Defunctus

12° μέρος
27
Ηρωικό ή Φανταστικό τέλος

- Αστυνομία! Το σπίτι είναι περικυκλωμένο. Βγες, με τα χέρια ψηλά. Έχεις 5 λεπτά.
Σαν πολύ γρήγορα δεν ήρθαν; Η αποτελεσματικότητα των Ελληνικών αστυνομικών δυνάμεων στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι αξιομνημόνευτη.
Αλλά ρε γαμώτο ας αλλάξουν κάπως το ποιηματάκι. Ξενέρωτο είναι. Ας το συνέτασσαν για παράδειγμα κάπως έτσι:
- Βγες παλιοπούστη διαφορετικά θα σου γαμήσουμε τα ράμματα.
Λιτό, περιεκτικό, δυναμικό και αντρίκιο.
Προφανώς στην κατάσταση μου δεν παίρνει να φιλοσοφώ.
Πάω στο παράθυρο. Χαμός. 4 περιπολικά καμιά τριανταριά μπάτσοι ακροβολισμένοι και άρρωστο πλήθος απλοί παρατηρητές. Οι τελευταίοι σίγουρα είναι πληρωμένοι κομπάρσοι των διωκτικών αρχών. Δεν εξηγείται διαφορετικά ότι τους περισσότερους τους έχω ξαναδεί σε παρόμοιες περιπτώσεις στις ειδήσεις.
Ανοίγω ελάχιστα το παράθυρο:
- Σε μια ώρα αν δεν μου φέρεται μία πίτσα απ’ όλα, ένα ελικόπτερο, το τελευταίο cd του Νταλάρα και τους 6 αριθμούς της επόμενης κλήρωσης του Τζόκερ θα εκτελέσω τους ομήρους.
Οι τσαμπουκαλεμένοι επικεφαλής της επιχείρησης αρχίζουν μίνι συνδιάσκεψη.
Όπως τους βλέπω αδύναμους και αναποφάσιστους συνεχίζω τα δικά μου:
- Δε γαμείς. Φέρτε μόνο πίτσα.
Τα κεφάλια διογκώνονται από θυμό.
Πικρόχολο στόμα ξεστομίζει κατάρα.
- Πυρ!!!!!
Προλαβαίνω και πέφτω.
Το παράθυρο κόσκινο. Η κουρτίνα πατσαβούρα. Ο απέναντι τοίχος μπορντέλο. Τα σπασμένα τζάμια με χαράζουν.
- Παύσατε πυρ!
Ησυχία.
Σέρνομαι κοντά στο γραφείο. Το γέρνω και καπακώνω το παράθυρο.
Ποδοβολητά στην είσοδο της πολυκατοικίας.
Κάποιος κλωτσάει την πόρτα ασφαλείας.
Αντέχει.
Γέρνω την ντουλάπα και την στηρίζω στην πόρτα. Το παράθυρο δεν θα αντέξει για πολύ. Αναποδογυρίζω το κρεβάτι και το βάζω όρθιο πίσω από το γραφείο. Καλύτερα.
Ξέρουν ότι οπλοφορώ. Θα περάσει κάποια ώρα μέχρι να εφαρμόσουν καινούριο σχέδιο.
Πόση ώρα όμως; Το μόνο σίγουρο είναι ότι αυτό το θλιβερό ισόγειο θα γίνει ο τάφος μου.
Και τι κάνουμε τώρα;
Διασκεδάζουμε.
Ναι, γιατί όχι;
Άλλωστε τι άλλο μπορώ να κάνω;
Ανοίγω ραδιόφωνο και ανάβω κεριά. Γεμίζω μια κατσαρόλα με νερό και την βάζω στο μάτι της κουζίνας. Ψάχνω στα συρτάρια και ξετρυπώνω ένα πάκο μακαρόνια.
Μια χαρά.
Βρωμάω. Μέχρι να ζεσταθεί το νερό θα κάνω ντους. Ξεντύνομαι. Νερό για πλύσιμο έχει πάντα καυτό. Φυσικό αέριο βλέπεις.
Τελειώνω το μπάνιο. Βάζω μπουρνούζι και επιστρέφω στην κουζίνα. Το νερό κοχλάζει. Ρίχνω τα μακαρόνια.
