Defunctus

6° μέρος

13
Κοζάνη. Τουλάχιστον έτσι έγραφε η ταμπέλα. Βρέχει. Η καλύτερη μου. Οι πιτσιρικάδες ανοίγουν το στόμα καταπίνοντας με βουλιμία τζάμπα βρώμα. Οι κυρίες, όσες δεν έχουν ομπρέλες, καταριούνται την τύχη για την λάθος μέρα που διάλεξαν να επισκεφτούν το κομμωτήριο. Όσες έχουν ομπρέλες πράγμα που μαρτυρά το φριχτό τους γούστο περπατάνε κάτω από τις στέγες. Δημόσιος κίνδυνος. Με την πρώτη ευκαιρία είναι έτοιμες, στην καλύτερη περίπτωση, να σου βγάλουν το μάτι. Τις αποφεύγω.
Λες να μείνω για πάντα Κοζάνη; Βάζω στοίχημα με τον εαυτό μου. Αν η πρώτη γυναίκα που συναντήσω έχει ωραία καπούλια, του γούστου μου, θα μείνω. Δεν συναντάω καμία. Προσπαθώ να την φανταστώ. Εφιάλτης. Κοντή χοντρή με ανίατη ασθένεια γεμάτη μουνόψειρες κρατάει πράσινη ομπρέλα. Άστο καλύτερα.
Περπατάω στο πεζοδρόμιο προσέχοντας μην πατήσω τους αρμούς. Τα καταφέρνω μια χαρά. Επιδεικνύω καταπληκτική ισορροπία, τεχνική που θα ζήλευε και η εθνική ανσάμπλ.
Πρέπει να βρω δουλειά ανάλογη με τα προσόντα μου, τέτοιο ταλέντο δεν πρέπει να πάει χαμένο.
Ένα φαντεζί αυτοκίνητο με κάνει λούτσα. Τα φθαρμένα ρούχα, πάνω από 3 μήνες άπλυτα, θέλουν πλέον πέταμα. Βλέπω μια καφετέρια, μπαίνω να στεγνώσω.
Δεκάδες βλέμματα με καρφώνουν. Αν φώναζα ληστεία, θα τα είχα κονομήσει. Όλοι περιμένουν την επόμενη κίνηση.
- 3 σφηνάκια κονιάκ.
Επιφωνήματα ανακούφισης. Επιστρέφουν στις καθόλα ενδιαφέρουσες συζητήσεις τους. Για την σοδειά που καταστράφηκε λόγω παγετού, την ρύπανση της ατμόσφαιρας που προκαλούν τα φουγάρα, για την γυναίκα κάποιου Μακρόπουλου, που όταν έμαθε ότι ο Μακρόπουλος την απατά τα έφτιαξε με τον καλύτερο φίλο του τον σκύλο τους τον Jack.
- Έτοιμος.
Τα σφηνάκια αραδιάζονται όπως άμαχος πληθυσμός στην γκιλοτίνα δημίου.
Τα εκτελώ. Χτυπάει το τηλέφωνο.
- Παρακαλώ.
- Η Θάλεια είμαι που είσαι;
- Κοζάνη. Ήρθα να πάρω το αμάξι και φεύγω.
- Δεν θα με έπαιρνες τηλέφωνο;
- Όχι.
- Δεν θέλεις να συναντηθούμε για ένα αποχαιρετιστήριο;
Θυμήθηκα τις μουνόψειρες.
- Όχι. 
Πλήρωσα και βγήκα στον δρόμο. Η βροχή είχε κοπάσει. Κρύο. Ανασκουμπώθηκα.
Στο συνεργείο παρατήρησα ότι τα επισκευασμένα λόγω έλλειψης χώρου τα άφηναν έξω από την μάντρα. Έκανα παζάρια, ανώφελο. Δικαιολογήθηκα τάχα ότι την επομένη θα είχα τα χρήματα. Επέστρεψα αργά το βράδυ. Ένα αδέσποτο σκυλί αλυχτούσε. Με το δεύτερο κλειδί έβαλα μπρος και πήρα τον δρόμο της επιστροφής.


