Η στιγμή ταξιδεύει σαν βροχή

Αν αντιληφθείς τη στιγμή και πόσο μικρή είναι, θα φανεί η ζωή ατελείωτη, όμως η προσωπική μας γραφή μένει στον ουρανό αιώνια και η σκέψη ενοποιημένη σε ζωντανές λαμπερές εικόνες πέφτει στο σκοτάδι σαν χιονονιφάδες που γίνονται στάλες, -κάποιοι αυτό το ονομάζουν βροχή- που πέφτει μερικές φορές απαλά και άλλες φορές ασταμάτητα ή άλλες φορές αιώνια...

1
Έφυγα οδηγώντας στην διαδρομή που οδηγεί από την αρχή στο πουθενά με ένα συναίσθημα ότι κάπου μου έχει ξανασυμβεί...
Για ακόμα μια φορά συνέχισα στον ατελείωτο δρόμο που μερικοί λένε ζωή.
Απαλή βροχή άρχισε να πέφτει κι εγώ χάθηκα στο μωβ πέπλο που διαγράφει τον ορίζοντα, εκεί που χάνονται όλα και ξαναδημιουργούνται από την αρχή μαζί με το φρεσκοποτισμένο χώμα, εκεί στο ίδιο σημείο...
Για ακόμα μία φορά οδηγώ εκεί, που αν κοιτάξεις από ψηλά μοιάζει με ποτάμι, στο δρόμο που μερικοί λένε ζωή...
οδηγώ...

Επάνω στο λόφο, μέσα στα δέντρα βρίσκεται ένα σπίτι μόνο του, όχι πολύ μακριά από την πόλη.
Εκεί νιώθεις μία δίνη που σε ρουφά, που πάντα υπάρχει ένα φως αναμμένο και σε περιμένει, εκεί που η βροχή δεν είναι αιώνια, εκεί που ένα κελάρι παραμένει πάντα ανοικτό. 
Στη χώρα του καθρέφτη ταξιδεύεις ανάποδα, σχεδόν αιώνια...
Αυτή η καταραμένη βροχή δε σταμάτησε ούτε όταν βγήκα από το αμάξι.
Γύρω μου τα αιώνια δέντρα μέσα στο σκοτάδι μίλαγαν σαν να συζητούσαν για τον ξένο που ήρθε τολμώντας μέσα σ' αυτό το χαλασμό.
Κάπου εκεί μέσα στα δέντρα ακούγεται ήχος, μουσική, σαν οι στάλες να μιλούν, σαν νότες που χτυπούν τις χορδές του φυσικού τοπίου, αυτού του όμορφα παράξενου...
Οι προβολείς του αυτοκινήτου φώτιζαν την πρόσοψη του σπιτιού, στο ημίφως πίσω μου. 
Η λεωφόρος οδηγούσε μακριά στο πίσω μέρος ενός καθρέφτη, εκεί που μόνο μια φιγούρα μπορεί να σταθεί.
Και τα μάτια κοιτούσαν… εκεί στο ημίφως… 

Το ξημέρωμα στον ουρανό ακόμα διένυε τις βραδινές ώρες, -άλλωστε στο μέρος αυτό όλα κυλούν αργά.
Δίπλα στη λίμνη, μέσα στο αιώνιο λεπτό που κάνει να σκάσει το κύμα στην ήσυχη λιμνούλα, εκεί σε αυτό το τοπίο που βρέχει αιώνια και σιγανά μέχρι οι προβολείς να σβήσουν και το φεγγάρι να χαμογελάσει φωτεινά, όλα κυλούν νωχελικά.
Κανένας φόβος για εκείνη την περίεργη νύχτα. Το σπίτι έδινε ένα συναίσθημα ζεστό που με οδηγούσε στο φωτεινό δωμάτιο που κοιτούσε κάτω στην μπροστινή είσοδο. Βλέποντας απ’ το παράθυρο μία φιγούρα να στέκει στους προβολείς ανάμεσα στη νύχτα και τα σκοτεινά αστέρια, λες και κάποιος να με περίμενε… από μία άλλη πραγματικότητα.

2
Έξω η βροχή συνέχιζε την πτώση της με ένα παιχνίδισμα του ανέμου, κλείνοντας σαν αυλαία το σκηνικό του δάσους, του σπιτιού, του αμαξιού και του φωτεινού παραθύρου του δωματίου πάνω στο λόφο της αιώνιας βροχής.
Σαν όνειρο βρέθηκα σε ένα δωμάτιο, ζεστό, φωτεινό. Σε ένα κρεβάτι με ζεστά παπλώματα, ονειρεύτηκα ότι ταξίδευα σε ένα σπίτι πάνω στο λόφο μέσα στο δάσος όπου μια φιλική βροχή με υποδέχτηκε κάτω από το νωχελικό πέπλο της.
Ώσπου αποκοιμήθηκα για ακόμη μια φορά…
Και οι φωτεινοί προβολείς έσβησαν σιγά-σιγά στη θύμηση μου.

