Θανάσιμες αμαρτίες

By Λερναία Ύδρα   

Αγαπητοί φίλες και φίλοι! Με χαρά σας παρουσιάζω το έργο που είχαμε ξεκινήσει πριν από λίγους μήνες 9 μέλη της ομάδας μου "Ο Μάριος Καρακατσάνης και η παρέα του". Ως απώτερο σκοπό είχαμε να φτιάξουμε ένα διήγημα όλοι μαζί σαν μια ομάδα, προσπαθώντας να ενώσουμε τα στιλ 9 διαφορετικών ανθρώπων. Ένα project όπως καταλαβαίνετε, εξαιρετικά δύσκολο αλλά και χρονοβόρο! Ωστόσο με μπόλικο ζήλο αλλά και υπομονή, η ιδέα αυτή ήρθε εις πέρας. Σημασία δεν έχει αν τα καταφέραμε ή όχι. Αυτό που μετράει είναι η προσπάθεια και η θέληση να συνεργαστούν 9 άνθρωποι εκ των οποίων ανάμεσα μας υπήρχαν και κάποιοι που δεν ήταν συγγραφείς! Και ήθελαν να συμμετάσχουν και εκείνοι με τον ίδιο ενθουσιασμό που είχαμε όλοι μας. Και αυτό ήταν όλο το νόημα και ο σκοπός της κίνησης αυτής. Στο διάστημα αυτό περάσαμε πάρα πολύ όμορφα και το διασκεδάσαμε με την ψυχή μας, μιας και κανείς μας δε το είχε ξανακάνει! Για αυτό σας ευχαριστώ όλους και όλες μέσα από την καρδιά μου!
Μάριος Καρακατσάνης
Για άλλα ταξίδια μακρινά εμείς θε να σας πάμε
και σ’ ένα άψυχο χαρτί οι σκέψεις μας κυλάνε
να ζήσουμε το όνειρο μέσα απ’ τη φαντασία
γιατί από άτομα 9 γράφεται η ιστορία.
Λίτσα Παπαδοπούλου

"Όλοι οι άνθρωποι είναι ικανοί να σκοτώσουν, απλά εγώ είχα τα κότσια να το κάνω..."


Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Τζος λίγο πριν τον εκτελέσουν στις φυλακές υψίστης ασφαλείας, όπου ζούσε τα τελευταία δέκα μοναχικά χρόνια της ζωής του. Νιώθοντας την ένεση να βυθίζεται βαθιά στο ταλαιπωρημένο του δέρμα, πέρασαν όλα τα εγκλήματα που είχε διαπράξει μπροστά από τα μάτια του, σαν ταινία. Και δεν ήταν λίγα. Μα για εκείνον ήταν πολύ σημαντικά και δεν μετάνιωσε ποτέ για κανένα.
Πάντα ξεχώριζε από τους άλλους ανθρώπους. Είχε την ικανότητα να νιώθει τα συναισθήματα των άλλων, μονάχα με μια ματιά. Κάθε συναίσθημα που έκρυβαν οι άνθρωποι βαθιά μέσα στην ψυχή τους, είτε αυτό ήταν χαρά, είτε λύπη, είτε πόνος, ο Τζος το βίωνε και ο ίδιος.
Ποτέ δε θα ξεχνούσε την πρώτη φορά, που αντίκρισε τη συνομήλικη αλλά και γειτόνισσά του Έμμα, στην τρυφερή ηλικία των δώδεκα ετών. Ένα κοίταγμα στα πανέμορφα αλλά και μελαγχολικά καταγάλανά της ματάκια αρκούσε, για να νιώσει ο Τζος τον βαθύ πόνο που έκρυβε μέσα στην καρδιά της. Έναν πόνο που της μάτωνε την ψυχή, εδώ και αρκετά χρόνια, αφού ο πατέρας της την κακοποιούσε σεξουαλικά από την ηλικία των έξι. Αυτός ήταν και ο πρώτος που σκότωσε ο Τζος, με τα ίδια του τα χέρια, δίχως ίχνος τύψης, μόλις ένιωσε αρκετά δυνατός για να το κάνει.
Δεν ήταν εξάλλου δύσκολο, καθώς όλη τη μέρα ο πατέρας της Έμμα μεθυσμένος, έβριζε αισχρά όποιον τύχαινε να περάσει έξω από το σπίτι τους, γείτονες και μη. Μέχρι που δεν περνούσε πια κανείς, μονάχα ο Τζος.
Έτσι ένα βράδυ, ο Τζος καραδοκούσε στα σκοτεινά, κρυμμένος πίσω από τα ψηλά δέντρα του κήπου τους. Βλέποντας τον ν’ ανεβαίνει τα σκαλιά τρεκλίζοντας, ψάχνοντας στην τσέπη του το κλειδί για ν’ ανοίξει ήξερε ότι αυτή ήταν η ευκαιρία που ζητούσε. Και τότε ο Τζος, τρέχοντας γρήγορα προς το μέρος του τον χτύπησε στο κεφάλι, με ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ, βάζοντας όση δύναμη είχε μέσα του.
Χάνοντας ακαριαία τις αισθήσεις του, ο άντρας έπεσε αιμόφυρτος ακριβώς έξω από την πόρτα του σπιτιού του. Δίχως δισταγμό, ο Τζος συνέχισε να τον χτυπά γεμάτος μίσος και οργή. Ήταν θέμα μονάχα λίγων λεπτών για τον πατέρα της Έμμα να αφήσει την τελευταία του πνοή με το κεφάλι κυριολεκτικά ανοιγμένο στα δύο!
Βλέποντάς τον ακίνητο στο τσιμεντένιο πάτωμα, ο Τζος εκμεταλλευόμενος το σκοτάδι, που τον είχε προστατέψει τόση ώρα, εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα σαν αερικό.
Από εκείνη την μέρα και μετά, το μόνο συναίσθημα που ένιωθε κάθε φορά που αντίκριζε την Έμμα, ήταν μια απρόσμενη ανακούφιση. Τίποτε άλλο. Και αυτή ήταν η αρχή της κινητήριας δύναμης, που καθόρισε όλη την υπόλοιπη ζωή του.
Η Έμμα αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα της, άρχισε να δείχνει σημάδια ψυχολογικής βελτίωσης, η οποία όμως δεν κράτησε πολύ. Έκτοτε άρχισε η κατρακύλα της.
Εντελώς ξαφνικά, μετά την πάροδο ενός φαινομενικά καλού έτους, στην πρώτη τάξη του γυμνασίου, η Έμμα άρχισε να έχει επιθετική συμπεριφορά κυρίως προς τα αγόρια του σχολείου. Τους μίλαγε άσχημα και δεν δίσταζε να σηκώσει το χέρι της για να τα χτυπήσει όταν εκείνοι την πλησίαζαν. Επίσης, η εξωτερική εμφάνισή της άρχισε να αλλάζει. Ξύρισε τα μαλλιά της στον αριστερό κρόταφο, αντικατέστησε τις φούστες μόνο με σκισμένα τζιν, μπλουζάκια με στάμπες από νεκροκεφαλές και δερμάτινα μπουφάν ενώ τα νύχια της ήταν μονίμως βαμμένα μαύρα.
Ο Τζος, που την κοίταζε κάθε μέρα στα μάτια, τον καθρέφτη της ψυχής της, στεναχωριόταν όλο και πιο πολύ. Έβλεπε ότι το μόνο μέλημα της Έμμα ήταν να κάνει κακό στους άντρες.
Πόσο πολύ την αγαπούσε ο Τζος! Αλλά κάθε φορά που πήγαινε να την πλησιάσει, αυτή τον έσπρωχνε δυνατά. Μια φορά μάλιστα, στο προαύλιο του σχολείου, η σπρωξιά της ήταν τόσο δυνατή, που ο Τζος χτύπησε το κεφάλι του σε μια γωνία από σιδερένια κάγκελα.
Παρόλο που δε σκίστηκε το δέρμα του κεφαλιού του, ο Τζος πόνεσε πάρα πολύ κι άγγιξε το σημείο με τις παλάμες του. Τότε η Έμμα του χίμηξε και άρχισε να τον χτυπάει ακόμα πιο δυνατά εκεί. Τα υπόλοιπα παιδιά του σχολείου, τους παρακολουθούσαν σε απόσταση, χωρίς να τολμήσουν να μπουν ανάμεσα στην Έμμα και το θήραμά της.
Και τότε επενέβη ο Γυμνασιάρχης. Μπήκε ανάμεσά τους και τους άρπαξε από τα αυτιά. Ο συννεφιασμένος ουρανός άστραψε και ακούστηκαν αλλεπάλληλες βροντές. Τότε χτύπησε και το κουδούνι για να μπουν τα παιδιά μέσα στις τάξεις τους.
-«Φροντίστε να λύσετε τις διαφορές σας τώρα, αλλιώς έτσι και σας ξαναδώ να μαλώνετε, θα σας τιμωρήσω παραδειγματικά και τους δυο!» τους επέπληξε ο Γυμνασιάρχης κι αποχώρησε προς το κτίριο του σχολείου.
Πριν προλάβει η Έμμα να αντιδράσει, εντελώς ασυναίσθητα, ο Τζος την άρπαξε από τους ώμους και την κοίταξε κατάματα. Τον κυρίεψε μια πρωτόγνωρη αίσθηση. Ανατρίχιασε ολόκληρος και ο κόσμος γύρω του σταμάτησε. Σαν να μην ακουγόταν τίποτα, σαν να μην κινούνταν τίποτα. Το μόνο που υπήρχε, ήταν τα κύτταρα στο σώμα της Έμμα, που προσπαθούσε να γιατρέψει.
Η Έμμα έμεινε ακίνητη. Τα μάτια της γύρισαν προς τα πίσω και φαινόταν μόνο ο άσπρος βολβός. Σε λίγο άρχισε να βγάζει αφρούς από το στόμα και να τρέμει. Ο Τζος κατάλαβε ότι μόνο καλό δεν της έκανε και σταμάτησε τη σύνδεση. Αλλά ήταν αργά.
Η Έμμα δεν μπόρεσε να συνέλθει ποτέ ξανά. Μετά από λίγο καιρό πέθανε, αφήνοντας τον Τζος απαρηγόρητο, να αναρωτιέται τι είδους δύναμη ήταν αυτή κι από πού προέκυψε ξαφνικά.

****

Η σκέψη του Τζος έτρεξε σε εκείνη τη φθινοπωρινή μέρα, όπου οι ισχνές ακτίνες του ήλιου διαπερνούσαν με δυσκολία τα φυλλώματα των αειθαλών δέντρων και άγγιζαν τα παγωμένα σώματα τους. Δεν ήξερε τι τον είχε πιάσει. Το να θυμάται το παρελθόν δεν του έκανε καλό, όμως για ένα περίεργο λόγο, συγκεκριμένα σήμερα, είχε τόσο ανάγκη να θυμηθεί το πρόσωπο της. Είχε ανάγκη να θυμηθεί όλους τους λόγους που αυτήν την στιγμή ήταν μακριά της. Η γλυκιά ηχώ της φωνής της ακόμα του τρυπούσε τα τύμπανα και έμπαινε βαθιά μέσα στο σύστημα του ξυπνώντας το με έναν τρόπο που μόνο η δική της φωνή ήξερε να το ξυπνάει.
Κατάκοπος πια από όλες εκείνες τις σκέψεις που τον βασάνιζαν, άνοιξε τα μάτια του με δυσκολία και η πρώτη αίσθηση που είχε, ήταν το τράβηγμα του δέρματός του, σε αρκετά σημεία του σώματός του. Βγάζοντας ασυναίσθητα το αριστερό του χέρι - που βρισκόταν κάτω από τα παπλώματα - χάζεψε για λίγη ώρα τον πήχη του, ο οποίος στολιζόταν με ένα ολοκαίνουργιο τατουάζ.
«Έκανε καλή δουλειά το παλικάρι», ψιθύρισε στον εαυτό του και ένα στραβό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του.
Παρατηρούσε τις λεπτομέρειες του ανεξίτηλου μελανιού, που από εδώ και στο εξής θα ήταν αποτυπωμένες στο ανοιχτόχρωμο δέρμα του, μέχρι που το βλέμμα του εστίασε σε κάποιες στάλες αίματος που είχαν ξεραθεί μερικά εκατοστά πιο πέρα.
Με μια απότομη, βίαιη κίνηση, τίναξε κι έριξε στο πάτωμα τα σκεπάσματα, που κάλυπταν το ολόγυμνο σώμα του. Πετάχτηκε σαν ελατήριο όρθιος και με δυο δρασκελιές πήγε και στάθηκε μπροστά από τον ολόσωμο καθρέφτη, που βρισκόταν πίσω από την πόρτα του υπνοδωματίου του.
Η παλάμη του δεξιού του χεριού, μέρος του λαιμού, ώμου και πλευρών του, ήταν καλυμμένα με ένα λεπτό στρώμα αίμα.
Αυτός λοιπόν ήταν ο λόγος που με τραβούσε το δέρμα μου, συνειδητοποίησε και κοίταξε κατάματα το είδωλό του στον καθρέφτη. Ποιανού ήταν αυτό το αίμα; Σε ποιον ανήκε; Έκανε τις ερωτήσεις στον εαυτό του, εστιάζοντας βαθιά στα πράσινά του μάτια, όμως καμία απάντηση δεν ήταν γραμμένη εκεί.
Έσφιξε απότομα τους μύες της κοιλιάς του και κάποιες γραμμές βάθυναν ακόμα περισσότερο, διώχνοντας έτσι το αίμα, αφήνοντας να αποκαλυφτεί μέρος του δέρματος καθώς και κόκκινο χνούδι.
Έφερε αστραπιαία και τα δυο του χέρια στο κεφάλι, πέρασε τα δάχτυλά του μέσα στα κατακόκκινα μαλλιά και άναρχα αναδύθηκαν μνήμες με την μητέρα του. Όταν ήταν μικρός, τον έπαιρνε στην αγκαλιά της και του έλεγε χαϊδευτικά πως ήταν το Ginger boy της, κάτι που του άρεσε πάρα πολύ! Μονάχα κάποιοι από τους συμμαθητές του στο δημοτικό, ανόητα παιδιά που του είχαν προσάψει το προσωνύμιο “κοκκινοτρίχης” κατέστρεφαν αυτές τις όμορφες αναμνήσεις. Λες και ήταν εγκληματική η διαφορετικότητά του… Μήπως όμως οι συμμαθητές του είχαν καταλάβει την ιδιαιτερότητα που έκρυβε μέσα του;
Επέβαλλε στον εαυτό του να διώξει τις άναρχες σκέψεις που ξεπετάχτηκαν κι εστίασε ξανά στο ξεραμένο αίμα που σκέπαζε μέρη του σώματός του.
Τι είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ και για ποιον ακριβώς λόγο δεν θυμόταν;

