ΚΕΡΔΙΣΤΕ: Προσκλήσεις: Αυτοκράτωρ Αδριανός *** Μυθιστορήματα: Το χνάρι που δεν έσβησε * Μικρό λευκό κοχύλι * Maestra * Εφαπτόμενες ζωές * Ξέχνα τις αναμνήσεις * Το τριανταφυλλάκι * Ο δρόμος για την κόλαση * Οι γρίφοι του θανάτου * Τζεμίλα Άγια * Η γριά βαλίτσα * Το 8ο αμάρτημα * Μέτσενγκερσταϊν

Ράγες οδηγούν εκτός...

Graffiti Train by Gerard Boersma
'Εναρξη ταξιδιού. 

Εισιτήριο στο χέρι. Αποσκευές στον ώμο. Βάρος. Τι μου χρειάζονται κι αν μου χρειάζονται όλα αυτά δεν ξέρω...

Στη σκιά του Αυγερινού

Η Σοφία Βόικου μάς ταξιδεύει από το γοητευτικό και καλλιτεχνικό Παρίσι στην Αθήνα του μεσοπολέμου και της παρακμής.
Ο μεγάλος δάσκαλος και γλύπτης Άγγελος Αυγερινός βιώνει το τέλμα στην έμπνευση και στη δημιουργία ενώ η, κατά αρκετά χρόνια μικρότερή του, μαθήτρια και ερωμένη του μεγαλουργεί σε κάθε έργο της. Μια αναπόφευκτη σύγκρουση.
Ένα μυθιστόρημα σπουδαίων έργων από αληθινούς καλλιτέχνες. Μια ηρωίδα, η Τερέζα Βολάνη, που ακολουθεί την καρδιά της και την τέχνη θυσιάζοντας την πλούσια άνετη ζωή της και την υψηλή κοινωνική της θέση. Το άστρο της μόλις ανατέλλει κι εκείνη το ακολουθεί σε πείσμα θεών και ανθρώπων.
Εκείνος ισορροπεί ανάμεσα στην ταλαντούχα Τερέζα και στην Άννα του προσπαθώντας να βρει έναν δρόμο για να συνεχίσει ή το τέλος, κι εκείνη ακουμπά τους φόβους της στην ανδρόγυνη Καλυψώ.
Ένα διάχυτο άρωμα καπνού και παρακμής. Τέχνη υψηλών στόχων στο ατμοσφαιρικό Παρίσι και φθηνό οινόπνευμα στα καμπαρέ της Αθήνας. Και από τον θρίαμβο στην απόλυτη καταστροφή.
Το μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται από τις αντιθέσεις του. Η υπέρτατη ομορφιά για τη ψυχή ή τα μάτια αλλά και η απόλυτη ασχήμια. Ένα ευωδιαστό άρωμα σαν ηδονή και η πιο απαίσια σαπίλα και βρώμα. Ό,τι ο άνθρωπος μπορεί να κερδίσει από τον έρωτα και την τέχνη και ό,τι μπορεί να τον καταστρέψει με αφορμή την τέχνη ή τον έρωτα.
Πηγή έμπνευσης για το βιβλίο αποτέλεσε η ζωή της Καμίλ Κλοντέλ, μούσα και ερωμένη του Ογκύστ Ροντέν (ίσως ο σπουδαιότερος σύγχρονος γλύπτης). Η Καμίλ, καλλιτέχνιδα κι εκείνη, έμεινε στην αφάνεια για χάρη του συντρόφου της ή, καλύτερα, επέλεξε την αφάνεια για χάρη του ενώ δε δίστασε να ακολουθήσει τα όνειρά της παλεύοντας ενάντια στο κοινωνικά ορθό της εποχής της.
Φωτογραφίζοντας το μυθιστόρημα "Στη σκιά του Αυγερινού" της Σοφίας Βόικου
Η Σοφία δεν ασχολήθηκε με την τέχνη επιφανειακά. Οι σπουδές της σε σχέση με την Ιστορία της Τέχνης αναδείχθηκαν μέσα από το κείμενο. Σε ένα εξαιρετικό απόσπασμα μιλάει για την τέχνη έτσι όπως θα έπρεπε να είναι.
«Η τέχνη δεν είναι για τους άλλους. Η τέχνη δεν είναι για το χρήμα. Η τέχνη είναι για σένα.»
Και ολοκληρώνοντας...
«Η τέχνη είναι για να τρέχει μπροστά, να προκαλεί, να δημιουργεί το αύριο.»

Δείτε επίσης: "Το κόκκινο σημάδι" της Σοφίας Βόικου.

Ιερουσαλήμ

Με λίγα λόγια...
...παρακολουθούμε οκτώ ανθρώπους σε μια μοιραία ιδιαίτερη νύχτα. Μια ιστορία, που συνδέει με νοητά νήματα αυτούς τους ανθρώπους, ξεδιπλώνεται τμηματικά κατά τη διάρκεια αυτής της νύχτας. Σε ρόλο πρωταγωνιστή η σχιζοφρένεια και η ψυχιατρική αλλά, σε κάθε ρόλο, επεμβαίνουν δυναμικά η μνήμη, το παρελθόν, το συναίσθημα ή η ψυχρή λογική. Η εκκλησία αντιπροσωπεύει το θείο -ή/και το θεϊκό- αλλά το έγκλημα έχει πολλά πρόσωπα και παίρνει διάφορες μορφές, καθώς δεν αφορά μόνο εκείνον που κρατά το μαχαίρι.
Ο τίτλος δε, είναι παραπλανητικός καθώς η υπόθεση δε διαδραματίζεται σε αυτήν την πόλη. Η Ιερουσαλήμ είναι η πόλη που στοιχειώνει το μυαλό τους.
Η παράσταση...
...βασίστηκε πάνω στο ομότιτλο βιβλίο του Γκονσάλο Ταβάρες. Τη θεατρική διασκευή -όμορφη δουλειά- υπογράφουν ο Γιάννης Καρκανεβάτος και η Βάνα Πεφάνη που έκανε και τη σκηνοθεσία. Η εξαιρετική διανομή ορίζει στον ρόλο τού Τέοντορ Μπούσμπεκ τον Ιερώνυμο Καλετσάνο και σε εκείνον του Γκόμπερτς τον Γιώργο Στριφτάρη. Τόμας Μπούσμπεκ είναι ο Κοραής Δαμάτης, Έρνστ Σπέγκλερ ο Βασίλης Αφεντούλης και Χίνερκ Όμπστ ο Κυριάκος Κοσμίδης. Τον ρόλο της Μύλια έχει αναλάβει επάξια η Βάνα Πεφάνη κι εκείνον της Χάνα η Νικολίνα Μουαίμη. Τέλος, σαν Κάας Μπούσμπεκ ο καταπληκτικός Δημήτρης Κατσής. Όλοι οι συντελεστές και κυρίως οι ηθοποιοί έχουν αποδώσει εξαιρετικά. Όλοι οι ρόλοι είναι καλοδουλεμένοι, σ΄αυτήν την παράσταση που ευτύχησε να έχει στο δυναμικό της ανθρώπους που κατάφεραν να φορέσουν μοναδικά τους χαρακτήρες.
Το συναίσθημα που αφήνει η ιστορία της Μύλια είναι έντονα συγκινητικό και η παρουσίαση της ιστορίας γίνεται με εικόνες και περιστατικά από διάφορες στιγμές της ζωής της ηρωίδας με τρόπο τέτοιο που όλοι οι χώροι και οι χρόνοι της να παρουσιάζονται μέσα στο ίδιο σκηνικό. Όμως, παρά τις εναλλαγές σε τόπο και χρόνο, ο θεατής δε μπερδεύεται ούτε στο ελάχιστο και το συνολικό αποτέλεσμα είναι αρτιότατο από κάθε άποψη.
Σε ένα βιντεάκι με τους συντελεστές της παράστασης...
...ακούω χαρακτηριστικά ότι τρελός είναι και αυτός που δρα ανήθικα αλλά και εκείνος που δρα ηθικά αλλά σκέφτεται ανήθικα.

