Defunctus

7° μέρος
16
Όνειρο.
Ο ήλιος έχει φτάσει όσο πιο κοντά γίνεται στην γη. Οι ακτίνες τρυπάνε σαν ακόντιο τα σωθικά μου. Τα χείλη λευκά και ζαρωμένα. Πιπιλάω ένα κουμπί για να μη ξεραθεί ότι σάλιο έχει απομείνει. Το μαύρο φαρδύ ξεσκισμένο παντελόνι, η μοναδική ενδυμασία, μαρτυράει την πρώην πολιτισμένη φύση. Στην θέση των πελμάτων δύο ανοιχτές πληγές καταδεικνύουν τα αμέτρητα διανεμημένα χιλιόμετρα. Κάθε βήμα μια βουτιά στον απέραντο ωκεανό οδύνης. Το μονοπάτι κακοτράχαλο γεμάτο τσαλιά και αγκάθια. Σέρνω τα πόδια. Πρέπει να φτάσω στο τέρμα του κόσμου. Αυτός είναι ο προορισμός του ταξιδιού. Το τέρμα του κόσμου.
Είχα ακούσει για αυτό το μέρος μια νύχτα πριν από αιώνες.
Με λένε Igor Vasilief, αλλά στην Ελλάδα με βάφτισαν σκέτο Στράτο. Είμαι χορευτής. Ταλέντο από τα λίγα. Διθυραμβικοί έπαινοι συνόδευαν το πέρασμα μου όπου και αν έδινα παράσταση. Στην Ρωσία, στην Αμερική, στον Άρη δεν είχε σημασία. Μεθούσα τα πλήθη. Ήμουν πάντα απλά καταπληκτικός. Ίσως γιατί όταν ήμουν μικρός ο πατέρας μου με έκαιγε με ένα σίδερο, γιατί δεν ήθελε πούστη γιο. Ίσως γιατί ο μοναδικός ερωτάς που βίωσα φεύγοντας ξερίζωσε την καρδιά μου. Τίποτα όμως από αυτά δεν σκότωσε την ψυχή μου. Επιβίωσα και έμαθα να χορεύω. Πάντα χόρευα τώρα όμως ήξερα γιατί. Το μέλλον προβλέπονταν λαμπρό και ευοίωνο. Θες όμως η κατάρρευση των δίδυμων πύργων, θες το ότι σκότωσα τον πατέρα μου καρφώνοντας το καυτό σίδερο στο γυάλινο μάτι του, θες γιατί ένας ελέφαντας ρούφηξε την σελήνη, θες τέλος γιατί λόγω μιας γενετικής ανωμαλίας δεν είχα δεξί χέρι η καριέρα μου τελμάτωσε.
Έφυγα κατατρεγμένος από την Μόσχα. Βρήκα καταφύγιο στην Αθήνα. Ζητιάνευα χορεύοντας στα πεζοδρόμια. Στην πόλη αυτή δεν εκτιμάνε την τέχνη. Έπινα βροχή και έτρωγα ποντίκια. Η Αθηνά είναι γεμάτη από τεράστια ποντίκια με ανθρώπινη μορφή.
Ένα πρωί μασουλούσα έναν χοντρό αρουραίο με μπλε γραβάτα. Τον είχα τσακώσει ξημέρωμα. Στα κιγκλιδώματα του υπουργείου επιβολής νέων φόρων διαδήλωναν αγρότες συνταξιούχοι χαφιέδες και δικηγόροι. Φαίνονταν εξαγριωμένοι. Βρήκα ευκαιρία και χώθηκα στα έγκατα του δημόσιου οικήματος που είναι τόσο δημόσιο ώστε κανένας δεν επιτρέπεται να μπει. Και να 'τος. Έχεζε διαβάζοντας αγγελίες.
"18άρα ψηλή αιθέρια ύπαρξη. Παίρνω αφρόλουτρο.Τηλ.090-………"
Την υπόλοιπη εφημερίδα σκόπευε να την χρησιμοποιήσει για να σκουπίσει τα περιττώματα από την συναγρίδα, το λαγό στιφάδο, τον γλυκύ βραστό, την μαρμελάδα φράουλα και ότι άλλο συμπεριλάμβανε το λιτό πρωινό του.
