Στη φάκα

Με το διήγημα "Στη φάκα" ο Γιώργος Ζώτος έλαβε μέρος στον διαγωνισμό αστυνομικής ιστορίας του Μεταίχμιου. Σήμερα, το προσφέρει για τους αναγνώστες του ιστότοπου.
Καθίστε αναπαυτικά και απολαύστε το.
The last temptation of mice
Art by ClintostheGreat
Η γιαγιάκα του είχε γυαλίσει εδώ και ώρα. Ένας από τους λόγους άλλωστε που τον φώναζαν «ο Λάκης ο κόφτης» ήταν κι αυτός: ήξερε να κόβει φάτσες από χιλιόμετρα. Κι ελόγου της φαινόταν λαχείο. Μπορεί κάθε φορά που πλήρωνε να έβγαζε από τη τσάντα της ένα πορτοφολάκι σαν τη μισή του χούφτα, όμως η χοντρή καδένα στο λαιμό και τα χρυσά δαχτυλίδια που κρύβανε τα μισά της δάχτυλα δεν άφηναν καμιά αμφιβολία για το προικιό της. Έβαζε και στοίχημα ότι ήταν απ’ αυτές που κρατούσανε γερό κομπόδεμα κάτω από το στρώμα τους. Άσε που, αν φορούσε αυτά για να πάει στη λαϊκή, όλο και κάνα διαμαντικό θα κρατούσε στο ντουλάπι για τις έκτακτες περιπτώσεις του κύκλου της: κάτι φιλολογικές βραδιές με τσάγια και γλυκό του κουταλιού ή εκείνα τα σουαρέ, μουαρέ, πως τα λέγανε. 
Όμως το κερασάκι στη τούρτα ήταν, όταν μέσα στο συνωστισμό και πάνω που την είχε βεντουζάρει και κοζάριζε εξ επαφής τα μαργαριταρένια σκουλαρίκια της, το ραντάρ του έπιασε το παράπονο της στο μανάβη: 
«Μη με φορτώνεις κυρ Παναγιώτη μου. Μόνη κι έρημη είμαι. Τι να τις κάνω τόσες ντομάτες; Θα σαπίσουν. Καλά να είμαστε, την άλλη εβδομάδα θα ξαναπάρω».
Όπως ήταν κοντά, παραλίγο να τη φιλήσει από τη χαρά του! Τεφαρίκι πέτυχε! Και τα μαργαριτάρια γνήσια και η μαντάμ μόνη. 
Το λοιπόν, μπροστά η μαντάμ πίσω εκείνος μη τυχόν και χαθεί το κελεπούρι, φέρανε τρεις βόλτες πάνω κάτω όλη τη λαϊκή. Και πάνω που άρχισε να απορεί πως άντεχε ακόμα, γριά γυναίκα κουβαλώντας τρεις σακούλες γεμάτες ζαρζαβατικά και φρούτα, εκείνη έστριψε σ' ένα στενό και ξεμάκρυνε από τη βαβούρα της λαϊκής. Τρεις δρόμους πιο κάτω έκανε δεξιά και στην είσοδο της δεύτερης πολυκατοικίας κοντοστάθηκε, άφησε κάτω τις σακούλες και έψαξε στη τσάντα της για τα κλειδιά.
Ο Λάκης τράβηξε μια τελευταία τζούρα από το τσιγάρο του πριν το πετάξει μακριά και μουρμούρησε ικανοποιημένος: «Φτάσαμε επιτέλους».

