Defunctus

4° μέρος
7
Ψάχνοντας στα συρτάρια για κάτι φαγώσιμο ανακάλυψα απολιθωμένα ψίχουλα, ξυράφι και ένα χαρτάκι.

Το ξεδίπλωσα, ένα τηλέφωνο. 

Σχημάτισα τον αριθμό. Χτυπούσε. Το έκλεισα.

Ποιον έπαιρνα; Ήταν κάποιος που χρωστούσα; Τον γκαραζιέρη; Η μήπως κάποιο τρυφερό μουνάκι που φλέγονταν από πόθο;

Άξιζε το ρίσκο.

Γυναικεία φωνή. Ήρεμη και τραγουδιστή. Το ένστικτο μου δεν έκανε λάθος. Κόμπιασα.

- Κοίτα κούκλα βρήκα τον αριθμό σου…

- Ποιος είναι;

- Εσύ ποια είσαι; Μην σπαταλάς τον χρόνο μου.

- Που είσαι βρε ψυχή; Χάθηκες. Σε σκεφτόμουν. Σε πήρα στην γιορτή σου αλλά το κινητό όπως πάντα κλειστό. Η αλήθεια είναι πως φέρθηκα άσχημα. Και συ όμως ενάμιση χρόνο ούτε μήνυμα. Ανησύχησα.

Ποια στον πούτσο ήταν; Το έριξα στην τρελίτσα.

- Και μένα γλύκα μου έλειψες.

- Δεν με κατάλαβες ε; Η Ειρήνη είμαι.

Ποια Ειρήνη από όλες; Λες;

Καστανές μπούκλες; Σώμα φιδίσιο. Φιλί δηλητήριο. Η καριόλα που έφυγε χωρίς να με πληρώσει στην Κέρκυρα. 

Την είχα γνωρίσει σε ένα Ιατρικό συνέδριο στο ξενοδοχείο Χανδρής. 

Φορούσε κόκκινο ταγιέρ που της πρόσθετε κιλά και σοβαροφάνεια. Ρουφούσε την σαγκριά σαν να ήταν η τελευταία σταγόνα στην έρημο.

Την πλησίασα. Συστήθηκα. Άναψα τσιγάρο και της πρόσφερα. Ευγενικά το παραμέρισε και έβγαλε από την τσάντα της.

- Δεν καπνίζω άλλη μάρκα. 

- Να σας κεράσω κάτι; 

- Εδώ είναι όλα free.

- Γι αυτό το προτείνω.

Με έκοψε εξονυχιστικά. Ανέκαθεν μου άρεσαν οι έξυπνες γυναίκες. 

- Στο 215 σε 10 λεπτά.

- Όπως επιθυμείτε, κυρία μου.

Αποσύρθηκα διακριτικά και επέστρεψα στο μπαρ. Παρήγγειλα ένα διπλό. 

Πρόσεξα την ώρα. Είχα αργήσει. Τελείωσα το ποτό και ανέβηκα.

Που σκατά είναι το 215 ρώτησα μια καμαριέρα. 

- Στο βάθος δεξιά κύριε.

- Τι κάνεις το βράδυ;

Με κοίταξε και έφυγε. 

Το βρήκα. 

Μια φωνή ακούστηκε από το μπάνιο.

- Βολέψου. Βάλε ποτό. Πάγο έχει στο ψυγείο. Φτιάξε και σε μένα.

Τι λες μωρή, τι νομίζεις ότι είμαι, υπηρεσία δωματίου;

- Εντάξει, μωρό μου.

Περιηγήθηκα το χώρο και βγήκα στο γεμάτο γλάστρες μπαλκόνι. Μια γαρδένια μόλις άνθιζε. Μύριζε υπέροχα. Κατέβασα το φερμουάρ και πλησίασα απειλητικά. Πάντα ήθελα να καταστρέψω κάτι τόσο όμορφο. 

Έβαλα ακόμα ένα..

Καλά τώρα το ξύριζε; Στα αρχίδια μου αυτή πλήρωνε. Ξάπλωσα και με πήρε ο ύπνος.

- Room service.

- Στο διάολο.

Είχε ξημερώσει, η Ειρήνη πουθενά. Παρακοιμήθηκα. Βγήκα στο μπαλκόνι και πήγα στο αγαπημένο μου σημείο. Στο κομοδίνο ένα γράμμα. 

Έψαξα τον φάκελο χρήματα πουθενά.

- Έλα που είσαι;

- Έχουμε ανοιχτό λογαριασμό νομίζω.

Ανατριχιαστικό κλάμα ακούστηκε στο βάθος της άλλης γραμμής. 

