Το άσυλο

Μέσα από αυτή την ιστορία θα σας παρουσιάσω ένα διαφορετικό πρόσωπο του Θεού. Γιατί όταν οι ανθρώπινες αμαρτίες φτάνουν στο σημείο να προσβάλουν ακόμα και τον Ίδιο, τότε η αιώνια Του καλοσύνη εξαφανίζεται. Και τότε καμιά ανθρώπινη οργή δεν θα είναι αρκετά δυνατή ώστε να μπορεί να φτάσει την δική Του. Ακόμα και όταν αγνοούμε τις λάθος επιλογές μας.
Γιατί όταν φτάνει το τέλος της συγχώρεσης, οι άγγελοι μπορούν να γίνουν εφιάλτες...

Μάριος Καρακατσάνης


   Κλεισμένος σχεδόν όλη του την ζωή σε ένα δωμάτιο μιας ψυχιατρικής κλινικής, ο Πάτρικ, περνούσε τον χρόνο του προσπαθώντας να αποδείξει ότι δεν ήταν τρελός.
   Τον είχαν καταδικάσει να ζει για πάντα εκεί μέσα, όταν σε ηλικία δεκαεννέα ετών, τον βρήκε η αστυνομία να στέκεται πάνω απ’ ό,τι είχε απομείνει από τους κατακρεουργημένους γονείς του. Την είχαν ειδοποιήσει οι γείτονες τρομαγμένοι, όταν άκουσαν δυνατές φωνές πανικού μέσα από το σπίτι του.
   Μπαίνοντας μέσα οι αστυνομικοί, με φρίκη αντίκρισαν τον Πάτρικ να στέκεται όρθιος και εντελώς ανέκφραστος, κοιτάζοντας ό,τι είχε απομείνει από το άψυχο σώμα του πατέρα του. Απέναντί τους ακριβώς, καρφωμένα πάνω σε κάτι τεράστιες σιδερένιες πρόκες πάνω στον τοίχο σε σωστή διάταξη, ήταν τα χέρια και τα πόδια του. Ανάμεσά τους, εκεί που θα έπρεπε να βρίσκεται το σώμα, υπήρχε το κεφάλι του. Δίπλα τους ακριβώς ήταν καρφωμένο το γυμνό σώμα της μητέρας του, από το οποίο επίσης έλειπαν τα χέρια, τα πόδια και το κεφάλι, τα οποία βρισκόντουσαν και αυτά τοποθετημένα σε σωστή διάταξη, αλλά, αντίθετα με του πατέρα του, κάτω στο πάτωμα. Ανάμεσά τους βρισκόταν ο Πάτρικ ανέκφραστος και αμίλητος κοιτάζοντας το απόλυτο κενό. Δεν είχε ίχνος αίματος επάνω του, κάτι όμως που δεν εμπόδισε τους αστυνομικούς να του συμπεριφερθούν με βιαιότητα, έχοντας στο μυαλό τους ότι αυτός ήταν σίγουρα ο δολοφόνος. Χαμένος σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο, ο Πάτρικ δίχως να προβάλει καμία απολύτως αντίσταση, άφησε να τον σύρουν βίαια έξω από το σπίτι του.
   Αν και τα κομματιασμένα μέλη τους φαινόντουσαν σαν να είχαν ξεριζωθεί βίαια και όχι σαν να τα είχαν κόψει, ωστόσο κανείς στο δικαστήριο δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με αυτό. Όσο καλά και αν έψαξαν στο σπίτι δεν βρήκαν απολύτως τίποτα που θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιηθεί για την δολοφονία τους.
   Επικαλούμενοι ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι με τέτοιες δυνάμεις ώστε να μπορούν να ξεριζώνουν τόσο εύκολα ανθρώπινα μέλη, κατέληξαν ότι είχε βρει κάποιο τρόπο να το κάνει, επικαλούμενοι ακόμα και την μέθοδο του Προκρούστη. Έστω και αν δεν είχε βρεθεί τίποτα που να υποδείκνυε κάτι τέτοιο. Έκαναν κυριολεκτικά φίλο και φτερό όλο το σπίτι, έσκαψαν ακόμα και τον κήπο, πιστεύοντας ότι ίσως να είχε θάψει κάπου τα εργαλεία που είχε χρησιμοποιήσει. Μα ποτέ δεν βρήκαν κάτι που να τον ενοχοποιεί.
   Όταν έφτασε η ώρα να δώσει την δική του εξήγηση για όλα αυτά, άναυδο όλο το δικαστήριο τον άκουσε να μιλάει για θεία δίκη.
   Μίλησε για έναν μαύρο πυκνό καπνό που στην αρχή κινιόταν αργά μέσα στο σπίτι την ώρα που βρισκόντουσαν εκεί εκείνος μαζί με την οικογένειά του. Από όποιο σημείο και αν περνούσε, έσπαγαν από μόνες τους όλες οι λάμπες του χώρου, αφήνοντας το σπίτι στο απόλυτο σκοτάδι. Ύστερα και οι τρεις τους άκουσαν έντρομοι μια βαριά συρτή φωνή, σαν να ψιθύριζε και να φώναζε συγχρόνως, να καλεί τα ονόματα των γονιών του. Αυτό που του είχε κάνει εντύπωση ήταν ότι τους φώναζε με τα πατρικά τους ονόματα, τα οποία ήταν ίδια.
   Συνεχίζοντας ο Πάτρικ να μιλάει στο δικαστήριο, είπε ότι οι γονείς του πλησίασαν φοβισμένοι τον καπνό, έχοντας κυριολεκτικά παραλύσει από τον φόβο τους. Μόλις βρέθηκαν ακριβώς απέναντί του, ο καπνός άρχισε να πυκνώνει σιγά-σιγά και να παίρνει την μορφή ενός άντρα από τον οποίο άρχισαν να ξεπροβάλλουν, πίσω από την πλάτη του, τεράστια μαύρα φτερά. Μόλις τα άνοιξε μεγαλοπρεπώς μέσα στον χώρο που βρίσκονταν, κοίταζε τους γονείς του αμίλητος. Από το πρόσωπό του έσταζε μαύρο νερό, το οποίο πέφτοντας κάτω, γινόταν ατμός και εξατμίζονταν. Η ραχοκοκαλιά του άγνωστου άντρα από την μέση και κάτω έγερνε ελαφρά προς τα πίσω, ενώ από την μέση και επάνω ερχόταν πάλι μπροστά έτσι ώστε να σχηματίζει ο κορμός του ένα περίεργο C. Δαγκώνοντας τα σάπια χείλη του, άπλωσε το χέρι του τοποθετώντας τα τεράστια δάχτυλά του πάνω στο πρόσωπο της μητέρας του.
   Αγνοώντας τον κόσμο στο δικαστήριο, όπου κάποιοι άρχισαν να γελάνε κοροϊδεύοντάς τον, ο Πάτρικ συνέχισε απτόητος την περιγραφή του.
   Σαν φίδι που μιλούσε, ο άντρας, είπε στους γονείς του ότι τα αδέλφια δεν έπρεπε να παντρεύονται μεταξύ τους και η απόκτηση παιδιών ήταν η μεγαλύτερη προσβολή που θα μπορούσαν να πράξουν έναντι του ίδιου του Θεού. Έπρεπε να πληρώσουν το τίμημα της αμαρτίας τους, αφήνοντας πίσω κάθε τι που θύμιζε την προσβολή αυτή. Αφήνοντας τα παιδιά τους μόνα και καταδικασμένα να πληρώνουν τις δικές τους αμαρτίες.
   Δίχως να πει άλλη κουβέντα τα μάτια του ξαφνικά έλαμψαν, ακινητοποιώντας τα κορμιά των γονιών του σαν υπνωτισμένα μπροστά του, αφήνοντας και τον ίδιο παράλυτο και μουδιασμένο. Όταν συνήλθε είχαν έρθει πλέον οι αστυνομικοί και τον συνέλαβαν. Δεν θυμόταν τίποτε άλλο.
   Τελειώνοντας την απολογία του, η κατακραυγή του κόσμου που βρισκόταν μέσα στην δικαστική αίθουσα ήταν τεράστια. Όλοι τον αποκαλούσαν τρελό, λέγοντας ότι έτσι προσβάλλει απροκάλυπτα την μνήμη των γονιών του. Πέραν από την ίδια την ιστορία που ακούγονταν εντελώς φαντασιακή, βάσισαν τις κατηγορίες τους και στο γεγονός ότι ο Πάτρικ δεν είχε αδέλφια. Όλοι ήξεραν ότι ήταν μοναχογιός. Άρα γιατί να μιλούσε στον πληθυντικό αυτό το κατασκεύασμα της φαντασίας του για “παιδιά”; Επομένως ό,τι έλεγε ήταν ψέμα και έπρεπε να πληρώσει για αυτό.
   Απαιτούσαν, τυφλωμένοι μέσα από το μίσος που άρχισαν να τρέφουν για αυτόν, την παραδειγματική τιμωρία του. Ο δικαστής δίχως να έχει στοιχεία εναντίον του για να τον κλείσει φυλακή, τον καταδίκασε σε μόνιμο εγκλεισμό στο ψυχιατρικό Άσυλο της πόλης τους μέχρι νεωτέρας.
   Η ιστορία του Πάτρικ, λόγω της βαναυσότητας του εγκλήματος, αλλά και λόγω της ιδιαιτερότητας που είχε, πήρε πολύ μεγάλη έκταση. Δημοσιογράφοι από όλα τα μέρη της γης ερχόντουσαν με σκοπό να καλύψουν το γεγονός με τα ρεπορτάζ τους, αδιαφορώντας όμως για το αν υπήρξε έστω και μια δόση αλήθειας στα λεγόμενα του Πάτρικ.
   Δεν προχώρησαν όπως όφειλαν σε έρευνες οι ίδιοι, παίρνοντας συνεντεύξεις από τους γείτονες που είχαν ακούσει τις φωνές, από τους αστυνομικούς που τον είχαν συλλάβει, και γενικά προσπαθώντας να μάθουν όσα περισσότερα μπορούσαν ώστε να διαμορφώσουν την δική τους άποψη. Απλά όλοι αναπαρήγαγαν τα ίδια και τα ίδια περί αιμοσταγούς παρανοϊκού δολοφόνου, για παιδί τέρας που κατακρεούργησε τους γονείς του και άλλα τέτοια παρόμοια, προκειμένου να καλύψουν την αστείρευτη δίψα των τηλεθεατών τους για ζεστό αίμα και να ανεβάσουν τα νούμερα τηλεθέασης στα μέσα ενημέρωσης που δούλευαν.
   Όλο αυτό το διάστημα ο Πάτρικ φώναζε και διαμαρτυρόταν ότι τους έλεγε την αλήθεια και έπρεπε να τον πιστέψουν. Ότι ήταν άδικο να τον κλείσουν εκεί μέσα δίχως να ψάξουν να βρουν τί πραγματικά συνέβη.
   Μα δεν τον άκουγε και δεν τον πίστευε κανείς. Και όλοι τον μισούσαν, αφού γι’ αυτούς δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας στυγνός δολοφόνος των ανθρώπων που τον έφεραν στην ζωή.
   Η άσχημη συμπεριφορά των συμπολιτών του δεν σταμάτησε ούτε μέσα στο ψυχιατρείο. Όλοι οι φύλακες γνώριζαν την ιστορία του, με αποτέλεσμα, κάθε φορά που περνούσαν από το δωμάτιό του για να ελέγξουν αν ήταν όλα ασφαλή, να τον κοροϊδεύουν και τον ειρωνεύονται.
   -Ε ρε τρελάρα! Να σου φέρουμε καμιά ξαδέλφη να την ξεπαστρέψεις; του φώναζαν γελώντας.
   Ο Πάτρικ ανέκφραστος ούτε καν τους κοιτούσε. Είχε συνηθίσει πια τα ηλίθια αστεία τους και δεν τον άγγιζαν. Πέραν όμως από αυτό, δεν έκαναν τίποτε άλλο. Ούτε σε αυτόν, αλλά ούτε και σε κανέναν άλλο. Ήταν τον περισσότερο καιρό ήρεμοι και πειθαρχημένοι.
   Στις ελάχιστες ώρες που του επέτρεπαν να βγαίνει έξω, δεν μπορούσε ούτε ανάσα να πάρει δίχως να υπάρχει κάποιος από πίσω του που να τον παρακολουθεί. Έτσι τους ζήτησε να μην ξαναβγεί από το δωμάτιό του γιατί δεν είχε νόημα.