Έβαλα για δόλωμα στην φάκα μια μίζα. Την μυρίστηκε αμέσως και έτρεξε μην χάσει. Πιάστηκε από την ουρά. Με χορευτική κίνηση τον στραγγάλισα. Έσκαψα τούνελ μέχρι την Ακρόπολη και φυγάδευσα την τροφή.
Απολάμβανα το γεύμα με θέα την Αθήνα διαβάζοντας αγγελίες.
- Ζητείται νεαρός χορευτής. Προϋπηρεσία όχι απαραίτητη.
Σημείωσα την διεύθυνση και έθαψα το υπόλοιπο του μυστακοφόρου ποντικού με την σκέψη να τον αξιοποιήσω ως δείπνο.
- Ήρθα για την αγγελία.
- Άδεια εργασίας έχεις;
- Όχι.
- Τι έγινε το χέρι σου;
- Πεινούσα και το έφαγα.
- Πάει καλά. Προσλαμβάνεσαι.
Η συμφωνία έκλεισε. Θα χόρευα και πάλι μπροστά σε κοινό. Δεν θα πληρωνόμουν και θα του έδινα ότι έμπαινε στο σλιπάκι μου. Δίκαιη σύμβαση άλλωστε θεμελιώνονταν από το Ελληνικό σύνταγμα. Βέβαια κάποια στιγμή αργότερα τον έφαγα αλλά αυτό είναι μέρος ενός άλλου ονείρου.
Πέρασαν χιλιάδες νύχτες. Η μια πιρουέτα διαδέχονταν την άλλη. Ο χορός όμως δεν ήταν ο ίδιος. Είχε χάσει το πάθος του. Ήταν πλέον πορνεία. Άρχισα να φοράω μαύρα γυαλιά κρύβοντας άτεχνα το πρόσωπο. Όχι από αλαζονεία αλλά για να μη φαίνονται τα καυτά δάκρυα της αποτυχίας. Θλίψη και μιζέρια σε τελικό στάδιο.
Ώσπου ένα βράδυ έγινε η αποκάλυψη. Φανερώθηκε το μυστικό. Το μεγάλο σχέδιο όπως συνήθιζε να λέει. Ένας γερασμένος λύκος μπήκε στο μαγαζί και κάθισε στα μπροστινά τραπέζια.
Μου έκανε τρομερή εντύπωση τι δουλειά είχε εδώ ένα κτήνος που ανήκε στον ζωολογικό κήπο. Από την άλλη όμως όλοι έχουν δικαίωμα στην διασκέδαση.
Συνέχισα απερίσπαστος το νούμερο. Κανένας θαμώνας δεν φάνηκε να προβληματίζεται. Αργότερα μου εξήγησε ότι η θέα του ήταν ορατή μόνο στα δικά μου μάτια.
Τέλειωσα την παράσταση και πήγα να κατέβω από την σκηνή. Igor, Igor. Μια φωνή με καλούσε. Περίεργο. Κανείς δεν γνώριζε πια αυτό το όνομα. Κι όμως συνέχιζε να με καλεί σαν σειρήνα. Ακολούθησα τον ήχο και το βλέμμα καρφώθηκε στον γερόλυκο.
- Κάθισε, Igor.
- Πώς ξέρεις το όνομα μου; Από πότε οι λύκοι απέκτησαν λαλιά;
Μάλλον κουράστηκα και έχω παραισθήσεις.
- Ησύχασε. Δεν είμαι πλάσμα της φαντασίας. Ξέρω ότι έχεις πολλά ερωτηματικά. Η αλήθεια όμως όσο παράξενη αν ακουστεί είναι ότι σε παρακολουθώ από τότε που ήσουν χρωμόσωμα στα αρχίδια του πατέρα σου.
- Υποτίθεται πως πρέπει να κατάλαβα τώρα;
- Όχι βέβαια. Ίσως και να μην χρειάζεται. Για άλλον λόγο ήρθα.
Τον διέκοψα απότομα.
- Ποιον;
- Να σου φανερώσω το μεγάλο σχέδιο.
- Ποιο είναι αυτό;
- Τίποτα γύρω σου δεν είναι τυχαίο. Όλα αποτελούν μέρος του μεγάλου σχεδίου. Δεν μπορώ να σου πω ποιο είναι. Αυτό θα πρέπει να το ανακαλύψεις μόνος.
- Ειλικρινά δεν καταλαβαίνω τίποτα. Και τι θα κερδίσω;
- Θα γίνεις αυτό που πάντα ήθελες. Γητευτής του κοινού. Θα είσαι το απόλυτο και όχι μια απλή μονάδα σε ένα μπερδεμένο σύμπαν.
