Defunctus

8° μέρος
19
Ένα ξωτικό με τριγωνικό σαγόνι και ασπρόμαυρο ντύσιμο στέκεται ανάξια κρατώντας ξύλινο δίσκο. Μπολάκι με δηλητηριασμένα φιστίκια και χαμηλό ποτήρι, μισογεμάτο με κίτρινο υγρό. Για να είμαι ακριβής δεν είμαι απόλυτα σίγουρος αν ήταν κίτρινο το υγρό ή το ποτήρι αλλά όπως και να είχε δεν φαίνονταν απειλητικό οπότε δεν έφερα αντιρρήσεις.
Το σκαληνό σαγόνι κινήθηκε προς τα κάτω αποκαλύπτοντας μια μικρή κρύπτη. Μια κραυγή ακούγονταν από το βάθος. Δεν ήταν ακριβώς κραυγή παρά περισσότερο προτροπή σε ιδιαίτερο τόνο και ύφος.
- Σε διατάζω να βγεις από την νιρβάνα. Το μυαλό σου έχει αρχίσει να κουρσεύει επικίνδυνες χώρες. Βγες γαμώ τη φάρα σου πριν βρεθεί σε μέρη όπου η λέξη γυρισμός δεν έχει κανένα νόημα.
Υπάκουσα.
Τι ναι αυτό; Ρώτησα το γκαρσόνι.
Ξωτικό: Το ελιξίριο της ζωής.
Γκαρσόνι: Σας το προσφέρει η κυρία στο βάθος του μπαρ.
Έδειξε που, αλλά δεν μπήκα στον κόπο να κοιτάξω.
Όταν ύψωσα το βλέμμα το γκαρσόνι βρίσκονταν σε άλλο τραπέζι και σέρβιρε δηλητηριασμένα φιστίκια, το ξωτικό χάνονταν σε έναν ανεμοστρόβιλο καπνού και μια μεσήλικη γυναίκα κάθονταν όντως στο βάθος του μπαρ.
Σήκωσα το ποτήρι σε τέτοιο ύψος ώστε μια νοητή ευθεία να το ενώνει με το δικό της. Ο χαμηλός φωτισμός δεν επέτρεπε να διακρίνω καθαρά τα χαρακτηριστικά του προσώπου, αλλά ήμουν σίγουρος ότι επρόκειτο για ακόμη ένα ναυάγιο ή για μια κακομούτσουνη ιδιότροπη γουρούνα που αναζητώντας την αθανασία, ήθελε να αγοράσει τα τελευταία εν ζωή κύτταρα μου.
Αυτά όμως, ήμουν αποφασισμένος, δεν θα τα πουλούσα. Θα τα πρόσφερα απλόχερα όπου θεωρούσα ότι άξιζε. Κατέβασα μονορούφι το ποτό. Το ποτήρι ήταν διάφανο, το υγρό κίτρινο και τα νύχια μου λερωμένα.
Χούφτωσα τον αναπτήρα, το πακέτο με τα τσιγάρα ήταν άδειο και το παράτησα, έβαλα το σακάκι και τον πέταξα στην εσωτερική τσέπη. Ο δρόμος για την έξοδο περνούσε από το μπαρ όποτε αναπόφευκτα έπρεπε να ανταλλάξω μια κουβέντα.
- Καλησπέρα.
Είπα.
- Καλησπέρα. Τι κάνεις;
Απάντησε.
Εκατομμύρια μικρές τρυπούλες σκαμμένες στο κρανίο της. Από κάθε μια, ξεπρόβαλλε μια καστανή βαμμένη κλωστή. Μερικές ήταν τεράστιες έφταναν τα 50 εκατοστά μήκος... Ήθελα να τις τραβήξω.
- Όλα καλά.
- Να σε κεράσω ακόμα ένα;
- Όχι τώρα, βιάζομαι.
- Κρίμα και ήθελα παρέα.