3
Ήρθα σπίτι μου επιτέλους, είδα το σπίτι φωτεινό να χαμογελά μες το σκοτάδι να μου μιλά και να με κοιμίζει ξανά.
Μου μίλαγε για τον αέρα… ότι υπήρχε κάποτε μια εποχή που ο αέρας της γνώσης χάιδευε το πρόσωπό σου -λεγόταν αιωνιότητα. Εκεί μέσα σε ένα απλό φύσημα υπήρχε ο μύθος σαν το καλοκαίρι με την ξεγνοιασιά, τη χαρά, τη νοσταλγία, τη στιγμή και τη δημιουργία μαζί με τον αέρα που συνέπαιρνε τις σκέψεις μακριά σαν νότες, σαν παιχνίδι αναμνήσεων, σαν όνειρο του Ικάρου πια παλιό αλλά… αιώνιο.
Εκείνη η πρώτη πρωινή στιγμή που σαν αέρας με ταξίδευε, σαν το πέταγμα στον άνεμο, σαν μία σκέψη μοναδική σε μια πτήση που υπενθυμίζει ότι υπάρχουμε μέχρι να σβήσει το κερί και να αποκοιμηθώ...
Μέσα από το πύρινο φως του κεριού αφήνω πίσω τις αναμνήσεις ενώ δημιουργώ άλλες, παιχνιδιάρικα, μεταξύ αέρα και φλόγας, μα πριν το καταλάβω ξυπνώ από το γέλιο μικρών παιδιών.

4
λα να παίξουμε χα ,χα ,χα έλα να μας βρεις, κρυφτήκαμε ήδη, έλα χα χα χα.
-Κρυφτό λέγεται... χα χα χα...
Και είναι σκοτεινό...
Προχώρησα προς το φως που κάρφωνε το σκοτεινό τούνελ από την μία άκρη στην άλλη.
Δεξιά και αριστερά κάποιες γκρίζες παιδικές φιγούρες χαμογελούσαν και χαχάνιζαν.
-Μην πας, μείνε να παίξουμε... χι χι χι
Χι χι χι...
Ο ψίθυρος χάθηκε στο βάθος του τούνελ καθώς έφτανα στην άκρη του.

Το τούνελ έκλαιγε καθώς έφευγα, τα παιδιά φώναζαν, παρακαλούσαν, έλα μαζί μας έλα να παίξουμε,
είναι ωραία εδώ…
Ένα παιδί πετάχτηκε βγάζοντας το κεφάλι του έξω από το σκοτάδι, μα το φως που το ακούμπησε το τρόμαξε πάρα πολύ, ακούστηκε μια κραυγή... κάτι σαν πόνος.
-Ααααααχ κοίτα τι με ανάγκασες να κάνω, κοίτα.

-Μην κρύβεστε παιδιά ένα παιχνίδι είναι όλο απλά δεν έχετε μάθει τους κανόνες.
-Και εσύ τι έχεις μάθει;
-Ελάτε να δείτε, μόνο έτσι θα καταλάβετε τι σας λέω...

-Δίοδοι… αναφώνησα και μπροστά μου ανοίχτηκε ένας κόσμος.

5
Αγνάντευα το χάος που τώρα φάνταζε σαν μία γαλάζια αιώνια θάλασσα.
Χάος;
Η έννοια είχε αλλάξει.
Γαλάζιο.
Και από κάτω θάλασσα.
Τότε ήταν που τα παιδιά βγήκαν, έξω κάθισαν δίπλα μου και αναφώνησαν, το καθένα ένα διαφορετικό φωνήεν.
Τώρα βρισκόντουσαν στο φως, γινόντουσαν γράμματα και δημιουργούσαν το δικό τους ουρανό φτιαγμένο από λέξεις μοναδικές με τα αστέρια να χαμογελάνε μαζί τους διότι αναγνώριζαν αυτούς που τα είχαν δημιουργήσει αλλά και έδιναν και αυτά με τη σειρά τους, υπόσταση στους δημιουργούς τους...

Απέναντι, στο γαλάζιο πρώην χάος του Μορφέα...
Εγώ πετάω...

6
Ένα μονοπάτι στο δάσος πράσινο, όλα τα δέντρα και τα πουλιά γύρω, δημιουργούν. Κάτι γίνεται στο δάσος, νύμφες, ξωτικά, καλούν ενέργεια και ξάφνου... ζαπ σαν αστραπή κάτι περνάει από μπροστά κάτι που θυμίζει τρένο από μία άλλη πραγματικότητα και φεύγει με ιλιγγιώδη ταχύτητα...
Έτσι απλά... έρχεται και φεύγει γιατί έχει προλάβει να δει αυτό που πέρασε... επιγνώνει, επί-γνώση, γνώμη, ισχύς, συναίσθημα, επίγνωση, -ώση, –ένωση, εαυτός, κίνηση...
...ο συνεχόμενος ήχος του τρένου χάνεται... σιγή απλώνεται...
Κάτι ψιθύρισε... το άκουσε κανείς;
Μήπως το θρόισμα των φύλλων; Τα φύλλα μιλάνε;
Κάτι γίνεται με τη γνώση, κάποιος ψάχνει την ένωση και την αρχή της μέσης της δημιουργίας μέσα σε μία δροσοσταλίδα, δεν ενώνει τυχαία, ξέρει, νοιώθει, αγαπά, δημιουργεί, συνεχίζει.
Ξανά και ξανά.
Υπάρχει η ένωση... το θρόισμα των φύλλων…
στον άνεμο...
Σαν ο αέρας να φυσά στα μάγουλα...
Και μετά όλα αυτά τα ξεχνάς ή μήπως είναι ένα όνειρο;