- Πώς θα γίνει αυτό;
- Δεν έχεις παρά να πας στο τέρμα του κόσμου. Στο μέρος όπου δεν υπάρχουν εποχές, διακρίσεις, χρήμα και λάμιες να σου ρουφάνε την ζωή.
- Πού είναι αυτός ο τόπος; Πώς πάω εκεί;
- Ξεκίνα να περπατάς τα βήματα σου θα σε οδηγήσουν. Στο δρόμο θα συναντήσεις δυσκολίες. Ο πόνος συχνά θα σε εμποδίζει να συνεχίσεις. Όμως εσύ πρέπει να επιμείνεις. Είσαι ξεχωριστός. Μην το ξεχάσεις ποτέ.
Στράτο, βγαίνεις σε 1 λεπτό.
Ο έντονος τόνος με αποσυντόνισε. Όταν επανήλθα η καρέκλα του γερόλυκου ήταν άδεια.
Στράτο βγαίνεις τώρα.
Ξεφορτώθηκα την στολή του παλιάτσου και η αναζήτηση ξεκίνησε. Περπάτησα πολύ. Βροχές, λιακάδες, καύσωνες, παγετοί, όλα τα καιρικά φαινόμενα συνηγορούσαν εναντίον μου. Ο καιρός περνούσε. Πέρασαν αιώνες. Και να με. Χωρίς ίχνος σάλιου στο στόμα. Είμαι σίγουρος ότι είμαι πολύ κοντά. Δεν μπορώ να καθορίσω το κοντά. Ίσως μια ώρα ή ένα τσιγάρο ή έστω ένα μέτρο με χωρίζει από την λύτρωση. Δεν έχω πλέον κουράγιο. Το μυαλό κουράστηκε το σώμα με προδίδει. Πέφτω στο καυτό χώμα παραδομένος στις άγριες διαθέσεις του κίτρινου Θεού. Τελευταία ανάσα. Τελευταία αίσθηση. Η ψυχή σπάει τα δεσμά και βγαίνει από το ταλαιπωρημένο κορμί. Αιωρείται για λίγο κοιτάζοντας από ψηλά την φυλακή της. Πολύ σύντομα καταφθάνουν και άλλες. Εμφανίζονται από το πουθενά. Εμφανίζονται από τα σπλάχνα μου.
Χορεύει. Χειροκροτήματα. Γαλήνη.
Έφτασα.
Τέλος ονείρου.


17
Έχουν περάσει αρκετές ώρες. Μέρες ίσως. Δεν ξέρω. Σηκώνομαι από το πάτωμα. Αν και δεν το βρίσκω απαραίτητο. Δεν υπάρχει σκοπός. Γιατί να ξυπνάω αφού θα ξανακοιμηθώ; Ένας ατελείωτος φαύλος κύκλος καταδικασμένος να τελειώνει εκεί που αρχίζει.
Η γη περιστρέφεται στο κεφάλι μου. Το στροβίλισμα δημιουργεί δυνατό αεράκι. Το νιώθω. Δροσίζει τα πιωμένα κύτταρα. Η σκόνη που καλύπτει τα σφαλισμένα παράθυρα γνώσης ανασηκώνεται Οι σελίδες στο βιβλίο της γένεσης τρέχουν. Για μια στιγμή αντιλαμβάνομαι ποιος είμαι. Τι είμαι. Γιατί είμαι. Οι αριθμοί αποκαλύπτονται.
1.2.3.4.5.6.7.8
12=3*4 56=7*8
Το αεράκι κοπάζει. Βυθίζεται το νόημα στην πικρή πηγή λήθης.
Κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Έχω γενειάδα. Μα μόλις χθές ξυρίστηκα. Φτιάχνω ελληνικό και παραδόξως ανοίγω το παράθυρο. Είναι μέρα. Ο καθαρός αέρας σε συνδυασμό με την ηλιοφάνεια μου δημιουργεί ρυτίδες. Το κλείνω. Βλέπω τα γυαλιά από την τελευταία περιπέτεια να λιάζονται στο υγρό πλακόστρωτο του μικρού δωματίου. Μνήμες σαν βάτραχοι του Δαρβίνου ξεπετάγονται από τις φυλλωσιές του παρελθόντος. Κώστας, Hollywood, ξεπλυμένη τύπισσα και χτύπημα στον αυχένα.
