Ψιθυρίζοντας σκέψεις της συγγραφέως Ειρήνης Φραγκάκη

Ο Θεόφιλος Γιαννόπουλος διαβάζει τα βιβλία της Ειρήνης Φραγκάκη και γράφει.
Ημέρα Τετάρτη.

Κάποια Τετάρτη της ζωής μου.

Είναι απ’ αυτές τις μέρες που οι ψιχάλες έξω χτυπάνε μέσα σου χαράζοντας τον δρόμο των σκέψεων και εμποδίζοντας το βλέμμα να δει κατάματα την αληθινή αιτία του αναστεναγμού που αθόρυβα αγκαλιάζει μάτια και καρδιά…

Πλάι μου ένα βιβλίο που μόλις τελείωσα και με γέμισε προβληματισμούς, αδιέξοδα και λύσεις, με έναν βίαιο τρόπο, όπως όταν κλωτσάς να σπάσεις το κουτί που σ’ έχουν φυλακίσει και ψάχνεις τον χώρο σου, τη φωνή και την ελευθερία σου. Σαν ένα τίναγμα να φτάσεις στην επιφάνεια της θάλασσας και ν’ ανασάνεις ξεκάθαρα όσα αισθάνεσαι.

Ήταν αφορμή -και αιτία συνάμα- το «Η αγάπη που άνθισε στη ψυχή μου» της Ειρήνης Φραγκάκη, που μέσα απ’ τα γραπτά της κατάφερε να γίνει απ’ τους Ανθρώπους εκείνους που θα ήθελα κάποια στιγμή στην ζωή μου να συναντήσω, να μιλήσω και αν ήμουν τυχερός να πάρω λίγο από το φως που τους ευλογεί.

Και ποιος ξέρει, ίσως
να μάθαινα έτσι και το μυστικό τους… 

Το πώς καταφέρνουν δηλαδή να μας αγγίζουν τόσο βαθιά , μέσα από απλά, βουβά, μαύρα γράμματα… 

Σ’ αυτό το πρώτο βιβλίο της συγγραφέα, άφησα ελεύθερη τη ψυχή μου να απολαύσει την ανάγκη να νιώσω άνθρωπος, να ζήσω, να διεκδικήσω τα «θέλω» μου αποτινάζοντας από μέσα μου ενοχές και δισταγμούς που σπέρνουν οι υποχρεώσεις έναντι των άλλων.

...Κι εμείς;

Πού παραχώνουμε το «εγώ» μας;

Και για πόσο μπορούμε να κρυβόμαστε πίσω απ’ τους ρόλους που μας καρφίτσωσαν στο μέτωπο όλοι οι άλλοι;

Με όλα αυτά ήταν θέμα χρόνου να γίνει η Θάλεια- η πρωταγωνίστρια - η φωνή μου, τα λάθη μου, ο αναστεναγμός και το περιθώριο μου. 

Κι ακόμη έξω βρέχει...

Πόσο καιρό έχω να πάω βόλτα στη βροχή!

Μου έχει λείψει.

Παίρνοντας παρέα τα «ηρεμιστικά μουσικά χαπάκια» -όπως έλεγε το cd που κουβαλούσε για παρέα στις βόλτες της η Θάλεια- άρπαξα ανά χείρας το δεύτερο βιβλίο της συγγραφέα και ξεκίνησα με τ’ αμάξι για την θάλασσα. 

Ένα απ’ τα όμορφα του τόπου μου είναι πως απ’ τα φράγμα του χωριού μας βλέπεις απ’ άκρη σε άκρη όλη την παραλία της Θεσσαλονίκης.

Βρήκα μια γωνιά να παρκάρω κι απέμεινα ν’ ακούω για λίγες στιγμές θάλασσα κι αέρα, θαρρείς και περίμεναν ένα σημάδι οι σκέψεις για να ξεκινήσουν ξανά το ατέρμονο ταξίδι τους. Κοίταξα δίπλα μου το εγκαταλειμμένο μαγαζί και σαν φευγαλέα σκιά ένιωσα την Θάλεια να με καλεί κοντά της να πιούμε καφέ κερασμένο από τον αγνό μαγαζάτορα γεράκο. 