Υπολογίζοντας αν θα φτάσουν τα αβγά για τη πρασόπιτα που ήθελε να φτιάξει το απόγευμα, η κυρία Ουρανία άνοιξε την εξώπορτα και κρατώντας την ανοιχτή με το δεξί της πόδι, σήκωσε τις σακούλες και μπήκε στη πολυκατοικία. Μπροστά της ξεκινούσε μια φαρδιά μαρμάρινη σκάλα που οδηγούσε στο υπερυψωμένο ισόγειο και το ασανσέρ. Πριν καν ανεβεί τα πέντε πρώτα σκαλοπάτια άκουσε κάποιον να τρέχει πίσω της και τη βαριά πόρτα, που δεν είχε προλάβει να κλείσει, να ανοίγει ξανά. Αυτός ο κάποιος τώρα βρισκόταν μέσα στη πολυκατοικία. 
Ο νους της πήγε κατευθείαν στο κακό. «Μα πως το έκανα εγώ αυτό» αναρωτήθηκε. Πάντα βεβαιωνόταν ότι δεν θα μπει κανείς πίσω της. Πάντα, μα πάντα, περίμενε υπομονετικά και έσπρωχνε κιόλας την εξώπορτα για να κλείσει, παρότι εκείνη έκλεινε με το δικό της, αργό ρυθμό. Είχε στο μυαλό της τα αβγά, κρατούσε και τις σακούλες· δεν ήθελε πολύ να ξεχαστεί. «Μεγάλη κουταμάρα», σκέφτηκε σφίγγοντας τα χείλη της. 
Έκανε μεγάλη προσπάθεια να μην κοιτάξει πίσω, αν και ένα επίμονο καμπανάκι χτυπούσε σαν τρελό μέσα της. Προσπάθησε να κατευθύνει τις σκέψεις της σε πιο θετικές εκδοχές: «Κάνε Θεούλη μου να είναι η κυρία Ελπίδα του τρίτου. Μπα! Θα μου είχε ήδη μιλήσει· αυτή δε βάζει γλώσσα μέσα της! Τουλάχιστον να είναι εκείνος ο αντιπαθέστατος, ο κύριος Μαγκλής που δεν του παίρνεις ποτέ κουβέντα. Αποκλείεται! Λείπει κι αυτός, όπως λείπουν και οι περισσότεροι. Αύγουστος είναι!»
Με βαριά καρδιά κι ολοένα πιο μαύρες σκέψεις, ανέβηκε τα υπόλοιπα πέντε σκαλοπάτια προς το ασανσέρ. Τα βήματα πίσω της πλησίαζαν απειλητικά. Από στιγμή σε στιγμή περίμενε να νοιώσει τη κρύα λάμα του μαχαιριού στο λαιμό της και τη καυτή ανάσα του αγνώστου στον αυχένα  της. Ανατρίχιασε καθώς, ακριβώς σε εκείνο το σημείο ένοιωσε ένα παγάκι να γλιστράει και να διανύει αργά όλη τη ραχοκοκκαλιά της. Λύγισε τα γόνατα ελάχιστα, για να αφήσει κάτω τις σακούλες κι εκείνες ξέφυγαν απότομα από τα τρεμάμενα δάχτυλά της κι έσκασαν με θόρυβο στο μαρμάρινο δάπεδο. Πάτησε το κουμπί για να καλέσει το ασανσέρ κι ενστικτωδώς γράπωσε δυνατά με τα δυο της χέρια τη τσάντα της. Κράτησε την αναπνοή της κι έκλεισε σφιχτά τα μάτια. 
   Τα βήματα πλησίασαν και σταμάτησαν δίπλα της. 
   Ησυχία.
   Δειλά άνοιξε τα μάτια και τον είδε στ' αριστερά της. Πενηντάρης, ψηλός, ξερακιανός με αραιά γκρίζα λιγδωμένα μαλλιά κι ένα κατάμαυρο παχύ μουστάκι, μέσα στη λίγδα κι αυτό. Φορούσε ένα φθαρμένο μπεζ παντελόνι, ένα κίτρινο πουκάμισο με ξεθωριασμένο γιακά κι από πάνω ένα σκοροφαγωμένο καφέ σακάκι. Όση ώρα περίμενε να έρθει το ασανσέρ κοιτούσε τα παπούτσια του, καφέ κι αυτά και ταλαιπωρημένα.
   Η Ουρανία τα έβαλε ξανά με τον εαυτό της: «Έπρεπε να ανεβώ με τα πόδια. Αν με στριμώξει στο ασανσέρ μπορεί να πατήσει το στοπ και να… Αχ Παναγιά παρθένα μου…» Κρύος ιδρώτας την έλουσε. Όμως κι από τις σκάλες τι θα μπορούσε να κάνει; Δεν ήταν δα και κανένα κοριτσάκι πια για να τρέξει. Μήπως να προφασιζόταν ότι κάτι ξέχασε και να γύριζε πίσω; Να ξαναβγεί έξω σαν να μην τρέχει τίποτα και να γυρίσει με έναν πόλισμαν. Στη λαϊκή θα έβρισκε σίγουρα έναν. Ναι! Αυτό θα έκανε!
   Ο θόρυβος που έκανε το ασανσέρ φτάνοντας την έβγαλε απότομα από τις σκέψεις της, αποσυντονίζοντάς την τελείως. Ο άγνωστος, ως τζέντλεμαν όφειλε να παραδεχτεί, της χαμογέλασε με έναν τρόπο που την έκανε να ανατριχιάσει, έσκυψε κι έπιασε όλες τις σακούλες από κάτω με το δεξί του χέρι, ενώ με το αριστερό άνοιγε την πόρτα του ασανσέρ και τη κρατούσε ανοιχτή κάνοντας της νεύμα με το κεφάλι του για να περάσει. Εκείνη έκανε τα τρία βήματα που χρειαζόντουσαν για να μπει στο ασανσέρ σαν να πήγαινε στο απόσπασμα.
   Μόλις βρέθηκαν μέσα στη καμπίνα την κοίταξε με τα καστανά, μικρά σαν κουμπότρυπες μάτια του, και τη ρώτησε με την μπάσα φωνή του: «Που πάτε μαντάμ;»
   «Στο πέμ…» προσπάθησε να πει, όμως η φωνή της πνίγηκε πριν ολοκληρώσει την πρόταση. Καθάρισε το λαιμό της βήχοντας πνιχτά και προσπάθησε ξανά. Αυτή τη φορά η φωνή βγήκε πιο καθαρή αν και κάπως τσιριχτή:
   «Στον πέμπτο»
   «Εγώ τέταρτο» είπε και πάτησε πρώτα το κουμπί του τέταρτου κι έπειτα εκείνο του πέμπτου βλέποντας πως το ασανσέρ ήταν αυτόματο.

