Η έξοδος

Οι ιστορίες του Μάριου Καρακατσάνη, σε πρώτη δημοσίευση, για το koukidaki συνεχίζονται...

   Ανοίγοντας τα μάτια του ο Τζος το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν το απόλυτο σκοτάδι. Προσπαθώντας να σηκώσει το κεφάλι του, ένιωσε μια παράξενη μυρωδιά να του καίει την μύτη. Του θύμιζε έντονα θειάφι, αλλά όσο και αν προσπαθούσε να προσδιορίσει την πηγή της, δεν μπορούσε να δει τίποτα.
   Βρισκόταν ξαπλωμένος σε ένα σιδερένιο πάτωμα εντελώς γυμνός, δίχως όμως να αισθάνεται ούτε κρύο ούτε ζέστη. Νιώθοντας μια ζαλάδα ανοιγόκλεισε τα μάτια του προσπαθώντας να εξοικειωθεί με το σκοτάδι. Δεν ήξερε πού βρισκόταν, ούτε αν ήταν μόνος του.
   -ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΔΩ; φώναξε με δύναμη.
   Αλλά δεν πήρε καμία απάντηση. Σηκώθηκε σιγά-σιγά αρχίζοντας να ψηλαφίζει γύρω του τον χώρο. Με τα χέρια απλωμένα στο σκοτάδι, προσπαθούσε να καταλάβει πού βρισκόταν. Περπατώντας προσεκτικά γύρω-γύρω απέκτησε την αίσθηση ότι βρισκόταν σε ένα τετράγωνο δωμάτιο. Μέσα σ’ αυτό δεν υπήρχε απολύτως τίποτα! Περιφερόταν σε ένα απόλυτα άδειο δωμάτιο!
   -ΜΕ ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ; φώναξε ξανά.
   Άλλα το μόνο που ακούστηκε ήταν ο αντίλαλος της φωνής του.
   Ψάχνοντας για κάποια διέξοδο, εντόπισε με την παλάμη του μια εσοχή κατά μήκος του τοίχου. Ακολουθώντας την με τα δάχτυλά του, διέγραψε μια καμπύλη, οδηγώντας το χέρι του μέχρι κάτω στο πάτωμα. Ανεβαίνοντας ξανά προς τα επάνω, αγγίζοντας και με τα δυο του χέρια τον τοίχο, υπολόγισε περίπου το κέντρο τής εσοχής. Κινώντας τα γρήγορα δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω, έπιασε κάτι που έμοιαζε με χερούλι πόρτας. Πιάνοντάς το σφιχτά το έσπρωξε με δύναμη πάνω κάτω προσπαθώντας να την ανοίξει. Μα ήταν κλειδωμένη.
   Αυτό που του τράβηξε την προσοχή, ήταν ότι ενώ το κουνούσε βίαια πάνω κάτω και ενώ τα πάντα γύρω του έμοιαζαν να είναι σιδερένια, δεν ακουγόταν καθόλου θόρυβος. Είχε αίσθηση του τι άγγιζε, αλλά δεν έβγαινε ήχος από αυτά. Για να το εξακριβώσει κλότσησε με δύναμη την πόρτα μπροστά του, αλλά δεν ακούστηκε τίποτα. Χτύπησε με τις γροθιές του τον τοίχο, αλλά και πάλι δεν ακούστηκε τίποτα. Η φωνή του όμως, ακούγονταν καθαρά και με αντίλαλο.
   Προβληματισμένος γύρισε πάλι πίσω, εκεί που είχε ανακτήσει τις αισθήσεις του, προσπαθώντας να βάλει τις σκέψεις του σε μια τάξη.
   Το τελευταίο πράγμα που θυμόταν ήταν ότι πήγαινε με το αυτοκίνητό του να συναντήσει έναν άντρα που παρακολουθούσε πολύ καιρό πριν. Είχε πληρωθεί για να τον βγάλει από την μέση, από κάποιον που δεν συμπαθούσε αυτόν τον άνθρωπο ιδιαίτερα.
   Αυτή ήταν η δουλειά του. Το μόνο που ήξερε να κάνει καλά. Ένας επαγγελματίας πληρωμένος δολοφόνος. Ήξερε ότι δεν ήταν η ομορφότερη δουλειά τού κόσμου, αλλά τα κέρδη της ήταν τόσο πολλά που, ύστερα από μερικές δουλειές ακόμα, θα μπορούσε να αποσυρθεί εκατομμυριούχος, ζώντας μια άνετη και ξέγνοιαστη ζωή. Και ύστερα από εφτά χρόνια ακαταλόγιστων πράξεων, ο θάνατος αυτού του ανθρώπου, ήταν μία από τις τελευταίες του δουλειές.
   Ψυχρός στη μεγαλύτερη διάρκεια της επαγγελματικής του ζωής, δεν δίστασε ούτε μια στιγμή να φέρει εις πέρας όποια αποστολή τού ανέθεταν. Ακόμα και αν αυτές αφορούσαν ανθρώπους που ποτέ δεν είχαν βλάψει κάποιον. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έπρεπε να απαλλάξει τον πλούσιο πελάτη του από την παρουσία της γυναίκας του, για να μπορεί εκείνος να ζήσει με την νέα του αγάπη. Ούτε το να σκοτώσει μικρά αθώα παιδιά, για να μην έχουν μερίδιο σε κάποια τεράστια κληρονομιά. Αλλά και το αντίθετο. Γυναίκες που εξαφάνιζαν τους συζύγους τους για να κληρονομήσουν αυτές όλη τους την περιουσία.
   Μία τέτοια ήταν και η τελευταία του αποστολή. Να βγάλει από την μέση έναν πολύ πλούσιο και ισχυρό άντρα, ώστε η άπληστη γυναίκα του να κληρονομήσει την περιουσία του και την δύναμή του.