Όσο και να προσπαθούσε να βρει μια λογική σε όλα αυτά τόσο κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η χθεσινή βραδιά ήταν για εκείνον ένας γρίφος. Έστυβε το μυαλό του να λύσει αλλά δεν θυμόταν τίποτα! Αναμνήσεις από το καταπιεσμένο του παρελθόν άρχισαν να ξυπνούν, τρελαίνοντας τις σκέψεις του. Ήταν πλέον στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού. Το στομάχι του έσφιξε και μία ελαφριά ζάλη τον έκανε να παραπατήσει. Με δυσκολία κατάφερε να φτάσει στο μπάνιο. Άνοιξε τις βρύσες της ντουζιέρας, μέχρι να στάξει καυτό νερό, και μπήκε από κάτω. Οι σταγόνες του νερού έτρεχαν τόσο λυτρωτικά πάνω του, κάνοντάς τον να αισθάνεται εξαγνισμένος από τις αμαρτίες της χθεσινής βραδιάς.
«Ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός» λένε, όμως ο Τζος ακόμη ένιωθε την απώλεια της Έμμα να βαραίνει τη δική του συνείδηση. Πίστευε πως με κάποιο τρόπο τής είχε προκαλέσει αυτή την αλυσιδωτή αντίδραση που λίγο καιρό αργότερα τερμάτισε τη ζωή της. Ήξερε πως ήταν προικισμένος με κάτι, μα ακόμη δεν είχε προσδιορίσει τι ήταν αυτό.
Ένιωσε να ασφυκτιά και κοίταξε τριγύρω. Δεν θα την έβγαζε καθαρή μέχρι το μεσημέρι αν έμενε μέσα! Ο καλύτερος ψυχοθεραπευτής ήταν μία βόλτα στους δρόμους της γειτονιάς. Φόρεσε τα ρούχα του και βγήκε, μήπως και ξεχνιόταν από όλα τα βάσανα, που ταλαιπωρούσαν το μυαλό του. Το μονοπάτι γνωστό, ο προορισμός… άγνωστος. Ξεκίναγε μέχρι τα πόδια του να δώσουν το πρώτο σημάδι κόπωσης και μετά πήρε τον δρόμο της επιστροφή. Αυτή η έξοδος όμως έμελλε να τον αναστατώσει ακόμη περισσότερο...
Λίγη ώρα αργότερα, την στιγμή που έβγαινε από το μπιστρό «Le voyage», όπου είχε απολαύσει ένα σύντομο πρωινό… πρόσεξε ότι σε όλα τα περίπτερα κρέμονταν εφημερίδες με κεντρικό θέμα...
«Άγρια δολοφονία μετέτρεψε το κεντρικό πάρκο σε σκηνή από θρίλερ.»
Πλησίασε και ξεκρέμασε μια εφημερίδα από τα κορδόνια της, μελετώντας τις παρακάτω γραμμές...
«Οι εγκληματολόγοι σηκώνουν τα χέρια ψηλά, καθώς τα θύματα βρέθηκαν παραμορφωμένα σε τέτοιο σημείο, που η αναγνώρισή τους καθίσταται αδύνατη. Στον χώρο του εγκλήματος δεν βρέθηκαν στοιχεία που να καταδεικνύουν το κίνητρο, την αφορμή ή κάποιο στοιχείο του δράστη.»
Μια ξαφνική αναγούλα τον έκανε να λαρυγγίσει με έναν αηδιαστικό τρόπο. Πέταξε την εφημερίδα κάτω. Δεν άντεχε να την κρατάει άλλο στα χέρια του και προχώρησε μπροστά. Ο περιπτεράς βγήκε έξαλλος φωνάζοντας, μα ο Τζος δεν έδωσε σημασία. Ακόμη προσπαθούσε να διαλύσει εκείνη την πυκνή ομίχλη του μυαλού του, που τον εμπόδιζε να θυμηθεί τι είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ. Μέσα στο μυαλό του υπήρχε ένα απέραντο κενό. Να ήταν αυτή η πρώτη φορά που είχε συμβεί κάτι τέτοιο ή είχε ξανασυμβεί;
Συνέχισε να προχωρά φτάνοντας στο κεντρικό πάρκο της πόλης. Τριγύρω βρίσκονταν μαζεμένοι άνθρωποι. Ορισμένοι ήταν γείτονες. Τους είχε δει αρκετές φορές. Από μακριά έμοιαζαν να βρίσκονται στοιχισμένοι σε μία νοητή ευθεία, χωρίς να μπαίνουν στο κέντρο του πάρκου. Πολύ περίεργο… σκέφτηκε και πλησίασε να δει. Σηκώνοντας την κουκούλα του μπουφάν του άρχισε να αναμιγνύεται με τον κόσμου που είχε μαζευτεί εκεί. Όσο παραμέριζε τον κόσμο για να φτάσει στο κέντρο, πρόσεξε ότι οι αστυνομικοί είχαν οριοθετήσει το σημείο ερευνών με τη χαρακτηριστική κίτρινη κορδέλα. Κανείς δεν έμπαινε, αλλά και κανείς δεν έβγαινε από εκεί.
Ένας υπεύθυνος, προφανώς αστυνομικός, με ειρωνικό ύφος, στεκόταν κοντά στους πολίτες, προσπαθώντας να τους πείσει πως όλα ήταν καλά, υποτιμώντας όμως, τη νοημοσύνη τους. Τα νέα τούς είχαν προλάβει όμως. Κάποιος γνωστός ήδη κρατούσε το απόκομμα της εφημερίδας, προσπαθώντας να αποστομώσει τον ερευνητή σε ένα διάλογο του παραλόγου που είχε ξεκινήσει μεταξύ τους. Μέσα από το κέντρο του πάρκου, και πίσω από δύο ψηλούς θάμνους ακούστηκε μία φωνή.
-«Κύριε Πέρι…» ήταν μία γυναικεία φωνή, αυτή που τον καλούσε.
Ένα δυνατό déjà vu (προμνησία) τάραξε ακόμη περισσότερο τον Τζος. Ήταν λες και ήξερε τι θα έλεγαν. Χωρίς να χάσει χρόνο, έτρεξε προς τα πίσω και άλλαξε θέση. Σχεδόν μυστικά μεταφέρθηκε σε μία γωνία από την οποία θα είχε καλύτερη οπτική των συμβάντων. Η γυναίκα ερευνητής με μία μεταλλική λαβίδα έπιασε ένα μεταλλικό, ασημένιο καπάκι και το σήκωσε βάζοντάς το σε μία διάφανη θήκη.
-«Τι είναι αυτό Άννα…;» τη ρώτησε σκεπτικός.
-«Αυτό είναι το μόνο που βρήκαμε αστυνόμε. Μοιάζει με…» ο Τζος θα άκουγε, μα το κορμί του λύγισε από την ξαφνική κεφαλαλγία, κάνοντάς τον να νιώθει πως οι βολβοί των ματιών του θα πετάγονταν έξω! Τι του συνέβαινε;
-«Πρέπει να επιστρέψω και σύντομα μάλιστα…» ψιθύρισε και σηκώθηκε να φύγει μη θέλοντας να τραβήξει την προσοχή των ερευνητών. Η συμπεριφορά του ήταν ύποπτη και το ήξερε. Αν και δε θυμόταν τίποτα, ήξερε το ρητό που έλεγε πως “ο δολοφόνος πάντα γυρνάει στον τόπο του εγκλήματος”. Δεν ήθελε λοιπόν να δώσει λάθος πληροφορίες στους γύρω του. Το καλύτερο θα ήταν να αποσυρθεί στο διαμέρισμά του.
Το διαμέρισμα τον περίμενε, όπως ακριβώς το είχε αφήσει. Συνήθως μετά από τον περίπατο, είχε κέφι για λίγο καφέ. Όχι αυτή τη φορά όμως. Έβγαλε τη ζακέτα του και πέταξε τα κλειδιά στο τραπέζι, αφού σιγουρεύτηκε πως κλείδωσε… και δυο φορές μάλιστα. Κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρα και έβγαλε τα ρούχα του. Κοιτάχτηκε στον ολόσωμο καθρέπτη κι έκανε μία γκριμάτσα αποστροφής για τον ίδιο του τον εαυτό. Ξεφύσησε και πετώντας στο πάτωμα όλα τα ματωμένα σεντόνια ξάπλωσε, πάνω στο γυμνό στρώμα. Δεν είχε κουράγιο να τα αντικαταστήσει. Τραβώντας το πάπλωμα αναποδογυρίζοντας το, κοίταξε το ταβάνι και προσπάθησε να αφήσει τη σκέψη του να ταξιδέψει. Λιγοστό φως έμπαινε κλεφτά μέσα από τις κουρτίνες κι ο Μορφέας άρχισε να τον παρασέρνει, βαραίνοντας όλο και πιο πολύ τα βλέφαρά του μέχρι που άρχισε να ταξιδεύει και αυτός σε κόσμους μαγικούς και ονειρεμένους, όπου το κακό και ο φθόνος δεν είχαν υπόσταση…
Η ώρα πήγε εννιά το βράδυ. Κοιμόταν όλη αυτή την ώρα και δεν θα ξυπνούσε αν το σκυλί του γείτονα δεν άρχισε να γαβγίζει διαολεμένα. Ο Τζος τινάχτηκε λες και κάποιος του έριξε παγωμένο νερό. Έτσι αισθανόταν από την υγρασία που ένιωθε στο κεφάλι και τους ώμους του. Χασμουρήθηκε και τέντωσε τα χέρια κατεβάζοντάς τα πάνω στο κεφάλι του, το οποίο ήταν υγρό. Όπως ακριβώς το ένιωθε. Τα έφερε ξανά μπροστά του για να τρίψει το πρόσωπό του. Μα… για μια στιγμή… αυτό δεν ήταν ιδρώτας! Αυτό ήταν κόκκινο και πηχτό. Αυτό ήταν αίμα! Άρχισε να ψαχουλεύει το κεφάλι του και τότε συνειδητοποίησε πως σε εκείνο το σημείο, που ένιωσε τον έντονο πόνο το πρωί, υπήρχε μία πληγή που είχε ανοίξει. Έτρεξε αμέσως στο μπάνιο και άνοιξε το φως. Έπιασε στα χέρια του τον μικρό καθρέπτη και τον τέντωσε μπροστά. Μετά γύρισε την πλάτη του στον μεγάλο καθρέπτη ώστε να τον έχει πίσω του. Τώρα μπορούσε να δει την πληγή. Φαινόταν σαν ένα βαθύ κόψιμο, που είχε προκληθεί από χτύπημα. Το άγγιξε, πονούσε και συνέχισε να τρέχει κι άλλο αίμα.
Ήταν γυμνός. Αμέσως μπήκε κάτω από το ντους και άνοιξε τη βρύση. Το νερό έτρεξε παγωμένο πάνω του. Ξύπνησε απότομα. Αυτό ήταν το εναρκτήριο λάκτισμα για να αρχίσει να θυμάται. Η Έμμα ήρθε ξανά στις σκέψεις του. Η σύνδεση που είχε κάνει μαζί της εκείνη την ημέρα και δεν ήταν η μόνη. Πολύ αργότερα είχαν ακολουθήσει κι άλλες: με τον Πολ, τη Στέφανι, τον Μάρκους, τον Άλεξ, τη Μαίρη κι ένα σωρό άλλα ονόματα, που αποτελούσαν μόνο ένα μικρό μέρος ενός ολόκληρου κατεβατού. Τους θυμήθηκε όλους έναν προς έναν. Άρα αυτό τι ήταν; Αυτή η αμνησία που βίωσε για αυτές τις λίγες ώρες… το είχε πάθει ξανά;
Το νερό είχε γίνει πια καυτό, γεμίζοντας το μπάνιο με υδρατμούς. Χωρίς να κλείσει τις βάνες, έβαλε μια πετσέτα γύρω από τη μέση του και βγήκε από το ντους. Άνοιξε την πόρτα του μπάνιου και οι υδρατμοί του καυτού νερού είχαν αρχίσει να βγαίνουν, σαν απρόσκλητοι επισκέπτες, θολώνοντας την ατμόσφαιρα του υπνοδωματίου. Κοίταξε τριγύρω. Στον καθρέπτη δε φαινόταν τίποτα, ενώ τα αίματα ακόμη υπήρχαν στο μαξιλάρι. Έμοιαζε κάτι πως ψάχνει να βρει…
Άνοιξε τη ντουλάπα κι έψαχνε ανακατεύοντας χαρτιά και ρούχα. Δεν βρήκε τίποτα. Σειρά είχε το γραφείο. Άνοιξε τα συρτάρια από πάνω μέχρι κάτω. Το τελευταίο ήταν κλειδωμένο. Το κλειδί βρισκόταν στο κομοδίνο. Όλα είχαν έρθει τώρα στο μυαλό του και αυτό ήταν αρκετό να κάνει τα χέρια του να τρέμουν από φόβο, μα πάντα ήλπιζε πως οι φοβίες του δεν θα επιβεβαιώνονταν. Μόλις άνοιξε το συρτάρι που του έκρυβε την αλήθεια, είδε ένα ανακάτεμα από αποκόμματα παλιών εφημερίδων. Έχωσε μέσα τα χέρια του και τα ανακάτεψε σα να είχε βρει χαμένα λεφτά. Έσφιξε τα χαρτιά μέσα στις παλάμες του τσαλακώνοντάς τα κι άλλο και τα σήκωσε πάνω. Τα άπλωσε πάνω στον γραφείο και άρχισε να τα διαβάζει. Ήταν όλα αποκόμματα από παιδιά, ενήλικους άντρες και γυναίκες, ακόμη και ηλικιωμένους. Όλοι ήταν από διαφορετικές πολιτείες ακόμη και χώρες. Φαινομενικά δεν είχαν κανένα κοινό μεταξύ τους, εκτός από το ότι όλοι τους ήταν νεκροί με αδιευκρίνιστο ακόμα το αίτιο θανάτου τους. Αν και ήξερε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ήταν αυτός υπεύθυνος για κάτι τέτοιο, ωστόσο πίστευε ότι η αφορμή που προκάλεσε τον θάνατο τόσον ανθρώπων άσχετα από την υπόσταση τους, ήταν ο κοινός τους παρανομαστής.
Οι ατμοί είχαν εισβάλει πλέον σε όλο το δωμάτιο. Ο Τζος ούρλιαξε και σηκώθηκε να κλείσει την πόρτα του μπάνιου. Από τα νεύρα του την χτύπησε δυνατά. Ο θολωμένος από τους ατμούς καθρέπτης πίσω από την πόρτα ταρακουνήθηκε σε σημείο να ραγίσει. Ένα μήνυμα ήταν γραμμένο πάνω του, που δεν υπήρχε πριν…
«Όσο κι αν τρέξεις ποτέ δεν θα μπορέσεις να ξεφύγεις από αυτό που πραγματικά είσαι…»
…μια λάμψη του τράβηξε την προσοχή και το βλέμμα του χαμήλωσε σε ένα αντικείμενο που ακτινοβολούσε στο λιγοστό φως του φεγγαριού: ένας μεταλλικός ασημένιος αναπτήρας χωρίς το καπάκι του, στεκόταν παραπεταμένος και σχεδόν κρυμμένος πάνω στη διπλωμένη άκρη του χαλιού.

Καθώς ο Τζος έσκυψε το πήρε μέσα στα χέρια του. Το κρύο μέταλλο άστραψε και τα μάτια του Τζος θάμπωσαν. Εικόνες από το πουθενά εισέβαλλαν στη μνήμη του…
Το ίδιο του το χέρι που κρατούσε ακόμα τον αναπτήρα αναμμένο τινάχτηκε μπροστά και έβαλε φωτιά σε ένα φαινομενικά άψυχο σώμα. Τα πάντα πήραν φωτιά. Το σώμα που θεωρούσε άψυχο, είχε ακόμα ζωή μέσα του. Μόλις οι φλόγες άρχισαν να γλείφουν το γυμνό του δέρμα, το σώμα άρχισε να παλεύει μάταια για τη ζωή του. Τα ουρλιαχτά του έσπασαν τη σιωπή, αλλά ο Τζος δεν έδειξε έλεος. Πλησιάζοντας περισσότερο στο πυρακτωμένο σώμα άπλωσε το χέρι του μπροστά και ρίχνοντας ένα καυστικό υγρό πάνω στο σώμα, φούντωσε τη φωτιά. Το άμοιρο σώμα δεν είχε καμία ελπίδα.

****

Τα μάτια του έκλεισαν για μια στιγμή και το κεφάλι του τινάχτηκε έντονα για να διώξει αυτήν την εικόνα. Τα μηλίγγια του, που πάλλονταν έντονα, κόντευαν να τον αποτελειώσουν. Η κεφαλαλγία λεπτό το λεπτό έκανε την λογική του να θολώνει. Ναι, δεν ήταν και ο καλύτερος άνθρωπος που υπήρχε, αλλά να είχε κάνει εκείνος αυτό το αποτρόπαιο έγκλημα; Δεν ήξερε… όμως δεν έπαιρνε άλλο αναβολή. Έπρεπε να μάθει, να θυμηθεί, όσα το μυαλό του δεν του αποκάλυπτε και για να το κάνει αυτό έπρεπε να ξεκινήσει από κάπου. Ίσως από την εφημερίδα που είχε πετάξει το πρωί. Χωρίς να το σκεφτεί περισσότερο, ντύθηκε στα γρήγορα και βγήκε ξανά στους δρόμους.
Η νύχτα είχε καλύψει με το μαύρο της πέπλο τα πάντα. Ελάχιστοι πεζοί με σκυμμένο το κεφάλι περπάταγαν αμέριμνοι. Αυτοκίνητα που έτρεχαν, έσπαγαν την απόλυτη ησυχία. Ο Τζος χωρίς να δίνει ιδιαίτερη σημασία, προχώρησε προς το πρώτο περίπτερο, που βρήκε ανοιχτό, και πήρε μια εφημερίδα, που έγραφε για τα χθεσινά γεγονότα.
Περπατώντας προς το σπίτι του, είδε με την άκρη του ματιού του μια κοπέλα να είναι καθισμένη μπροστά στα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας του και να προσπαθεί μάταια να ανάψει τον αναπτήρα της. Εκείνος δεν της έκανε τη χάρη.
«Που να σε πάρει», έβρισε εκνευρισμένα, αλλά ο Τζος δεν της έδωσε περισσότερο σημασία καθώς ανέβαινε τα σκαλιά, όμως εκείνη προσπάθησε να τον σταματήσει.
«Ε! εσύ…», του φώναξε, αλλά ο Τζος δε σταμάτησε στιγμή.
«Περίμενε», φώναξε ξανά η κοπέλα και με γρήγορα βήματα τον προσπέρασε.
Στάθηκε μπροστά του, έβαλε το χέρι της στο στέρνο του κι εκείνος την κοίταξε παραξενεμένος. Μα τι ήθελε επιτέλους από αυτόν;
«Το ξέρεις ότι το κεφάλι σου αιμορραγεί;» του είπε με λαχανιασμένη φωνή και ο Τζος για λίγο έμεινε να την κοιτάζει.
Το τραύμα του τον πόναγε αρκετά, αλλά δεν είχε χρόνο να το σκεφτεί. Είχε τόσα άλλα πράγματα να ξεδιαλύνει.
«Πρέπει να το περιποιηθείς πριν πάθεις τίποτα», συνέχισε η κοπέλα και ο Τζος πήρε μια απελπισμένη ανάσα.
«Θα το κάνω», τής απάντησε τελικά και προσπάθησε να την προσπεράσει, αλλά εκείνη δεν έδειχνε διατιθεμένη να τα παρατήσει τόσο εύκολα.
«Πρέπει να το κάνεις τώρα. Έλα, το διαμέρισμά μου είναι ακριβώς απέναντι από το…» μα δεν την άφησε να συνεχίσει.
«Βιάζομαι», την έκοψε αλλά εκείνη δεν έδειχνε να την ενοχλεί ο απότομος τόνος του.
«Ένα λεπτό θα κάνω μόνο, θα δεις και μετά μπορείς να πας όπου θες, χωρίς να έχεις έγνοια και σ’ αυτό», του απάντησε ενώ κρατώντας το χέρι του προσπάθησε να τον παρασύρει μαζί της.
«Δεν έχω χρόνο για τέτοια», προσπάθησε ξανά ο Τζος να αποτραβηχτεί, αλλά εκείνη δεν έδινε σημασία.
«Ούτε εγώ, αλλά δε μπορώ να σε αφήσω και έτσι», του είπε και συνέχισε να τον τραβά προς το διαμέρισμά της.
«Άκου να σου πω, κοπελιά…»
«Το όνομά μου είναι Ζόι», είπε η μελαχρινή κοπέλα «και είμαι σχεδόν σίγουρη τι θα μου πεις, αλλά άκουσέ με! Είσαι πληγωμένος και χρειάζεσαι βοήθεια, άσε με να σου περιποιηθώ το τραύμα και μετά κάνε ό,τι θες. Τόσο πολύ είναι αυτό για σένα;»
Ο Τζος το σκέφτηκε. Πράγματι κάτι έπρεπε να κάνει για να σταματήσει αυτήν την αιμορραγία, αλλά δεν ήθελε να μπλέξει σε τίποτα άλλο. Αρκετά προβλήματα είχε στο κεφάλι του.
«Για ένα λεπτό», υπέκυψε τελικά και το πρόσωπο της κοπέλας έλαμψε από μια ανέλπιστη χαρά.
Το διαμέρισμα, όπου τον πήγε, ήταν ακριβώς απέναντι από το δικό του. Μπαίνοντας στο εσωτερικό του πρόσεξε ότι επρόκειτο για μια μικρή γκαρσονιέρα από αυτές που τα πάντα βρίσκονται μέσα σε ένα μικρό δωμάτιο. Τον έβαλε να κάτσει στο κρεβάτι της, κι εκείνη εξαφανίστηκε πίσω από τη μοναδική πόρτα, που είχε το διαμέρισμα - που προφανώς ήταν η τουαλέτα. Δευτερόλεπτα μετά, βγήκε ξανά με τα απαραίτητα κι άρχισε να του φροντίζει το τραύμα.
«Αυτό μοιάζει με τακουνιά…», την άκουσε να λέει και τότε σαν αστραπή, για άλλη μια φορά, το μυαλό του τον βομβάρδισε με εικόνες.

****

Ένα άγνωστο πρόσωπο τον κοιτούσε με τρόμο. Οι λυγμοί που την έπνιγαν, δεν έβρισκαν διέξοδο καθώς τα σφραγισμένα της χείλη από το δικό του χέρι παρέμεναν ερμητικά κλειστά… το ελεύθερο της χέρι όμως, κάτι έψαχνε. Προσπαθούσε με μανία να το φτάσει και παρόλο που ο Τζος είχε τη δύναμη να τη σταματήσει, δεν το έκανε. Το χέρι της σταμάτησε να παλεύει, όμως την επόμενη στιγμή τινάχτηκε και κάτι αιχμηρό ένιωσε να του τρυπάει το κρανίο. Η ανάσα του κόπηκε από τον πόνο και καθώς το σώμα του πλάγιασε η άγνωστη κοπέλα βρήκε την ευκαιρία και άρχισε να τρέχει όπως-όπως, πριν εκείνος καταφέρει να την πιάσει ξανά.

****

«Συγνώμη σε πόνεσα;» άκουσε την κοπέλα να του λέει και γύρισε ξανά απότομα στο παρόν.
Θα μπορούσε αυτή να ήταν η πραγματικότητα; Να ήταν ένα από τα θύματα του πάρκου;
«Δεν είσαι πολύ ομιλητικός», διαπίστωσε η Ζόι με απογοήτευση. «Ούτε και κοινωνικός» συμπλήρωσε, προσπαθώντας να του αποσπάσει έστω και μια λέξη μα ο Τζος παρέμεινε στη σιωπή.
«Ξέρεις, σε παρατηρώ από τότε που μετακόμισες εδώ. Πολλές φορές σκέφτηκα να σε πλησιάσω, αλλά τελικά φαίνεται ότι δεν ήμουν αρκετά δυνατή για να το κάνω».
«Καλύτερα να φύγω» είπε εκείνος χωρίς δεύτερη σκέψη.
«Μια στιγμή, δώσε μου ένα λεπτό…» διέκοψε η Ζόι κι έτρεξε ξανά προς την τουαλέτα της αλλά ο Τζος δεν έμεινε λεπτό παραπάνω.
Καθώς άνοιξε την εξώπορτα, όρμησε έξω και στάθηκε στην πόρτα του διαμερίσματος του, έβαλε το κλειδί στην υποδοχή και άνοιξε την πόρτα. Κλείνοντας την πίσω του ακούμπησε την πλάτη του επάνω της και έμεινε να κοιτά το κενό. Άξαφνα θυμήθηκε την εφημερίδα που είχε ξεχάσει στο διαμέρισμα της και έβρισε άηχα. Σκέφτηκε να πάει να αγοράσει μια καινούργια αλλά από την άλλη μια πόρτα τον χώριζε από αυτό που ήθελε οπότε γιατί να έμπαινε στον κόπο; Θα έπαιρνε αυτό που του ανήκε και θα έφευγε. Τόσο απλά.
Γυρίζοντας στο διαμέρισμά της, χτύπησε την πόρτα και περίμενε. Μόλις του άνοιξε, για πρώτη φορά άφησε τα μάτια του να διεισδύσουν στα μαύρα δικά της. Η απορία στο πρόσωπο της δεν του άφησε περιθώριο να αντιδράσει. Η ηρεμία που εξέπεμπε τον παρέσυρε… Η αθωότητά της τον κεραυνοβόλησε, η θέρμη της τον τράβαγε όλο και πιο κοντά. Τόσο κοντά, που πριν προλάβει να το σκεφτεί, τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω από το κορμί της, την έφεραν πάνω του και τα χείλη του βρήκαν τα δικά της.
Δεν μπορούσε να της το κάνει αυτό και το ήξερε όμως τίποτα και κανένας δε μπορούσε να τον σταματήσει. Μέχρι που η παλάμη του έφτασε στο μέρος της καρδιάς της. Νιώθοντας τους παλμούς της να χτυπούν ξέφρενα πάνω στην παλάμη του τότε μόνο κατάλαβε τι ακριβώς έκανε!
Τραβήχτηκε πίσω για να πάρει μιαν ανάσα, να ξεθολώσει το μυαλό του, αλλά εκείνη δεν του άφησε το περιθώριο. Τυλίγοντας γρήγορα τα χέρια της γύρω από τον αυχένα του, τον τράβηξε κοντά της και κάλυψε άλλη μια φορά τα χείλη του με τα δικά της.
«Μην μου το κάνεις αυτό, τρία χρόνια περίμενα αυτήν την στιγμή… Τρία χρόνια… μην κάνεις πίσω, όχι τώρα», παρακάλεσε με όση δύναμη είχε και ο Τζος υπέκυψε.
Χωρίς ίχνος μεταμέλειας, άρπαξε το λεπτό της κορμί μέσα στα δύο του χέρια και μόλις τα πόδια της τυλίχτηκαν γύρω από τη μέση του, εκείνος προχώρησε μέσα στο μικρό της διαμέρισμα. Η πόρτα πίσω τους έκλεισε με δύναμη. Ο αέρας που διαπέρασε τα κορμιά τους, σε άλλη περίπτωση θα ήταν ικανός να τον συνεφέρει, αλλά όχι αυτήν την φορά. Ήθελε τόσο πολύ αυτήν την επιβεβαίωση. Να νιώσει ότι δεν ήταν τέρας… να ζήσει μια στιγμή ανάπαυλας και ας ήξερε ότι θα την καταστρέψει.
Το χέρι του εξερευνούσε κάθε σπιθαμή του δέρματός της. Δέρμα λεπτό απαλό σαν μετάξι, καυτό και υγρό, πρόθυμο να του δώσει περισσότερα και του τα πρόσφερε απλόχερα χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Όμως ο Τζος δεν ήταν έτοιμος για κάτι τέτοιο. Δε μπορούσε να πιστέψει ότι ένα τόσο κολασμένο κορμί θα μπορούσε να του παρέχει τόση γαλήνη στην ψυχή. Και όμως αυτό συνέβαινε και εκείνος ήθελε περισσότερα. Ήθελε να πάρει μέχρι και την τελευταία σταγόνα της ψυχής της, που όμοιά της δεν είχε γνωρίσει… τόσο άσπιλη, τόσο γεμάτη αγάπη…
Σήκωσε το κεφάλι του να την αντικρίσει. Η ηδονή ήταν χαραγμένη βαθιά στα χαρακτηριστικά της, η ανάσα της γρήγορη, όμως ακόμα και αυτό δεν ήταν αρκετό για εκείνον. Κρατώντας το πρόσωπο της μέσα στα δύο του χέρια, κοίταξε μέσα στα μάτια της, στα βάθη της ψυχής της και η ανάσα της χάθηκε. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, τα χείλια της επίσης. Πρόσμενε τα πάντα από εκείνον αλλά εκείνος δεν είχε τελειώσει ακόμα μαζί της… 