Το πηγάδι και το εκκρεμές

Το φυσικό σκοτάδι που επιβάλλει η νύχτα ταιριάζει με τον σκοτεινό Πόε και η ησυχία της στιγμής με βοηθάει να αφοσιωθώ στο βιβλίο. Δε θα διαβάσω ούτε μία αράδα.
Κρατάω το πρώτο μου ηχοβιβλίο και, ακολουθώντας την επιθυμία του παραγωγού του που πολύ ευγενικά μου το χάρισε, χαλαρώνω απολαμβάνοντας την ιστορία. Πολύ γρήγορα με κερδίζει η εμπειρία. Η μουσική επένδυση και οι άλλοι ήχοι ζωντανεύουν το κείμενο, προσφέρουν πνοή στα λόγια του αφηγητή ενισχύοντας τις αισθήσεις. Σκέφτομαι πόσο βατό είναι ένα έργο με αυτόν τον τρόπο, πόσο πιο άμεσο και προσιτό. Καταλαβαίνω ότι αυτός ο τρόπος ενδείκνυται για ανθρώπους που αναζητούν κάτι εναλλακτικό, μια διαφορετική "ανάγνωση" ή προσέγγιση.
Ακούω το κείμενο του Πόε με τη φωνή του ηθοποιού Νέστωρ Κοψιδά. Το έργο μετριάζει σε ένταση όταν χρειάζεται αλλά και τονίζεται σε καίρια σημεία τόσο από την όμορφη χροιά του αφηγητή του όσο και από την καλλιτεχνική επιμέλεια και μουσική (περιλαμβανομένων και των ηχητικών εφέ) του Γιάννη Καμπουρόπουλου. Η μουσική που επενδύει τις λέξεις είναι πρωτότυπη και, εκτός από ταιριαστή στο σύνολο, με κερδίζει ακόμη περισσότερο καθώς, έτσι άγνωστη όπως μου είναι, δε με αναγκάζει να συνδέσω αυτό το έργο με κάτι άλλο όπου θα μπορούσα να έχω ακούσει τις ίδιες νότες!
Το σκοτεινό θρίλερ του Έντγκαρ Άλαν Πόε μπορεί να κερδίσει γρήγορα κι έναν μη λάτρη του είδους. Η ιστορία του βασίζεται πάνω στην ψυχολογία του μελλοθάνατου που γνωρίζει την καταδίκη του και από τη μια ο σώφρον νους του δε μπορεί να χωρέσει το τέλος ενώ από την άλλη το μυαλό του μηχανεύεται τρόπους διαφυγής παρά την απελπιστική του θέση. Κι ενώ παρηγορείται με τη σκέψη της τέλειας γαλήνης που μόνο ο θάνατος χαρίζει θα κάνει τα πάντα για την επιβίωσή του, σε μια ταλάντευση ανάμεσα στη λογική και στην παραίσθηση.
Από την αρχή είναι αυτονόητο ότι ο κατάδικός μας κατάφερε να επιβιώσει του μαρτυρίου του, εφόσον είναι ο ίδιος αφηγητής της εμπειρίας του. Όμως με αριστοτεχνικό τρόπο ο δημιουργός τής ιστορίας του μας κάνει να κρατήσουμε την αναπνοή μας ενώ θέτει διάφορα ερωτήματα που αγωνιούν για απαντήσεις.
«Υπάρχει φως μέσα στο σκοτάδι;
Υπάρχει ελπίδα μέσα από την καταδίκη;
Ποια είναι η σωτηρία της ψυχής και πότε σταματά το μαρτύριο του σώματος;»
«Άραγε θα υπάρξει εξιλέωση;
Ποιο είναι το αναπόφευκτο τέλος που αποφάσισαν οι πανούργοι δήμιοι για τον ανήμπορο κατάδικο;» [1]
Δοκιμάζεται με πολλούς τρόπους. Με το νερό και τη φωτιά, με την πείνα και τη δίψα, με το λογικό και το άλογο.
Καταδικασμένος από την Ιερά Εξέταση στο Τολέδο, ο ήρωας του Πόε, καταλήγει σε ένα μπουντρούμι, σκοτεινό, υγρό και βρώμικο, κι εκείνος πρέπει να διαλέξει ποιον θάνατο τολμά ή αντέχει. Κι εκεί που παραδέχεται ότι είναι έτοιμος να υποστεί τα βάσανά του... κερδίζει η ανάγκη για επιβίωση και αναζητεί διέξοδο. Κι εκεί που αναζητεί τη σωτηρία... λυγίζει από την επιθανάτια αγωνία του. Και αναρωτιέται με ποιον τρόπο είναι προορισμένος να πεθάνει ενώ, παράλληλα, μετρά με ψυχρή, καθαρή λογική.
Μια ιδέα... είναι καταδικασμένη να πεθάνει γιατί εκείνος έχει χάσει τη λογική του όμως μια καινούργια θα ανατείλει. Μια ελπίδα... του προσφέρει προσωρινή ανακούφιση. Η λύτρωση... θα έρθει αλλιώς.
Για τον Έντγκαρ Άλαν Πόε:
Δε ξέρω αν κληρονόμησε το ταλέντο των ηθοποιών του περιπλανώμενου θιάσου που τον έφεραν στον κόσμο, στις αρχές του 19ου αιώνα, ούτε αν η μεγάλη φτώχεια που αντιμετώπισε και οι δυσκολίες της ζωής του έσπειραν μέσα του το χάρισμα της έκφρασης.
Σύμφωνα με το βιογραφικό του, οφείλει τη μόρφωσή του στους θετούς του γονείς και την καταστροφή του στο πάθος του για τον τζόγο και το ποτό. Μέχρι σήμερα είναι άξιο θαυμασμού το πως μπόρεσε να γράψει τόσες ιστορίες ενώ έτρεχε από τη μία δουλειά στην άλλη χωρίς να του περισσεύουν χρήματα, έχοντας άρρωστη τη σύζυγό του και όντας αλκοολικός.
Υπήρξε το ίδιο ευφυής όσο και διαταραγμένος (όπως ο ήρωας της ιστορίας), απίστευτα έξυπνος και υπέροχα τρελός. Το λογοτεχνικό του έργο είχε μεγάλη επιρροή στην παγκόσμια λογοτεχνία.
Κατέληξε το 1849, στα 37 του χρόνια, πεσμένος σε ένα δρόμο της Βαλτιμόρης χωρίς χρήματα ή ταυτότητα, από άγνωστη αιτία με πιθανότερες τις εκδοχές της επιληψίας, δηλητηρίασης ή δολοφονίας.
Στον τάφο του έχει χαραχτεί ένα κοράκι και η επιγραφή: «Λέει το κοράκι! Ποτέ πια!».
Για τον Γιάννη Καμπουρόπουλο:
Ασχολείται με τα ηχοβιβλία (audiobooks) από το 2010. Έχει τρεις παραγωγές στο ενεργητικό του και κάποιες άλλες που ετοιμάζονται. Γράφει τη δική του μουσική για τα ηχοβιβλία και επιμελείται όλα τα εφέ. Είναι μουσικός, με πολυετή παρουσία στο χώρο και συγγραφέας της τριλογίας επιστημονικής φαντασίας "Μπόραθ, το Μυστικό Όπλο".[2]
Στις παραγωγές του συνεργάζεται με ανθρώπους που εκτιμά, τόσο για τη συνέπεια, τον επαγγελματισμό και την ποιότητα της δουλειάς τους όσο και για τη φιλία τους.
Στο άμεσο μέλλον σχεδιάζει τη δυνατότητα αυτοέκδοσης ηχοβιβλίων, με την εγγύηση της ΙΚΚ Productions[3], συνδυάζοντας τις καλές και ποιοτικές δουλειές με τις προσιτές τιμές.

[1]: Αποσπάσματα από το εξώφυλλο του audiobook.
[2]: Ακολουθήστε το σύνδεσμο για να μάθετε σχετικά με την τριλογία του "Μπόραθ, το Μυστικό Όπλο" και διαβάστε τη συνέντευξή του.
[3]: Επισκεφθείτε την ιστοσελίδα της IKK PRODUCTIONS και τη σελίδα στο facebook. Τέλος, αποκτήστε το ηχοβιβλίο από εδώ.

Αγαμέμνων

Σύμφωνα με τον Αισχύλο, η Κλυταιμνήστρα είχε έναν ισχυρότατο λόγο για το φόνο του συζύγου της, του Αγαμέμνονα, που δεν ήταν άλλος από τη θυσία της κόρης τους Ιφιγένειας από εκείνον στους Θεούς αναζητώντας την εύνοιά τους ώστε να τον οδηγήσουν στην Τροία. Η νύχτα της επιστροφής του στο Άργος θα είναι και η τελευταία του. Άντεξε τον δεκαετή Τρωικό Πόλεμο και κατάφερε να γυρίσει νικητής και δοξασμένος για να εισπνεύσει για ύστατη φορά μέσα στο ίδιο του το παλάτι καθώς θα κατακρεουργηθεί από τη βασίλισσά του που κρατάει μέσα της άσβεστη τη φλόγα της εκδίκησης, το μίσος της για εκείνον αλλά και για την ερωμένη του Κασσάνδρα, μια ιέρεια του Απόλλωνα, που επίσης δέχεται το ίδιο τέλος.
Ο Αγαμέμνων είναι το πρώτο από τα έργα που αποτελούν την τριλογία του Αισχύλου, Ορέστεια.
Η Κλυταιμνήστρα μηνύεται για τον ερχομό του άντρα της και προετοιμάζεται να τον υποδεχτεί όπως αρμόζει στον νικητή αν και δε μπορεί να αποφύγει το ελαφρώς υποκριτικό της ύφος. Ο Αγαμέμνονας υπακούει στη θέλησή της και πατάει πάνω στα πορφυρά υφάσματα που έχει στρώσει ενώ τίποτα δε μαρτυρά την κατάληξη των γεγονότων. Ο Αγαμέμνων εισέρχεται στο παλάτι νικητής έχοντας εξασφαλίσει και μια θέση για την ερωμένη του, την Κασσάνδρα, η οποία με διαδοχικούς χρησμούς θα προσπαθήσει να ειδοποιήσει το χορό για το κακό. Μάταια όμως, ο χορός δεν την πιστεύει αρκετά και δεν την καταλαβαίνει απόλυτα, κι έτσι η Κλυταιμνήστρα σκοτώνει τον Αγαμέμνονα και την Κασσάνδρα το ίδιο βράδυ με τρόπο που φανερώνει το μεγάλο μίσος της.

Η παράσταση παίχτηκε -και παίζεται- σε θέατρα φτιαγμένα σύμφωνα με το αρχαίο πρότυπο που βοηθούν με την καλή ακουστική τους.
Η σκηνοθεσία της Νικαίτης Κοντούρη πέρασε στο κοινό που μπόρεσε να κατανοήσει το συνολικό πλαίσιο. 
Η μετάφραση της Νικολέττας Φριντζήλα κρίθηκε υπέροχη αφού απέδωσε τα μετρικά ζεύγματα των αρχαιοελληνικών στα νέα ελληνικά με πιστότητα.
Το παλάτι του Άργους αποδόθηκε σκηνικά με αφαιρετικό τρόπο πάνω σε ένα μεγάλο επικλινές και πολυμορφικό επίπεδο από τον Γιώργο Πατσά που επιμελήθηκε και τα κοστούμια. Σκηνικό και κοστούμια είναι κατασκευασμένα με μια λιτή λογική και μεταμοντέρνα αισθητική. Όμορφη αλληγορία η διάλυση του σκηνικού στο τραγικό φινάλε με κυβιστικό τρόπο όπως η διάλυση όλων των συμβάσεων λόγω του διπλού φόνου.
Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στο ρόλο της βασίλισσας αποδεικνύει πόσο καλή είναι -ποια άλλη ηθοποιός να μπορούσε να ερμηνεύσει καλύτερα την Κλυταιμνήστρα;- με την καλοδουλεμένη και άψογη σε τονικότητα και χροιά φωνή της, το ταλέντο και την στιβαρή φιγούρα της να ακροβατεί ανάμεσα στην τίμια και πιστή σύζυγο και στην οργισμένη, διψασμένη για εκδίκηση, μάνα. Ο Μηνάς Χατζησάββας στάθηκε επάξια στο ύψος τού υβριστή βασιλιά αλλά εκείνη που με κέρδισε ευχάριστα είναι η Θεοδώρα Τζήμου που υποδύθηκε την Κασσάνδρα. Ένα πλάσμα κινησιολογικά άπιαστο με ιδιαίτερη σωματική εκφραστικότητα, κι ενώ δε θα μπορούσα να πω ότι έβγαλε στο έπακρο την οδύνη των χρησμών της Κασσάνδρας, ωστόσο, δεν άφησε τη ματιά μου να δραπετεύσει από το κορμί της όσο κατείχε τη σκηνή. Τον ρόλο του Αίγισθου έφερε εις πέρας με επιτυχία ο Βασίλης Μπισμπίκης, ο Βασίλης Χαλακατεβάκης του φύλακα και ο Θέμης Πάνου του κήρυκα. Τέλος, τον χορό απαρτίζουν οι: Θύμιος Κούκιος, Βασίλης Πουλάκος, Κρις Ραντάνοφ, Κώστας Φαλελάκης, Μενέλαος Χαζαράκης. Η μουσική επιμέλεια της Σοφίας Καμαγιάννη προσθέτει στο σύνολο και ο κλαρινετίστας Χρήστος Καλκάνης εισβάλει όμορφα σε καίρια σημεία όπως και στην έναρξη.
Οι Κορυφαίοι συμπληρώνουν με πληροφορίες την ιστορία, εκφράζουν προβλήματα και απόψεις, κρίνουν ή θέτουν ερωτήματα όμως τα κομμάτια τους είναι πιο αδύναμα σε σχέση με το υπόλοιπο έργο, κι ενώ ο ρόλος του Χορού είναι σπουδαίος και αναγκαίος, δημιουργούνται υποτονικά σημεία. Επίσης, οι ηθοποιοί ερμηνεύουν κάποιες στιγμές με τη χρήση μικρόφωνων και άλλες χωρίς (εναλλάξ). Αυτή η "επιλεκτική" χρήση των μικρόφωνων έχει ως αποτέλεσμα μια ηχητική ανισότητα και μια υποχρεωτική αλλαγή στην χροιά της φωνής των ίδιων προσώπων που δε μου άρεσε και δεν είμαι σίγουρη ότι χρειαζόταν. Επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν μικρόφωνο ώστε να ακουστούν οι στιγμές που οι ηθοποιοί δε θα ανέβαζαν ένταση φωνής αλλά το ακουστικό αποτέλεσμα δεν ήταν ομοιόμορφο ενώ προέκυπτε και το πρακτικό ζήτημα της εμφάνισης και της εξαφάνισης του μικροφώνου που αφαίρεσε αξία από την αισθητική της παράστασης.
Για τον φωτισμό ευθύνεται η Ελευθερία Ντεκώ και για τη χορογραφία ο Ερμής Μαλκότσης με δυνατές στιγμές που εντυπωσίασαν αλλά και αδιάφορες.
Όλες οι φωτογραφίες από το πρόγραμμα της παράστασης

