέτοιες μεθόδους. Παρ΄ όλ’ αυτά, για μια πιο ολοκληρωμένη αίσθηση μέσω της μουσικής, θα έπρεπε το κάθε κεφάλαιο, σχεδόν, να έχει και έναν διαφορετικό μουσικό ρυθμό, καθώς τα συναισθήματα ποικίλουν και τα σκαμπανεβάσματα είναι πολλά. Θα μπορούσα, λοιπόν, να προτείνω για τα 2 πρώτα κεφάλαια μονάχα, τα οποία έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό τους το άγνωστο -κυριαρχούμενο από την εκ γενετής φοβία που έχουν όλοι για τον θάνατο και η οποία βγαίνει μόνη της, χωρίς προσπάθεια από το ίδιο το βιβλίο-, το κομμάτι από την ταινία “The fountain” -χρυσάφι αναβλύζει, δεν υπάρχει πιο όμορφη ταινία-, Death Is The Road To Awe, του οποίου ο τίτλος, συμπτωματικά, ταιριάζει και γάντι. Τώρα, το τι άκουγα εγώ όταν το έγραφα, αυτό είναι κάτι που ίσως δε θα ακούσετε ποτέ, καθώς ήταν κομμάτια που έχω γράψει εγώ και ταίριαζαν απόλυτα κατά τη δική μου άποψη. Αλλά όλο και κάποια νότα θα βρείτε μπλεγμένη μέσα στις λέξεις εάν τις στραγγίξετε.


Τι θα θέλατε να πείτε στον μελλοντικό σας αναγνώστη;

Μ.Σ.:Να μην τρομάξει από την εσφαλμένη ιδέα πως η ιστορία έχει στηθεί και πατήσει πάνω σε κάτι τόσο μακάβριο όπως ο θάνατος. Έτυχε να το ακούσω και αυτό: «Δεν το διάβασα γιατί μύριζε θάνατο». Ο Θάνατος δεν είναι μακάβριος από τη φύση του, εμείς τον έχουμε χαρακτηρίσει έτσι. Μέσα στο βιβλίο γίνεται η προσπάθεια να σας φέρω σε επαφή με αυτό που σας τρομάζει περισσότερο, να σας κάνω να το νιώσετε όπως το γνωρίζετε, και, σιγά σιγά ύστερα, να σας απαλύνω από αυτό που σας τρομάζει και να σας αποκαλύψω μια διαφορετική πραγματικότητα. Σύμφωνα με σχόλια αναγνωστών μου, το έχω πετύχει. Επομένως, εάν ακούτε για θάνατο και θεωρείτε πως θα διαβάσετε κάτι απόκοσμο και απόμακρο, με νεκρές οπτασίες να σας κυνηγούν και να σας βασανίζουν για να πληρώσετε αμαρτίες εν ζωή, θα ήθελα να το σκεφτείτε ξανά και να κάνετε μια προσπάθεια να το διαβάσετε. Έχει περισσότερα κοινά από όσα νομίζετε με τη ζωή. Είναι η αρχή της ζωής.


Ποια είναι η μεγαλύτερη χαρά για έναν δημιουργό;

Μ.Σ.:Μα τι άλλο εάν όχι η ολοκλήρωση της δημιουργίας του; Και η σύλληψη μιας καινούργιας ιδέας έχει, βέβαια, αρκετές δόσεις ικανοποίησης. Η πορεία δε, το ταξίδι, συμβάλει στο να ξυπνάς με όρεξη τα χαράματα -εκείνες τις ώρες που μπορείς να ακούσεις τον ήλιο να γραπώνει τις κορυφογραμμές των βουνών για να ανατείλει- για να γράψεις πριν πας στη δουλειά, να ψάχνεις ύστερα πως θα ξεκλέψεις κάνα εικοσάλεπτο να γράψεις λίγο ακόμη, αλλά όταν πιάνεις λιμάνι και μοιράζεσαι τις εμπειρίες σου, είναι ένα ανώτερο συναίσθημα που αγγίζει σχεδόν την ευτυχία.


Ποια θεωρείτε ότι είναι η μεγαλύτερη επιτυχία για έναν δημιουργό;

Μ.Σ.:Ακόμη δεν την έχω γνωρίσει για να απαντήσω με σιγουριά. Η προδημοσίευση δεν έχει ολοκληρώσει ούτε πέντε μήνες ακόμη και η προώθηση της προς το παρόν γίνεται με τα γνωστά μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Παρ’ όλ’ αυτά, μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα, έχουν υπάρξει κάποιες στιγμές που δηλώνουν πως, με τα κατάλληλα μέσα, ίσως βρεθεί και ο δρόμος προς την επιτυχία. Έχουν υπάρξει αρκετοί αναγνώστες οι οποίοι έχουν μαγευτεί από το μυθιστόρημα, κάποιοι που ανέφεραν πως είναι από τα καλύτερα που έχουν διαβάσει, ενώ και τα σχόλιά τους στο blog είναι το ίδιο ενθαρρυντικά. Το γεγονός δε πως καταφέρνουν να διαβάσουν τις 160 αναρτημένες σελίδες του βιβλίου από το blog, και πως μερικοί το καταφέρνουν μέσα σε ένα απόγευμα, είναι κάτι που, επίσης, μου δείχνει πως υπάρχει ελπίδα να νιώσω μια πιο ευρεία αναγνώριση, που σημαίνει πως αυτά που έχω να πω θα έχουν μεταδοθεί σε περισσότερο κόσμο. Όσο περισσότερος, τόσο μεγαλύτερη η επιτυχία. Φαντάζομαι πως αυτή είναι. 

Προς το παρόν λοιπόν, γεύομαι μονάχα μια γεύση από αυτό που πιστεύω πως είναι επιτυχία, με την αποδοχή του κοινού να οδηγεί τα όνειρά μου, αλλά, ποιος ξέρει, επιτυχία τελικά μπορεί να είναι κάτι εντελώς διαφορετικό… 


Έχετε ολοκληρώσει άλλες λογοτεχνικές δημιουργίες;

Μ.Σ.:Πέρα από αυτό το βιβλίο και τα ποιήματα που έχουν επίσης αναρτηθεί στο blog, δεν έχω ολοκληρώσει κάτι άλλο. Η τριλογία «Το δέντρο του Άραϋ» ήταν εξαιρετικά χρονοβόρα και ερωτεύσιμη ώστε να δημιουργήσω και κάτι άλλο παράλληλα. Τώρα όμως που ολοκληρώθηκε, ήδη μια καλή ιδέα ήρθε και βρίσκεται υπό κατασκευή και θεμελίωση. Ίσως μετά από την ολοκλήρωση έκδοσης της τριλογίας λοιπόν, να δείτε και κάτι άλλο να εκδίδεται από μένα. Ανυπομονώ κι εγώ…


Όλες οι φωτογραφίες από το προσωπικό του ιστολόγιο. Πατήστε πάνω για να ανοίξουν στην οθόνη.


Ο Μανώλης Σιμιτσάκης είναι λογοτέχνης με κάθε τρόπο που έχει ο γραπτός λόγος. Δημιουργεί κόσμους, συναισθήματα, εικόνες, χαρακτήρες, ποίηση, πλοκή... με τρόπο τέτοιο που σου απαγορεύει να κλείσεις το βιβλίο όταν αισθανθείς κουρασμένο το βλέμμα σου. Σε διατάζει να συνεχίσεις, να προχωρήσεις, να γνωρίσεις... αυτόν τον πλασματικό κόσμο που έχει φτιάξει από τα χρώματα και τα αρώματα του υπαρκτού. Φταίει, κιόλας, για τη μία μέρα αφαγίας που μετράω και τις δύο με κόκκινα μάτια από την οθόνη, αφού μόνο ηλεκτρονικά μπορούσα να το διαβάσω, αλλά άξιζε τη θυσία. Σου γεμίζει τις αισθήσεις και το φιαλίδιο της περιέργειας, και σε κάνει δέσμιο της πένας του.
Είμαι ευτυχισμένη που γνώρισα τον κόσμο του Βίλβετ και τα πλάσματα που ζουν εκεί. Τα Έστρημ, τα Άδερσι, τον Γλαθώ...
ακούγοντας το "epitaph" και ένα λεπτό μετά -κάνει την αντίθεση- το "stairway to heaven", το "summertime" και ο Αλ που λικνίζεται τυφλός, χορεύοντας ταγκό για το "άρωμα γυναίκας".

Όλα είναι εκεί.
Κι εκείνος, δίκαια επιμένει... "Αν είναι να μην υπάρχει κάτι, αυτό είναι ο θάνατος".


Επανέρχομαι

Δείτε και αυτό:
Το πρώτο κεφάλαιο

Η γωνιά του γαλάζιου





Ο ποιητής θα έγραφε για ηλιοβασιλέματα και ανατολές, για ήλιους, φεγγάρια, αστέρια. Ο ζωγράφος θα έβαζε όλες τις αποχρώσεις της παλέτας. Ο μουσικός όλους τους πιθανούς συνδυασμούς των επτά νότων. Ο γλύπτης την αφή των χεριών του.