14
Χιλιάδες μικροί Ινδιάνοι πετάνε τα βέλη τους στοχεύοντας το κεφάλι μου. Μερικά το πετυχαίνουν. Αδύνατον να συγκεντρωθώ χωρίς να σκέφτομαι απολύτως τίποτα. Πονοκέφαλος, ημικρανία και εγώ υποχρεωμένος να οδηγώ χωρίς να ξέρω γιατί επιστρέφω. Δεν με περιμένει τίποτα.
Μια νταλίκα και τέσσερα συμβατικά αυτοκίνητα δίπλα σε αυθαίρετο, κατά πάσα πιθανότητα, οίκημα ασκούν πάνω μου ακατανίκητη έλξη. Κόβω και παρκάρω πίσω από την νταλίκα.
Casablanca. Θα προτιμούσα να έγραφε casa di pizza, αλλά δε γαμείς. Ανατριχιαστικός ήχος έλξης σκουριασμένης λαμαρίνας. Ξύλινοι μελωδοί αναγγέλλουν την άφιξη μου. Συγχρονισμένα κόκκινα φώτα πάνω από δύο κακόγουστα κινέζικα παραβάν.
Μια χοντροκόλα με θεόστενο κιμονό και αποκρουστικές δίπλες σπεύδει να με υποδεχτεί.
- Μόλις μπήκαν τα κορίτσια. Να κεράσουμε όσο περιμένεις;
- Ένα διπλό σκέτο.
- Ορίστε παλικάρι.
- Να σαι καλά.
- Περαστικός από τα μέρη μας;
- Πες το και έτσι.
Το κιμονό έχει ανοίξει ελαφρά και χύνεται στα πόδια. Μια τούφα άπλυτες μαύρες τρίχες κρύβουν το πιο σκούρο και ταλαιπωρημένο αιδοίο που έχω συναντήσει.
Το χέρι της αγγίζει το μηρό μου. Αναστενάζει. Ο τρομοκρατημένος πούτσος τρέχει να κρυφτεί στα κωλομέρια.
- Τι λες να την βρούμε οι δυο μας; Τώρα αμέσως, αυτή τη στιγμή.
- Δεν πιστεύω στην στιγμή.
- Σε τι πιστεύεις;
- Σε τίποτα.
- Δε με γουστάρεις;
- Όχι.
Ένα λαμπάκι έγινε πράσινο. Ευτυχώς. Η μαντάμ τραβιέται. Ένας τύπος σηκώνει το φερμουάρ. Δείχνει ευχαριστημένος.
Σε λίγο θα εμφανιστεί η μικρή πρόστυχη πεταλούδα. Φτιάχνομαι. Δυο πόδια. Δυο χέρια. Μια κόκκινη λυμένη ζαρτιέρα.
Κυτταρίτιδα παντού. Κυτταρίτιδα στο μάτι. Ραγάδες στο στήθος μαρτυρούν χιλιάδες αποτυχημένες δίαιτες.
- Σειρά σου.
Έλεος.
Το σανίδωσα. Ξέφυγα. Μαλακίες τέλος.


15
Είμαι και πάλι στο πουθενά. Στην Θεσσαλονίκη. Το κινητό έχει ώρες να χτυπήσει. Είναι και αυτό ένας μικρός θάνατος. Οι ελπίδες επιβίωσης αυτή την φορά είναι πραγματικά λιγοστές. Μήπως ήρθε ο καιρός να σηκωθώ από το τραπέζι; Να εγκαταλείψω την παρτίδα με όση αξιοπρέπεια έχει απομείνει; Δεν έχω εγκαταλείψει ποτέ. Πώς γίνεται;
20 Ευρώ. Ακόμα και να βρω δουλειά που προς το παρόν δεν με ενδιαφέρει θα πληρωθώ μετά από έναν μήνα. Πρέπει να περάσω με αυτά τα χρήματα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο διάστημα. Πάω στο σούπερ μάρκετ. Τουλάχιστον θα γεμίσω το ψυγείο. Ένα τζόνι και μερικές μπύρες θα με συντηρήσουν κάνα δυο μέρες.