7
Αέρας φυσάει, άσπρο χιόνι λαχταρά να αγγίξει το έδαφος, άσπρα σπιτάκια φανερώνονται δειλά. Ο ήλιος αρχίζει να δύει χαρίζοντας μία μωβ με πορτοκαλί απόχρωση στο τοπίο.
Χρόνος.
Με το δάκρυ να τρέχει εμποδίζοντας την ένωση, ποιο όνειρο μπορεί να κερδίσει την υπόσχεση;
Αξία;
Εαυτός;
Ενώ οι άλλοι έχουν χαθεί στα χρώματα, στις ερήμους, στα παραμύθια.
Κάπου, κάποιος έχει γράψει για αυτό το φαινόμενο που δακρύζει, με την έννοια των αποχρώσεων στον ορίζοντα. Πού χάνουν τη διαχρονικότητα τους, και έπειτα...
Πεθαίνουν.
Όλα σημαίνουν κάτι αλλά όλα σημαίνουν και τίποτα.
Τι επιλέγουμε να δώσουμε και πόσο δυνατό είναι, εμείς το διαλέγουμε. Επιπτώσεις στιγμιαίες...
Σαν πέταγμα στο κενό του ονείρου που καταλήγει μέσα στη θάλασσα να πέφτει σαν στάλες μικρής βροχής.

8
Ξεκινάει λοιπόν μια βροχή.
Υπάρχεις και εσύ .
Τι ορισμό δίνεις στην βροχή, σε σένα;
Υπάρχει συνύπαρξη;
Ο εαυτός σου υπάρχει; Τι κάνει για αυτό;
Αγαπά, εκφράζεται; Δημιουργεί;
Ή απλώς περνά καλά;
Ανησυχεί;
Έχει κοινό σημείο αναφοράς;
Ευχαριστιέται; Κάθε στιγμή ;
Τολμά; Νοιώθει το ίδιο; Με άλλους;
Μοιράζεσαι ή φοβάσαι;
Τίποτα δεν είναι τυχαίο, μόνο πηγαίο.

Μέσα λοιπόν από την αναγέννηση της δημιουργίας τίθεται ένα ερώτημα. Αν τολμάς... να ξαναρχίσεις, μέσα από το όνειρο, μέσα από τη δημιουργία να βρεις τον αυτοσκοπό σου περνώντας στην άλλη μεριά, μέσα από το δαχτυλίδι της φωτιάς όπου η ελπίδα της γνώσης του μυαλού θα αναγεννηθεί γενναία... Θα προχωρήσεις; 

9
Σαν δελφίνια που παίζουν με τη ζωή τρέχοντας ιλιγγιωδώς στους απέραντους ωκεανούς, φλερτάροντας σαν αγγελιοφόροι της χαμένης γνώσης του εαυτού, σαν παιδί που ερευνά συνέχεια τον κόσμο του.
Κληρονομώντας το κρυφό γέλιο του μοναχικού παιδιού που συνειδητοποιεί, εκφράζεται, μεγαλώνει, πράττει, δημιουργεί, το δελφίνι γίνεται παιδί στον δικό του κόσμο, κολυμπά, ελίσσεται μέσα στο γαλάζιο χρώμα του ουρανού και του ωκεανού, που μαζί ενωμένα δημιουργούν μια άλλη έννοια στη φαντασία σαν πινελιά γαλάζιας νερομπογιάς στο μπλοκ ζωγραφικής...

10
Το γαλάζιο σιγά-σιγά γίνεται μπλε, έπειτα γίνεται σκούρο μπλε και μετά μαύρο.
Άσπρο ξεπηδά μέσα από το μαύρο, λευκή αστραπή μέσα στη νύχτα, κάτι ξυπνά μέσα στο σκοτάδι, μέσα από την άβυσσο του ύπνου, μέσα από περιπέτειες και αναζητήσεις.

Την λένε Μορφέα.

Δες μέσα στα μάτια της.
Απλά δες
το ονειρικό γαλάζιο του ουρανού.

Χιόνι άρχισε να πέφτει πάνω από το μικρό χωριουδάκι, μπροστά από τα γαλάζια μάτια της, εκεί, πέρα στον ορίζοντα.
Μέσα στα μάτια της το χιόνι συνέχιζε να πέφτει.

11
Εκεί.

Όπου είχες ξεφύγει κυνηγώντας ανέμους και περιπέτειες επιτέλους γύρισες, στον προορισμό της αναζήτησής σου, φτάνοντας να αντιμετωπίσεις τους θεούς οι οποίοι ενώθηκαν σε έναν...

Εσένα.

Απόλυτο σκοτάδι.
Άσπρα γράμματα αρχίζουν να εμφανίζονται, λέξεις, σύνδεσμοι. 
Διάσπαρτες προτάσεις κάνουν την εμφάνιση τους, κάτι θέλουν να πουν.
Σαν αρχαία γραφή δυσνόητη στην αρχή, παίζει παιχνίδια με το μυαλό μη ξέροντας πώς να διαβαστεί, κοροϊδεύει κάθε νου με τις εικόνες που αρχίζει να εννοεί αλλά και να διαστρεβλώνει.
Προκαλεί τον ορίζοντα της σκέψης ασταμάτητα.

Πόσα χρόνια πρέπει να περάσουν μέχρι να αποκρυπτογραφηθεί αυτό που ήδη υπάρχει;

Μέσα σου
σαν ψίθυρο στο αυτί... μία λέξη.

Επιγνών.