Το τάβλι

Για την ιστορία:
Το τάβλι πρωτοανέβηκε τον Φεβρουάριο του 1972 με σκηνοθέτη τον Κάρολο Κουν και πρωταγωνιστές τους Νικήτα Τσακίρογλου και Γιάννη Μόρτζο. Έκτοτε, το έργο του Δημήτρη Κεχαΐδη, συνεχίζει να ανεβαίνει στα θέατρα δείχνοντας τη δυναμική του με το πάντα επίκαιρο θέμα του.

Για το έργο:
Το μονόπρακτο στήθηκε πάνω σε μία παρτίδα τάβλι. Οι πρωταγωνιστές του, δύο κουνιάδοι -ο Κόλιας έχει παντρευτεί την αδερφή του Φώντα- ξεκινούν την αγαπημένη τους καθημερινή συνήθεια. Μία παρτίδα τάβλι. Διαφορετικοί άνθρωποι που συμπράττουν περισσότερο λόγο της συγγένειάς τους και λιγότερο επειδή απολαμβάνουν ο ένας την παρέα του άλλου. Ο Φώντας, άνθρωπος της πιάτσας και μικρολαμόγιο αλλά κάπως αφελής (γι' αυτό και παραμένει αποτυχημένος), επιδιώκει να πείσει τον Κόλια να κάνουν μαζί μια "δουλειά" προκειμένου να πιάσουν την καλή με τη βοήθεια της αδερφής του Καλλιόπης. Ο Κόλιας επιβιώνει πουλώντας λαχεία και παράλληλα ονειρεύεται να εκδώσει ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο για την αντιστασιακή του δράση. Ο Φώντας, προφανώς, αρκείται στο να σκέφτεται ή να εφευρίσκει τρόπους για να βγάλει εύκολο χρήμα.
Το παιχνίδι ξεκινά και ταυτόχρονα, ανάμεσα στις ζαριές, ξεκινούν και οι προσπάθειες του Φώντα να σερβίρει το σχέδιό του στον συμπαίχτη του.
Οι διάλογοι συμπληρώνουν με το δικό τους τρόπο τη νοοτροπία της ελληνικής κοινωνίας. Η ατμόσφαιρα του έργου είναι φυσικά εποχής, αλλά αυτό δε του αφαιρεί σε αξία ή ενδιαφέρον εφόσον παραμένει πάντα επίκαιρο αναδεικνύοντας την μεταπολεμική πραγματικότητα.
Οι Κωνσταντίνος Κάππας -που υπογράφει και την σκηνοθεσία- και Σωκράτης Πατσίκας προσφέρουν τους καλούς τους εαυτούς προς τέρψιν του κοινού κάνοντας ό,τι είναι απαραίτητο για την επιτυχία της παράστασης αλλά και για να σταθούν στο ύψος των απαιτήσεων των ρόλων τους.
Απολαυστική παράσταση με εντάσεις, άλλοτε γέλιο, και συνεχείς ανατροπές που παίζεται σε μια πραγματική αυλή του περασμένου αιώνα, δηλαδή στο πιο τέλειο σκηνικό που θα μπορούσε να έχει.

Ιόλη (IX)

Κεφάλαιο ένατο


Η επόμενη μέρα βρήκε τους δυο πατεράδες να έχουν μπόλικα προβλήματα...
Το σχέδιο του Ορφέα και του Στάθη φάνταζε καταπληκτικό.

Ήδη είχε γίνει σούσουρο στην W.S.S.O,  στην εταιρία ευαίσθητων δεδομένων που δούλευε ο πατέρας της Ιόλης, και αυτό εξαιτίας της αστυνομίας που μπήκε χθες στο γραφείο του. Η κάμερα τα κατέγραψε όλα και τώρα τα υπόλοιπα μεγαλοστελέχη ήθελαν να μάθουν τι συμβαίνει. Δεν θέλανε προβλήματα με την αστυνομία.
Πίνακας του Jack Morefield

Η θάλασσα που μας ενώνει

Η συλλογή του Λάσκαρη Ζαράρη θα σε ταξιδεύει σε μνήμες ιστορικές, σε αδικίες και απώλειες, σε διωγμούς, σε μάχες... αλλά περισσότερο θα σου συστήσει ηρωικούς χαρακτήρες, θαρραλέους άντρες, γυναίκες, παιδιά. Σε εποχές περασμένες, αλλά ποτέ λησμονημένες, και δύσκολες. Εποχές που η Ελλάδα έπρεπε να αντιμετωπίσει εχθρούς που έφερναν πολέμους, πείνα, εξαθλίωση, αρρώστια, χαμένα όνειρα, σβησμένες ελπίδες, μάχες, κυνηγητό, θανάτους... κι εκείνη να επιβιώνει πάντα και από κάθε εχθρό της, ανεξάρτητα από αναταράξεις και φόβους.
Και η θάλασσα! Με όλες τις αποχρώσεις του μπλε στον καμβά της, πολλές φορές φουρτουνιασμένη και άγρια, μα πάντα εκεί, να ταξιδεύει από τη μία ακτή στην άλλη, να ενώνει με τα κύματά της τις στεριές, τις καρδιές, τις μνήμες.
Το βιβλίο έφτασε σε μένα μέσα σε ένα φάκελο με το ταχυδρομείο αφού ο συγγραφέας του θέλησε να το μοιραστεί και μου έκανε συντροφιά γεμίζοντας τις άδειες στιγμές των διακοπών.
Ο Λάσκαρης, αρχικά, ξεκαθαρίζει ότι δε μπορούσε να αποκαλέσει τη συλλογή του ως «συλλογή διηγημάτων» αλλά ούτε «συλλογή αφηγημάτων», ούτε ιστορικά, κ.ο.κ. και προσπαθώντας να είναι όσο πιο ορθός ο χαρακτηρισμός της, αποφάσισε να κρατήσει το αυτονόητο -πεζογραφήματα- που είναι και ο μόνος όρος που ταιριάζει σε όλα τα κείμενα.
Αργότερα, όταν πια είχα διαβάσει όλα τα πεζογραφήματα της συλλογής, μου αφιέρωσε ένα κομμάτι του χρόνου του και τοποθετήθηκε σχετικά με το έργο του τόσο πλούσια που δε χρειάστηκε να γράψω ούτε μία παραπάνω αράδα γι' αυτό.
Καταλαβαίνω ότι οι ιστορίες της συλλογής δημιουργήθηκαν περιστασιακά και αυτόνομα ενώ ενώθηκαν αργότερα όλες μαζί σε τούτο το βιβλίο. Ή κάνω λάθος; Πως δημιουργήθηκε η συλλογή;