Κάθομαι στο τραπέζι. Απλωμένα μπροστά μου 64 τετράγωνα. Απέναντι μου ο Κώστας. Ο φοιτητής της διπλανής πόρτας. Ενθουσιώδης νέος με μια πολύ άσχημη ξεπλυμένη γκόμενα. Αυτός ήταν πιο άσχημος. Είχαμε συναντηθεί κάνα δυο φορές στην είσοδο της πολυκατοικίας. Συμμεριζόμασταν το ίδιο πάθος, το σκάκι. Με προκάλεσε. Αποδέχτηκα.
Είχε διδαχτεί τις γενικές αρχές που το διέπουν από Ρώσο δάσκαλο. Ήξερε όλα τα ανοίγματα με το όνομα τους. Ενίοτε έπαιζε και σε διάφορα τουρνουά. Οι σπουδές του δεν επέτρεψαν να ασχοληθεί επαγγελματικά και αυτό ήταν φανερό πως τον ενοχλούσε.
Γέμισα το ποτήρι. Δεν του πρόσφερα. Ντράπηκε να ζητήσει. Τόσο το χειρότερο για αυτόν.
Καυχιόταν για τα κατορθώματα του. Κέρδισα τότε αυτόν, τότε εκείνον.
Βαριόμουν αφόρητα. Έπινα και παρατηρούσα μια κατσαρίδα που έπαιζε με το παπούτσι μου. 
- Ξεκινάμε;
Έπιασα ένα τυχαίο πιόνι και έκανα την πρώτη κίνηση.
Φάνηκε απορημένος. Πήγε να μιλήσει, με ψυχρό βλέμμα τον αποστόμωσα.
3 λεπτά κράτησε η παρτίδα. Είδα τον Βασιλιά να παραδίνεται άνευ όρων σε τέσσερις κινήσεις.
Ένα μαλακισμένο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του.
Ξαναστήσαμε τα κομμάτια.
Αυτή την φορά χρειάστηκε 12 λεπτά.
Υπερηφανευόταν.
Πάτησα την κατσαρίδα και σκούπισα το παπούτσι στο χαλί. Αποστροφή και αηδία διαδέχτηκαν το μαλακισμένο χαμόγελο.
- Εγώ να πηγαίνω.
- Όχι ακόμα φίλε. Ας παίξουμε ένα τελευταίο.
- Δεν έχει νόημα. Είμαι κλάσεις ανώτερος.
- Τι λες να το κάνουμε ενδιαφέρον;
- Έχεις κάτι υπόψη σου;
- Να βάλουμε στοίχημα.
- Τι στοίχημα;
- Αν κερδίσεις θα σου δώσω το ρολόι μου.
- Και αν χάσω;
- Εγώ δεν αντλώ καμία ευχαρίστηση από τα υλικά αγαθά.
- Και τι θέλεις;
- Να σου σπάσω ένα δάχτυλο.
- Είσαι τρελός. Φεύγω.
Κούνησα το ρολόι στο φως. Τα 2000 ευρώ φεγγοβολούσαν. Κοντοστάθηκε να το χαζέψει. Ξαναέστησε στα γρήγορα τα πιόνια.
Μια σειρά από ασυνάρτητες κινήσεις τον έκαναν να αναθαρρήσει. Νόμιζε ότι ήταν κυρίαρχος του παιχνιδιού. Σκεφτόταν το ρολόι στο χέρι του. Το ενεχυροδανειστήριο. Γλυκιές και απατηλές σκέψεις.