Ζήτησα από τον μπάρμαν στυλό. Το πρόσωπο της πιο κουρασμένο από χειμωνιάτικη μέρα. Τα χείλη απαλά ποτισμένα σε έντονη απόχρωση σάπιου μήλου, έσπαγαν την μονοτονία του συνόλου. Λεπτά σκληρά ζυγωματικά ολοκλήρωναν την αυστηρή, σχεδόν αυταρχική εικόνα.
Πήρα ένα πακετάκι διαφημιστικά σπίρτα που έστεκαν άχαρα πάνω στον πάγκο και σημείωσα το τηλέφωνο. Τα έσπρωξα προς το μέρος της.
Φόρεσα το ύφος χιλίων καρδιναλίων.
- Το βράδυ είμαι ελεύθερος. Τηλεφώνησε μου.
Άρχισε κάτι να αρθρώνει. Δεν έδωσα σημασία και περπάτησα μέχρι την έξοδο.
Όταν τελικά κατάφερε να συντάξει μια ερωτηματική πρόταση και να την προφέρει:
- Πώς σε λένε;
Δεν απάντησα και ο λόγος ήταν απλός, είχα ήδη φτάσει σπίτι μου.

Όταν χτύπησε με έναν ξερό ήχο το τηλέφωνο ήμουν ακόμη στο μπάνιο. Δεν έχω ιδέα πόση ώρα μούλιαζα, πάντως το χρώμα μου ήταν μελανό με εξαίρεση το μέτωπο και αυτό γιατί στην προσπάθεια να σβήσω την ταμπέλα της αρσενικής πόρνης το έτριψα τόσο πολύ που στην αρχή κοκκίνισε έπειτα μάτωσε και κατόπιν χάθηκε. Στην θέση του φανερώθηκε μια αποθήκη που αν κάποιος είχε την περιέργεια να εξερευνήσει θα ανακάλυπτε τόνους από άχυρο Ά ποιότητας.
Στο δεύτερο χτύπημα πετάχτηκα αστραπιαία ζώστηκα το μπουρνούζι και στο τρίτο το πρόλαβα.
- Παρακαλώ.
- Είπες να σου τηλεφωνήσω το βράδυ. Είσαι ελεύθερος;
- Σου είπα ότι θα είμαι.
- Θέλεις να περάσεις από το σπίτι μου; Μένω Καλαμαριά.
- Ναι γιατί όχι.
Άρχισε να εξηγεί τον τρόπο. Θα κατέβεις στο κέντρο και θα πάρεις το λεωφορείο.
- Με το αμάξι θα έρθω. Πες την διεύθυνση και θα το βρω.
- Δεν φαίνεσαι τύπος που έχει αυτοκίνητο.
- Ούτε εσύ για γκόμενα που ζει στην Καλαμαριά.
- Τέλος πάντων.
Με κατατόπισε και δώσαμε ραντεβού σε μια ώρα.

Χτενίστηκα σκούπισα καλά τον κώλο μου έβαλα στόκο στο μέτωπο και σε μισή ώρα ήμουν στο κέντρο.
Από ένα περίπτερο πήρα τσιγάρα και ρώτησα ποιο λεωφορείο πάει Καλαμαριά. Αν ακολουθούσα της οδηγίες του περιπτερά θα έψαχνα ακόμα την στάση και έτσι επιβιβάστηκα σε ταξί.
Καθόλη την διάρκεια της διαδρομής σκεφτόμουν πόσο μαλάκας ήμουν που δεν πήρα το Renault μου.
Ύστερα από 45 λεπτά ο ταξιτζής σταμάτησε σε μια νεόδμητη φανταχτερή πολυκατοικία. Τον πλήρωσα, έφυγε και έμεινα να κοιτάζω τον περιβάλλοντα χώρο.
Βόλταρα για λίγο στον περιποιημένο κήπο με το διακριτικό σιντριβάνι στο κέντρο και κατόπιν πάτησα στο λευκό καλογυαλισμένο μάρμαρο.