Η Σωζία Μαράκη έβαλε μεράκι και μελάνη και αναζήτησε μέσα της και έξω στον κόσμο. Δημιούργησε ένα σύμπαν με "αθώους" ανθρώπους, στιγματισμένους ένοχους, για πράξεις που έκαναν ή που δεν έκαναν. Στον κόσμο της, οι άνθρωποι είναι σκλάβοι των παθών και των λαθών τους, φυλακισμένοι από άλλους ανθρώπους γιατί οφείλουν να πληρώσουν το άδικο τίμημα τού να υπερασπίζεσαι το δικαίωμα να είσαι άνθρωπος. Να κάνεις λάθη, να έχεις ανθρώπινα δικαιώματα, να μάχεσαι για την ασφάλεια και την ακεραιότητά σου.
Μια Νίκη, μια Ελπίδα και η Ζωή -διόλου τυχαία- βρίσκονται συγκάτοικοι στο ίδιο κελί. Το κελί τους είναι ο κόσμος τους κι εκεί χτίζουν τις σχέσεις τους, εκεί αγωνίζονται, εκεί κερδίζουν ή χάνουν, επιβιώνουν ή χάνονται. Αντιμετωπίζουν το σκληρό πρόσωπο της κοινωνίας. Όλες μαζί και η κάθε μία μόνη. Αλληλοσυγκρούονται, αλληλοεξαρτώνται, αλληλοβοηθούνται, αλληλοτρώγονται. Η επιβίωση στη φυλακή δεν είναι ούτε εύκολη, ούτε αυτονόητη.

Μέσα από τις λέξεις της Σωζίας παρελαύνουν σε συνεχή ροή πολύχρωμες αντιθέσεις συναισθημάτων και καταστάσεων. Το φονικό που θα γίνει με κίνητρο την στοργή. Η κλεψιά με αφορμή τη φροντίδα. Το δίκαιο άδικο. Το άδικο δίκιο. Το κακό που θα γίνει για να φέρει το καλό. Η στέρηση για την προσφορά. Ο φόνος για την ελευθερία. Ο θάνατος για να βρεθεί λίγη ζωή. Η αγριότητα με σκοπό την προστασία.
Όλα, δίπλα σε εκείνη τη γωνιά του γαλάζιου.

Από την θεατρική παράσταση "Η γωνιά του γαλάζιου" στο θέατρο Αλκμήνη

Συμβολισμοί ξεχειλίζουν σε όλο το έργο και έντονες στιγμές. Όμορφες ερμηνείες που βασίζονται πάνω σε ένα κείμενο απόλυτα άρτιο, όμορφα και έξυπνα δομημένο. Η παράσταση παίζεται απνευστί, χωρίς διάλειμμα. Αυτό τής προσθέτει ένα πλεονέκτημα διότι στο διάλειμμα θα χανόταν η μαγεία που έχει δημιουργηθεί και ο θεατής θα έπρεπε να "ξαναμπεί" μέσα στην ιστορία. Οι χαρακτήρες ξετυλίγονται άψογα από τις πρώτες στιγμές ενώ δεν υπάρχουν "θολά" σημεία που θα μπορούσε να ανιχνεύσει μόνο ένας πολύ "εκπαιδευμένος" θεατής.
Η παράσταση έχει εμπνευστεί από πραγματικά γεγονότα και περιλαμβάνει αποσπάσματα από το ημερολόγιο μιας νεκρής φυλακισμένης, της Κατερίνας Γκουλιώνη, υπέρμαχο της κατάργησης της κολπικής εξέτασης των κρατουμένων.

Το έργο έρχεται να σταθεί σε μια καίρια εποχή για τη χώρα, όπου δε πληρώνει πάντα ο υπόχρεος και δε δικάζεται πάντα ο ένοχος. Είναι πολύ δυνατό και βαθιά συγκινητικό. Δουλεμένο άψογα από τις τρεις πρωταγωνίστριες. Η Σωζία Μαράκη, η Στέλλα Μουκαζή και η Μαρία Φραγκάτου υποδύονται με μαεστρία τις ηρωίδες του έργου, εκφράζοντας τέλεια όλα αυτά τα έντονα συναισθήματα. Η σκηνοθεσία φέρει την υπογραφή του Παναγιώτη Μαρίνου, όπως και οι φωτισμοί της παράστασης. Η σκηνογραφία, επίσης, οφείλει στη Μαρία Φραγκάτου και η μουσική επιμέλεια στην Σωζία Μαράκη και τον Ηρακλή Ντουλάκη, που έχει κάνει και τα κοστούμια. Τα σκηνικά κατασκεύασε ο Δημήτρης Παπούκας. Τον ήχο επεξεργάστηκε ο Δημήτρης Μελαχροινόπουλος. Στη φωτογραφία ο Παναγιώτης Γάκης.
Στην παράσταση ακούμε και τις φωνές των Χριστίνας Κουλουμπή και Αλέξανδρου Κομπόγιωργα.




Τι εισπράττετε από τον κόσμο που έρχεται στο θέατρο; Τι σας λένε για την παράσταση; Τι τους εντυπωσιάζει ή τι εντυπωσιάζει εσάς από αυτά που σας λένε;

Σ.Μ.:Εισπράττουμε περισσή αγάπη από τον κόσμο και μας την εκφράζει. Οι θεατές, μετά το φινάλε, μας λένε υπέροχα λόγια. Αλλά κι εμείς πολλές φορές βλέπουμε στα πρόσωπά τους δάκρυα συγκίνησης. Όλα αυτά μας ευχαριστούν και μας εντυπωσιάζουν.


Δεύτερος χρόνος παραστάσεων φέτος. Θα συνεχίσετε και για τρίτη χρονιά;

Σ.Μ.:Νιώθω πολύ τυχερή και ευγνώμων που σε τέτοιες εποχές το πρώτο μου θεατρικό έργο το έχει αγαπήσει ο κόσμος και ανεβαίνει για δεύτερη χρονιά, στο θέατρο Αλκμήνη. Επίσης, χαίρομαι πολύ που κάποιοι περσινοί μας θεατές έρχονται φέτος ξανά για να τη δουν. Θα ήθελα πολύ να συνεχίσουμε και τρίτη χρονιά. Ήδη έχουμε κλείσει κάποιες παραστάσεις το φθινόπωρο σε σκηνές της Μακεδονίας. Ίσως κατόπιν να επιστρέψει ο θίασος στην Αθήνα. Προέχει το φέτος, όμως. Έτσι, οι προγραμματισμένες παραστάσεις είναι μέχρι τις 24 Φεβρουαρίου και ίσως αρχές Μαρτίου.


Πως περιμένατε να εξελιχθεί το έργο όσο το γράφατε και πόσο κοντά πέσατε στις προβλέψεις-προθέσεις σας όταν το είδατε να παίζεται;

Σ.Μ.:Όταν έγραφα τη «γωνιά του γαλάζιου» είχα μπροστά μου τις εικόνες από μια φυλακή. Έβλεπα το κελί, την απομόνωση, την κουζίνα, τα κρεβάτια, τις κρατούμενες. Αρχίζοντας τις πρόβες το έργο άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά από όλους τους συντελεστές. Εν τέλει η παράσταση θεωρώ ότι ανταποκρίθηκε στα προσδοκίες μου και σε αυτό συνέβαλλε η αρμονική συνεργασία και η ταύτιση απόψεων των συνεργατών.


Πιστεύω ότι αξίζει η προσπάθεια και θα ήθελα να δω περισσότερες δικές σας δουλειές. Θα ξαναγράψετε θεατρικό;

Σ.Μ.:Σας ευχαριστώ πολύ που μας τιμήσατε με την παρουσία σας στην παράσταση και χαίρομαι που σας άρεσε. Έχω ιδέες για πολλά έργα αλλά κι αυτή την περίοδο τελειώνω ένα ακόμα, το οποίο ίσως να δούμε στη σκηνή την επόμενη σεζόν.

Τι θέλετε να πείτε σε εκείνους που δεν έχουν δει ακόμη την παράσταση; Και, τι θα λέγατε σε εκείνους που την παρακολούθησαν;

Σ.Μ.:Σε όσους την είδαν θέλω να υπενθυμίσω να έχουν στη ζωή τους εκείνη τη μικρή «γωνιά του γαλάζιου». Σε όσους δεν την παρακολούθησαν τους περιμένουμε να μοιραστούμε μαζί τους την ελπίδα για τη νίκη στη ζωή!


Οι πιο δυνατές





Η Άννα Ανδριανού διασκευάζει την "Πιο Δυνατή" του Στρίντμπεργκ με έναν δικό της μοναδικό τρόπο και στην σκηνή του θεάτρου Victoria ανταμώνουν η σύζυγος και η ερωμένη του ίδιου άντρα σε μία, μέχρι το κόκκαλο, αναμέτρηση. 