12
Σαν σκάφος της φαντασίας αναζητά κοινές αναφορικότητες.
Αυτό που άρχισε, φτιάχτηκε, δημιουργήθηκε, διαλύθηκε, ώσπου έγινε ηχώ και μετά σκοτάδι σαν τη μελάνη της γραφής του νου.
Μια ασημένια πένα παίρνει ζωή…
Μέσα στον χάρτη του ονειρικού τοπίου χαρτογραφεί τη δύναμη, από πού πηγάζει, προς τα πού πάει, από πού έρχεται, αλλά και πώς αισθάνεται, γράφει σαν να ορίζει...
τα πάντα.

Γλιστρώντας απαλά στη θάλασσα, χαμογελώ και θυμάμαι…

13
Ότι…

Η θύμηση της παιδικής εποχής ταξιδεύει πάντα εκεί που θέλουμε και…
Σαν παιδί χαμογελώ… σε ασπρόμαυρη φωτογραφία…
Υπάρχουν κάποια κάγκελα σε ένα περιβόλι γύρω - γύρω εκεί που παίζαμε παλιά στη φαντασία, κάποιος από εμάς τα χτύπαγε με ένα ξύλο... τάκ, τάκ, τάκ...
Όταν πηγαίνεις πίσω στο χρόνο, φαντάζουν τα χρώματα να παίζουν με την ώχρα με ένα περίεργο τρόπο, σαν να 'ναι το ίδιο χρώμα από την ίδια εποχή, δηλαδή τωρινό.
Μα κάποιος πέρασε την πύλη, διατάραξε την πραγματικότητα και τη στιγμή εκείνη της αθωότητας. Μα έπρεπε να μάθουμε…
ότι η στιγμή είναι δική μας… και ότι δεν υπάρχουν κάγκελα, μόνο τα μάτια των άλλων παιδιών που κοίταζαν μένοντας πίσω θλιβερά… στοιχειώνοντας τη χαμένη γειτονιά επειδή δεν έκαναν ποτέ το βήμα στην πραγματικότητα του τώρα.
Σαν αέρας που απλώνεται στο μαύρο σκοτάδι με σκέψεις που ποτέ δεν εκφράστηκαν, δημιούργησαν μαύρη βροχή από τα δάκρυα τους γιατί έτσι μόνο μπορούν να υπάρχουν. Πέφτοντας συνέχεια από τον ουρανό.
Ένα προς ένα, πολλά φωτεινά άστρα μαζί σε μια σύντομη πορεία προς την γη έπεσαν.

Σπάσε τον κρυστάλλινο σκελετό που φοράς στον αέρα.
Εκεί.
Εκεί θα γεννηθείς, θα υπάρξεις, θα σκεφτείς ότι ζεις και μετά θα πέσεις πιο κάτω από τη γη που περίμενες να πατήσεις, στο σκοτάδι...
Εκεί θα αναγεννηθείς.
Και έπειτα άσε τη βροχή να πέσει.

Σε προκαλώ το να είσαι. Θυμήσου από πού προήλθες και ας μεγάλωσες στο γκρι. Θυμήσου το δάσος, τη θάλασσα, τον αέρα που σε ταξίδευε… θυμήσου…
και γίνε μια βροχή ασημένια…
όπως όταν έπεφτες. Κάποιο λόγο θα είχες…

ας πούμε να ανοίξεις τα φτερά σου…

Η ικανότητα να περνάς μέσα από τις ιστορίες όπως περνάς μέσα από τα σύννεφα, οδηγεί σε απόκτηση εμπειριών. Ιστορίες που προβάλλονται αέρινα μέσα τους, όνειρο με σύννεφο, συνδέονται και σιγά-σιγά αρχίζουν να χάνονται μέσα στο φως μιας μηχανής προβολής. Κάποια είναι αληθινά κάποια δεν είναι.

Φως απλώνεται και διηγείται προβάλλοντας συναισθήματα όπου κάποια είναι αληθινά και κάποια δεν είναι.

Πρέπει λοιπόν να ανοίξεις τα φτερά σου αφού μια ιστορία περιμένει να γραφτεί...

14
Το σκοτεινό μέρος ενός βιβλίου αρχίζει να φωτίζει.
Μια ιστορία περιμένει να γραφτεί.

Μαζεμένες αναμνήσεις στο φως πετάγονται σαν μικρές νεράιδες στο σκοτάδι λαμπυρίζοντας μέσα από τη φυλακή των χιλίων κελιών.
Το πιο σκοτεινό μέρος είναι στο βάθος του φωτός.
Σαν μια πόλη φωτός αλλά και σκιάς μέσα σε μια παλέτα χρωμάτων που συνδέουν γη και ουρανό, το γαλάζιο παίζει με το πορτοκαλί, ερωτεύεται με το παιχνίδι.
Αέρινα.
Ταξιδεύει στροβιλίζοντας, γλιστρώντας απαλά στο κενό.
Αγγίζει – ενεργοποιεί – ξυπνά.
Ηλιαχτίδες ξετρυπώνουν από μικρές σκοτεινές τρυπίτσες μέσα από τον τοίχο του αιώνιου σκοταδιού.
Φωτίζουν.
Ελευθερώνονται.
Μέσα από τα χιλιάδες σκοτεινά κελιά, μικρές νεράιδες που μοιάζουν με νεογέννητες σπίθες συνεχίζουν τον αιώνιο κύκλο τους.
Σαν ψυχές που τρεμοπαίζουν, σαν ένα ξόρκι που δημιουργήθηκε στον αέρα, ζωντάνεψαν.
Πήραν μορφή φωτός.
Σαν νότες αρμονικά συνυπάρχουν, σαν… μελωδία στο πεντάγραμμο της σκιάς και των φωτεινών χρωμάτων.
Φωτεινά απαλή αέρινη μουσική με αίσθηση βελούδου.
Είναι το κουτί των αναμνήσεων στο χρόνο, σαν σκοτεινή σελήνη περιγράφοντας ένα γκρίζο κύκλο στο σκοτάδι.