Δυο προβολείς εστίαζαν τις δέσμες στην γυάλινη θύρα. Οι αισθητήρες κίνησης με τσάκωσαν και με μακρόσυρτο θόρυβο η πόρτα άνοιξε διάπλατα. Στο πρώτο βήμα βυθίστηκα στην παχιά μοκέτα χάνοντας αυτόματα 2 με 3 πόντους από την μαγκιά μου.
Στα αριστερά πίσω από ένα οβάλ γραφείο μια κοντόχοντρη τερατογένεση προσπαθούσε μάταια να στηριχθεί.
Ποια σκληρή μοίρα τον έκανε να μεταφέρει τόσο βαρύ φορτίο; Ίσως ένα από τα πολλά διαστημικά σκάφη που επισκέπτονται κατά περιόδους τον πλανήτη να τον ξεφόρτωσε. Σε όλο το σύμπαν η ύπαρξη του ήταν ανεπιθύμητη οπότε κάποιος αποφάσισε ότι η γη είναι ο Καιάδας του γαλαξία.
Διάβασε τις σκέψεις μου. Μπορεί το πλάσμα να είχε αλλάξει μορφή και ατμόσφαιρα αλλά δεν είχε χάσει διόλου την κοσμική του δύναμη. Ήξερα το μυστικό του. Ήξερα παρά πολλά. Έπρεπε να τιμωρηθώ, να εξοντωθώ.
Άνοιξε το στόμα. Χρυσά δόντια λαμπύρισαν. Τυφλώθηκα. Κατά έναν παράδοξο τρόπο έβλεπα αλλά όχι με τα δικά μου μάτια.
Πίνακας, πιστό αντίγραφο El Greco, κρεμασμένος σε κολώνα στα δεξιά έγειρε. Μια αλλόκοτη μορφή χύθηκε από το κάδρο σχηματίζοντας ψηλόλιγνη ανθρώπινη παρουσία.
Ένα χυτό μακρύ μαύρο φόρεμα με ανοιχτό μπούστο κάλυπτε το σφυρηλατημένο κορμί. Μια σειρά από λευκές πέρλες στόλιζαν τον μακρόστενο λαιμό.
Με απαλή κίνηση έσφιξε το ένα χέρι γύρω από την μέση και με το άλλο έπλεξε γλυκά τα μαλλιά μου. Τόλμησα να την κοιτάξω κατάματα. Τα σμαραγδένια μάτια καλά κρυμμένα πίσω από μια βενετσιάνικη ασημί μάσκα έλιωσαν την καρδία μου.
Στιγμές αμηχανίας.
Ο θυρωρός κατέβασε έναν ξύλινο μοχλό και τα φώτα της πόλης έφτιαξαν έναν μικρό κύκλο. Κατέβασε δεύτερο και ο ήχος αργεντίνικου ταγκό χάρισε στον χώρο μια μυστικιστική διάθεση.
Λικνιζόμασταν σε απόλυτη αρμονία με τις νότες του εμπνευσμένου από τον Αμερικάνικο νότο ρυθμού. Ο φωτισμένος κύκλος ακολουθούσε την κάθε μας κίνηση. Άχαρος ρόλος, σαν καταδικασμένο ριζικό.
Οι διαδοχικές στροφές και ταλαντώσεις μας έφεραν μπροστά σε σκάλα που έμοιαζε να μην στηρίζεται πουθενά. Ήταν αδύνατο να διακρίνεις την αρχή, το τέλος, ή ότι σκατά υπήρχε εκεί κάτω. Η σκάλα αυτή δεν υπήρχε νωρίτερα. Ήμουν σίγουρος.
Η διαπίστωση βέβαια ήταν ασήμαντη.