Παίρνω σκούπα, φαράσι και τα μαζεύω. Φτιάχνω έναν σωρό. Δοκιμάζω αυτοσχέδιο κοκτέιλ από ponstan, depon, mesulid και λίγο κοκκινέλι. Στρέφομαι στον σωρό με σίγουρη επιθετική διάθεση. Δεν είναι στην θέση του.
Παραξενεύομαι. Τρομάζω.
Κάποιος μου παίζει παιχνίδια. Ποιος μαλάκας, έχει όρεξη για παιχνίδια πρωινιάτικα;
Ντύνομαι. Είναι σίγουρα ώρα για μια βόλτα. Σε αυτό το δωμάτιο τι είναι πιθανό και τι αληθινό έχει χάσει την οπτική του.
Τελευταία ματιά στον καθρέφτη. Μεγάλωσα και είμαι φρεσκοξυρισμένος.
Δεν έχω γένια;;;
Το βάζω στα πόδια. Σκουντουφλάω στον σωρό. Δεν θυμάμαι να έκλεισα την πόρτα.
Είμαι ανάμεσα στο φορτικό πλήθος και πάλι. Τόσο όμοιος τους και όμως τόσο μόνος.
Κατηφορίζω. Φυσιογνωμίες αλλόκοτης πραγματικότητας. Μεγάλοι σταυροί, χυδαίες συμπεριφορές. Είμαι καλύτερος τους. Για αυτό με απομόνωσαν Ζήλια και φθόνος.
Καφενείο το Κυνηγετικόν. Φτηνός καφές, περίεργος διάκοσμος. Βαλσαμωμένα πουλιά, κεφαλές σαρκοβόρων στολίζουν τους τοίχους.
Δεν γίνεται να μην διακρίνω την κάσα που έχει περίοπτη θέση. Κηδειόχαρτο ενημερώνει για το θλιβερό γεγονός. Ο ιδιόκτητης απεβίωσε. Χαρά σ’ αυτόν. Να ένας γνωστός που κατάφερε να σωθεί. Δεν μπορώ να κρύψω το χαμόγελο.
Γίνεται αντιληπτό και αμέσως αντικείμενο οξύθυμων σχολίων.
- Ρε συ, τι γελάς; Δε διαβάζεις πέθανε.
- Λάθος τώρα γεννήθηκε.
- Τι λέει ο ηλίθιος;
- Λέω ότι θα έπρεπε να χαίρεστε.
- Μην τολμήσεις να πεις κάτι τέτοιο στην γυναίκα του. Είναι ήδη αρκετά δυστυχισμένη.
Ύψωσε την γροθιά.
Έφτυσα κατάχαμα.
Ανάμεσα στα άπλυτα δόντια του διακρίνονταν ένας λαχανόκηπος. Μαϊντανός και δυόσμος.
Έβγαλα από την μπότα ένα μικρό αλλά κοφτερό στιλέτο. Το στερέωσα ανάμεσα στα σκέλια του.
Μια κηδεία και ένας ευνουχισμός δεν είχαν θέση στον ίδιο χώρο.
Ξανακάθισε στην καρέκλα και φόρεσε την θλιμμένη περσόνα. Παραμέρισα μια συστάδα από παρέες και μπούκαρα στο μαγαζί.
Χυμένα δάκρυα και ράθυμοι λυγμοί συμπλήρωναν την ατμόσφαιρα.
Μια μαυροντυμένη με έναν μεγάλο χρυσό σταυρό κρεμασμένο στον κόρφο ήταν η πρωταγωνίστρια. Έπαιζε καλά τον ρόλο. Επρόκειτο σίγουρα για την σύζυγο. Τελείωσε το μονόπρακτο και έκανε είσοδο ο χορός.
Τον αποτελούσαν ξερακιανές επίδοξες παρθένες ηλικίας άνω τον 60 ετών έκαστη και αποχαιρετούσαν τον νεκρό με στριγκλιές.
Αρχαία τραγωδία.
Πλησίασα την κορυφαία του δράματος με σκοπό να ζητήσω αυτόγραφο για την έξοχη ερμηνεία, αλλά αντ’ αυτού πρότεινα το χέρι.
- Τα βαθύτατα συλλυπητήρια μου για την απώλεια σας.