Παρουσιάζεται δίπλα σου σαν σκοτεινός καθρέπτης προβάλλοντας το είδωλο σου, φωνάζοντας ότι υπάρχει.
Ξάφνου μία πέτρα διαταράσσει την ηρεμία της λιμνούλας κάνοντας ομόκεντρους κύκλους στο νερό, επαναλαμβάνοντας ότι υπάρχεις.
Όταν η ηρεμία και η γαλήνη του νερού επανέρχεται το φεγγάρι δεν είναι πια εκεί.
Εκεί είναι μια μορφή που περιμένει, προκαλεί να την γνωρίσεις.
Ο καινούργιος εαυτός σου.
Μέσα σε μια ηλιαχτίδα γεννιέται.

Η ηλιαχτίδα που έδωσε ζωή πεθαίνει για να ξαναγεννηθεί. 

15
Υπάρχω.
Είμαι η στιγμή του τώρα, του μετά, του πριν που συνεχίζει να υπάρχει.
Χαίρομαι το κάθε λεπτό που περνά, που έρχεται και συνεχίζω να δημιουργώ.
Από και Προς τον εαυτό μου.
Μαθαίνω να δίνω υπόσταση στον εαυτό μου, μαζί με τις λέξεις όπως ύλη – σύμπαν – διάστημα - εαυτός - συναίσθημα...
Ισορροπία.
Είμαι – έχω – κάνω – είμαι μέσω άλλων αλλά και δια-μέσω εαυτού.
Ο εαυτός μου δεν είναι περίπλοκος αλλά πολυδιάστατος και πρέπει να μάθει να ισορροπεί. Και θα το κάνει. Λεπτό προς λεπτό – τι κάνει τώρα; Ζει – νοιώθει - υπάρχει - δημιουργεί κάθε λεπτό σκέψεις, νοιώθει όλη την ύλη να έρχεται και να παρέρχεται δευτερόλεπτο προς δευτερόλεπτο.
Αναπνέει.
Τηρεί τη διαδικασία της ζωής της ύπαρξης του.
Αναλύει, αναδημιουργεί, επανεξετάζει.

16
Μία σκέψη αιωρείται... έρχεται ή φεύγει;
Και η καρδιά χτυπά σαν ένα τύμπανο αργά, ρυθμικά, συνέχεια…
Στον ουρανό ένα γεράκι πετά γλιστρώντας απαλά στον γαλάζιο ουρανό.
Έχει αποδράσει, μέσω του αέρα, πετά και θυμάται ότι μια στιγμιαία ανάμνηση είναι διαφορετική όταν περνάς μέσα από τη βροχή και μόνο αφού περάσεις το κατώφλι του σπιτιού σου συνειδητοποιείς το πόσο ζωντανός ένιωθες, με το νερό να στάζει από πάνω σου, για να σου διεγείρει τις αισθήσεις σου σταγόνα - σταγόνα σαν ψίθυρος στο αυτί… ρέοντας.
Η κόρη του ματιού του γερακιού διαστέλλεται, βγάζει μια κραυγή στον αέρα και συνεχίζει να πετά, πέρα από τη βροχή βγαίνοντας από μέσα της σαν αιθέριο πέπλο με τη μορφή του να γίνεται ένα με τον ορίζοντα, ώσπου χάνεται ολοκληρωτικά σαν μια φωνή που φωνάζει από το πίσω μέρος του μυαλού.

Ελεύθερος.

Πράσινο φύλο, γλυκό νερό, πορτοκαλί ήλιος, δεσπόζουν στους αιώνιους καταρράκτες. Αυτά υπάρχουν στο δρόμο της αναγνώρισης, ω μα πόσο ψεύτικα είναι!
Δεν υπάρχει τίποτα αναγνωρίσιμο,  όλα είναι δυσνόητα σε ένα ξέφρενο ρυθμό ύπαρξης και μη ύπαρξης, μιας στιγμής φωτός που καλύπτεται από το σκότος για να γίνει γκρίζο, μη αναγνωρίσιμο.
Τίποτα δεν παίρνει θέση, τίποτα δεν προβάλλεται.
Δεν υπάρχει καμιά σύνδεση μακρινή, κανένας σύνδεσμος να μιλά για την χαμένη ιστορία του αληθινού σκοταδιού.
Καμιά σοφία.
Ένα και μόνο κενό.
Κάποτε όλες οι σοφίες ήταν ενωμένες.

Στη σκέψη μιας νεράιδας σκοτεινής δίπλα στο τρεχούμενο παραμύθι και το ψεύτικο στημένο σκηνικό βρισκόντουσαν όλα αυτά, απόρροια του κακού σκηνικού και της μη θέλησης.
Ήταν όμορφη αυτή η αιώνια σκοτεινή νωχελική στιγμή.
Σε κάνει να νομίζεις πως είσαι αιώνιος, ενώ κάπου στο βάθος ήχοι από σπαθιά ηχούν την πρόκληση.
Ακούω τις σκοτεινές προκλήσεις των θεών, το γαλάζιο του κεραυνού το άσπρο φως την αιώνια μάχη, τον θάνατο της γνώσης.
Έντεχνα έρχονται.