Διαλέγω ένα καλοσιδερωμένο λευκό πουκάμισο και γκρι κουστούμι. Τα φοράω.
Η σπαγγέτι έτοιμη. Την βάζω σε ένα πιάτο και προσθέτω σάλτσα. Αυξάνω λίγο την ένταση και κάθομαι στο τραπέζι.
Τρώω.
Μια φωνή με διακόπτει.
- Δημήτρη κάποιος θέλει να σου μιλήσει.
Ξαναπέφτω με τα μούτρα στην μακαρονάδα.
- Δημήτρη, Δημήτρη η μάνα σου είμαι.
Γαμώ τον μπελά μου κόντεψα να πνιγώ.
- Σε παρακαλώ, παραδώσου. Άκουσέ με. Μόνο για μια φορά, άκουσε με. Θέλω το καλό σου. Βγες έξω. Έχεις τον λόγο μου, δεν θα σε πειράξουν.
Διακοπή.
Μια δεύτερη φωνή.
- Δεν θα σε πειράξουμε. Βγες με τα χέρια πίσω από το κεφάλι και δεν θα γίνει τίποτα. Άκουσε την μάνα σου που σε αγαπάει.
Την μάνα μου;
Τώρα με θυμήθηκε. Όταν με πετούσε έξω από το σπίτι με αγαπούσε; Όταν την εκλιπαρούσα να με βοηθήσει και μου έκλεινε το τηλέφωνο, με αγαπούσε; Όταν μου είπε πως είμαι πεθαμένος για αυτήν, με αγαπούσε;
Βουρκώνω.
Έχουν τελειώσει όλα. Τέρμα τα αστεία.
Ελευθερώνω την πόρτα.
Ανοίγω.
Περπατάω.
- Ψηλά τα χέρια.
Τα ανεβάζω.
Με ακολουθούν έξι μπάτσοι με καραμπίνες σε θέση βολής.
Επιφωνήματα.
Τηλεοπτικά συνεργεία επί ποδός.
Ένας ανθρώπινος κλοιός και εγώ στη μέση.
- Πλησίασε. Ήρεμα και σταθερά.
Βλέπω την μάνα μου δίπλα στους επικεφαλής. Όπως ακριβώς οι προδότες.
Κοντοστέκομαι.
Γέρνω τα χέρια στο σβέρκο.
Τραβάω το στερεωμένο πίσω από τον γιακά άδειο περίστροφο.
- Έχει όπλο.
Ίσα που προλαβαίνω να την σημαδέψω.
- Πέθανε σκύλα.
Πυροτεχνήματα.
Αισθάνομαι την πλάτη καυτή. Κάμποσες τρύπες στο στήθος και στα πόδια. Τσούζουν γαμώτο. Κοιτάζω με κόπο ό,τι θα αφήσω για πάντα πίσω.
Τον ουρανό, τα πουλιά.
Ό,τι άξιζε να δω το είδα.
Αγκαλιάζω τον δρόμο.
Κλείνω για τελευταία φορά τα μάτια.
Ήρεμα και γλυκά.
Όσο ήρεμος ήταν σήμερα ο ουρανός.
Όσο γλυκός είναι πάντα ο θάνατος.

28
Ρομαντικό ή Ονειρικό τέλος

Κάνω δυο βήματα και βρίσκομαι πάνω από ένα απέριττο μπαούλο. Ανασηκώνω μερικά σεντόνια πετσέτες χώνω το χέρι όσο πιο βαθιά γίνεται. Σκαλίζω επιτακτικά αγγίζω κάτι απαλό στην αφή με ακανόνιστο σχήμα.
Τοποθετώ το δέμα που μου έδωσε ο παππούς μου πριν ξεψυχήσει, στο τραπέζι.
Είχε καταλάβει ότι τελείωναν τα ψωμιά του και με ζήτησε. Ξάπλωνε στο κρεβάτι. Χρώμα ωχρό και έβηχε συνέχεια.
Έκανε νεύμα να κλείσω την πόρτα.
- Δεν έχω πολύ χρόνο για αυτό άκουσε καλά. Πάνε στην ντουλάπα, ένα ξύλο στο πάτωμα, κοντά στο πρόσθετο πόδι που την στηρίζει, κουνιέται. Σήκωσε το, βγάλε αυτό που κρύβεται από κάτω και φέρ’ το μου.