   Δεν ήταν όμως πάντα έτσι, ψυχρός και συναισθηματικά νεκρός. Κάποτε υπήρξε κι αυτός παντρεμένος και οικογενειάρχης. Με την γυναίκα του, την οποία αγαπούσε πάρα πολύ, είχαν αποκτήσει και ένα παιδί, τον Ντίλαν. Κρατώντας μυστική την ζωή που έκανε από την οικογένειά του, ο Τζος πάνω στο ξεκίνημα της καριέρας του έκανε ένα μοιραίο λάθος. Άφησε απροστάτευτη και εκτεθειμένη την οικογένειά του.
   Ένα βράδυ που βρίσκονταν και οι τρεις στο σπίτι, ο Τζος είδε κάποιες σκιές να κινούνται περίεργα πίσω από τα παράθυρα. Μα πριν προλάβει να πάρει το όπλο του από εκεί που το είχε κρυμμένο, άκουσε τα παράθυρα να σπάνε εισβάλλοντας με τα όπλα στα χέρια έξι κουκουλοφόροι. Ακινητοποιώντας την σύζυγό του και το παιδί του, που έντρομοι προσπαθούσαν να καταλάβουν τι συνέβαινε, δύο από αυτούς χτύπησαν τον Τζος στο κεφάλι αφήνοντάς τον αναίσθητο. Όταν συνήλθε, μέσα στην θολούρα του, είδε την οικογένειά του δεμένη και φιμωμένη. Προσπαθώντας να σηκωθεί δέχθηκε μια δυνατή κλοτσιά στα πλευρά που τον καθήλωσε ξανά κάτω.
   -Τζος... Τζος... Με απογοήτευσες, άκουσε να του λέει μια βαριά αντρική φωνή.
   -Σε περίμενα για πιο έξυπνο... Όταν κάνεις αυτή την δουλειά, η οικογένεια είναι κάτι απαγορευμένο! Και ξέρεις γιατί; ρώτησε.
   Μα πριν προλάβει να απαντήσει ο Τζος, είδε έντρομος τον άντρα που του μιλούσε να πυροβολεί εν ψυχρό την γυναίκα του και το παιδί του στο κεφάλι.
   -Για αυτό... άκουσε να απαντά ειρωνικά στην δική του ερώτηση χαμογελώντας ο άντρας.
   Νιώθοντας τα αίματά τους να του πιτσιλούν το πρόσωπο, ένιωσε την καρδιά του να σκίζεται στα δύο. Ουρλιάζοντας αγκάλιασε την νεκρή οικογένειά του, κοιτώντας τον με μίσος.
   -Μμμμ λατρεύω αυτό το βλέμμα Τζος! Κοίτα να μην το χάσεις ποτέ, γιατί μόνο αυτό θα σε κρατήσει ζωντανό, του είπε με ψυχρότητα στην φωνή ο άντρας.
   -Α… και κάτι άλλο... Αν ξαναχώσεις την μύτη σου σε ξένες δουλειές, σου υπόσχομαι ότι την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε θα υποφέρεις πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τώρα… Ελπίζω να έγινα κατανοητός και να παραδειγματιστούν και όλοι οι… συνάδελφοί σου από αυτό που έγινε σήμερα, για να μην τρυπώνουν εκεί που δεν χωράνε!
   Και κάνοντας νόημα με το κεφάλι στους υπόλοιπους άντρες της ομάδας του, αποχώρησαν από το σπίτι αφήνοντας τον Τζος μόνο του, αγκαλιά με τα ζεστά ακόμα άψυχα κορμιά της γυναίκας του και του παιδιού του.
   Ληστεία μετά φόνου και ξεκλήρισμα οικογένειας έγραψαν την άλλη ημέρα οι εφημερίδες!
   Όσο και αν προσπάθησε ο Τζος να μάθει για την οργανωμένη δολοφονία στο σπίτι του, ποτέ δεν κατάφερε να συλλέξει το κάποιο στοιχείο.
   Έτσι δίχως καρδιά πλέον, συνέχισε το έργο του, χωρίς να έχει το παραμικρό συναίσθημα. Είχε γίνει και αυτός πια ένα κτήνος, σαν αυτούς που τον είχαν επισκεφτεί τότε. Καλύπτοντας καλύτερα πλέον τα νότα του και αλλάζοντας συνέχεια σπίτια, κατάφερε να γίνει αόρατος στα μάτια των ανταγωνιστών του.
   Ο Τζος αφού δεν είχε πλέον τίποτα να χάσει, απέκτησε την καλύτερη φήμη στην πιάτσα, όχι μόνο για την ψυχρή αποτελεσματικότητά του, αλλά και για το ταλέντο που είχε να εμφανίζει πάντα τις δολοφονίες του, είτε ως αυτοκτονίες, είτε ως ατυχήματα. Ποτέ ως τώρα στην καριέρα του, δεν είχε φανερωθεί ο αληθινός τρόπος που πέθαινε το κάθε θύμα του. Και αυτό ήταν κάτι που οι πλούσιοι πελάτες του το εκτιμούσαν ιδιαίτερα πληρώνοντας αδρά.
   Καθισμένος μέσα στο σκοτάδι, κάτι που είχε συνηθίσει εξ άλλου αφού έτσι παραμόνευε τα θύματά του, σκεφτόταν ποιος μπορεί να του είχε στήσει όλο αυτό το "παιχνίδι". Αν και ήταν πολύ υπομονετικός και ποτέ δεν έχανε την ψυχραιμία του, τώρα είχε αρχίσει να θυμώνει.
   -ΑΝ ΜΕ ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ, ΤΟ ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΑΣΤΕΙΟ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΕΔΩ! φώναξε με δύναμη στον αέρα.