- Τι ναι αυτό;

- Η Αθανασία. Απέκτησα παιδί. Τι λες να βρεθούμε; Έχουμε πολλά να πούμε.

Το έκλεισα, τα παιδιά με τρόμαζαν. Τόση αθωότητα και pampers! Αηδία.


8
Φουλάρω το ποτήρι. Συχνά πίσω από την πλάτη αισθάνομαι τα ειρωνικά σχόλια των καρφωμένων βλεμμάτων. Με πληγώνουν αλλά δεν με νοιάζει, έχει καταντήσει χόμπι.

Πρέπει να ξεχνάω. Πρέπει να πίνω.

Το πρώτο για την οικογένεια.

2- για τους φίλους.

3- για την μοναξιά μου.

4- για την λύπη μου.

5- για το χθες.

6- για το αύριο.

7- για τους πονοκεφάλους.

8- ξέχασα γιατί είναι το όγδοο.

9- για την πίστη.

10- για τα ΠΑΝΤΑ.

Είμαι τύφλα, μπορώ να αντιμετωπίσω όλα τα τέρατα, τους κρετίνους, τις γυναίκες ,την θάλασσα. την φωτιά. Έχοντας ξοφλήσει με την αγγαρεία της ζωής θέτω τους όρους στο παιχνίδι και αυτοανακηρύσσομαι ο αείρροος αδιαμφισβήτητος νικητής.

Μια φορά μόνο επέλεξα να συμμετάσχω σε ξένη παρτίδα και αυτή η κίνηση με έφερε πιο κοντά στην υπερβολή στην ακατανόητη ποίηση στην Κάθυ.

Δεν γούσταρε τα εσώρουχα έπινε περισσότερο και κάπνιζε τα πάντα. Δεν είχε αναστολές ούτε γονείς και φίλους. Ήταν το άλλο μου μισό.

Μια απογοητευτική βραδιά, δεν είχε βγει το μεροκάματο, δρασκέλιζα αναίτια στους έρημους δρόμους όταν από ένα σκοτεινό στενό ξεπρόβαλλαν μεθυσμένες φιγούρες νεαρών. Έστρεψα το βλέμμα προς τα εκεί. Η είσοδος ροκάδικου άνοιξε και ο αέρας πλούτισε με γνώριμο τραγούδι

I am a passenger and I …………………. 

Κάθισα στο μπαρ. Για μια στιγμή ήμουν και πάλι 18. Στην άλλη άκρη μια τύπισσα κουνούσε ρυθμικά το κεφάλι εντελώς αντίθετα από την μουσική. Καρφώθηκα. Με τσάκωσε.

Ήρθε και ακούμπησε τον αγκώνα της δίπλα στην μπίρα μου. Άπλωσε το χέρι και περίτεχνα τράβηξε το τσιγάρο από τα χείλη μου. Πήρε τον καπνό βαθιά σε όλο της το είναι και μου τον χάρισε χαριτωμένα στα μούτρα.

- Σε ξέρω. Είσαι ο μαλάκας που την πέφτει σε γριές.

Δεν είπα κουβέντα. 

- Σε έχω τρακάρει στο Casino. Αλήθεια, δεν γουστάρεις να γαμήσεις μια γυναίκα με απαλή επιδερμίδα;

Άρπαξε το δάχτυλο μου και το βούτηξε στην βότκα της. Με αργές σχεδόν νωχελικές κινήσεις το κατεύθυνε κάτω από την φούστα. Το έτριψε στο αιδοίο. Έκλεισα τα μάτια. Ήταν απίστευτο. Το τράβηξε απότομα και το έγλειψε με την μυτερή γλωσσίτσα της. Καύλωσα. 

Έβαλε τα γέλια και έτρεξε στην πίστα. 

Δεν είχα δει πιο αισθησιακό χορό. Μέχρι και ο χρόνος σταμάτησε για να την χαζέψει. 

Όλοι την είχαμε πάρει παρτούζα. Ο καθένας με την σειρά και μετά όλοι μαζί άγρια.

Μου έκανε νεύμα. Δεν χόρευα ποτέ.

Ο μπάρμαν προσπάθησε να με προφυλάξει.

- Πρόσεχε. Παίζεις με την φωτιά

Βρέθηκα να λικνίζομαι. Την χούφτωνα με αναίδεια. Εξερευνούσα το κορμί της με όλα τα μέσα που διέθετα.

Κάποιος με σκουντάει. 

- Φίλε, το μαγαζί έκλεισε. Έχουμε και σπίτια.

Κάτω από ένα τραπέζι βρήκα το σακάκι. 

Με πήρε από το χέρι και φύγαμε. 

