Με τη συντροφιά της Ιάσμης στα χρόνια της ομίχλης

Γράφει ο Θεόφιλος Γιαννόπουλος
...ποτέ άλλοτε δεν ένιωσα πως είναι ν' ανασαίνεις τη δροσιά και το μυστήριο που συνοδεύει μια ομίχλη, μα ήταν αρκετή η εξομολόγηση στο χαρτί από καρδιάς, δια χειρός του κυρίου Γούλια για να το ζήσω και τούτο. Και μέσα απ' τις λέξεις και τα αισθήματα ο φόβος ν' αφεθώ στο λευκό της πέπλο εξαφανίστηκε μονομιάς, αφού οι ήρωες της ιστορίας μ' υποδέχτηκαν ως Φίλο παλιό και ξενιτεμένο, οδηγώντας με θαρρετά στα δικά τους μονοπάτια.

Κι ανοίγοντας τ' αμπάρια του βιβλίου, μου 'ρθε αρμύρα στα χείλη και γεύση από αγιασμένο μαστίχι που μ' έκαναν να σωπάσω ευλαβικά μπρος στο μυστικό τους αγκάλιασμα. Άκουσα καθαρά απ' το μακρινό 1822 στη Χίο, τη φωνή της Σεζέν να καλεί πίσω στο σπίτι τον μικρό Μουσταφά κι έπειτα μύρισα τ' αρώματα του λιμανιού λες και βρισκόμουν σ' ανοιξιάτικο περβόλι. Απέμεινα εκεί σιωπηλός αγναντεύοντας τα γεμάτα με πορτοκάλια και λεμόνια καράβια, ως να με πλανέψουν στα πέτρινα σοκάκια ανάκατες οι ευωδιές νυχτολούλουδων και θαλασσινού αγέρα.
...έπειτα μια στάση για πρωινό καφέ παρέα με τους ηλιοκαμένους συνοδοιπόρους ναυτικούς. Το επιβάλει η ομίχλη, έως ότου τελικά ν' αποτραβηχτεί για ν' αποκαλυφθούν σταδιακά καρδιές και πρόσωπα. Με την Μοίρα και τα όνειρα συνένοχα στις πληγές που φυτρώνουν στις παλάμες τους.

Τη μια στιγμή ο μικρός Ισίδωρος να χαίρεται μια βόλτα με τον Παππού του στην βαρκούλα “Φανερωμένη” και την άλλη να στέκεται ξέπνοος θωρώντας τα Ψαρά κι αγνοώντας τα ματωμένα χέρια του...

Γιατί στον πόλεμο γίνεται μνήμα η θάλασσα και μύρο η αρμύρα, αφήνοντας φλόγα και αποκαΐδια στο διάβα του. Φυτρώνοντας αίμα και μαϊμουδίστικο κλάμα όπου πατείς και όπου στέκεσαι.

Και μες σ' αυτή τη δυστυχία να θωρείς δισταχτικά πως τα δάχτυλα του Πεπρωμένου δείχνουν μετέωρα την Σύρο ως επόμενη πατρίδα. Με τους ήρωες να σε καλούν ν' αναπαυθείς στο πάτωμα, όπως την αδελφή Δομινίκη, την “Μαμά” των δύσκολων χρόνων. Ετούτης που ανάθρεψε την Μαρκέλλα, την Ελένκω, τον Ισίδωρο, σαν από δικό της αίμα. Ακουμπώντας πάντα στο μπράτσο του Καπετάν Γιάννη, που σε κάθε επίσκεψη του στην Άνω Σύρο γέμιζαν απ' τη φωνή του οι στράτες καλώντας τα ψυχοπαίδια του κοντά.

...και πώς αντιφέγγιζαν όμορφα τα μάτια του στο άκουσμα της λέξης “Πατέρα”...

Βάστα γερά αυτές τις εικόνες, γιατί τίποτα δε μένει δεμένο για πάντα δίπλα σου, όσο κι αν το θέλεις, όσο κι αν το ποθείς. Κάποιες φορές στο κλέβει η ζωή κι άλλες χάνεται σαν άμμο απ' τα χέρια σου. Κι ο χωρισμός που έρχεται απ' τα “πρέπει” κι όχι απ' τα “θέλω”, πάντα δίκοπο μαχαίρι που σε τυραννά με την ίδια αγάπη που σ' έκανε ν' ανθίσεις.

“Δομινίκη μου, να φύω;”

“Γιάννη μου, φύγε. Θα φύγω κι εγώ...”, ν' αντιλαλεί σπαρακτικά το κλάμα στη θέση της φωνής.
Κι εσύ που θα περιδιαβαίνεις τα μυστικά τους όλα, να λες όπως μονολογούσε κι ο Καπετάν Γιάννης πως “...αυτά δε τα άκουσα. Τα έζησα, τα είδα με τα μάτια μου, τα έκαμα”, καθώς ξεκινούσε πάντα μια απ' αυτές τις μαγικές του ιστορίες. Με τ' άρωμα της πίπας να θυμιατίζει τα λόγια του και τις μικρές σιωπές να κανονίζουν τα υπόλοιπα στην φαντασία του Νικόλα. Κάνοντάς τον να αδημονεί και να ξεψαχνίζει τα κύματα αναζητώντας Νηρηίδες στις πλάτες δελφινιών και αθάνατους Αργοναύτες στη ρότα αρχαίου θαλασσινού αφρού παλιών ταξιδευτών.