   -ΟΠΟΙΟΣ ΚΑΙ ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΘΑ ΣΕ ΚΑΘΑΡΙΣΩ ΜΕ ΤΑ ΙΔΙΑ ΜΟΥ ΤΑ ΧΕΡΙΑ! ΜΕ ΑΚΟΥΣ; ούρλιαζε, μα το μόνο που εισέπραττε, ήταν ο αντίλαλος της φωνής του.
   Χάνοντας κάθε αίσθηση του χρόνου, νιώθοντάς τον σαν να μην κυλά καθόλου, καθόταν ακίνητος στο σκοτάδι και οργισμένος. Αν και πίστευε ότι είχαν περάσει μέρες που τον κρατούσαν εκεί φυλακισμένο, ωστόσο δεν είχε περάσει παρά μόνο ένα λεπτό από την ώρα που είχε ξυπνήσει. Και μέσα σε αυτό το λεπτό το μόνο που σκεπτόταν ήταν τι θα έκανε σε αυτόν που τον είχε φέρει σε αυτή την κατάσταση, αν έφευγε βέβαια ποτέ από εκεί μέσα.
   Όταν βαρέθηκε να φωνάζει και να βρίζει, σκέφτηκε να χειριστεί αλλιώς την κατάσταση. Να δωροδοκήσει τους απαγωγείς του, τάζοντάς τους ακόμα και όλη του την περιουσία. Μα και πάλι δεν λάμβανε καμιά απάντηση.
   -Τι θέλετε επιτέλους... Μουρμούρισε νιώθοντας την κούραση να καταβάλει το κορμί του. Δεν θυμόταν καν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε φάει ή είχε πιει κάτι, μα παρ’ όλα αυτά δεν πεινούσε, ούτε διψούσε. Μόνο κούραση ένιωθε και εξάντληση, ακόμα και όταν δεν κινιόταν καθόλου.
   Όταν πια δεν είχε τι άλλο να κάνει, ο μόνος τρόπος για να μην τρελαθεί, ήταν να απασχολεί συνέχεια το μυαλό του με σκέψεις. Περνούσε ο χρόνος ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε, συλλογιζόμενος μέσα στην φυλακή, όπως έβλεπε πια αυτόν τον χώρο, κυριολεκτικά όλη του την ζωή.
   Μέχρι που έφτασε και στις τελευταίες του επιλογές, την δουλειά που διάλεξε να κάνει, σκοτώνοντας τόσους αθώους ανθρώπους απλά και μόνο για να ικανοποιήσει άπληστα συμφέροντα.
   Τότε άρχισε να καταλαβαίνει τι είχαν περάσει αυτοί οι άνθρωποι, όταν βρισκόντουσαν και εκείνοι στην δική του απάνθρωπη φυλακή, μέχρι να βρει τον κατάλληλο τρόπο να τους εξαφανίσει δίχως να αφήσει ίχνη δολοφονίας πίσω του.
   Μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο άρχισε να συλλογίζεται, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του, την βαρύτητα των πράξεών του. Βλέποντας εφιάλτες κάθε φορά που προσπαθούσε να κοιμηθεί, ξυπνούσε έντρομος έχοντας ακόμα στα αυτιά του τα απεγνωσμένα ουρλιαχτά των θυμάτων του.
   Η πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό του, ήταν ότι τελικά έκανε λάθος που διάλεξε αυτό το μονοπάτι. Το να σκοτώνει αθώους ανθρώπους για να φτιάξει την δικιά του ζωή, αλλά και για να καλυτερέψει των άλλων, δεν ήταν μια ηθικά σωστή ανθρώπινη επιλογή. Έχοντας για πρώτη φορά στην ζωή του τόσο άπλετο χρόνο στην διάθεση του, μπορούσε πλέον να το αντιληφθεί αυτό.
   Και τότε άκουσε ξαφνικά τον πρώτο του ήχο. Ένα σιδερένιο απόκοσμο "κλικ", έφερε μπροστά στα έκπληκτα μάτια του, την πρώτη χλωμή ακτίνα φωτός. Η πόρτα που είχε ανακαλύψει, μόλις είχε ανοίξει από μόνη της.
   Γεμάτος ελπίδα ότι το μαρτύριό του είχε λάβει τέλος, έχοντας όμως και μια μικρή επιφύλαξη στην άκρη του μυαλού του, σηκώθηκε αργά από την θέση του πλησιάζοντας την πόρτα. Ανοίγοντάς την αργά, άφησε το θαμπό φως να εισχωρήσει ελάχιστα στο δωμάτιο.
   Κοιτώντας από περιέργεια που βρισκόταν, διαπίστωσε ότι πράγματι περιβάλλονταν από σιδερένιους τοίχους, οι οποίοι δεν ενώνονταν με κανένα εμφανές σημάδι μεταξύ τους. Ήταν λες και βρισκόταν σε ένα τεράστιο και μονοκόμματο σιδερένιο κουτί.
   Κοιτώντας πάλι μπροστά του, πέρασε την πόρτα βρισκόμενος πάντα σε ετοιμότητα, σε περίπτωση που του είχαν στήσει κάποια παγίδα. Με το που πέρασε στο επόμενο δωμάτιο, η πόρτα έκλεισε ερμητικά ξανά πίσω του.
   Στον νέο χώρο που βρισκόταν, με την βοήθεια του λιγοστού φωτός που είχε στην διάθεσή του, είδε στο κέντρο του δωματίου ένα μικρό ξύλινο τραπέζι. Πάνω σε αυτό υπήρχαν κάποια αντικείμενα. Πίσω του και πάνω ψιλά στον τοίχο, ήταν σμιλεμένη η φράση "Καθαρτήριο". Λίγα μέτρα μετά από αυτό υπήρχε μια στρογγυλή σφραγισμένη καταπακτή, ακριβώς στην ίδια ευθεία με το πάτωμα.