Στον νεροχύτη, στο πλυντήριο, στον κήπο του γείτονα στα πιο απίθανα μέρη και σε όλες τις στάσεις. 

Ήμουν εξαντλητικά ολοκληρωμένος. Την είχα αγκαλιά και κάπνιζα. Δεν είχα αλλά υγρά. 

- Μωρό, μου πρέπει να φύγεις σε 2 ώρες έχω ραντεβού.

- Και εγώ έχω δουλειά. 

Μαλακία αλλά κάτι έπρεπε να πω.

Ντύθηκα και πήγα προς την πόρτα.

- Άφησε 50 λίρες στο τραπεζάκι. Οκ;

- Burdon moi;;;;;;;;;;

- Το γαμήσι δώρο του καταστήματος αυτή τη φορά. Τα ποτά χρεώνονται.

Την ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα. Στο πορτοφόλι δεν υπήρχε μία.

- Δεν έχω φράγκο. Θα στα δώσω το βράδυ.

- Κάνεις δεν φεύγει χωρίς να πληρώσει.

Χαμογέλασε.

Όπως ήταν ξαπλωμένη άνοιξε τα πόδια, πήρε το μισοάδειο ποτήρι με την βότκα και το έγειρε στο ύψος του στήθους. Ένας τρελό ταξίδι απαράμιλλης ηδονής ξεκίνησε. Οι σταγόνες διαγωνίζονταν ποια θα δροσίσει πρώτη το ροδαλό μουνάκι. Πάνω από την ερεθισμένη και προεταταμένη ρώγα στην σφιχτή κοιλίτσα και από εκεί στο tattoo της μαύρης πριγκίπισσας λίγο πάνω από τις φρεσκοξυρισμένες τρίχες του εφηβαίου. 

- Γλείψε με.

Υπέκυψα.

Από εκείνη την στιγμή και έπειτα αποβιβάστηκα από το τρένο της ζωής και απλά ακολουθούσα. Τέρμα οι κυρίες, τα ακριβά δώρα και τα ψεύτικα αισθήματα. Αφέθηκα στα χέρια της. Δεν υπήρχε σωστό ή λάθος μόνο ατελείωτες νύχτες. Φτηνό αλκοόλ, φτηνά τσιγάρα. Βυθισμένοι στον ζοφερό υπόκοσμο της σαρκικής απόλαυσης έξω από τα όρια της λογικής και πέρα από τα σύνορα της φαντασίας.

Μάλλον ερωτεύτηκα.

Η μικρή γειτονιά δεν χωρούσε τα όνειρά μας. Πήραμε την πρώτη πρωινή πτήση για Rotterdam. Έπαιζα εκτός έδρας χωρίς ασφάλεια έτοιμος να γκρεμιστώ. Από σκληρό αντράκι είχα μετατραπεί σε ερωτευμένο έφηβο πιστεύοντας ότι ο έρωτας είναι παντοτινός.

Βρήκα δουλειά. Η Κάθυ δεν είχε δουλέψει ποτέ. Δεν έβγαζα πολλά αλλά επιβιώναμε. Αλλάξαμε όμως. Ούτε εγώ ήμουν ο μυστήριος γεμάτος γοητεία τύπος ούτε αυτή η αινιγματική πανέμορφη γκόμενα.

Έπλενε ρούχα, έχεζε και διάβαζε περιοδικά.

Ένα πρωί φεύγοντας για το μαγαζί είπε προστακτικά:

- Άσε χρήματα να ψωνίσω.

- Δεν έχω.

- Καλά δεν πειράζει. 

Όταν επέστρεψα έλλειπαν τα ρούχα της έλλειπε και αυτή. 

Άνοιξα ένα μπουκάλι και έκατσα στο πάτωμα. Ήμουν ελεύθερος. Παραμύθια δεν με έπειθα. 

Έκλαιγα με αναφιλητά. 

- Θεέ, μη παίρνεις το μωρό μου. Δεν έχω τίποτα άλλο. Μια ζωή πούστικα φέρθηκες. Γιατί πάλι; Ρε μαλάκα μιλάω κατέβα αν σου βαστάει. Δεν απαντάς ε; Oκ. Θα έρθω εγώ να σε βρω.

Όρμημα έξω. Σκουντούσα και έβριζα το πλήθος δεν ήταν πουθενά. Φοβήθηκε και κρύφτηκε. Σε ένα σοκάκι άστεγος ξαπλωμένος δίπλα στα σκουπίδια έπινε. Το άδειο του βλέμμα και το οργισμένο δικό μου, ενώθηκαν.

Ήξερε. 

Τον άρπαξα από τον γιακά.