Δέσαμε τα χέρια σε περίεργο σχηματισμό και αρχίσαμε να κατηφορίζουμε, αργά αλλά σταθερά. Ο κύκλος που μας συντρόφευε μέχρι τότε σαν σκιά, φοβήθηκε και πήρε την μοίρα στα χέρια του. Η πόλη φωτίστηκε ξανά. Η μουσική έχασε την ένταση και κάπου παρακάτω σίγασε για πάντα.
Σε κάθε σκαλοπάτι η θερμοκρασία και η πίεση αυξάνονταν δυσχεραίνοντας την προσπάθεια κατάβασης. Πίδακες, ευγενών αερίων έπνιγαν την ανάσα μου.
Μέχρι και η καλοδουλεμένη αλυσίδα που κρατούσε σε συστοιχία τα μαργαριτάρια δεν άντεξε στα ασυνήθιστα φαινόμενα και έσπασε. Ο εκκωφαντικός αντίλαλος από την πρόσκρουση τους στα παραμορφωμένα αλαβάστρινα σκαλοπάτια μου τρυπούσε τα τύμπανα. Έλυσα τον δεσμό της ένωσης για να προστατεύσω τα αυτιά.
Οι ακριβές άσπρες μπαλίτσες κατρακυλούσαν βιαστικά και έδιναν την εντύπωση πως έπεφταν στο κενό. Η άγνωστου προελεύσεως γυναίκα συνέχιζε το ταξίδι στον πυθμένα της γης. Η υπόσταση της σκαλί με σκαλί έφθινε.
Από την μία ήθελα να την συνοδεύσω στην εξαΰλωση και από την άλλη προτιμούσα να διατηρήσω ζοφερή την μνήμη της. Αυτή την αγάπη ήθελα να την κρατήσω ζωντανή έστω και στα όνειρα μου.
Την παρακολουθούσα καθώς χάνονταν στα άδυτα του δικού της παλατιού και μπορώ να πάρω όρκο ότι κάποια στιγμή γύρισε και με λυπημένο νεύμα με αποχαιρέτησε.
Πήρα τον δύσκολο ανηφορικό δρόμο της επιστροφής και μάρτυς όποιος πούστης και αν πιστεύεται, έκλαψα.

Οι αισθήσεις επανήλθαν μόλις βρέθηκα απέναντι από τον θυρωρό.
Άνοιξε πάλι το στόμα.
Σκιάχτηκα.
Τι με περίμενε τώρα;
- Ψάχνετε κάποιον;
Αυτή την φορά δεν έκανε ευτυχώς το κόλπο με τα δόντια και έτσι ησύχασα.
- Ψάχνετε κάποιον.
- Ψάχνω... Την κυρία...
Οι πόροι του κορμιού άρχισαν να υγραίνονται. Ο ιδρώτας κυλούσε μέχρι τις πατούσες, ξεχείλιζε από τα παπούτσια και άφηνε θολές στάμπες στην πυκνή μοκέτα.
Δεν ήξερα όνομα. Δεν ήξερα επίθετο.
Ξεκίνησα να περιγράφω το λαξευμένο κρανίο της.
Μάταιο.
Έβαλα σε λειτουργία τις εσωτερικές διαδικασίες του οργανισμού. Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι και άρχισε να ψαχουλεύει την ταινιοθήκη του εγκεφάλου. Εκεί δηλαδή που φυλάσσονται οι πολύτιμες εικόνες, καταστάσεις και περιγραφές. Κάτω από μια στοίβα με ξεχαρβαλωμένες κόπιες ανακάλυψε την πρωινή καταγραφή. Μετέφερε την ταινία στον ιδιαίτερο χώρο προβολών, την τοποθέτησε στον επεξεργαστή και πάτησε το κουμπάκι της μνήμης.
Θυμήθηκα λεπτομέρειες.
Άνοιξα το κουτάκι με τις μαλακίες.
- Μια καστανή κυρία, μετρίου αναστήματος που έχει τον τρόπο της. Φοράει...
Με σταμάτησε.
- Άσε κατάλαβα. Την κυρία Βέρα θέλεις.
- Για να το λες έτσι θα ναι.