   Καθόταν μόνος μέσα στο δωμάτιό του και ζωγράφιζε με τις νερομπογιές που του είχαν δώσει, ξεφεύγοντας έτσι το μυαλό του μέσα από τα υπέροχα τοπία που έφτιαχνε. Ταξίδευε μέσα σε αυτά εξερευνώντας σαν ένας σύγχρονος Μάρκο Πόλο ανεξερεύνητους τόπους. Μόνο που σ’ αυτόν όλα τα μέρη που “επισκεπτόταν” ήταν μέσα στο κεφάλι του.
   Καμιά φορά από το μικρό παράθυρο με τα χοντρά κάγκελα που υπήρχε στο δωμάτιό του, δίπλα ακριβώς από την πόρτα, έβλεπε τι γινόταν έξω από αυτό και ύστερα χανόταν πάλι σε κάποια σκοτεινή γωνιά του.
   Είχαν περάσει κιόλας δύο χρόνια από τότε που πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του μέσα στο δωμάτιο του ψυχιατρείου. Και όλο αυτό το διάστημα που ζούσε εκεί μέσα δεν είχε έρθει ποτέ κανείς να δει τι κάνει. Ξεχασμένος και καταδικασμένος ακόμα και από τους συγγενείς του.
   Όταν το ψυχιατρείο πέρασε σε ιδιωτικά συμφέροντα, αδυνατώντας η ηγεσία της μικρής πολιτείας να το συντηρήσει, τα πράγματα εκεί άλλαξαν δραματικά. Ο νέος ιδιοκτήτης έδιωξε όλους τους παλιούς φύλακες, τους νοσηλευτές, ακόμα και τον διευθυντή του, αντικαθιστώντας τους με αρκετά πιο νέους και αυστηρότερους. Την έλλειψη εμπειρίας που είχαν, όσον αφορούσε την ήρεμη λειτουργία του ψυχιατρείου, την αντικαθιστούσαν με την δύναμη της βίας. Μόλις άκουγαν φωνές, ή κάποιος δεν συμμορφωνόταν με αυτά που του έλεγαν, χωρίς δεύτερη κουβέντα τον ξυλοκοπούσαν άγρια αφήνοντάς τον λιπόθυμο μέσα στο δωμάτιο του.
   Η αρχή είχε γίνει με έναν μεσήλικα του οποίου το δωμάτιο βρισκόταν ακριβώς απέναντι από του Πάτρικ. Ο άντρας αυτός είχε την συνήθεια να τραγουδάει πάντα αργά το βράδυ, κρατώντας ξύπνιους τους πάντες μέχρι να σταματήσει. Η φωνή του όμως ήταν τόσο μελωδική, που κανείς από τους τροφίμους του ψυχιατρείου δεν διαμαρτυρόταν. Αντίθετα ηρεμούσαν όλοι τόσο πολύ, που όταν σταμάταγε κοιμόντουσαν σχεδόν αμέσως.
   Ακούγοντας βαριά βήματα στους σκοτεινούς διαδρόμους, ο Πάτρικ έτρεξε να κοιτάξει από το παράθυρο δίπλα στην πόρτα.
   -Εεε! Γέρο θα βγάλεις τον σκασμό; άκουσε να φωνάζουν αγριεμένοι δημιουργώντας μια ανατριχιαστική ηχώ σε όλο σχεδόν τον όροφο.
   Ο άντρας αγνοώντας τους συνέχισε να τραγουδάει ατάραχος δίχως ίχνος φάλτσου στην φωνή του. Χωρίς να πουν κάτι άλλο, ο Πάτρικ είδε τους 3 άντρες να ανοίγουν την πόρτα του δωματίου τραβώντας από την θήκη τα μαύρα ελαστικά κλομπ τους. Ύστερα το μόνο που ακούστηκε ήταν ο δυνατός μπάσος ήχος των χτυπημάτων τους, συνοδευόμενα από δυνατά ουρλιαχτά πόνου. Και μετά η απόλυτη σιωπή.
   Ακούγοντας όλη αυτή την ώρα οι υπόλοιποι ασθενείς της φωνές και τα ουρλιαχτά, ξεσηκώθηκαν κάνοντας φασαρία και οι ίδιοι. Έχοντας χάσει απότομα όλη την ηρεμία που ένιωθαν εκείνη την στιγμή, ούρλιαζαν και αυτοί μαζί με τον άντρα που υπέφερε από τα κτυπήματα. Όταν εκείνος σταμάτησε να φωνάζει, προφανώς πέφτοντας λιπόθυμος από τους πόνους, οι 3 άντρες βγήκαν έξω από το δωμάτιο κρατώντας ακόμα τα κλομπ στα χέρια.
   -ΑΚΟΥΣΤΕ ΜΕ ΚΑΛΑ ΟΛΟΙ! φώναξε με δύναμη ο ένας από αυτούς.
   Χτυπώντας το κλομπ του πάνω στην σιδερένια πόρτα για να τους τραβήξει την προσοχή, ο Πάτρικ είδε να πετάγονται μεγάλες σταγόνες αίματος επάνω της.
   -ΒΓΑΛΤΕ ΤΟΝ ΣΚΑΣΜΟ ΤΩΡΑ! ΑΛΛΙΩΣ ΘΑ ΣΩΠΑΣΕΤΕ ΜΙΑ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ! ΕΓΙΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΤΟΣ;
   Ακούγοντας την επιβλητική του φωνή, όλοι σώπασαν μονομιάς.
   -Χαίρομαι... είπε αυτή την φορά με ήρεμη φωνή ο φύλακας και κάνοντας νόημα στους άλλους 2 αποχώρησαν από τον διάδρομο.
   Από εκείνη την μέρα και μετά, το ψυχιατρείο είχε πάρει πλέον διαστάσεις φυλακής. Οι φύλακες είχαν γίνει δεσμοφύλακες, έχοντας το ελεύθερο να παίρνουν πρωτοβουλίες για το πώς θα συμπεριφέρονται στον κάθε ασθενή. Αρκεί να πετύχαιναν τον έναν και μοναδικό σκοπό τους, την απόλυτη ησυχία, ασκώντας επάνω τους όλα τα σαδιστικά ένστικτα που είχαν προκειμένου να πετύχουν αυτό τον σκοπό.
   Όταν έφτασε η μέρα να μπουν και στο δωμάτιο του Πάτρικ, τον διέταξαν να βγει έξω να πάει μαζί με τους άλλους στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο ψυχαγωγίας που υπήρχε. Εκείνος τους είπε ότι ποτέ δεν έβγαινε παρακαλώντας να τον αφήσουν στην ησυχία του. Ούτε ενοχλούσε, ούτε προκαλούσε πρόβλημα σε κανέναν με αυτή του την επιλογή.
   -Προκαλείς σε εμάς... του απάντησε ο φύλακας με αυστηρό ύφος.
   -Όταν σου λέμε κάτι, θέλουμε να γίνεται δίχως αντιρρήσεις, συνέχισε ο άντρας να του λέει κοιτάζοντάς τον, την ώρα που έπιανε την άκρη του κλομπ του. Μα πριν προλάβει να κάνει ο,τιδήποτε, ο Πάτρικ σηκώθηκε όρθιος και δίχως να πει τίποτα βγήκε έξω από το δωμάτιο με το κεφάλι κατεβασμένο υποτακτικά.
   -Αργείς αλλά μαθαίνεις... Άκουσε να του λέει ο φύλακας καθώς τον προσπερνούσε.
   Μα δεν πρόλαβε να κάνει λίγα βήματα ο Πάτρικ και αμέσως δέχτηκε ένα δυνατό χτύπημα στην πλάτη.
   -Ωστόσο, το μάθημα είναι μάθημα! του αποκρίθηκε χαμογελώντας του σαδιστικά.
   -Αφού σου αρέσει να είσαι μέσα, μείνε μέσα! συνέχισε να του λέει την ώρα που ο Πάτρικ κείτονταν στο πάτωμα βογκώντας από τους πόνους.
   Τραβώντας τον βίαια από τα μαλλιά τον έσυρε ξανά μέσα, κλειδώνοντάς του και πάλι την πόρτα. Όλη την υπόλοιπη μέρα του, την πέρασε πεσμένος στο πάτωμα μη μπορώντας να σηκωθεί καθόλου όρθιος.
   Στον βραδινό έλεγχο που γινόταν, οι φύλακες παρ’ όλο που τον είδαν ασάλευτο στο πάτωμα, αδιαφόρησαν πηγαίνοντας στο επόμενο δωμάτιο. Ο Πάτρικ άκουγε την μία σιδερένια πόρτα μετά την άλλη να ανοίγει και να κλείνει σχεδόν αμέσως απότομα.
   Εκείνο το βράδυ ένιωσε μέσα του κάτι να αλλάζει. Ένιωσε να ξεχειλίζει από οργή δίνοντάς του την δύναμη, αλλά και το κουράγιο που του έλειπαν, για να μπορέσει να σηκωθεί όρθιος. Τεντώνοντας την μέση του, άκουσε ένα δυνατό "κρακ" και αμέσως μετά έναν πόνο σαν σουβλιά να του διαπερνά όλο το κορμί. Μα δεν έβγαλε άχνα. Μόνο τα χείλια του τρεμόπαιξαν λίγο πνίγοντας μέσα του κάθε πόνο.
   Την επόμενη μέρα το πρωί, όπως έκαναν πάντα, οι φύλακες άφησαν το πρωινό σε όλα τα δωμάτια του ορόφου. Σαν προγραμματισμένα ρομπότ ερχόντουσαν πάντα μετά από δέκα πέντε λεπτά και έπαιρναν πίσω τους δίσκους, είτε είχαν τελειώσει το πρωινό τους είτε όχι. Το ίδιο έκαναν και με το μεσημεριανό, το ίδιο και με το βραδινό. Αν τόλμαγε κάποιος να διαμαρτυρηθεί, τον χτυπούσαν με τόση δύναμη στην κοιλιά που του προκαλούσαν εμετό.
   -Ορίστε, τελικά είχες φάει... έλεγαν κοροϊδεύοντας και αφήνοντάς τους νηστικούς και λερωμένους έφευγαν από το δωμάτιο γελώντας.
   Τα ήσυχα βράδια είχαν αντικατασταθεί πια με ελαφρά ακούσματα από πνιχτούς λυγμούς και αυτοί ήταν οι μόνοι θόρυβοι που επέτρεπαν οι φύλακες να ακούγονται. Και αν καμιά φορά όταν αυτός που έκλαιγε ακούγοντας τα βήματά τους φοβισμένος σταματούσε, εκείνοι έμπαιναν στο δωμάτιό του, κάνοντάς τον να συνεχίσει το κλάμα ακόμα πιο δυνατά.
   Έτσι κυλούσε η ζωή του Πάτρικ όλα αυτά τα χρόνια μέσα σ’ αυτή την κόλαση που τον είχαν κλείσει, έχοντας φτάσει πια σε ηλικία 35 ετών!
   Ζητούσε επανειλημμένα να δικαστεί ξανά, αλλά οι αιτήσεις του απορρίπτονταν η μία μετά την άλλη. Ο κόσμος δεν τον ήθελε έξω. Πίστευαν ότι ήταν ντροπή για την κοινωνία τους, ένας άνθρωπος που είχε σκοτώσει τους γονείς του, να κυκλοφορεί ελεύθερος ανάμεσα τους. Έτσι ό,τι προσπάθεια και αν ξεκινούσε, πάντα κατέληγε στο ίδιο άκαρπο σημείο. Ένας τρελός δεν είχε θέση ούτε στις φυλακές τους. Αυτό που του άξιζε ήταν η παραδειγματική τιμωρία του εκεί μέσα, μιας και όλοι πλέον είχαν μάθει για τις νέες τρομακτικές συνθήκες που επικρατούσαν στο Άσυλο μετά την αλλαγή της διαχείρισής του.
   Ένα βράδυ που έβρεχε καταρρακτωδώς, ένας νεαρός ασθενής που φοβόταν τις αστραπές φώναζε φοβισμένος μέσα στο δωμάτιό του. Ακούγοντάς τον οι φύλακες έτρεξαν αμέσως, όπως έκαναν εξ άλλου κάθε φορά σε τέτοιες περιπτώσεις.
   -Τι συμβαίνει εδώ; ρώτησε αγριεμένος ένας από αυτούς ανοίγοντας απότομα την πόρτα.