Τράβηξα το ίδιο ακριβώς δέμα που έχω και τώρα μπροστά μου και του το πήγα.
- Αυτό το δώρο το φύλαξα για σένα. Αλλά πρόσεξε θέλω να μου υποσχεθείς δύο πράγματα ότι δεν θα το δείξεις ποτέ σε κανέναν και ότι δεν θα το ανοίξεις παρά μόνο αν βρίσκεσαι σε μεγάλο κίνδυνο. Μου το υπόσχεσαι;
- Το υπόσχομαι.
Τον φίλησα για τελευταία φορά. Λίγο αργότερα σφάλισε τα μάτια του.
Πέρασαν τα χρόνια και κατά την διάρκειά τους πολλές φορές κολάστηκα να το ξετυλίξω. Αλλά δεν το έκανα. Κράτησα τον λόγο μου. Πάντα τον κρατάω.
Μέχρι σήμερα δηλαδή. Τώρα όμως είναι ειδική περίπτωση. Κινδυνεύω πραγματικά.
Βάζω με αποφασιστικότητα τα χέρια στον σπάγκο που το τυλίγει και λύνω τον κόμπο. Κάτι σαν πυξίδα και ένα γράμμα.
Το επεξεργάζομαι από όλες τις πλευρές. Δεν είναι φτιαγμένο ούτε από ξύλο ούτε από πλαστικό. Δεν έχω ξαναδεί παρόμοιο υλικό.
Έχει πάνω του χρυσό δείκτη και παράξενα σύμβολα. Στην βάση μοιάζει με υπολογιστική μηχανή. Κουμπάκια με μονοψήφιους αριθμούς και ένα σε σχήμα ρόμβου διαφορετικό από τα υπόλοιπα.
Το αφήνω κάτω προσεκτικά. Ανοίγω το γράμμα.
Αναγνωρίζω τον χαρακτήρα του παππού.

Αγαπητό μου παιδί,
η ιδιαίτερα ταραχώδης ζωή σου σήμερα έχει φτάσει στην πιο κρίσιμη καμπή. Σκότωσες άνθρωπο. Δεν έφταιγες όμως.
Ανατρίχιασα.
Ήξερα ότι θα φτάσεις σ’ αυτό το σημείο. Μην απορείς. Το μαραφέτι που κρατάς είναι μία μηχανή του χρόνου. Την χρησιμοποίησα κάποτε, για αυτό και ξέρω την κατάστασή σου. Χρησιμοποίησε την και συ, για να ξεφύγεις.
Στο πίσω μέρος έχω γράψει αναλυτικά τις οδηγίες χρήσης.
Να προσέχεις και εύχομαι όλα να πάνε καλά.
Ο παππούς σου.

Γυρίζω το φύλλο και διαβάζω προσεκτικά τις οδηγίες.
Όλοι οι άνθρωποι κάποια στιγμή στην ζωή τους έχουν σκεφτεί τι θα έκαναν, που θα πήγαιναν εάν έπεφτε ένα τέτοιο μηχάνημα στην κατοχή τους. Το κρατάω και φοβάμαι. Είμαι σίγουρος που θέλω να πάω και πότε. Στιγμιαίος πανικός με αποτρέπει.
Όσο περνάει η ώρα συνηθίζω στην ιδέα. Κάνω τις απαραίτητες ρυθμίσεις κλείνω τα μάτια και πιέζω τον ρόμβο.
Μια περίεργη αίσθηση. Αιωρούμαι στο κενό.
Τράνταγμα.
Κάποιος με κοιτάει με έκπληξη και απορία.
- Συγνώμη ρε φίλε δεν σε είδα. Χίλια συγνώμη.
- Δεν τρέχει τίποτα.
Καθώς απομακρύνεται ρίχνει λοξές ματιές. Σταματάω να του δίνω σημασία και προσπαθώ να προσανατολιστώ.
Μπακάλικο.
Καφενείο.
Το σπίτι του Λάκη του παιδικού μου φίλου.
Ελευθερούπολη.
Φωνές από πίσω μου.
Γυρνάω απότομα.
Προαύλιος χώρος με σχολικά κάγκελα.
Τσούρμο παιδιών σχηματίζουν κύκλο.
