Η ταυτότητα των τόπων, του Παναγιώτη Πασσά

Έπαινος, Παναγιώτης Πασσάς, Αθήνα
Η ταυτότητα των τόπων
"περί διαδικτυακών τόπων και λοιπών ονειροτόπων"
   Αυτή είναι η πρώτη σκηνή. Ο Βικέντιος παραμένει ξαπλωμένος στο ξύλινο κρεβάτι του. Μια χοντρή, κόκκινη κουβέρτα τυλίγει το σώμα του. Μπορεί να συστρέψει το βλέμμα του έναν γύρο από το δωμάτιο, κι άλλον έναν, μα τίποτα παραπάνω. Εμμένει στην αδράνεια κατ' ανάγκην, ανίκανος να κινηθεί, ξαπλωμένος πάντα στο ξύλινο κρεβάτι του. Προσπαθεί να διακρίνει τις αιτίες, τους λόγους αυτής της σωματικής αναπηρίας. Ο ανδρικός θετικισμός του τον οδηγεί στην εύκολη λύση του ονείρου, ενός εφιάλτη με ευνόητη ερμηνεία. Ο χρόνος στάζει αργά σαν το μέλι απ' το δοχείο του, ακόμα πιο αργά.
   Το δωμάτιο είναι παγερά ήσυχο. Στο προσκεφάλι του διακρίνει την ψάθα της ξύλινης καρέκλας και πιο δεξιά το κουφωτό παράθυρο με μία πράσινη μουχλιασμένη όψη να το φεγγίζει. Στο τραπέζι εναπόκειται μία γύψινη κανάτα για το πλύσιμο του προσώπου, δίπλα ένα κοντό γκρίζο ποτήρι του κρασιού κι άλλα αδιευκρίνιστης χρησιμότητας και σημασίας αντικείμενα. Οι τοίχοι έχουν ένα λαδερό γαλάζιο χρώμα με κίτρινες ραγάδες ολούθε και διαπιστώνει πως οι σανίδες του πατώματος έχουν καρφωθεί στραβά. Εκ' πρώτης όψεως αδυνατεί να αναγνωρίσει το δωμάτιο αυτό. Προσπαθεί να ερμηνεύσει την κατάσταση του με ηχητικούς όρους μα παραμένει στο βουβό διάστημα από την ώρα που έχει ξυπνήσει. Ο Βικέντιος μέσα στην πρακτικότητα που του επιβάλει ο σύγχρονος κόσμος, επιβάλει κι αυτός με την σειρά του μία σχετική χαλάρωση στον νου και καταλήγει σε κάποια αληθοφανή συμπεράσματα: Μια προσωρινή ακαμψία που του προκάλεσε το υπερβολικό άχθος της χθεσινής ημέρας ή ακόμη και μία άγνωστη μορφή αταβισμού που καταδιώκει το γένος του. Παραμένει ανήμπορος να κινήσει στο παραμικρό οποιοδήποτε μέλος του σώματος του εδώ και μισή ώρα περίπου. Τα όρια μεταξύ ύπνου και ζωής χάνουν την φερεγγυότητά τους, η ίδια η ζωή προβάλλεται σαν μία εκδοχή του ύπνου. Διακρίνει πίσω του κρεμασμένα ένα γκρίζο πανωφόρι, ένα καπέλο κι απέναντι του μία κίτρινη βρεγμένη πετσέτα.