   Ο Λάκης άφησε κάτω τις σακούλες και την κοίταξε ανφάς για πρώτη φορά βγάζοντας τη τελική διάγνωση: Συνταξιούχα. Πατημένα εβδομήντα. Στην αρχή την είχε περάσει για χήρα όμως τώρα που τη βλεφάριαζε καλύτερα, πιο πολύ για γεροντοκόρη την έκανε. Δεν θα τον παραξένευε μάλιστα αν ήταν ακόμα παρθένα. Πάντως φαινόταν κιμπάρισα. Καλοαναθρεμμένη, από τζάκι, με τα γαλλικά της, τα πιάνα της, τα σέα, τα μέα της. Παρφουμαρισμένη κάργα, με το πλατινέ μαλλί στη τρίχα, τα νύχια βαμμένα ροζ, ενώ η εμπριμέ φούστα που φορούσε με τα μενεξεδιά λουλουδάκια και η λινή άσπρη μπλούζα με την λεπτή μπλε ζακέτα από πάνω, της πρόσθεταν αρχοντιά. Φυσικά τη μεγαλύτερη αρχοντιά μακράν, την έδιναν τα μαργαριτάρια και τα χρυσαφικά.
   Ο Λάκης ακολούθησε τη συνηθισμένη τακτική. Πάντα ρωτούσε ευγενικά σε ποιον όροφο πήγαινε η μαντάμ κι αυτός κατέβαινε έναν όροφο πριν. Μετά, ανέβαινε αθόρυβα τις σκάλες και πάνω που η κυρά, ανυποψίαστη ετοιμαζόταν να ξεκλειδώσει τη πόρτα για να μπει στο σπίτι, την έσπρωχνε μέσα και βγάζοντας το σουγιά του –άλλος ένας λόγος που τον φώναζαν κόφτη– τη βοηθούσε να ξαλαφρώσει από τα περιττά βάρη. 
   Πριν φύγει, έριχνε κι ένα βλέφαρο στα συρτάρια ή κάτω από το στρώμα για τίποτα ξεχασμένα μπικικίνια ή κανένα παραπεταμένο μονόπετρο. 
   Η γιαγιάκα τον ξάφνιασε με τη τσιρίδα της: «Στον κύριο Παπαευθυμίου πάτε;»
   «Στον τέταρτο» επέμεινε.
   «Στον τέταρτο μένει μόνο ο κύριος Παπαευθυμίου. Είναι οροφοδιαμέρισμα».
   «Εκεί πάω!»
   «Στον ζωγράφο; Είστε σίγουρος; Ρωτάω γιατί ο κύριος Παπαευθυμίου λείπει διακοπές όλο τον Αύγουστο. Δεν θα τον βρείτε».
   Ο Λάκης έσκασε ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά δείχνοντας μια σειρά από αραιά κίτρινα δόντια κάτω από το παχύ μουστάκι του. Ο τρίτος λόγος που τον έλεγαν κόφτη ήταν γιατί έκοβε το μυαλό του. Έβγαλε από τη δεξιά τσέπη του σακακιού τα κλειδιά του σπιτιού του και τα κούνησε μπροστά της με υπεροπτικό ύφος:
   «Το ξέρω μανδάμ, για να του ποτίσω τα λουλούδια πάω».
   Την κοίταξε στο στόμα περιμένοντας την αντίδρασή της. Εκείνη πήρε μια ανάσα σαν να ήθελε κάτι να πει, όμως φάνηκε να το ξανασκέφτηκε και δεν είπε τίποτα. 
   «Τέζα η μανδάμ» σκέφτηκε. «Ότι κι αν ήθελε να πει, το έκανε γαργάρα».
   Το ασανσέρ έφτασε στον τέταρτο. Ο Λάκης βγήκε γρήγορα λέγοντας ένα «τσάο» μέσα απ’ τα δόντια του, όμως αντί να κατευθυνθεί προς τη πόρτα του μοναδικού διαμερίσματος στον όροφο, έστριψε στις σκάλες και με γρήγορες δρασκελιές, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, ανέβηκε στον πέμπτο. Πέρασε μπροστά από το ασανσέρ που εκείνη την ώρα ανέβαινε και κρύφτηκε πίσω από τη γωνία που δημιουργούσε η σκάλα που συνέχιζε για την ταράτσα.