Την ίδια στιγμή ένας άντρας και μια γυναίκα βγαίνουν από τις αίθουσες του σχολείου και σπάνε την αγέλη.
Ένα ξανθός μπόμπιρας βαλαντώνει στο κλάμα. Το κόκκινο καλσόν που φοράει αντί για παντελόνι έχει σκιστεί και φαίνεται η ψυχούλα του.
Κλαίω μαζί του.
Αυτός ο μπόμπιρας είμαι εγώ!
Ακούω τον δάσκαλο μου να λέει σε μια νεαρή δασκάλα.
- Μα καλά δεν ντράπηκε να έρθει έτσι;
Δεν μπορώ να συγκρατήσω τα νεύρα. Με καλοζυγισμένη μπουνιά του σπάω τα μπροστινά δόντια. Πέφτει κλαψουρίζοντας.
Τον παρατάω δεν αξίζει ούτε το σάλιο μου.
Ανασηκώνω τον μπόμπιρα και σκουπίζω τα μάτια του.
- Οι άντρες δεν κλαίνε.
Ρουφάει την μύτη του.
Ξεσκονίζω την μπλούζα και τακτοποιώ ότι απέμεινε από αυτό που έμοιαζε με παντελόνι.
Του δίνω το χέρι και γαντζώνεται με βουλιμία.
Τον πάω στο πάρκο και καθόμαστε σε ένα παγκάκι.
Τα πόδια δεν φτάνουν στο έδαφος. Χαϊδεύω τις ξανθιές του μπούκλες.
- Πως σε λένε;
- Δημήτρη.
- Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις Δημήτρη;
Μου δείχνει με το δαχτυλάκι τον ουρανό.
- Τι ναι αυτό;
Αν και ξέρω την απάντηση.
- Αεροπόρος. Να πετάω όπως τα πουλάκια. Ψηλά, μέχρι τον ήλιο.
Σκύβει το κεφάλι.
- Η μαμά όμως, λέει ότι είμαι κακό παιδί και δεν θα γίνω.
Σκρόφα. Δηλητηριάζεις το παιδί.
- Θα γίνεις. Εγώ σου το λέω.
- Αλήθεια λες;
- Αλήθεια.
- Και θα πετάω πιο ψηλά και από τον ουρανό.
- Πιο ψηλά και από τον ουρανό.
Σηκώνει τα ματάκια και κοιτάζει τα σύννεφα.
Γυρνάει και χαμογελάει.
- Εσάς πως σας λένε;
- Δημήτρη και μένα. Έχουμε ίδιο όνομα. Για να μην μπερδευόμαστε θα σε φωνάζω μπόμπιρα. Σε πειράζει;
Ανασηκώνει τους ώμους.
- Τι λες; Να σε πάω σπίτι;
Τρομάζει. Με κοιτάζει ικετευτικά και λέει με βεβαιότητα.
- Αν πάω τώρα σπίτι, η μαμά μου θα καταλάβει πως έφυγα από το σχολείο και θα φωνάξει την γύφτισσα να με βάλει στο βρακί της.
- Μην σε νοιάζει. Θα της μιλήσω εγώ.
Πήραμε τον δρόμο για το πατρικό μας.
Περνώντας από ένα μαγαζί με παιδικά ρούχα μου καρφώνεται να μπούμε.
Δεν έχω χρήματα.
Τι μπουφάν είναι αυτό; Μες την σύγχυση δεν πρόσεξα τι φοράω.. Καφέ σουέτ παπούτσια, παντελόνι στο ίδιο χρώμα και δερμάτινο μπουφάν. Από μία τσέπη βγάζω 2 χιλιάρικα εποχής.
Φωτίζει το πρόσωπο από ευτυχία.
- Τι θα θέλατε;
- Ένα παντελονάκι για τον μπόμπιρα.
- Αυτός δεν είναι ο γιος της κυρα Μάγδας;
- Αυτός είναι.
- Θα σας δείξω ρούχα αλλά δεν θα τα προβάρει.
- Γιατί;
- Ο κόσμος λέει, ότι είναι γεμάτος ψείρες και δεν κάνει μπάνιο ποτέ.
Ο μικρός τον ακούει και τα μάτια του γεμίζουν ζουμιά.