Συναντιούνται τυχαία σε ένα καφέ-μπαρ. Στο ίδιο εκείνο καφέ-μπαρ όπου είμαστε συγκεντρωμένοι όλοι εμείς,οι θεατές της παράστασης, και ξετυλίγουν το νήμα της ζωής τους. Αγαπούν και αγαπιούνται με διαφορετικούς τρόπους. Μισούν και μισιούνται ανάλογα. Δύο διαφορετικοί τρόποι να είσαι γυναίκα. Η γυναίκα ερωμένη και η γυναίκα σύζυγος, ανοίγουν τα χαρτιά τους, ξετυλίγουν τα θέλω τους, το ζητούμενό τους. Δύο διαφορετικές απόψεις για τη ζωή και την αγάπη, για τον έρωτα και το πάθος. Μοναδικό κοινό τους και σημείο αναφοράς, εκείνος ο άντρας που θέλησε και τις δύο χωρίς αναστολές, αφού δεν τις θεωρεί "επιβάτιδες στο ίδιο βαγόνι, στο τρένο [της ζωής]". 

Οι ηθοποιοί κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Μας χαιρετούν και μας ανταποδίδουν τον χαιρετισμό, το βλέμμα, το χαμόγελο. Η σκηνή είναι μέσα στην πλατεία και η πλατεία μπαίνει μέσα στην σκηνή. Δεν υπάρχουν όρια. Σκηνή και πλατεία είναι ένα και τα δύο μαζί ανήκουν σε εκείνο το καφέ-μπαρ όπου έμελλε να γίνει η συνάντηση. Η ατμόσφαιρα μουντή, ο χώρος σκοτεινός και στολισμένος με γιορτινά, μας καλοδέχεται για να μας μεταφέρει μαγικά σε εκείνα τα Χριστούγεννα. Μέσα στο ίδιο μπαρ θα γίνουν όλα. Εκεί μπροστά μας ανοίγουν τις καρδιές τους και φανερώνουν το μέσα τους. Φανερώνουν κομμάτια της ψυχής τους, τραυματισμένης από την απιστία, τη ζήλια, το φθόνο, τον πόθο. 
Παρακολουθούμε το μονόπρακτο [δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, η ζωή δεν χωρίζεται σε μέρη!] και ανακαλύπτουμε μαζί με εκείνες τη στάση ζωής τους. Πίνουμε κι εμείς το δικό μας ποτό και φυσάμε τον καπνό του τσιγάρου μας παρακολουθώντας δύο τόσο διαφορετικές, στη στάση τους, γυναίκες αλλά και τόσο ίδιες στο πάθος τους να "κρατήσουν" εκείνο που είναι περισσότερο σημαντικό για την κάθε μία.
Μοιραζόμαστε ακόμη και την ίδια σερβιτόρα. Παρακολουθεί κι εκείνη τις εντάσεις που δημιουργούνται μοιραία. 




Η παράσταση τελειώνει και οι ηθοποιοί στέκονται μόνο για λίγες αμήχανες στιγμές, όσο κρατάει το χειροκρότημα. Αμέσως, θα ενωθούν και πάλι με όλους εμάς. Θα μιλήσουμε, θα χαιρετηθούμε, θα φιληθούμε, θα θυμηθούμε και θα σχολιάσουμε εκείνες τις δύο γυναίκες που κάποια παραμονή Χριστουγέννων, μια κακή/καλή μοίρα/τύχη τις "ένωσε" σε εκείνο το μπαρ. Μάρτυρας η σερβιτόρα.

















Η ώρα κύλησε αβίαστα. Το ενδιαφέρον μας παρέμεινε αμείωτο από το πρώτο λεπτό. Οι εντάσεις έδωσαν χρώμα. Το καφέ-μπαρ μας ένωσε με το έργο. Γίναμε μέρος του. Χαλαρώσαμε άνετα στις καρέκλες μας και παρακολουθήσαμε μια παράσταση φτιαγμένη με μεράκι πίνοντας τον καφέ μας και ανάβοντας τσιγάρο τις στιγμές που μας άγχωσαν τα λόγια. Ξαφνιαστήκαμε ευχάριστα που μας άφησαν να ενωθούμε με τα πρόσωπα του έργου. 
Πολύ καλή επιλογή. Θα πάτε για την έξυπνη διασκευή και σκηνοθεσία [από την Πέπη Μοσχοβάκου] και τις ερμηνείες των ηθοποιών [Άννα Αδριανού, Μαρκέλλα Γιαννάτου και Ελεάννα Χατζάκη]. Αλλά, δε χρειάζονται πολλοί λόγοι αν είναι Δευτερότριτο και θελήσετε να βγείτε μια βόλτα! Πάρτε τη παρέα σας και κατεβείτε στο Victoria να πιείτε τον καφέ ή το ποτό σας. Τα υπόλοιπα θα σας βρουν εκεί.


Το δέντρο του Άραϋ, του Μανώλη Σιμιτσάκη


Κεφάλαιο 1

Ωχ... πέθανα...
Η κηδεία του Φίλιππου έγινε δύο μέρες μετά τον θάνατο του και το χειρότερο από όλα ήταν ότι μπορούσε να βλέπει και να ακούει τι συνέβαινε γύρω από το σώμα του. Ήταν οι μοναδικές αισθήσεις που του είχαν απομείνει, κληρονομιά μιας δυσβάσταχτης διαδικασίας του θανάτου.
Ήταν μια ηλιόλουστη καλοκαιρινή μέρα με καυτές χροιές αέρηδων να μεταφέρουν το άρωμα της φρέσκιας σκαμμένης γης που θα φιλοξενούσε ακόμη ένα παιδί της. Ο ίδιος βρισκόταν ακριβώς δίπλα της, μέσα στο κάτασπρο δρύινο φέρετρό του, με τις ασημένιες χειρολαβές στα πλαϊνά που λαμποκοπούσαν ήλιο να προσπαθούν να απομνημονεύσουν τη λαμπρότητα του πριν το τελευταίο και βαθύ σκότος.
Ο κόσμος μαζευόταν σιγά σιγά ολόγυρά του. Συγγενείς, φίλοι αλλά και κάποιοι που λίγο πολύ τους θεωρούσε εχθρούς. Ξέρετε, αυτοί που έρχονται από υποχρέωση, είτε είναι συνάδελφοι από τον επαγγελματικό χώρο είτε συγγενείς, και που αργότερα θα σβήσει την πίκρα τους το παραδοσιακό καφεδάκι της παρηγοριάς. Αλλά σαν να τα ξέχασε αυτά, σαν να άφησε πίσω του κάθε πικρία, η παρουσία τους τον συγκίνησε ιδιαίτερα.
Πολλοί έκλαιγαν μέσα από τα μαύρα τους γυαλιά, γερμένοι ο ένας στον ώμο του άλλου. Άλλοι συζητούσαν μεταξύ τους μέσα από ένα πέπλο θλίψης, αλλά ο ίδιος δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγαν. Ένα θολωμένο μουρμουρητό έφτανε μονάχα στα αυτιά του, ανίκανο να του ψιθυρίσει κάτι με νόημα. Το ίδιο και η όρασή, που του μετέφερε παγωμένες, νωχελικές εικόνες, αλλά διαπερνούσε τουλάχιστον το ξύλο του φέρετρού του. Όσοι στέκονταν από πάνω του, λαμπάδες τυλιγμένες σε μαύρο σάβανο θύμιζαν μέσα στα μαύρα τους κοστούμια και φορέματα. Κατάμαυρα κεριά που ήταν έτοιμα να λιώσουν από τη φλόγα όσων αισθάνονταν κοιτάζοντας το κλειστό του φέρετρο.
Να κάτι όμορφο, σκέφτηκε, καθώς λάτρευε τα κεριά και ειδικά τα μαύρα κεριά... Καθόταν συχνά μέσα στο αχνό τους φως και διάβαζε ή έγραφε σκυμμένος πάνω από το γραφείο του με τις σκιές να χορεύουν στους τοίχους. Ήταν κάτι σαν τελετή για αυτόν. Τα χαρτιά έμοιαζαν με αρχαίους πάπυρους που αναπαριστούσαν ξεχασμένους θεούς, η πένα όμοια με το μαγικό ραβδί που τον βοηθούσε να μιλήσει με αυτούς και ο ίδιος ήταν ο προσκυνητής που τους ζητούσε... τι τους ζητούσε; Ίσως μια λύτρωση, έναν γρήγορο θάνατο. Να μην πονέσει πολύ. Να κοιμηθεί και να μην ξυπνήσει ξανά. Κάθε βράδυ η ίδια προσευχή από την ημέρα που έχασε την αγαπημένη του.