Ίσως ο αιώνιος θησαυρός είναι η γνώση, η αφύπνιση η κίνηση. Η εξέλιξη ίσως να είναι κάτι που να μην σταματά αλλά να δημιουργεί τη δίψα για περισσότερη αναζήτηση.
Ίσως τα νερά του καταρράκτη να είναι άσπρα, η ηλιαχτίδα γαλάζια και το σπαθί ουράνιο.
Ίσως η ώρα έχει έρθει εδώ και αιώνες και έχει αρχίσει την αφύπνιση.
Μέσα από ένα αρχαίο, για αυτή την πραγματικότητα, ηλιακό ρολόι καθρεφτίζεται η κίνηση των πλανητών, η σχέση τους αλλά και η ενέργεια τους μέσα σε μια ενεργειακή λιμνούλα, ήρεμη...

Και τα μάτια συνεχίζουν να σε κοιτούν.
Όταν σχιζόταν ο καθρέφτης ήξερες τι θα έβγαινε από την άλλη διάσταση.
Μέσα από το δάσος και το κρυμμένο από τα δέντρα φεγγάρι κανένας δε θυμάται το καθρέφτισμα του εαυτού του στο νερό.

Και ο άνεμος συνεχίζει να σφυρίζει στα αυτιά σου μια μελωδία που ηχεί στο βάθος μίας χαράδρας θυμίζοντας σου την βροχή που έπεφτε και τις σκέψεις που θύμιζαν μια εναλλακτική πραγματικότητα που μιλά για την κατανόηση του πολιτισμού και των θαυμάτων που υπήρξαν και της επιστήμης που αναπτύχθηκε.

Στέκομαι στην άκρη του πουθενά και νοιώθω τον αέρα να χτυπά το πρόσωπο μου, νοιώθω τον εαυτό μου.
Ο κόσμος μου, εγώ, ο εαυτός μου.

Υπέροχα.
Και η άνοιξη είχε έρθει μετά από μια απαλή βροχή, έτσι απλά να πέφτει μόνο για να νομίζεις ότι κάποτε υπήρχε.
Κοιτώντας πίσω υπάρχει αυτό που αφήσαμε, μια ανάμνηση που φεύγει μαζί με τις στιγμές που κυλάνε την ίδια ώρα σαν άστρα...
...γλιστράνε.
Αν κοιτάξεις στο τώρα η μέρα γίνεται σκοτάδι, παίζει μαζί σου ο αέρας, γίνεται καυτός, το συναίσθημα πρέπει να παραδεχτεί ότι σε θέλει.
Ώρα με την ώρα φαίνεται να χαράζει προσμονή για ένα σου επίτευγμα.
Χαράζουν στιγμές, συναισθήματα χτυπάνε καρδιές, σαν μορφές μέσα στον ατελείωτο χρόνο που φαίνεται να ξεγελά με την έννοια του.
Τα όνειρα δεν ορίζουν την υπόσταση σου ούτε έχουν αφή.

Δεν υπάρχουν βλέμματα στο σκοτάδι γιατί δεν υπάρχει σκοτάδι. Δεν υπάρχουν χρώματα χωρίς τη μορφή σου. Δεν υπάρχουν σημαντικές λέξεις, εκφράσεις χωρίς εσένα.
Χρώματα ενώνονται απαλά και ελπίζω να είναι από αυτόν τον κόσμο, από αυτόν τον εαυτό.

Η μαγική προβλήτα και το βέλος που με διαπέρασε ήταν από αυτόν τον κόσμο.
Μίλια μακριά έφυγε από ένα μικρό παιδί και τα φώτα στην προβλήτα άναψαν, έτσι λοιπόν έφτασα στην άκρη μιας ονειρικής αυγής.
Μιας αυγής που λίγοι μπορούν να δουν ανάμεσα στους άλλους που κοιμούνται.
Πετάνε στο φεγγάρι για μια τελευταία στιγμή πριν βγει ο ήλιος στο πρωινό πέπλο, στην ψευδαίσθηση της στιγμής που νοσταλγικά παρακαλά να μείνει... αυτό για αυτούς που ονειρεύονται τις πρωινές ώρες.
Ταξίδεψε όσο μπορείς, αλλά μη χαθείς στα μάτια της, στην αιώνια πρωινή στιγμή.
Της αυγής.
Ποτέ.

Μέσα από το γλυκό σκοτάδι...

Όλοι είμαστε ίδιοι.
Σώμα - ψυχή – μυαλό

Κολύμπα στην θάλασσα.
Εκεί που είναι σκοτεινά και μπορείς να δεις μόνο
τα άστρα.
Άστρα που πέφτουν
μέσα σου
Ίσως είσαι το πιο λαμπερό από όλα
Τότε πέσε.
Πέσε στον ουρανό του σώματος σου.
Εκεί που έχεις τα αστέρια.
Εκεί που πετάνε τα συναισθήματα...
Μέσα σου.

Μα τότε είναι που χάθηκα στο συναίσθημα μου, στο όνειρο που νοσταλγούσα να έχω, να είμαι, να υπάρχω.
Στο πρωινό εκείνο που μου χάρισε μια στιγμή της ύπαρξής του.
Η αιώνια στιγμή της.