   Η κυρία Ουρανία, καθώς το ασανσέρ ξεκινούσε ξανά, προσπάθησε στα γρήγορα να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία πλέον ότι μπροστά της είχε έναν ξεδιάντροπο ψεύτη. Ασφαλώς και δεν πήγαινε να ποτίσει τα λουλούδια του κύριου Παπαευθυμίου αφού αυτό το είχε αναθέσει ο ίδιος ο ζωγράφος σ' εκείνη, λίγο πριν φύγει για τη Χαλκιδική. Κι όχι μόνο τα λουλούδια, μέχρι και τον Λεονάρντο της εμπιστεύθηκε για να του βάζει νεράκι και κανναβούρι.
   Όμως, ακόμα κι αν του είχε δώσει κλειδιά όπως εκείνος ισχυριζόταν, ακόμα κι έτσι να ήταν, τα κλειδιά που της είχε δείξει δεν ταίριαζαν. Στα λίγα δευτερόλεπτα που τα κράδαινε επιδεικτικά μπροστά της, πρόλαβε να δει ότι κανένα δεν ήταν πλατύ και μακρουλό όπως αυτό της εισόδου της πολυκατοικίας. Όχι! Πέραν πάσης αμφιβολίας επρόκειτο για έναν αναίσχυντο κακοποιό. Γιατί όμως δεν έκανε κάποια κίνηση μέσα στο ασανσέρ; Μήπως είχε βάλει στο μάτι το διαμέρισμα του ζωγράφου;
   Καθώς το ασανσέρ ανέβαινε, από το μικρό θαμπό παραθυράκι της πόρτας, πρόσεξε μια σκιά που πέρασε γρήγορα από μπροστά. Αυτός ήταν! Τώρα καταλάβαινε! Είχε σκοπό να κρυφτεί πίσω της περιμένοντας να ξεκλειδώσει το διαμέρισμα της και μόλις εκείνη άνοιγε τη πόρτα θα της ριχνόταν. 
   Το παγάκι στον αυχένα ξεκίνησε για άλλη μια φορά το καθοδικό ταξίδι του. Πίεσε τον εαυτό της να σκεφτεί. «Αχ, δώσε μου φώτιση Χριστέ μου. Τι να κάνω; Τι;» Για μια στιγμή σκέφτηκε να πατήσει το στοπ και όπως ήταν κλειδωμένη μέσα στο ασανσέρ να καλέσει την αστυνομία. Όμως το κινητό δεν είχε σήμα εκεί μέσα· τις προάλλες που έκανε διακοπή ρεύματος και είχε κλειστεί για πέντε λεπτάκια όλα κι όλα, το είχε διαπιστώσει για τα καλά. 
   Το ασανσέρ, μ' εκείνον τον απαίσιο θόρυβο, έφτασε στο προορισμό του. Η κυρία Ουρανία δίστασε, προς στιγμήν πήγε να ανοίξει την πόρτα, μετά, σαν κάτι να σκέφτηκε, άλλαξε γνώμη, τράβηξε το χέρι της και πάτησε το κουμπί του τέταρτου. Χωρίς να χάσει χρόνο άνοιξε τη τσάντα της και έψαξε για το κλειδί που της είχε δώσει ο κύριος Παπαευθυμίου. Με το που το βρήκε άκουσε και τον θόρυβο του ασανσέρ που έφτανε στον τέταρτο.
   Αδιαφορώντας για τις σακούλες, έτρεξε προς το διαμέρισμα του ζωγράφου.