Έριξε μια ματιά στην σκακιέρα. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε. Οι ανόητες κινήσεις άρχισαν να αποκτούν νόημα. Όλα μέρος ενός μεγαλοφυούς σχεδίου. Άρχισε να αισθάνεται τον πόνο.
- Μα δεν έχει λογική. Πώς έγινε αυτό;
- Η λογική είναι η ασφαλέστερη μέθοδος να βγάλεις λάθος συμπεράσματα με αυτοπεποίθηση. Και εσύ έχεις πολύ από αυτή.
Εκνευρισμένος πέταξε τα πιόνια στο πάτωμα.
- Αρχίδι με κορόιδεψες. Την κάνω.
- Πρώτα θα πληρώσεις σαν άντρας και μετά στα τσακίδια μπάσταρδο.
Πιαστήκαμε στα χέρια. Πέσαμε. Κυλιστήκαμε. Με μια λαβή του γύρισα τον αγκώνα. Κρακκκκκκκκ. Ουρλιαχτά. Μουσική. Η Κάλλας στον χώρο μου εχέμυθα. Τον πήγα στο μπάνιο. Έβαλα το δάχτυλο του κάτω από την βρύση. Ο πόνος τον είχε ομορφύνει. Σχεδόν καύλωσα.
Κουδούνι.
Μια λευκή θολή εικόνα γεμάτη φακίδες και εξανθήματα. Το ανεκπλήρωτο όνειρο του Πικάσο. Μιλούσε κιόλας.
- Τι γίνεται εδώ;
- Τι θέλεις να γίνεται.
- Μέχρι επάνω ακούγονται οι φωνές σας. Κώστα σε χτύπησε μωρό μου;
Τον αγκάλιασε. Ο κώλος της πετάχτηκε προκλητικά. Έχω αδύναμη θέληση. Πάντα είχα. Τον χούφτωσα.
- Τι κάνεις ρε μαλάκα; Κώστα, μου βάζει χέρι.
Με ένα απαλό όσο και ενστικτώδες τίναγμα φρόντισε η παλάμη της να τρακάρει στο μάγουλο μου.
Την έπιασα από το σβέρκο και η μούρη της διαγράφοντας ελλειπτική τροχιά συνάντησε τα πλακάκια. Το φρύδι της μάτωσε. Ένα σπυράκι, το όγδοο θαύμα, σαν θυμωμένο ηφαίστειο άρχισε να εκσπερματώνει θλιβερό πύο. Κατάφερε να αρθρώσει 3 λέξεις.
- Κώστα, βοήθησε με!
Ο Κώστας, κοίταξε πρώτα εμένα έπειτα το πρησμένο του δάχτυλο. Έκανε βήμα προς το μέρος μου. Το μετάνιωσε. Γύρισε την πλάτη και ξαναέχωσε τον λαβωμένο δείκτη στο παγωμένο νερό.
Την έσυρα μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα. Προσπαθούσε να αντισταθεί. Δυο χαστούκια την έκαναν να καταλάβει τον παθητικό της ρόλο. Την έστησα στα τέσσερα και γονάτισα πίσω της.
Στερέωσα την βυσσινί φούστα στην πλάτη της.
Δυο κωλομέρια και μια άσπρη γραμμή αποκαλύφθηκαν. Κουνήθηκε. Κόλλησα το κεφάλι της δίπλα στα υπολείμματα της κατσαρίδας.