   Δίχως να τους δώσει καμία απάντηση εκείνος, στεκόταν κουλουριασμένος σε μια γωνία του δωματίου και ούρλιαζε πανικόβλητος αποφεύγοντας να τους κοιτάξει.
   Βλέποντας από τα μικρά παραθυράκια που υπήρχαν δίπλα στις πόρτες τους οι υπόλοιποι ασθενείς, ξέροντας τι θα επακολουθούσε άρχισαν να φωνάζουν.
   -Φοβάται τις αστραπές μην τον πειράξετε! ακούστηκε η αγωνιώδες φωνή ενός ασθενή απέναντι από το δωμάτιο του Πάτρικ, ο οποίος όλη αυτή την ώρα παρακολούθησε αμίλητος από το μικρό παράθυρο του τοίχου.
   -Μπα τι έχουμε εδώ; Έχετε κάνει και δικηγόροι; φώναξε ακούγοντας τον ένας από αυτούς.
   -ΝΑ ΠΑΤΕ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΟΛΟΙ, ούρλιαξε αυτή την φορά χτυπώντας και κλωτσώντας με δύναμη την πόρτα του ένας άλλος ασθενής.
   -ΝΑΙ ΣΤΟΝ ΔΙΑΟΛΟ! ακούστηκαν αυτή την φορά από παντού όλες οι φωνές των ασθενών.
   Ο Πάτρικ γεμάτος περιέργεια για το τι θα επακολουθούσε, κοιτούσε αχόρταγα μέσα από το μικρό παράθυρο, περιμένοντας να δει τα χειρότερα. Τα οποία δεν άργησαν να έρθουν.
   Ακούγοντάς τους τόσο εξαγριωμένους, ήρθαν και οι υπόλοιποι φύλακες για να προλάβουν τα χειρότερα.
   -Ώστε θέλουν παιχνιδάκια... άκουσε ο Πάτρικ ένα φύλακα να λέει χαμηλόφωνα κοιτάζοντας και χαμογελώντας όλο νόημα τους άντρες που είχε δίπλα του. Σύμφωνα με τις κινήσεις του και με τις εντολές που έδινε, έδειχνε να ήταν αυτός που έκανε κουμάντο εκείνη την στιγμή. Βλέποντας το υποχθόνιο ύφος που είχε, καθώς μιλούσε στον ασύρματο που κουβαλούσε επάνω του, ο Πάτρικ κατάλαβε ότι τα πράγματα θα αγρίευαν πάρα πολύ.
   Ξαφνικά είδαν πίσω τους όλοι, από τα καγκελόφραχτα παράθυρα των δωματίων, να ανάβουν εκτυφλωτικά φώτα στον προαύλιο χώρο. Ο χώρος αυτός, περιτοιχισμένος από ψηλούς τοίχους, είχε σε κάθε γωνιά του και από έναν τεράστιο προβολέα που τόσα χρόνια δεν είχαν δει ότι υπήρχε. Προφανώς ήταν και αυτό ένα μέρος από τις αλλαγές του νέου ιδιοκτήτη.
   -ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΦΑΝΕΣ ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ΑΚΟΜΑ ΤΑ ΝΕΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ, ΕΠΙΤΡΕΨΤΕ ΜΑΣ ΝΑ ΣΑΣ ΚΑΝΟΥΜΕ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΕΠΙΔΕΙΞΗ! φώναξε με όλη του την δύναμη αυτός που έμοιαζε να είναι ο αρχηγός των φυλάκων, κάνοντας τούς πάντες να σωπάσουν.
   Τρέχοντας όλοι οι ασθενείς στα πίσω παράθυρα του δωματίου τους, προσπαθούσαν να δουν γεμάτοι περιέργεια τι θα γινόταν. Ο Πάτρικ μένοντας προσωρινά στην θέση του, είδε να μπαίνουν ξανά μέσα στο δωμάτιο του ασθενή που φοβόταν τις αστραπές βγάζοντάς τον έξω. Τραβώντας τον από τα μαλλιά, τον έσερναν σε όλο τον διάδρομο μέχρι που χάθηκαν από τα μάτια του. Το μόνο που ακουγόταν ήταν οι στριγκλιές του άμοιρου νεαρού, που τους φώναζε εκλιπαρώντας να μην τον βγάλουν έξω στην βροχή. Μέχρι που χάθηκαν κι αυτές.
Ο Πάτρικ τρέχοντας και αυτός στο παράθυρο του, είδε μετά από λίγο, μαζί με όλους τους υπόλοιπους ασθενείς που είχαν οπτική επαφή από αυτή την μεριά του κτιρίου, τέσσερις φύλακες φορώντας αδιάβροχα να τραβάνε έξω στην βροχή τον νεαρό που χτυπιόταν πανικόβλητος στα χέρια τους.
   Πετώντας τον σαν τσουβάλι στο βρεγμένο κράσπεδο, με την καταρρακτώδης βροχή να μαστιγώνει το γυμνό πρόσωπο του νεαρού, ο φύλακας που τους φώναζε μέχρι πριν λίγο, τράβηξε επιδεικτικά την κουκούλα του αδιάβροχου που φορούσε, θέλοντας έτσι να σιγουρέψει ότι θα είχε την προσοχή των ασθενών επάνω του.
   Ο νεαρός έχοντας κυριολεκτικά παραλύσει από τον φόβο του, κοιτούσε ανήμπορος να αντιδράσει τους βασανιστές του. Σηκώνοντάς τον όρθιο, τον έδεσαν γερά σε ένα από τα δέντρα της αυλής αφήνοντας τους πάντες να κοιτάνε από τα παράθυρα αγανακτισμένοι. Φωτίζοντας το τρομαγμένο πρόσωπο του νεαρού άντρα η κάθε αστραπή που έπεφτε, μπορούσαν όλοι να δουν αρκετά καθαρά αυτό που δεν μπορούσαν να ακούσουν. Τα ξέφρενα ουρλιαχτά φόβου που έβγαιναν αβίαστα από το στόμα του.
   Αφήνοντάς τον εκεί μόνο του να υποφέρει, οι φύλακες ανέβηκαν ξανά επάνω στον όροφο.
   -Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΑΣ, άκουσαν να φωνάζει ξανά η γνώριμη φωνή του φύλακα.
   -ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΥΠΟΔΕΙΞΕ ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ; συνέχισε να τους λέει περιμένοντας να ακούσει μια απάντηση.
   Ο Πάτρικ γυρνώντας ξανά στο παραθυράκι δίπλα στην πόρτα, παρακολουθούσε κάθε τους κίνηση.
   -ΕΜΠΡΟΣ ΛΟΙΠΟΝ ΔΕΙΛΟΙ! τους φώναξε προκαλώντας τους.
   -ΔΕΝ ΘΑ ΦΥΓΕΙ ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΚΑΤΩ ΑΝ ΔΕΝ ΜΙΛΗΣΕΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΤΟΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟ ΤΟΥ... συνέχιζε να τους λέει με αποφασιστικότητα στην φωνή του.
   -ΕΓΩ! Ακούστηκε μια φωνή αρκετά κοντά τους.
   Οι φύλακες ακούγοντας τον, άνοιξαν την πόρτα του και δίχως να πουν λέξη τον έβγαλαν έξω σπρώχνοντάς τον. Ο άντρας στην αρχή πήγε να αντισταθεί, μα ένα δυνατό χτύπημα με το κλομπ στο πρόσωπο, τον συνέτισε αμέσως.
   -ΝΟΜΙΖΕΤΕ ΟΤΙ ΕΠΕΙΔΗ ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ ΕΔΩ ΘΑ ΣΑΣ ΦΟΒΗΘΟΥΜΕ; τους φώναξε ξανά.
   -ΝΟΜΙΖΕΤΕ ΟΤΙ ΕΧΕΤΕ ΤΡΕΛΑ ΜΕΣΑ ΣΑΣ; ΟΧΙ! ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ! ΕΓΩ ΘΑ ΣΑΣ ΔΕΙΞΩ ΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΤΡΕΛΑ! ούρλιαξε ηχώντας η τρομακτική του φωνή σε όλο τον διάδρομο.
   -ΦΟΡΕΣΤΕ ΤΟΥΣ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΚΑΙ ΒΓΑΛΤΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΔΕΞΙΑ ΠΤΕΡΥΓΑ ΕΞΩ! φώναξε στους υπόλοιπους φύλακες.
   Εκείνοι υπακούοντας τυφλά, βγάζοντας τα κλομπ τους έξω, άρχισαν να ξεκλειδώνουν τις πόρτες.
   -Η ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΠΤΕΡΥΓΑ ΘΑ ΣΑΣ ΕΙΠΕ ΤΙ ΕΙΔΑΝ... ΤΩΡΑ ΘΑ ΤΟΥΣ ΠΕΙΤΕ ΚΑΙ ΕΣΕΙΣ... Είπε τρέμοντας ολόκληρος από τα νεύρα του.
   Προχωρώντας εκείνος μπροστά παίζοντας στα χέρια το κλομπ του. Τον ακολουθούσαν από πίσω οι φύλακες, συνοδεύοντας προσεχτικά καμιά δεκαριά ασθενείς.
   Ανεβαίνοντας όλοι μαζί στην ταράτσα, στοίχισαν τους φοβισμένους ασθενείς σε μια σειρά πάνω σε ένα πεζούλι, έχοντας κοντά τους μόνο αυτόν που είχε μιλήσει. Δένοντάς του το στόμα με ένα μαντίλι για να μην ακούγεται, τον έδεσαν καλά πάνω στο χοντρό αλεξικέραυνο του κτηρίου, ενώ κάποιοι άλλοι του έβγαζαν τα παπούτσια.
   -Αφού τα έχεις καλά με τον φίλο σου, ελπίζω να τα έχεις καλά και με αυτό που φοβάται! του είπε έχοντας ένα αρρωστημένο γέλιο στην φωνή του.
   Όσοι από τους ασθενείς είχαν τη ελάχιστη νοητική ικανότητα να καταλάβουν, συνειδητοποιώντας τι ακριβώς είχε στο μυαλό ο άντρας που είχαν απέναντί τους, άρχισαν να φωνάζουν βρίζοντάς τον. Μα με το που άνοιξαν τα στόματά τους, κατευθείαν οι υπόλοιποι φύλακες τούς πλησίασαν και τους χτύπησαν με δύναμη στο πρόσωπο σκορπώντας τα δόντια τους στον αέρα. Κανείς δεν τόλμησε να ξαναμιλήσει.
   Όλοι μαζί καθόντουσαν για ώρες πάνω στην ταράτσα, βλέποντας τον δεμένο άντρα να προσπαθεί να λυθεί από τα δεσμά του, κοιτάζοντας ταυτόχρονα πανικόβλητος ψηλά στον ουρανό. Μην μπορώντας να φωνάξει, δάγκωνε το μαντίλι που του είχαν βάλει στο στόμα έχοντας ζωγραφισμένη την βουβή αγωνία στο πρόσωπό του.
   Ξαφνικά μια λάμψη έκανε τους πάντες να παγώσουν. Κρατώντας οι έντρομοι ασθενείς την αναπνοή τους, περίμεναν να δουν που θα έπεφτε ο κεραυνός. Οι φύλακες κοιτώντας μια τον ουρανό και μια τους ασθενείς, παρατηρούσαν και αυτοί τι θα γίνει, δίχως ίχνος όμως συμπόνιας στα πρόσωπά τους. Βλέποντας τον κεραυνό να πέφτει αλλού, οι φύλακες κατάλαβαν ότι η βραδιά θα ήταν τελικά πολύ μεγάλη.
   -Έχουμε όλη την νύχτα μπροστά μας, δεν βιαζόμαστε... άκουσαν τον αρχηγό τους να λέει ψύχραιμα, επιβεβαιώνοντας έτσι τις υποψίες τους.
   Μα πριν προλάβει να ολοκληρώσει τα λόγια του, μια δεύτερη λάμψη φώτισε την ταράτσα. Αυτή τη φορά τον κεραυνό τον τράβηξε το αλεξικέραυνο, διαπερνώντας το ολόκληρο και μαζί με αυτό και το άτυχο κορμί του άντρα που είχαν δέσει ξυπόλυτο επάνω του. Βλέποντάς τον να ουρλιάζει από τους πόνους, οι ασθενείς κρατούσαν τα ματωμένα στόματα τους για να μην ουρλιάξουν και αυτοί.