Λ.Ζ.: Όλες οι ιστορίες αποτελούν μια προσπάθεια δημιουργικής γραφής μ’ επίκεντρο την αναβίωση διάφορων περιπετειών απ’ τα πιο επώδυνα κεφάλαια της ιστορίας της Ελλάδας. Ξεκίνησα με την πίστη πως το ιστορικό παρελθόν ανασαίνει πάντα μέσα στο παρόν, για να μας συγκινήσει, να μας κάνει να νιώσουμε περήφανοι, αλλά και να μας προβληματίσει στις περιπτώσεις που τα γεγονότα δεν εξελίχτηκαν ευνοϊκά όσον αφορά τον Ελληνισμό. Με το πέρασμα των χρόνων διαγράφεται μια κοινή πορεία ανθρώπων-πρωταγωνιστών σε συνάφεια με την πατρίδα τους, που φαντάζει σαν μια προσωποποιημένη εικόνα γυναίκας κουρελιασμένης, μπαρουτοκαπνισμένης, χτυπημένης από μύρια δεινά, πεσμένης κάτω στο χώμα και ανήμπορης να στηριχτεί στα σακατεμένα πόδια της. Διαδρομές του χθες που γίνονται επίκαιρες και μας βοηθούν να διαφυλάξουμε πάση θυσία όσα πρέπει να σωθούν και να καταστούν κτήμα Ελλήνων ες αεί.
Εκτός από τη σκέψη που κινητοποιούσε τη μνήμη για πρωτόγνωρα ταξίδια μέσα στους δαιδάλους της ιστορίας και σε τόπους όπου κάποτε γιγαντώθηκε ο Ελληνισμός, η ανακάλυψη των παλιών, απλών, αγνών, εργατικών και με μεγάλα ψυχικά αποθέματα ανθρώπων του παρελθόντος, εξασκούσε μια ιδιαίτερη γοητεία σε μένα, ώστε να επιδίδομαι απερίσπαστος στη συγγραφή αυτών των πεζογραφημάτων.
Η πρόσκληση ήταν και θα συνεχίζει να είναι μια τριμηνιαία εφημερίδα τοπικού, λαογραφικού περιεχομένου «Νέα Αγχίαλος», όπου μέσα στις σελίδες της προβάλλονται οι φωνές εκείνες που αναθερμαίνουν την παράδοση και συντελούν στον σχηματισμό της ιστορικής συνείδησης. Έτσι λοιπόν, αφού υπήρχε το έντυπο που διψούσε για πνευματική «αιμοδοσία», δεν σταμάτησα ν’ αντλώ έμπνευση από ανθρώπους και τόπους που δεν γνώρισα ποτέ. Θα μπορούσαν να είναι παρόμοιοι άνθρωποι στη συμπεριφορά τους με τον παππού και τη γιαγιά μου, με φανερά δράματα αλλά και με πολλές κρυμμένες αλήθειες, που τη νύχτα τις ώρες του ύπνου δραπετεύουν και γίνονται άλλοτε όνειρα άλλοτε εφιάλτες. Κατασταλάζουν μέσα στις εμπειρίες και συχνά αυλακώνουν τα πρόσωπα με την πίκρα, μέχρι που τα δάκρυα γίνονται ασυγκράτητοι χείμαρροι. Πλησιάζουν τον δικό μας χρόνο που δεν ζήσαμε ακόμη δυστυχίες και πολέμους -πέρα βέβαια από την πρόσφατη οικονομική κρίση που αντιμετωπίζουμε- οριοθετώντας μια θάλασσα, την «Θάλασσα που μας ενώνει», που βρέχει με την αλμύρα της μαγευτικούς όρμους, φιλόξενα παράλια, νησάκια απομονωμένα, επικίνδυνα σημεία -όπου οι ναυτικοί προσεύχονταν όταν περνούσαν με τα καράβια- και αρκετά άλλα μέρη που κάποτε είχαν συνδεθεί με την πρόοδο του Έλληνα και από τότε που τον χάσανε, δυστυχήσανε. Πατρίδες που μπορεί να άλλαξαν χέρια, όμως δεν έπαψαν να ζουν συνεχώς μες στην ψυχή μας και να μας μεθάνε με τις αναμνήσεις μιας ποιοτικής ζωής. 


Οι μνήμες τούτες είναι τραυματικές και αφορούν αδικίες και απώλειες σχετικά με καίρια σημεία της ελληνικής ιστορίας. Ποια ήταν η πηγή της έμπνευσής σας; Μήπως έχετε στο οικογενειακό σας περιβάλλον ανθρώπους που έζησαν ή βρέθηκαν πολύ κοντά σε κάποια τέτοια κρίσιμη περίοδο;

Λ.Ζ.: Μ’ έκαιγε εδώ και χρόνια η επιθυμία να ταξιδέψω στους όμορφους τόπους όπου έζησαν οι πρόγονοί μου, εκεί που απολάμβαναν τα πλούσια αγαθά που τους πρόσφερε η φύση και η εργασία τους. Ζούσαν κυρίως απ’ τη θάλασσα, τις αλυκές και τα αμπέλια στα δυτικά παράλια του Εύξεινου Πόντου, σε μια αυτόνομη επαρχία στη Νότια Βουλγαρία υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την Ανατολική Ρωμυλία. Μέσα στα όρια αυτής της επαρχίας υπήρξε μία ακμάζουσα πόλη, η Αγχίαλος, με αμιγή ελληνικό πληθυσμό.
Όταν ζεις σ’ ένα ανάλογο περιβάλλον, σε μια σύγχρονη κωμόπολη η οποία ιδρύθηκε απ’ τους πρόσφυγες της Αγχιάλου της Ανατολικής Ρωμυλίας, άμεση συνέπεια είναι να εμποτιστεί κάθε κύτταρό σου με τον πόνο και την τραγωδία του «ξεριζωμού», ιδίως αν αναλογιστεί κανείς ότι τα πρώτα χρόνια που οι πρόσφυγες είχαν ν’ αντιμετωπίσουν αμέτρητα στοιχειά της φύσης -απέραντα έλη, η ελονοσία αποδεκάτιζε τον κόσμο- και να εξημερώσουν έναν άγριο τόπο, κάθε δραστηριότητά τους, κάθε αντικείμενο τούς θύμιζε τη γενέτειρά τους, εκείνη την αγαπημένη πόλη, στους δρόμους της οποίας έπαιξαν όταν ήταν παιδιά, έζησαν τα πρώτα καρδιοχτύπια και τους μεγάλους τους έρωτες, ενώ έτυχαν μια υψηλού επιπέδου εκπαίδευση στα υπάρχοντα αξιόλογα σχολεία και στα διδασκαλεία.
Βέβαια, δεν περιορίστηκα μονάχα στην πατρίδα των προγόνων μου, μα άφησα τη φαντασία να περιπλανηθεί παντού ελεύθερη, ενώ κατέφυγα σε πολλά ιστορικά βιβλία, όπου θα μπορούσα ν’ αντλήσω πληροφορίες, για να ολοκληρωθεί μ’ επιτυχία η προσπάθειά μου. Μίλησα για την Κύπρο που κατέλαβε ένας Οθωμανός Σουλτάνος ο Σελίμ ο Β΄ το 1570, λόγω του μεγάλου πάθους του για το κρασί. Μίλησα για την εισβολή των Τούρκων και για κάποιους Ελλαδίτες στρατιώτες που μάχονταν με ελλιπή στρατιωτικά μέσα και ενώ συνέβη να στριμώξουν αρκετά τον εχθρό, κάποιοι πολιτικοί και στρατιωτικοί κύκλοι της Αθήνας στέλνανε αδικαιολόγητα εντολή να εγκαταλείψουν όλοι τις θέσεις τους. Μίλησα για έναν προδότη στους κόλπους της Φιλικής Εταιρείας, αλλά και για τον ρομαντικό φιλέλληνα ποιητή Λόρδο Βύρωνα που τη μέρα των γενεθλίων του έγραφε ένα υπέροχο ποίημα για την Ελλάδα. Με αφορμή την ομιλία ενός Υπουργού σ’ ένα χωριό της Ηπείρου, προσπάθησα να ξεσκεπάσω πολλές αδυναμίες του πολιτικού μας συστήματος, μιας και η «χρεοκοπία» είναι μία λέξη που ακούγεται συχνά στην Ελλάδα και είχε γράψει σχετικά για το πώς μπορούμε να την αποφύγουμε, έναν αιώνα πριν στην εφημερίδα «Ακρόπολις», ο μεγάλος Σκιαθίτης κοσμοκαλόγερος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Έστρεψα το ενδιαφέρον μου γενικά σε όσους σπάσανε τα «τείχη» της πεπερασμένης ανθρώπινης φύσης και της αδυναμίας τους, χωρίς να τους ενδιαφέρει το «ταπεινό σαρκίο τους».
Άραγε, πού βρήκαν εκείνοι τη δύναμη και φτάσανε να γίνουνε ήρωες; Ενώ εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες, αδυνατώντας να εγκαταλείψουμε τον ασφαλή ευδαιμονισμό μας, «ρίχνουμε τις ασπίδες» με την πρώτη δυσκολία και πίεση.


Επίσης, παρατηρώ ότι στους ήρωές σας συναντάμε τόσο αντρικές όσο και γυναικείες φυσιογνωμίες -και παιδιά-, σε αντίθεση με το σύνηθες που είναι να γράφει κανείς για χαρακτήρες του ίδιου φύλου, ίσως επειδή είναι πιο εύκολο. Πως καταφέρνετε να αφουγκραστείτε τη ψυχολογία της γυναικείας προσωπικότητας;

Λ.Ζ.: Στο πεζογράφημα που δανείζει τον τίτλο του σε ολόκληρη τη συλλογή, πρωταγωνιστεί ένα δεκάχρονο παιδί που κάθε φορά που ρίχνει βότσαλα στη θάλασσα, ακούει πυροβολισμούς και φωνές χτυπημένων ανθρώπων. Ίσως, αυτό που επισημαίνετε στην ερώτηση ως σύνηθες, να λειτουργεί προσωπικά ως αποτρεπτικός παράγοντας και η ενασχόληση με το «άγνωστο» γυναικείο φύλο να ενέχει μεγαλύτερη πρόκληση, κάτι που οφείλω να ανακαλύψω μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Πιθανόν να μην γνωρίζω πολλά απ’ την ψυχοσύνθεση και τη συμπεριφορά της γυναίκας. Και δεν ξέρω κατά πόσο κατάφερα να γίνω αληθινός στις περιγραφές κάθε ιστορίας. Έπρεπε ν’ αναφερθώ σε κάποια γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία της Ελλάδας, αλλά πρώτα να επιλέξω τους κατάλληλους αφηγητές, εκείνους που θα μετέφεραν τα λόγια του συγγραφέα με πιο άμεσο, ζωντανό και ίσως πιο κομψό και στρωτό τρόπο. Αποτελούσε σίγουρα μια δοκιμή κι ένα προσωπικό στοίχημα.
Η αλήθεια είναι πως άνθρωποι και των δύο φύλων, ακόμη και τα μικρά παιδιά, σε δύσκολες καταστάσεις παρουσιάζουν μια εντελώς διαφορετική συμπεριφορά απ’ ό,τι σε συνηθισμένες, καθημερινές και ομαλές συνθήκες. Επίσης, επειδή τα γεγονότα τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα, απαιτούν απ’ τους εμπλεκόμενους άμεσες αποφάσεις και δράσεις. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης μπαίνει ως προτεραιότητα, ενώ ο φόβος και η απειλή άλλους τούς οδηγεί στην αδράνεια, άλλους τους ισχυροποιεί, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες που προηγουμένως δεν θα το διανοούνταν καν. Η ψυχολογία της γυναίκας –πιστεύω- μπορεί να ερμηνευτεί κατά κάποιον τρόπο από δυο σημαντικούς παραμέτρους: τον έρωτά της προς τον σύντροφο-άντρα, την αγάπη και τη στοργή προς το παιδί της-ανυπεράσπιστο πλάσμα. Όταν νιώσει πως κινδυνεύουν οι συγκεκριμένοι αποδέκτες της αγάπης της, τότε έρχεται προ των ευθυνών της. Αυτό κυρίως είναι κληρονομημένο Θείο δώρο, εφόσον εκείνη αποτελεί μήτρα της ζωής.
Για παράδειγμα στο πεζογράφημα με τίτλο: «Ένα κλωνί βασιλικό», η ηρωίδα Χαρίκλεια από τα Σώκια της Σμύρνης ριψοκινδυνεύει επανειλημμένα προκειμένου να προστατέψει τη μητέρα της και τον ανήλικο αδελφό της. Δεν είναι όμως λίγες οι φορές που η αγάπη της γυναίκας μετατρέπεται σε ακόρεστο μίσος προς τον άντρα της που της στέρησε τα παιδιά της, θυσιάζοντάς τα για τα ιδανικά της πατρίδας, όπως ακριβώς περιγράφω στο πεζογράφημα με τίτλο: «Τα θλιμμένα βράχια».
Παράλληλα, η επιλογή της γυναίκας-αφηγήτριας καθόρισε και το στυλ γραφής που έπρεπε να υποταχτεί στις επιθυμίες, στις ανάγκες και στην προσωπικότητα της ηρωίδας. Η κλασική αφηγηματική γραφή που μου άρεσε πάντοτε να χρησιμοποιώ στον πεζό λόγο, έβρισκε τώρα πρόσφορο έδαφος και έδενε κατάλληλα στην πλοκή.