Σε μια βροχή που συνεχίζει να πέφτει στην καυτή άσφαλτο του καλοκαιριού.
Ταξιδεύω μόνος.
Κλείνω τα μάτια μου και ονειρεύομαι πώς ταξιδεύω σε μια λεωφόρο μέσα στην έρημο εκεί που το τέλος του ορίζοντα αγγίζει τα άστρα.

17
Δεν ξέρω πόσες φορές πρέπει να συμφιλιωθείς ή πόσες τιμές πρέπει να δώσεις στον εαυτό σου, αλλά όσο κατεβαίνεις τα σκαλοπάτια της εσωτερικότητας καταλαβαίνεις την αιωνιότητα και τη διάρκεια που αντικατοπτρίζει ανάλογα με το πόσο αναγνωρίζεις ότι αναγνωρίζεις.

Φύλλα πέφτουν μέσα στο σκοτάδι.
Πέφτουν μέσα στο όνειρο και αφυπνούν το σώμα με λόγια που έχουν να κάνουν με την κατανόηση των αναγκών του σώματος αλλά και της κρυφής σκέψης-γνώσης που βασικά και αρχικά το σώμα νοιώθει αλλά είναι μερικώς ανίκανο να κατανοήσει.
Υπάρχει μια δομή που είναι η ίδια σε όλα τα πράγματα αλλά και σε όλες τις έννοιες με μικρές διαφοροποιήσεις και όλα στηρίζονται σε ένα βασικό σχέδιο – στο σχέδιο του συστήματος που μας στηρίζει στη ζωή.
Το σώμα νοιώθει τη ροή, μαθαίνει από μικρό να δέχεται ερεθίσματα θυμίζοντας τη σπουδαιότητα του να είσαι εσύ, επαναφέροντας τη γραφή την προσωπική.

Και ξαφνικά καταλαβαίνω πώς είναι να νιώθεις σαν να βρίσκεσαι σε κινηματογραφική ταινία από την πρώτη στιγμή που έρθουμε σε αυτόν τον κόσμο μέχρι τις επόμενες στιγμές που περνάνε συνέχεια και μέσα σε αυτές αντιλαμβάνομαι ότι είμαστε οργανισμοί που μαθαίνουμε από τους άλλους και ίσως αυτό μας καθοδηγεί μέχρι τέλους. Τι γίνεται όμως από τη στιγμή που εμείς αποφασίζουμε για εμάς; Τι πρότυπα υπάρχουν υποσυνείδητα ώστε να μας ωθήσουν στο να αλλάξουμε και να αναγεννηθούμε; Θα μπορέσουμε να υπάρξουμε μέσα από αυτή την ανά-δημιουργία, να δημιουργήσουμε την μοναδικότητα μας;

Σαν ένα παλιό τραγούδι θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια που πέρασαν και τα αποχαιρετώ. Ξάφνου μέσα από όλα αυτά, μέσα από όλες τις ιστορίες που πέρασαν, δίνω βάρος στην κάθε στιγμή και την αξιολογώ νοιώθοντας μέρος της πραγματικότητας, μέρος της στιγμής που νοσταλγικά εμφανίζεται και εξαφανίζεται σχεδόν ταυτόχρονα. Αυτή η περίεργη αίσθηση νομίζω πως ονομάζεται "τώρα"...

Είναι εκείνο το απόγευμα της εκδρομής.
Τότε που άκουγες τον ήχο από τα λάστιχα του αυτοκινήτου στο δρόμο που κυλούσε μέσα στο νωχελικό μωβ του απογεύματος.
Σαν να είμαι εκεί τη θυμάμαι, μια φθινοπωρινή ανάμνηση.
Νομίζω ότι οι αναμνήσεις προτιμούν το μώβ χρώμα μερικές φορές.
Ενώ η πραγματικότητα φαντάζει απλή.
Στιγμές που φευγαλέα τρέχουν στο πίσω μέρος του μυαλού, στον δρόμο εκείνο, όπου απόγευμα θυμίζει.
Ένας καβαλάρης αέρινος προσπερνά το εκδρομικό αυτοκίνητο και περνά μπροστά, επιταχύνει και προχωρά όπως κάνει το μέλλον.
Το παρόν θα υπάρχει πάντα. Το παρελθόν θα κυλά σαν ένα παλιό αμάξι σε έναν έρημο δρόμο από μια άλλη εποχή.
Εκεί μέσα στο κάποτε θα συνεχίζει να κυλά...

Η κίνηση είναι ανάμνηση -η στιγμή υπάρχει- η έννοια αλλάζει μεταμορφώνεται και γίνεται λευκό.
Το σώμα νοιώθει τη ροή αλλά και την επίγεια κατάστασή του, ότι ανήκει και ότι κινείται για να ανήκει.
Ακόμα και οι έννοιες σημαίνουν κίνηση...
Ένα πρωί ξεκίνησα να κοιτώ το φεγγάρι και να αναρωτιέμαι για τη ζωή στο βάθος του μυαλού μου.
Υπάρχω μέσα από αναμνήσεις μου, τα χρώματα, τις στιγμές, τους άλλους, τους φόβους μου και τα "τολμώ" μου.
Σκέφτομαι ότι κοιτούσα το φεγγάρι σε μια ανάμνηση μου και ξεχάστηκα μέχρι εδώ.
Ο χρόνος πέρασε από τότε και πρέπει να πετάξω το φάντασμα του παρελθόντος μακρυά μαζί με τους φόβους μου.
Τότε που φοβόμουν, τότε που σκεφτόμουν ότι δε τολμώ... τότε θα μου άρεσε να λέω ότι έτσι είναι τα πράγματα...
Τώρα όμως, εγώ, ζώ.
Η κίνηση είναι δυνατή, μα η έννοια που θέλω να δημιουργήσω είναι δικιά μου, μα αυτό τώρα είναι μία ανάμνηση που αρχίζει να αλλάζει.
Θέλω αύριο ο Ήλιος να ανατείλει μόνο για μένα, ο αέρας να με κατευθύνει και οι άνεμοι να με παρασύρουν πραγματικά εκεί που θέλω.
Όπως όταν ήμουν παιδί, θυμάμαι...