   Τρέχοντας προς την καταπακτή, προσπάθησε να την ανοίξει, αλλά όπως το φανταζόταν ήταν και αυτή κλειδωμένη. Γυρνώντας πίσω, κοίταξε τα πράγματα που ήταν πάνω στο τραπέζι. Υπήρχε ένα σκουριασμένο παλιό πριόνι, ένα σφυρί και ένα κοπίδι.
   Δίχως να πειράξει τίποτα, κοίταξε γύρω του για άλλη μια φορά, ανοίγοντας το στόμα του για να ξεσπάσει τα νεύρα του με μια δυνατή κραυγή. Αλλά πριν προλάβει να φωνάξει άκουσε ξαφνικά από το βάθος μια αγχωμένη γυναικεία φωνή να φωνάζει.
   -ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΔΩ; ΜΕ ΑΚΟΥΤΕ;
   -ΝΑΙ! ΣΕ ΑΚΟΥΩ! φώναξε ο Τζος προσπαθώντας να καταλάβει από που προερχόταν αυτή η φωνή.
   -Ω ΘΕΕ ΜΟΥ! ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! άκουσε ξανά την φωνή της που ακούγονταν αυτή την φορά ελαφρώς πιο ανακουφισμένη.
   -ΉΡΘΕΣ ΝΑ ΜΕ ΣΩΣΕΙΣ; τον ρώτησε η γυναίκα γεμάτη αγωνία.
   -ΟΧΙ. ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΕΙΜΑΙ ΚΑΙ ΕΓΩ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΘΕΣΗ ΜΕ ΕΣΕΝΑ, απάντησε ο Τζος καταλαβαίνοντας ότι και η γυναίκα βρισκόταν στην ίδια μοίρα με αυτόν.
   Ωστόσο ακόμα δεν είχε καταλάβει από που προερχόταν η φωνή της, αφού ακουγόταν κυριολεκτικά από παντού. Απογοητευμένος κοίταξε ξανά τα εργαλεία πάνω στο τραπέζι, αναρωτώμενος για ποιο λόγο βρίσκονταν εκεί. Σίγουρα θα υπήρχε κάποιος λόγος.
   -ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΟΥΜΕ; άκουσε να τον ρωτάει η γυναίκα δείχνοντας και εκείνη την απογοήτευσή της.
   -ΔΕΝ ΞΕΡΩ, της απάντησε προβληματισμένος ο Τζος.
   -ΕΣΥ ΠΩΣ ΒΡΕΘΗΚΕΣ ΕΔΩ; την ρώτησε μήπως και άρχιζε να βγάζει κάποια άκρη.
   Μα δεν πήρε καμιά απάντηση.
   -Ε, ΜΕ ΑΚΟΥΣ; φώναξε ο Τζος.
   -Ναι... του απάντησε με ήρεμη φωνή, δείχνοντας από τον τόνο της φωνής της, ότι δεν είχε σκοπό να απαντήσει στην ερώτησή του.
   -ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΘΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΠΟΣΟ ΚΑΙΡΟ ΕΙΣΑΙ ΕΔΩ; την ρώτησε προσπαθώντας να αποσπάσει οποιαδήποτε πληροφορία.
   -Πάρα πολύ... Δεν ξέρω αν είναι μήνες ή χρόνια... του απάντησε ήρεμα, δείχνοντας απόλυτα εξοικειωμένη με την κατάσταση που βρισκόταν.
   Ο Τζος σκεφτικός άρχισε να συνειδητοποιεί ότι ίσως θα έμενε πολύ παραπάνω απ’ ό,τι φανταζόταν.
   -Πριν από εμένα υπήρξε ποτέ κάποιος άλλος εδώ; την ρώτησε προσπαθώντας να καταλάβει αν βρισκόντουσαν σε κάποιο είδος φυλακής.
   -Έχεις μιλήσει ξανά με κανέναν; συμπλήρωσε.
   -Ναι πριν από πολύ καιρό... Υπήρχε και ένα παιδί εδώ, αλλά δεν έμεινε πολύ. Χάθηκε σχεδόν αμέσως... του είπε με νοσταλγική φωνή.
   -Τι εννοείς χάθηκε; την ρώτησε γεμάτος απορία.
   -Χάθηκε! Έτσι ξαφνικά σταμάτησα να ακούω την φωνή του...
   -Δοκίμασες ποτέ να βρεις κάποια έξοδο; την ρώτησε ο Τζος πιάνοντας στα χέρια του το κοπίδι.
   -Ναι, αλλά όπου κι αν πήγαινα πάντα κατέληγα εγκλωβισμένη εδώ...
   -Όπου πήγαινες;
   -Ναι! Άνοιγα την μία πόρτα, μετά την άλλη, την άλλη, αλλά κατέληγα πάντα σε έναν λαβύρινθο που όλες του οι διαδρομές κατέληγαν εδώ που βρίσκομαι τώρα, του είπε δείχνοντας την απόγνωσή της.
   -Τι εννοείς άνοιγες όλες τις πόρτες; την ρώτησε ξανά, μη μπορώντας να πιστέψει αυτό που άκουγε.
   -Δεν έχεις δει πόρτες εσύ εδώ; τον ρώτησε και εκείνη με την ίδια περιέργεια.
   -Ως τώρα μία, η οποία ήταν κλειδωμένη. Όταν κατάφερα να την περάσω, βρέθηκα εδώ. Όπου και πάλι υπάρχει μια κλειδωμένη καταπακτή, είπε εξάπτοντάς της την περιέργεια.
   -Την πρώτη πόρτα πώς την πέρασες; τον ρώτησε.
   -Άνοιξε μόνη της, δίχως να την αγγίξω... Και απλά την πέρασα... είπε ο Τζος αφήνοντας το κοπίδι ξανά στο τραπέζι, καθώς επεξεργαζόταν αυτή την φορά το πριόνι.
   -Τι να σου πω... εγώ τις βρήκα όλες ξεκλείδωτες...