Έσκισα το τάγκα. Μύρια κακάσχημα σαρκοβόρα ογκίδια απλώνονταν κατά μήκος. Σωστός γεωγραφικός χάρτης. Στην θέση που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να είναι η μαύρη τρύπα της ύπαρξης της διακρίνονταν το Χόλιγουντ. Ανέκαθεν δεν γούσταρα τα φώτα της δημοσιότητας. Ίσως γιατί ποτέ δεν είχα τα πέντε περιβόητα δευτερόλεπτα αποκλειστικής προβολής. Να λοιπόν η ευκαιρία να διαγράψω από τον χάρτη την πόλη των εύθραυστων ονείρων. Για να φτάσω όμως εκεί έπρεπε να περάσω μια βόλτα από το Λονδίνο και το Άμστερνταμ. Άρχισα το σιχαμερό έργο της ισοπέδωσης και πρέπει να ομολογήσω με όση ειλικρίνεια διαθέτω ότι εκτελούσα τα καθήκοντα με θρησκευτική ευλάβεια.
Τσακ-τσακ.
Ντουκ!!!
Τι ήταν το Ντουκ; Δεν έπρεπε να υπάρχει Ντουκ.
Αισθάνθηκα το δεξί πεταχτό αυτί μου να γαργαλάει. Το έξυσα. Κάτι υγρό. Έφερα το χέρι μπροστά. Αίμα. Κοίταξα προσεκτικότερα τα ματωμένα δάχτυλα, Α+!! Ταίριαζε με τη δική μου ομάδα. Βαθύ κόκκινο με κίτρινες βούλες. Έχριζε βαθύτερης ανάλυσης. Μια μπάντα αποτελούμενη από 4 λευκά αιμοσφαίρια και ένα ερυθρό, ο τραγουδιστής, έπαιζαν το Rape me και έζεχναν ουίσκι. Τελικό πόρισμα και απόλυτα έγκυρο το αίμα ανήκε στο σκοροφαγωμένο μου σώμα.
Ομίχλη πλανήθηκε πάνω από το Χόλιγουντ. Ο ουρανός σκοτείνιασε. Η μύτη μου προσγειώθηκε στο Τέξας. Τα γυαλιά μου παρέσυραν την Αλαμπάμα, το Λος Άντζελες και ολόκληρη την Νιγηρία.
Το Χόλιγουντ έστεκε παντελώς άθικτο και επιβλητικότερο από ποτέ.
Παράτησε το μπουκάλι της μπίρας ή καλύτερα ότι απέμεινε από αυτό μετά την πρόσκρουση και χάιδεψε το σύμπαν της. Έβγαλε το ρολόι από τον καρπό μου και άνοιξε την εξώπορτα.
Η λευκή φιγούρα ίσιωσε την φούστα που τώρα είχα την εντύπωση πως ήταν μαύρη με διάσπαρτα χρυσά κεντημένα αστράκια. Με ένα χαρτομάντιλο καθάρισε τον απόκρυφο κόσμο της.
Έσκυψε. Άγγιξε τα ποτισμένα μου μαλλιά και ψιθύρισε:
- Ήταν η πιο τρυφερή νύχτα της ζωής μου. Ευχαριστώ.
Τα χέρια τους ενώθηκαν και χάθηκαν στο σούρουπο των ματιών μου.
Σταδιακά έσβησα και εγώ.

¤
Copyright © Figlio di Magdalena, All rights reserved, Ελλάδα 2005

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Σάντυ Κυριακή ΗλιάδουΝατάσσα ΕξάρχουΣωτηρία ΙωαννίδουΚέλλυ ΚαϊμάκηΠαναγιώτης ΣταυρόπουλοςMo HayderΆννα Σελίδου
Γιάννης ΦιλιππίδηςΕυδοκία ΣταυρίδουΓιώργος ΙωαννίδηςPaullina SimonsΧρήστος ΧτιστόπουλοςΓεώργιος ΤζιτζικάκηςΘεόφιλος Γιαννόπουλος
Ασημίνα ΞηρογιάννηΝίκος ΚρίκαςΣοφία ΓουδετσίδουΜαριάνα ΝικολιδάκηΝάντια ΠαπαθανασοπούλουΓιώργος ΔάμτσιοςΓρηγόρης Τριγλίδης