Α, θυμάμαι, έπεφτε χιόνι και του κρύου Δεκέμβρη οι τόνοι
εσκούζαν μες στο παραγώνι και στοίχειωναν τη φωτιά
η νυχτιά με στεναχώρα κι άδικα έψαχνα τόση ώρα
να βρω τη γλυκιά Λεωνόρα μες τ’ αρχαία μου χαρτιά
τη Λεωνόρα που οι άγγελοι της κρατάνε συντροφιά
και δική μας ποτέ πια.

Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Το κοράκι

Ο Ήλιος σχεδόν αντανακλούσε πάνω στην καινούργια μαρμάρινη πλάκα πίσω του, με τα χαραγμένα γράμματα πάνω της να υμνούν παντοτινά:
Φίλιππος Ζηκίδης
1951-2006
Ας μη ζούσα ποτέ, αν δεν ήταν μια μέρα να πεθάνω.

Μετά από λίγο έφτασε ο ιερέας για να τελέσει τις τυπικές διαδικασίες. Άρχισε να ψέλνει καθαρά και δυνατά. Οι περισσότερες γυναίκες ξέσπασαν σε λυγμούς. Ευτυχώς, η δικιά του δε βρισκόταν εκεί. Τον είχε προλάβει τρία χρόνια πριν με τον δικό της θάνατο. Καρκίνος στο στομάχι, εκεί πρωτοπαρουσιάστηκε. Οι ιατροί, από την ημέρα της διάγνωσης, είχαν δώσει το πολύ ένα χρόνο ζωής. Δεν είχαν κινηθεί έγκαιρα και η αρρώστια είχε εξαπλωθεί και στο έντερο. Όλα ήταν μάταια. Γνώριζαν όλοι πως δεν υπήρχε ελπίδα. Από τότε, ο Φίλιππος άρχισε να ζητάει από τους θεούς...

Η ψαλμωδία συνέχισε να γεμίζει τον αέρα και διεκόπη μονάχα όταν ο ιερέας έβγαλε μέσα από το ράσο ένα διπλωμένο και ελαφρά τσαλακωμένο χαρτί. Το άνοιξε προσεκτικά και ξεκίνησε να απαγγέλλει ένα από τα ποιήματα του Φίλιππου. Εκείνος ξαφνιάστηκε. Μα πώς; Προφανώς, θα του το έδωσε ο γιος μου ο οποίος λάτρευε την ποίηση, όπως εγώ. Αγόρι μου...

Θάνατε, μη νομίζεις ότι με φοβίζεις,
έφυγα και ξαναγύρισα.
Τις άξιες μου δεν μπορείς να σκίσεις,
έφυγα και ξαναγύρισα

Κι αν κάποτε σε φλέρταρα, μην το παίρνεις προσωπικά,
ήταν στιγμή αδυναμίας.
Κι αν για τον εαυτό μου αμφέβαλα,
ήταν μια κρίση δυσπιστίας.

Κι αν κάποτε κατάφερες να πάρεις κάποιον από εμάς,
απατάσαι, δεν τον πήρες πραγματικά.
Μέσα μας θα υπάρχει για πάντα
και δε σκεπτόμαστε εσένα, μα αυτόν μονάχα