Τραβάω τον καταστηματάρχη κάπου απόμερα.
- Αν δεν θες να γαμήσω εσένα, την γυναίκα σου και ολόκληρο τον κόσμο δώσε να δοκιμάσει ένα τζιν.
Τρέμω από τα νεύρα.
- Εντάξει μην κάνεις έτσι.
Πάει σε ένα ράφι και κατεβάζει ένα παντελονάκι. Το δίνει στον πιτσιρίκο.
Το βλέμμα του άστραψε.
Το φόρεσε αμέσως.
Κούκλος.
Πληρώνω και φεύγουμε.
Φτάσαμε σπίτι.
Χτυπάω το κουδούνι.
Ανοίγει η μάνα μας.
Κοιτάζει μία έμενα και μία τον μπόμπιρα.
- Έκανε τίποτα;
- Όχι.
- Τι παντελόνι είναι αυτό;
Της εξηγώ.
- Δεν θέλουμε ελεημοσύνη κύριε.
Τον πιάνει από το μπράτσο και του βγάζει το παντελόνι. Το πετάει στο δρόμο και κλείνει την πόρτα.
Χαστούκια.
Ο μικρός ουρλιάζει.
- Δεν σου είπα να μην μιλάς με ξένους; Δεν σου είπα να προσέχεις τα ρούχα σου; Κοίταξε, το έσκισες. Τι θα κάνω μαζί σου; Παλιόπαιδο.
Οι γείτονες στήνουν αυτί.
Περαστικοί σχολιάζουν.
Μαζεύω το τζιν και παραμονεύω σε μία γωνία.
Πέρασαν ώρες.
Η εξώπορτα επιτέλους ανοίγει.
Φοράει ροζ σορτσάκι με λευκή γραμμή στο πλάι δύο νούμερα μεγαλύτερο. Το θυμάμαι είναι της αδερφής μου.
Τα παιδιά της γειτονιάς τον παίρνουν χαμπάρι και τρέχουν να τον κοροϊδέψουν.
Τον φωνάζω.
- Θέλεις να πάμε βόλτα;
Γνέφει καταφατικά.
Βγάζω από το μπουφάν το τζιν και του το δίνω.
Περπατάμε.
Φτάσαμε στον βάλτο.
- Ξέρεις τι έχει εδώ;
Τον ρωτάω.
- Τίποτα δεν έχει.
- Και η γάτα με τα δύο κεφάλια; Την έχεις δει;
- Η μαμά μου είπε πως δεν υπάρχει τέτοια γάτα, όπως δεν υπάρχουν ούτε καλές νεράιδες ούτε ξωτικά. Μόνο ο Αι Βασίλης υπάρχει και αυτός δεν έρχεται σε μένα γιατί είμαι φτωχός.
Με αποστόμωσε.
- Πήγαινε να παίξεις.
Βρήκε ένα τενεκεδάκι το κλώτσησε και απομακρύνθηκε.
Γαμώτο είναι πολύ μικρός για να μην πιστεύει σε τίποτα. Θέλω να τον βοηθήσω. Θέλω να μας βοηθήσω. Αυτά τα έχω ζήσει. Άλλωστε ανήκω αλλού. Θα πρέπει και να φύγω, να επιστρέψω στην δική μου πραγματικότητα. Σάμπως αυτή δεν είναι. Πώς θα του πω ότι πρέπει να φύγω; Πρέπει να του το πω, να ξέρει.
Μπερδεύτηκα.
- Κάτσε δίπλα μου.
Κάθισε.
- Δεν θέλω να ξανακλάψεις. Όσοι σε κοροϊδεύουν το κάνουν επειδή σε ζηλεύουν. Εγώ πιστεύω σε σένα. Μόνο εγώ. Ακόμα και όταν δεν θα είμαι δίπλα σου...
Βούρκωσε.
- Που θα πας;
- Πρέπει να φύγω σε λίγο.
Έβαλε τα κλάματα.
- Δεν είπαμε ότι δεν θα κλαις;
- Δεν θέλω να φύγεις. Δεν έχω άλλους φίλους. Μήπως έκανα κάτι και σε πείραξε; Δεν θα το ξανακάνω.
Η καρδιά μου σπαράζει.