   Μπερδεμένος όσο ποτέ άλλοτε στην ζωή του, ο Τζος έχοντας το πριόνι στα χέρια του πήγε στην καταπακτή. Προσπαθώντας με αυτό να κόψει το χερούλι της, εξεπλάγη για άλλη μια φορά που δεν άκουσε κανέναν θόρυβο. Όσο όμως και αν προσπαθούσε, όση δύναμη και αν έβαζε, το πριόνι ούτε καν χάραζε το σίδερο. Ούτε όμως και τα δόντια του πριονιού χαλούσαν. Ήταν σαν να μην ερχόντουσαν αυτά τα δύο μέταλλα ποτέ σε επαφή. Κάτι που όμως δεν συνέβαινε, αφού ο Τζος ένιωθε ότι το πριόνι ακουμπούσε επάνω στο σίδερο.
   Παρατώντας το στο τραπέζι, πήρε στα χέρια του το σφυρί. Με όση δύναμη είχε, κοπάνησε με αυτό το χερούλι δίχως όμως να καταφέρει κάτι. Μόλις η φαρδιά κεφαλή του σφυριού έφτανε στο χερούλι, απλά σταμάταγε. Δίχως να ακουστεί κάτι, δίχως καν να κουνηθεί.
   -ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΑ; Άκουσε την φωνή της γυναίκας να τον ρωτά.
   -ΝΑΙ ΚΑΛΑ ΕΙΜΑΙ, της απάντησε ελαφρώς λαχανιασμένος.
   -ΓΙΑΤΙ ΑΚΟΥΓΕΣΑΙ ΕΤΣΙ; τον ρώτησε με αγωνία.
   -ΠΡΟΣΠΑΘΩ ΝΑ ΑΝΟΙΞΩ ΤΗΝ ΓΑΜΗΜΕΝΗ ΚΑΤΑΠΑΚΤΉ, φώναξε νευριασμένος ο Τζος.
   -ΜΕ ΤΙ;
   Εκνευρισμένος, περισσότερο ίσως από την ακατάπαυστη ομιλία της, προσπάθησε να συγκρατήσει τα νεύρα του. Αφού δεν είχε κάτι να του προσφέρει, όσον αφορούσε την έξοδό του από εκεί, δεν ήθελε να της μιλάει άλλο.
   -Με ένα πριόνι και ένα σφυρί, της απάντησε επίτηδες βαριεστημένα, μήπως και το καταλάβαινε βουλώνοντάς το επιτέλους για λίγο.
   -Που τα βρήκες; τον ρώτησε έχοντας όμως ένα απρόσμενο ενδιαφέρον στην φωνή της.
   -ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΜΑΙ, ΕΝΤΑΞΕΙ; της απάντησε φωνάζοντας και εκδηλώνοντας απροκάλυπτα πια τα νεύρα του.
   -Υπάρχει και ένα κοπίδι εκεί; άκουσε έκπληκτος να τον ρωτάει η γυναίκα, όπου κι εκείνη με την σειρά της αγνόησε τον θυμό του.
   -ΠΟΥ ΤΟ ΞΕΡΕΙΣ; ΠΟΙΑ ΕΙΣΑΙ; την ρώτησε σαστισμένος ψάχνοντας πάλι γύρω του να δει αν υπήρχε κάποια κάμερα, ή κάτι άλλο που μπορεί να μην το είχε προσέξει.
   -Είμαστε και οι δυο παγιδευμένοι εδώ μέσα. Αυτό έχει σημασία, του είπε αποφεύγοντας να απάντηση στην πρώτη του ερώτηση. Όσο για το πού το ξέρω, τα είδα ζωγραφισμένα σε ένα από τα δωμάτια που τριγυρνούσα...
   Ξεφυσώντας από θυμό, ο Τζος δεν έβγαζε καθόλου νόημα μέσα από όλα αυτά. Αν κάτι τον εκνεύριζε όσο τίποτε άλλο στον κόσμο, ήταν να μην έχει τον έλεγχο μιας κατάστασης.
   -ΚΑΙ ΤΙ ΥΠΟΤΙΘΕΤΑΙ ΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΩ ΜΕ ΑΥΤΑ; της φώναξε απογοητευμένος ακουμπώντας το κεφάλι του στον τοίχο.
   -ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΙΔΕΣ ΣΤΟΝ ΚΟΛΟΤΟΙΧΟ ΣΟΥ; ρώτησε φωνάζοντας εκνευρισμένος.
   Επικρατώντας για λίγο σιωπή, άκουσε ξανά την φωνή της γυναίκας να ηχεί μέσα στο δωμάτιο.
   -Δεν ξέρω αν σε βοηθάει, αλλά πάνω από αυτά είχε γραμμένη μια φράση...
   -ΤΙ ΦΡΑΣΗ; ΜΙΛΑ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! ούρλιαξε δίχως να ξέρει πάνω στην αγανάχτηση του που να κοιτάξει.
   -Η φράση έλεγε "Όλες οι πόρτες ανοίγουν μπροστά στον πόνο της μετάνοιας", του είπε η γυναίκα με σοβαρό ύφος, αφήνοντας και πάλι το δωμάτιο να το πλημμυρίσει η απόλυτη σιωπή.
   Ο Τζος σκεφτόταν όλη την ώρα αυτή την φράση. Ήξερε ότι το κλειδί του προβλήματός του βρισκόταν εκεί. Απλά δεν μπορούσε να κατανοήσει το βαθύτερο νόημά της.