Κοίταξε τα χέρια του. Το δέρμα του ήταν υπερβολικά σκούρο για έναν κοκκινομάλλη. Τα χέρια του έπρεπε να είναι κατάλευκα με σκόρπιες φακίδες. Τα ηλίθια λευκά του χέρια που μισούσε και πάλευε να κρύψει με τατουάζ. Δεν ήταν όμως έτσι. Ακόμη και το δέρμα του έμοιαζε να είναι σκληρό και δουλεμένο. Μια μεγάλη ουλή με πολλά ράμματα στην σειρά ήταν πάνω στο δεξί του χέρι, από ένα παλιό τραύμα που δεν είχε ποτέ.
Τα μάτια της Ζόι είχαν ένα ανεξήγητο τρόμο καθώς τον κοιτούσαν και η αναπνοή της έμοιαζε να έχει σταματήσει. «Είναι τρελή αυτή η κοπέλα;» αναρωτήθηκε.
Δευτερόλεπτα μετά κατάλαβε ότι τα χέρια του δεν κρατούσαν πια το πρόσωπο της, αλλά το λαιμό της. Τον έσφιγγαν τόσο δυνατά που ένιωθε πόνο στους μυς των χεριών του. «Γίνεται τώρα!» σκέφτηκε έντρομος και την πέταξε κάτω. Η Ζόι είχε πέσει στο πάτωμα και ξερόβηχε στην προσπάθειά της να ανασάνει. Έκανε προσπάθειες να σηκωθεί και έσπρωχνε με τα πόδια της το σώμα της, σέρνοντάς το στο πάτωμα σε μια προσπάθεια να απομακρυνθεί από τον Τζος.
Εκείνος κοίταξε ξανά τα χέρια του. Εκείνα τα ανόητα λευκά χέρια με τις διάσπαρτες φακίδες είχαν γυρίσει. Μέχρι να συνέλθει, η Ζόι είχε καταφέρει να σηκωθεί και να κλειστεί στην τουαλέτα. Με βραχνή φωνή είχε αρχίσει να φωνάζει βοήθεια κι ο Τζος δε μπορούσε να τη σταματήσει. Σύντομα θα μαζευόταν κόσμος και επηρεασμένος από τα γεγονότα της προηγούμενης βραδιάς, πίστευε ότι θα τον συνέδεαν με αυτά. Καθώς ντύθηκε με βιαστικές κινήσεις έτρεξε στο σπίτι του και μόλις μπήκε μέσα έκλεισε και κλείδωσε την πόρτα πίσω του.
Τρέχοντας προς το μπάνιο άνοιξε την βρύση και βάλθηκε να ρίχνει νερό στο πρόσωπό του για να καταφέρει να καθαρίσει τις σκέψεις του. Με το νερό να τρέχει ακόμα σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε το είδωλο του στον καθρέφτη. Από μια μυστήρια διαίσθηση ήξερε πότε και με ποια συναισθήματα ακριβώς συσπάται ο κάθε μυς του προσώπου. Είχε αποκωδικοποιήσει έτσι κάθε συναίσθημα. Όλα τα πρόσωπα μπορούσε να διαβάσει εκτός από το δικό του. Ήταν ένας γρίφος.
Προσπαθούσε να σκεφτεί ψύχραιμα. Δεν μπορούσε να μείνει εκεί για πολύ ώρα. Εκεί θα ήταν το πρώτο μέρος που θα έψαχναν. Αφού άλλαξε πρώτα ρούχα και μπουφάν μιας και αυτά που φόραγε ήταν λερωμένα από το αίμα του, πήρε χρήματα, το κινητό του και τα κλειδιά της μηχανής του. Κάπου όμως έπρεπε να μείνει για το βράδυ. Στην κατάστασή του, το μόνο μέρος που θα μπορούσε να πάει - και να μην του κάνουν πολλές ερωτήσεις - ήταν το σπίτι της Σάντρα. Ήταν τόσο καψούρα μαζί του, που δεν θα υποψιαζόταν τίποτα!
Η Σάντρα ήταν τόσο ενθουσιασμένη στην ιδέα ότι θα φιλοξενούσε στο σπίτι της τον Τζος, που ούτε καν έδωσε σημασία στη φτηνή δικαιολογία που της είχε πει. Ότι δηλαδή είχε δώσει τα κλειδιά του σε ένα φίλο του, που ήθελε να μείνει το βράδυ με μια φιλενάδα του.
«Πολύ καλά έκανες και σκέφτηκες να έρθεις εδώ. Μπορείς να έρχεσαι όποτε θέλεις», είπε και του πρόσφερε ένα ποτό.
Το ένα έγινε δύο και τα δύο, τρία και η Σάντρα πίστευε ότι είχε κάνει την τύχη της. Όμως δεν υπολόγισε σωστά. Ο Τζος μετά από τόση ταλαιπωρία και μέσα στη ζάλη του, δεν άντεξε άλλο. Αποκοιμήθηκε στον καναπέ…

Το πρωί η Σάντρα ξύπνησε πρώτη. Πλησιάζοντας τον καθώς παρατήρησε ότι η πληγή που είχε στο κεφάλι του άρχισε να αιμορραγεί ένιωσε μια περίεργη αγωνία μέσα της.
«Τζος;» προσπάθησε να τον ξυπνήσει αλλά εκείνος φαινόταν να κοιμάται βαθιά.
«Τζος;» προσπάθησε πάλι και χωρίς να μπορεί να αντισταθεί άγγιξε τα χείλια της πάνω στα δικά του προσπαθώντας να του κλέψει έστω και ένα φιλί.
Ο Τζος, ανοίγοντας απότομα τα μάτια του την κοίταξε εξαγριωμένος.
«Τι νομίζεις ότι κάνεις εκεί;» απαίτησε να μάθει ενώ πεταγόταν όρθιος.
«Εγώ… εγώ απλά. Να νόμιζα μετά την χθεσινή βραδιά…» δεν την άφησε να συνεχίσει ήδη είχε ακούσει αρκετά.
Χωρίς να χάνει χρόνο, βάζοντας το παντελόνι του άρπαξε το μπουφάν του στο χέρι και κίνησε προς την πόρτα.
«Μην φύγεις» παρακάλεσε άλλα ήταν ήδη αργά. Ο Τζος είχε ήδη χτυπήσει με δύναμη την πόρτα πίσω του.
Καθώς βρέθηκε στον πολυσύχναστο δρόμο όπου έμενε και κοίταξε γύρω του κατάλαβε ότι ήταν και πάλι άστεγος αλλά το προτιμούσε έτσι.
Εκεί που έψαχνε να βρει ένα μέρος να πιει ένα καφέ και να πάρει ένα γρήγορο πρωινό, περνώντας έξω από ένα Ίντερνετ καφέ, του ήρθε μια ιδέα. Εκεί σίγουρα θα έβρισκε πληροφορίες για το συμβάν της προ-προηγούμενης ημέρας. Οι αποτυχημένοι δημοσιογραφίσκοι, τρελαίνονται να αναρτούν φωτογραφίες από τον τόπο του εγκλήματος με θολά τα πρόσωπα των νεκρών για την προστασία τους. Προστάτευαν έτσι την αξιοπρέπειά τους και χάριζαν στους αναγνώστες λίμνες αίμα για να χορτάσουν τα πεινασμένα μάτια τους από τη βαρετή ζωή τους.
Κάποιοι έγκριτοι, όπως χαρακτηρίζονται μεταξύ τους, δημοσιογράφοι είχαν αναρτήσει παλαιότερες φωτογραφίες των θυμάτων που είχαν αναγνωριστεί. Ο Τζος προσπάθησε να βρει αν ανάμεσα στα θύματα ήταν και εκείνη η κοπέλα που τον είχε χτυπήσει με το αιχμηρό αντικείμενο στο κεφάλι. Καμιά δεν της έμοιαζε. Άρα ήταν ζωντανή και θα μπορούσε να τον αναγνωρίσει. Μαζί με τις μαρτυρίες της Ζόι σίγουρα θα έφταναν σε εκείνον σε χρόνο μηδέν. Μα και όλοι αυτοί οι άνθρωποι τού ήταν τελείως άγνωστοι. Τότε γιατί; Το προηγούμενο βράδυ είχε προσπαθήσει να στραγγαλίσει μια ακόμη γυναίκα με τα ίδια του τα χέρια. Ήταν τα ίδια του τα χέρια; Η ουλή αυτή του ήταν γνώριμη αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί. Μόνο η μητέρα του θα ήξερε εάν υπήρχε ποτέ κανείς μέσα στην οικογένεια ή στο περιβάλλον τους με μια τόσο μεγάλη ουλή στο χέρι.
Το κινητό του χτύπησε και τινάχτηκε ολόκληρος.
«Ginger Boy, με ξέχασες; Δεν είχες πει ότι θα έρθεις;» Είχε ξεχάσει τελείως ότι είχε υποσχεθεί στην μητέρα του ότι θα πήγαινε να την επισκεφτεί εκείνη την ημέρα στο γηροκομείο. Χωρίς καθυστέρηση ανέβηκε στην μηχανή και ξεκίνησε.
«Τζος, αγόρι μου, τι έχεις; Τι σε απασχολεί;» ήταν τα πρώτα της λόγια μόλις τον είδε τόσο αναστατωμένο.
«Τίποτα μητέρα. Είμαι καλά», είπε, αποφεύγοντας να της δείξει την ανησυχία του ενώ με πλάγιο τρόπο προσπάθησε να πάει την κουβέντα στο θέμα των χεριών.
«Είχαμε ποτέ κανέναν στην οικογένειά μας, που να έχει μεγάλη ουλή στο δεξί του χέρι;»
«Όχι αγόρι μου, πως σου ήρθε τώρα αυτό; Από την άλλη… έμαθες για τα εγκλήματα που βουίζει συνέχεια από εχθές όλη μέρα η τηλεόραση; Μεγάλο μακελειό! Υπάρχει μόνο μια ζωντανή μάρτυρας, που ισχυρίζεται ότι ο δράστης έχει μια μεγάλη ουλή στο δεξί του χέρι.»
Ο Τζος κοίταξε τα χέρια του. Το τατουάζ στο αριστερό και εκείνη η ηλίθια ασπρίλα στο δεξί. Η μητέρα του γέλασε με την αντίδρασή του.
«Δεν νομίζω να φαντάζεσαι ότι εσύ είσαι ο δολοφόνος;» είπε και γέλασε. «Εγώ να δεις τι έπαθα όταν το άκουσα. Θυμήθηκα εκείνον τον άθλιο τον γείτονά μας. Θυμάσαι; Εκείνον που τον είχαν βρει έξω από το σπίτι του με το κεφάλι του σπασμένο στα δύο σαν καρπούζι.»
Ο Τζος πάγωσε. Η μητέρα του μιλούσε για τον πατέρα της Έμμα.
«Εκείνος ο άθλιος είχε μια τεράστια ουλή στο δεξί του χέρι. Ακόμα το θυμάμαι. Τα χέρια του ήταν κατάμαυρα και το δέρμα του σκληρό και τραχύ. Λένε ότι σε ένα καυγά με τη γυναίκα του, εκείνη του είχε επιτεθεί με το λαιμό ενός σπασμένου μπουκαλιού και του έσκισε το χέρι. Για 20 ράμματα είχαν πει. Από εκείνη την ημέρα εκείνη είχε εξαφανιστεί.»

Μουρμούρισε ένα βραχνιασμένο «ναι…» καθώς το μυαλό του ξαναγύρισε σε εκείνη τη φοβερή νύχτα και κατέβασε το κεφάλι για να μην τον καταλάβει η μητέρα του.
«Μα τι έπαθες..; Εσύ πάνιασες ολόκληρος…» του είπε κοιτάζοντάς τον με προσοχή. «Μήπως είσαι άρρωστος…;» τον ρώτησε. «Θέλω να προσέχεις τον εαυτό σου, αγόρι μου. Φυσικά είσαι μεγάλος, αλλά εκεί έξω δεν ξέρεις τι μπορεί να συναντήσεις». O Τζος έφερε το χέρι στο κεφάλι του και ενστικτωδώς, σκέπασε την πληγή.
«Δεν άκουσα και πολλά πράγματα από το περιστατικό εκτός από το ότι ψάχνουν να βρουν κάποιον με μια ουλή στο χέρι...» της απάντησε γεμάτος ντροπή που αναγκαστικά της έλεγε ψέματα.
«Άκου Τζος, αυτή η ιστορία με την Έμμα πρέπει κάποτε να πάρει ένα τέλος. Δεν χρειάζεται να γίνεσαι κομμάτια κάθε φορά που μιλάμε γι’ αυτήν και την οικογένειά της…» του ξανάπε η μητέρα του προσπαθώντας να εξηγήσει την ξαφνική αλλαγή του. «Ξέρω πόσο πολύ την αγαπούσες και πόσο σου στοίχισε ο χαμός της αλλά δεν ήταν για σένα. Άλλωστε είχε αρχίσει κι έδειχνε σημάδια παραφροσύνης. Και ήταν φυσιολογικό με όλα αυτά που είχε τραβήξει από εκείνο το κτήνος τον πατέρα της. Δεν λυπήθηκα καθόλου για αυτό που έπαθε. Μακάρι όλα τα καθάρματα που κυκλοφορούν εκεί έξω να έχουν το τέλος του. Μακάρι να υπάρχει κάποιος και να τους ανοίγει το κεφάλι στα δυο…».
Στο μυαλό του Τζος “άναψε” ξαφνικά ένα μικρό φωτάκι. Η αλήθεια ήταν ότι δεν θυμόταν τι είχε γίνει αλλά αν αυτά τα αποκόμματα από τις εφημερίδες που είχε ανακαλύψει στο σπίτι είχαν κάποια σύνδεση μαζί του τότε... τότε μήπως είχε αποφασίσει να γίνει ο άγγελος-τιμωρός; Αυτός -που φορτωμένος από τις κάθε είδους αναισχυντίες που έβλεπε- αποφάσισε ξαφνικά να αποδώσει δικαιοσύνη με το δικό του τρόπο; Και αν ναι, τότε η περίπτωση της Ζόι πού κολλούσε; Προσπάθησε να την πνίξει με τα ίδια του τα χέρια... Έπειτα ήταν και το θέμα αυτής της καταραμένης ουλής που τον βασάνιζε. Τα ερωτηματικά τον έκαιγαν και προσπαθούσε να βρει τη λύση. Τι ήταν τελικά; ΑΓΓΕΛΟΣ ή ΤΙΜΩΡΟΣ; Και τίνος ήταν αυτά τα χέρια που προσπάθησαν να πνίξουν τη Ζόι; Τα δικά του, ή κάποιου άλλου…; Μήπως εκείνες τις στιγμές μεταμορφωνόταν σε κάποιον άλλον; Κι αν ναι, σε ποιον…;
«Είναι ώρα να πηγαίνω, μητέρα…» είπε ξαφνικά σπάζοντας τη σιωπή, που είχε δημιουργηθεί στο δωμάτιο. Τελικά δεν είχε πάρει απάντηση στο ερώτημα που τον έκαιγε από αυτήν. «Αν χρειαστείς τίποτα, πάρε με τηλέφωνο αλλιώς θα ξανάρθω το Σαββατοκύριακο. Αντίο...»
Η μητέρα του αρκέστηκε σε ένα νεύμα του χεριού της, καθώς είχε επικεντρώσει την προσοχή της έξω από το παράθυρο. Ο Τζος άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Περπάτησε γρήγορα, συναντώντας μόνο μια νοσοκόμα που ερχόταν με το δίσκο για το μεσημεριανό φαγητό. Του χαμογέλασε ή του φάνηκε;
Έξω από το κτίριο αναμείχτηκε γρήγορα με το πλήθος. Καλύτερα να έκανε έναν περίπατο με τα πόδια.
Έπρεπε να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις του. Και το πιο σημαντικό, να μάθει περισσότερα νέα για το φρικτό έγκλημα που είχε γίνει. Έτσι αποφάσισε να ξαναπεράσει από την γειτονιά του, ώστε να δει αν μπορούσε να μάθει κάτι.
Σταμάτησε ένα ταξί και αργότερα, φτάνοντας δυο τετράγωνα μακριά από την πολυκατοικία, παρατήρησε ότι ευτυχώς που έκανε ακόμα κρύο και φορούσε το χοντρό δερμάτινο μπουφάν του! Έβαλε την κουκούλα, για να κρύψει κάπως το πρόσωπό του και τάχυνε το βήμα του. Στο δρόμο κρυφοκοίταζε τον κόσμο, που περνούσε αδιάφορος από δίπλα του. Ένα-δυο άτομα τον σκούντηξαν βιαστικά, αλλά δεν έδωσε σημασία.
Από την απέναντι μεριά του δρόμου είδε τη μηχανή ενός αστυνομικού, παρκαρισμένη λίγο πιο πέρα από το σπίτι του, και του κόπηκαν τα πόδια. Μετά όμως είδε και τον ίδιο να είναι δίπλα σε ένα αυτοκίνητο και να σημειώνει κάτι σε ένα μπλοκάκι. Προφανώς του έδινε πρόστιμο, αφού κοιτούσε τις πινακίδες και ο οδηγός του αυτοκινήτου δε φαινόταν πουθενά.
Ο αστυνομικός κλείνοντας το μπλοκ και βάζοντας το στην τσέπη του, ανέβηκε στη μηχανή κι έφυγε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο Τζος ανάσανε με ανακούφιση…Το πρώτο εμπόδιο είχε εξανεμιστεί από μόνο του. Έμεινε εκεί στη γωνιά να κοιτάει γύρω του και να ζυγίζει το γεγονός αν θα μπορούσε να πάει στο σπίτι του ξανά ώσπου ένιωσε ένα στιβαρό χέρι να τον ακουμπά στον ώμο του. Γυρνώντας με κομμένη την ανάσα είδε τον Φάμπιο, τον χοντρό Ιταλό, ιδιοκτήτη της πιτσαρίας που παράγγελνε συχνά-πυκνά ο Τζος.
«Ciao Josh, come stai? Bene?» Τον ρώτησε χαμογελώντας στα Ιταλικά. Ήταν οι μόνες λέξεις που καταλάβαινε ο Τζος από αυτήν τη γλώσσα. Το μυαλό του πήρε γρήγορες στροφές. Δεν ήταν κολλητοί φίλοι, αλλά του αρκούσε που μπορούσε να αποσπάσει πληροφορίες που χρειαζόταν. Άλλωστε το πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό του μόνο φασαρίες δε μαρτυρούσε.
«Καλά είμαι Φάμπιο... Μόλις τώρα σκεφτόμουν να περάσω από το μαγαζί σου». O Ιταλός, πιάνοντάς τον από το μπράτσο, διέσχισε μαζί του το δρόμο, οδηγώντας τον στο μαγαζί του. Μπαίνοντας μέσα, ο Φάμπιο εξαφανίστηκε για λίγο στην κουζίνα κι ο Τζος έβγαλε την κουκούλα του. Διαλέγοντας ένα μικρό τραπέζι σε μια γωνία του μαγαζιού, έκατσε, κοιτώντας διακριτικά το δρόμο. Ευτυχώς ήταν νωρίς ακόμη και το μαγαζί δεν είχε κίνηση.
Μετά από λίγο, ο Ιταλός ξαναγύρισε μαζί με δυο κούπες καφέ και Ιταλικά πανίνι. Ακούμπησε τα καλούδια προσεκτικά πάνω στο τραπέζι και κοιτώντας τον Τζος, τον ρώτησε. «Πού χάθηκες τόσο καιρό…;». Το βλέμμα του μαρτυρούσε ειλικρινές ενδιαφέρον. «Ξέρεις… έχουμε συνταρακτικά νέα στη γειτονιά. Κάποιος προσπάθησε να σκοτώσει τη Ζόι…», συνέχισε να του λέει γεμάτος ταραχή. «Ξέρεις… την Ελληνίδα που μένει εδώ πιο κάτω και κάνει παρέα με την κόρη μου. Άσε πια εκείνο που έγινε στο πάρκο. Η αστυνομία έχει αρχίσει να πιστεύει πως πρόκειται για ψυχοπαθή δολοφόνο…», κατέληξε κουνώντας το κεφάλι του με απογοήτευση.
Ο Τζος, ακούγοντας αυτά τα λόγια, άρχισε να ιδρώνει...
«Τι έγινε με την κοπέλα…;» ρώτησε, νιώθοντας την καρδιά του έτοιμη να σπάσει από αγωνία.
«Την άκουσαν οι γείτονες να φωνάζει αλλά μέχρι να πάνε εκεί, ο τύπος είχε εξαφανιστεί. Το μόνο που πρόλαβε να πει, ήταν ότι κάποιος προσπάθησε να την πνίξει και μετά λιποθύμησε. Απ’ όσο ξέρω, δεν έχει συνέλθει ακόμα».
Βγάζοντας έναν αναστεναγμό ανακούφισης, ο Τζος συνέχισε να πίνει τον καφέ του, σα να μη συμβαίνει τίποτα. Σκεφτόμενος ότι τώρα μπορούσε να ξαναπάει στο διαμέρισμα με την ησυχία του, άρχισε η καρδιά του να ηρεμεί. Ίσως ξανακοιτώντας εκείνα τα αποκόμματα με τις εφημερίδες να έβγαζε κάποια άκρη, να θυμόταν τίποτα.
Τελειώνοντας την κουβέντα, περί ανέμων και υδάτων, ο Τζος αποχώρησε από το μαγαζί του Φάμπιο αφού φρόντισε πρώτα να φάει ένα γερό γεύμα για να τον κρατήσει για την υπόλοιπη μέρα.
Φτάνοντας σπίτι, και παρά το ότι αισθανόταν πιο ήρεμος, δεν αμέλησε να ρίξει μια ματιά τριγύρω, μήπως δει καμιά ύποπτη κίνηση… Μετά ανέβηκε τα σκαλιά μέχρι τον όροφό του. Κοντοστάθηκε στην αρχή της σκάλας και κοίταξε την απέναντι, από το διαμέρισμά του, πόρτα: το διαμέρισμα της Ζόι. Έπρεπε να τσεκάρει τι είπε η κοπέλα για τον ίδιο και την παραλίγο απόπειρα δολοφονίας… Έπρεπε να σιγουρευτεί… Δεν ήξερε με ποιον τρόπο, αλλά έπρεπε…
Χτύπησε την πόρτα της και άκουσε πίσω από την πόρτα την βαθιά βραχνή της φωνή... «Ποιος είναι;» πως θα μπορούσε να της απαντήσει και να μην βάλει τις φωνές.
Χτύπησε άλλη μια φορά πιο επίμονα. Η πόρτα άνοιξε τόσο όσο να κοιτάξει ποιος ήταν από πίσω, αλλά ο Τζος είχε προλάβει να βάλει το πόδι του στο μικρό άνοιγμα. Βάζοντας το χέρι του πάνω στην πόρτα έσπρωξε με δύναμη ώστε να ανοίξει και η Ζόι πισωπάτησε ουρλιάζοντας. Πριν βρεθεί στο πάτωμα εκείνος έτρεξε και την έπιασε στον αέρα.
Προκειμένου να την σταματήσει πριν ξεσηκώσει ολόκληρη την πολυκατοικία, ο Τζος της έκλεισε το στόμα με το ελεύθερο του χέρι και την κοίταξε βαθιά στα μάτια.
«Θέλω μόνο να σου μιλήσω. Δεν θα σου κάνω κακό. Σου το ορκίζομαι» είπε γρήγορα και εκείνη καταπίνοντας τα δάκρυα της κατένευσε τρεμουλιαστά σαν να μην είχε άλλη επιλογή. Η αλήθεια ήταν ότι πράγματι δεν της έδινε άλλη επιλογή αλλά δεν είχε έρθει για να την ταράξει περισσότερο. Προς ένδειξη καλή θέλησης, ίσιωσε το κορμί της και μόλις εκείνη πάτησε γερά στα πόδια της, εκείνος, σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά στο αέρα, έκανε δύο βήματα πιο πίσω. Βάζοντας το σώμα του ανάμεσα σε εκείνη και την ανοιχτή πόρτα έμεινε για λίγο ακίνητος να κοιτά τις αντιδράσεις της.
Η Ζόι, κατάκοπη έκανε μερικά βήματα μέχρι το κρεβάτι της χωρίς να αποχωρίζεται την ματιά του. Φτάνοντας κοντά, άγγιξε το στρώμα με το χέρι της και καθώς ανέβηκε επάνω του πήρε το μαξιλάρι στα χέρια της και το έβαλε πάνω στο στήθος της σαν ασπίδα.
Βλέποντας ο Τζος ότι το χειρότερο είχε περάσει, έκλεισε την πόρτα πίσω του και έκανε την κίνηση να την πλησιάσει.