   Ο Λάκης άκουσε το ασανσέρ να φτάνει στον πέμπτο και κράτησε την ανάσα του περιμένοντας. Ωστόσο η πόρτα δεν έλεγε να ανοίξει. Περίμενε γεμάτος απορία. Δευτερόλεπτα αργότερα άκουσε το ασανσέρ να ξαναφεύγει. «Που διάβολο πάει;» αναρωτήθηκε. «Δεν μένει στον πέμπτο; Τον δούλευε τόση ώρα;»
   Το ασανσέρ σταμάτησε ακριβώς από κάτω. Και αυτή τη φορά η πόρτα άνοιξε· την άκουσε καθαρά. «Α τη κουφάλα. Στον τέταρτο έμενε λοιπόν; Κι όλες αυτές οι ερωτήσεις για το δήθεν ζωγράφο ήταν κουραφέξαλα». Την άκουσε να ξεκλειδώνει την πόρτα του κάτω διαμερίσματος και το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι του. «Όχι κυρά μου, δεν θα δουλέψεις εσύ τον Λάκη τον Κόφτη!» 
   Κατέβηκε τις σκάλες, θολωμένος απ' τα νεύρα του και μόλις έφτασε στον τέταρτο είδε την πόρτα ακόμα ανοιχτή. Με δυο δρασκελιές την πρόλαβε πριν κλείσει. Μπήκε μέσα γρήγορα κι έκλεισε πίσω του αθόρυβα.
   «Είναι και βλαμμένη» σκέφτηκε. «Αμ φοβάται μην τη βιάσουν, αμ αφήνει την πόρτα ανοιχτή».  Έβγαλε το σουγιά του και με ασθενική φωνή από το λαχάνιασμα φώναξε προσπαθώντας να βρει την χαμένη του αυτοπεποίθηση:
   «Που κρύβεσαι μπουμπούκι μου;»
   Ησυχία! 
   Μπήκε σ’ όλα τα δωμάτια, ένα–ένα. Μέχρι και στο μπαλκόνι βγήκε· κανείς! «Κι όμως, εδώ μένει ζωγράφος» συμπέρανε. Παντού έβλεπε πίνακες, μπογιές, πινέλα κι άλλα τέτοια μαραφέτια για να περνάνε τον χρόνο τους αυτοί οι αργόσχολοι ξεπατικωτούρες όπως τους έλεγε ο γέρος του. «Πως όμως η πόρτα βρέθηκε ανοιχτή; Ποιος την είχε ανοίξει;» αναρωτήθηκε συνοφρυωμένος καθώς πήγαινε προς τα κει.