Ήταν τότε που διάβαζα για περιπέτειες για παρέες φίλων που εξερευνούσαν ερειπωμένα σπίτια και έλυναν μυστήρια.
Όταν είσαι μικρός η φαντασία είναι μεγαλύτερη από την πραγματικότητα, ό,τι διαβάζεις γίνεται, το βλέπεις μπροστά σου, το ακούς το νιώθεις. Μερικές φορές κάτι που σκέφτεσαι πολύ έντονα δημιουργείται και πετάγεται μπροστά σου... ξαφνικά.
Όταν πήγαινα στο σχολείο ανάμεσα από τις πολυκατοικίες υπήρχε ένα οικόπεδο άχτιστο. Ήταν γεμάτο ψηλά χόρτα και κατά έναν περίεργο τρόπο ένα μονοπάτι πρόβαλε ανάμεσα.
Μου άρεσε να περνώ από εκεί μέσα.
Είχε την αίσθηση της περιπέτειας, της μη συμβατικότητας, ενός σύντομου δρόμου αλλά και μοναδικού, καθώς γύρω από τις πολυκατοικίες και τα τσιμέντα αυτό το οικόπεδο έμοιαζε σαν πύλη στην πραγματικότητα ενός παιδικού μυαλού.
Το άνθισμα των λουλουδιών, η μουσική της ζωής, η αναγέννηση, το ξύπνημα του ανέμου ήταν μερικά από τα στοιχεία που άνθιζαν σε εκείνο το ξεχωριστό οικόπεδο.
Γύρω τους ο κανονικός κόσμος φάνταζε φαιός. Ο κόσμος απειλούνταν από το τίποτα εκεί έξω παρέα με ένα μαυροπούλι που πετούσε κυριαρχικά.
Λες και κατά περίεργο τρόπο οι σελίδες να ξαναγράφονται, οι ίδιες σκέψεις και αξίες να ξαναδημιουργούνται στο μυαλό μας, αυτή τη φορά αναβαθμισμένες μέσα από ένα μονοπάτι χρόνου που συνέχεια αλλάζει.
Οι σελίδες χάθηκαν σε μια ξέφρενη πορεία ενός τραίνου σκορπίζοντας στον άνεμο, δημιουργώντας ένα νέο τοπίο, ένα καινούργιο φόντο στον ουρανό.
Αυτό που έβλεπα είχε αλλάξει και είχε γίνει πιο όμορφο προβάλλοντας εικόνες από μία ζωή που είχε περάσει ενώ μια άλλη ξεκινούσε.
Μία πορεία διαδοχής ενός καινούργιου Ήλιου, μιας νέας πρωινής ώρας.
Παραμύθι είναι αυτό που θέλουμε να βλέπουμε, πραγματικότητα αυτό που νοιώθουμε και φαντασία το ενδιάμεσο στάδιο του τώρα που συνεχώς αλλάζει.
Επιλέγουμε που θέλουμε να είμαστε.

18
Δίπλα από μια λιμνούλα υπάρχει ένα βιβλίο λίγο παλιό, είναι εκείνο το μέρος που έφτασε το ασανσέρ...
Μέσα στις σελίδες του τα γράμματα σχηματίζουν μία εικόνα ενός πράγματος που χύνεται, σκορπίζοντας χάος και σκόνη και μέσα από αυτό ανοίγουν δύο πόρτες με ένα κόκκινο φως να ζει ανάμεσα τους και μία παράξενη μουσική να ανασαίνει...
Για μια τελευταία στιγμή.
Copyright © All rights reserved Πέτρος Βαζακόπουλος, 2014

Τα έργα που κοσμούν το κείμενο είναι ψηφιακές φωτογραφίες του ίδιου.

¤

Δείτε κι αυτό:
Ψηφιακά όνειρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Νικολία ΠανίδουΔημήτρης ΛάμπρουΜαίρη ΤσίληΧρήστος ΝομικόςΒασίλης ΚαραναστάσηςΝτενί ΕμορίνΑθηνά Τερζή
Μάριος ΔημητριάδηςΚερδίστε τρία μυθιστορήματαΓιώργος ΧατζηκυριάκοςΜαρία ΖαχαράκηΧαράλαμπος ΒοΐδηςΤειρεσίας ΛυγερόςΧριστίνα Παναγιώτα Γραμματικοπούλου
Λιλή ΓάτηΠαναγιώτης ΑσημεόνογλουΒαρβάρα ΣεργίουΝίκος ΒαρδάκαςΠέτρος ΖήκοςΒαθμολογήστε και κερδίστεΑλέξανδρος Ακριτόπουλος