«Φτάνει! Μείνε εκεί», είπε χαμηλόφωνα η Ζόι, λίγα βήματα πριν εκείνος φτάσει το προσκεφάλι της. «Μπορεί να μη φώναξα την αστυνομία ή να μην είπα την αλήθεια στους γονείς μου και στους υπόλοιπους, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν πιστεύω πως ήρθες να ολοκληρώσεις αυτό που άφησες! Δε σε φοβάμαι όμως!» έκανε θαρραλέα η κοπέλα.
Ο Τζος έσκυψε το βλέμμα. «Έχεις δίκιο να νομίζεις έτσι για μένα. Ήρθα βασικά για να δω τι έχεις πει στην αστυνομία, αλλά μόλις μου απάντησες…» είπε και κοίταξε τα κόκκινα από το κλάμα μάτια της. «Σου ζητώ ειλικρινά συγνώμη για ό,τι έκανα… το μόνο που έχω να πω για να δικαιολογηθώ, είναι ότι δεν… δεν ήμουν εγώ… δεν ήμουν ο εαυτός μου… δεν ξέρω τι συνέβη… θόλωσα… δεν ήξερα ποιος… τι με χειραγωγούσε να κάνω αυτό που πήγα να κάνω…» τελείωσε ο Τζος κοιτώντας την με ειλικρίνεια στα μάτια ελπίζοντας να τον πιστέψει ή αν ήταν δυνατών να τον συγχωρέσει.
Η κοπέλα σηκώθηκε και πήγε κοντά του. Τον ζύγιζε να δει αν υποκρινόταν, κι αν ήταν επικίνδυνο να τον πλησιάσει περισσότερο, αλλά μέσα στα μάτια της είδε ότι φάνηκε να τον πιστεύει.
Τον αγκάλιασε κι εκείνος έσκυψε το κεφάλι του στο κοίλωμα του ώμου της, καθόσον ψηλότερος, και πήρε μια βαθιά ανάσα με ανακούφιση.
Λίγα λεπτά μετά από αυτήν την σύντομη αγκαλιά, η κοπέλα κάθισε μαζί του στο κρεβάτι. «Το ήξερα ότι δεν ήσουν εσύ… πώς ήταν δυνατό ο άντρας που είμαι ερωτευμένη τόσο καιρό να φερθεί έτσι;» του είπε χαμογελώντας και του χάιδεψε απαλά τα μαλλιά.
Ο Τζος, μέσα στην απελπισία που ένιωθε είπε γρήγορα χωρίς να το σκεφτεί:
«Θέλω να σου μιλήσω… θέλω να στα πω όλα… θέλω να ξέρεις… να με βοηθήσεις, θέλω… θέλω έναν σύμμαχο…»
Και το έκανε… Της είπε για την Έμμα, τον πατέρα της και την τιμωρία του… για όλους τους υπόλοιπους που βασάνιζαν ανυπεράσπιστα άτομα και που έπρεπε να χαθούν από προσώπου γης, διακόπτοντας έτσι, και τον πόνο που προκαλούσαν… για το ότι ήθελε να σταματήσει να σκοτώνει… για το αίμα που είχε στο κορμί του όταν ξύπνησε τις προάλλες… αλλά και για τις αμφιβολίες και τις υποψίες που είχε για το έγκλημα στο πάρκο… μήπως ήταν εκείνος; Και γιατί δε θυμάται τίποτα; Και για ποιο λόγο επιτέθηκε στη Ζόι, αφού εκείνη δεν είχε διαπράξει κάποια βίαιη πράξη σε αθώο πρόσωπο; Και ποιανού χέρι ήταν εκείνο με την ουλή, που είδε σαν σε όραμα, όταν προσπάθησε να τη στραγγαλίσει;
Η κοπέλα έμεινε άφωνη με όσα ο Τζος της αποκάλυψε… Δεν περίμενε τόσα μυστικά κρυμμένα και τόσο καλά, κάτω από το προσωπείο που έβλεπε εδώ και τρία χρόνια στο γείτονά της… Τον είχε ερωτευτεί κεραυνοβόλα, όταν συνειδητοποίησε πως θα έμενε δίπλα της… Πόσες φορές δε σκέφτηκε να του ζητήσει δανεική ζάχαρη, απλά και μόνο για να είχε μια δικαιολογία να του μιλήσει; Τρία χρόνια ήταν πολλά για τα μυστικά της αισθήματα, αλλά τελικά, τι ήταν αυτό που είχε ερωτευτεί; Το πρόσωπό του; Ή την ιδέα του να είναι κρυφά ερωτευμένη με κάποιον; Και πώς μπορούσε να είναι ερωτευμένη με έναν… τιμωρό; Ή μήπως ήταν τέρας… ένας ψυχοπαθής δολοφόνος;
Έδιωξε αυτή τη σκέψη από το μυαλό της… Όχι, δε φοβήθηκε με όσα άκουσε… Ήθελε να τον βοηθήσει… Δικαιολογούσε απόλυτα τον τρόπο με τον οποίο είχε φερθεί εκείνος στο παρελθόν του… Μπορεί κι εκείνη να έκανε το ίδιο… ίσως βέβαια όχι με τον τρόπο που είχε αντιδράσει εκείνος… Αυτή, απλά θα είχε καταγγείλει τα γεγονότα στην αστυνομία, δε θα έπαιρνε το Νόμο στα χέρια της…
«Ξέρω τι σου χρειάζεται», είπε και σηκώθηκε να σουλουπωθεί λιγάκι πριν την έξοδό τους. «Πρώτα και κύρια, θα ρίξω άλλη μια ματιά στο τραύμα σου. Θα με αφήσεις να το περιποιηθώ κανονικά αυτή τη φορά, αν και βλέπω ότι έχει σταματήσει πια να αιμορραγεί».
Ο Τζος συμφώνησε, αφού δεν είχε άλλη επιλογή κι όταν η κοπέλα τέλειωσε το έργο της, τον πήρε από το χέρι και βγήκαν έξω, πιασμένοι χέρι - χέρι.
«Θα πάμε στη φίλη μου, την Μαντάμ Ορτανσία. Όταν δεν ασχολείται με λευκή μαγεία, ταρό και ζάρια, είναι η καλύτερη υπνωτίστρια που έχω δει! Μ’ έχει βοηθήσει προσωπικά να ξεπεράσω κάποιους εφιάλτες που με ταλαιπωρούσαν και που η ρίζα τους άγγιζε γεγονότα σε προηγούμενες ζωές μου… Είμαι σίγουρη ότι αν σε υπνωτίσει, θα μάθουμε αν είσαι μπλεγμένος στο έγκλημα του πάρκου ή τελικά αν κάποιος άλλος είναι», είπε η Ζόι και με περίεργα κεφάτη διάθεση, ξεκίνησε για το σπίτι της Μαντάμ με τον σιωπηλό Τζος να την ακολουθεί.

Η Μαντάμ Ορτανσία έμενε σε μια μικρή μονοκατοικία στην άλλη άκρη της παλιάς γειτονιάς, όπως την έλεγαν. Ήταν από την Ελλάδα, μα ένας μεγάλος έρωτας στα χρόνια της εφηβείας της, την έκανε να ακολουθήσει τη μοίρα της με έναν Ιταλό, που αγάπησε κι έφτασε ως εδώ. Ακροβάτης σε τσίρκο ήταν εκείνος και γύρναγε από εδώ κι εκεί…
Καθώς η Ορτανσία -από μικρή ακόμα- ακροβατούσε ανάμεσα σε πραγματικότητα, όνειρα και περίεργες διαισθήσεις και ταξίδια του μυαλού της, έγινε ένα μαζί του… Όταν ο Ιταλός αγαπημένος της πέθανε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες κατά τη διάρκεια ενός ακροβατικού, η Ορτανσία ένιωσε μέσα της κάτι σαν σεισμό να την ταρακουνάει, να τη γκρεμίζει και ύστερα να την ξαναχτίζει, σαν κάστρο από άμμο πάνω σε μια άγνωστη αμμουδιά.
Έκλαψε μέρες και νύχτες αμέτρητες, ουρλιάζοντας σαν πληγωμένη λύκαινα. Με τα νύχια της έγδερνε το στέρνο της και τα δυο της στήθη. Το κακό που της είχαν κάνει το κρατούσε μυστικό μέσα της, και όπως όλα τα μυστικά, τη βασάνιζε… Είχε γίνει πια δαίμονας και καθώς περνούσαν τα χρόνια, σατανάς! Πάλευε επειδή ήθελε να κρατήσει την αγάπη και τη συγχώρεση δυνατές, μα δεν τα κατάφερε. Δείλιαζε σαν ματωμένο δειλινό κι αφηνόταν να χαμογελά δαιμονικά κι ηδονικά στη σκέψη και μόνο της εκδίκησης!!! Να εκδικηθεί, ήθελε και να σκορπίσει φόβο και πανικό για να πάρει ικανοποίηση και δικαιοσύνη, θερίζοντας ψυχές κατεστραμμένες, που ήταν ικανές να προκαλέσουν το χειρότερο κακό ξανά και ξανά. Κάθε που αφηνόταν στο παραλήρημα τέτοιων συναισθημάτων και σκέψεων, ένιωθε σαν άμμος διαλυμένη με μάτια γουρλωμένα κι εκείνη ούρλιαζε, λες και χανόταν μέσα σε ένα ζωώδη κι εντελώς κατακτητικό οργασμό! Εκδίκηση, ικανοποίηση, δικαιοσύνη! Το μόνο που απέμενε, ήταν να βρει ένα σχέδιο κι έναν τρόπο για να ικανοποιήσει τους στόχους αυτούς.
Και τον βρήκε, μέσα από τα σκοτάδια που είχαν τυλίξει την ψυχή της. Ένα χάραμα, πήρε μπογιές κι έβαψε το μικρό σπιτάκι της, μέσα-έξω με γαλάζιο και πορτοκαλί, σαν θάλασσα και ηλιοβασίλεμα μαζί! Στην αυλή έβαλε κοχύλια και βότσαλα θαλασσινά και άμμο και κρινάκια της ακτής και ορτανσίες κι αρμυρίκια. Αυτό το πανέμορφο και σχεδόν κουκλίστικο σπιτάκι, που θύμιζε θάλασσα ήταν η καλύτερη κάλυψη για τα σκοτεινά της σχέδια και ταυτόχρονα ένα υπέροχο δέλεαρ και μια εκπληκτική παγίδα για τα θύματά της. Ήταν αδύνατο να πάει ο νους κάποιου στο ότι αυτό το όμορφο σπίτι με την τόσο περιποιημένη αυλή, ήταν στην πραγματικότητα τόπος και βυθός κρυφός, στον οποίο υφαίνονταν κι εξυφαίνονταν δαιμονικές καταστάσεις. Γελώντας δυνατά με γέλιο απόκοσμο, που ηχούσε σα βαριά μελωδία θανάτου, έφτιαξε και μια ξύλινη πινακίδα και έγραψε με γράμματα ζωγραφιστά: «Castello di vita» («Το κάστρο της ζωής»). Κρέμασε την πινακίδα πάνω στην αυλόπορτα και τώρα, αυτή την αυλόπορτα χτυπούσαν η Ζόι με τον Τζος, που ήταν ακόμα σιωπηλός.
Η Μαντάμ Ορτανσία μόλις άκουσε το χτύπημα της πόρτας, έριξε μια διερευνητική ματιά πίσω από το τζάμι της κουζίνας και σαν είδε τη Ζόι, βγήκε να ανοίξει. Ήταν γύρω στα εξήντα πέντε κι όμως φαινόταν τόσο νέα, έτσι λεπτή με τα λευκά μαλλιά και τα γαλανά της μάτια, που έλαμπαν σαν φάροι μέσα σε δειλινά κι ακτές ξεχασμένες. Το πρόσωπο της φωτίστηκε από το γνήσιο χαμόγελό της, που χάριζε σε άτομα που πραγματικά συμπαθούσε.
«Ζόι! Ζόι μου! La mia vita (ζωή μου)! Κοριτσάκι μου, πόσο μου έλειψες και πόσο χαίρομαι που είσαι ξανά εδώ, Ζόι μου! Τα ξέρω όλα, όλα. Τα ένιωσα πριν ακόμα σου συμβούν.»
Η Ζόι δεν εξεπλάγην καθόλου με τα λόγια της Ορτανσίας. Εξάλλου, τόσες ζωές προηγούμενες είχαν μοιραστεί μαζί. Ο Τζος όμως, ασυναίσθητα άγγιξε την ουλή στο δεξί του χέρι και χαμήλωσε το βλέμμα του, δαγκώνοντας ταυτόχρονα τα δυο του χείλη, μέχρι που μάτωσαν. Από τη μία ήθελε να φύγει τρέχοντας από εκεί κι από την άλλη ένιωθε τα πόδια του κολλημένα στο έδαφος.
Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς ένιωθε, η Μαντάμ Ορτανσία τον έπιασε από το χέρι εκείνο με την ουλή κι ύστερα ανασήκωσε το πρόσωπό του, κοιτώντας τον ίσια και βαθιά μέσα στα μάτια… Ήταν σα να σταμάτησε ο χρόνος ξαφνικά κι άρχισαν να στροβιλίζονται τριγύρω ένα σωρό πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις.
Το πάρκο με τα θύματα, η Έμμα και ο πατέρας της, η μάνα του στο γηροκομείο, ο αναπτήρας, αίματα και φλόγες, ο Ιταλός ακροβάτης κι εραστής της Μαντάμ Ορτανσίας, ο Φάμπιο με την πιτσαρία, άντρες και γυναίκες, πρόσωπα άγνωστα από το παρόν, μα και από άλλες εποχές, κεραυνοί κι αστραπές, εφιάλτες και παράδεισοι, πόνος και λύτρωση, θάλασσες κόκκινες, παιδιά μικρά να κλαίνε και να ζητάνε βοήθεια, κραυγές, ψίθυροι και πάλι φλόγες και αίματα.
Ο Τζος ένιωσε να γονατίζει κι άρχισε να ουρλιάζει:
-«Όχι άλλο!!!! Όχι άλλο!!! Δε θέλω να είμαι ο άλλος πια!!!! Να πνιγώ στη φωτιά και μαζί με μένα να καεί κάθε κακό που έκανα και κάθε κακό που έγινε από άλλους σε τόσες ζωές πριν και μετά!!! Να καώ!!! Να καούν όλα!!! Και η θάλασσα να τα πάρει όλα μακριά κι εμένα να με εξαφανίσει!!! Όχι άλλο!!!».
Άνεμος έπιασε να φυσάει απότομα και η ουλή στο δεξί χέρι του Τζος άνοιξε κι άρχισε να τρέχει αίμα κόκκινο και καυτό, ενώ από τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα σαν θάλασσες από την ένταση και όλα τα καταπιεσμένα συναισθήματα που έβγαιναν στην επιφάνεια.

Νιώθοντας το ζεστό αίμα του Τζος πάνω στα χέρια της, αμέσως τα μάτια της μαντάμ Ορτανσίας γύρισαν ανάποδα, κρύβοντας την κόρη των καταγάλανων ματιών της. Με τα ολόλευκα πλέον μάτια της, ταξίδευε σε κόσμους σκοτεινούς και τρομακτικούς. Σε μονοπάτια υγρά από αίμα ανθρώπων που βασάνισαν και στη συνέχεια βασανίστηκαν και οι ίδιοι. Και τότε, μέσα στην καταχνιά αυτού του κόσμου, μέσα από δεκάδες κραυγές για συγχώρεση και μετάνοια, εμφανίστηκε η σκιά ενός άγνωστου άντρα!
«Ποιος είσαι; Σε προστάζω να πεις το όνομά σου!», του φώναξε η μαντάμ Ορτανσία με τη φωνή του ψυχικού της κορμιού και όχι του φυσικού της.
Ο άντρας, αμίλητος και ανέκφραστος, την πλησίασε φτάνοντας απέναντί της. Παρατηρώντας την προσεχτικά με τα άψυχά του μάτια, έγειρε ελαφρά το κεφάλι του προς τα δεξιά.
«Εσύ… προστάζεις εμένα;» τη ρώτησε με μια φωνή, που την έκανε να τρέμει συθέμελα και στους δύο κόσμους που βρισκόταν.
Η Ζόι βλέποντας τον Τζος να στέκεται σαν υπνωτισμένος, βαριανασαίνοντας και την Ορτανσία ακριβώς απέναντί του με τα τρομακτικά λευκά της μάτια να τρέμει σαν το ψάρι, κατάλαβε ότι οι δυο τους είχαν έρθει σε μια παράξενη, όσο και απόκοσμη επαφή. Αν και ανυπομονούσε να μάθει τι συνέβαινε, ήξερε πως δε μπορούσε να κάνει τίποτα απολύτως. Έτσι ανήσυχη, έκανε το μόνο πράγμα που μπορούσε να κάνει… υπομονή.