- Όχι μωρό μου δεν έκανες τίποτα. Εσύ είσαι τέλειος. Εγώ φταίω.
- Σε παρακαλώ μη φύγεις. Σ’ αγαπάω.
Πρώτη φόρα ακούω αυτή την λέξη. Πρώτη φορά την αισθάνομαι κιόλας. Όμορφα είναι.
Δεν έχω να αποφασίσω τίποτα. Θα μείνω εδώ. Ο μπόμπιρας με χρειάζεται. Εγώ τον χρειάζομαι.
- Πάμε για μπάλα.
Παίρνω το τενεκεδάκι και το πετάω κοντά στην όχθη του βάλτου. Το προλαβαίνω.
- Κάτσε εκεί. Καλά είσαι.
Κλωτσάω, περνάει από πάνω του και προσγειώνεται σε κάτι θάμνους.
Γυρίζει πλάτη και πάει να το πάρει.
Βγάζω την μηχανή. Την κοιτάω για τελευταία φορά και χωρίς δισταγμό την εκσφενδονίζω στα λασπόνερα.
Μια δεύτερη ευκαιρία.
Σ’ ευχαριστώ παππού.
Η παιδική μου φωνούλα ακούγεται.
- Θα σου βάλω γκολ.
- Αν βάλεις γκολ, δεν θα φύγω.
Παίρνει φόρα και κλωτσάει με όλη του την δύναμη. Περνάει ξυστά από το αυτί μου και δεν προφταίνω ούτε να κουνηθώ.
Τρέχει κοντά μου.
- Θα μείνεις τώρα;
- Κανόνας πρώτος, οι άντρες πάντα κρατάμε τον λόγο μας.
Στο πρόσωπο του αντανακλάται η ευτυχία κάθε επιτυχίας.
Συνεχίσαμε το παιχνίδι μέχρι που σκοτείνιασε.
Ξεθεωμένοι ξαπλώσαμε ανάμεσα στα χόρτα.
Τον έβαλα ανάμεσα στα γόνατα και τον κούνησα γλυκά- γλυκά σαν νανούρισμα.
Ξάφνου μες την καταχνιά ακούω θόρυβο.
Ο ήχος ακούγεται από τα δεξιά.
Στρέφω το βλέμμα.
4 πράσινα μάτια.
Το χαμόγελο μου ζεσταίνει.
- Ώστε εδώ είσαι. Καιρό είχαμε να τα πούμε...
- Ναι καιρό.
- Πίστεψα ότι μπορεί και να έφυγες.
- Σου είχα πει, όποτε θελήσεις εδώ θα με βρεις. Εγώ περίμενα. Εσύ δεν ήρθες. Έφερες τον μικρό ε;
- Ναι.
- Δεν πιστεύει;
- Όχι και είναι καλό παιδί.
- Σίγουρα είναι, αφού είσαι εσύ. Κάποια άλλη στιγμή θα τα πούμε με την άνεση μας. Ξύπνησε τον.
Σπρώχνω τον Δημητράκη και μισοκοιμισμένος όπως είναι του δείχνω που να κοιτάξει.
Ανοίγει το στόμα διάπλατα. Δεν μπορεί να το πιστέψει.
Σηκώνει το χέρι και την σημαδεύει.
Τα χείλη του τρέμουν και όμως βρίσκει το θάρρος να το παραδεχτεί.
- Η γάτα. Η γάτα.

¤

Copyright © Figlio di Magdalena, All rights reserved, Ελλάδα 2005

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Τερέζα ΚουρούκληΧάρης ΒασιλάκοςΓιώργος ΓιαντάςΣτέλιος ΚανάκηςΣτέλιος ΜοίραςΈλσα ΜαγγανάρηΓιάννης Βεντούρας
Γεωργία ΚραββαρίτηΓιάννης ΦιλιππίδηςΚωνσταντίνα ΚαντζιούΠαναγιώτης ΝτούσκαςVal O' TeliΚαλλιόπη ΒελόνιαΠόλυ Μοσχοπούλου
Κερδίστε ως και πέντε μυθιστορήματαΧρυσούλα ΒακιρτζήΧρήστος ΠαπουτσήςΒαγγέλης ΜαργιωρήςΒασίλης ΤσικάραςΜαρία ΙατρίδηΘεόφιλος Γιαννόπουλος