   Τώρα διαπιστώνει την ύπαρξη ενός ακόμα προσώπου στην σκηνή. Ένας γέρος, φοράει μία μπλε εργατική φόρμα που καταλήγει σε λάστιχα που σφίγγουν χαμηλά τα πόδια του. Κάθεται αντίκρυ του σε μία από τις καρέκλες. Έχει ρίξει με θλιβερή απόγνωση το κεφάλι μέσα στις χούφτες των χεριών του και κλαίει βουβά. Αναρωτιέται τι μπορεί να ζητάει ένας γέρος στο δωμάτιο αυτό μαζί του και γιατί κλαίει γοερά. Η ιδέα της ξαφνικής απώλειας εισβάλλει έντρομα στο μυαλό του, στροβιλίζεται με την σκέψη μιας γκάφας ολκής και μίας ζωτικής απογοήτευσης για την ζωή του. Το άγνωστο σκότος της μοίρας του Βικέντιου τον τοποθετεί εδώ, σε αυτήν την θέση, ξαπλωμένο κι ανήμπορο να αντισταθεί στην έλευση των εικόνων και των σκέψεων. Μέσα στην σύγχυση του μπορεί να καταλάβει την περιπλανημένη εκφραστικότητά του, την περιπατητική φύση του: Με ποιο δικαίωμα βρίσκομαι εδώ, γιατί εδώ και όχι κάπου αλλού. Στρέφει το βλέμμα προς τον καθρέφτη που κάποιος – ο γέρος ; εκείνος ; - χρησιμοποιεί για το ξύρισμα. Ο αμίλητος συνεπιβάτης του παραμένει άκαμπτος στο όραμα που τους περικλείνει. Κανένας αστεϊσμός δεν χωρά ετούτη την μοναξιά, ούτε την ανημποριά του. Πρέπει οπωσδήποτε να βρει τρόπο να δραπετεύσει από Αυτό.
   Αυτό έχει εξαπλωθεί σε όλες τις θνητές αισθήσεις, τίποτα φυσικό δεν μπορεί να του στερεί την ακοή του θρήνου ή την δυνατότητα της τραχιάς αφής της μάλλινης κουβέρτας του. Αδυνατεί. Πρέπει να σκέφτεται αισιόδοξα, ο φόβος έλκει πάντα αυτά που φοβάσαι, το ξέρει. Στα έκπληκτα μάτια του απλώνεται ένα χλωρό τοπίο κι ένα ζευγάρι να περπατά στο φως του μισοφέγγαρου που μοιάζει με φλούδα πορτοκαλιού. Διάσπαρτα, χαμηλά δέντρα ρίχνουν την ασύμμετρη σκιά τους στα πουρνάρια και την χλόη και το ζευγάρι μένει παγωμένο στην τελική φαιδρή κίνησή τους. Έχουν κι οι δύο το δεξί τους χέρι σηκωμένο σαν χαιρετισμός στην νύχτα και στην πορτοκαλένια απόχρωση της που βάφει το φουστάνι εκείνης και ξανοίγει ένα τόνο περισσότερο τα σκούρα μαλλιά εκείνου και μοιάζουν ευτυχείς μέσα στην ακινησία τους. Πιο πίσω μερικά κυπαρίσσια αθέατοι παρατηρητές αυτού που φεύγει. Ο διανοητικός κύκλος της ευφυΐας του αδυνατεί να χωρέσει την φωτιά που αργοσβήνει αδιάφορα στο τζάκι δίπλα στον καθιστό γέροντα καθώς και το επίπεδο, λιτό κεφαλάρι του κρεβατιού του, ότι δεν μπορεί να δει αισθάνεται και ανίκανος να το φανταστεί. Κι αυτοί οι αγρότες που μάταια έτρεξαν να προλάβουν να βγουν από την εικόνα μοιάζουν αγαπημένοι από πάντοτε, από τότε που αντάμωσαν και περίμεναν τον ορισμό των συντεταγμένων του δωματίου αυτού. Δεν θα υμνολογήσει την αγάπη τους, ούτε την προέλαση της θνησιμότητάς τους στο τοπίο, μονάχα αναλογίζεται με ιδιοτέλεια τι κέρδος μπορεί να έχει εκείνος από μία τέτοια εξωγήινη εμπειρία. Στην περίπτωση δε που αφήσει τους μυς να χαλαρώσουν αρκετά τότε θα συνέλθει γρήγορα και το σώμα του θα πάψει να κωφεύει στις εντολές του. Αρκετά κράτησε το αστείο αυτό. Όλες αυτές οι εικόνες είναι σαν επίπεδες, επιχρωματισμένες επιφάνειες.