   -ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΦΩΣ! φώναξε λυσσασμένα ο φύλακας, τεντώνοντας τα χέρια του μέσα στην βροχή. Το πρόσωπό του είχε ένα βλέμμα γεμάτο ικανοποίηση και γελούσε τόσο αρρωστημένα που τρόμαξε ακόμα και τους φύλακες της ομάδας του.
   Τα λαστιχένια μποτάκια που φόραγαν οι φρουροί, όπως και τα παπούτσια που είχαν φορέσει στους υπόλοιπους ασθενείς, τούς προστάτεψαν από την δύναμη του κεραυνού. Ο άτυχος άντρας όμως που ήταν ξυπόλητος, ψήθηκε κυριολεκτικά όταν τον διαπέρασε όλο το μένος του κεραυνού, αφήνοντας πίσω του, μια απαίσια μυρωδιά.
   -Κατεβείτε από το πεζούλι, δεν κινδυνεύετε πια... τους είπε ο φρουρός κάνοντας τους νόημα να κατέβουν. Κοιτάζοντας τους όμως με μίσος στα μάτια, τους είπε.
   -Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα, αλλιώς σας δίνω τον λόγο μου, ότι η επόμενη φορά δεν θα έχει καθόλου πλάκα... ΕΜΠΡΟΣ ΤΣΑΚΙΣΤΕΙΤΕ ΑΠΟ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ! ΚΑΙ ΠΑΡΤΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ ΑΠΟ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΑΥΛΙΟ, ούρλιαξε κάνοντας νόημα στους φρουρούς να τους πάρουν.
   Μένοντας μόνος του επάνω, πλησίασε τον άτυχο άντρα που άχνιζε ακόμα, τοποθετώντας την μύτη του κοντά στο γερμένο κεφάλι του.
   -Τα λόγια σου φίλε μου σε... έκαψαν! μουρμούρισε χτυπώντας του ελαφρά τον ώμο.
   Και λύνοντάς τον, άφησε το άψυχο κορμί του να σωριαστεί στο βρεγμένο τσιμέντο.
   Ξεχασμένοι ακόμα και από τον ίδιο τον Θεό, ήξεραν ότι δεν πρόκειται να τους αναζητούσε κανείς. Για τους συγγενείς, τους φίλους και για όλο τον κόσμο εκεί έξω, όσοι ζούσαν μέσα στο Άσυλο ήταν είδη πεθαμένοι. Έτσι, από εκείνη την ημέρα και μετά, κανείς δεν τόλμησε να αντιμιλήσει ξανά. Σαν καλολαδωμένες μηχανές, έκαναν ό,τι έπρεπε να κάνουν για να μην εξοργίζουν τους φρουρούς τους.
   Έτσι περνούσαν τα χρόνια και η ζωή στο Άσυλο, που συνεχιζόταν υπό το καθεστώς του φόβου και της τιμωρίας. Παρ’ ό,τι ο έξω κόσμος μάθαινε ελάχιστα πράγματα, το Άσυλο είχε αποκτήσει πολύ άσχημη φήμη σε ό,τι αφορούσε την λειτουργία του και τις φρικτές συνθήκες διαβίωσης των τροφίμων του. Κανείς όμως δεν διαμαρτύρονταν, αφού το έβλεπαν ως μέτρο εκφοβισμού για κάθε εγκληματία που θα παρίστανε τον τρελό προκειμένου να γλιτώσει την φυλακή.
   Ο νέος του ιδιοκτήτης, ο οποίος ήταν ένας πολύ πλούσιος επιχειρηματίας, ήταν παλιά διευθυντής σε φυλακές υψίστης ασφαλείας, όπου απλά πέρναγε την ώρα του ξεσπώντας εκεί τα σαδιστικά του ένστικτα. Έγινε όμως κάτι σοβαρό που δεν μπορούσαν να το καλύψουν και τον έδιωξαν προκειμένου, οι κυβερνητικοί φίλοι του που τον είχαν βάλει εκεί γνωρίζοντας τα σαδιστικά του βίτσια, να προστατέψουν τις υψηλές τους θέσεις. Έτσι αγόρασε το Άσυλο για να έχει ιδιόκτητη φυλακή. Γι’ αυτό έκανε πρόταση στην ηγεσία της πόλης να φτιάξει μια έξτρα πτέρυγα όπου εκεί θα στέγαζαν βαρυποινίτες εγκληματίες που θα άξιζαν να περάσουν το υπόλοιπο της ζωής τους εκεί μέσα.
   Η πρότασή του όμως δεν έγινε αποδεχτή από την πολιτική ηγεσία της πόλης. Γνωρίζοντας το παρελθόν του φοβήθηκαν οι υπεύθυνοι μήπως το θέμα ξέφευγε και από τα δικά τους σύνορα κινδυνεύοντας να εκτεθούν και αυτοί. Δεν ήθελαν να τραβήξουν τα φώτα της δημοσιότητας επάνω τους, εκθέτοντας τόσο απερίσκεπτα τους εαυτούς τους. Το πάθημα των ομόλογων τους τους είχε γίνει μάθημα.
   Άφησαν το Άσυλο να λειτουργεί ανεξάρτητο δίχως να χρειάζεται να δίνει αναφορά για τις πράξεις του σε κανέναν. Έτσι, με συνοπτικές διαδικασίες, έθαψαν όπως αυτοί ήξεραν το αγκάθι που θα μάτωνε την φήμη τους προσπαθώντας να ξεχάσουν ακόμα και οι ίδιοι την ύπαρξή του.
   Ο μόνος όρος που του είχε δοθεί ήταν να φρόντιζε, με κάθε τρόπο, ό,τι γινόταν εκεί μέσα να μην έβγαινε παραέξω. Το αντάλλαγμα που ζήτησαν ήταν ο πλούσιος ιδιοκτήτης του να είναι μόνιμος χορηγός σε ό,τι και αν κάνουν.
   Έτσι άρχισαν σιγά-σιγά τα δημόσια κτήρια της πολιτείας τους να ανανεώνονται και να εκσυγχρονίζονται με το αίμα των ασθενών του Ασύλου. Για να εξασφαλίσουν τις θέσεις τους και στις επόμενες εκλογές, έκαναν και δημόσια έργα που άφηναν πλήρως ικανοποιημένους τους κατοίκους τής πόλης. Σύγχρονα νοσοκομεία, σχολεία και πλατείες γεμάτες πράσινο, άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους στάζοντας κυριολεκτικά αίμα που κανείς όμως δεν το έβλεπε.
   Βουτηγμένα τα χέρια τους στο αίμα αυτό όσο δεν πήγαινε άλλο, η πολιτική ηγεσία της πόλης φρόντιζε να εκπληρώνει το μοναδικό καθήκον που είχε. Να εφοδιάζει με νέους “ασθενείς” το Άσυλο, όταν ο λιγοστός πληθυσμός αυτού έπεφτε δραματικά.
   Στην αρχή έστελναν εκεί όσους θανατοποινίτες είχαν στις φυλακές τους ονομάζοντάς τους τρελούς. Όταν εξαντλήθηκαν αυτοί έστελναν όσους νέους εγκληματίες καταδίκαζαν σε ισόβια. Μόνο που ενώ η επίσημη απόφαση του δικαστηρίου, για τα μάτια του κόσμου, ήταν η ισόβια κάθειρξη στα σωφρονιστικά ιδρύματα της πόλης, όταν ξεχνιόταν λίγο το θέμα, τους μετέφεραν κάποιο ήσυχο βράδυ στις εγκαταστάσεις του Ασύλου. Έτσι όλοι ήταν ικανοποιημένοι.
   Ο Πάτρικ παρακολουθούσε όλες αυτές τις αλλαγές τού Ασύλου μαζί με τους ελάχιστους που είχαν απομείνει από αυτούς που είχε γνωρίσει όταν είχε πρωτομπεί. Ως παλιότεροι ήξεραν τι να κάνουν και πώς να συμπεριφέρονται, αν και αυτό είχαν διαπιστώσει ότι δεν είχε και πολύ μεγάλη σημασία.
   Απλά είχαν σταθεί τυχεροί γιατί όταν χάθηκαν οι περισσότεροι από τους ψυχικά ασθενείς και ήρθαν οι αληθινοί κατάδικοι, οι φύλακες αφοσιώθηκαν στους νέους και ατίθασους ισοβίτες, ξεχνώντας κυριολεκτικά τον Πάτρικ και τους άλλους εναπομείναντες.
   Με φρίκη άκουγαν τα βασανιστήρια που διεξαγόντουσαν όλες τις ώρες της ημέρας, με την ανάμνηση του αλεξικέραυνου να φαντάζει πολύ μακρινή. Τώρα πλέον οι φύλακες είχαν προχωρήσει σε περισσότερα και πιο απάνθρωπα βασανιστήρια.
   Το πιο συνηθισμένο ήταν το δίκρανο όπως το είχαν ονομάσει. Αφορούσε μια συσκευή όπου η μια διπλή μυτερή άκρη της στερεωνόταν κάτω από το πιγούνι του θύματος και η άλλη που ήταν ακριβώς ίδια στο στέρνο του. Με ένα δερμάτινο λουρί έδεναν την συσκευή στον λαιμό του ασθενή που είχαν επιλέξει. Ακινητοποιημένος και με απίστευτο πόνο το θύμα έπρεπε να πει την λέξη "υποτάσσομαι". Αν δεν την έλεγε του κατέβαζαν το κεφάλι με δύναμη προς τα κάτω, καρφώνοντάς του βαθιά την συσκευή κάτω από το πιγούνι και μέσα στο στέρνο.
   Μια άλλη τακτική που χρησιμοποιούσαν ήταν η ανάσα του δράκου. Όταν κάποιος έκανε φασαρία και ήταν αρκετά σωματώδης για να τον πλησιάσουν έφερναν έναν γυάλινο ψεκαστήρα, όπου μέσα σ’ αυτόν είχαν τοποθετήσει καυτή πίσσα, ή καυτό λάδι, ή και λιωμένο μολύβι ακόμα, ψεκάζοντας με αυτά το θύμα τους, αφήνοντάς το να υποφέρει με εγκαύματα τόσο σοβαρά που πολλές φορές αλλοίωνε φρικιαστικά και για πάντα το πρόσωπό του.
   Το αγαπημένο τους, όμως, ήταν το στόμα του κροκόδειλου. Ήταν μια μεγάλη σιδερένια λαβίδα με ημικυλινδρικές λεπίδες οι οποίες σχημάτιζαν ένα λεπτό σωλήνα όταν έκλειναν. Στο εσωτερικό τους είχαν τοποθετήσει καρφιά, σπασμένα γυαλιά και άλλα αιχμηρά αντικείμενα που πάντα πύρωναν προτού πιαστούν επάνω σε αυτά τα γενετικά όργανα του θύματος τους, τα οποία, συνήθως, μετά από τόση δυνατή και καυτή πίεση που τους ασκούταν, αποκολλούνταν αφήνοντας τον ασθενή να σφαδάζει από τους πόνους.
   Ζώντας όλα αυτά από κοντά ο Πάτρικ, η μόνη ιδέα που του κυριαρχούσε στο μυαλό ήταν το πώς θα μπορούσε να αποδράσει από εκεί μέσα πριν φτάσει κάποτε και η δική του σειρά. Έπρεπε να τα παίξει όλα για όλα. Ούτως ή άλλως δεν είχε να χάσει τίποτα. Αν τον έπιαναν απλά θα πέθαινε μια ώρα αρχύτερα. Αν όμως τα κατάφερνε…
   Με αυτή την ιδέα να του δίνει ελπίδες, ζούσε καρτερικά τους επόμενους μήνες τής ζωής του, σχεδιάζοντας πολύ προσεκτικά το σχέδιο διαφυγής του. Παρακολουθώντας τόσα χρόνια τα πάντα από το παραθυράκι του κελιού του δίπλα στην πόρτα, ήξερε κάθε τους κίνηση. Τι ώρα περνούσαν από τον θάλαμο και πόση ώρα καθόντουσαν εκεί. Τα θυμόταν πλέον απέξω και ανακατωτά και αυτό του έδινε ένα πολύ σημαντικό πλεονέκτημα.
   Παίρνοντας μαζί του ένα κομμάτι από σαπούνι από το μπάνιο που τους έστελναν, το τοποθέτησε σε ένα σημείο του δωματίου που το έβλεπε λίγο ο ήλιος. Φτύνοντας το συνέχεια, το διατηρούσε σε μια κατάσταση μαλακή και εύκαμπτη. Μόλις μπήκε ο φρουρός για να του δώσει το βραδινό, εκείνος πέφτοντας στα γόνατα του τον πήρε αγκαλιά από την μέση και κάτω παρακαλώντας τον να τον αφήσουν τελευταίο στην λίστα των βασανιστηρίων τους.