Πόσα θυμάμαι της είχε πει…

Και τώρα, -μ’ εμένα εκεί- θα ήταν πάλι καιρός να δέσουμε πληγές και να μοιράσουμε στα δυο τον πόνο, μιλημένοι από πριν και σίγουροι γι’ αυτό. Όπως ακριβώς το έζησα στο «Η αγάπη που άνθισε στην ψυχή μου» και το πρώτο που μου ζωγραφίστηκε στο μυαλό ήταν το πόσο εύκολα μαραίνεται ένα λουλούδι που το αγκαλιάζει ο πόνος της συνήθειας, της μοναξιάς και της αγάπης που τελικά απομακρύνεται και γίνεται θηλιά στα πάντα.

Νιώθω ενοχές αν στα χέρια μου μαράθηκε λουλούδι που δεν το φρόντισα όπως του άξιζε. Η μόνη μου δικαιολογία είναι πως είμαι Άνθρωπος κι εγώ και δεν έχω κάτι άλλο για να κρυφτώ.

Ούτε και θέλω.

Χαμήλωσα τη μουσική. Ο αέρας ακούγεται καλύτερα στ’ αυτιά μου. Γυρνώ και πάλι στο βιβλίο και συγκεκριμένα στο σημείο που μίσησα την επανάσταση της ηρωίδας θαρρείς και είχα το δικαίωμα να την κρίνω.

Και το χειρότερο;

...Πως κατάλαβα ότι ενδόμυχα προτιμώ την μόνιμη αστάθεια -πράγμα προσβλητικό ακόμη και για ‘μένα που βρίσκω καταφύγιο στην Μοναξιά. Από μόνο του αυτό μ’ έκανε να ξαναγυρίσω λίγες σελίδες πίσω και να δω τα πράγματα αλλιώς. Όχι για να δικαιολογήσω ή για να δικαιολογηθώ, αλλά για να νιώσω ειλικρινά αυτά που οι σκέψεις της Θάλειας μαρτυρούσαν την στιγμή που μονολογούσε πως νιώθει «σαν να κοιτάζω το πιο ωραίο τοπίο που υπάρχει, πάνω σ’ ένα τεντωμένο σχοινί».

...Κι αυτό το παράπονο…

Ακόμη ακούγεται ο ψίθυρος από το δάκρυ της στο κεφάλι μου που έλεγε πως «Δεν θέλω να μείνεις μαζί μου επειδή θα στο φωνάζω… δεν θέλω. Δεν θέλω να μείνεις μαζί μου επειδή θα στο φωνάξω. Θέλω να μείνεις μαζί μου, στα όνειρά μου, στην ζωή μου, επειδή θα το ήθελες κι εσύ. Επειδή θα το είχες ανάγκη. Αλλά φαίνεται ότι οι ανάγκες μας έχουν πάψει να επικοινωνούν. Δεν ταιριάζουν πια, δεν έχουν τίποτα κοινό. Όλα άλλαξαν... δυστυχώς».

Κι όταν η Θάλεια μου τα εξομολογήθηκε όλ’ αυτά με την ίδια ένταση μέχρι και την στερνή της σελίδα, μου πήρε καιρό μέχρι να την αποχαιρετήσω. Έπειτα, νιώθοντας την ίδια έλξη για να στηρίξω τους λογισμούς μου, βρήκα αποκούμπι της ψυχής στο δεύτερο βιβλίο της κυρίας Φραγκάκη, στο «Η πεταλούδα της νύχτας».
Εκεί με περίμενε η Μάγδα, να μου μιλήσει για έναν από τους μεγαλύτερους φόβους μου: Πώς καταφέρνουν οι καταστάσεις να σε βαφτίσουν από αθώο παιδί σε πληγωμένο θηρίο.

Κι αν η Θάλεια έψαχνε την αγάπη που έχασε, η Μάγδα στον αντίποδα μεγάλωσε με συμβιβασμούς και υποταγή στα «πρέπει», γιατί «….όταν αγαπάς υπομένεις, αφήνεις τον πόνο και τον φόβο να ξεριζώνει μόνο τα δικά σου σωθικά, δεν πληγώνεις τους ανθρώπους που αγαπάς».