****

«ΕΣΥ! ΠΡΟΣΤΑΖΕΙΣ ΕΜΕΝΑ;» της φώναξε ξανά με οργή, κοιτώντας την με μάτια έτοιμα να την κατασπαράξουν!
Η Ορτανσία προσπάθησε, με αξιοθαύμαστο ψυχικό σθένος, να δείξει ότι δεν τον φοβόταν, κοιτώντας τον άγνωστο άντρα με το ίδιο βλέμμα που την κοιτούσε και αυτός.
«Μπορεί το σώμα μου να είναι γέρικο και ταλαιπωρημένο, όμως η ψυχή μου είναι πολύ πιο δυνατή απ’ ό,τι φαντάζεσαι!» του είπε η Ορτανσία με ήρεμη φωνή, κι αμέσως σήκωσε το ανάστημά της, εκλύοντας ένα εκτυφλωτικό κίτρινο φως από μέσα της!
Λούζοντας με αυτό το φως ολόκληρο το ψυχικό της σώμα, δημιουργήθηκε ανάμεσά τους μια “ασπίδα”, που δε μπορούσε να διαπεραστεί από κανένα πλάσμα του μεταφυσικού κόσμου…
«Σε ξαναρωτώ λοιπόν... ΠΟΙΟΣ ΕΙΣΑΙ;», φώναξε αυτή τη φορά η Ορτανσία, δυναμώνοντας το φως που ακτινοβολούσε από μέσα της.
Ο άντρας βλέποντας την απρόσμενη δύναμη που είχε αυτή η γυναίκα, χαμογέλασε, παίρνοντας ένα ύφος που της έδειχνε, ότι μπορεί να ήταν καλή η προσπάθεια της, αλλά όχι αρκετή. Παρέμεινε στη θέση του και κοιτώντας τη στα μάτια, είδε μέσα από αυτά όλη της τη ζωή…
«Με λένε Αβαδαίο!», της είπε αμέσως μετά γεμάτος καμάρι και αυταρέσκεια.
Η Ορτανσία, γεμάτη δέος που έμαθε το όνομά του, ρώτησε, αναφερόμενη στον Τζος:
«Και τί ψάχνει ένας δαίμονας σαν εσένα, σε αυτό το άμοιρο σώμα που κατέλαβες;».
«Θα’ πρεπε να ξέρεις ότι η ψυχή που φιλοξενείται σε αυτό το “άμοιρο” σώμα, διάλεξε να γίνει από μόνη της “δικαστής και τιμωρός” σε μια πολύ μικρή και αγνή ηλικία», της είπε ο Αβαδαίος χαμογελώντας γεμάτος ικανοποίηση. «Έτσι λοιπόν, αποφάσισα να τη βοηθήσω, δίνοντάς της όλη την οργή και δύναμη που χρειαζόταν, ώστε να εκτελέσει το έργο που επέλεξε να κάνει! Αυτή είναι η δουλειά μου! Να ξεριζώνω παραστρατημένες ψυχές! Και ο φίλος σου, μου πρόσφερε την ιδανική ευκαιρία για να το κάνω...», κατέληξε να της λέει, κουνώντας τα χέρια του αδιάφορα, σαν να της μιλούσε για μια απλή δουλειά.
«Πρέπει να φύγεις από μέσα του τώρα!» του είπε αποφασιστικά η Ορτανσία, ξέροντας ότι μπορούσε, διαβάζοντας τις σκέψεις της, να μάθει όλους τους σκοπούς της… Εξάλλου, ο εν λόγω δαίμονας δεν ήταν κάποιος τυχαίος… Είχε διαβάσει πολλά γι’ αυτόν, με κυριότερο όλων, ότι είχε τη δύναμη ακόμα και του ίδιου του Εωσφόρου, αλλά ποτέ δεν πίστευε ότι θα τον συναντούσε σε κάποιο από τα αστρικά της ταξίδια. Αν εκείνος το επιθυμούσε και την πίεζε έστω λίγο, θα της έσπαγε την ασπίδα με τεράστια ευκολία, αφού ένιωθε ήδη πολύ κουρασμένη για να την κρατήσει κι άλλο, μα ήξερε ότι δεν θα το έκανε.
Κολλώντας κυριολεκτικά το πρόσωπό του πάνω στην ασπίδα της, σήκωσε το δεξί του χέρι και τεντώνοντας το δάκτυλό του, είπε:
«Θαυμάζω τη γενναιότητά σου! Αυτή και οι κρυφές σου δραστηριότητες, είναι που σε κρατάνε ακόμα ζωντανή!», της είπε κοιτώντας την με μάτια, που έβγαζαν φωτιές από μέσα τους. «Όμως ποτέ δεν είναι αργά για να κάνεις το λάθος που περιμένω! Και τότε θα δεις το φίλο σου, όπως πραγματικά είναι! Και να είσαι σίγουρη ότι το γέρικο σώμα σου δε θα μπορέσει να αντισταθεί στην οργή μου...» ολοκλήρωσε, κατεβάζοντας το δάκτυλό του.
«Δεν είναι φίλος μου...», μουρμούρισε η Ορτανσία αλλάζοντας την έκφραση της εντελώς.
Η μαντάμ κατάλαβε τι εννοούσε ο δαίμονας κι υποχώρησε “σβήνοντας” την ασπίδα της. Είχε γεράσει πια για τέτοια “παιχνίδια” και ήθελε να φυλάξει τις δυνάμεις της για κάτι μεγαλύτερο που ετοίμαζε. Το σώμα της δεν άντεχε άλλο, πόσο μάλλον όταν γνώριζε ότι ήταν ανώφελο όλο αυτό, που προσπαθούσε να κάνει. Ήταν μόνη ενάντια στο μεγαλύτερο δαίμονα όλων των εποχών, όταν το όνομά του αναφερόταν σχεδόν σε όλες τις θρησκείες! Ήταν ο βασιλιάς των παραστρατημένων ψυχών και όταν αυτός ήθελε κάτι, το έπαιρνε. Κανείς και τίποτα δε μπορούσε να τον σταματήσει…
Γυρνώντας τα μάτια της ξανά στην αρχική τους μορφή, λαχανιασμένη και αφόρητα κουρασμένη, κοίταξε τη Ζόι με ένα ύφος που πλημμύριζε από απογοήτευση. Σχεδόν αμέσως συνήλθε κι ο Τζος, που σαστισμένος κοιτούσε τις δύο γυναίκες απέναντί του.
«Λοιπόν;» τον ρώτησε η Ζόι, μη μπορώντας να κρατήσει άλλο την περιέργειά της.
«Μη ρωτάς εμένα... Εγώ… εγώ δε θυμάμαι τίποτα...» της απάντησε ο Τζος κι έπιασε το κεφάλι του, νιώθοντας μια δυνατή σουβλιά να το διαπερνά από άκρη σε άκρη…
Βλέποντας η Ορτανσία τα βλέμματα και των δύο πια επισκεπτών της στραμμένα πάνω της, λαχταρώντας να ακούσουν μια λέξη από τα χείλη της, πήρε μια βαθιά ανάσα. Αμέσως, ξεκίνησε να τους αφηγείται όλα όσα είχε "δει" και "ακούσει" στον ενδιάμεσο κόσμο, που είχε επισκεφτεί, παραλείποντας όμως, λεπτομέρειες όπως το δέος που η ίδια ένιωσε όταν έμαθε την ταυτότητα του δαίμονα, ο οποίος είχε καταλάβει το σώμα του Τζος. Ακούγοντας με εξαιρετικό ενδιαφέρον και οι δύο, αυτά που τους έλεγε, η Ορτανσία τελείωσε την αφήγησή της και τότε οι τρεις τους έμειναν αμίλητοι και σκεπτικοί.
«Δηλαδή είμαι αυτό που λένε “δαιμονισμένος”;» ρώτησε ο Τζος, μη μπορώντας να πιστέψει αυτά που άκουγε.
«Ας πούμε ότι το σώμα σου έχει καταληφθεί από ένα πολύ κακό πνεύμα, εξαιτίας κάποιον “άτυχων” επιλογών σου, όταν ήσουν νεότερος...», προσπάθησε να του εξηγήσει η Ορτανσία, όσο πιο απλά μπορούσε. «Αλήθεια, θες να μας πεις τι έκανες τότε;» ρώτησε με εξαιρετικό ενδιαφέρον.
Ο Τζος κατέβασε το κεφάλι από ντροπή, δάγκωσε ελαφρά τα χείλια του, δείχνοντας την αμηχανία που ένιωθε και εξήγησε στις δύο γυναίκες τι είχε συμβεί όταν ήταν μικρός, την εποχή που είχε γνωρίσει την Έμμα… το τι ένιωθε για εκείνην και πως αντέδρασε, όταν έμαθε για τον πατέρα της… για την οργή που κυρίευσε την ψυχή του, θέλοντας να εξαφανίσει εκείνη την ώρα όχι μόνο τον πατέρα της Έμμα, αλλά και όλους όσους βασάνιζαν τόσο απάνθρωπα μικρές, αθώες και ανυπεράσπιστες ψυχές... Δεν παρέλειψε να αναφέρει και την ικανοποίηση που ένιωσε, όταν είδε τον πατέρα της Έμμα να ξεψυχά μπρος στα μάτια του!
«Μάλιστα, έτσι εξηγούνται όλα...», μονολόγησε η μαντάμ Ορτανσία. «Έκανες κάτι πολύ κακό, αγόρι μου...», του είπε κοιτάζοντάς τον με στοργή, πιάνοντάς του ελαφρά το χέρι. «Άφησες να κυριεύσει την ψυχούλα σου η κακία, το μίσος και η οργή! Και κατά συνέπεια, προσκάλεσες μέσα σου αυτόν, που αντιπροσωπεύει όλα αυτά! Πραγματικά δεν ξέρω τι πρέπει να κάνεις για να τον βγάλεις από μέσα σου… Μια καλή αρχή όμως θα ήταν να βάλεις ξανά την αγάπη και τη δύναμη της συγχώρεσης μέσα στην καρδιά σου! Άσε μονάχα τον ίδιο τον Θεό να αποφασίσει για την μοίρα του καθενός...» είπε, προσπαθώντας να τον οδηγήσει σε ένα νέο μονοπάτι.
«Ξέρετε τι δεν καταλαβαίνω;» ρώτησε ο Τζος, προβληματισμένος κοιτάζοντας τη μαντάμ Ορτανσία στα μάτια. «Η Ζόι σε τί μου έφταιξε; Εκείνη δεν πείραξε ποτέ κανέναν! Γιατί πήγα να της κάνω κακό;» ρώτησε, εκλιπαρώντας να ακούσει μια λογική απάντηση από το στόμα της μαντάμ.
Μα πριν προλάβει να πει οτιδήποτε εκείνη, η Ζόι πήρε το λόγο...
«Νομίζω ότι έχω εγώ την απάντηση που γυρεύεις, Τζος... Πριν λίγα χρόνια αφαίρεσα μια αθώα ζωή και μάλιστα σε πολύ προχωρημένο στάδιο...», του είπε πνιγμένα ενώ τα μάτια της βούρκωναν ενθυμούμενη το τι είχε κάνει.
«Τι εννοείς;» τη ρώτησε ο Τζος γεμάτος απορία, γυρνώντας το κεφάλι του προς το μέρος της.
«Αφαίρεσα μια ζωή πριν ακόμα γεννηθεί, Τζος!», φώναξε με απόγνωση η Ζόι μην αντέχοντας άλλο το ένοχο μυστικό, που έκρυβε τόσο καιρό μέσα της. «Ήμουν έγκυος τεσσάρων μηνών, όταν το έκανα αυτό... Ήταν εντελώς ανεπιθύμητο, δεν ήμουν καν σίγουρη ποιος ήταν ο πατέρας του! Δεν το είπα αυτό ποτέ σε κανέναν και εννοείται ούτε οι γονείς μου το έμαθαν...» κατέληξε, βγάζοντας επιτέλους από μέσα της όλο το βάρος που την κατέτρωγε αυτά τα χρόνια.
Πλέον όλα είχαν μπει στον δρόμο τους… Ο Τζος ήξερε τι τού συνέβαινε και πώς προκλήθηκαν όλα αυτά. Φοβούμενος μην πληγώσει ξανά ανθρώπους που αγαπούσε, αποφάσισε να ακολουθήσει το δρόμο της συγχώρεσης και της αγάπης. Ίσως έτσι, ο δαίμονας που ενεργούσε μέσα από αυτόν, να τον εγκατέλειπε. Θα το έκανε όμως; Και αν ναι, με ποιό κόστος;
Με αυτά τα βασανιστικά ερωτήματα ο Τζος και η Ζόι έφυγαν από το σπίτι της μαντάμ Ορτανσίας, αφήνοντάς την να ξεκουραστεί.

6 μήνες μετά

Μάτια μαύρα κοιτούσαν στην ψυχή του. Μάτια γεμάτα αγάπη, που τον καλούσαν να έρθει πιο κοντά τους κι εκείνος απλά υπέκυπτε. Τα μαύρα της μαλλιά κολλημένα στο νοτισμένο της μέτωπο έκοβαν όλη την ομορφιά της. Με χέρι τρεμάμενο, με την ανάσα του να πνίγεται μέσα του, απομάκρυνε την τούφα κι έμεινε για μια στιγμή να την κοιτά. Η ομορφιά της αναμεμειγμένη με την ηδονή, τον ξεπερνούσε. Μέσα στην αγκαλιά του είχε το πιο μοναδικό πλάσμα, που είχε δημιουργήσει αυτή η πλάση. Ένα πλάσμα μόνο δικό του…
Καθώς μια σταγόνα ιδρώτα άρχισε να κατρακυλά από το μέτωπό της και να κατηφορίζει, η ματιά του Τζος την ακολούθησε. Η σταγόνα, που λαμπύριζε κάτω από το αμυδρό φως των κεριών, χάραζε μια τόσο αισθησιακή πορεία προς τα μάγουλα της Ζόι, μέχρι να κατασταλάξει στο αυλάκι της βάσης του λαιμού της, όπου τα χείλια του Τζος τη φυλάκισαν.
Το σώμα της Ζόι ανατρίχιασε… τα αισθησιακά της χείλη μισάνοιξαν… τα μάτια της έκλεισαν, ενώ η ανάσα της κόπηκε στη μέση. Ήταν μόνο δικιά του, απόλυτα παραδομένη στα χέρια του κι εκείνος δεν ήθελε τίποτα παραπάνω.
Πώς να ζητήσει ΚΑΤΙ παραπάνω, εφόσον τα είχε ΟΛΑ;
Με τις αισθήσεις του να οξύνονται, το μυαλό του να μπαίνει στη σφαίρα της φαντασίας και το κορμί του να παλεύει να ξεδιψάσει, ο Τζος, πριν το καταλάβει, ένιωσε την ψυχή του να εξυψώνεται! Μπορούσε να δει όλη τη μαγεία που εξέπεμπαν τα κορμιά τους, από άλλη οπτική γωνία!
Σαν μια κάμερα που έκανε “zoom out”, άρχισε να βλέπει τους εαυτούς τους να απομακρύνονται, μέχρι που μια σκιά έκρυψε τα παλλόμενα κορμιά τους. Γέλιο σατανικό έσπασε τη γλυκιά μελωδία της ηδονής. Γέλιο ξεκάθαρο στα αυτιά του, που τον έκανε να παγώσει, γιατί ήξερε ακριβώς από ποιον προερχόταν…
Χέρι φλεγόμενο σηκωνόταν και έδειχνε προς το μέρος τους.
«Ήρθε η ώρα…»
«Όχι!!!», προσπάθησε να φωνάξει, μα καμία λέξη δεν έβγαινε από το στόμα του. Τα χέρια του αυτόματα τύλιξαν το σώμα της, αλλά ούτε αυτό ήταν αρκετό για να την προστατέψει.
«Ήρθε η ώρα…»
Τα λόγια του, καρφιά που έσκιζαν τη σάρκα και την ψυχή του. Λόγια ψυχρά, που τον έκαναν να ουρλιάζει με πόνο.
«Όχι!!!», ούρλιαξε και καθώς το σώμα του εκτινάχτηκε, τα μάτια του άνοιξαν και το φως που πλημμύριζε το δωμάτιο, τον τύφλωσε!
Κρύβοντας το πρόσωπό του μέσα στα δύο του χέρια, προσπάθησε να πάρει μιαν επαρκή ανάσα.
Νόμιζε ότι τα είχε καταφέρει, ότι είχε φύγει μακριά από τον δαίμονά του… Όμως, κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια, εκείνος επέστρεφε για να του υπενθυμίσει ότι ήταν εκεί… ότι περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία για να επιστρέψει… Ο Τζος δεν είχε καμία ελπίδα, όμως δεν θα κατέθετε τα όπλα αμαχητί.
Το ξυπνητήρι χτύπαγε σαν τρελό, όμως στα αυτιά του το μόνο που άκουσε ήταν ο απόηχος των λόγων του δαίμονα.
«Ήρθε η ώρα…»… τον άκουγε να λέει και δεν ήξερε τι άλλο να κάνει.
Έξι μήνες τώρα, μπορεί να είχε καταφέρει να βρει τις ισορροπίες του, να κρατηθεί μακριά από τη λυσσασμένη ανάγκη του δαίμονά του για φόνο, να είχε βρει - μέσα από τη Ζόι - την αγάπη και δύναμη της συγχώρεσης στην καρδιά του… Όμως ποιος του εγγυόταν ότι αυτό ήταν αρκετό;
«Τζος;» άκουσε την αγουροξυπνημένη φωνή της Ζόι και μη θέλοντας να την ταράξει, επανήλθε απότομα στην πραγματικότητα.
Κλείνοντας το ξυπνητήρι, γύρισε το κορμί του προς το μέρος της και μόλις φώλιασε στην αγκαλιά της, άφησε ένα απαλό φιλί πάνω στη φουσκωμένη της κοιλιά. Ο μικρός του άγγελος, για απάντηση εκείνη τη στιγμή, έδωσε το στίγμα του και ο Τζος χαμογέλασε.
Όχι… δε θα άφηνε κανέναν και τίποτα να του στερήσει όλα όσα με κόπο είχε καταφέρει να κερδίσει… Δεν θα άφηνε κανέναν και τίποτα να του στερήσει τη δεύτερη ευκαιρία, που είχε κερδίσει στη ζωή!

Ο ίδιος βέβαια μπορεί να είχε συγχωρέσει τη Ζόι, που είχε πάρει την απόφαση τότε, να αφαιρέσει τη ζωή του αγέννητου παιδιού της, όμως ο δαίμονας - ή ό,τι άλλο ήταν αυτό το πράγμα, που του’ λέγε τώρα να τη σκοτώσει - ζητούσε κάποιου είδους συμπαντική δικαίωση… Ήθελε τη Ζόι νεκρή από τα χέρια του Τζος! Γι’ αυτό και ο Τζος πάλευε με νύχια και με δόντια καθημερινά να αντισταθεί, από το να τυλίξει τα χέρια του γύρω από το λαιμό της για δεύτερη φορά... Αγαπούσε τη Ζόι, την καταλάβαινε απόλυτα… Ήταν αρκετή αυτή η μια φορά που διείσδυσε στο μυαλό της, χωρίς κανέναν απολύτως κόπο και ήρθε κατά μέτωπο με το λόγο που η Ζόι έπραξε, όπως έπραξε…
Στο υποφωτισμένο δωμάτιο, γυμνοί άντρες και γυναίκες πηγαινοέρχονταν. Η Ζόι τα έχασε, όταν μπήκε μέσα, όμως δεν είχε την δύναμη να κάνει τίποτα. Το χαπάκι που είχε εισχωρήσει μέσα στο στόμα της σε ένα τελευταίο φιλί που είχαν μοιραστεί λίγο πριν μπουν μέσα σε αυτό το σπίτι είχε αρχίσει να κάνει την δουλειά του. Τα πάντα γύρω της έμοιαζαν να την απειλούν όμως το μόνο που μπορούσε εκείνη να κάνει είναι να χαμογελά. Με ένα χαμόγελο που δεν έλεγε να φύγει με τίποτα από χείλη της λες και κάποιος το είχε τσιμεντάρει εκεί.
«Σε παρακαλώ, έλα να δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό, κάτι που θα ανεβάσει κατακόρυφα την ερωτική μας ζωή», την είχε παρακαλέσει εκείνος και η Ζόι χαμογελώντας πάντα, όσο και το μυαλό της να φώναζε να του αρνηθεί εκείνη απλά είπε «Ναι».
Ήταν παράφορα ερωτευμένη με τον Μάικ, τον εμπιστευόταν απόλυτα αλλά ποτέ της δεν πίστευε ότι εκείνος θα εκμεταλλευόταν την αγάπη της για εκείνον. Τις είχε κάνει και άλλες φορές παρόμοιες προτάσεις και της είχε δώσει την ιδέα ότι αν αντιστεκόταν κι αυτή τη φορά στην πρότασή του, ήταν σίγουρη πως θα τον έχανε. Και θα τον έχανε στα σίγουρα γιατί αν είχε έστω και λίγο την λογική της ανεπηρέαστη τότε δεν θα υπήρχε καμία περίπτωση να ενδώσει. Της είχε πει πως δεν θα την άφηνε στιγμή από το χέρι του και της είχε δώσει το λόγο του, πως όταν του το ζητούσε, θα έφευγαν. Όπως τις είχε πει επίσης ότι έπρεπε να απελευθερωθεί, από τα ταμπού που έφραζαν το μυαλό της και να το δει σαν ένα ερωτικό παιχνίδι, έστω για μια φορά! Και εκείνη τον άκουγε και νόμιζε ότι της έλεγε λόγια τρυφερά, ότι της έλεγε ότι ήταν η μοναδική του αγάπη και εκείνη παραζαλισμένη τον κοίταγε και έλιωνε χωρίς να έχει ιδέα τι θα ακολουθούσε.
Μία ξανθιά, αιθέρια και ολόγυμνη κοπέλα που τους πλησίασε της τράβηξε όλη της την προσοχή. Καθώς εκείνη στάθηκε μπροστά τους και αφού τους φίλησε εναλλάξ στο στόμα, βάλθηκε να τους γδύσει. Ο Μάικ καθησύχασε τη Ζόι, ψιθυρίζοντάς της γλυκόλογα, ή μάλλον αυτά που ήθελε να ακούσει αλλά δεν είχε σημασία πια… αυτό που ήθελε το είχε ήδη πια καταφέρει.
Το κεφάλι της πια είχε θολώσει για τα καλά. Λίγο αργότερα, ένας πανέμορφος νεαρός με σμιλεμένους μύες, τής πρόσφερε ένα διάφανο υγρό σε ένα πλαστικό ποτήρι, το οποίο η Ζόι κατέβασε μονοκοπανιά από τη δίψα που είχε. Ούτε που κατάλαβε πώς τα πόδια της βρέθηκαν τυλιγμένα γύρω από τη μέση του! Όταν άνοιξε ξανά τα μάτια της, ένας μεγαλύτερος άντρας σε ηλικία με γκρίζα μαλλιά και αραίωμα στους κροτάφους, τη φιλούσε με πάθος και είχε πάρει τη θέση του νεαρού. Προσπάθησε να τον διώξει, αλλά δεν είχε τη δύναμη.
Έψαξε τον Μάικ με το βλέμμα της εντοπίζοντάς τον λίγο αργότερα… Βρισκόταν ανάμεσα σε δυο γυναίκες και φαινόταν να πετάει στα σύννεφα! Γύρισε το βλέμμα της στο πρόσωπο του άντρα, που της έγδερνε το δέρμα με τα νύχια του και συνειδητοποίησε πως τώρα ένας μαύρος είχε πάρει τη θέση του προηγούμενου! Αηδίασε με τον εαυτό της και μόλις κατάφερε να βρει τα λογικά της, ντύθηκε, έφυγε και ξέχασε τον Μάικ μια για πάντα…

****

Πώς ήταν δυνατόν να θέλει να κρατήσει αυτό το παιδί που μεγάλωνε μέσα της, μετά από ένα τέτοιο “Ρωμαϊκό όργιο”; Πώς ήταν δυνατόν ο Τζος να θέλει να στραγγαλίσει αυτό το πλάσμα, που λεγόταν Ζόι κι είχε περάσει τόσα; Από στιγμή σε στιγμή θα ερχόταν στον κόσμο ο γιος του! Το δικό του παιδί! Το παιδί εκείνου και της Ζόι! Ήλπιζε σε ένα κοκκινομάλλικο αγόρι, στο δικό του “Ginger boy”!
Κοίταξε το δεξί του χέρι, που ακουμπούσε απαλά στην κοιλιά της Ζόι και ξανάδε την ουλή με τα ράμματα· ήταν το μοναδικό που δεν είχε καταφέρει ακόμα να εξηγήσει στον εαυτό του.
«Όχι το μοναδικό…», διόρθωσε τον εαυτό του.