   -Συνέχισε να είσαι η ήσυχη και σιωπηλή πουτάνα του ορόφου και θα έχεις το προνόμιο της χαράς να δεις πολλά ακόμη... του απάντησε με αυστηρό ύφος ο φύλακας.
   -Άντε φάε τώρα, πριν αλλάξω γνώμη..
   -Μάλιστα κύριε.. Ό,τι πείτε... είπε υποτακτικά ο Πάτρικ έχοντας σκυμμένο το κεφάλι.
   Βλέποντας τον φύλακα να φεύγει κλειδώνοντας πίσω του την πόρτα, ο Πάτρικ χαμογελώντας πονηρά με το βλέμμα καρφωμένο επάνω της, κοίταξε ύστερα το χέρι του. Κρατώντας το σαπούνι την ώρα που έσφιγγε τον φύλακα στην αγκαλιά του είχε πάρει με αυτό το αποτύπωμα του ενός και μοναδικού κλειδιού που κρεμόταν από την ζώνη του άντρα, το οποίο ήξερε ότι άνοιγε όλες τις πόρτες του ορόφου.
   Έχοντας πλέον το αποτύπωμα του κλειδιού, μπορούσε με αυτό να φτιάξει ένα ομοίωμα του. Φυλάσσοντας ό,τι μπορούσε από το φαγητό του σε μη ορατά σημεία του δωματίου, δίχως να χάσει χρόνο, με το μικρό μαχαίρι που τους έφερναν μαζί με τον δίσκο, εκμεταλλευόμενος τα 15 λεπτά που είχε στην διάθεση του, έκοψε ένα μικρό κομμάτι ξύλου από το ένα πόδι της καρέκλας. Παίρνοντας ο φρουρός τον δίσκο του, συνέχιζε εκείνος το σχέδιο του.
   Ρίχνοντας λίγη νερομπογιά στο βαθούλωμα του σαπουνιού, διατήρησε το σχέδιο που είχε επάνω του, ώστε ακόμα και αν έλιωνε το σαπούνι στο πέρασμα του χρόνου, να έμενε η ξερή μπογιά. Ύστερα ο Πάτρικ έτρωγε με την ησυχία του τα φαγητά που είχε κρύψει.
   Κάθε μέρα στο τέταρτο αυτό του μεσημεριού, αλλά και του βραδινού, το μόνο που έκανε ήταν να σκαλίζει το κομμάτι του ξύλου που είχε κόψει. Μέσα σε δυο βδομάδες, το ξύλο είχε πάρει επιτέλους την πολυπόθητη μορφή του.
   Με χέρια που έτρεμαν από συγκίνηση και αγωνία, κρατούσε στα χέρια του το ξύλινο κλειδί που, θεωρητικά τουλάχιστον, θα του άνοιγε επιτέλους τον δρόμο προς την ελευθερία. Οι ώρες μέχρι να βραδιάσει και να το δοκιμάσει έμοιαζαν με αιώνες. Συγκρατώντας όμως τον εαυτό του, περίμενε μέχρι να περάσει η ώρα ώστε να αδειάσει εντελώς ο διάδρομος δίχως να ρισκάρει να τον ακούσουν. Μέχρι τότε όμως, θα μελετούσε την τελευταία φάση του σχεδίου.
   Όταν έφτασε η στιγμή που καρτερούσε τόσο καιρό, έβαλε το κλειδί στην φαρδιά κλειδαριά της πόρτας. Με αργές και προσεκτικές κινήσεις το γύρισε λίγο προς τα δεξιά. Βρίσκοντας αντίσταση, το πίεσε ελαφρά προσέχοντας να μην σπάσει. Η καρδιά του κόντευε να σπάσει από την αγωνία, με το χέρι του να τρέμει, και προσπαθώντας να το κρατήσει σταθερό σπρώχνοντάς το ελαφρά. Μέχρι που άκουσε το ευλογημένο "κλικ" που ποθούσε να ακούσει.
   Ελέγχοντας από το παραθυράκι του τοίχου μήπως περνούσε κανείς, κατέβασε αργά το χερούλι της πόρτας. Βγάζοντας πρώτα το κεφάλι προς τα έξω, αφού βεβαιώθηκε ότι επικρατούσε ησυχία, πήγε στα απέναντι δωμάτια. Ξεκλειδώνοντας πρώτα όλες τις πόρτες των θανατοποινιτών, μπήκε μέσα στα δωμάτιά τους για να τους ξυπνήσει. Προχώρησε ύστερα και στις υπόλοιπες πόρτες κάνοντας ακριβώς το ίδιο. Όταν τελείωσε, βλέποντας να βγαίνουν έξω όλοι οι ασθενείς, φώναξε με όση δύναμη είχε.
   -ΕΚΔΙΚΗΘΕΙΤΕ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΓΙΑ Ο,ΤΙ ΣΑΣ ΕΚΑΝΑΝ! ΔΕΙΞΤΕ ΤΟΥΣ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΛΗΘΙΝΗ ΟΡΓΗ!
   Με απόλυτη ικανοποίηση είδε τα λόγια του να πετυχαίνουν τον σκοπό τους. Οργισμένοι άντρες έτρεχαν παντού σπάζοντας κυριολεκτικά ότι έβλεπαν μπροστά τους. Αυτοί όμως που φυλούσαν τις δυνάμεις τους για αργότερα, ήταν οι θανατοποινίτες. Τεράστιοι και σωματώδεις οι περισσότεροι, γεμάτοι οργή, περίμεναν με τα παραμορφωμένα πρόσωπά τους τους πρώτους φρουρούς που θα ερχόντουσαν. Είχαν ένα χαμόγελο στα χείλη που ήταν αρκετό για να καταλάβει ο Πάτρικ ότι δεν θα ήθελε να βρισκόταν μπροστά τους εκείνη την στιγμή.
   Ο ίδιος, δίχως να χάσει λεπτό, μόλις άκουσε την σειρήνα του Ασύλου να χτυπά σαν μανιασμένη, έτρεξε να κρυφτεί σε μια μικρή και σκοτεινή γωνιά που έκανε ο τοίχος δίπλα στη σκάλα. Περιμένοντας να περάσουν όλοι οι φρουροί σχεδόν από δίπλα του, περίμενε να δει αν θα ερχόταν κανείς άλλος. Ακούγοντας ουρλιαχτά και από τις δύο ομάδες του Ασύλου, έριξε μια τελευταία ματιά πίσω του. Η τελευταία εικόνα που είχε από αυτό, ήταν οι θανατοποινίτες που δάγκωναν με λύσσα τους φρουρούς φτύνοντας κομμάτια ολόκληρα από αυτούς στο πάτωμα.
   Τρέχοντας στις σκάλες, άνοιξε την μικρή πόρτα που βρήκε μπροστά του η οποία οδηγούσε σε έναν άλλο διάδρομο. Ακολουθώντας τον έπεσε επάνω σε έναν από τους φρουρούς. Βγάζοντας αμέσως το κλομπ του από την θήκη, φώναξε στον Πάτρικ.
   -ΕΤΟΙΜΑΣΟΥ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΣΚΥΛΕ, ούρλιαξε.
   Μα τον Πάτρικ τον είχε κυριεύσει τόσο πολύ η αδρεναλίνη, που δεν ένιωθε και δεν καταλάβαινε τίποτα. Δεχόμενος το πρώτο χτύπημα στο πρόσωπο, ο Πάτρικ γύρισε ξανά το βλέμμα του προς τον φρουρό φτύνοντας το αίμα που είχε αρχίσει να μαζεύεται στο στόμα του. Βλέποντας το επόμενο χτύπημα να έρχεται κατευθείαν πάλι προς το πρόσωπο του, ο Πάτρικ σήκωσε το χέρι του πιάνοντας το κλομπ στον αέρα. Αμέσως έδωσε μια δυνατή κουτουλιά στο πρόσωπο του φρουρού πλημμυρίζοντας τον με αίματα. Σκύβοντας ενστικτωδώς από τους πόνους το σώμα του, ο Πάτρικ του πήρε το κλομπ από τα χέρια και με όλη του την δύναμη τον χτύπησε στην πλάτη. Βλέποντας τον φρουρό να σωριάζεται κάτω, άρχισε να τον κοπανάει με λύσσα στο κεφάλι κάνοντάς του το κομμάτια.
   Βγάζοντας όλο το μίσος που είχε μέσα του καταπιεσμένο τόσα χρόνια, πέταξε το ματωμένο κλομπ επάνω στα σκορπισμένα μυαλά του φρουρού. Ύστερα έσκυψε και πήρε τα κλειδιά που κρεμόντουσαν από την ζώνη του, βάζοντάς τα στην τσέπη του. Δίχως να χάσει άλλο χρόνο έτρεξε ξανά προς το τέλος του διαδρόμου.
   Ανοίγοντας την πόρτα που οδηγούσε στον προαύλιο χώρο, κοίταξε τους ψηλούς τοίχους που υπήρχαν γύρω του. Κατευθυνόμενος στην τεράστια καγκελόπορτα απέναντί του, έβγαλε από την τσέπη του τα κλειδιά. Είχε σκοπό να σκαρφαλώσει, αλλά αφού η τύχη του χαμογέλασε βάζοντάς του στον δρόμο του τον φρουρό, θα έφευγε με τον εύκολο τρόπο.
   Ήταν πλέον ελεύθερος.
   Εκμεταλλευόμενος το σκοτεινό πέπλο τής νύχτας, τρέχοντας μέσα από απόμερα σοκάκια, κατευθύνθηκε προς το σπίτι του. Καλυπτόμενος από τα δέντρα που υπήρχαν εκεί κοντά, κρυβόταν από τους περαστικούς που έτυχε να περνούν εκείνη την ώρα. Μόλις ο δρόμος καθάρισε, έτρεξε με σκυφτό το σώμα του μέσα στον χορταριασμένο και δύσβατο λόγω εγκατάλειψης κήπο, κατευθυνόμενος προς το πίσω μέρος της αυλής.
   Σπάζοντας το τζάμι τής πίσω πόρτας που είχε το ερειπωμένο σπίτι μπήκε μέσα προσέχοντας να μην κάνει άλλο θόρυβο. Σίγουρος ότι το ρεύμα θα ήταν κομμένο μετά από τόσο καιρό, δίχως να προσπαθήσει να ανάψει κανένα φως, ίσως και για να μην τραβήξει την προσοχή στην περίπτωση που θα είχε ακόμα ρεύμα, έκανε ένα έλεγχο στο χώρο και διαπίστωσε με ανακούφιση ότι όλα τα έπιπλα ήταν καλυμμένα με νάιλον και προστατευμένα από τις σκόνες. Τραβώντας το κάλυμμα της ντουλάπας είδε ότι μέσα στην ντουλάπα τα ρούχα ήταν διατηρημένα και σε πάρα πολύ καλή κατάσταση. Πηγαίνοντας στο μπάνιο και ανοίγοντας την πόρτα είδε ότι για κάποιο άγνωστο λόγο το νερό δεν το είχαν κόψει. Ρίχνοντας παντού νερό για να φύγουν οι σκόνες έκανε πολύ γρήγορα ένα μπάνιο για να καθαριστεί από τα αίματα. Ύστερα με ένα ψαλίδι έκοψε τα πολύ μακριά μαλλιά του και ξύρισε τα μεγάλα μούσια του. Κοιτάζοντας στον καθρέπτη, με το αμυδρό φως που έμπαινε από τα φώτα του δρόμου, το νέο του πρόσωπο το μόνο που ήλπιζε ήταν να μην τον αναγνωρίσει κανείς.
   Φορώντας καθαρά ρούχα, πέταξε τις πυτζάμες που είχε σιχαθεί πια να τις βλέπει και παίρνοντας ό,τι χρήματα βρήκε εκεί που συνήθιζε να τα κρύβει ο πατέρας του, μαζί και το διαβατήριό του που ήταν ακόμα εκεί που το φύλαγε, χάθηκε ξανά μέσα στο σκοτάδι της πόλης.