   Ο Βικέντιος κυριολεκτικά συγχωνεύτηκε μέσα στις εικόνες και τα πρόσωπα που λάτρεψε, ενσωματώθηκε στους ζωγραφικούς πίνακες που επισταμένως παρατηρούσε να τον παρατηρούν από τους τοίχους του διαμερίσματός του, τρύπωσε στο αδιαπέραστο των στέρεων σωμάτων. Μια γλυκιά βύθιση σε προσωπογραφίες, νωπογραφίες κι άγνωστα ευλογημένα τοπία για να γνωρίσει την σπάνια αναλαμπή των κρυμμένων θησαυρών τους. Τώρα έχοντας εισχωρήσει ολοκληρωτικά σε έναν λαδωμένο καμβά της προσεχούς επετειακής έκθεσης για τον θάνατο του καλλιτέχνη συνειδητοποιεί την λοιδορία που παίζεται εναντίον του: Δεν υπάρχει καμία δωρικότητα στα τοπία όπως και στους ανθρώπους κι η αφοσίωση του σε αυτά δεν τα καθιστά ακίνδυνα για το μέλλον. Η μορφή τους μεταλλάζεται, προβάλλονται στα μάτια του όπως εκείνος θέλει, με στραβά καρφωμένα τα σανίδια, ομφάλιες σε άγουσα αλήθειες κι αγάπες από πάντα. Τελικά μόνο η σύμπτωση ορίζει την ύπαρξη μας στον χώρο για αυτό και εγωκεντρικά αγνοούμε κάθε άλλον κόσμο. Ο Βικέντιος αντιλαμβάνεται αυτή την οικτρή πραγματικότητα, δεν μπορέσαμε ποτέ να αποικίσουμε τους τόπους, μονάχα εκείνοι στην προδιαγεγραμμένη πορεία τους αποικίζουν τα όνειρα μας. Κι όπως βρέθηκε εδώ ανασκίρτησε, γιατί κι αν ακόμη δεν σηκωθεί ποτέ από αυτό το κρεβάτι δεν θα μπορέσουν, είναι αδύνατον να θαφτεί για πάντα ζωντανός. Θα συνεχίσει να αναπνέει, αυτό είναι το μεγάλο μυστικό για να μην πεθάνει ποτέ.

¤

Ο Παναγιώτης Πασσάς γεννήθηκε στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1973. Ο παππούς – ερασιτέχνης ποιητής ο ίδιος – έλεγε συχνά: όλο γράφει το παιδί, θα γίνει δημοσιογράφος. Ο μπαμπάς – δεύτερος ποιητής από το σόι - έλεγε με την σειρά του: Για δώρο μια γραφομηχανή, όλο και κάτι γράφεις εσύ συνέχεια. Ο γιος πάλι σπούδασε στην Πάντειο διεθνολόγος για να καταλάβει ότι περισσότερο ενδιαφέρον έχουν τα της Μέσης Γης παρά τα της Μέσης Ανατολής, μέσα στο 2011 έλαβε διακρίσεις σε δυο λογοτεχνικούς διαγωνισμούς (σε δυο έλαβε και μέρος...) για να καταλάβει πως αξίζει τον κόπο η προσπάθεια, συνεχίζει δε να εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος για να μπορεί τα βράδια να μεταμορφώνεται στον super hero Antman προσπαθώντας να δει τον κόσμο μέσα από τα μάτια του σκύλου του...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Σάντυ Κυριακή ΗλιάδουΝατάσσα ΕξάρχουΣωτηρία ΙωαννίδουΚέλλυ ΚαϊμάκηΠαναγιώτης ΣταυρόπουλοςMo HayderΆννα Σελίδου
Γιάννης ΦιλιππίδηςΕυδοκία ΣταυρίδουΓιώργος ΙωαννίδηςPaullina SimonsΧρήστος ΧτιστόπουλοςΓεώργιος ΤζιτζικάκηςΘεόφιλος Γιαννόπουλος
Ασημίνα ΞηρογιάννηΝίκος ΚρίκαςΣοφία ΓουδετσίδουMargaret DalkourΝάντια ΠαπαθανασοπούλουΓιώργος ΔάμτσιοςΓρηγόρης Τριγλίδης