   Η κυρία Ουρανία έκανε τρεις προσπάθειες από την ταραχή της ώσπου να καταφέρει να βάλει το κλειδί στη κλειδαριά. Ξεκλείδωσε τη πόρτα και την άφησε μισάνοιχτη. Πήρε το κλειδί και κρύφτηκε στην εσοχή που υπήρχε ανάμεσα στο ασανσέρ και τις σκάλες που κατέβαιναν στον τρίτο. Αν ο κακούργος κατέβαινε, είτε από τις σκάλες είτε με το ασανσέρ, δεν θα μπορούσε να τη δει, αντιθέτως θα μπορούσε να διακρίνει τη μισάνοιχτη πόρτα του διαμερίσματος του ζωγράφου.
   Κι έτσι έγινε. Μόλις είχε προλάβει να κρυφτεί όταν άκουσε βήματα στις σκάλες. Κράτησε την ανάσα της καθώς τον άκουσε που κατέβαινε ασθμαίνοντας. Για μια στιγμή έγινε ησυχία. Το μόνο που άκουγε ήταν η καρδιά της που κόντευε να σπάσει. Έπειτα εκείνος έβγαλε έναν βρυχηθμό και όρμηξε με μανία προς τη μισάνοιχτη πόρτα. Μπήκε στο διαμέρισμα κλείνοντας πίσω του την πόρτα.
   Η ηλικιωμένη γυναίκα έτρεξε και πριν βάλει το κλειδί στη κλειδαριά πήρε μια βαθιά ανάσα και τη κράτησε. Αυτή τη φορά τα κατάφερε με τη πρώτη και αμέσως διπλοκλείδωσε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Για σιγουριά έστριψε το κλειδί και το άφησε πάνω στη κλειδαριά.
   «Για να σε δω, με τι κλειδιά θα ανοίξεις τώρα…» μουρμούρισε ικανοποιημένη.
   Πριν μπει στο ασανσέρ έβγαλε το κινητό της και πληκτρολόγησε το 100.
   «Ναι; Εκατό; Ονομάζομαι Ουρανία Λευκίδου και μένω Ερμουπόλεως 46 στη Κυψέλη. Θα ήθελα να αναφέρω μια ληστεία… Ναι, σε αυτή τη διεύθυνση στον τέταρτο όροφο… Μόνο κάντε γρήγορα γιατί ο διαρρήκτης είναι ακόμα μέσα στο διαμέρισμα, αν και είναι κλειδωμένος… Τι εννοώ; Κλειδωμένος κύριε μου, δεν μπορεί να βγει... Βιαστείτε όμως!»
   Μπήκε στο ασανσέρ, πάτησε το κουμπί για τον πέμπτο, πήρε τις σακούλες και, τρέμοντας ακόμα, ξεκλείδωσε την πόρτα του διαμερίσματός της. Μόλις βρέθηκε μέσα, αφού διπλοκλείδωσε και έβαλε το σύρτη, ένοιωσε τα πόδια της να μην την κρατάνε άλλο. Ξάπλωσε στον καναπέ του σαλονιού, έκλεισε τα μάτια και για αρκετή ώρα ξεφυσούσε δυνατά. «Μόλις σταματήσει να χτυπάει η καρδιά μου σαν πολυβόλο, να πεταχτώ μέχρι το φαρμακείο για να μου πάρουν τη πίεση. Σίγουρα θα έχει φτάσει στα ύψη» σκέφτηκε. «Πω, πω! Τι μέρα κι αυτή!»