   Σταματώντας το πρώτο ταξί που βρήκε μπροστά του, ζήτησε να τον πάει στο αεροδρόμιο. Σε όλη την διαδρομή χάζευε τις γειτονιές της πόλης του βλέποντας πόσο πολύ είχαν αλλάξει. Όλη η πόλη είχε αλλάξει. Είχε μια περίεργη λάμψη και ομορφιά, που αν και την είχε περπατήσει πριν, θα ορκιζόταν ότι βρισκόταν σε άλλη πόλη. Τόσο μεγάλη ήταν η αλλαγή.
   Δεν μπορούσε όμως να φανταστεί ότι όλη αυτή η λάμψη ήταν αποτέλεσμα που προερχόταν από το δικό του αίμα, αλλά και το αίμα όλων των υπολοίπων ασθενών του Ασύλου.
   Φτάνοντας στο αεροδρόμιο έβγαλε αμέσως ένα εισιτήριο για την αγαπημένη πόλη του πατέρα του. Πάντα τους έλεγε ότι αν μια μέρα παρατούσε τα πάντα θέλοντας να δοκιμάσει την τύχη του κάνοντας μια νέα αρχή, το μόνο μέρος που θα διάλεγε θα ήταν η Νέα Υόρκη. Εκεί που ο κάθε άνθρωπος μπορούσε να είχε την ευκαιρία της ζωής του.
   Ευτυχώς για αυτόν η επόμενη πτήση ήταν μετά από μία ώρα, οπότε περίμενε στο σαλόνι κοιτάζοντας τον πίνακα ανακοινώσεων για να δει πότε θα άρχιζε η επιβίβαση στο αεροπλάνο της πτήσης του. Προσπαθούσε να κρύψει την νευρικότητά του αφήνοντας να τον κυριεύσει η χαρά που επιτέλους θα άφηνε πίσω του όλα αυτά τα δεινά που πέρασε. Όταν έφτασε η μεγάλη στιγμή, δίχως καμία αποσκευή στα χέρια του, μπήκε στο αεροπλάνο έχοντας μονάχα μαζί του ό,τι ελπίδες είχε για ένα καλύτερο μέλλον.
   Γεμάτος υπερένταση ακόμα από τις τελευταίες στιγμές που είχε περάσει δεν μπορούσε να κοιμηθεί εύκολα μέσα στο αεροπλάνο. Παρατηρούσε σκεφτικός τις εικόνες που του πρόσφερε η θέα πίσω από το παράθυρο. Ένιωθε ότι έβλεπε αλληγορικά όλη του την ζωή να περνάει με ταχύτητα πίσω από ένα τζάμι.
   Στην αρχή, βλέποντας τα πάντα τεράστια και λαμπερά καθώς ξεκινούσε το αεροπλάνο, ήταν σαν να έβλεπε ένα κομμάτι από την ψυχή του. Έτσι ήταν και αυτή πριν τον κλείσουν στο ψυχιατρείο, τεράστια και λαμπερή. Ύστερα από το ύψος που βρισκόταν τα τοπία τα έβλεπε μικροσκοπικά και ελάχιστα φωτεινά, όπως είχε καταντήσει η ψυχή του εκεί μέσα. Του την είχαν κλέψει βίαια αφήνοντάς του μονάχα ένα μικρό φως να αχνοφέγγει ίσα-ίσα για να μπορεί να ζει. Και στο τέλος τα πυκνά γκρι σύννεφα, δείχνοντάς του το αβέβαιο μέλλον που ετοιμαζόταν να ακολουθήσει. Όλη του η ζωή πέρασε μπροστά στα μάτια του μέσα σε λίγα λεπτά.
   Πατώντας ξανά το πόδι του στη γη, μετά από τόσες ώρες πτήσης, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να γεμίσει τα πνευμόνια του με τον καθαρό αέρα της ελευθερίας. Εκεί ήταν άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Θα είχε ίσες ευκαιρίες με οποιονδήποτε άλλον δίχως να φοβάται μην τον αναγνωρίσει κάποιος.
   Αρχίζοντας να βραδιάζει ξανά θέλησε να ξεκουραστεί κάπου ώστε την επόμενη μέρα να ξεκινήσει από νωρίς αναζητώντας οποιαδήποτε εργασία.
   Μη θέλοντας να ξοδέψει ακόμα ένα σοβαρό μέρος από τα χρήματα που είχε, εφόσον ακόμα δεν ήξερε πόσο καιρό θα έκανε για να ορθοποδήσει, ρώτησε έναν περαστικό αν υπήρχε εκεί κοντά κάποιο μέρος που θα μπορούσε να περάσει την νύχτα, δηλώνοντάς του άστεγος.
   Ο ξένος κοιτάζοντάς τον στην αρχή αρκετά επιφυλακτικά λόγω των καθαρών και καλών ρούχων που φορούσε, του υπέδειξε πού ακριβώς έπρεπε να πάει. Ευχαριστώντας τον με ευγένεια, ο Πάτρικ ακολούθησε την διαδρομή που του επέδειξε, χαζεύοντας γεμάτος ελπίδες την τεράστια και αχανή για αυτόν πόλη.
   Τρώγοντας κάτι πρόχειρο στον δρόμο, έφτασε έξω από ένα παλιό κτήριο που στεκόντουσαν έξω από αυτό μερικοί ζητιάνοι που κάπνιζαν. Βλέποντάς τον να μπαίνει μέσα, τον κοίταξαν γεμάτοι περιέργεια, παρατηρώντας τον αδιάκριτα από την κορυφή ως τα νύχια.
   Περνώντας την είσοδο του κτηρίου, το πρώτο πράμα που αντίκρισε ήταν ένας τεράστιος χώρος γεμάτος καταλύματα, ενώ σε μια άκρη του υπήρχε μια μικρή υποδομή για να μπορούν να μαγειρεύουν.
   -Μπορώ να σας βοηθήσω; άκουσε μια γλυκιά και ευγενική φωνή να του μιλά.
   Γυρνώντας το κεφάλι του προς τα δεξιά, είδε έκπληκτος μια πολύ όμορφη κοπέλα που δεν την είχε προσέξει καθώς έμπαινε, να του χαμογελά.
   -Εεε ναι... ψέλλισε νιώθοντας λίγη ντροπή μπροστά της.
   -Ήθελα, αν υπήρχε λίγος χώρος και για εμένα, να κοιμόμουν σε κάποια γωνιά... συνέχισε κατεβάζοντας το κεφάλι.
   -Ακόμα και στο πάτωμα δεν με πειράζει... κατέληξε να της λέει σηκώνοντας ελαφρά τα μάτια του και κοιτάζοντάς την.
   Η κοπέλα χαμογελώντας πιο έντονα, δίνοντας στο πρόσωπο της μια υπέροχη αγγελική λάμψη, του αποκρίθηκε με περισσότερο θάρρος προσπαθώντας να τον κάνει να νιώσει πιο άνετα.
   -Ε όχι και στο πάτωμα! Τόσο χώρο έχουμε εδώ! Ειδικά για έναν τόσο όμορφο νέο...
   Και κάνοντας του νόημα να την ακολουθήσει, τον οδήγησε σε ένα από τα πολλά ράντζα του τεράστιου αυτού χώρου.
   -Έχεις φάει; Θα ήθελες να σου προσφέρω κάτι; τον ρώτησε με την ίδια ευγένεια και πάντα με το χαμόγελο στα χείλη.
   -Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, αλλά ναι είμαι χορτάτος, της απάντησε ο Πάτρικ κοιτώντας το κατάλυμα που θα κοιμόταν.
   -Αν θες και εσύ ας μιλάμε στον ενικό, δεν είμαστε πια και τόσο μεγάλοι! του είπε δίνοντάς του έτσι περισσότερο θάρρος.
   -Με λένε Άντριαν, παρεμπιπτόντως, συμπλήρωσε αμέσως μετά δίνοντάς του το χέρι.
   -Πάτρικ! Χάρηκα πολύ Άντριαν. Μακάρι να γνωριζόμασταν κάτω από άλλες συνθήκες... της απάντησε ο Πάτρικ δείχνοντάς της ότι είχε αρχίσει να νιώθει πλέον άνετα μαζί της.
   -Οι δυσκολίες ενώνουν τους ανθρώπους, του απάντησε η Άντριαν με ένα βλέμμα γεμάτο νόημα.
   -Δυστυχώς αυτό δεν ισχύει από εκεί που έρχομαι εγώ... της απάντησε ξανά ο Πάτρικ κατεβάζοντας το κεφάλι μη μπορώντας να κρύψει την λύπη που ένιωθε θυμούμενος ξανά τα πάντα από την αρχή.
   -Είμαι σίγουρη ότι κάποια στιγμή θα μου τα πεις όλα, τώρα όμως ξεκουράσου. Δείχνεις τόσο ταλαιπωρημένος, λες και γύρισες από κάποια μάχη! Έλα ξάπλωσε! του είπε αστειευόμενη η Άντριαν, αγνοώντας την τεράστια αλήθεια που έκρυβαν τα λόγια της.
   Ο Πάτρικ υπακούοντάς την ασυναίσθητα υποτακτικά, ξάπλωσε κατευθείαν πάνω στο ράντζο. Όταν συνειδητοποίησε τι έγινε, σκέφτηκε για πόσο ακόμα θα τον στοίχειωνε το παρελθόν του. Αφήνοντας το κορμί του να χαλαρώσει, μύρισε τα καθαρά και μοσχομυριστά σεντόνια που ακουμπούσε. Ίσα που πρόλαβε να της πει μια καληνύχτα, αφού τον πήρε ο ύπνος δίχως καν να το καταλάβει.
   Την επόμενη μέρα το πρωί, ο Πάτρικ ξύπνησε από την φασαρία που γινόταν για το μοίρασμα του πρωινού. Βλέποντας δεκάδες άτομα να τσακώνονται μεταξύ τους για το ποιος θα πάρει πρώτος, προτίμησε να κάτσει στην θέση του. Αν ήξεραν τι συνθήκες επικρατούσαν αλλού, σκέφτηκε, τώρα θα ήταν όλοι ενωμένοι και αγαπημένοι, περιμένοντας ήσυχα και όμορφα ο κάθε ένας στην σειρά του. Μα έτσι είναι ο άνθρωπος αχάριστος, μέχρι να βιώσει κάθε φορά τα χειρότερα.
   -Καλημέρα! άκουσε να τον υποδέχεται ξανά η Άντριαν.
   -Σου έφερα λίγο πρωινό, γιατί αυτοί θα σε φάνε και μόνο που θα μπεις στην σειρά! του είπε με το γνώριμο χαμόγελο της.
   -Ναι το πρόσεξα... της απάντησε ο Πάτρικ ανταποδίδοντας της και εκείνος το χαμόγελο.
   Κάνοντάς του παρέα μέχρι να το φάει, τον παρατηρούσε και εκείνη, αλλά όσο πιο διακριτικά μπορούσε.
   -Ξέρω τι σκέφτεσαι... της είπε ο Πάτρικ.
Και πριν προλάβει να του απαντήσει συμπλήρωσε αμέσως μετά.
-Τι θέλει ένας άντρας με την δικιά μου εμφάνιση εδώ μέσα ε;
-Συγνώμη δεν ήθελα να σε φέρω σε δύσκολη θέση... του απάντησε ντροπιασμένη η Άντριαν, κάνοντας να φύγει.
Μα ο Πάτρικ πιάνοντάς της το χέρι της χαμογέλασε ξανά.
-Όχι δεν με έφερες σε δύσκολη θέση. Αν θες και εσύ και έχεις χρόνο, κάτσε κοντά μου, της είπε τραβώντας το χέρι του απότομα πίσω νιώθοντας ότι έκανε κάτι άσχημο.
   Η Άντριαν θέλοντας να μάθει περισσότερα για τον άντρα που την είχε γοητεύσει από την πρώτη στιγμή που τον είχε δει, έκατσε ξανά δίπλα του.
   -Ξέρεις που θα μπορούσα να βρω κάποια δουλειά; την ρώτησε προσπαθώντας να σπάσει τον πάγο.
   -Οποιαδήποτε δουλειά...
   -Είναι πολύ ωραίο που θες να σταθείς ξανά στα πόδια σου Πάτρικ. Σπάνια το βλέπω αυτό εδώ, ξέρεις! του απάντησε δείχνοντας απρόσμενα ευχαριστημένη με αυτό που την ρώτησε.
   -Τι εννοείς; Ότι όλοι αυτοί εδώ χαίρονται που είναι σε αυτή την κατάσταση; την ρώτησε έκπληκτος ο Πάτρικ.