Ένα ρίγος διαπέρασε τον Φίλιππο, σαν να είχε ραχοκοκαλιά. Σκέψεις, η μια μετά την άλλη. Γρήγορες σκέψεις. Τι θα γίνει τελικά; Θα βγουν αληθινά όσα έλεγε; Αν και το να ξαναγυρνούσε στο κορμί που έχει αυτήν τη στιγμή, δε θα ήταν και το καλύτερο...
Το σαγόνι του είχε σπάσει από τη σύγκρουση και το πρόσωπο του είχε αλλοιωθεί τελείως με πληγές, χαρακιές, η μύτη του είχε σπάσει κι αυτή. Τα μάτια του είχαν γίνει κατακόκκινα είπαν οι πρώτοι άνθρωποι που τον είδαν. Είχαν σπάσει όλα τα αγγεία και είχαν χυθεί στα μάτια του. Αλλά δεν πέθανε από αυτές τις μικρές πληγές. Οι ιατροί είπαν ότι έσπασαν τα πλευρά του και καρφώθηκαν στα πνευμόνια του. Εσωτερική αιμορραγία που δεν μπορούσε να σταματήσει με τίποτα. Και να μπορούσε όμως, δεν τον πρόλαβαν. Ίσως να είναι καλύτερα έτσι τελικά. Ίσως και να ήθελε υποσυνείδητα να πεθάνει, αφού μπήκε με εκατόν εβδομήντα χιλιόμετρα στη στροφή ενός δρόμου δυο λωρίδων χωρίς προστατευτικά και με ένα αυτοκίνητο που τα ελαστικά του ήταν καιρό φθαρμένα.
Πήγαινε στην Πάτρα να δει τον αδερφό του, που είναι τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος του και διδάσκει φυσική στο πανεπιστήμιο της πόλης. Ήταν πάντα πιο φρόνιμος από τον ίδιο και πάντοτε θα τον έβρισκε κανείς με ένα βιβλίο στο χέρι. Φυσικά, δεν έλειπαν και οι παιδικοί τους καβγάδες οι οποίοι σχεδόν πάντοτε ξεκινούσαν, όταν ο Φίλιππος του έπαιρνε το βιβλίο την ώρα που διάβαζε. Ο αδερφός του σχεδόν τον μισούσε θανάσιμα, όταν του το έκανε αυτό. Τώρα, όμως, είναι εδώ και σιγοκλαίει πλάι στη γυναίκα του, με τα μάτια του να μαρτυρούν ότι μακάρι να βρισκόταν ο αδερφός του πάλι πίσω, και ας μάλωναν κάθε μέρα... Θα του επέστρεφε ακόμα και το σπίτι που του έκλεψε τόσο διπλωματικά από την κληρονομιά των γονιών τους. Αλλά δεν μπορούσε να έχει πίσω τον αδερφό του. Όσα σπίτια ή λεφτά να έδινε, τον θάνατο δεν μπορούσαν να τον συγκινήσουν. Ο θάνατος ήθελε πόνο. Και η σειρά του θα ερχόταν. Λίγο αργότερα ίσως, αλλά θα ερχόταν.
Αφού ο ιερέας τελείωσε με την απαγγελία και έφυγε με έναν αέρα που δήλωνε πως κουράστηκε για τα λεφτά που πήρε, κάποιοι μαυροντυμένοι εργάτες, οι ίδιοι που είχαν κουβαλήσει το φέρετρο ως εδώ, έριξαν κρασί μέσα στον φρέσκο τάφο. Ήταν μια από τις επιθυμίες του Φίλιππου. Άλλο ένα συστατικό των τελετών του. Το κρασί. Κάποτε δεν άντεχε ούτε τη μυρωδιά του, αλλά, στην πιο δύσκολη φάση της ζωής του, στο τέλος του, αφέθηκε τελείως στο άρωμα του και τις μυστικιστικές του ιδιότητες. Μέρα με τη μέρα το κρασί έπαιρνε και περισσότερο μερίδιο απ‘ το αίμα του. Μέσα του κυλούσε κρασί και όχι αίμα. Τα πάντα ήταν μια κατάσταση μέθης και παραισθήσεων με την αγαπημένη του να έρχεται, να τον αγκαλιάζει και να μένουν παγωμένοι εκεί, μέχρι που η αυγή θα χάραζε τα ονόματα τους.
Οι εργάτες πέρασαν δύο σχοινιά κάτω από το φέρετρο του και η κατάβαση προς το βασίλειο του Άδη ξεκίνησε. Ίσως μια απ’ τις μεγαλύτερες εμπειρίες της ζωής του. Οι πρώτες χουφτιές χώμα άρχισαν να πέφτουν πάνω του. Ει, μη με θάβετε, σας παρακαλώ, μη! Τι παράξενη κατάσταση. Να τους βλέπεις όλους να κλαίνε, να μη θέλουν να φύγεις, αλλά παράλληλα να σε αποχαιρετούν και να δίνουν ώθηση στη βάρκα που θα σε παρασύρει σε άγνωστα κύματα. Δεν ξέρουν ακόμη τίποτα, και κλαίνε.
Και έπεφτε το χώμα σαν βροχή από τα χέρια των αγαπημένων του, μαζί με δάκρυα, για να γίνουν λάσπη και να χτίσουν την τελευταία του μουχλιασμένη κατοικία. Η σκιά του θανάτου απλωνόταν παντού και, αφού έριξε χώμα και ο τελευταίος, άρχισαν οι φτυαριές για να σκεπάσουν σιγά σιγά το καπάκι του φέρετρου. Οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου χάνονταν και η αίσθηση της ασφυξίας πήρε θέση.
Σκοτάδι. Έμειναν μόνο οι σκέψεις. Τι θα γίνει τώρα; Θα είναι για πάντα έτσι; Θα έρθει κανένας μαυροντυμένος τρίμετρος άνδρας με κάποιο δρεπάνι; Πώς μπορώ να σκέφτομαι, αφού δεν έχω εγκέφαλο; Τέτοια πράγματα γύριζαν μέσα στο κεφάλι του.
Ένας γδούπος ακούστηκε ξαφνικά. Ακαριαίος. Ένας ήχος που προκαλείται από ξύλο με κάποιο άλλο αντικείμενο. Τι όμως; Δεν μπόρεσε να καταλάβει. Προσπάθησε να ακούσει λίγο καλύτερα ... τίποτα.
Πέρασαν αρκετές ώρες μέσα στην πλήξη και μέσα στον διάλογο που είχε με τον εαυτό του. Έπρεπε να πεθάνει; Φοβάται. Δεν μπορεί να κινηθεί, να αισθανθεί, να αγγίξει, να κάνει κάτι για να βγει μέσα από αυτόν τον υγρό τάφο. Μονάχα να δει μπορούσε. Και μόνο μαύρα βασίλεια έβλεπε. Τα πάντα ήταν μαύρα. Ακόμα και το κοστούμι του. Το κάτασπρο κοστούμι που επιθυμούσε πάντοτε να φορέσει στην κηδεία του, έχει γίνει μαύρο από τον αόρατο θανατηφόρο ζωγράφο.
Θα έπρεπε να εκπέμπει λίγο φως έτσι άσπρο που είναι. Δε θα έπρεπε;
Ίσως να γνώριζε, ίσως να υπάρχει γραμμένη μέσα στον γενετικό μας κώδικα αυτή η εμπειρία και αυτός να ήταν ο λόγος που είχε επιλέξει άσπρο κουστούμι. Ένα άσπρο κοστούμι ήταν η μοναδική φεγγοβόλος ελπίδα για την κατάσταση αυτή. Μάταιη ελπίδα όμως τελικά...
Αν μπορούσε να ιδρώσει, θα ήταν σίγουρα ιδρωμένος και τα χέρια του θα έτρεμαν. Δεν το ήθελε έτσι. Όχι. Φανταζόταν τον θάνατο λίγο πιο οικείο. Πιο λαμπερό, όμορφο. Αυτό εδώ είναι άδειο από κάθε τι. Και για πόσο θα κρατήσει; Μέρες; Χρόνια; Αιώνες;
Άρχισε η σκέψη του να τρέχει σε σενάρια που ποτέ του δεν έχει φανταστεί... Τι θα γινόταν εάν ένας εγκέφαλος έχανε το σώμα του; Τι θα συνέβαινε εάν ένας εγκέφαλος, που γνωρίζει από την αρχή της δημιουργίας του να ελέγχει τόσες και τόσες λειτουργίες, έχανε κάθε δραστηριότητα;
Εάν χάσει το σώμα, μένει σχεδόν αδρανής. Τι σημαίνει αυτό; Εκατομμυριοστά του δευτερολέπτου γίνονται αυτόματα αιώνες. Σαπίζει ο ίδιος ο χρόνος στα χέρια του θανάτου, αυτό κάνει, ναι, τον αρπάζει και τον στραγγαλίζει, στραγγαλίζει κάθε συνείδηση που δεν μπορεί να προσφέρει το παραμικρό, κάθε συνείδηση που ζει μονάχα στα πλαίσια της ίδιας της της ύπαρξης, ανίκανη να δει παραπέρα. Κι αν όντως έτσι ήταν και τώρα; Αν αυτές οι ώρες που έχουν περάσει έως τώρα δεν είναι παρά ένα κλάσμα δευτερόλεπτου με ατελείωτα μηδενικά; Δε θα αντέξει, το ξέρει. Δεν ήταν ποτέ φτιαγμένος για κάτι τέτοιο, δεν είχε ποτέ τόση υπομονή μέσα του.
Ακόμα ένας γδούπος έσπασε τις σκέψεις του. Αυτήν τη φορά ήταν πιο μικρός σε ένταση, αλλά το ίδιο γρήγορος. Σαν όαση του φάνηκε... με δυο σταγόνες νερό όμως. Πάλι τα ερωτήματα άρχισαν να στήνουν τον τρελό τους χορό. Πριν θεριέψει, όμως, ο μακάβριος τούτος χορός, ένιωσε ένα μούδιασμα σε όλο του το κορμί. Ένιωσε; ΝΑΙ!! ΈΝΙΩΣΕ!!
Οι αισθήσεις του επανέρχονται πάλι μια προς μια. Τα χέρια του τεντώνονται, τα ποδιά του ξεμουδιάζουν, κυλίεται γύρω απ’ τον εαυτό του, γεύεται το σάλιο του, μπορεί και μυρίζει την υγρασία, νιώθει το μυρμήγκιασμα που εξουσιάζει το σώμα, οι κυψέλες των πνευμόνων του ξεδίψασαν, οι άκρες των δακτύλων του ψηλαφίζουν, στα χέρια βρίσκονται οι αισθήσεις, στο στήθος βρίσκονται οι αισθήσεις, στο πρόσωπο βρίσκονται οι αισθήσεις, οι αισθήσεις είναι παντού, σε απέραντα λιβάδια, σε άρωμα μπαχαρικών, σε άγρια βουνά, στον ήλιο, στον έρωτα, στο θυμάρι, σε γιορτές, σε αμέτρητες γεύσεις, σε ήχους, σε κείμενα, στο νερό, σε αλήθειες, σε ατέρμονες νύχτες, σε αναζητήσεις που δεν ξέρει κανείς τι αναζητά, σε ποιήματα, δάση κι ευρήματα, μπορεί και τα ΖΕΙ, μπορεί και να τρέχει, μπορεί και φρούτα μασουλάει, τα άνθη χαϊδεύει, τις πεταλούδες κυνηγάει, χαζεύει τ’ άστρα, χτίζει κάστρα, σε πανηγύρια τραγουδάει, μπορεί και λαχανιάζει, μπορεί και σκούζει, μπορεί και κουράζεται, μπορεί και σπρώχνει την οροφή του στενόχωρου δωματίου του, μπορεί και πονάει, μπορεί και τα παρατάει, μπορεί και ουρλιάζει...
Κούραση. Ανυπέρβλητη κούραση που σε φωτιές ξαποσταίνει.
Τα χέρια του ψηλάφισαν το πρόσωπο του και τα μαλλιά του με ακανόνιστες κινήσεις. Δε φαινόταν να υπάρχουν πληγές πια. Ούτε η μύτη του ήταν σπασμένη. Άγγιξε το γυμνό στήθος του. Μα πού πήγε το κοστούμι μου, αναρωτήθηκε. Κοπάνισε ξανά τα πλευρά του φέρετρου δυνατά, μήπως και κατάφερνε να τα σπάσει, μήπως και κατάφερνε να βγει έξω, μήπως και τον ακούσει κανείς, ποιος ξέρει γιατί τα χτυπούσε.
Κούραση. Ανυπέρβλητη κούραση που καπνούς εισπνέει.
Έπρεπε να είναι πιο φωτεινός ο θάνατος... θλίψη, απόγνωση σήψη, απόρριψη.
Κούραση. Ανυπέρβλητη κούραση που πύον εκπνέει.
Έπρεπε να είναι πιο φωτεινός ο θάνατος... ρύση, απόσταξη, μίξη, ανόρθωση!

Τα μαύρα πέπλα του θανάτου άρχισαν να διαλύονται σταδιακά. Να διαλύονται σε πολλά χρώματα ταυτόχρονα και το καθένα έπαιρνε τη δικιά του μορφή, μορφή που δεν παρέμενε ποτέ η ίδια. Από μαύρο σε σκούρο μοβ, σε βαθύ κόκκινο, ξανά μαύρο, βαθύ μπλε, φως για λίγο, σκότος, χρώματα βαθιά, σαν της λάβας και της θάλασσας τα βράδια. Μα σιγά σιγά άρχισε να αχνοφαίνεται πως κάποιος σκοπός υπήρχε σε όλες αυτές τις εναλλαγές χρωμάτων, πως κάτι θα συνέβαινε αργότερα.
Το φέρετρο εξαφανίστηκε και μια ζάλη πήρε τη θέση του. Μια ζάλη που δεν ήταν σαν αυτές που είχε κάθε βράδυ απ’ το κρασί. Ούτε σαν αυτές που φέρνουν τα ναρκωτικά. Μια ζάλη όμορφη. Δεν είχε νιώσει ποτέ έτσι ξανά, ούτε είχε δει ποτέ του κάτι παρόμοιο. Όταν οι αποχρώσεις σταθεροποιήθηκαν σε μία, είδε μονάχα ένα απέραντο μπλε ύφασμα, που ούτε η θάλασσα ούτε ο ουρανός μπορούσαν να το ξεπεράσουν σε έκταση. Στιγμές αργότερα, μετατράπηκε σε νερό, ξεχύθηκε πάνω του με ορμή, σαν καταρράκτης. Σαν να το κρατούσε κάποιο τζαμί που έσπασε ξαφνικά. Μαζί με αυτήν την αλλαγή, ένοιωσε και κάποιες άλλες παρουσίες κοντά του. Το μοναδικό πράγμα όμως που τον ένοιαζε τώρα ήταν να βγει στην επιφάνεια του νερού. Κάπου θα υπήρχε κάποια επιφάνεια, σκέφτηκε. Κοινή λογική.
Κολύμπησε με μεγάλη μανία προς τα πάνω, μιας και η θερμοκρασία του νερού δεν ήταν η επιθυμητή. Ήταν αηδιαστικά χλιαρό και δεν ήταν και τόσο σίγουρος τελικά, εάν το υγρό αυτό ήταν όντως νερό. Κολυμπούσε άνετα σε αυτό, αλλά του δημιουργούσε μια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά, λόγω του ότι ήταν ελαφρώς κολλώδες. Αυτή η ανατριχίλα ήταν που δυνάμωσε την προσπάθειά του ακόμη περισσότερο.
Φως! Τρεμάμενο φως. Επιτέλους, νόημα στην πράξη του. Επιφάνεια. Βγήκε. Βγήκε, αλλά τα πνευμόνια του δεν αναζήτησαν οξυγόνο. Αυτό ήταν κάτι που δεν είχε παρατηρήσει πιο πριν. Δε χρειαζόταν να αναπνέει τώρα πια. Ωραίο και αυτό. Πλεονέκτημα ή μειονέκτημα;