   Ο Λάκης πήγε προς την εξώπορτα και προσπάθησε να την ανοίξει. Κάπου θα είχε φρακάρει και δεν άνοιγε. Προσπάθησε ξανά. Τίποτα! «Τι στο διάβολο; Γιατί δεν ανοίγει;»
   Από τον δρόμο ακούστηκε ένα φρενάρισμα και φωνές. Βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε κάτω. Ένα περιπολικό είχε κλείσει το δρόμο μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας με το καρούμπαλό του να αναβοσβήνει. Μόλις πρόλαβε να δει δυο μπασκίνες να μπαίνουν στη πολυκατοικία.
   «Πως πιάστηκα σαν ποντικός στη φάκα; Εγώ, ο Λάκης ο Κόφτης· πως τη πάτησα έτσι;» μουρμούρησε κι έκατσε στο πάτωμα παραδεχόμενος την ήττα του. Έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του το πακέτο με τα τσιγάρα και με αργές κινήσεις άναψε ένα. «Τελικά μου τα φόρεσε τα βραχιολάκια η μανταμίτσα. Για κοίτα ρε και δεν της το ‘χα…»

ΤΕΛΟΣ

Copyright © All rights reserved Γιώργος Ζώτος.

2 σχόλια:

  1. Το καλύτερο διήγημα στην ομάδα που βρέθηκε (46 διηγήματα επί 10 ομάδες), με διαφορά. Και αυτό πάντα με την προσωπική μου άποψη, μια και η απόλαυση στη λογοτεχνία είναι πάντα προσωπική εμπειρία. Δεν βρέθηκε στην πρώτη δεκάδα του διαγωνισμού, ώστε να εκδοθεί στο βιβλιαράκι, γιατί κάθε ομάδα είχε διαφορετικούς κριτές (συμμετέχοντες στο διαγωνισμό), δεν υπήρχαν ξεκάθαρα κριτήρια αξιολόγησης, αλλά η βαθμολογία των κριτών μέτρησε απόλυτα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστούμε πολύ για το σχόλιο και τις πληροφορίες που μας αφήσατε. :-))))

      Διαγραφή


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Σάντυ Κυριακή ΗλιάδουΝατάσσα ΕξάρχουΣωτηρία ΙωαννίδουΚέλλυ ΚαϊμάκηΠαναγιώτης ΣταυρόπουλοςMo HayderΆννα Σελίδου
Γιάννης ΦιλιππίδηςΕυδοκία ΣταυρίδουΓιώργος ΙωαννίδηςPaullina SimonsΧρήστος ΧτιστόπουλοςΓεώργιος ΤζιτζικάκηςΘεόφιλος Γιαννόπουλος
Ασημίνα ΞηρογιάννηΝίκος ΚρίκαςΣοφία ΓουδετσίδουMargaret DalkourΝάντια ΠαπαθανασοπούλουΓιώργος ΔάμτσιοςΓρηγόρης Τριγλίδης