Βλέποντας ότι κρύβεται κι ακούγοντας ότι μένει σιωπηλό.

Με το ταξίδι καλά να κρατεί. Από Χίο σε Ψαρά κι από 'κει στη Σύρο μέχρι το κάλεσμα της Χίου να αντηχήσει ξανά στο γραφτό τους. Κι έπειτα στην πολύβουη Σμύρνη, με επιστροφή ξανά και ξανά στα γνώριμα εδάφη. 

Να 'σαι εκεί καθώς θα μπαίνουμε με την αρχόντισσα “Φανερωμένη” ένα βραδάκι στη Σύρο, με τα πανιά κατεβασμένα και την προσμονή στον ουρανό. Μεριάζοντας τις αμφιβολίες στα σοκάκια της Ερμούπολης ως να συναντήσει ο Νικόλας το άλλο μισό της Ψυχής του.

Την πανέμορφη Ιάσμη.

Να χάνεται η ματιά απ' του Σαν Τζώρτζη τον Ιερό Πύργο κι η σιγαλιά να ευλογά με παντοτινή αγάπη την τυχαία συνάντηση. Με την Ιάσμη να σφίγγει στο στήθος ένα βιβλίο και να μιλά του Νικόλα για των Ανθρώπων το πεπρωμένο.

Και μες στη βουή της σιωπής θ' ακούς δυο τρεμάμενα κεριά να σου ψιθυρίζουν:

“Σε περίμενα” να λέει η Ιάσμη.

“Ελπίζω να μην είναι αργά”, ν' απαντούν τα φωτεινά μάτια του Νικόλα.

Κι έπειτα κλειστά τα στόματα. Ό,τι ήταν για να πουν το 'λέγαν οι ματιές τους.

Αιώνια.

Τούτο αρκεί για να σου μουσκέψει η θάλασσα τα μάτια σαν φτάσεις στην στερνή σελίδα. Κι η γλυκόπικρη στιγμή του αποχαιρετισμού μοιάζει με τ' αντίο του Παππού Ισίδωρου στην γιαγιά Μαριώ. 

“Καλήν αντάμωσην” λοιπόν συνοδοιπόροι.
Ραντεβού στο επόμενο βιβλίο αυτής της τριλογίας ζωής και αγάπης που μας αφιερώνει ο χαρισματικός Συγγραφέας κύριος Γούλιας, κάνοντας μας συμμέτοχους στον έρωτα, στην ανθρωπιά και στην πίστη στο όνειρο. Οι ήρωες τείνουν αλύτρωτα και ταπεινά τα χέρια τους στην Χατισέ και περιμένουν να είστε εκεί για να ακούσετε, να ζήσετε και να μοιραστείτε όλα αυτά που έμειναν χρόνια ολόκληρα μυστικά και ανείπωτα σε χρόνους μαγικούς, από ιστορίες χαμένες στην ομίχλη...

4 σχόλια:

  1. Λες και είναι ποίηση...
    Ντρέπομαι που το λέω, δεν γνώριζα τον συγγραφέα...
    Αυτό είναι το τρίτο μέρος της τριλογίας;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δε μπορούμε να τους ξέρουμε όλους. Εξάλλου, είμαστε μια χώρα με 20.000 συγγραφείς (που έχουν εκδώσει έστω μία φορά) οπότε, θα ήταν απίθανο αν μπορούσαμε να τους έχουμε διαβάσει όλους!
      Αυτό το μυθιστόρημα είναι το δεύτερο (αν θυμάμαι καλά) και αφού ο Θεόφιλος μάς έχει στείλει κείμενο-κριτική και για την Χατισέ, ελπίζω να μας στείλει και για το επόμενο.

      Διαγραφή
  2. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ευχαριστώ!
    Το έβαλα στη λίστα μου (μεγάλη αυτή η λίστα...)

    ΑπάντησηΔιαγραφή


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Σάντυ Κυριακή ΗλιάδουΝατάσσα ΕξάρχουΣωτηρία ΙωαννίδουΧρήστος ΝομικόςΆννα ΣελίδουMo HayderΠαναγιώτης Σταυρόπουλος
Γιάννης ΦιλιππίδηςΕυδοκία ΣταυρίδουΓιώργος ΙωαννίδηςPaullina SimonsΧρήστος ΧτιστόπουλοςΓεώργιος ΤζιτζικάκηςΘεόφιλος Γιαννόπουλος
Ασημίνα ΞηρογιάννηΝίκος ΚρίκαςΣοφία ΓουδετσίδουMargaret DalkourΝάντια ΠαπαθανασοπούλουΓιώργος ΔάμτσιοςΓρηγόρης Τριγλίδης