****

Τη δεύτερη φορά που επισκέφτηκε το σπίτι της μαντάμ Ορτανσίας, ήταν επειδή θέλησε να πάρει μια πιο λογική εξήγηση…
«Γιατί εγώ κι όχι κάποιος άλλος;»
«Επειδή Τζος», είχε ξεκινήσει εκείνη με ήρεμη φωνή, «πάντα είχες αναπτυγμένες τις αισθήσεις σου! Εσύ ο ίδιος είπες πως, με ένα μόνο κοίταγμα, κατάλαβες τι βάσανα πέρναγε η Έμμα από τον πατέρα της. Πάντα ένιωθες πως ξεχώριζες ως άνθρωπος από τη μάζα κι εξακολουθείς να νιώθεις τα συναισθήματα των άλλων»…
«Γιατί;» τη διέκοψε απότομα.
«Το γιατί δεν είμαι σε θέση να το ξέρω, Τζος… Πιστεύω όμως ακράδαντα πως όλοι μας έχουμε έρθει στη ζωή για να προσφέρουμε κάτι… Δεν ξέρω τι είναι αυτό το κάτι», βιάστηκε να απαντήσει στο απορημένο του βλέμμα. «Ηρέμησε Τζος, όλες οι απαντήσεις θα σου δοθούν εν καιρώ.»

****

Έκλεισε τα μάτια του και έφερε την εικόνα της μαντάμ Ορτανσίας μπροστά του. Πόσα ήξερε αυτή η γυναίκα, αναρωτήθηκε. Γιατί δεν του έδινε τις απαντήσεις που ήθελε;
Τέσσερα ήταν τα ερωτήματα που τον έκαιγαν…
Γιατί είχε αναπτυγμένες αισθήσεις από παιδί; Πώς σκότωσε την Έμμα; Τί είχε γίνει στο πάρκο και πώς είχε αποκτήσει αυτή την καταραμένη ουλή με τα αμέτρητα ράμματα…

Χαμένος μέσα στις σκέψεις του και με το κεφάλι του να πηγαίνει να σπάσει, σηκώθηκε από το κρεβάτι και ντύθηκε με μηχανικές κινήσεις. Έριξε μια ματιά στη Ζόι, που την είχε πάρει πάλι ο ύπνος και αφού πήγε στην κουζίνα, ετοίμασε μια κούπα με καφέ. Έψαξε στο μικρό ντουλαπάκι και βρήκε το κουτί με τα αναλγητικά χάπια. Κατάπιε δύο μαζί και πέταξε το άδειο πλέον κουτί στα σκουπίδια. Έπρεπε να θυμηθεί να πάρει καινούριο κουτί, όταν θα πήγαιναν για ψώνια με τη Ζόι. Τού είχαν γίνει πια απαραίτητα με τους συνεχόμενους εφιάλτες, που τον ταλαιπωρούσαν...
Στάθηκε για λίγο αναποφάσιστος και κατευθύνθηκε τελικά προς το μοναδικό μπαλκόνι του σπιτιού. Ο καιρός ήταν αρκετά ζεστός κι άφηναν τα παράθυρα ανοιχτά τη νύχτα. Με μια μόνο κίνηση, σήκωσε το παντζούρι και ο πρωινός ήλιος τον τύφλωσε στη στιγμή! Προχώρησε λιγάκι, έβαλε το φλιτζάνι του πάνω στο τραπεζάκι κι ακούμπησε τα χέρια του στα κάγκελα, κοιτάζοντας κατά το δρόμο. Σχετικά ήταν ακόμα νωρίς και δεν είχε πολλή κίνηση. Τα παιδάκια στην απέναντι στάση, το καθένα με ένα κινητό στο χέρι, περίμεναν το σχολικό. Ο Τζος τα κοίταξε για λίγο και μπόρεσε να νιώσει την αγωνία του ενός παιδιού που καθόταν μπροστά-μπροστά. Σίγουρα θα τον απασχολούσε τι θα έγραφε στο τεστ, αφού από την μανία του να ξεφυλλίζει το βιβλίο που κρατούσε στο χέρι φαινόταν καθαρά ότι μάλλον δεν θα είχε διαβάσει τίποτα! (δεν διαβάζει σκέψεις αλλά συναισθήματα) Απόρησε ακόμα μια φορά με τον εαυτό του, για το πώς κατάφερνε ακόμα και από τόση μεγάλη απόσταση να διαβάζει τόσο εύκολα τα συναισθήματα των άλλων!
Όσο κι αν έψαχνε μέσα του, δε μπορούσε να βρει τις απαντήσεις που ζητούσε και καθώς οι εφιάλτες του είχαν γίνει πιο έντονοι τον τελευταίο καιρό, βρισκόταν πια στα όρια της τρέλας.
Έσκυψε πάνω από τα κάγκελα λίγο περισσότερο και ξαφνικά σαν αστραπή, πέρασε από το μυαλό του η ιδέα της αυτοκτονίας. Στην κατάσταση που βρισκόταν, θα ήταν καλύτερα να ξεμπέρδευε μια και καλή. Φαντάστηκε ακόμα και τον εαυτό του -ένα άψυχο πια σώμα κολλημένο στην άσφαλτο του δρόμου με τους περαστικούς να μαζεύονται γύρω του τρομαγμένοι- και μυρμήγκιασε ολόκληρος από μια γλυκιά ευχαρίστηση!
Τι νόημα είχε κι αν ζούσε όλα αυτά τα όμορφα και πρωτόγνωρα συναισθήματα στο πλευρό της Ζόι; Άξιζε ακόμα να νιώσει και την ολοκλήρωσή του ως άνθρωπος, με το να γίνει πατέρας, με όλα όσα τον βασάνιζαν; Για πόσο καιρό θα μπορούσε να αντιστέκεται ακόμα, τώρα που τα περιθώρια στένευαν; Ίσως όντως, να είχε έρθει η ώρα... παρακούοντας τον δαίμονα, να έβαζε το δικό του τέλος σε αυτήν την ιστορία;
«Καλημέρα αγάπη μου», ακούστηκε η φωνή της Ζόι να λέει πίσω του.
Γύρισε και την κοίταξε. Έτσι όπως στεκόταν δυο βήματα μακριά του, με τον πρωινό ήλιο να έχει τρυπώσει στα μαλλιά της και τα υπέροχα κατάμαυρα μάτια της να κοιτούν βαθιά μέσα στα δικά του, σχεδόν μίσησε τον εαυτό του για τις απαίσιες σκέψεις που είχε κάνει πρωτύτερα. Πώς ήταν δυνατόν να την έβαζε να περάσει τέτοια δοκιμασία, ενώ ισχυριζόταν ότι την αγαπούσε; Έτσι ήταν η αγάπη;
Ένας κόμπος ανέβηκε από το στομάχι στο λαιμό του και τον έσφιξε τόσο ασφυκτικά που ένιωσε τα μάτια του να τσούζουν από την έλλειψη οξυγόνου στα πνευμόνια του. Πήγε κοντά της και την αγκάλιασε.
«Kαλημέρα και σε σένα», της απάντησε, προσπαθώντας να επιβληθεί στον εαυτό του παίρνοντας μια βαθιά ανάσα αφήνοντας τον εαυτό του να κρατήσει βαθιά μέσα του το αξεπέραστο άρωμα που ανέδυε η επιδερμίδα της.
«Τζος, τι συμβαίνει με σένα;» τον ρώτησε τρομαγμένη από τον τρόπο που την έσφιγγε επάνω του. «εσύ είσαι έτοιμος να κλάψεις!» ο Τζος απομακρύνοντας λίγο το κεφάλι του την άφησε να δει μέσα στα μάτια του ότι όλα ήταν καλά αλλά εκείνη παρατηρώντας τον καλύτερα συνέχισε με περισσότερη αγωνία. «Πες μου, τι σε απασχολεί; Τον τελευταίο καιρό έχω παρατηρήσει ότι είσαι πολύ ανήσυχος τα βράδια. Μήπως ευθύνομαι εγώ γι’αυτό;» τον ξαναρώτησε και του έδειξε την κοιλιά της, πνίγοντας ένα μικρό γελάκι.
Ο Τζος χαμογέλασε και την χάιδεψε στο πρόσωπο.
«Aπλά σκεφτόμουν αν αξίζω όλη αυτήν την ευτυχία που ζω τώρα...»
«Αααα, δε θέλω να σκέφτεσαι έτσι... τα καλύτερα τώρα έρχονται! Έχουμε όλο τον καιρό μπροστά μας για ξενύχτια», ξανάπε κρατώντας την κοιλιά της όλο νόημα.
Τον τράβηξε από το χέρι μέσα στο δωμάτιο και τον έβαλε να καθίσει στον καναπέ. Μαζεύοντας τα μαλλιά της από τη μια μεριά, κάθισε δίπλα του, αγγίζοντάς τον.
«Και για να έχουμε το καλό ερώτημα κύριε, πότε σκοπεύετε να με αποκαταστήσετε;»
Ο Τζος απόρησε, μη μπορώντας να εξηγήσει τα λόγια της, καθώς το μυαλό του πήγε αμέσως στο κακό, ότι μήπως μέσα από αυτήν την “αποκατάσταση” εννοούσε να εκπληρωθεί η επιθυμία του δαίμονα. Δεν ήταν δυνατόν... αλλά μήπως είχε καταλάβει τίποτα;
Ο Τζος καθώς την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια, άφησε τον εαυτό του να διεισδύσει μέσα της ώστε να διαβάσει όλα της τα συναισθήματα. Νιώθοντας να τον πλημμυρίζει ανείπωτη χαρά πήρε μια ανακουφιστική ανάσα.
«Άμα θέλεις, παντρευόμαστε αύριο κιόλας», της είπε κι ένιωσε αμέσως καλύτερα.
«Δεν εννοούσα τόσο γρήγορα... πρέπει να το κανονίσουμε πρώτα... να τακτοποιήσουμε τα χαρτιά μας και να βρω κι εγώ κάτι να φορέσω που θα μου χωράει. Με αυτή την κοιλιά, νιώθω λες και είμαι εκατό κιλά!!!», του φώναξε, ξεσπώντας σε γέλια.
Ο Τζος την αγκάλιασε κι έκλεισε για λίγο τα μάτια του. Άραγε θα μπορούσε της χαρίσει την ευτυχία; Μετά τις μαύρες σκέψεις που είχε, έγινε και πάλι κυρίαρχος του εαυτού του, αποφασίζοντας να πολεμήσει. Η Ζόι τον κοίταξε κι έβαλε το χέρι του πάνω στην κοιλιά της.
«O γιος μας με κλωτσάει συνέχεια κι εκτός αυτού, πεινάω πάρα πολύ. Θέλεις να ετοιμαστούμε και να πάμε για πρωινό; Θέλω να περάσω και από ένα παλαιοβιβλιοπωλείο. Τις προάλλες η Ορτανσία είχε δει ένα βιβλίο και με παρακάλεσε να της το αγοράσω, γιατί αυτή θα λείπει. Κάνει ένα ειδικό σεμινάριο με θέμα το παραφυσικό».
«Ωραία λοιπόν, ας πηγαίνουμε. Εδώ που τα λέμε, έχω κι εγώ κάτι λιγούρες», απάντησε, αλλά ο ήχος της φωνής του πνίγηκε, καθώς η Ζόι του πέταγε παιχνιδιάρικα ένα μαξιλάρι στο κεφάλι...

Το πρωινό πέρασε ευχάριστα με τη Ζόι να μιλά συνέχεια για το μωρό τους και να κάνει σχέδια για το γάμο τους. Καθώς έτρωγαν ο Τζος παρασύρθηκε από την ανεμελιά και το γάργαρο γέλιο της. Είναι τόσο ωραίο να αγαπάς και να γίνεσαι και ο ίδιος αποδέκτης της αγάπης, σκεφτόταν. Μπόρεσε να χαλαρώσει, ενώ προσπάθησε να μη σκέφτεται τα γεγονότα που τον τάραζαν. Μόλις γύριζε η Μαντάμ Ορτανσία, θα την επισκεπτόταν ξανά και μαζί θα προσπαθούσαν να βρουν μια λύση. Αν χρειαζόταν, θα έκανε και μια συνεδρία με υπνωτισμό μαζί της, που ίσως τον βοηθούσε περισσότερο στα ερωτήματά του.
«Πότε θα γυρίσει η Μαντάμ;», ρώτησε τη Ζόι. «Θα ήθελα να την επισκεφτούμε σύντομα. Ίσως να είναι η στιγμή για να κάνουμε εκείνη τη συνεδρία με τον υπνωτισμό, που είχαμε πει. Ακόμα δεν έχω πάρει απάντηση στα ερωτήματά μου».
«Σε δυο μέρες θα είναι εδώ», του απάντησε η Ζόι. «Αλήθεια; Το βρίσκω πολύ καλή ιδέα. Πραγματικά πιστεύω πως θα σε βοηθήσει πολύ!» Κοίταξε το ρολόι της και είπε: «Aμάν, με την πολυλογία ξεχάστηκα και πρέπει να πάρουμε και το βιβλίο της από το μαγαζί. Πάμε με τα πόδια, εδώ κοντά είναι», ξανάπε χαμογελώντας.
Περπάτησαν πιασμένοι χέρι-χέρι και μετά από λίγο, στέκονταν έξω απ’ την πόρτα του, ενώ ένα καμπανάκι έκανε γνωστή την παρουσία τους, καθώς έμπαιναν μέσα. Στάθηκαν για λίγο με κομμένη την αναπνοή, καθώς κοιτούσαν γύρω τους. Χιλιάδες βιβλία ολόγυρά τους, καταλάμβαναν τον χώρο, είτε στοιβαγμένα στα τεράστια εντοιχιζόμενα ράφια, είτε ακουμπισμένα διάσπαρτα σε τραπεζάκια, ενώ μια μεθυστική μυρωδιά, μάλλον από κάποια βότανα, πλανιόταν στον αέρα.
Ένα συμπαθητικό γεροντάκι με καμπούρα, κατάλευκα μαλλιά και γενειάδα, τους πλησίασε χαμογελώντας.
«Μπορώ να σας βοηθήσω σε κάτι;», ρώτησε.
Η Ζόι άρχισε να του λέει τι ήθελαν και μόλις είπε το όνομα της Μαντάμ Ορτανσίας, το καλοκάγαθο γεροντάκι αναφώνησε:
«H καλή μου φίλη... έρχεται εδώ συχνά και κάνουμε παρέα. Άλλωστε, ασχολούμαστε και οι δύο με το ίδιο αντικείμενο. Εκτός απ’ τα βιβλία, ο αποκρυφισμός και η μαγεία μας συναρπάζουν».
Έπιασε απ’ το χέρι την κοπέλα, παρασύροντάς την στο βάθος του μαγαζιού. Ο Τζος πλησίασε στα ράφια κι άρχισε να χαζεύει τους τίτλους των βιβλίων. Κάπου στο βάθος ενός ραφιού στεκόταν ένας χοντρός τόμος με την επικεφαλίδα “Οι Δαίμονες στο πέρασμα του χρόνου”. Το πήρε αμέσως στα χέρια του και το άνοιξε.
Φοβερές εικόνες με διάφορους δαίμονες ξεπετάχτηκαν μπροστά στα μάτια του! Ξεφυλλίζοντάς το παρακάτω, το χέρι του σταμάτησε πάνω στη σελίδα με τον τίτλο “ΑΒΑΔΑΙΟΣ, ο καταστροφέας της Κόλασης” και άρχισε να διαβάζει. Σαν όνειρο άρχισαν να περνάνε μπροστά από τα μάτια του εικόνες από τις ξεστρατισμένες στρατιές ψυχών, που ούρλιαζαν, ζητώντας τη δικαίωση με χιλιάδες ακρίδες να τους κατασπαράζουν.
Ήταν τόσο απορροφημένος από την ανάγνωση, που σχεδόν δεν άκουσε την Ζόι και τον γέροντα να γυρίζουν κοντά του και το βιβλίο, του έπεσε απ’ τα χέρια. Σκύβοντας για να το πάρει, φάνηκε ξανά κατακάθαρα η απαίσια ουλή του. Ο γέροντας βλέποντάς τη, έβγαλε μια άναρθρη κραυγή.
«Τί είναι αυτό;», ρώτησε τον Τζος έντρομος.
«Δεν είναι τίποτα», απάντησε αυτός και προσπάθησε να την κρύψει.
Ο γέροντας ακούμπησε δίπλα του τα βιβλία που κρατούσε και προτείνοντας το χέρι του, ξεκούμπωσε αργά το μανίκι του. Κάτω από τα έκπληκτα βλέμματά τους, στο χέρι του γέροντα, σαν πιστό αντίγραφο, είδαν να ξεδιπλώνεται η ίδια ουλή...

Τα μάτια του γέροντα έλαμψαν σαν αστραπή σε βαθύ σκοτάδι. Αμέσως τους κοίταξε εναλλάξ· μια τον Τζος και μια τη Ζόι. Το βλέμμα του έγινε μυστήριο και τα βλέφαρα χαμήλωσαν, κρύβοντας σχεδόν τον μισό βολβό. Για μια στιγμή έμεινε παγωμένος, ακίνητος σαν άγαλμα, σα να περίμενε κάτι… αμήχανη στιγμή... Το χέρι του ήταν ακόμη προτεταμένο με το μανίκι ανεβασμένο και τη γροθιά σφιγμένη.
Η Ζόι κοίταξε τον Τζος και του χαμογέλασε.
«Εμείς να πηγαίνουμε τώρα…» είπε στον γέρο, κοιτάζοντας τον μέλλοντα πατέρα του γιου της.
Και οι δύο νέοι κοίταξαν τον παράξενο ηλικιωμένο, που χωρίς να μιλήσει ή να δώσει ένα δείγμα πως τους άκουσε, είχε αρχίσει να σχηματίζει στα χείλη του ένα πλατύ χαμόγελο.
Βγήκαν από το βιβλιοπωλείο τρέχοντας κάτω από τις ελαφρές ψιχάλες, που ήδη είχαν αρχίσει να σχηματίζουν τις πρώτες μικρές λιμνούλες. Τα αυτοκίνητα πέρναγαν μπροστά τους, αντικατοπτρίζοντας τα είδωλά τους σε εκείνη την τζαμαρία πίσω από την οποία βρισκόταν ο βιβλιοπώλης.
Τους κοίταζε να απομακρύνονται σκυμμένος, κρατώντας στα χέρια του το παχύ δερματόδετο βιβλίο, που είχε πέσει από τα χέρια του Τζος λίγα λεπτά πριν. «Θα ξανάρθεις…» ψέλλισε γελώντας, «θα ξανάρθεις γιατί όσο κι αν απομακρυνθείς, πάντα θα φτάνεις στο σημείο όπου θα αρχίζεις να γυρίζεις πίσω»…

****

Το τηλέφωνο κουδούνισε. Η Μαντάμ Ορτανσία άπλωσε το ζαρωμένο χέρι της πάνω στη συσκευή. Ήταν από εκείνες τις παλιές κλασικές κατασκευές με το πλεκτό μαύρο καλώδιο, όπου το ακουστικό, για να κλείσει η γραμμή, ακουμπούσε σε δύο πιεζόμενους διακόπτες σχήματος V. Απάντησε βάζοντας το σώμα του τηλεφώνου στο αυτί της. Δεν είπε κουβέντα. Στην άλλη άκρη της γραμμής ακούστηκε μονάχα μία βαθιά ανάσα. Ένα χαμόγελο άρχισε να σχηματίζεται και στα δικά της χείλη. Η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής πήρε τον λόγο.
«Σε ευχαριστώ για αυτό που έκανες», η Μαντάμ Ορτανσία απλά χαμογέλασε δείχνοντας αποδοχή στα λόγια του συνομιλητή της. «Ήξερα πως αυτή η στιγμή θα ερχόταν… Τον βρήκες…!».
«Τόσα χρόνια ερευνών επιτέλους απέδωσαν καρπούς».
Ένα αμοιβαίο γέλιο ακούστηκε κι απ’ τους δυο τους.
«Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις…», συμπλήρωσε η Μαντάμ Ορτανσία κι έκλεισε το τηλέφωνο απαλά μέσα από την κάμαρα, στην οποία βρισκόταν περιτριγυρισμένη από ματωμένες φωτογραφίες αγνώστων.
Στην άλλη μεριά της γραμμής, το τηλέφωνο έκλεισε κι αυτό λίγα δευτερόλεπτα αργότερα. Η κλήση είχε γίνει από το πατάρι ενός παλαιού βιβλιοπωλείου, το οποίο είχε επισκεφτεί ένας νεαρός με την έγκυο σύντροφό του το ίδιο πρωί...