- Στον 6ο. Διαμέρισμα 24.
Έστρεψα την πλάτη και πήγα στο ασανσέρ.
- Φιλαράκο όχι με το ασανσέρ.
Είναι χαλασμένο. Από τις σκάλες.
Γαμώ την καταδίκη μου.
Χτύπησε το κινητό.
- Παρακαλώ.
- Έλα που είσαι;
- Στην είσοδο, Βέρα.
- Που έμαθες το όνομα;
- Ο θυρωρός.
- Να πεις στην παλιό-κουτσομπόλα να πάει να γαμηθεί.
- Καλά ανεβαίνω...
Στράφηκα στον θυρωρό.
- Μου είπε να πάς να γαμηθείς.
Κούνησε το κεφάλι σαν να συμφωνούσε.
Γυρίσαμε πλάτη με πλάτη σαν σε μονομαχία και πήρε ο καθένας τον δρόμο του.
Φτάνοντας στο διαμέρισμα η μύτη κόντεψε να ακουμπήσει το χαλάκι με το Welcome.
Πήρα βαθιά ανάσα για να κοντρολάρω τους σφυγμούς και με υπερένταση έψαξα το κουδούνι.
- Άργησες.
- Κάνε πιο κει, μου χρειάζεται όσο οξυγόνο κυκλοφορεί.
- Μια σκαλίτσα ήταν μόνο.
- Βρε δε γαμιέσαι. Αν μου το έλεγες από την αρχή ούτε θα έμπαινα στον κόπο να έρθω.
- Σταμάτα να γκρινιάζεις και πέρασε.
Δεν έχασα χρόνο και ξαπλώθηκα στον πρώτο εύκαιρο καναπέ.
- Να σου βάλω ποτάκι;
- Βάλε.
- Τι πίνεις;
- Κάνε μου έκπληξη.
- Σαν το σπίτι σου. Σε ένα λεπτό επιστρέφω.
Ανασηκώθηκα. Διαμέρισμα από τα λίγα. Ακριβό τζάκι, περίεργοι πίνακες, μισοτελειωμένα κεριά.
- 'Εφτασαν τα ποτά.
Κάθισε δίπλα μου.
- Στην υγειά σου.
Είπαμε σχεδόν ταυτόχρονα.
Πήρε τον λόγο.
- Ξέρεις είσαι πολύ όμορφο αγόρι.
- Το έχω ξανακούσει.
- Πριν προχωρήσουμε θέλω να μάθω την τιμή.
- Μην το εκφυλίζεις.
- 1000 Euro καλά είναι;
- Προς το παρόν καλά είναι.
- Ξέρεις έχω ιδιαίτερα γούστα.
- Κανείς δεν είναι τέλειος.
- Αλήθεια πως σε λένε; Δεν θυμάμαι.
- Ούτε εγώ. Μπορείς να με αποκαλείς όπως σου κάνει κέφι.
- Εντάξει θα σε φωνάζω Φοίβο.
Δεν ήθελα να ρωτήσω γιατί, για κάποιον λόγο μου είπε.
- Κάποτε έκανα χρήση βαρβιτουρικών. Χάπια και αλκοόλ όμως απαιτούν παρέα. Διαφορετικά η όλη φάση δεν είναι κυριλέ. Αγόρασα την φιλία ενός σκύλου. Με συντρόφευε σε όλες τις περιπλανήσεις και εγώ φρόντιζα να έχει τις δικές του. Με καταλαβαίνεις;
- Αλίμονο.
Αρχίδια αλλά ήθελα να δω που θα καταλήξει.