- Ξέρεις που είναι ο Θεός; Μίλαααα.

Σήκωσε το χέρι και σημάδεψε ένα μπαρ στην απέναντι άκρη του δρόμου.

Έσφιξα τις γροθιές. Από όταν ήμουν στην κοιλιά της μάνας μου αδημονούσα για αυτή την συνάντηση.

Άναψα τσιγάρο μπορεί να ήταν το τελευταίο. Κοντοστάθηκα, το πέταξα στα βρομόνερα, έβγαλα το μπουφάν και το άφησα να γλιστρήσει κατάχαμα. Τρία βήματα με χώριζαν από την αλήθεια. 

Τα έκανα.

Βρέθηκα πεσμένος στον δρόμο. Η μύτη μου υγρή, γαργαλούσε.

Ο Θεός είχε πάρει την μορφή θηριώδους δίμετρου αράπη μπράβου και στέκονταν από πάνω μου φουσκώνοντας τα μπράτσα με περίσσια περηφάνια. Δεν είχε καταλάβει ότι ήμουν αποφασισμένος.

Τον κλώτσησα στα αρχίδια τον γράπωσα και άρχισα να τον δαγκώνω στο λαιμό. Τσίριζε. Αλλά δεν ήταν τίμιος, ποτέ δεν ήταν, κάλεσε βοήθεια. Ένας Ολλανδός, τρία πατώματα ψηλός, και ένας Κινέζος με κοτσίδα εμφανίστηκαν από το πουθενά. 

Βρέθηκα στο έδαφος. Ο αράπης κρατούσε τον λαιμό το άσπρο του πουκάμισο είχε βαφτεί κόκκινο. 

Μαζεύτηκε κοινό και με επευφημούσε. Εκατομμύρια κόσμου. Όλοι έκπτωτοι και απόκληροι. Δυστυχισμένοι, γέροι, ανάπηροι, προδομένοι, ορφανοί, gay, πόρνες, τραβέλια φώναζαν ρυθμικά το όνομά μου. Έδινα την μάχη για όλους δεν είχα δικαίωμα να εγκαταλείψω. 

Σκούπισα τα αίματα και στάθηκα στα πόδια. Αποχωρίστηκα το σώμα, το παράτησα κάπου στον χρόνο και πάλευα με την ψυχή μου. Όσο πάλευα τόσο μάτωνε. Δεν με ένοιαζε. Δεν ένιωθα πόνο μόνο μίσος.

Ξάφνου τα πάντα σκοτείνιασαν. Ο πούστης νέγρος ενώ χόρευα με τους άλλους δύο, με χτύπησε πισώπλατα. 

Το πλήθος άρχισε να διαλύεται. Σιγά σιγά επέστρεφαν στα ανήλιαγα υπόγεια της ψυχής τους και κλείδωναν την πόρτα. Σε λίγη ώρα δεν έμεινε κανείς.

Μπάσταρδοι.

Κάποιος μου έβαλε ένα φλασκί στο στόμα. 

Ο τύπος με το άδειο βλέμμα χαμογέλασε.

- Απ’ ότι βλέπω βρήκες αυτόν που έψαχνες.

Πήγα να του απαντήσω αλλά είχε προλάβει να εξαφανιστεί.

Το μυαλό καμία φορά παίζει περίεργα παιχνίδια. 

Έβαλα το φλασκί στην κωλοτσέπη και επέστρεψα σπίτι ταπεινωμένος.

Η Κάθυ δεν ήταν εκεί. Ποιος την γαμάει σκέφτηκα και μάζεψα τα πράγματα. Είχα χάσει μια μάχη αλλά όχι και τον πόλεμο. Θα τον αντιμετώπιζα λοιπόν σε γνώριμο έδαφος, στην Ελλάδα.

¤

Copyright © Figlio di Magdalena, All rights reserved, Ελλάδα 2005

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Τερέζα ΚουρούκληΧάρης ΒασιλάκοςΓιώργος ΓιαντάςΣτέλιος ΚανάκηςΣτέλιος ΜοίραςΈλσα ΜαγγανάρηΓιάννης Βεντούρας
Γεωργία ΚραββαρίτηΓιάννης ΦιλιππίδηςΚωνσταντίνα ΚαντζιούΠαναγιώτης ΝτούσκαςVal O' TeliΚαλλιόπη ΒελόνιαΠόλυ Μοσχοπούλου
Κερδίστε ως και πέντε μυθιστορήματαΧρυσούλα ΒακιρτζήΧρήστος ΠαπουτσήςΒαγγέλης ΜαργιωρήςΒασίλης ΤσικάραςΜαρία ΙατρίδηΘεόφιλος Γιαννόπουλος