   "Ο πόνος της μετάνοιας..." επαναλάμβανε ξανά και ξανά από μέσα του. Μέχρι που του ήρθε μια ιδέα. Από την πρώτη στιγμή που είχε δει αυτά τα εργαλεία, τα είχε αναγνωρίσει αμέσως. Ήταν τα κυριότερα από αυτά που χρησιμοποιούσε για να εξαφανίσει μερικά από τα θύματά του. Όταν δεν χρειαζόταν να σκηνοθετήσει κάποιον θάνατο, τότε εξαφάνιζε τα πτώματα τεμαχίζοντας τα, η σπάζοντας τα κόκαλα τους για να χωρέσουν σε κάποιο κουτί. Το λεπίδι όμως, το χρησιμοποιούσε στις περιπτώσεις που του είχαν αναθέσει να αποσπάσει σημαντικές πληροφορίες.
   Πιστεύοντας ότι είχε βρει την λύση του πάζλ, πήρε στα χέρια του το κοπίδι. Βγάζοντας την λεπίδα έξω, χάραξε με αυτό βαθιά το στήθος του. Βογκώντας από τον πόνο που ένιωθε, υπέφερε βουβά βλέποντας το αίμα του να κυλάει γρήγορα πάνω στο σώμα του. Με την πρώτη σταγόνα που έπεσε στο πάτωμα, άκουσε το ίδιο μεταλλικό "κλικ" που είχε ακούσει και πριν.
   -Τι ήταν αυτό; άκουσε την γυναίκα να τον ρωτά.
   -Άνοιξε η καταπακτή, είπε αγκομαχώντας ο Τζος.
   -Είσαι καλά; τον ρώτησε ξανά η γυναίκα.
   -Έχω υπάρξει και καλύτερα, μονολόγησε.
   Περπατώντας αργά, νιώθοντας το στήθος του να καίει έσκυψε και άνοιξε διάπλατα την καταπακτή. Μέσα της υπήρχε ένα στενό και σκοτεινό τούνελ. Προσπαθώντας να συρθεί μέσα για να δει που οδηγούσε, διαπίστωσε ότι τα πόδια του δεν χωρούσαν και κάπου έβρισκαν μέσα σ' αυτήν. Βγαίνοντας ξανά έξω, σηκώθηκε όρθιος κουνώντας το κεφάλι του. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει.
   -Ο πόνος της μετάνοιας ε; μουρμούρισε.
   Πηγαίνοντας στο τραπέζι, πήρε από εκεί το σφυρί και αφού έκατσε στο πάτωμα, πήρε μια βαθιά ανάσα. Τεντώνοντας τα πόδια του, έριξε την πρώτη σφυριά. Ουρλιάζοντας από τους πόνους, έριξε και μια δεύτερη. Σπάζοντας τα πόδια του, σύρθηκε ξανά μέσα στην τρύπα μπαίνοντας αυτή την φορά δίχως πρόβλημα.
   Σέρνοντας την σκισμένη κοιλιά του στο στενό τούνελ και στριμώχνοντας τα σπασμένα πόδια του μέσα σε αυτό, προχωρούσε ουρλιάζοντας από τους πόνους.
   Η φωνή τής γυναίκας δεν ακουγόταν καθόλου.
   Περνώντας ένα αβάσταχτο μαρτύριο σερνόταν για πολλή ώρα προσπαθώντας να καταλήξει κάπου. Ένιωθε ότι για κάποιο λόγο, αυτό το βασανιστήριο γινόταν εσκεμμένα. Σαν κάποιος να τον τιμωρούσε με τις ίδιες του τις πρακτικές. Και ίσως, τώρα που το σκέπτονταν, να του άξιζε κιόλας.
   Εξαντλημένος κυριολεκτικά από τους πόνους, είδε επιτέλους το αρκετά πιο φωτεινό τέλος τού τούνελ. Δυστυχώς γι’ αυτόν όμως, σε αντίθεση με το ξεκίνημά του, το τέλος του τούνελ κατέληγε στο ύψος του ταβανιού του επόμενου δωματίου. Σκύβοντας το κεφάλι και κοιτώντας από την άκρη του τούνελ υπολόγισε ότι ήταν τουλάχιστον έξι μέτρα πιο ψηλά από το πάτωμα.
   Κοιτώντας γύρω του, δεν είδε τίποτα που θα μπορούσε να πιαστεί επάνω του ώστε να κατέβει δίχως να πηδήξει. Υπομένοντας και αυτό το μαρτύριο, πήδηξε και πέφτοντας κάτω τσάκισε ακόμα περισσότερο τα σπασμένα πόδια του. Σφαδάζοντας από τους πόνους, ούρλιαζε και φώναζε παρακαλώντας να δοθεί ένα τέλος στο μαρτύριο του.
   -ΑΠΟΤΕΛΕΙΩΣΤΕ ΜΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! φώναξε απελπισμένος.
   -Όπως έκανα και εγώ, μουρμούρισε κλαίγοντας από τους πόνους.
   -Δεν βασάνισα ποτέ κανέναν από αυτούς που σκότωσα. Δεν ένιωσαν ποτέ τον πόνο που νιώθω εγώ τώρα, κατέληξε ξεσπώντας σε λυγμούς πεσμένος στο πάτωμα.
   -Ακόμα δεν κατάλαβες Τζος; άκουσε ξανά την γυναικεία φωνή.
   -Η τιμωρία σου δεν αφορά μόνο τον σωματικό πόνο των θυμάτων σου, συνέχισε με ήρεμη φωνή.
   -Αλλά και τον ψυχικό, αυτόν που αγνόησες τόσο προκλητικά, αδιαφορώντας για το πώς ένιωθαν οι οικογένειές τους! Αυτές που ήξεραν ότι ο άνθρωπός τους δε θα αυτοκτονούσε ΠΟΤΕ! άκουσε την φωνή της σαν μαστίγιο μέσα στο μυαλό του, για να καταλήξει να του ψιθυρίσει σαν άνεμος μέσα στα αυτιά:
   -Αυτούς Τζος δεν κατάφερες ποτέ να τους ξεγελάσεις.
   Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο Τζος, γελώντας ειρωνικά, στήριξε το σώμα του στα δυο του χέρια.