Γύρω του υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι στην ίδια κατάσταση. Άλλοι που μόλις είχαν βγει απ’ τον βυθό κι άλλοι που προσπαθούσαν να βγουν στην όχθη που βρισκόταν καμία τριανταριά μέτρα προς τα αριστερά του. Όχθη! Η ζαλάδα εξακολουθούσε να τον κοπανά, πράγμα που τον δυσκόλευε να
κολυμπήσει και η γεύση του υγρού ήταν απαίσια. Είχε τη γεύση θαλασσινού νερού που είχε μείνει μέσα σε ένα ποτήρι για αιώνες και εκείνος αισθανόταν πως είχε πιει τούτο το ποτήρι ολόκληρο μονομιάς, ένιωθε τους μύες του να καίγονται. Παρ’ όλα αυτά, δε σταμάτησε στιγμή να κολυμπά άγρια, με απέχθεια προς ό,τι κι αν ήταν αυτό το υγρό της λίμνης. Ηρέμησε, μονάχα όταν η παλάμη του γράπωσε την τραχιά όχθη. Αν και ένιωσε την πέτρα να τον τρυπά, αν και πόνεσε αρκετά, την έσφιξε περισσότερο, σαν να κρατιόταν στη ζωή από εκείνον τον βράχο. Ήθελε να βγει από ‘κει μέσα, να συνεχίσει το ταξίδι όπου κι αν τον πήγαινε.
Και εκεί, ανάμεσα σε δεκάδες ανθρώπους, ξάπλωσε σαν να ήθελε να ξαποστάσει, κι ας μην είχε κουραστεί ή λαχανιάσει...
Και εκεί, ανάμεσα σε δεκάδες ανθρώπους, ένιωθε σαν ναυαγός. Και τώρα, ποιος ξέρει σε ποιο νησί τούτη η θάλασσα τον είχε ξεβράσει...
Και εκεί, στις δεκάδες ανθρώπων, θα μπορούσε να αναζητήσει τη σωτηρία του. Όπως έκαναν οι περισσότεροι από αυτούς. Δεν το ήθελε όμως. Ήταν περήφανος και δεν ήθελε να μπλεχτεί σε έναν χορό κακόμοιρων, κλαψιάρικων μωρών που σαν έντομα ποδοπατιόνταν ή αγκαλιάζονταν μεταξύ τους προσπαθώντας να απορροφήσουν ο ένας από τον άλλον την παραμικρή ελπίδα.
Έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να μην ακούει. Μια μέθοδος που χρησιμοποιούσε εν ζωή για να αποβάλει κάθε δυσάρεστο συναίσθημα. Μακάρι να τον βοηθούσε και εδώ. Μακάρι η κατάσταση να ήταν πιο ξεκάθαρη...