- Μαστούρα με την μαστούρα το βρωμόσκυλο απέκτησε εθισμό. Έπρεπε να προμηθεύομαι παραισθησιογόνα και για αυτό. Μου κόστιζε μια περιουσία η συντήρηση και για να πω την αμαρτία μου συχνά όποτε ξέμενα έβαζα χέρι κάτω από την καρέκλα που φύλαγε την καβάτζα του. Πολλές φορές σκέφτηκα να το στείλω σε κλινική. Βλέπεις όμως δεν βρέθηκε ποτέ άνθρωπος που να έχει επιχειρηματικό δαιμόνιο να ανοίξει κέντρο απεξάρτησης σκύλων. Ίσως στο μέλλον. Αλλά ακόμη και έτσι για τον Φοίβο είναι αργά. Για να μην πολυλογώ και σε κουράζω, ένα πρωί...
- Συγνώμη μπορείς να μου βάλεις άλλο ένα;
Με αγριοκοίταξε.
Είχα διαλέξει κακή στιγμή αλλά τι να έκανα; Μέχρι να τελειώσει η ιστορία με τον κόπρο θα πέθαινα από ανία και αφυδάτωση.
Έσπρωξε το ποτήρι της.
- Μην τολμήσεις να με ξαναδιακόψεις. Ειδικά όταν ανοίγω τα εσώψυχα μου!!! Κάποιο πρωί λοιπόν ξύπνησα από έναν θόρυβο. Σίγουρη ότι το σπίτι είχε παραβιαστεί μπήκα με επιφύλαξη στο σαλόνι και τι αντικρίζω;
Δεν περίμενε απάντηση.
- Το κωλόσκυλο τα είχε κάνει γυαλιά καρφιά. Έπαιρνε φόρα και κουτουλούσε στα τζάμια. Δεν ήξερα τι να κάνω. Κοίταξα κάτω από την καρέκλα, το απόθεμα είχε τελειώσει. Την είχε ψωνίσει από στέρηση. Έβγαλα με κρύα καρδιά από την τσάντα τα δύο τελευταία χάπια άνοιξα διάπλατα το αιμόφυρτο στόμα και τα πέταξα βαθιά στον οισοφάγο του. Στην αρχή ψιλοστάνιαρε έπειτα όμως...
Την πήραν τα ζουμιά και έγειρε στο προσκεφάλι μου.
- Γύρισε ανάσκελα. Τα ποδαράκια τρεμόπαιξαν για λίγο και έμεινε να με κοιτάει αποσβολωμένο.
Την έσπρωξα απότομα από τους ώμους . Δεν ήθελα να λερωθεί το πουκάμισο.
- Κούκλα αρκετά με τις αηδίες. Ήρθα εδώ για να σε πηδήξω. Αν είναι όλο το βράδυ να ακούω βαρετές αφηγήσεις φέρε τουλάχιστον ένα μπουκάλι για να μπορώ να τις ανέχομαι. Τι θα γίνει εσύ αποφασίζεις.
Έσφιξε τα δόντια και σούφρωσε τα φρύδια.
- Έτσι ε; Πληρώνω και σε γαμάω ρε πούστη. Όπως σου σφυρίζω θα χορεύεις. Πέσε στα γόνατα και κάνε γαβ, παλιομπάσταρδε.
Όλη μου την ζωή ακολουθούσα κάποιους κανόνες. Είμαι άρρηκτα δεμένος με αυτές τις αρχές και δεν τις παραβαίνω. Μπορεί να είμαι όποιος είμαι, να έχω γονείς και να μην τους γουστάρω επειδή δεν τους έχω επιλέξει, αλλά ο εγωισμός μου δεν σηκώνει βρισιές του τύπου μπάσταρδε. Όποιος τις ξεστομίζει στα μούτρα μου το πληρώνει.
- Γιατί δεν πέφτεις εσύ στα τέσσερα καλύτερα να κάνεις νιάου.
Της τράβηξα σφαλιάρα.
Δεν ξέρω αν έχω βαρύ χέρι πάντως πέταξε πάνω από τον καναπέ, έκανε τον γύρω του δωματίου και καρφώθηκε στην γωνία του τζακιού.
Ακούμπησα το χέρι στον λαιμό της. Είχε σφυγμό και ανέπνεε κανονικά.