****

Ο -υπεράνω πάσης υποψίας- γέροντας σηκώθηκε κοιτάζοντας στο θολό καθρέπτη τα άσπρα του γένια και χαμογέλασε. Το είδωλό του όμως είχε άλλη άποψη. Δε χαμογέλασε, δεν ακολούθησε τις κινήσεις του. Αντιθέτως, γούρλωσε τα μάτια και άνοιξε το στόμα αποκαλύπτοντας έναν σάπιο σκουληκιασμένο φάρυγγα με δόντια που τρυπούν τα ματωμένα χείλη και τη γλώσσα. Το στόμα έκλεισε τρικλίζοντας και ο γέρος κατευθύνθηκε στην τζαμαρία, η οποία κάλυπτε μέχρι και το πατάρι και τράβηξε τα σχοινιά των συρόμενων κουρτινών.
Όλο το κατάστημα τυλίχτηκε στο σκοτάδι, μα αυτός έβλεπε σα να περπατούσε μία ηλιόλουστη μέρα δίχως σύννεφα. Το ανάστημά του και ο τρόπος που περπατούσε τώρα, δε θύμιζε καθόλου εκείνον τον καλοκάγαθο γεράκο, που ήταν σήμερα το πρωί με σκεβρωμένη πλάτη και πόνο στις κλειδώσεις. Προχώρησε ξανά μέχρι την πλάτη του γραφείου του και την μετακίνησε αποκαλύπτοντας ένα χρηματοκιβώτιο. Έσκυψε και γύρισε τον περιστροφικό διακόπτη σχηματίζοντας τον αριθμό ξεκλειδώματος. “4 – 6 – 8 – 20 – 12”.
Το ατσάλινο παχύ πορτάκι άνοιξε φανερώνοντας το περιεχόμενό του. Ένα μενταγιόν σε σχήμα πεντάλφας από χρυσό ήταν κρεμασμένο από έναν εσωτερικό γάντζο. Το πήρε στα χέρια κι έκλεισε ξανά την πόρτα. Σειρά είχε ο δεύτερος κωδικός: “6 – 6 – 6”. Αυτή τη φορά το πορτάκι παρέμεινε κλειστό. Ένα κλικ όμως ακούστηκε από την απέναντι μεριά του δωματίου!
Η βιβλιοθήκη που στεκόταν αντικριστά, έκανε ένα ελαφρύ τίναγμα μπροστά, μαρτυρώντας πως κάποιος μηχανισμός την κρατούσε σαν μία πόρτα κλειστή. Την πλησίασε και την έπιασε, τραβώντας την ελαφρά. Μια βαριά πέτρινη πόρτα βρισκόταν κλειστή από πίσω. Στο κέντρο είχε βαθιά χαραγμένο ένα σημάδι με ένα σύμβολο. Κρατούσε το κλειδί στο χέρι. Το έσφιγγε δυνατά. Το σήκωσε και το κόλλησε μέσα στο χάραγμα. Μια λάμψη αναδύθηκε από μέσα του, που φώτισε αμυδρά το δωμάτιο.
Η βαριά πόρτα άρχισε να ανοίγει, κάνοντας το χαρακτηριστικό θόρυβο που κάνουν οι πέτρες όταν τρίβονται μεταξύ τους. Μια πέτρινη κατηφορική σκάλα ξεχώρισε από πίσω της, που χανόταν κι αυτή μέσα στο βαθύ σκοτάδι. Στο ύψος του προσώπου του βρισκόταν ένα λιωμένο κερί. Το πήρε και, με τον αναπτήρα του, άναψε το φυτίλι. Άρχισε αργά αλλά σταθερά να κατεβαίνει στο κρυφό δωμάτιο, που έμοιαζε να τον καταπίνει. Η πόρτα πίσω του έκλεισε ερμητικά σηκώνοντας σκόνη, κάνοντάς τον να βήξει ελαφρά.
Η πορεία του συνέχισε αδιάκοπα, μέχρι που έφτασε στο τέλος. Ο γέρος βρισκόταν σε ένα νέο δωμάτιο διακοσμημένο με αποκρυφιστικά σύμβολα και άλλες αποκρουστικές εικόνες. Στάθηκε μπροστά σε ένα μαρμάρινο τραπέζι, ντυμένο με βελούδινο κόκκινο πέπλο. Πάνω του βρίσκονταν μικρά φιαλίδια με άγνωστο καπνό μέσα. Στις δύο άκρες περίμεναν καρτερικά δύο παλιά κηροπήγια. Τα άναψε, από το λιγοστό φυτίλι που εξείχε και ακούμπησε κάτω και το δικό του.
Επιτέλους η αίθουσα φωτίστηκε, κάνοντας ευδιάκριτη πάνω από το κέντρο του τραπεζιού την ξεθωριασμένη εικόνα ενός πλάσματος λουσμένο με αίμα και πόδια τράγου. Ο ηλικιωμένος σήκωσε τα χέρια του ως ένδειξη επίκλησης, παραδίνοντας το σώμα του σε μία έκσταση, μαρτυρώντας με τα λόγια του, αυτά που έλεγε η ψυχή του…
«Αυτός που είναι μαρκαρισμένος και φέρει το δικό σου το σημάδι, βρέθηκε. Ο δεύτερος συλλέκτης ψυχών ήρθε σε εμάς. Οι γραφές και οι ψευδοπροφήτες σε αναφέρουν ως Αντίχριστο. Εμείς όμως ξέρουμε το πραγματικό σου όνομα: Αβαδαίος. Ώ… Μέγα Άρχων και εκκινητή των πάντων… Η ώρα να αποκτήσεις υλική υπόσταση, έφτασε. Η προφητεία εκπληρώθηκε!»
Η Ζόι με τον Τζος συνέχιζαν να τρέχουν μέσα στη βροχή κι ας είχαν απομακρυνθεί πια από το βιβλιοπωλείο. Μετά από την ουλή που είχαν δει στο χέρι του γέροντα και όσα τους είπε για τη σχέση του με την Ορτανσία κι από τη στιγμή που η επίσκεψή τους εκεί έγινε με αφορμή το βιβλίο που είχε παραγγείλει εκείνη, μια έντονη διαίσθηση “φώναζε” μέσα τους σαν κραυγή. Η διαίσθηση πως η Μαντάμ Ορτανσία για κάποιο λόγο είχε πει ψέματα για τη διήμερη απουσία της.
Κι αυτή ακριβώς η διαίσθηση τους έκανε να τρέχουν τώρα με προορισμό το σπίτι της Ορτανσίας, καθώς η επιθυμία κι η ανάγκη τους να ανακαλύψουν τι ακριβώς είχε συμβεί, είχε γίνει δίψα μεγάλη κι έντονη!
Κάποια στιγμή ο Τζος κράτησε από το χέρι δυνατά τη Ζόι και τη σταμάτησε. Αμέσως έπιασε με τα δυο του χέρια το πρόσωπο της και τη φίλησε στο στόμα. Οι λαχανιασμένες ανάσες και των δυο τους έγιναν μια ανάσα έντονη και παθιασμένη… μιαν ανάσα που πάλευε να κρατηθεί σαν φιλί ζωής απεγνωσμένο και να γεννήσει ζωή μέσα από δαίμονες, θανάτους και ψυχές κατεστραμμένες και χαμένες.
Το μόνο που μπόρεσε ο Τζος να πει με δυσκολία ήταν:
«Σ’ αγαπώ Ζόι… Ζωή μου… Θα νικήσεις εσύ!»
Με τα κορμιά τους μουσκεμένα από τη βροχή και με καταιγίδα που ξεσήκωνε τα σωθικά τους, έφτασαν στο σπίτι της Μαντάμ Ορτανσίας.
Η Μαντάμ τους περίμενε έξω στην αυλή της, εκείνη που έμοιαζε με αμμουδιά και θάλασσα ενώ το παράξενο ήταν πως με τόση βροχή, εκείνη όχι μόνο δεν είχε βραχεί καθόλου, μα ήταν τόσο στεγνή και ζαρωμένη από ένα πορτοκαλί φως, που πότε ήταν ορατό και πότε εξαφανιζόταν.
Μόλις τους είδε, ξαφνικά έπεσε κάτω, σα να την είχε χτυπήσει κεραυνός! Το σώμα της γινόταν άμμος και το κεφάλι της έμοιαζε με το πρόσωπο της Μέδουσας, που όποιος την κοιτούσε γινόταν πέτρα.
Η Ζόι δεν άντεχε. Γονάτισε σε μιαν άκρη με σπασμένα κοχύλια και κρατούσε την κοιλιά με το μωρό της, που κλωτσούσε έντονα κι άρχισε να κλαίει βουβά. Λάσπη τύλιξε το κορμί της. Λάσπη στο σώμα της, στα μαλλιά της, στα μάτια της, παντού. Λάσπη από άμμο και βροχή και το στόμα της είχε ακόμα τη φλογερή αίσθηση του φιλιού του αγαπημένου της.
Ο Τζος βλέποντας τις δύο γυναίκες κατάχαμα έμεινε ακίνητος χωρίς να ξέρει τι να κάνει. Η καρδιά και η λογική του ούρλιαζαν να πάει στην αγαπημένη του αλλά το σώμα δεν υπάκουσε. Σαν υπνωτισμένος πλησίασε την Ορτανσία, ενώ η ουλή στο δεξί του χέρι είχε ματώσει πάλι και το αίμα έτρεχε σαν ποτάμι, σκούρο ποτάμι μέσα στις αυλακιές της βροχής. Και τότε, άρχισε να τρέχει ίδιο σκούρο αίμα, από το στόμα της Ορτανσίας και μέσα από αυτό, έβγαιναν λόγια σαν κραυγές και σαν παραλήρημα μα και σαν τον ήχο, που κάνει το χαλάζι όταν πέφτει επάνω σε πέτρες και σε κόκαλα που ξεθάφτηκαν με τον καιρό.
«Ginger boy, φέρε το αίμα σου πάνω στο δικό μου!!!», του φώναξε.
Ο Τζος φοβισμένος, ακούμπησε το δεξί του χέρι πάνω στο αίμα που έβγαινε από το στόμα της Ορτανσίας κι εκείνη άρχισε να το φιλά στην αρχή κι ύστερα να το ρουφά και να το πίνει αχόρταγα, μέχρι που η ουλή στο δεξί χέρι του Τζος - εκείνη η ανεξήγητη ουλή - εξαφανίστηκε!
Η Ορτανσία πήρε την κανονική της μορφή, σηκώθηκε και με πλάτη γυρισμένη, μα γερμένη τόσο, που έμοιαζε στον βιβλιοπώλη, και με δόντια σφιγμένα, είπε τα εξής λόγια:
«Μου σκότωσαν τον Ιταλό μου!!! Τον σχοινοβάτη μου!!! Τον ακροβάτη μου!!! Τον έρωτά μου!!! Μου σκότωσαν οι άτιμοι οι δαίμονες τον έρωτα και τη ζωή μου την ίδια!!! Και μαζί με εκείνον, έχασα και τα παιδιά που είχα από εκείνον στην κοιλιά μου… τα γέννησα μονάχη μου στη θάλασσα, επειδή με είχαν όλοι διώξει από εδώ… επειδή δε μπορούσα χωρίς τον έρωτά μου και με έλεγαν παράξενη όταν διάβαζα τις βρώμικες σκέψεις τους, ανάθεμα τους!!! Πνίγηκαν τα μωρά μου, επειδή ήταν αδύναμα. Ένα αγόρι κοκκινομάλλικο κι ένα κορίτσι με μαύρα μαλλιά ήταν και πνίγηκαν… Από τότε ορκίστηκα κι έβαλα σκοπό ζωής να τους καταστρέψω όλους όσους με κατέστρεψαν!!! Θα τους βάλω σε καράβι δαιμονισμένο και θα τους κάνω ναυάγιο στον πιο άγνωστο βυθό!!! Όμως αγόρι μου, εσύ, σε παρακαλώ μη νοιαστείς για παράδεισο, γιατί μια ουτοπία και μια παγίδα είναι κι αυτός… Πάλεψε μαζί με τη Ζόι και το μωρό σου να νικήσεις την κόλαση, μέσα από την κόλαση!!!»

Μα η Ορτανσία ήξερε πάρα πολύ καλά πως ο αγώνας αυτός θα ήταν ανούσιος, κανείς δε μπορούσε να τα βάλει με τον υπέρτατο δαίμονα, πόσο μάλλον δύο απλοί θνητοί… Έπρεπε όμως να τους δώσει την ψευδαίσθηση της επιλογής.
Εξάλλου οι σκοποί που εξυπηρετούσε ήταν πιο σημαντικοί από τη ζωή αυτών των δύο, μακάρι να γινόντουσαν διαφορετικά τα πράγματα, αλλά αφού δε μπορούσε να τα αλλάξει και ο Αβαδαίος διάλεξε αυτούς για τον σκοπό του, εκείνη έπρεπε να ακολουθήσει.
Το μωρό που κουβαλούσε στα σπλάχνα της η Ζόι δεν ήταν ένα τυχαίο βρέφος, ήταν αυτό που της υποσχέθηκε ο αφέντης της… αυτό που θα έφερνε ξανά στη ζωή… ο Ιταλός της! Για την ακρίβεια θα ήταν ο ίδιος αυτοπροσώπως ή τουλάχιστον η ψυχή αυτού, μετεμψυχωμένη μέσα από αυτό το μωρό! Αρκεί να τον υπηρετούσε πιστά σε ό,τι της ζητούσε.
Η αγάπη της Ορτανσίας ήταν τόσο μεγάλη για τον σχοινοβάτη της, που προκειμένου να τον δει ξανά, δέχτηκε να τον έχει κοντά της, μεγαλώνοντας τον εκείνη από την πρώτη του ανάσα πάνω στη γη. Και τώρα που όλα είχαν μπει στο δρόμο τους, δεν είχε σκοπό να τα χαλάσει, μονάχα λίγη ακόμα υπομονή θα έπρεπε να κάνει κι ύστερα θα μπορούσε να είχε ξανά στην αγκαλιά της τον μοναδικό έρωτα της ζωής της. Έστω και αν έπρεπε να θυσιαστούν δύο αθώες ψυχές για το σκοπό αυτό…

Ο Τζος αμέσως μετά από εκείνη την περίεργη συνεύρεσή του με τη μαντάμ Ορτανσία είχε νιώσει το κορμί του απελευθερωμένο, ανάλαφρο και καθαρό. Μια αίσθηση που είχε μήνες ολόκληρους, ίσως και πάνω από χρόνο, να αισθανθεί. Δεν ήξερε τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό… Δεν ήξερε τι θα μπορούσε να σημαίνουν όλα αυτά που είχαν συμβεί τους τελευταίους μήνες στη ζωή του. Αυτός ο δαίμονας που είχε κυριαρχήσει πάνω του και τον όριζε, από πού είχε έρθει και τι ζητούσε από εκείνον; Ερχόταν κι έφευγε από τη ζωή του όποτε εκείνος ήθελε και τον παγίδευε με τέτοιον τρόπο, ώστε να μη μπορεί ο ίδιος να ορίζει τη θέλησή του και να τον κάνει υποχείριό του.
Μια σκέψη τον βασάνιζε όλον αυτό τον καιρό. Και αν τον έστρεφε ξανά ενάντια στη Ζόι; Πώς εκείνος θα μπορούσε να αντισταθεί σε ένα τόσο δυνατό δαίμονα; Αλλά και πάλι τι ήταν εκείνο που τον έκανε να σταματήσει, λίγο προτού τη στραγγαλίσει μερικούς μήνες πριν;
Ήθελε να φύγει και να περπατήσει για λίγο μόνος του. Η Ζόι δεν έπρεπε να καταλάβει τι τον βασανίζει. Δεν έπρεπε στην κατάστασή της να συγχύζεται. Να σκεφτεί σοβαρά τι θα έπρεπε να κάνει. Ένιωθε ότι δε μπορούσε να εμπιστευτεί τη μαντάμ Ορτανσία και τον γέροντα-βιβλιοπώλη.
Με οδηγό την καρδιά του και την λογική θολωμένη άρχισε να περπατά. Με την άκρη του ματιού του είδε την Ζόι να τον κοιτά αλλά εκείνος δεν σταμάτησε. Ένα μέρος μόνο είχε την απαραίτητη ησυχία και ηρεμία που θα τον βοηθούσε να σκεφτεί καλύτερα. Το κοιμητήριο όπου αναπαυόταν η Έμμα, η πρώτη του αγάπη. Είχε πολύ καιρό να πάει κι αισθάνθηκε ενοχές, που μια νέα αγάπη στη ζωή του τον απομάκρυνε από εκείνη. Είχε μια μεγάλη λαχτάρα να βρεθεί εκεί. Δεν γνώριζε γιατί. Σαν να τον καλούσε κάτι. Κάτι που τον έκανε να ξεχάσει ακόμα και ότι η Ζόι, η αγαπημένη του τον είχε ανάγκη. Όχι δεν γνώριζε γιατί αλλά ήξερε ότι ήταν πολύ δυνατό. Τόσο δυνατό που του ήταν αδύνατων να το αγνοήσει.
Προσπέρασε τα μνήματα με μεγάλη ανυπομονησία, ώσπου έφτασε σε ένα παρατημένο μνήμα, στο οποίο μια παλιά φωτογραφία της Έμμα με εκείνο το τόσο γνώριμο σε αυτόν, αθώο και πληγωμένο παιδικό της βλέμμα, ήταν το μόνο που μαρτυρούσε πως εκεί κάτω είχε θαφτεί μια για πάντα μια αθώα παιδική ψυχή.
Μια ανατριχίλα τον διαπέρασε και το βρώμικο παρατημένο μάρμαρο στο μνήμα της άστραψε μεμιάς. Τα αγριόχορτα μαράθηκαν και μια γυναικεία φιγούρα στάθηκε μπροστά του! Ήταν η Έμμα! Όχι όπως τη θυμόταν τις τελευταίες μέρες της ζωής της, μα όμορφη με όλα τα θηλυκά της χαρακτηριστικά έντονα τονισμένα. Ήταν πια γυναίκα!
«Κανείς δεν το καθαρίζει»… είπε παραπονεμένα.
«Έμμα;» μουρμούρισε. Δε μπορούσε να το πιστέψει, μα σίγουρα το δίχως άλλο ήταν εκείνη!
«Δεν έχω χρόνο για εξηγήσεις, Τζος. Κινδυνεύετε εσύ και η Ζόι. Δε μπορείτε να γλυτώσετε, αλλά μπορείτε να τον σταματήσετε. Αυτή θα είναι η δική σας νίκη.»
«Τί εννοείς;», ρώτησε εκείνος.
«Τώρα μπορείς να αντιδράσεις, Τζος. Ο δαίμονας βγήκε από μέσα σου τη στιγμή που βρέθηκες μαζί με τη μαντάμ Ορτανσία σε ‘κείνη την τελετή μεταφοράς. Γι’ αυτό σε κάλεσα τώρα να έρθεις εδώ. Τώρα που είσαι απαλλαγμένος από εκείνον μπορώ να σε πλησιάσω. Είμαι άγγελος, Τζος. Τα βασανισμένα παιδικά μου χρόνια με μετέτρεψαν σε άγγελο. Τόσες φορές που ερχόσουν εδώ παλιά, δεν μου επιτρεπόταν να πλησιάσω ένα δαιμονισμένο. Άκουσέ με. Η ουλή που κουβαλούσες τόσο καιρό είναι το σημάδι των δαιμονισμένων, που κάποια στιγμή, είτε με τη θέλησή τους είτε όχι, κινήθηκαν ενάντια σε ένα πρόσωπο που τους αγαπούσε. Απέκτησες την ουλή όταν προσπάθησες να σκοτώσεις τη Ζόι. Σωστά;»
«Ναι, αλλά δεν το έκανα…» διαμαρτυρήθηκε εκείνος.
«Δε σε άφησε, γιατί είχε άλλα σχέδια για εσάς. Σε κράτησε τόσο, όσο χρειαζόταν για να σε σημαδέψει με την ουλή. Η Ζόι έπρεπε να ζήσει για να εκπληρώσετε την προφητεία.»
«Ποια προφητεία;»
«Η μαντάμ Ορτανσία, πριν από χρόνια, είχε κατά λάθος σκοτώσει τον αγαπημένο της. Από τρελή ζήλια για μια μικρή Γαλλιδούλα - η οποία μόλις είχε μπει στην ακροβατική ομάδα του Τζιουζέπε και φαινόταν να του τραβάει το ενδιαφέρον - σκηνοθέτησε ένα ατύχημα. Μπέρδεψε όμως τα σχοινιά κι αντί να σαμποτάρει τα δικά της, χαλάρωσε τους κόμπους στα δικά του. Από εκείνη τη μέρα ο δικός της δαίμονας κατέλαβε το σώμα της και η ουλή στο δικό της χέρι εμφανίστηκε. Θέλοντας να επανορθώσει, έταξε την ψυχή της σε έναν άλλο δαίμονα, που της υποσχέθηκε να της φέρει πίσω τον αγαπημένο της μέσω μετεμψύχωσης. Έγινε ιέρειά του και έχει σκοπό να μαζέψει στο δικό της σώμα τρεις δαίμονες με αρχηγό αυτόν, που είχε κυριέψει εσένα. Δυο νέοι άνθρωποι θα φέρουν στον κόσμο ένα παιδί που θα μοιάζει εξωτερικά στον Τζιουζέπε αλλά δεν θα είναι αυτός. Θα είναι το σώμα που θα φέρει τη δύναμη τριών ισχυρών δαιμόνων μαζί. Πρέπει να το σταματήσεις Τζος! Το ακούς; Πρέπει να τους σταματήσεις!»
«Είσαι τρελή! Τί μου ζητάς να κάνω; Να σκοτώσω το παιδί μου;» αντέδρασε εκείνος χωρίς δεύτερη σκέψη.
«Δεν είναι παιδί σου, Τζος! Δεν είναι παιδί σας! Σας χρησιμοποιούν!»
«Δεν καταλαβαίνω τι μου λες. Και ο πατέρας σου είχε την ουλή! Και ο γέροντας την έχει. Τι έχεις να πεις γι’αυτό;»
«Δε νομίζω να πίστεψες εκείνη την απίθανη ιστορία ότι η ουλή ήταν από ένα καυγά με τη μητέρα μου, που μετά εξαφανίστηκε! Εκείνος τη σκότωσε! Ήταν δαιμονισμένος. Μετά την έθαψε στον κήπο μας. Τύλιξε το χέρι του με γάζες για να κρύψει την ουλή που εμφανίστηκε, αλλά αρκετό καιρό αργότερα, όταν την είδε ο κόσμος, έπλασε αυτή την ιστορία με τη φαντασία του. Είναι απλά μια φήμη, Τζος. Εκείνος τη σκότωσε! Όταν τον σκότωσες εσύ, ο δικός του δαίμονας πέρασε σε σένα.»
«Και ο γέροντας;»
«Δεν είναι γέροντας. Είναι μόλις δέκα χρόνια μεγαλύτερος από εσένα, η σαπίλα της πουλημένης ψυχής του τον κάνει να φαίνεται σας γέρος. Κάποτε ήταν ένας γιατρός, μαιευτήρας. Ανακάλυψε ότι μπορούσε να βγάλει πολλά λεφτά από τις εκτρώσεις. Όταν η κοπέλα του έμεινε έγκυος, ήξερε ότι η οικογένειά του δε θα τη δεχόταν και δεν είχε το θάρρος να τους αντιμετωπίσει. Ανέλαβε μόνος του να το ξεφορτωθεί, αλλά εκείνη πέθανε στα χέρια του από αιμορραγία. Από τότε καταζητείται και κρύβεται πίσω από αυτά τα φτωχικά ρούχα και την ιδιότητα του βιβλιοπώλη. Γέρασε από τον καημό του και δεν αναγνωρίζεται πια. Έχει και εκείνος την ουλή. Σωστά; Η ψυχή του ήταν ήδη χαμένη μετά από τόσες εκτρώσεις και με τον θάνατο του παιδιού του αλλά και της μητέρας αυτού, απέκτησε την ουλή. Ρώτησε την Ζόι. Αν προσπαθήσει λίγο, θα τον αναγνωρίσει και εκείνη. Εκείνος την απάλλαξε από την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη της! Φέρει και εκείνος ένα δαίμονα. Αυτόν που θέλει η μαντάμ Ορτανσία, η ιέρεια του Αβαδαίου, να αποκτήσει με τη δύναμη της μεταφοράς. Όταν οι δαίμονες θα γίνουν τρεις, κανείς δε θα μπορεί να τους σταματήσει. Θα σκοτώσουν την Ορτανσία και θα χρησιμοποιήσουν το παιδί. Πρέπει να τους σταματήσεις, Τζος!!! Το ακούς; Πρέπει να τους σταματήσεις με όποιο κόστος»…
«Μα δεν είναι δυνατόν! Όχι, όχι, αυτό δε μπορεί να συμβαίνει! Εσύ πως τα γνωρίζεις όλα αυτά, Έμμα;»
Δε δεχόταν με τίποτα τις εξηγήσεις της. Έπρεπε να βρει ένα κενό, ένα λάθος, κάτι τέλος πάντων που να τα αναιρεί όλα αυτά.
«Γιατί δεν απέκτησα την ουλή, όταν σκότωσα εσένα; Ε; Απάντησέ μου σε αυτό!» φώναξε με φανερή ανακούφιση που κατάφερε να βρει κάτι για να καταργήσει τη θεωρία της.
«Δε με σκότωσες εσύ, Τζος. Πώς ήσουν τόσο ανόητος να το πιστεύεις αυτό; Ήμουν επιληπτική! Θυμάσαι τις κρίσεις μου; Ένα βράδυ η κρίση ήταν πολύ ισχυρή. Δεν έπαιρνα αρκετό οξυγόνο για πάνω από μισή ώρα. Όταν με βρήκαν νεκρή στο σπίτι μου κανείς δε νοιάστηκε να μάθει την αλήθεια.»
«Φύγε! Φύγε διάολε!» άρχισε να ουρλιάζει εκείνος.
«Είμαι ο φύλακας άγγελός σου, Τζος. Πάντα ήμουν...»
Τα μάτια της των κοίταγαν ικετευτικά, τον παρακάλαγαν να την πιστέψει. Ο Τζος δεν την πίστευε και αυτό την πονούσε. Έπρεπε να τον πείσει. Εκείνη γνώριζε την αλήθεια.
«Από εκείνη τη μέρα που με απάλλαξες από αυτόν τον τύραννο, έταξα τη ζωή μου σε σένα. Αλλά δε μπορούσα να σε πλησιάσω. Είχες ήδη τον δαίμονα μέσα σου. Μόνο τώρα μπόρεσα να σε πλησιάσω. Εγώ σε κάλεσα εδώ… Άνοιξε τα μάτια σου Τζος και δες το. Δεν μπορεί να μην το νιώθεις; Τζος; Τζος!!!»
Η Έμμα συνέχιζε να φωνάζει το όνομά του καθώς εκείνος έτρεχε σαν τρελός να φύγει από εκεί μέσα. Δεν ήξερε τι να πιστέψει. Όλα φαίνονταν να έχουν μια λογική εξήγηση, αλλά εκείνος τι θα έπρεπε να κάνει; Να σκοτώσει το παιδί του; Τι θα έλεγε στη Ζόι;
Βροχή για άλλη μια φορά είχε φουντώσει για τα καλά. Αστραπές φώτιζαν τον δρόμο του κατά την επιστροφή του Τζος προς το σπίτι του ενώ οι βροντές έκαναν τα αυτιά του να πονάνε. Ξανασκέφτηκε το παιδί που θα γεννιόταν σε λίγους μήνες… το παιδί της Ζόι και το δικό του…
Τίναξε το κεφάλι του δεξιά-αριστερά. Δεν είχε κουκούλα το πανωφόρι του κι όσο κι αν του άρεσε η βροχή, η αίσθηση του νερού να τον μουλιάζει έως το κόκαλο τον χαλούσε. Που να φανταζόταν πριν φύγει από το σπίτι το πρωί με την Ζόι ότι θα έπιανε μπουρίνι;
Έφτασε σπίτι κι αντίκρισε φώτα σβηστά, προφανώς η Ζόι δεν ήταν μέσα. Άρχισε να γδύνεται με μανία μπροστά στην πόρτα, πετώντας τα μουλιασμένα ρούχα και τα παπούτσια καταγής. Ύστερα, φταρνίστηκε δυο φορές κι άγγιξε το σημείο, όπου υπήρχε κάποτε το σημάδι στο χέρι του, που τον έτσουζε.
Προχώρησε μπροστά στα παράθυρα και κοιτούσε το νερό που κυλούσε πάνω στα τζάμια. Αυτή η εικόνα του ’φερε προσωρινή γαλήνη. Κοίταξε πιο προσεκτικά. Τα δημόσια φώτα φώτιζαν ελάχιστα τον εξωτερικό χώρο. Το είδωλό του ανακλάστηκε στα τζάμια μαζί με αυτό της Έμμα.
«Τζος, θυμήσου τα λόγια μου, καλέ μου. Ή εσύ ή ο κόσμος, μονάκριβέ μου Τζος, μοναδική μου αγάπη και παντοτινή».
Ο Τζος άρχισε να κλαίει. Όχι με λυγμούς και αναφιλητά αλλά με μπόλικα δάκρυα, που κυλούσαν σαν ποτάμια από τα μάτια του. Ποτέ του δεν έκλαψε έτσι στη ζωή του… Η απόφαση που είχε να πάρει ήταν η πιο σημαντική απόφαση που είχε πάρει ποτέ στην ζωή του. Η πιο σημαντική αλλά και η πιο δύσκολη. 
«Έμμα, πες μου τι να κάνω, ποιο δρόμο πρέπει να ακολουθήσω;»
«Όλα πρέπει να γίνουν ακριβώς όπως θα σου τα πω!»