   -Μόνο το σώμα μου μπορείτε να τσακίσετε. Την ψυχή μου την έχω χάσει προ πολλού, είπε με ήρεμη φωνή, για να φωνάξει αμέσως μετά:
   -ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΙΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ...
   -Έτσι πιστεύεις; ρώτησε η γυναίκα και αυτή την φορά η φωνή της ήχησε σε όλο το δωμάτιο σαν αντίλαλος.
   Μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Τζος, μια μακρόστενη ακτίνα φωτός άρχισε να εμφανίζεται βγάζοντας μεγάλες και εκτυφλωτικές λάμψεις, αναγκάζοντας έτσι τον Τζος να βάλει το χέρι μπροστά στο πρόσωπό του για να μπορέσει να δει καλύτερα. Μέσα από αυτήν την λάμψη σιγά-σιγά μια μικρή μαύρη σκιά άρχισε να ξεπροβάλει μεγαλώνοντας όλο και πιο πολύ. Ερχόμενη προς το μέρος του αργά, αλλά σταθερά, η σκιά πήρε ανθρώπινη μορφή σβήνοντας στο τέλος πίσω της, την εκτυφλωτική πηγή φωτός.
   Κατεβάζοντας το χέρι ο Τζος, σοκαρισμένος είδε επιτέλους την γυναίκα που του μιλούσε.
   Ήταν η γυναίκα του!
   Έχοντας την εικόνα της ξανά μπροστά του, ένιωσε στην καρδιά του έναν αβάσταχτο πόνο που ξεπερνούσε κάθε σωματικό που ένιωθε εκείνη την ώρα.
   Πλησιάζοντάς τον έσκυψε προς το μέρος του πέφτοντας στα γόνατά της. Φορούσε ένα ολόλευκο φόρεμα το οποίο, έτσι όπως έλαμπε επάνω της, την έκανε να μοιάζει με άγγελο. Χαμογελώντας τού χάιδεψε το πρόσωπο γεμάτη καλοσύνη.
   Νιώθοντας ξανά το άγγιγμά της ύστερα από τόσα χρόνια, κατέβασε το κεφάλι από ντροπή και ύστερα ξέσπασε σε γοερούς λυγμούς μη μπορώντας να σταματήσει.
   -Για αυτό έφυγε το παιδί μας. Γιατί έπρεπε να θυμάται τον πατέρα του όπως τον φανταζόταν και όχι όπως ήταν στα αλήθεια, του είπε με απαλή φωνή.
   Ακούγοντάς την, ένιωσε την καρδιά του να γίνεται χίλια κομμάτια. Αστείρευτος ψυχικός πόνος κατέκλυσε όλη του την ψυχή.
   -Είδες που τελικά έχεις ακόμα συναισθήματα; τον ρώτησε, έχοντας στην φωνή της μια απόκοσμη γλυκιά χροιά.
   -Ήρθες εδώ γυμνός για να αντιμετωπίσεις κατάματα τις αμαρτίες σου, συνέχισε να του λέει εξηγώντας του πια τι συνέβαινε.
   -Δεν άκουγες ποτέ θόρυβο εκεί που έμπαινες, γιατί εδώ ο μόνος θόρυβος που έχει αξία, είναι ο θόρυβος των πράξεων μας, η μετάνοια της ψυχής μας, κατέληξε σηκώνοντάς του απαλά το κεφάλι για να την κοιτάξει.
   Βλέποντάς την ο Τζος, με δάκρυα στα μάτια, το μόνο που μπόρεσε να ψελλίσει ήταν:
   -Συγνώμη...
   Ήταν όμως βγαλμένη από τα βάθη της καρδιάς του αυτή η συγνώμη. Την εννοούσε μέχρι το τελευταίο γράμμα της.
   -Μη ζητάς από εμένα συγνώμη, αγάπη μου, του είπε κοιτώντας τον με ένα πρόσωπο που ξεχείλιζε από στοργή.
   -Αλλά από αυτούς, κατέληξε γυρνώντας το κεφάλι ελαφρά πίσω της, δείχνοντάς του κάτι.
   Ο Τζος κοιτώντας εκεί που του έδειχνε, είδε να εμφανίζονται πολλές μικρές λάμψεις, όπου μέσα από αυτές ξεπρόβαλαν ένα-ένα όλα τα θύματά του. Γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι, όλοι ήταν εκεί. Και όλοι τον κοιτούσαν με ένα βλέμμα γεμάτο οίκτο. Κάτι που τσάκισε ότι είχε απομείνει από την καρδιά του.
   -Εδώ κανείς δεν νιώθει μίσος. Αυτό που πρέπει να κερδίσεις με την μεταμέλειά σου, είναι η συγχώρεσή τους, του είπε η γυναίκα του αντικρίζοντάς τον ξανά και έχοντας ένα χαμόγελο αγαλλίασης ζωγραφισμένο στα χείλη της.
   Κοιτώντας μια εκείνη και μια τις χαμένες ψυχές πίσω της, ο Τζος προσπάθησε να σηκωθεί όρθιος. Υποφέροντας από τους πόνους και παρ’ ό,τι δεν του το επέτρεπαν τα σπασμένα του πόδια, εκείνος προσπαθούσε ξανά και ξανά. Μέχρι που τα κατάφερε! Υπομένοντας κάθε πόνο, ισορροπώντας ουσιαστικά πάνω στα σπασίματά του, τους κοίταξε όλους έναν προς έναν. Βλέποντάς τους θυμόταν ακριβώς πώς είχε στερήσει την ζωή στον κάθε ένα από αυτούς, μετανοώντας για κάθε του έγκλημα.
   -Είμαι ανάξιος της συγχώρεσής σας. Τα λάθη μου υπήρξαν πολλά και βαριά, ξεκίνησε να λέει κατεβάζοντας το κεφάλι.