Την ξάπλωσα στον καναπέ. Βγήκα στο μπαλκόνι έκοψα το συρματόσχοινο της μπουγάδας. Βρήκα μονωτική ταινία και μαρκαδόρο.
Επέστρεψα και την απάλλαξα από τα περιττά ρούχα. Το τρίχωμα ξυρισμένο σε σχήμα βέλους, σημάδευε την κλειτορίδα.
Την έδεσα πισθάγκωνα την φίμωσα και την τύφλωσα.
Πόσο κοστίζει η ψυχή της;
Την δική μου την έβγαλε στο σφυρί για 1000 Euro.
10 Euro νομίζω είναι καλά.
Το σημείωσα δίπλα στους προσαγωγούς.
Στα κωλομέρια έγραψα:
«Από εδώ τζάμπα».
Θα προτιμούσα να τα έκανα tattoo αλλά ούτε τον χρόνο είχα ούτε την τέχνη ήξερα.
Πήγα στην θυροτηλεόραση.
- Θυρωρός; Θυρωρός; Που είσαι ρε μαλάκα;
- Ναι.
- Έλα στο διαμέρισμα της Βέρας. Τώρα.
- Ρε φίλε πλάκα κάνεις; Δεν έχει ασανσέρ.
- Κάνε ρε αυτό που σου λένε.
Σε πέντε λεπτά ήρθε.
Τον περίμενα στην πόρτα.
Τα μάγουλα του κατακόκκινα, έτοιμα να σκάσουν από την υπερπροσπάθεια.
Έδειχνε το ίδιο γελοίος όπως και πρώτα. Ίσως και περισσότερο.
- Ελπίζω να μην με ανέβασες τζάμπα. Τι συμβαίνει;
Τον έπιασα από το κεφάλι και το έγειρα δίπλα από τους ώμους μου.
Με παραμέρισε και εισέβαλε...
Έδειχνε αποχαυνωμένος.
- Είναι λιπόθυμη. Με 10 Euro την γαμάς, φεύγεις και ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Με κοίταξε διστακτικά.
- Ξέρεις, πάντα ήθελα να εκδικηθώ την τσούλα. Με αντιμετώπιζε περιφρονητικά και με απέχθεια. Τις προάλλες που είχε χαλάσει το γαμήδι με ανέβασε μέχρι εδώ για να σπάσει πλάκα με τις φίλες της. Όταν διαμαρτυρήθηκα με ταπείνωσε μπροστά τους. Σαν να ήμουν τίποτα.
Το ύφος του σκλήρυνε.
Έχωσε στην χούφτα μου ένα τσαλακωμένο χαρτονόμισμα.
- Πάρ' το.
Περίμενα να κατεβάσει το φερμουάρ αλλά αντ’ αυτού κινήθηκε προς το ψυγείο. Πήρε ένα γυάλινο μπουκάλι με νερό της έλυσε τα μάτια και το άδειασε στην φάτσα της.
Η Βέρα συνήλθε.
Το κρύο νερό λειτούργησε ευεργετικά. Οι ρώγες τσιτώθηκαν.
Το βλέμμα της έφερε γρήγορες βόλτες. Έντρομο και έκπληκτο σταμάτησε στον θυρωρό. Τον ικέτευε...
- Τώρα τι έχεις να πεις πουτανίτσα; Δεν πιστεύεις ε; Κι όμως εγώ είμαι, ο Νίκος, ο θυρωρός. Το σκουπίδι. Το παιχνίδι που χρησιμοποιείς για να ικανοποιήσεις την μικροπρέπεια σου. Αυτό θα αλλάξει. Από δω και στο εξής θα έχω απόλυτη εξουσία επάνω σου. Θα είσαι η δούλα μου. Θα σε γαμάω όποτε μου καυλώσει. Άμα λάχει θα σε κατουράω κιόλας. Θα έρχομαι και θα πέφτεις στα γόνατα. Θα ξεκουμπώνεις το παντελόνι και θα μου τον πλένεις. Θα φέρνω πελάτες να σε πηδάνε. Να βγάζω και κάτι από τον μεγαλοαστό κώλο σου. Θα είσαι πάντα πρόθυμη, χαμογελαστή και θα λες ευχαριστώ. Αν δεν υποταχθείς σε ότι σου λέω, τα βίντεο και οι φωτογραφίες που θα σου τραβήξω θα κάνουν τον γύρο της πολυκατοικίας. Τι λέω! Σε όλη την γειτονιά, την Θεσσαλονίκη σε ολόκληρο τον κόσμο θα ταξιδέψουν.