Θα λέγατε ότι έχετε μια ιδιαίτερη σχέση αγάπης για την λαογραφία και την ιστορία του τόπου μας;

Λ.Ζ.: Σας απάντησα και σε προηγούμενη ερώτησή σας ότι οι πρόγονοί μου εγκατέλειψαν την πόλη τους και εγκαταστάθηκαν στα παράλια του Παγασητικού κόλπου στο Νομό Μαγνησίας, μετά το θλιβερό ολοκαύτωμα που έγινε το έτος 1906, και αυτό σαν γεγονός και μόνο μπορεί ν’ αποτελέσει ισχυρή εσώτερη ανάγκη για τους μεταγενέστερους και χρυσή ευκαιρία για μια διερεύνηση όσον αφορά τον λαογραφικό μας πλούτο και την ιστορία μας. Αλλά εκτός απ’ αυτό το χαρακτηριστικό, έχω την πεποίθηση στην άμεση ωφελιμότητα μιας ανάλογης ενασχόλησης, καθώς αξίες που έχουν ξεχαστεί με τον σύγχρονο τρόπο ζωής και κριθεί ως «παλιομοδίτικες», αναδεικνύονται μέσα στην επώδυνη μοίρα της Ελλάδας, η οποία τις περισσότερες φορές εξωθεί τους πρωταγωνιστές των κειμένων σε αλλεπάλληλες προσωπικές νίκες μέχρι που να εκπλήσσονται απ’ τον εαυτό τους. Ανάλογα στοιχεία επισημαίνει ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης σε κριτική που έκανε για το βιβλίο μου και δημοσιεύτηκε στο τεύχος 210 του λογοτεχνικού περιοδικού «Πνευματική Ζωή»: «Οι ήρωες του βιβλίου αντανακλούν σε μας το πείσμα και τη θέλησή τους και μέσω της τελικής επιτυχίας τους διδάσκουν την αρετή της υπομονής».


Κάποια από αυτά τα πεζογραφήματα έχουν αποσπάσει βραβεία και διακρίσεις. Πόσο σημαντικό είναι να ανταμείβεται ηθικά ο συγγραφέας για το έργο του;

Λ.Ζ.: Είναι πολύ σημαντικό ο συγγραφέας στα πρώτα βήματά του να τύχει κάποιων διακρίσεων. Κατά γενική ομολογία, οι περισσότεροι φορείς απ’ όσους προκηρύσσουν λογοτεχνικούς διαγωνισμούς έχουν κύρος και στις κριτικές επιτροπές τοποθετούνται αξιόλογοι λογοτέχνες που διαθέτουν και σωστή κρίση αλλά και υπευθυνότητα. Αυτές οι βραβεύσεις κάνουν και τον συγγραφέα -που γενικά ως καλλιτέχνης αγαπά τη δόξα παρά το χρήμα- να προχωρά πιο σίγουρα στον δρόμο του. Τον βοηθούν να τολμά κι ας μην έχει την ανάλογη εμπειρία να καταπιαστεί με δύσκολα θέματα, παραμερίζοντας παράλληλα την απειλή και την αρνητική επιρροή μιας ενδεχόμενης μη θετικής κριτικής.


Στο τελευταίο πεζογράφημα ο ήρωας "κουβεντιάζει" με τον συγγραφέα κι εκείνος σκέφτεται ότι "αν τον αφήσω ελεύθερο, ίσως με οδηγήσει εκεί, που δε θα μπορούσα από μόνος μου να φανταστώ". Συμβαίνει αυτό με τους ήρωες και τους συγγραφείς;

Λ.Ζ.: Θεωρώ πως δεν αποτελεί μια ιδιόμορφη και εκκεντρική διατύπωση και ίσως βρεθούν μερικοί αναγνώστες να το πουν αυτό. Στο πεζογράφημα με τίτλο: «Ο ήρωας νικά» γίνεται κυρίως η υπεράσπιση του σύντομου πεζογραφήματος (διηγήματος). Άλλωστε, ο ήρωας εναντιώνεται στις προθέσεις του συγγραφέα να τον τοποθετήσει σε μια συγκεκριμένη ιστορία και νιώθει πολύ άβολα επιθυμώντας την έξοδό του από εκεί. Σε κάθε πεζογράφημα πρέπει να υπάρχει μια χαλαρή σχέση ανάμεσα στον ήρωα και τον συγγραφέα. Όταν μιλά ο συγγραφέας πρέπει να βρίσκεται κρυμμένος πίσω από ένα παραβάν και όσο λιγότερο μιλά τόσο καλύτερα για τον αναγνώστη. Αν αφεθεί ο ήρωας ελεύθερος από κάθε συγγραφική καθοδήγηση, το κείμενο αρχίζει ν’ αποκτά τις αληθινές του διαστάσεις σε μορφή και περιεχόμενο, ενώ ο συγγραφέας βρίσκει πάντοτε λύσεις για οποιοδήποτε πρόβλημα προκύπτει στην πλοκή και στην εξέλιξη της ιστορίας.


Ποια είναι η σχέση σας με τους ήρωες των βιβλίων σας;

Λ.Ζ.: Οι ήρωες είναι οι φίλοι μου με τους οποίους θα περάσω τις πιο ευχάριστες ώρες μου. Θα πληροφορηθώ άγνωστες πτυχές της ζωής τους καθώς θα τους παρατηρώ να παλεύουν για να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους, να συγκινούνται από τη μεταβλητότητα της ζωής τους και να έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους, τις περισσότερες φορές για ασήμαντα πράγματα, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τα αδύνατα σημεία τους και τα πάθη τους. Άλλες φορές, το φιλότιμο τούς οδηγεί σε αξιόλογες πράξεις παρόλο που φροντίζω να τους δυσκολεύω πάντα μέσα στην πλοκή. Τελικά, έρχεται η στιγμή που θα μου ανοίξουν την καρδιά τους, θα μου μιλήσουν για τους κρυφούς έρωτές τους και θα μου εξομολογηθούν τα ένοχα μυστικά τους.
Αφού θα έχουν υποστεί όλη αυτή την ταλαιπωρία από μένα, θα δηλώσουν με βεβαιότητα και έμφαση: «Μπορεί ο συγγραφέας να μας δυσκόλεψε στην αρχή, μα άξιζε τον κόπο!».

Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Νέα Αγχίαλος Βόλου
Μάθετε περισσότερα για το βιβλίο στην επίσημη σελίδα του ακολουθώντας αυτόν τον σύνδεσμο,
Βρείτε τον Λάσκαρη Ζαράρη στο προσωπικό του προφίλ στο facebook από εδώ και
Ο Λάσκαρης Ζαράρης προσφέρει δύο αντίτυπα του βιβλίου του "Η θάλασσα που μας ενώνει" σε ισάριθμους τυχερούς αναγνώστες του ιστότοπου. Συμπληρώστε τη φόρμα συμμετοχής (κλικάρετε τον σύνδεσμο) μέχρι και την 15η Οκτωβρίου 2013. Η κλήρωση θα γίνει ζωντανά στο facebook την επόμενη μέρα με τη συμβολή των χρηστών του κοινωνικού δικτύου και τα ονόματα των τυχερών θα ανακοινωθούν στο koukidaki, σε άλλες ιστοσελίδες αλλά και στα κοινωνικά δίκτυα.