   -Ούτε ο Θεός μπορεί να με συγχωρέσει... ΣΥΓΝΩΜΗ...
   Ύστερα, κοιτώντας με θλίψη την γυναίκα του, της είπε βγάζοντας κάθε ειλικρίνεια από μέσα του:
   -Αν μπορέσεις έστω εσύ να με συγχωρέσεις, η ψυχή μου θα μπορεί να καεί ευτυχισμένη σε οποιαδήποτε κόλαση...
   Κοιτάζοντάς τον με τα υπέροχα αγγελικά της μάτια, σηκώθηκε όρθια και πιάνοντάς τον από το χέρι…
   -Αυτή ήταν η δική σου κόλαση Τζος, του είπε λούζοντάς τον με το φως της.
   -Έλα... Ο γιος μας περιμένει...
   Κοιτάζοντας τις ψυχές που πλέον και αυτές είχαν αγαλλιάσει, είδε ευτυχισμένος στα πρόσωπά τους μια έκφραση συγχώρεσης, διώχνοντας μακριά τον οίκτο που ένιωθαν μέχρι πριν από λίγο γι’ αυτόν.
   Κάνοντας το πρώτο βήμα ο Τζος διαπίστωσε ότι δεν πονούσε πλέον πουθενά! Η πληγή από το στήθος του είχε εξαφανιστεί και ξαφνικά μέσα από τα μάτια του πέρασαν όλες οι τελευταίες του στιγμές πριν βρεθεί εκεί.
   Οδηγώντας για να πάει στο θανάσιμο ραντεβού του, είδε ένα φορτηγό που ερχόταν από την αντίθετη πλευρά με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Πέφτοντας με απίστευτη ορμή επάνω του έκανε το αμάξι που οδηγούσε κομμάτια, νιώθοντας τα μέταλλα να τον συνθλίβουν. Τα διαμελισμένα κομμάτια του είχαν γίνει ένα με το μέταλλο του αυτοκινήτου, αφήνοντας έτσι την τελευταία του πνοή πάνω στην άσφαλτο.
   Δίχως στοιχεία ταυτότητας για τον ίδιο και το αυτοκίνητό του, για να μην αφήνει ίχνη που θα τον συνέδεαν με τις αποτρόπαιες πράξεις του και δίχως να τον αναζητήσει κανένας, τον έθαψαν πρόχειρα βάζοντας την υπόθεσή του στα αζήτητα. Για την πολιτεία δεν ήταν παρά μονάχα άλλος ένας άγνωστος που βρέθηκε την λάθος ώρα στο λάθος μέρος.
   Τα τελευταία λόγια που ακούστηκαν για αυτόν, ήταν από μερικούς άγνωστους ανθρώπους που έτρεξαν στον τόπο του δυστυχήματος.
"Ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή του..."

ΤΕΛΟΣ

Copyright © Μάριος Καρακατσάνης - All rights reserved - 2014 http://www.marioskarakatsanis.gr

Διαβάσατε την πέμπτη ιστορία της συλλογής, του Μάριου Καρακατσάνη, σε πρώτη δημοσίευση για το koukidaki. Απαγορεύεται αυστηρά η αντιγραφή και αναδημοσίευση  μέρους ή του συνόλου της παρούσης ανάρτησης χωρίς την άδεια του συγγραφέα. Το φωτογραφικό υλικό που κοσμεί την ιστορία και το εξώφυλλο αυτής είναι αποκλειστικές επιλογές του Μάριου Καρακατσάνη.
Βρείτε τον συγγραφέα στο facebook.

Και οι ιστορίες συνεχίζονται...

4 σχόλια:

  1. Ενα πολύ καλό μάθημα έστειλες σήμερα Μάριε! Είμαστε όλοι υπεύθυνοι για τις πράξεις μας αλλά και για τον αντίχτυπο των πράξεων μας. Δεν είμαστε μόνοι στη ζωή...ότι καλό ή κακό κάνουμε σίγουρα επηρεάζει τους ανθρώπους γύρω μας και πολύ περισσότερο αυτούς που αγαπούμε και που πολλές φορές πληρώνουν για τα δικά μας αμαρτήματα. Κι ας μην ξεχνούμε οτι τον παράδεισο και την κόλαση ξεκινούμε να τα βιώνουμε από τη ζωή. Εδώ παίρνουμε μια προ-γεύση όπως ο Τζος όταν έχασε την οικογένεια του. Η προσωπική του κόλαση συνεχίστηκε και μετά το θάνατο ώσπου ευλογήθηκε με την κάθαρση για να μπορέσει πλέον να προχωρήσει στον προορισμό του......

    Από Μαρία Κουζαπά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σε ευχαριστώ πολύ Μαρία για τα καλά σου λόγια. Ήθελα να παρουσιάσω και μια ιστορία που να αφορούσε, την "έξοδο" της ανθρώπινης ψυχής.

      Διαγραφή
    2. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

      Διαγραφή
  2. ειναι οτι ηθελα να γραψω και εγω.....Μαρια Κουζαπα !!!!!!!!!!!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Σάντυ Κυριακή ΗλιάδουΝατάσσα ΕξάρχουΣωτηρία ΙωαννίδουΚέλλυ ΚαϊμάκηΠαναγιώτης ΣταυρόπουλοςMo HayderΆννα Σελίδου
Γιάννης ΦιλιππίδηςΕυδοκία ΣταυρίδουΓιώργος ΙωαννίδηςPaullina SimonsΧρήστος ΧτιστόπουλοςΓεώργιος ΤζιτζικάκηςΘεόφιλος Γιαννόπουλος
Ασημίνα ΞηρογιάννηΝίκος ΚρίκαςΣοφία ΓουδετσίδουΜαριάνα ΝικολιδάκηΝάντια ΠαπαθανασοπούλουΓιώργος ΔάμτσιοςΓρηγόρης Τριγλίδης