Το μπουκάλι βυθίστηκε άγαρμπα στην κωλοτρυπίδα της.
Απεγνωσμένο γρύλισμα.
Τα μάτια της γούρλωσαν.
Η σκηνή ήταν ακατάλληλη δια ανηλίκους.
Δεν είχε ξημερώσει ακόμα, ψιλόβρεχε και αποφάσισα να περπατήσω.
Μετά από μερικές δρασκελιές τύψεις με κυρίευσαν. Δεν είμαι μισογύνης. Με έβρισε και το πλήρωσε. Ναι αλλά μπορώ να είμαι τόσο σκληρός; Η μήπως δεν ήμουν; Δεν ξέρω.
Όταν έφτασα στον Λευκό Πύργο είχα αποφασίσει ότι φέρθηκα ανέντιμα και έπρεπε να επανορθώσω. Στην τελική είμαι άντρας και πρέπει να παραδέχομαι τα λάθη μου.

Σε ένα διανυκτερεύον περίπτερο χάλασα τα δέκα ευρώ. Ξετύλιξα την τηλεκάρτα και σχημάτισα τον αριθμό του σπιτιού της Βέρας. Δεν ήταν δύσκολο να τον βρω. Ήταν περασμένος στο κινητό που δανείστηκα από την τσάντα της. Έκανα μια προσπάθεια να πάρω από αυτό δυστυχώς όμως δεν είχε μονάδες.
Χτυπούσε.
Ας το σηκώσει κάποιος γαμώτο.
- Εμπρός.
- Έλα Νίκο εσύ είσαι;
- Έλα ρε.
Με κατάλαβε αμέσως. Έχω χαρακτηριστική φωνή.
- Τι γίνεται;
- Μια χαρά. Φώναξα δύο φίλους και την γλεντάμε.
- Μου την δίνεις λίγο;
- Ότι πεις δερβίση. Μάγκες συρτέ την κατά δω. Με προσοχή ρε, δεν θέλω να φύγουν τα μανταλάκια από την θέση τους. Έλα σε ακούει.
- Συγνώμη ρε Βέρα, παραφέρθηκα. Δεν ξέρω τι με έπιασε. Ειλικρινά συγνώμη.
Μουγκρητό συγχώρεσης.
Το πρόσωπο μου φωτίστηκε. Οι Ερινύες δεν με κυνηγούσαν πια.
¤
Copyright © Figlio di Magdalena, All rights reserved, Ελλάδα 2005

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Σάντυ Κυριακή ΗλιάδουΝατάσσα ΕξάρχουΣωτηρία ΙωαννίδουΚέλλυ ΚαϊμάκηΠαναγιώτης ΣταυρόπουλοςMo HayderΆννα Σελίδου
Γιάννης ΦιλιππίδηςΕυδοκία ΣταυρίδουΓιώργος ΙωαννίδηςPaullina SimonsΧρήστος ΧτιστόπουλοςΓεώργιος ΤζιτζικάκηςΘεόφιλος Γιαννόπουλος
Ασημίνα ΞηρογιάννηΝίκος ΚρίκαςΣοφία ΓουδετσίδουΜαριάνα ΝικολιδάκηΝάντια ΠαπαθανασοπούλουΓιώργος ΔάμτσιοςΓρηγόρης Τριγλίδης