- Να σαι καλά, παιδί μου. Ήταν καλός άνθρωπος. Δυστυχώς πέθανε.
- Μάλλον γεννήθηκε.
Αισθάνομαι σαν ακτινογραφία. Ακτίνες Χ με διαπερνούν. Συγκρατημένη σιωπή.
Συνεχίζω με αυτοπεποίθηση.
- Όλα αυτά τα κρεμασμένα ζωάκια τα σκότωσε ο εκλιπών; Πρέπει να ήταν σπουδαίος κυνηγός.
- Πράγματι ήταν σπουδαίος.
Τους καθησύχασα. Αλλά δυστυχώς συνέχισα.
- Αν θέλετε την ταπεινή μου γνώμη θα ήταν προτιμότερο να μην τον θάψετε. Πιστεύω ότι και ο ίδιος θα επιθυμούσε να βαλσαμωθεί και να τοποθετηθεί κάπου ψηλά ανάμεσα στα θηράματα. Έτσι είναι βέβαιο πως δεν θα ξεχαστεί η μνήμη του.
Το κλίμα βάρυνε πολύ. Με δυσκολία κατεύναζαν την οργή. Από σεβασμό φαντάζομαι.
Η σύζυγος με τρεμάμενη φωνή αναφώνησε.
- Είσαι φρικτός, φρικτός άνθρωπος.
- Εγώ είμαι φρικτός ή εσύ; Όσο ήταν ζωντανός παρακαλούσε να σε πάρει από πίσω και συ έλεγες δεν κάνει. Φοράς σταυρό και το παίζεις Θεούσα. Ξέρεις ότι ο σταυρός ήταν όργανο βασανιστηρίου; Γιατί δεν φοράς καλύτερα μια ηλεκτρική καρέκλα,
μια καρμανιόλα ή έστω μια θηλιά γύρω
από τον λαιμό σου;
Τα ποτήρι ξεχείλισε.
- Πάρτε, πάρτε τον από εδώ.
Άκουγα τις απόψεις τους με φοβερή ηρεμία.
Τσογλάνι, φύγε από εδώ.
Βλάσφημε, θα καείς στην κόλαση.
Άθεε, την κατάρα μου να χεις.
Προσπάθησα να απαντήσω συνοπτικά σε όλες.
- Δεν είμαι περισσότερο βλάσφημος απ’ ότι εσείς βάρβαροι που ζείτε τρώγοντας και πίνοντας το σώμα και το αίμα κάποιου Χριστού. Κανίβαλοι, ε κανίβαλοι.
Βρέθηκα ξανά στον δρόμο και γράφω βρέθηκα, γιατί λίγα δευτερόλεπτα νωρίτερα κάποιοι με έπιασαν από τους αγκώνες κάποιοι άλλοι από τα πόδια και να ‘ναι καλά τα παιδιά με συνόδεψαν μέχρι έξω.
Ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου το έχω ξοδέψει στο έδαφος. Αυτή η περίεργη ομολογουμένως σχέση με την βαρύτητα με υποχρέωσε να εκπαιδευτώ στις πτώσεις προς αποφυγή βίαιων προσγειώσεων.
Σκούπισα τα μπατζάκια και αφού αντάλλαξα τις τελευταίες φιλοφρονήσεις σε μια δυσνόητη αργκό, κίνησα για το λιμάνι. Η μέρα παρέμενε το ίδιο καταπληκτική.


18
Με αυτά και με αυτά μεσημέριασε και χρειαζόμουν ένα γερό τονωτικό γεύμα. Χώθηκα στην πρώτη καφετέρια που βρήκα. Παρήγγειλα κονιάκ και έστριψα τσιγάρο. 
Μια οικογένεια στο διπλανό τραπέζι αποτελούμενη από το αντρόγυνο και δυο παιδιά, με μια δεκαετία διαφορά, η κόρη ήταν το πρωτότοκο, με έριξε σε βαθιά περισυλλογή.
Η σχέση με την αδερφή μου δεν υπήρξε ποτέ ανθηρή. Γεγονός που μπορεί να οφείλεται στο ότι την έβλεπα σαν μάγισσα. Ίσως γιατί είναι μάγισσα.
Όταν γεννήθηκε σύμφωνα με τις διηγήσεις των προγόνων, δυστυχώς ήρθα σ’ αυτό τον μάταιο κόσμο 13 χρόνια αργότερα, τα φώτα της κλινικής τρεμόσβησαν. Στο πρώτο κλάμα μια νοσοκόμα αυτοκτόνησε και σημειώθηκαν 2 τροχαία.