Μπορεί να πέρασαν και δύο ώρες μέχρι που αποφάσισε πως έπρεπε να σηκωθεί και να συνεχίσει. Σηκώθηκε αργά, σαν τρεμάμενος γέρος, και περιεργάστηκε τον χώρο που τον περιέβαλε. Βρισκόταν σε μία τεραστίων διαστάσεων σπηλιά με άγρια, από τους σταλακτίτες, οροφή. Το έδαφος ήταν και αυτό τραχύ και με λίγη γλίτσα σε κάποια σημεία από την υγρασία που υπήρχε στον αέρα. Κάποιοι κανόνες μου φαίνεται πως δεν αλλάζουν ούτε εδώ.
Λίγο πιο πέρα βρισκόταν το φως που είχε δει μέσα από τη λίμνη. Πολύ δυνατό. Κάπως έτσι πρέπει να είναι από κοντά και ο ήλιος. Το κοίταξε για αρκετή ώρα και, αφού απομόνωσε το λευκό, είδε ένα μεγάλο πέρασμα, σαν διάδρομο, από πίσω του. Ας το κοιτάξω καλύτερα αργότερα αυτό. Εγώ, πώς είμαι;
Αυτός ήταν γυμνός και έπρεπε να βρει κάτι να φορέσει. Κοίταξε γύρω του και όλοι μα όλοι ήταν γυμνοί, αλλά δίχως γεννητικά όργανα... Παρατήρησε για λίγο το σώμα του. Το ίδιο και στο δικό του. Πετάχτηκε έντρομος από την αηδία και την ταπείνωση που θα ένιωθε κάθε άντρας. Πού πήγε το ... ...;!
Του πήρε αρκετή ώρα για να συνειδητοποιήσει ότι στην παρούσα κατάσταση δεν είχε και τόση σημασία. Κοίταξε πάλι γύρω του. Είδε και άλλους που κοίταζαν το σώμα τους με την ίδια απορία στα πρόσωπα τους. Είδε στα πρόσωπά τους την ίδια αποστροφή, που, βεβαίως, ήταν ποσοστιαία τραγικά μεγαλύτερη στα ανδρικά από ό,τι στα γυναικεία πρόσωπα... Και εάν μπορούσε να έχει μια μεγαλύτερη εικόνα, θα παρατηρούσε πως το φαινόμενο τούτο επικρατούσε ακόμη πιο έντονα στις νεαρές ηλικίες... Αυτό που είδε όμως ήταν πως γύρω του υπήρχαν άνθρωποι όλων των ηλικιών. Από μικρά μωρά που ακόμη μπουσουλούσαν μέχρι άτομα που το κορμί τους είχε ζαρώσει, με καμπούρες και μακριά ατημέλητα μαλλιά. Σε μερικά από αυτά τα κορμιά δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις αν άνηκαν κάποτε σε άντρα ή γυναίκα. Λες και τα είχε ήδη πιει ο θάνατος πριν έρθουν εδώ. Υπήρχαν, όμως, και κορμιά πολύ επιθυμητά, με καμπύλες, μακριά κατάξανθα μαλλιά ή μελαχρινά, χείλη έτοιμα να σε δαγκώσουν. Ο Φίλιππος τις κοίταζε και δεν ένιωθε καμία αλλαγή στο σώμα του. Πάει κι αυτό...
Περπάτησε με τα τέσσερα προς τα νερά της λίμνης για να δει τον αντικατοπτρισμό του. Περπάτησε με τα τέσσερα επειδή ήταν κουρασμένος, ή μήπως ήθελε να κρύψει την ασχήμια που υπήρχε ανάμεσα στα σκέλια του; Κοίταξε μέσα στα θολά νερά και κατάφερε να δει ένα γνώριμο πρόσωπο. Όλα φυσιολογικά. Είχε την ίδια μορφή και οι πληγές του είχαν γιατρευτεί. Τουλάχιστον, δεν είμαι πολτοποιημένος.
Και ίσως έμενε εκεί για πάντα να χαζεύει το είδωλό του, αλλά τον τάραξε ένα χέρι που βγήκε απότομα μέσα απ’ το στήθος του και ύστερα τραβήχτηκε πίσω, συνοδευόμενο από μια κραυγή έκπληξης! Έντρομος γύρισε να δει πίσω του. Είδε έναν άντρα, όχι πολύ μεγάλο σε ηλικία, πεσμένο στο έδαφος να κοιτάζει με τρόμο μια το χέρι του και μια αυτόν. Ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα, του μίλησε με φωνή τρεμουλιαστή που δήλωνε τον φόβο του και πως δεν ήθελε να του κάνει κακό.
«Τι είναι όλα αυτά; Πού βρισκόμαστε;!».
«Μακάρι να ξερά κι εγώ» του απάντησε με φωνή πιο ψύχραιμη και έτεινε το χέρι του για να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Αυτός το άρπαξε σαν να ήταν ο Φίλιππος που θα του έλυνε όλα τα ερωτήματα. Δεν ήξερε, όμως, πως ο Φίλιππος είχε περισσότερα ερωτηματικά μέσα στο μυαλό του και ότι ακόμα ένα γεννήθηκε, όταν τον άγγιξε. Πώς μπορούσε να τον αγγίζει, απ’ τη στιγμή που το χέρι του πέρασε από μέσα του;
«Σε πιάνω!» του είπε ο άγνωστος άντρας, που Σβεν τον φώναζαν κάποτε, κυριευμένος ακόμη απ’ τον ίδιο φόβο.
«Το ίδιο σκέφτηκα κι εγώ» απάντησε με απορία ο Φίλιππος.
«Είσαι ο πρώτος που μπόρεσα να αγγίξω... τα πάντα είναι τόσο αλλόκοτα. Φοβάμαι».
Ο Φίλιππος σκέφτηκε να συστηθεί και έδωσε το χέρι του ως ένδειξη φίλιας, κάπως αμήχανα και βιαστικά, μα... Αν είναι δυνατόν! Δε θυμόταν το όνομα του! Οι αναμνήσεις του υπήρχαν, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί ποιος είναι!
«Δε θυμάσαι το όνομα σου; Ούτε εγώ!». Αυτήν τη φορά ο Σβεν μίλησε χαμογελώντας, λες και θυμήθηκε κάποιο παλιό ξεχασμένο αστείο. Ο Φίλιππος, όμως, δεν αισθανόταν πολύ καλά. Το ότι δε θυμόταν το όνομα του τον έκανε να χάσει το έδαφος κάτω απ’ τα ποδιά του. Προσπαθούσε να σκεφτεί τι άλλο θα μπορούσε να υπάρχει που δεν μπορεί να θυμηθεί. Έφερνε στο μυαλό του αναμνήσεις, εικόνες με τα παιδιά του, τη γυναίκα του, τη δουλειά του, τους φίλους του. Τα θυμόταν όλα, αλλά τίποτε δεν μπορούσε να του αποκαλύψει το όνομα του. Του ερχόταν σχεδόν να κλάψει. Υπερβολική η αντίδρασή του για ένα τέτοιο γεγονός, αλλά σε ένα μέρος σαν κι αυτό όλα είναι δυνατά. Και σε ένα τέτοιο μέρος είναι που χρειάζεται το ρητό ‘Δύο μυαλά είναι καλύτερα από ένα’. Για να κλαίνε μαζί; Όχι. Για να σταματά το ένα, όταν κλαίει το άλλο... Αλλά ο ίδιος συγκρατήθηκε και πρότεινε να συνεχίσουν μαζί προς τον διάδρομο πίσω από το φως.
«Το διάδρομο; Δεν ξέρω αν πρέπει» απάντησε ο Σβεν.
«Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε;»
Ο Σβεν κοίταξε προς το φως. Αρκετοί έμπαιναν, άλλοι ξανάβγαιναν με ουρλιαχτά, θρήνους, κάποιος έπεσε κάτω κλαίγοντας και φωνάζοντας πως όλα αυτά δεν μπορούσε να είναι αληθινά. Ο Φίλιππος προσπάθησε να τον πιάσει από τους ώμους και να τον ταρακουνήσει για να του αποσπάσει την προσοχή, αλλά τα χέρια του γεύτηκαν την έκπληξη του απόλυτου κενού. Περίεργη αίσθηση. Κόντεψε να πέσει χάμω. Παρ’ όλα αυτά, τον σκοπό του τον πέτυχε, κέρδισε την προσοχή του Σβεν.
«Κοίταξε να δεις. Δε θα κάθομαι εδώ να κλαίγομαι σαν όλους αυτούς εδώ μέσα. Όλα θα πάνε καλά, θα δεις. Άλλωστε, είναι αρκετοί που μπαίνουν και δε γυρνάνε πίσω. Έλα, μη φοβάσαι».
«Εντάξει. Πάμε» απάντησε ο Σβεν και ξεκίνησαν.
«Να είσαι δυνατός. Θα σου χρειαστεί. Δεν ξέρουμε τίποτα και πρέπει να είμαστε δυνατοί».
«Καταλαβαίνω. Έχεις δίκιο. Προχωράω» είπε ο Σβεν με πιο δυνατό τόνο καθώς παράλληλα σήκωνε νευριασμένος τα χέρια προς την οροφή του σπηλαίου. Τα βήματα του ήταν διστακτικά, αλλά προχωρούσε. Αυτό είχε σημασία, κι ας πλανιόταν το βλέμμα του αριστερά και δεξιά χαρακτηρίζοντάς το η ανασφάλεια. Ο Φίλιππος έπρεπε με κάποιον τρόπο να του αποσπάσει την προσοχή από όλα αυτά γύρω τους. Ίσως όλα αυτά να γίνουν ένας λόγος που θα κάνει τον Σβεν να διστάσει πάλι.
«Πώς πέθανες;» ρώτησε δειλά δειλά. Ο Σβεν δεν απάντησε, παρά του αντέστρεψε την ερώτηση.
«Εσύ;»
«Αυτοκινητιστικό δυστύχημα, στην εθνική. Οι δρόμοι μας είναι χαλιά. Εθνική οδός με λακκούβες και έργα στη μέση του δρόμου που τα βλέπεις τελευταία στιγμή». Τα λόγια του ειπώθηκαν συνοδευόμενα από ένα διστακτικό, ψεύτικο γέλιο. Ίσως επειδή γνώριζε πως, στη δικιά του περίπτωση, δεν έφταιξε καμία λακκούβα ή κακοτεχνία, ή ίσως επειδή πάντα γελούσε με αυτήν την έκφραση, όταν ήθελε να κρύψει τον φόβο του και να σπάσει παράλληλα την ένταση που επικρατούσε.
«Δε συμφωνώ. Η Γερμανία έχει τους καλύτερους δρόμους σε ολόκληρη την Ευρώπη. Για να μην πω σε ολόκληρο τον κόσμο και φανώ υπερβολικός».
«Γερμανία; Απ’ τη Γερμανία είσαι;»
«Ναι. Γιατί;»
«Γιατί εγώ είμαι Έλληνας».
«Και πώς μιλάς Γερμανικά;»
Χωρίς να δώσει συνεχεία στη συζήτηση ο Φίλιππος, έτρεξε και ρώτησε μια γυναίκα που βρισκόταν κοντά τους. Ήταν γονατιστή σε στάση προσκυνητή και σιγομουρμούριζε. Κάτι που έμοιαζε
με ικεσία.
«Συγγνώμη... από ποια χώρα είστε;», τη ρώτησε νιώθοντας πολύ άβολα που ρωτά κάτι τέτοιο σε μια τέτοια κατάσταση. Εκείνη δεν γύρισε καν να τον κοιτάξει, συνέχισε την προσευχή της. «Σας παρακαλώ... πείτε μου».
Η γυναίκα γύρισε και τον κοίταξε με άγριο ύφος.
«Από την Αγγλία! Γιατί;»
Ο Φίλιππος δεν της απάντησε, παρά γύρισε πίσω.
«Κοίταξε να δεις, προφανώς, μιλάμε όλοι την ίδια γλώσσα».
«Ναι, το κατάλαβα από το διάλογο σας» είπε ο Σβεν με απορημένο ύφος. Χωρίς να πουν κάτι περισσότερο, συνέχισαν προς το διάδρομο.