   -Όχι, σαφώς και δεν χαίρονται... Απλά οι περισσότεροι έχουν παραιτηθεί από τον διαρκή αγώνα της ζωής. Άλλοι πάλι έχουν συνηθίσει και δεν τους νοιάζει, του είπε βλέποντάς την απόλυτα εξοικειωμένη με όλα αυτά.
   -Είσαι καιρό εδώ; την ρώτησε με ενδιαφέρον ο Πάτρικ.
   -Ναι είμαι πολλά χρόνια! Μου αρέσει να συνεισφέρω όπως μπορώ την βοήθεια μου σε ανθρώπους που την έχουν πραγματικά ανάγκη! του απάντησε με ενθουσιασμό η Άντριαν.
   -Όταν κάποιος έχει την δυνατότητα να το κάνει αυτό, θα ήταν αμαρτία να μην το έκανε... της απάντησε δείχνοντας να κατανοεί απόλυτα τα λόγια της.
   -Έτσι μεγάλωσα! Ο πατέρας μου με έμαθε να σκέφτομαι με αυτόν τον τρόπο. Έχασα βλέπεις την μητέρα μου σε πολύ μικρή ηλικία, έτσι με μεγάλωσε μόνος του. Αν και δεν είναι ο βιολογικός μου πατέρας, ωστόσο από την πρώτη στιγμή που μεγάλωσα και άρχισα να καταλαβαίνω, ποτέ δε μου έκρυψε την αλήθεια, άρχισε να του ανοίγει πρώτη την καρδιά της με μια απίστευτη άνεση και ειλικρίνεια η Άντριαν.
   -Λέγοντας μου ότι με υιοθέτησε από μωρό, με μεγάλωσε με όλες τις βασικές αρχές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνέχισε να του λέει.
   -Μου έμαθε να αγαπώ και να προσφέρω όπως μπορώ και ό,τι μπορώ σε οποιονδήποτε έχει την ανάγκη μου. Και να με! Έτσι κατέληξα εδώ! του είπε χαρίζοντάς του απλόχερα άλλο ένα χαμόγελο, βλέποντας τον Πάτρικ να την κοιτάζει γεμάτος θαυμασμό.
   Εκείνος φοβούμενος μην την τρομάξει, ή ακόμα χειρότερα να μην τον πίστευε ούτε και εκείνη, επινόησε και της είπε μια εντελώς διαφορετική ιστορία από αυτή που είχε βιώσει.
   Της είπε ότι ζούσε σε μια μικρή πολιτεία, αρκετά πιο έξω από την Νέα Υόρκη, όπου σε μια τεράστια πυρκαγιά έχασε το σπίτι και την οικογένειά του.
   Προσπαθώντας να φτιάξει την ζωή του ξανά από την αρχή, με το πέρασμα του χρόνου είδε ότι κάτι τέτοιο του ήταν αδύνατο αφού τα πάντα εκεί του θύμιζαν αυτά που είχε χάσει. Έτσι κατέληξε μόνος και άστεγος στην Νέα Υόρκη.
   Η Άντριαν συγκλονισμένη από την ιστορία του, έσκυψε εντελώς αυθόρμητα και τον αγκάλιασε με όση τρυφερότητα ένιωθε εκείνη την στιγμή, θαυμάζοντάς τον για το κουράγιο και την δύναμη ψυχής που είχε.
   Από την άλλη μεριά ο Πάτρικ έχοντας χρόνια να νιώσει ένα τρυφερό άγγιγμα στο κορμί του, παραδόθηκε κυριολεκτικά στην αγκαλιά της.
   Από εκείνη την ημέρα και μετά, οι δυο τους είχαν γίνει αχώριστοι.
   Ψάχνοντας την ίδια ημέρα για κάποια είδηση στις εφημερίδες για το Άσυλο ο Πάτρικ ανακάλυψε ότι υπήρχαν μόνο μικρές και ασήμαντες αναφορές για μια μικρή εξέγερση που τελικά έληξε με τον καλύτερο τρόπο μετά από μικρή επέμβαση της αστυνομίας.
   Όλα είχαν λειτουργήσει με βάση τις συμφωνίες κάλυψης των γεγονότων μεταξύ ιδιοκτήτη και πολιτικής εξουσίας της πόλης.
   Εκμεταλλευόμενη η Άντριαν τις διασυνδέσεις που είχε, βοήθησε τον Πάτρικ να βρει δουλειά ως φύλακας σε ένα από τα μεγαλύτερα δημόσια ιδρύματα υιοθεσίας παιδιών. Ήταν το ίδιο ίδρυμα από το οποίο την είχε πάρει ο θετός της πατέρας. Είχε διατηρήσει πολύ καλές σχέσεις μαζί τους και την αγαπούσαν πάρα πολύ βλέποντας το τεράστιο κοινωνικό έργο που εκτελούσε με τόση ανιδιοτέλεια.
   Η βοήθειά της όμως δεν σταμάτησε μόνο εκεί. Για να μπορέσει ο Πάτρικ να μαζέψει χρήματα ώστε να κάνει κάτι δικό του, τον φιλοξενούσε μόνιμα στο άσυλο των αστέγων. Δίνοντάς του την δυνατότητα να βοηθάει και εκείνος εκεί μόλις σχόλαγε από την δουλειά του.
   Ο Πάτρικ εκτελούσε διάφορες εργασίες, όπως το να κουβαλάει τις κούτες με τα τρόφιμα στις αποθήκες τού κτηρίου. Καμιά φορά έβαζε και τάξη στις σειρές την ώρα του φαγητού, ώστε να μην υπάρχει πια αυτό το πανδαιμόνιο που επικρατούσε πριν. Η Άντριαν μόνη με άλλες δυο γυναίκες μόνο, το είχαν πραγματικά ανάγκη όλο αυτό που πρόσφερε ο Πάτρικ. Έτσι κανείς δε μιλούσε που τον έβλεπαν να κοιμάται εκεί κάθε μέρα.
   Μέσα στα επόμενα 2 χρόνια ο Πάτρικ είχε γνωριστεί και δεθεί πάρα πολύ με την Άντριαν, βλέποντας ότι κι εκείνη έτρεφε κάποια ιδιαίτερα συναισθήματα γι’ αυτόν.
   -Θες να πάμε μια βόλτα; Έχει υπέροχη βραδιά σήμερα! Μην μείνουμε πάλι εδώ μέσα! της είπε μια ζεστή καλοκαιρινή νύχτα του Αυγούστου.
   -Τι έχεις πάλι στον νου σου; τον ρώτησε με πονηρό ύφος η Άντριαν κοιτάζοντάς τον με το αγγελικό της πρόσωπο.
   -Θα δεις... της απάντησε ο Πάτρικ χαμογελώντας με ένα βλέμμα γεμάτο νόημα, τραβώντας την από το χέρι έξω από το άσυλο.
   Περπατώντας οι δυο τους χέρι-χέρι κάνανε βόλτες στους φωτεινούς δρόμους της Νέας Υόρκης, χαζεύοντας βιτρίνες και τρώγοντας παγωτό. Γέλαγαν και έπαιζαν στον δρόμο σαν μικρά παιδιά, νιώθοντας ότι είχαν γεννηθεί πραγματικά ο ένας για τον άλλο. Κοιτώντας το ρολόι του για δει πόση ώρα είχε περάσει, ο Πάτρικ της είπε ότι ήταν ώρα να γυρίσουν πίσω.
   -Κιόλας; έκανε γεμάτη νάζι η Άντριαν.
   -Αυτό ήταν μόνο;
   -Είπα να γυρίσουμε πίσω, όχι ότι τελείωσε η βραδιά μας! της απάντησε δημιουργώντας της πολλά ερωτηματικά.
   -Α εσύ σήμερα είσαι όλο εκπλήξεις! του απάντησε δείχνοντας ευτυχισμένη από την ως τώρα πορεία της βραδιά τους.
   -Και ακόμα δεν έχεις δει τίποτα... συνέχισε την αινιγματική του κουβέντα ο Πάτρικ, εισπράττοντας ένα βλέμμα γεμάτο απορία από την Άντριαν.
   Γυρνώντας προς το άσυλο αστέγων ξανά, μόλις άρχισαν να το πλησιάζουν ο Πάτρικ σταμάτησε μια γωνία πριν από αυτό.
   -Μου έχεις εμπιστοσύνη; την ρώτησε.
   -Μμμ δεν ξέρω.. Εξαρτάται, απάντησε με το ίδιο νάζι η Άντριαν.
   -Κλείσε τα μάτια σου και μην τα ανοίξεις αν δεν σου πω, εντάξει; της είπε ο Πάτρικ δαγκώνοντας τα χείλη του μη μπορώντας να κρύψει την αγωνία του.
   Κοιτάζοντάς τον η Άντριαν προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε σκαρώσει πάλι ο Πάτρικ, αλλά της ήταν αδύνατο να σκεφτεί κάτι. Δεν την είχε συνηθίσει σε τέτοιου είδους πράξεις. Είχε καταλάβει τα συναισθήματα που έτρεφε για εκείνην, αλλά ποτέ δεν της είχε μιλήσει ανοικτά για αυτά.
   -Εντάξει.. του απάντησε γελώντας.
   -Εεεεπ! Σε βλέπω! Μην κλέβεις! της είπε ξεσπώντας σε γέλια και οι δύο.
   Παίρνοντάς την από το χέρι, έστριψαν μαζί την γωνία του στενού φτάνοντας ακριβώς απέναντι από την είσοδο του κτηρίου. Κάνοντας το συμφωνημένο νόημα σε 3 άστεγους που τους κοιτούσαν με την πλάτη γυρισμένη προς αυτούς, γύρισαν ο ένας μετά τον άλλον κρατώντας στα χέρια τους ανοικτές από μία ομπρέλα ο κάθε ένας.
   -ΑΝΟΙΞΕ ΤΑ! της φώναξε ο Πάτρικ νιώθοντας να μουδιάζει ολόκληρος από την μαγεία της στιγμής.
   Η Άντριαν ανοίγοντας τα μάτια της αντίκρισε τους 3 άστεγους που κρατώντας την ομπρέλα του ο κάθε ένας στραμμένη προς το μέρος τους, ένιωσε την συγκίνηση της στιγμής να της βουρκώνει τα μάτια.
   Μέσα στο σκοτάδι η ομπρέλες έχοντας στερεωμένα επάνω τους πολλά μικρά λευκά λαμπάκια, φώτιζαν 3 μονάχα λέξεις.
“ΘΑ ΜΕ ΠΑΝΤΡΕΥΤΕΙΣ;”
   Πέφτοντας στην αγκαλιά του κυριευμένη από μια ακατανίκητη λαχτάρα να τον φιλήσει, αγνοώντας τον κόσμο που περνούσε και τους κοιτούσε, τον φίλησε γεμάτη πάθος. Θεωρώντας όλοι ότι αυτό το φιλί σήμαινε “ναι”, έσπευσαν να τους χειροκροτήσουν γνωστοί και άγνωστοι. Φωνάζοντας και σφυρίζοντας όλοι μαζί χαρούμενοι εισέπρατταν και αυτοί λίγη από την μαγεία της δικής τους στιγμής. Ήταν πράγματι μια ξεχωριστή βραδιά για όλους.
   Ο Πάτρικ απολαμβάνοντας το φιλί της Άντριαν, θέλοντας να δει το υπέροχο χαμόγελο της αμηχανίας της για άλλη μια φορά, έκανε νόημα σε όλους να σωπάσουν.
   -Ακούσατε εσείς να λέει “ΝΑΙ”; Γιατί εγώ δεν άκουσα τίποτα! φώναξε ώστε να τον ακούσουν όλοι όσοι στεκόντουσαν εκεί κοντά.
   Αμέσως όλοι σταμάτησαν και κοιτάζοντας την Άντριαν, κρεμόντουσαν κυριολεκτικά από τα χείλη της.
   Η Άντριαν βλέποντας όλους αυτούς να την κοιτάνε, αμέσως κοκκίνισε από αμηχανία, κάτι που όμως δεν την ένοιαζε, αφού ήταν τόσο γλυκιά η ντροπή που ένιωθε!
   -ΝΑΙ! φώναξε αμέσως μετά κοιτάζοντάς τον πάντα χαμογελαστή.
   Δεχόμενη ακόμα πιο δυνατά χειροκροτήματα και σφυρίγματα από κόσμο που δεν είχε ξαναδεί ποτέ μέχρι πριν.