Γιατί η Μάγδα είναι μια πονεμένη ύπαρξη που νιώθει την κατάρα που άγγιξε το κορμί της ως γάγγραινα της ψυχής της.

Πόσους δρόμους έχει αλλάξει άραγε η Μοίρα στο μεγάλωμα μας;

...Ο μουγκός πόνος που ξέσκιζε τα σωθικά της αλύπητα.

Ο Πατέρας που τη βίαζε…

Η μάνα που σκότωσε το τέρας…

Είναι κάποιες φορές που σε κάνει αγρίμι η μοναξιά. Σ’ αυτό θα συμφωνήσει και η Θάλεια πιστεύω. Όμως εδώ η Μάγδα έχει ξεμείνει από ανθρώπους. Από αληθινούς ανθρώπους. Με ψυχή.

Και όταν όλα είναι άσχημα, και μουτζουρωμένα με το σκοτάδι που κρύβει κάθε ελπίδα για φως, πες μου, πού θα πας τότε; Ίσως έχει ένα δίκιο σ’ αυτό που συλλογιέται και η Μάγδα, πως «…έτσι γίνεται όταν φεύγεις από κάπου που έχεις πονέσει. Γυρνάς κι όλα είναι λες και δεν τα ‘χεις ζήσει εσύ, αλλά κάποιος άλλος».

Γιατί πάντα είναι ακίνδυνο να τα ‘χει ζήσει άλλος.

Μα κι ο πόνος στο τελείωμα του κρύβει πάντα πίσω του μια νέα αρχή. Μπορεί καλύτερη, μπορεί και χειρότερη, μόνο η τύχη το ξέρει. Κι είναι κι αυτό το φαρμάκι –ο Έρωτας- που μπορεί να σε τυφλώσει και να σε κάνει πόρνη του.

Κυριολεκτικά.

«Κι αυτά τα όνειρα Θεέ μου! Γιατί μας αφήνεις να ονειρευόμαστε αφού μας τα παίρνεις ξανά πίσω;» αναρωτιέται με θλίψη η Πεταλούδα της νύχτας, όταν συνειδητοποιεί τον γκρεμό που έχει πέσει.

Την Μάγδα την αγάπησα το ίδιο με την Θάλεια, για διαφορετικούς λόγους την καθεμιά, αλλά με σημείο αναφοράς το ίδιο: Την ψυχή τους.

Το παράδοξο σ’ αυτές τις δύο ανθρώπινες ιστορίες που μοιάζουν εξωτερικά διαφορετικές, είναι πως έχουν κοινή συνισταμένη: Είναι βγαλμένες απ’ τη ζωή. Κάποιοι τις έζησαν και τις βίωσαν βαθιά, ως το μεδούλι.

...Κι είναι κι η πένα της Ειρήνης Φραγκάκη που μ’ αυτές τις εξομολογήσεις στην καρδιά, μας κάνει όμορφα συμμέτοχους στον πόνο και στην λύτρωση...

…και σταμάτησε έξω.

Μα ακόμη βρέχει.

Στα μάτια μου.
Η Ειρήνη Φραγκάκη
Copyright © All rights reserved Θεόφιλος Γιαννόπουλους, Θεσσαλονίκη 2014
Εξώφυλλα των βιβλίων της Ειρήνης Φραγκάκη
Περισσότερα κείμενα για βιβλία από τον Θεόφιλο Γιαννόπουλο:

Περισσότερα για την Ειρήνη Φραγκάκη:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Σάντυ Κυριακή ΗλιάδουΝατάσσα ΕξάρχουΣωτηρία ΙωαννίδουΚέλλυ ΚαϊμάκηΠαναγιώτης ΣταυρόπουλοςMo HayderΆννα Σελίδου
Γιάννης ΦιλιππίδηςΕυδοκία ΣταυρίδουΓιώργος ΙωαννίδηςPaullina SimonsΧρήστος ΧτιστόπουλοςΓεώργιος ΤζιτζικάκηςΘεόφιλος Γιαννόπουλος
Ασημίνα ΞηρογιάννηΝίκος ΚρίκαςΣοφία ΓουδετσίδουΜαριάνα ΝικολιδάκηΝάντια ΠαπαθανασοπούλουΓιώργος ΔάμτσιοςΓρηγόρης Τριγλίδης