Βάκχες

Σύμφωνα με τη μυθολογία ο θεός Διόνυσος λατρεύει την οινοποσία που μέσα από τη μέθη οδηγεί τον καθένα να ξεπεράσει τους φόβους, τις αναστολές, τις αδυναμίες του και να βρει την ηδονή στον έρωτα και σε ό,τι φέρνει χαρά. Στον αντίποδα, ο Απόλλωνας επιβάλλει τάξη, σωφροσύνη, εγκράτεια, όρια. Οι δύο τάσεις συμβιβάστηκαν στην ολύμπια δωδεκάδα και, όπως και στη ζωή, συνεχίζουν να συνυπάρχουν και ενίοτε να συγκρούονται.
Αυτή τη σύγκρουση αφορά ο μύθος του Πενθέα. Ο βασιλιάς προσπαθεί απειλώντας να φέρει την τάξη ενώ ο Διόνυσος, με τη μορφή του Ξένου, πολεμάει με θαύματα και διαταραγμένα μυαλά. Ο Ευριπίδης, γράφοντας τις Βάκχες τα τελευταία χρόνια της ζωής του, δημιούργησε ένα περιβάλλον όπου στέκονται και αντιδρούν, παράλληλα ή εναλλάξ, η τρέλα και η σύνεση. Και καθώς συνηθίζει να αφήνει λεπτές δόσεις κωμικών στοιχείων στα έργα του, οι Βάκχες δε θα μπορούσαν να είναι εξαίρεση.
Την παράσταση ανοίγει ένας εναερίτης, όπως τον γνωρίσαμε τον περασμένο αιώνα να σκαρφαλώνει τους στύλους του ηλεκτρικού ρεύματος για να φέρει «φως». Κυριολεκτικά, αλλά και με κάθε μεταφορική διάσταση. Ο Διόνυσος στέκεται -όπως κάθε θεός- εκεί ψηλά, πιο ψηλά από κάθε άλλον, και προσφέρει το φως στους ανθρώπους. Ο Σάκης Ρουβάς (που ερμηνεύει τον Διόνυσο) ανταποκρίνεται σε ό,τι καλείται να φέρει εις πέρας. Στέκεται στο ύψος των προκλήσεων και των απαιτήσεων του έργου υπεύθυνα και σοβαρά -η κινησιολογία του είναι άψογη- παρά την απειρία του στα θεατρικά σανίδια. Ο Δημήτρης Λιγνάδης, που υπογράφει τη σκηνοθεσία, τον εμφανίζει στη σκηνή με κουκουλωμένο πρόσωπο κι έτσι δεν παρακολουθείς τον Σάκη που έχει κατακτήσει τις μουσικές σκηνές καθώς δεν εγκλωβίζεσαι από την εικόνα του που διαφορετικά θα παρέπεμπε κατευθείαν στον παραπάνω συνειρμό. Με αυτόν τον τρόπο πετυχαίνει ευρηματικά να σε οδηγήσει να παρακολουθήσεις τον ηθοποιό που στέκεται απέναντί σου και όχι τον σταρ τραγουδιστή και να μπεις από νωρίς στο πνεύμα της παράστασης με "διορθωμένο" κριτήριο. Η πρόθεση του Λιγνάδη να δείξει έναν παντοδύναμο λαμπερό θεό τέλειο εκπρόσωπο της λαγνείας με κορμί κούρου πετυχαίνει απόλυτα στο πρόσωπο του Ρουβά.
Την παράσταση διατρέχουν μουσικές από διάφορα και ετερόκλητα είδη. Ακούγονται και παίζονται επί σκηνής από αφρικάνικα κρουστά μέχρι ελληνικά δημοτικά και από ραπίσματα ως μοιρολόγια. Δεν είμαι απόλυτα σίγουρη ότι υπήρχε ξεκάθαρος λόγος για αυτή τη συνύπαρξη, χωρίς ωστόσο να θυμώνω με όλα αυτά τα ακούσματα εφόσον είναι φανερή η διάθεση για μια πολυπολιτισμική προσέγγιση. Ο χορός, κυρίαρχος σε όλη τη διάρκεια του έργου, χαρακτηρίζεται από ζωτική ενέργεια και τα εκφραστικά μέσα διακυμαίνονται από παγανιστικές τελετές μέχρι αυνανισμό. Ο θεατής δέχεται πλήθος ερεθισμάτων και στοιχείων με άρωμα λαγνείας.

Ο Τειρεσίας, στο σώμα της Ρούλας Πατεράκη, άρεσε γενικότερα αλλά η φωνητική ένταση της ηθοποιού προκαλούσε μια ηχητική ανισότητα καθώς οι άλλοι ηθοποιοί επί σκηνής έχουν αρκετά δυνατότερες φωνές. Έτσι, παρόλο που είδαμε έναν αξιολογότατο Τειρεσία, δεν τον χαρήκαμε όσο θα έπρεπε ενώ θεωρώ σφάλμα το να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα και σε διάλογο δύο ηθοποιοί με μεγάλη απόσταση στην ένταση της φωνής τους.

Ο Γιάννης Καρατζογιάννης υποδύεται τον Κάδμο, αρχικά με καλή διάθεση και χιούμορ και καταρρακωμένος αργότερα από τη μεγάλη συμφορά. Δύο μεγάλες αντιθέσεις πάνω στο ίδιο πρόσωπο που τις καταφέρνει επιδέξια.
Οι φωτογραφίες από το πρόγραμμα της παράστασης
Η Αγαύη της Μαρίας Κίτσου έκανε όλους τους θεατές να κρατήσουν την ανάσα τους στο υπέροχο κορύφωμα του έργου. Σίγουρα αποτελεί μία εκ των καλύτερων στιγμών της παράστασης και ίσως την πιο έντονη. Η Μαρία καταφέρνει να εστιάσει όλα τα βλέμματα πάνω της και το σύνολο της σκηνής μαζί με τη μουσική επένδυση περνάει στο κοινό, που της αφιέρωσε το πιο δυνατό του χειροκρότημα, προτού δώσει τη σκυτάλη στην κορυφαία Γιώτα Βέη που ερμηνεύει μαγικά το μοιρολόι της.
Ο Δημήτρης Πασσάς από την άλλη, ως Πανθέας, ερμηνευτικά παράταιρος με τον ρόλο του βασιλιά και ομοιάζοντας με καρικατούρα δεν κερδίζει το στοίχημα ενώ η καλύτερη στιγμή του είναι αναμφίβολα η σκηνή της αποπλάνησής του από τον Διόνυσο.

Στη σκηνή επίσης εμφανίζονται οι Στέφανος Μουάγκε ως Θεράπων, ο Μιχάλης Αφολαγιάν ως Α' Αγγελιοφόρος και ο Δημήτρης Λιγνάδης ως Β' Αγγελιοφόρος. Στον Χορό οι Αντιγόνη Ψυχράμη, Άννα Μενενάκου, Λούσα Μαρσέλλου, Ευαγγελία Συριοπούλου, Ντάνη Γιαννακοπούλου, Δανάη Κατσαμένη, Ζαφειρία Δημητροπούλου Delangel, Ιωάννα Κουντίκε, Νάταλι Ερνέστα και Γκρέις Νουόκε και στα κρουστά οι Μιχάλης Αφολαγιάν, Σαμουήλ Ακινόλα και Στέφανος Μουάγκε.

Τα κοστούμια που επιμελήθηκε η Εύα Νάθενα λειτούργησαν όμορφα και έδεσαν στο σύνολο και το σκηνικό της, έτσι λυτό και απέριττο, άφηνε τους θεατές να χαρούν τα δρώμενα.
Δε μου άρεσε η "κάσα"-καροτσάκι του σούπερ μάρκετ για τα απομεινάρια του Πενθέα καθώς το μυαλό μου έκανε την αυτόματη αναφορά στο γνωστό πρακτικό αντικείμενο των καθημερινών αγορών ενώ η σκηνή όπου εμφανίζεται είναι από τις αγαπημένες μου.

Οι καλύτερες στιγμές ήταν τόσο η έναρξη με τον εναερίτη που στη συνέχεια της σκηνής μεταμορφώνεται σε νέος θεός όσο και η σκηνή της Αγαύης. Μάλιστα, η σκηνή της μεταμόρφωσης περιέχει -καθόλου τυχαίες- αναφορές στο Χριστό. Ξεφυλλίζοντας το πρόγραμμα (αγοράστε το, αξίζει) διαβάζω μια κατατοπιστική παράγραφο με τίτλο «ένας Χριστός μέσα στις Βάκχες και ένας Διόνυσος που Πάσχει», όπου μαθαίνω ότι οι Βάκχες έχουν αδελφική σχέση με ένα κείμενο μεταγενέστερό τους κατά 16 αιώνες, τον Χριστό Πάσχοντα. Αυτό το κείμενο έχει γραφτεί με μια τεχνική που ονομάζεται κέντρωνας και είναι μια σύνθεση αποσπασμάτων από αρχαία και εκκλησιαστικά κείμενα. Μάλιστα, το κείμενο των Βακχών είχε ολοκληρωτική φθορά στον επίλογο και μπορέσαμε να ολοκληρώσουμε την τραγωδία χάρη στο βυζαντινό δράμα Χριστός Πάσχων! Και στα δύο έργα σημαντικό ρόλο έχει η σύγκρουση του θεού με επίγειους αντιπάλους και ο συμβολικός θάνατός του.
Η αυλαία πέφτει με τον Διόνυσο να σβήνει τα φώτα έχοντας επιβληθεί με τον σκληρότερο τρόπο.

Ο κλέφτης του πάντοτε

Το παραμύθι...
μας πηγαίνει σε ένα μαγικό μέρος όπου όλα τα όνειρα και οι επιθυμίες των παιδιών γίνονται πραγματικότητα. Τα παιδιά του σπιτιού του κυρίου Χουντ δε πηγαίνουν σχολείο, δε τους λείπει ποτέ το παιχνίδι, τρώνε μέχρι σκασμού μόνο τα αγαπημένα τους φαγητά και ό,τι πιο λαχταριστό τραβάει η όρεξή τους. Οι σκοτούρες είναι ανύπαρκτη έννοια και όλες οι επιθυμίες πραγματοποιούνται.
Υπάρχει βέβαια κι ένα τίμημα για αυτόν τον παιδικό παράδεισο αλλά ποιος θα σκοτιστεί με κάτι άλλο πέρα από την απόλυτη διασκέδαση;
Ο Χάρβεϋ είναι ο νέος κάτοικος του σπιτιού. Κατέφθασε χωρίς μεγάλη σκέψη και αφέθηκε γρήγορα στις περιποιήσεις και στα θελήματα. Ή, μάλλον, στα θαύματα.
Αργότερα, θα ανακαλύψει τα πλάσματα που ζουν στις σκιές. Αργότερα, θα δει τη σκοτεινή πλευρά του σπιτιού. Αργότερα, θα καταλάβει ότι δεν πρέπει να μείνει στο σπίτι του κυρίου Χουντ.
Όμως, το σπίτι δεν είναι πρόθυμο να τον αφήσει να ξεφύγει εύκολα. Εξάλλου, η ψυχή του Χάρβεϋ λάμπει φωτεινότερα όλων.
Ο Clive Barker...
γεννημένος στην Αγγλία στα μέσα του περασμένου αιώνα, έφερε τη λογοτεχνική επανάσταση στις ιστορίες τρόμου όταν δημοσίευσε τη συλλογή διηγημάτων "The Βooks of Βlood" κάνοντας τον Stephen King να υποκλιθεί στο ταλέντο του δηλώνοντας ότι είδε το μέλλον της λογοτεχνίας τρόμου στο πρόσωπο του Clive Barker. Ζει στις Η.Π.Α και θεωρείται "ο σύγχρονος Μίδας" καθώς συνδυάζει άψογα την ποιότητα με τις πωλήσεις.
Το βιβλίο...
με ταξιδεύει παιχνιδιάρικα στις σκανδαλιές των παιδικών χρόνων, με συναρπάζει με την μαγικότητα των στιγμών του, μου αποσπά το ενδιαφέρον γρήγορα και κεντρίζει την περιέργειά μου να μάθω τη συνέχεια και φυσικά την κατάληξη της ιστορίας. Ο συγγραφέας του, σα καλός δεξιοτέχνης των σκοτεινών ιστοριών, έχει φτιάξει το τέλειο σκηνικό για την απόλυτη παιδική αποπλάνηση αλλά και την φρικαλέα όψη της πραγματικής διάστασης του σπιτιού. Τα σιχαμερά πλάσματα που συναντάμε στις σελίδες του εκπροσωπούν την άλλη πλευρά των θαυμάτων. Το τίμημα για τις τέλειες στιγμές που προσφέρει ο κύριος Χουντ. Οδυνηρό και υπέρτατο.
Οι σελίδες τελειώνουν γρήγορα. Η ιστορία του είναι καθηλωτική. Το ταλέντο του συγγραφέα αδιαμφισβήτητο. Η έκδοση που έχω στα χέρια μου είναι εικονογραφημένη με σκίτσα που δημιούργησε ο ίδιος ο Μπάρκερ. Προσθέτουν στο σύνολο. Εξάλλου, για παραμύθι μιλάμε και, όπως σε όλα τα παραμύθια, του ταιριάζουν οι εικόνες.
Το μήνυμα...
του παραμυθιού είναι υπέροχο.
Μήπως χάνεις τη ζωή σου σε ανώφελα διαλείμματα; Μήπως χάνεσαι σε περιστασιακές ηδονές και απολαύσεις; Μήπως έχεις βάλει σε λάθος σειρά τις προτεραιότητές σου; Μήπως η κάπως βαρετή ή άβολη καθημερινότητά σου δεν είναι όσο ανούσια, άχαρη και άσκοπη πιστεύεις;
Το σπίτι...
του κυρίου Χουντ θα μπορούσε να είναι μια δυνατή εξάρτηση που προκαλεί ένα μεγάλο αίσθημα ευφορίας. Ο "ένοικος" εγκλωβίζεται σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει για κανέναν άλλο. Αρχικά φαίνεται ελκυστικό και σωστό να ακολουθήσεις και να μείνεις εκεί όπου σου προσφέρεται η απόλυτη απόλαυση ξεχνώντας κάθε σκοτούρα του πραγματικού κόσμου. Οι πιο χαζοί θα παραμείνουν για πάντα εκεί μέχρι να τους καταβροχθίσει το "σπίτι". Οι εξυπνότεροι κάποτε θα καταλάβουν ότι ο παράδεισος είναι πλασματικός και αυτό που αρχικά μοιάζει με όνειρο είναι εφιάλτης ενώ πληρώνουν ένα τεράστιο τίμημα. Χάνουν τη ζωή τους εθισμένοι σε πλασματικούς κόσμους και θα θελήσουν να ξεφύγουν -προφανώς- αλλά αυτό δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται, απαιτεί μεγάλο θάρρος και τόλμη, απαιτεί αγώνα και επικέντρωση στο στόχο.
Το σπίτι...
κάνει τα πάντα για να μη δραπετεύουν οι ένοικοι.