   -Θα σε σκοτώσω! ψιθύρισε με νάζι στο αυτί του Πάτρικ που όλη αυτή την ώρα γελούσε ευτυχισμένος.
   Ήταν μια υπέροχη και μοναδική δική της στιγμή. Ένα όνειρο που δεν είχε τολμήσει ποτέ της να ονειρευτή μέχρι τώρα. Και να που το ζούσε με τον άντρα της ζωής της, όπως τον ένιωθε εδώ και πολύ καιρό τώρα.
   Παίρνοντάς την αγκαλιά, την πήγε μέχρι απέναντι στο κτίριο περνώντας συνοδευόμενοι από τους άστεγους την πόρτα του. Το τελευταίο μέρος της έκπληξης ήταν και αυτό έτοιμο. Όλοι οι φίλοι της, σε συνεργασία με τους άστεγους είχαν φτιάξει σε μια υπέροχη γιορτινή ατμόσφαιρα ένα μικρό γεύμα για όλους τους παρευρισκόμενους. Βοηθώντας οικονομικά πάρα πολύ και ο Πάτρικ σε αυτό.
   -Συγνώμη και αν σου έλεγα όχι; του απάντησε δήθεν θυμωμένη η Άντριαν βλέποντας τόσες ετοιμασίες από τον Πάτρικ, δείχνοντας ότι ήξερε από πριν την απάντηση της.
   -Τότε... Χαλάλι σου! της απάντησε κοιτάζοντάς την γεμάτος στοργή και αγάπη στα μάτια.
   Την ακούμπησε απαλά κάτω αφήνοντάς την να απολαύσει το υπόλοιπο της βραδιάς περιτριγυρισμένη από ανθρώπους που είχε χρόνια μέσα στην ζωή της και τους αγαπούσε πάρα πολύ.
   Ανάμεσά τους ήταν και ο πατέρας της που τα ήξερε όλα από πριν και είχε βοηθήσει πάρα πολύ και αυτός τον Πάτρικ να στήσει μια τόσο υπέροχη βραδιά. Το μόνο που του είχε πει ότι ήθελε ως αντάλλαγμα, ήταν να δει την κόρη του ευτυχισμένη. Τίποτε άλλο.
   Όλη η υπόλοιπη βραδιά κύλησε γεμάτη ευχές, γέλια και χαρές τραβώντας μέχρι αργά το πρωί.
   Ο πατέρας της θέλοντας να προσφέρει κάτι σημαντικό στο ζευγάρι, τους παραχώρησε το σπίτι που έμενε μαζί με την κόρη του. Ήθελε να τους δώσει το βασικότερο εφόδιο για ένα νέο και ξέγνοιαστο ξεκίνημα. Εκείνος θα αποχωρούσε στο μικρό εξοχικό που είχε ξεκινήσει να φτιάχνει εδώ και κάποια χρόνια, προετοιμάζοντας από πριν το έδαφος για μια τέτοια ευλογημένη μέρα.
   Λίγους μήνες μετά, ο Πάτρικ με την Άντριαν ένωσαν και επίσημα τις ζωές τους με τα δεσμά του γάμου. Κάνοντας έναν απλό και λιτό γάμο, περιτριγυρισμένοι όμως από δεκάδες ανθρώπους που τους γέμιζαν με την αγάπη τους.
   Από την ημέρα που παντρεύτηκαν πέρασαν 20 χρόνια και είχαν πλέον αποκτήσει και ένα γιο 19 ετών. Ο πατέρας της Άντριαν δεν ζούσε πια. Σε μικρή σχετικά ηλικία έπαθε ανακοπή καρδιάς και πέθανε εντελώς ξαφνικά. Έχοντας δώσει όμως στον γιο τους το όνομά του, έζησε μέσα στην απόλυτη ευτυχία ευχαριστώντας κάθε μέρα τον Θεό για τις χαρές που του είχε χαρίσει.
   Βλέποντας ο Πάτρικ πόσο πολύ της έλειπε, θέλησε να της κάνει ένα δώρο. Να έβρισκε τους αληθινούς της γονείς. Ήταν κάτι που το σκεπτόταν από καιρό, αλλά τώρα ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή.
   Εκμεταλλευόμενος την θέση που είχε ακόμα ως φύλακας στο ίδρυμα, ένα βράδυ που έλειπαν όλοι μπήκε κρυφά στο δωμάτιο που κρατούσαν τα αρχεία τους. Ήξερε ότι, λόγω του απορρήτου, δεν υπήρχε περίπτωση να του έδιναν από μόνοι τους πληροφορίες.
   Βλέποντας πάρα πολλά συρτάρια με κολλημένα τα γράμματα της αλφαβήτου απέξω, άνοιξε το τεράστιο συρτάρι που απέξω είχε το αρχικό από το πατρώνυμό της. Ψάχνοντας ανάμεσα σε εκατοντάδες φακέλους, έψαχνε να βρει το επίθετο της γυναίκας του αλλά δεν το έβρισκε πουθενά. Υποθέτοντας ότι δεν τα αρχειοθετούν βάση του νέου τους πατρώνυμου αλλά βάση του γονέα που τα άφησε εκεί, κοίταξε γύρω του μήπως έβρισκε ξεχωριστά κάποιο μέρος που να τοποθετούσαν μονάχα τα υιοθετημένα παιδιά.
   Πράγματι, σε μια εντελώς διαφορετική ντουλάπα που υπήρχε στην άλλη άκρη του δωματίου, είδε μια μικρή ταμπελίτσα επάνω της που έγραφε “υιοθετήσεις”.
   Ανοίγοντάς την προσεκτικά, βρήκε μια σειρά από τεράστιους φακέλους που και αυτοί είχαν απέξω τα γράμματα της αλφαβήτου. Κάνοντας την ίδια επιλογή με πριν, άνοιξε τον έναν από αυτούς. Πράγματι, μέσα σε αυτόν βρήκε το νέο ονοματεπώνυμο της γυναίκας του μαζί με μια φωτογραφία της που την έδειχνε μωρό.
   Τοποθετώντας τον πάνω στο μεγάλο ξύλινο γραφείο τον άνοιξε διάπλατα ώστε να μπορεί να τον μελετήσει με την ησυχία του όταν το μάτι του έπεσε σε κάτι που του έκοψε την ανάσα. Ο τόπος γέννησης της ήταν η κωμόπολη που μεγάλωσε εκείνος.
   Συνεχίζοντας να διαβάζει, νιώθοντας ένα κρύο ιδρώτα να του κατακλύζει το κορμί, έφτασε να συναντήσει τον χειρότερο του εφιάλτη. Τα στοιχεία των κανονικών γονιών της ήταν της δικιά του οικογένειας. Ήταν η αδελφή του. Μη μπορώντας να αναπνεύσει, του έπεσε το βιβλίο από τα χέρια. Τρέμοντας ολόκληρος, παράτησε τα πάντα όπως ήταν και έτρεξε στο σπίτι του.
   Σε όλη την διαδρομή μέχρι να φτάσει, προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει το επόμενο άσχημο χαστούκι που του έδωσε η, πραγματικά καταραμένη, ζωή του.
   Ήταν προφανές ότι ο πατέρας του για αυτό το λόγο μιλούσε συνέχεια για αυτή την πόλη. Γιατί είχε δώσει εδώ για υιοθεσία την κόρη του. Για αυτό άκουγε πάντα τους γονείς του να συζητάνε χαμηλόφωνα και όποτε τον έβλεπαν άλλαζαν συζήτηση. Γι' αυτό πάντα του έλεγαν, σχεδόν κάθε βράδυ όταν ήταν μικρός και τον έβαζαν για ύπνο, ότι ο Θεός δεν μπορεί να συγχωρέσει τα πάντα, γι’ αυτό να προσέχει τις πράξεις του πριν να είναι πολύ αργά, μιας και αυτοί δεν ήξεραν για πόσο ακόμα θα ζούσαν.
   Μόνο που αυτοί ήξεραν τα λάθη τους. Ήταν δική τους επιλογή να παντρευτούν ενώ ήταν αδέλφια. Και προφανώς φοβούμενοι μην ερωτευτούν μεταξύ τους, όπως οι ίδιοι, τα δυο παιδιά τους, αποφάσισαν να τα χωρίσουν.
   Για να μην θυμάται την αδελφή του προφανώς γεννήθηκε λίγο μετά από αυτόν. Κάτι που δικαιολογούσε και τα 2 χρόνια διαφορά στην ηλικία που είχαν.
   Νιώθοντας την γη να χάνεται κάτω από τα πόδια του έτρεχε σαν τρελός να φτάσει γρήγορα στο σπίτι του.
   Μπαίνοντας μέσα βιαστικά είδε την Άντριαν με τον γιο του να κάθονται μαζί στο σαλόνι χαζεύοντας τηλεόραση. Βλέποντάς τον έτσι ξαφνικά μπροστά τους σε ξέφρενη κατάσταση ανησύχησαν.
   -Τι έγινε Πάτρικ; άκουσε να τον ρωτάει η γυναίκα του την ώρα που σηκώνονταν μαζί με το γιο τους από τον καναπέ.
   Μα πριν προλάβει να απαντήσει ο Πάτρικ είδαν και οι τρεις τους έναν μαύρο καπνό να κινείται αργά μέσα στο σπίτι…

ΤΕΛΟΣ

Copyright © Μάριος Καρακατσάνης - All rights reserved - 2014 http://www.marioskarakatsanis.gr

Διαβάσατε την έβδομη ιστορία της συλλογής, του Μάριου Καρακατσάνη, σε πρώτη δημοσίευση για το koukidaki. Απαγορεύεται αυστηρά η αντιγραφή και αναδημοσίευση  μέρους ή του συνόλου της παρούσης ανάρτησης χωρίς την άδεια του συγγραφέα. Το φωτογραφικό υλικό που κοσμεί την ιστορία και το εξώφυλλο αυτής είναι αποκλειστικές επιλογές του Μάριου Καρακατσάνη.
Βρείτε τον συγγραφέα στο facebook.


Και οι ιστορίες συνεχίζονται...

4 σχόλια:

  1. "Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα".....ποιό, όμως Θείο δικαστήριο δικάζει και καταδικάζει ανθρώπους που εν ολοκληρωτική αγνοια τους έχουν αμαρτήσει...και μάλιστα έχουν προκαταβολικά εκτελέσει έστω μέρος της ποινής τους....ή μήπως η προσωπική αμαρτία του Πάτρικ ήταν η μη αποδοχή και ολοκληρωτική εκτέλεση της άδικης κατά τα άλλα, ανθρώπινης καταδίκης του; ίσως με την ισόβια ανθρώπινη τιμωρία να μην είχε την ευκαιρία να τον προλάβει η αμαρτία ξανά σε μια σατανική προσπάθεια άθελητης διαιώνισης της... Πόσο, αλήθεια, εμείς οι ίδιοι επιτρέπουμε πολλές φορές σ' αυτές τις ακατονόμαστες δυνάμεις να εμπλέκονται και να καταστρέφουν αυτό που ο ίδιος ο Θεός μας δώρισε με τόση ευλογία....
    Εύγε Μάριε για τον προβληματισμό που έθεσες!!!

    Από Μαρία Κουζαπά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σε ευχαριστώ πολύ Μαρία για τα καλά σου λόγια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ετσι ειναι οι εκδηκητικοι "θεοι" !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. δυνατο και ψυχολογικο θριλερ.....στεναχωρηθηκα που ενω ο Πατρικ βρηκε επιτελους την ηρεμια και την γαληνη στο προσωπο της γυναικας του,επειτα τα τοσα φριχτα χρονια που βιωσε στο ασυλο......τελικα δεν γλυτωσε απο αυτο..........οι επιλογες των γονιων του, του στοιχειωσαν την ζωη του!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Άννα ΓαλανούΓιώργος ΓιαντάςVictoria HislopΈρη ΜαυρογιάννηΜιχαήλ ΆνθηςΜαίρη ΠαναγιώτουM.J. Arlidge
Όλγα Κανελλοπούλου-ΝτινοδήμουΣοφία ΓουδετσίδουΦώτης ΣιμόπουλοςΈλενα ΑκρίταVal O' TeliΦωτεινή ΝαούμΒασίλης Τσικάρας
Χριστόφορος ΤριάντηςΣτέλιος ΜοίραςΕλένη ΚοτσόβολουΘανάσης ΛιακόπουλοςΓιάννης ΜπερούκαςΣυλλογή διηγημάτωνΓιώργος Φάκος