Ο πατέρας, ο αρχιμάγος, ανέλαβε προσωπικά την ανατροφή της. Ο ίδιος εξειδικεύονταν στις αυτοεξαφανίσεις. Η αδερφή μου ήταν μικρή δεν είχε αυτή την δυναμική οπότε της δίδαξε μόνο πως να εξαφανίζει πράγματα. Το αξιοπερίεργο είναι ότι όποτε χάνονταν μυστηριωδώς κάτι, κάτι άλλο εμφανίζονταν στην ντουλάπα της.
Στην αρχή τα παιχνίδια μου. Θυμάστε την περίπτωση με το καλσόν; Η εξαφάνιση των ρούχων είμαι βέβαιος πως ήταν δικό της έργο.
Όσο αναπτύσσονταν σωματικά τόσο αύξανε και η δύναμη της. Στα 23 της χάθηκε ένα χωράφι που είχαμε από κοινού. Στα 35 κατόρθωσε να εξαφανίσει το μερίδιο μου από το εφάπαξ της μάνας μας.
Κατάλαβα ότι αυτή ευθύνονταν και όχι κάποιος άλλος όταν μετά την τελευταία της επιτυχία άνοιξα το κουτί με τα μυστικά. Αν και μάγισσα ήταν τόσο ανόητη ώστε έκρυβε το κλειδί πάντα στο ίδιο σημείο. Βρήκα ένα αεροπορικό εισιτήριο για Βουκουρέστι και ένα καινούργιο συνολάκι Ferre. Βέβαια δεν πρέπει να γίνομαι άδικος γιατί η όλη κατάσταση μου πρόσφερε ένα πολύτιμο μάθημα. Μέσα από αυτήν αντιλήφθηκα πόσο ακριβώς άξιζαν 2.000.000 δρχ.
Το πιο επώδυνο ήταν όταν προσπάθησε να με γαλουχήσει στον αποκρυφισμό. Το μάθημα της μεταμόρφωσης το δίδασκε κρατώντας με ώρες πάνω από την σόμπα ωσότου να βγάλει το δέρμα μου φολίδες.
Κάποια άλλη φορά μου έδωσε το μαγικό σκουπόξυλο για να με μάθει να ταξιδεύω. Με ανέβασε στην ταράτσα του πατρικού, τοποθέτησε την σκούπα ανάμεσα στα πόδια μου και ψιθύρισε κάτι σε μια ακατάληπτη γλώσσα. Έπειτα με έσπρωξε. Αποδείχθηκα εξαιρετικός μαθητής. Κατάφερα να πετάξω για λίγο χωρίς την σκούπα. Αυτή καρφώθηκε στο κεφάλι μου λίγο αργότερα.
Ένα μικροπρόβλημα στο βάδισμα τώρα και 2 σπασμένα πόδια τότε μου θυμίζουν την πρώτη και τελευταία απόπειρα να μιμηθώ τον Ίκαρο.
Όταν μεγάλωσα την καταράστηκα. Η κατάρα έπιασε. Παντρεύτηκε και απέκτησε 2 παιδιά μάγους. Η μαγεία τους περιορίζεται στο να την τυραννάνε. Δεν μου επιτρέπεται να τα δω.
Η αγάπη μου όμως θα τα συνοδεύει πάντα.

¤

Copyright © Figlio di Magdalena, All rights reserved, Ελλάδα 2005

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Νικολία ΠανίδουΔημήτρης ΛάμπρουΣωτηρία ΙωαννίδουΧρήστος ΝομικόςΒασίλης ΚαραναστάσηςΝτενί ΕμορίνΑθηνά Τερζή
Μάριος ΔημητριάδηςΚερδίστε τρία μυθιστορήματαΓιώργος ΧατζηκυριάκοςΜαρία ΖαχαράκηΧαράλαμπος ΒοΐδηςΤειρεσίας ΛυγερόςΧριστίνα Παναγιώτα Γραμματικοπούλου
Λιλή ΓάτηΠαναγιώτης ΑσημεόνογλουΒαρβάρα ΣεργίουΝίκος ΒαρδάκαςΠέτρος ΖήκοςΒαθμολογήστε και κερδίστεΑλέξανδρος Ακριτόπουλος