Το φως γινόταν όλο και πιο δυνατό καθώς πλησίαζαν. Ο Σβεν δίστασε για μια στιγμή να προχωρήσει, αλλά μετά ακολούθησε πάλι.
«Μη φοβάσαι. Όλα εντάξει δεν είναι προς το παρόν;»
«Δεν ξέρω. Ίσως...»
«Τι πράγμα;»
«Ίσως να πάμε από την άλλη μεριά. Βλέπω κάποιους που πάνε από ‘κει» είπε δείχνοντας την αντίθετη κατεύθυνση. Όντως, κάποιοι προχωρούσαν προς τα ‘κει ακολουθώντας ένα μικρό, σχεδόν ξερό ποτάμι, που η αυλακωμένη πέτρα μαρτυρούσε πως κάποτε μετέφερε πολλά νερά και με μεγάλη
ορμή. Το ποτάμι έστριβε σε μια γωνία και μετά χανόταν παίρνοντας μαζί του και αυτούς που το ακολουθούσαν.
«Ομολογώ ότι δεν την είχα δει τόση ώρα αυτήν την επιλογή».
«Γιατί δεν πάμε προς τα ‘κει;» ρώτησε ο Σβεν, που ακούστηκε όπως θα ακουγόταν ένα οκτάχρονο παιδί στη μητέρα του με μια χαρά που πηγάζει από ένα παγωτό.
«Εγώ λέω να προχωρήσουμε προς το φως να δούμε τι υπάρχει πέρα από αυτό και μετά εξερευνούμε και την άλλη μεριά. Τι λες;»
«Εντάξει, πάμε».Τώρα είχε έκφραση οκτάχρονου αγοριού που δεν του αγοράζουν παγωτό. Ο φόβος και η απογοήτευση είχαν βρει το βασίλειο τους στο πρόσωπο του.
Δεν απείχαν πλέον πολύ. Γύρω στα είκοσι πέντε μέτρα απόσταση τους χώριζε από το σημείο που φαινόταν ως πηγή του φωτός και τώρα ξεκαθάριζε περισσότερο το τι βρισκόταν εκεί. Η πύλη του διαδρόμου ή στοάς είχε ύψος δέκα μέτρα περίπου και πλάτος δώδεκα. Ακριβώς στην κορυφή της υπήρχε μια εξόγκωση προς το εσωτερικό της, σαν μια γιγάντια στάλα έτοιμη να στάξει, που εξέπεμπε όλη αυτήν τη μυστηριώδη λευκότητα. Περίμενε εκεί, σαν μια τεράστια μέλισσα που θα κέντριζε όποιον εκείνη επιθυμούσε. Όποιον φοβόταν ίσως; Σαν τον Σβεν; Όποιον δεν είχε αρκετά κότσια για να την αψηφήσει;
Ο Σβεν, πάντως, άφηνε την ανασφάλεια να τον κυριεύει όλο και πιο πολύ όσο πλησίαζαν σε αυτή. Τα μάτια του ανοιγόκλειναν, τέντωνε το κορμί του, έτριβε τα μαλλιά του, τα χείλη του είχαν σχεδόν κολλήσει από βλέννες.
«Δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο» είπε ξαφνικά. «Δεν αντέχω άλλο».
«Τι έπαθες;»
«Δεν ξέρω. Δεν μπορώ. Πονάω ολόκληρος, καίγομαι. Δε γίνεται!» ούρλιαξε και έπεσε στα γόνατα τόσο ακαριαία, σαν να έφαγε σφαίρα στην πλάτη. Ο Φίλιππος τον στήριξε στους ωμούς του και προσπάθησε να τον σηκώσει όρθιο. Ο Σβεν έκανε μια προσπάθεια να σηκωθεί, αλλά εγκατέλειψε και το σώμα του πέρασε μέσα από το σώμα του Φίλιππου.
«Είναι αυτό το φως! Δεν το θέλω, με τρυπάει ολόκληρο!»
«Μα τι λες τώρα; Εμένα, γιατί δε με πειράζει; Άλλωστε, έχουμε σχεδόν φτάσει».
«Άσε με εδώ. Δε γίνεται να προχωρήσω άλλο. Πήγαινε να δεις τι είναι από πίσω και έλα πες μου. Άσε με λίγο». Οι λέξεις έβγαιναν με δυσκολία από τα χείλη του. Έδειχνε τόσο εξουθενωμένος.
«Όπως θες. Πάω να δω και έρχομαι να σου πω».
Καθώς ο Φίλιππος προχωρούσε μόνος του προς το φως, δέος εξερεύνησε το κορμί του, κάνοντάς το να ανατριχιάσει. Αμέσως μετά, ένας κόμπος άρχισε να ανεβαίνει από το στομάχι προς τον λαιμό του, μαρτυρώντας ακόμη και στον ίδιο τον φόβο του προς το άγνωστο. Στο γυμνό του δέρμα ένιωσε τις πρώτες ακτίνες του φωτός να τον αγγίζουν. Του φάνηκε πως άρχισε να γίνεται διάφανος καθώς οι ακτίνες περνούσαν από μέσα του. Τι είναι όλη αυτή η φύση; Τι τους περιμένει στην άλλη πλευρά; Σίγουρα δεν είναι το τέλος... Δεν μπορεί. Όχι... Κάτι πρέπει να υπάρχει... Κάτι όμορφο.
Με μια ταραχώδη παρόρμηση άρχισε να διασχίζει το φωτεινό αυτό μάτι που ένιωθε να τον παρακολουθεί ευχάριστα. Δεν κράτησε, παρά λίγα δευτερόλεπτα. Και δεν ένιωσε ούτε στιγμή να τον καίει ή να του σφίγγει το μυαλό, όπως περιέγραφε ο Σβεν. Τα μάτια του, όμως, είχαν θαμπώσει και έτσι στάθηκε λίγο μέχρι να ξαναδεχθούν το σκοτάδι που ακολουθούσε. Όταν μετά από λίγο ηρέμησαν, του αποκάλυψαν μια στοά, ανίκανα να δουν την άκρη της. Μονάχα τις πάμπολλες αντανακλάσεις φωτός πάνω στη γυαλιστερή πέτρα του ζωγράφισαν, που έκαναν τον διάδρομο να φαίνεται σαν έναν ξάστερο ουρανό που τρεμοπαίζει, που σιγοτραγουδά για όλα αυτά που έχει δει στην αιώνια ζωή του. Άραγε θα τα ξαναδώ τ’ αστέρια; Τα αστέρια, που μου δίδαξαν τόσα; Σίγουρα θα του έλειπε το μουρμουρητό τους.
Μια γυναίκα πέρασε μέσα από τον Φίλιππο αποσπώντας τον από τι σκέψεις του. Παραπατούσε τρίβοντας τα μάτια της. Ούτε που τον είχε δει. Εκείνος σάστισε για λίγο και κάπου στο βάθος νευρίασε. Δεν μπορούσε να περνάει ο καθένας από μέσα του σαν απρόσκλητος επισκέπτης. Και να ‘ταν μονάχα αυτή; Ακολούθησαν κι άλλοι στη συνέχεια. Ακολούθησαν για να παραταχθούν στη χαοτική παρέλαση που, γεμάτη δοξασίες σε κάθε είδους θεό, όδευε στον κάθε θρησκείας παράδεισο. Κάποιος από αυτούς έτρεχε εκστασιασμένος κραυγάζοντας πως θα συναντήσει τον δημιουργό του, ενώ κάποιοι άλλοι, λίγο πιο βαθυστόχαστοι, χαμογελούσαν με το θέαμα. Οι περισσότεροι, όμως, είχαν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους μια ανυπέρβλητη προσμονή για το οτιδήποτε. Πράγματι, τι από όλα να συμβαίνει αργότερα;
Θέλησε να ακολουθήσει και ο ίδιος τον όχλο, αλλά έπρεπε να γυρίσει πίσω. Έκλεισε τα μάτια του για να μη θαμπώσουν πάλι και γύρισε πίσω. Φτάνοντας στο σημείο όπου είχε αφήσει τον Σβεν, συνειδητοποίησε πως δε βρισκόταν πλέον εκεί. Σκέφτηκε να τον φωνάξει, αλλά με τι όνομα; Δεν ήξερε. Πού πήγε; Τι ήταν αυτό που τον έκανε να νιώσει έτσι; Το φως είχε πει. Τον ίδιο, όμως, γιατί δεν τον επηρεάζει; Αντέδρασε σαν όλους αυτούς που έμπαιναν και ξανάβγαιναν. Γιατί; Έκατσε λίγο να σκεφτεί. Δεν μπορούσε, όμως, να βγάλει κάποιο συμπέρασμα. Δεν καταλάβαινε τίποτα… Χάος.

***
Ο συγγραφέας του μυθιστορήματος, "Το δέντρο του Άραϋ", Μανώλης Σιμιτσάκης μας παραχώρησε το δικαίωμα να διαβάσουμε το πρώτο κεφάλαιο του πρώτου βιβλίου της τριλογίας. Καλοδεχούμενα όλα τα σχόλια και οι εντυπώσεις σας. Κι αν σας άρεσε, βρείτε περισσότερα κεφάλαια -τα 8 πρώτα!!- ακολουθώντας αυτόν τον σύνδεσμο.

Πηγή για "Το δέντρο του Άραϋ"

Ακολουθεί συνέντευξη του συγγραφέα.

ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Αλεξάνδρα ΜυλωνάΘανάσης ΛιακόπουλοςΝτιάνα ΠαλαιολόγουΦώτης ΣιμόπουλοςΜιχαήλ ΆνθηςΕλίνα ΒαρβαρήγουΗλιάδα Γκανά
Γκρέτα ΧριστοφιλοπούλουL.S. HiltonΛιλή ΓάτηΧάρης ΛιαντζίρηςΧρίστος ΒούζαςΛογοτεχνικές πένες 2016Αγγελική Μαρίνου
Jennifer DonnelliΙφιγένεια ΤέκουΒασίλης ΤσικάραςΚατερίνα ΧλωροκώσταΝοέλ ΜπάξερΚατερίνα ΘεοδώρουΚωνσταντίνος Ιωακειμίδης