Μου έφυγε ο πάτος

Χιουμοριστικό κείμενο αναγνώστριας του ιστότοπου που έφτασε με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο.
Joan Miro
Από πού βγήκε -κατά μία έννοια- η φράση «μου έφυγε ο πάτος».

Η κουτσή ακρίδα του Γκιούλιβερ

Η Νόελ Μπάξερ εισβάλλει στο μυαλό ενός δικού της ήρωα με παιδική μορφή. Μη σας ξεγελάσει το μικρό παιδάκι που μηχανεύεται παιχνίδια, ιστορίες, σενάρια... Διαβάστε μέσα στις λέξεις της τι σκέφτεται και τι φοβάται, πόσο μικρός ή μεγάλος είναι ο κόσμος του, οι γονείς του, η ακρίδα του ή εκείνος. Τα μεγέθη ανατρέπονται. Ή ακόμα καλύτερα, τα μεγέθη είναι πάντα σχετικά. Ποιος είναι τώρα ο γίγαντας και ποιος ο τοσοδούλης... (;)
Τίτλος "Giant with people" από:www.designandillustration.co.uk

ΜΠΟΡΑΘ Το μυστικό όπλο

Επιστημονική φαντασία σημαίνει σύμπαντα, άγνωστοι γαλαξίες, πλανήτες και πρωτόγνωρα όντα... για να εξερευνήσεις, να γνωρίσεις, να ταξιδέψεις. Αλλά και τεχνολογία που είναι μπροστά από την εποχή σου και γι' αυτό σου είναι άγνωστη, πλάσματα, λαοί με δικά τους ήθη και έθιμα, στυλ, μόδες, συμπεριφορές, γλώσσες και κουλτούρες. Νέα περιβάλλοντα και τοπία, και όλα μαζί τοποθετημένα σε κάποια μελλοντική ημερομηνία.
Αν ένα κοινωνικό μυθιστόρημα είναι μια φορά ταξίδι ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας είναι δέκα φορές ταξίδι καθώς οι ανακαλύψεις είναι πολλαπλές και πολυδιάστατες ενώ η φαντασία σου οφείλει να οργιάσει πάνω στους κόσμους που έπλασε ο συγγραφέας τους.
Με αυτές τις σκέψεις στο μυαλό ανοίγω την τριλογία του Γιάννη Καμπουρόπουλου και ετοιμάζομαι για γαλαξιακά ταξίδια (σε κάποιο σύμπαν και όχι απαραίτητα σε ένα γνωστό μου). Πέρα των αναμενόμενων (διαστημικά σκάφη, ανθρώπινα ή μη πλάσματα, πλανήτες και συστήματα, περιβάλλοντα), παρακολουθώ μια νέα γλώσσα που ξεπετάγεται από τις σελίδες και ανασυντάσσω τις εικόνες των ηρώων στο μυαλό μου ανακαλύπτοντας ένα ολοκαίνουργιο μετρικό σύστημα που εκείνοι χρησιμοποιούν! Και επιτέλους, διαβάζω επιστημονική φαντασία από έναν Έλληνα συγγραφέα (συνήθως διαβάζουμε ξένους συγγραφείς του είδους).
Το ταξίδι στον κόσμο που έπλασε ο Γιάννης Καμπουρόπουλος αρχίζει και συστήνομαι με Αμεθιανούς και Αρασιανούς, με Γαρεθιανούς, με Αλέβιους, με Εωθιανούς... τη φατρία των Λέερσατ, τη φατρία των Κορχ και των Κρελτ. Γνωρίζω τη Λούλα και τον Λέφε, τον Φέρια, τον Κλέφορτ, τον Σόλεσερ και τόσες άλλες προσωπικότητες καθώς ο συγγραφέας δε τσιγκουνεύτηκε στα πρόσωπα. Διαβάζω για τη μικροσυμπιεσμένη μεταλλόσκονη, το θερμοϊοντικό λέιζερ, έναν οπτομαγνητικό σουγιά και ένα πρόσθετο μάτι από ίνες Σέτριαλ. Μαθαίνω να μετρώ το χρόνο με χρονοτίκς και την απόσταση με μιλικέρτες, τον όγκο με τις κίττες και τον τάκτο αλλά και κάθε άλλο μέγεθος -πίεση, κλίση, μάζα, θερμοκρασία, κ.ο.κ.- με τη δική τους μονάδα μέτρησης όπως την όρισε ο Γιάννης. Τα μετρικά μεγέθη βασίζονται στο οκταδικό σύστημα και σε πολλαπλάσια του οκτώ (οκταπερίοδος, 32αδικό σύστημα, κλπ).
Ανακαλύπτω πλανήτες και γαλαξίες με δύο ήλιους, ανδροειδή και άλλα όντα που φορούν οπτικά δαχτυλίδια, αλλά και μαγνητικές ενέσεις που κάνουν οι γιατροί στους ασθενείς, καθώς και φωτοκρυσταλλικά πορτρέτα να κοσμούν εσωτερικούς χώρους, ενώ οι άνθρωποι πληρώνουν με Ρετς τα αφεψήματα που πίνουν από κόκκους Πελχ ή από αλκετόνη ή κάαφσετ καπνίζοντας μασχέρη και σβόλους από κάλια.
Το πρώτο μέρος (Συνωμοσία) είναι το αναγνωριστικό κομμάτι της ιστορίας. Ο συγγραφέας μάς συστήνει τους βασικούς ήρωες, την ιστορία τους, τις φατρίες και μας βοηθά να προσαρμοστούμε στο μετρικό σύστημα. Μαθαίνουμε τους καλούς και τους κακούς.
Στο δεύτερο μέρος (Συμμαχία) ετοιμάζονται οι στρατοί των συμμάχων και των δύο παρατάξεων, πλάνα και αποφάσεις, οι Μπόραθ, ο στρατός των Γκιλ... Γίνονται σαφείς οι διαφορές μεταξύ Γκιλ και Μπόραθ ενώ ένας φόνος και μια αιχμαλωσία προκαλούν το ενδιαφέρον και αλλάζουν τις ισορροπίες και τα δεδομένα.
Η σύγκρουση, οι επιδάφιες, εναέριες και διαστημικές μάχες ξεκινούν στο τρίτο βιβλίο (Επιστροφή) όπου η δράση και οι εντάσεις κορυφώνονται.

Το σύνολο της τριλογίας μετρά πάρα πολλές σελίδες και είναι πιθανό ο όγκος της να αποθαρρύνει τον αναγνώστη. Αλλά, με έναν όμορφο τρόπο, ο Γιάννης Καμπουρόπουλος, έχει καταφέρει να τοποθετήσει τα κεφάλαιά του με τέτοιο τρόπο ώστε, όχι μόνο να μη κάνει κοιλιά αλλά, φτάνοντας στη μέση να ξυπνά το ενδιαφέρον και την περιέργεια δημιουργώντας έναν εθισμό για τη συνέχεια. Όλοι οι χαρακτήρες είναι δουλεμένοι με μεράκι και κάθε λεπτομέρεια με περισσή προσοχή ώστε να μην αφήσει κενά, ελλείψεις ή ασάφειες σε κανένα επίπεδο.
Αν σας αρέσουν οι κόσμοι, η τεχνολογία, οι υπολογισμοί, οι πολιτισμοί αποκτήστε το. Οι "Μπόραθ" χρειάζονται καθαρή σκέψη που, για χάρη τους, θα απασχοληθεί σε όλες τις σελίδες και το μυαλό σας σε ετοιμότητα να καταγράφει κάθε νέα πληροφορία.
Στη συνάντησή μου με τον Γιάννη Καμπουρόπουλο έμαθα για τις σκέψεις του, το παρελθόν της τριλογίας, το μέλλον των Μπόραθ και άλλες πληροφορίες. Μεταφέρω τα πιο σημαντικά κομμάτια της κουβέντας μας.

Γ.Κ.: Ξεκίνησα γράφοντας δύο ιστορικά μυθιστορήματα τα οποία δεν έχουν εκδοθεί ποτέ και δε πρόκειται να εκδοθούν ποτέ. Έχουν όμορφη πλοκή αλλά, σαν πρωτόλεια που είναι κρίνω ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να βγουν προς τα έξω. Στη συνέχεια έγραψα μια νουβέλα μυστηρίου που δεν υπάρχει πια. Αργότερα προέκυψε η ιδέα να αποτυπώσω σε χαρτί τη φαντασία μου και δημιουργήθηκαν οι Μπόραθ.

Το βιβλίο κρύβει πολλή δουλειά στις σελίδες του. Δημιουργία νέων γλωσσών, δημιουργία νέων μετρικών συστημάτων για ό,τι μπορεί να μετρηθεί, πολλοί χαρακτήρες...

Γ.Κ.: Από μικρό παιδί δημιουργούσα χαρακτήρες. Μαθητής λυκείου σκεφτόμουν ότι αν είχα αποτυπώσει κάπου όλα αυτά που έχουν ξεπηδήσει από τη φαντασία μου κατά καιρούς θα είχα φτιάξει ολόκληρη σειρά βιβλίων. Τελικά, ασχολήθηκα με τους φανταστικούς αυτούς κόσμους και χαρακτήρες του μυαλού μου αρκετά χρόνια μετά σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής μου. Εκείνη η μουντή φάση που περνούσα λυτρώθηκε με τη συγγραφή της περιπέτειας. Ειδικά το πρώτο draft και των τριών βιβλίων είχε γραφτεί μέσα στους πρώτους τέσσερις μήνες!
Όταν πια ολοκληρώθηκε η ιστορία πέρασε από διάφορες φάσεις και στάδια. Σε μία από αυτές ήθελα να το κάνω audio book. Σεναριοποιήθηκε για αυτό το σκοπό αλλά δεν έγινε ποτέ. Επίσης, τμηματίστηκε σε τηλεοπτικά επεισόδια. Όμως όλα αυτά μαζί ζύμωσαν το κείμενο που τελικά τυπώθηκε.
Ένιωσα σα να είμαι το εκτελεστικό όργανο. Το βιβλίο "ξεπήδησε" από μόνο του χωρίς να με ζορίσει. Είχα ήδη στο μυαλό μου τους χαρακτήρες των ηρώων και τα πεπραγμένα τους και απλά φρόντιζα ώστε αυτά να είναι σωστά, μην είναι αλλοπρόσαλλα.
Το μεγάλο χτένισμα έγινε όταν εκδόθηκαν το δεύτερο και το τρίτο βιβλίο της σειράς. Έγινε ένα μεγάλο cross check καθώς τότε ξεκίνησε μια διαδικασία όπου έπρεπε να επαληθευτούν οι διάλογοι στις διαλέκτους, να στέκουν, να μην είναι λέξεις τυχαία ριγμένες.
Ξέρεις, τα Μποραθιανά είναι βασισμένα πάνω στη λογική και το συντακτικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Έχουν χρόνους, ρήματα, πτώσεις, μετοχές... τα πάντα.

Συμπαθητικοί και αντιπαθητικοί χαρακτήρες. Μου έκανε, επίσης, εντύπωση το εξάποδο άλογο! Ακόμα, λάτρεψα την ιδέα με τους Μπόραθλοκ και Μπόργκιλοκ αλλά και την ιδέα της ασπίδας του Λέφε -τι εκπληκτικό άτομο ο Λέφε και πόσο όμορφα έδεσες την ευρεσιτεχνία της ασπίδας σε ένα κομβικό σημείο της ιστορίας! Και τώρα;

Γ.Κ.: Όλα τα όντα είναι ανθρώπινα με πιο εξειδικευμένα χαρακτηριστικά.
Επτά χρόνια μετά το πρώτο draft δουλεύω πάνω στην ιδέα των Μπόραθ. Έχω κουραστεί συγγραφικά αλλά θα το ξαναπιάσω όταν πραγματικά νιώσω την ανάγκη να γράψω.
Όταν ξεκινήσω το prequel -είναι κάτι που υπάρχει στο μυαλό μου και ετοιμάζεται- θα εξηγηθούν όλα τα στοιχεία και οι ιστορίες σχετικά με τους Μπόραθλοκ και Μπόργκιλοκ αλλά και με τον Φώο -εφευρέτης των Μπόραθ- καθώς, υπολογίζω ότι, θα είναι επίσης τριλογία αλλά ο κάθε τόμος θα έχει το δικό του τρόπο γραφής. 
Παράλληλα με την τριλογία έχω γράψει και τέσσερα μικρά βιβλία που ουσιαστικά είναι flash backs των βασικών ηρώων και με μάγεψαν πολύ, αλλά για να εκδοθούν θα πρέπει να έχω ένα fan base, αλλιώς ποιος ο λόγος; Έτσι έχουν μείνει στο συρτάρι και αναμένουν την κατάλληλη στιγμή. 
Έχω την τάση να παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου, τι λένε, τι κάνουν, τη γλώσσα του σώματος και κάνω αλυσιδωτές σκέψεις προσπαθώντας να φανταστώ το άτομο σε πολλές διαστάσεις. Για παράδειγμα τι κάνει στην καθημερινότητά του, τι σκέφτεται... οπότε για μένα μια ιστορία χωρίς εμβάθυνση στους χαρακτήρες δεν έχει λόγο ύπαρξης. Είναι μόνο μια ωραία ιστορία αλλά τίποτα άλλο. Κι αν σκεφτείς ότι ο άνθρωπος έχει την τάση να ταυτίζεται με ανθρώπους και τις ιδέες τους, τότε οφείλεις να δουλέψεις τους χαρακτήρες σου.

Στην τριλογία συναντάμε πολλά πρόσωπα, άλλα πρόσωπα-κλειδιά, άλλα τραγικά, άλλα θύτες ή θύματα, όμως η εξέλιξη επιφυλάσσει εκπλήξεις. Όπως και στην πραγματική ζωή.

Υπάρχει δε ένας γυναικείος χαρακτήρας που έχει κάνει δυνατή εντύπωση, κυρίως στους άντρες αναγνώστες!

Δικαίως! (Για μένα που έχω διαβάσει την τριλογία είναι ευκόλως εννοούμενη η ταυτότητα του γυναικείου χαρακτήρα)
Μου άρεσε το οκταδικό. Τα μετρικά μεγέθη που ορίζονται από πολλαπλάσια του οκτώ.

Γ.Κ.: Χρησιμοποίησα το οκτώ, το τριανταδύο και το εξηντατέσσερα γιατί σε αυτούς τους αριθμούς και τις δυνάμεις τους στηρίζεται η ψηφιακή λογική.

Ένα πράγμα που με έχει κεντρίσει πολύ είναι η αντιφατική φύση του ανθρώπινου είδους. Ενώ έφυγε από τη σπηλιά και έφτασε στο φεγγάρι, την ίδια στιγμή φοβάται το φεγγάρι! Ο,τιδήποτε φεύγει από τον απόλυτο έλεγχό του αρχικά θα το θαυμάσει, θα το φοβηθεί και θα το καταστρέψει με μια μεθοδική μανία που είναι φρικαλέα αξιοθαύμαστη. Ο άνθρωπος είναι ικανός να κατασκευάσει το τελειότερο πράγμα αλλά επειδή δεν είναι ικανός να κατανοήσει τη διαφορετικότητα που έχει το δημιούργημά του, αλλά ούτε να δεχτεί ότι το κατασκεύασμά του είναι δυνατότερο από αυτόν, θα το διαγράψει από προσώπου γης και από κάθε βάση δεδομένων.

Ανακαλύψτε το blog εδώ.
Βρείτε τον συγγραφέα στο προσωπικό του προφίλ στο facebook από εδώ.
Τα βιβλία είναι αρτιότατα από κάθε άποψη με αξιοθαύμαστη λεπτομέρεια.
Προσέξατε το ρούνο στο εξώφυλλο; Είναι ένα ιδεόγραμμα -ο Γιάννης αναφέρεται σε αυτό και με τον όρο πικτογράφημα- που αντιστοιχεί στη γραφή των Μπόραθ!
Στη γραφή των Μπόραθ οι λέξεις γράφονται με αυτόν τον τρόπο και το σύνολό τους αποτελεί μια πλήρη πρόταση. Ο διάκοσμος γύρω από τη γραφή είναι παρμένος από τη θρησκεία τους και συμβολίζει τα τέσσερα στοιχεία της ζωής, υπό τη μορφή ζώων ή πραγμάτων.

Γ.Κ.: Το υλικό τους διαφέρει από βιβλίο σε βιβλίο, ακολουθώντας την ίδια διαδρομή με την εξέλιξη της ιστορίας. Ο ρούνος του πρώτου βιβλίου είναι καμωμένος από ένα είδος μαρμάρου, το οποίο περιγράφεται σε αυτό. Ο ρούνος στο εξώφυλλο του δευτέρου βιβλίου είναι φτιαγμένος από έναν κρύσταλλο που υπάρχει σε αυτό και ο ρούνος του τρίτου μέρους αποτελείται από ένα είδος μεταλλικού αμαλγάματος, που εμφανίζεται στο δεύτερο και στο τρίτο μέρος, και είναι αιματοβαμμένος.
Η ιδέα των ρούνων ανήκει σε μένα, ενώ τα τόσο όμορφα σχέδιά τους καθώς και οι χρωματικές επιλογές έγιναν από τον Βασίλη Ζογκόλη που επιμελήθηκε όλα τα εξώφυλλα.
Οι ρούνοι αυτοί αποτελούν ουσιαστικά το λογότυπο της τριλογίας "Μπόραθ, το Μυστικό Όπλο".
Όλες οι φωτογραφίες: από τα βιβλία της τριλογίας "Μπόραθ, το Μυστικό Όπλο" Κεντρική διάθεση Εκδόσεις Οσελότος και Γιάννης Καμπουρόπουλος.
Τιμή πακέτου τριλογίας 13,00€

ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Κωνσταντίνος ΙωακειμίδηςΘανάσης ΛιακόπουλοςΝτιάνα ΠαλαιολόγουΦώτης ΣιμόπουλοςΜιχαήλ ΆνθηςΒασίλης ΤσικάραςΗλιάδα Γκανά
Γκρέτα ΧριστοφιλοπούλουL.S. HiltonΛιλή ΓάτηΧάρης ΛιαντζίρηςΧρίστος ΒούζαςΛογοτεχνικές πένες 2016Αγγελική Μαρίνου
Jennifer DonnelliΣήφης ΖερβουδάκηςΒασίλης ΤσικάραςΚατερίνα ΧλωροκώσταΝοέλ ΜπάξερΚατερίνα ΘεοδώρουΑλεξάνδρα Μυλωνά