****

Ο Τζος, ντυμένος πλέον, ακόμη με τα φώτα κλειστά, καθόταν απέναντι από την εξώπορτα κοιτώντας την. Η βροχή συνέχιζε να πέφτει δυνατή. Την ώρα που ακούστηκαν οι πιο δυνατές βροντές από τότε που ξεκίνησε να βρέχει, άνοιξε η εξώπορτα. Ήταν η Ζόι και ήταν εντελώς μούσκεμα.
«Πού ήσουν;» τη ρώτησε ψυχρά και τον κοίταξε με έκπληξη.
«Έχεις το θράσος να με ρωτάς και που ήμουν;» ξέσπασε όλο της τον θυμό και ο Τζος έκανε ένα απειλητικό βήμα προς το μέρος της.
Το βλέμμα του Τζος την τρόμαξε πιο πολύ απ’ όλα. Κάτι της θύμιζε αλλά δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι ακριβώς. Ήταν θολό, τα μάτια του δεν εστίαζαν στα δικά της.
«Τελείωσαν όλα, Ζόι!» της είπε με στόμφο.
Η Ζόι ένιωσε σαν να της ήρθε ο ουρανός σφοντύλι. Τα μάτια της βούρκωσαν. Εκείνη την ώρα βρόντηξε ξανά δυνατά και η φωνή της μπλέχτηκε με αυτή των κεραυνών.
«Τι τέλειωσε Τζος;!!! Τι είναι αυτά που λες;!!!»
Εκείνος την έσυρε προς τα πίσω, κολλώντας στον τοίχο. Η κοπέλα ενστικτωδώς άρπαξε τα χέρια του, που την έσφιγγαν σαν τανάλιες. Ανοίγει όμως το σίδερο με ανθρώπινα χέρια;
Ο Τζος έβγαλε από την πλάγια θήκη του παντελονιού του το κυνηγητικό στιλέτο και το έμπηξε στην κοιλιά της! Η Ζόι έβγαλε απλώς ένα δυνατό επιφώνημα πόνου, μα αυτός δεν πτοήθηκε. Της έμπηξε το μαχαίρι ξανά και ξανά, με το αίμα της να πετάγεται στον τοίχο και τα τζάμια...
Σταδιακά έχανε τις αισθήσεις της και στη συνέχεια, ο Τζος κάρφωσε το μαχαίρι στην καρδιά της κάνοντας την ψυχή της να απελευθερωθεί από το σώμα της, όπως ο ατμός από ένα θερμαινόμενο σκεύος...

****

Παρ’ όλο που τα μαγαζιά στους δρόμους ήταν κλειστά, το γωνιακό βιβλιοπωλείο του γέρου όπως πια συνήθιζε να τον λέει, ήταν ακόμη ανοιχτό. Όχι, το κατάστημα ήταν κλειστό με την πόρτα κλειδωμένη, αλλά στον κρυφό χώρο όλα τα κεριά ήταν αναμμένα και σκόρπιζαν στον χώρο το αχνό τους φως. Η Ορτανσία με τον γέρο φίλο της είχαν μια ανάλαφρη κουβέντα.
Ξαφνικά όμως, η πόρτα άνοιξε μετά από ένα δυνατό ήχο! Ο Φαμπρίτζιο κι η Ορτανσία πάγωσαν και γύρισαν τα κεφάλια τους προς την κρυφή πόρτα. Τα βαρύγδουπα βήματα ακούγονταν όλο και πιο δυνατά, καθώς αυτά πλησίαζαν. Η πόρτα άνοιξε και οι δυο ηλικιωμένοι έβγαλαν κραυγές φρίκης, οι οποίες δεν κράτησαν πολύ, καθώς έσβησαν μέσα στο δικό τους αίμα που ανάβλυζε από το στόμα τους, πλημμυρίζοντας το κρυφό δωμάτιο…
Το μόνο που ακούστηκε ήταν μια βαριά φωνή που έβγαινε σχεδόν παντού από τον χώρο:
«Εκπληρώσατε τον σκοπό σας... Μου είστε πλέον άχρηστοι!»
Ήταν η σκοτεινή μορφή του Αβαδαίου, που χωρίς να τους αγγίξει, ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια του έγειρε το κεφάλι του προς τα πίσω ψιθυρίζοντας μερικά λόγια. Δημιουργώντας έναν μικρό τυφώνα ανάμεσα σε αυτόν και στα δύο θύματα του, άρχισε να στροβιλίζεται μέσα στο μικρό αυτό δωμάτιο, ξεριζώνοντας κυριολεκτικά κάθε ίχνος ζωής από τα αδύναμα κορμιά της Ορτανσίας και του Φαμπρίτζιο. 
Μόλις τα άδεια κουφάρια των δύο ηλικιωμένων κατέληξαν άψυχα στο πάτωμα εκείνος εξαφανίστηκε, αφήνοντας πίσω του, μέσα στο σκοτάδι, τη μεταλλική μυρωδιά του αίματος.

****

Από την άλλη μεριά ο Τζος, χαμένος μέσα στο σκοτάδι της δικιάς του ψυχής, βάδιζε αμίλητος κρατώντας σφιχτά το στιλέτο, με το οποίο αφαίρεσε τη ζωή της Ζόι, έχοντας το αίμα της ακόμα πάνω του. Είχε κουραστεί τόσο πολύ από όλα αυτά κι ήξερε πως ό,τι και αν έκανε, δε θα μπορούσε να σταματήσει τον εαυτό του. Ένιωθε απλά σαν θεατής της ίδιας του της ζωής, ανήμπορος να ελέγξει κάθε του πράξη.
Έτσι πήρε τη μεγαλύτερη απόφαση της ζωής του, να παραδοθεί στην αστυνομία. Αγνοώντας τον κόσμο που τον κοιτούσε με τρόμο στο πέρασμά του, έφτασε στο αστυνομικό τμήμα. Σήκωσε τα χέρια ψηλά και με όσο κουράγιο είχε ακόμα, φώναξε στο φρουρό, που στεκόταν απέξω:
«Καταστρέψτε με, όσο έχετε ακόμα καιρό...»
Βλέποντάς τον σε αυτή την κατάσταση, ο αστυνομικός τον αφόπλισε αμέσως και φορώντας του χειροπέδες, τον οδήγησε μέσα στο τμήμα. Εκεί ο Τζος άρχισε να ομολογεί όλα του τα εγκλήματα, δίχως όμως να τους δίνει εξήγηση για την αιτία, που τον οδήγησε σε αυτές τις αποτρόπαιες πράξεις. Εξηγώντας τους την παραμικρή λεπτομέρεια στον τρόπο που διέπραξε τους φόνους, καθώς και το πού θα έβρισκαν το τελευταίο του θύμα, τη Ζόι, οι αστυνομικοί αμέσως πίστεψαν ότι αυτό ήταν το πρόσωπο που αναζητούσαν τόσο καιρό…
Στη δίκη που ακολούθησε, ο Τζος δε θέλησε να τον υπερασπιστεί κανένας δικηγόρος, καθώς ήθελε να ήταν σίγουρος πως θα λάμβανε τη μέγιστη των ποινών… τη θανατική καταδίκη. Κι αυτό, επειδή ήξερε βαθιά μέσα του πως μόνο αυτό του άξιζε. Και πράγματι αυτό έλαβε…

Περιμένοντας καρτερικά την εκτέλεση της απόφασης, πέρασαν δέκα βασανιστικά χρόνια. Όλο αυτό το διάστημα, τα όνειρά του στοίχειωναν από τα φαντάσματα της Ζόι και όλων όσων ξεψύχησαν απ’ τα χέρια του. Μέχρι που έπαψε να κοιμάται. Ή τουλάχιστον αυτό προσπαθούσε, μέχρι να τον καταβάλλει η κούραση μετά από τρεις-τέσσερις ημέρες αϋπνίας, όπου έπεφτε κυριολεκτικά σε κωματώδη κατάσταση απ’ την εξάντληση.
Φτάνοντας επιτέλους η πολυπόθητη μέρα γι’ αυτόν, η στιγμή που το μαρτύριό του επιτέλους θα τελείωνε, ο Τζος ζήτησε από τους φύλακες την τελευταία του επιθυμία, όπως αυτή προβλεπόταν από τους κανονισμούς της φυλακής για όλους τους θανατοποινίτες: να δει τους γονείς της Ζόι, πάση θυσία πριν την εκτέλεση.
«Δεν ξέρω αν εκείνοι θα επιθυμούσαν κάτι τέτοιο, Τζος, ωστόσο εμείς θα μεταφέρουμε το αίτημά σου...», του είπε ο υπεύθυνος της πτέρυγας. «Ωστόσο αν αρνηθούν, θέλεις κάτι άλλο να κάνουμε για σένα;» τον ρώτησε, καθώς ετοιμαζόταν να φύγει.
«Όχι… τίποτε άλλο… μονάχα αυτό...» του απάντησε ο Τζος.
Βλέποντας τις βαριές σιδερένιες πόρτες του κελιού του να κλείνουν ξανά, ο Τζος με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο, κοίταζε το απόλυτο κενό, σκεφτόμενος αυτό που τον βασάνιζε τόσα χρόνια… πως αν είχε πάρει αυτή την απόφαση νωρίτερα, ίσως η Ζόι θα ζούσε τώρα…
Χαμένος στις σκέψεις του για ώρα, δίχως να καταλάβει πως πέρασε ο χρόνος, άκουσε τη σιδερένια πόρτα από το κελί του να ανοίγει ξανά.
«Το αίτημα έγινε δεκτό... Σε περιμένουν στο επισκεπτήριο, Τζος...», του είπε με σοβαρό ύφος ο διευθυντής της φυλακής. «Έχεις 10 λεπτά στην διάθεσή σου...», κατέληξε φεύγοντας ξανά κι αφήνοντας τους δεσμοφύλακες να τον ετοιμάσουν για το τελευταίο του επισκεπτήριο.
Φορώντας χειροπέδες στα χέρια και τα πόδια, ενώ οι δυο δεσμοφύλακες τον κρατούσαν γερά από τα μπράτσα, ο Τζος οδηγήθηκε στο χώρο, όπου τον περίμεναν οι γονείς της Ζόι. Καθισμένοι σε ένα μικρό πλαστικό τραπεζάκι, σηκώθηκαν όρθιοι μόλις τον είδαν να τους πλησιάζει, έχοντας στα μάτια τους ένα βλέμμα, που ξεχείλιζε μίσος και οργή…
Ο Τζος φτάνοντας κοντά τους, κάθισε τοποθετώντας τα αλυσοδεμένα χέρια του ήρεμα πάνω στο τραπέζι.
«Παρακαλώ καθίστε κι εσείς...», είπε στους γονείς της Ζόι, ο ένας απ’ τους δύο δεσμοφύλακες, που συνόδευαν τον Τζος.
Κρατώντας μονάχα λίγα λεπτά απόλυτης σιγής, ο Τζος ξέροντας ότι δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του, έσπασε πρώτος τη σιωπή αυτή.
«Ο λόγος που σας κάλεσα εδώ, είναι γιατί ήθελα να δω τη Ζόι μέσα από εσάς, για τελευταία φορά...», τους είπε κοιτώντας τους στα μάτια. Περισσότερο όμως την μητέρα της, αφού από εκείνη είχε πάρει η Ζόι σχεδόν όλα της τα χαρακτηριστικά.
«Να σαπίσεις στην κόλαση, βρωμόσκυλο!», ούρλιαξε η μητέρα της, απλώνοντας τα χέρια της καταπάνω του, χάνοντας κάθε έλεγχο του εαυτού της. Δε μπόρεσε να τον ξεσκίσει με τα ίδια της τα χέρια, αφού ο άντρας της και οι δύο φρουροί τη συγκράτησαν.
«Βρωμόσκυλο...», αναφώνησε ξανά λαχανιασμένη, κοιτώντας τον.
Ο Τζος δίχως να κουνηθεί ούτε χιλιοστό από την θέση του, την κοιτούσε ατάραχος, προσπαθώντας να πάρει μαζί του την εικόνα που εκείνος ήθελε.
«Ξέρω πως μια “συγνώμη” ποτέ δε θα είναι αρκετή... Όμως θα σας πω αυτό που ξέρω ότι θα σας ευχαριστήσει, εκεί κάτω που θα πάω... θα με περιμένουν πολλοί για να τελειώσουν αυτό που τώρα δε σας άφησαν να κάνετε...», είπε ο Τζος και κατεβάζοντας το κεφάλι, έκανε νόημα στους φρουρούς ότι ήταν πια έτοιμος να τον πάρουν.
«Σκότωσες το κοριτσάκι μας... μα ο θεός δεν επέτρεψε να πάρεις και την αθώα ψυχή που είχε στα σπλάχνα της...» μουρμούρισε η μητέρα της Ζόι καθώς τον έβλεπε να φεύγει μακριά τους αλλά αυτή η μικρή αλλά τόσο σημαντική πληροφορία δεν έφτασε ποτέ στ’ αυτιά του Τζος.
Κλείνοντάς τον και πάλι στο κελί, ο Τζος ήταν πλέον έτοιμος να αφήσει πίσω του έναν κόσμο, που ποτέ δεν κατάλαβε γιατί έπρεπε εκείνος να ήταν αυτός που θα καθάριζε όλες του τις αμαρτίες…
«Μα είναι πολύ απλό, παλιέ μου φίλε...» άκουσε άξαφνα μια γνώριμη φωνή να του μιλά.
Ήταν ο Αβαδαίος, ο οποίος έστεκε ακριβώς μπροστά του, ντυμένος στα μαύρα με τις παλάμες των χεριών του να ακουμπούν η μία πάνω στην άλλη.
Ο Τζος κοιτάζοντάς τον γεμάτος μίσος, πετάχτηκε από εκεί που στεκόταν, ορμώντας κατευθείαν προς το μέρος του! Μα ο Αβαδαίος κουνώντας μονάχα το δείκτη του αριστερού του χεριού, τον καθήλωσε βίαια ξανά κάτω, κόβοντάς του την ανάσα.
«Πριν πολλούς αιώνες είχε έρθει στη γη κάποιος που θέλησε με τόση ανιδιοτέλεια να σας διδάξει το νόημα της αγάπης...», του είπε αμέσως μετά σαν να μη συνέβαινε τίποτα, αδιαφορώντας για τα απεγνωσμένα βογγητά σπαραγμού, που έβγαζε ο Τζος από την αδυναμία του να αναπνεύσει.
«Και σας την έμαθε! Μάλιστα, το έκανε τόσο καλά, που τον σταυρώσατε με πάαααρα πολλή αγάπη!», συνέχισε να του λέει, έχοντας έναν ειρωνικό τόνο στη φωνή του. «Έτσι λοιπόν, κλήθηκα εγώ για να του αποδείξω πόσο λάθος έκανε: ότι είστε ανάξιοι να κατέχετε την ελεύθερη βούληση, που σας μοίρασε τόσο φιλεύσπλαχνα… ότι το μόνο πράγμα που αξίζετε, είναι να γίνει η άχρηστη ψυχή σας τροφή για εμάς»…
Ο Αβαδαίος βλέποντας ότι ο Τζος πάσχιζε να πει κάτι, κουνώντας για άλλη μια φορά το δάκτυλο, του έδωσε πίσω την αναπνοή και κοιτώντας τον σαρκαστικά, τον ρώτησε:
«Θες να πεις κάτι, παλιέ μου φίλε;»
Βήχοντας κι αγκομαχώντας, ο Τζος του απάντησε καθώς βρήκε την αναπνοή του:
«Εσύ με καθοδηγούσες τόσο καιρό, εσύ ήσουν μέσα μου... Εγώ δεν θα έκανα τίποτα, αν εσύ δεν παρέμβαινες...»
«Κάνεις λάθος, Τζος... εν μέρει...», του απάντησε ο δαίμονας χαμογελώντας. «Όλα τα έκανες από μόνος σου! Να σου θυμίσω ότι την αρχή την έκανες από μόνος σου πριν πολλά-πολλά χρόνια, κρατώντας ένα ρόπαλο στο χέρι... Δε σου είπα εγώ να το κάνεις αυτό!», του είπε σκύβοντας προς το μέρος του και δείχνοντάς του με τα μάτια του, τη μέρα που ως παιδί, σκότωσε τον πατέρα της Έμμα…
«Εγώ απλά σου φύτεψα μια ιδέα… εσύ και η ελεύθερή σου βούληση κάνατε τα υπόλοιπα... Όσο για το ότι μπήκα μέσα σου, ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει, για να μπορώ να υπάρχω στον δικό σας κόσμο, για να μπορώ να τρέφομαι με τα συναισθήματά σου, που -πίστεψέ με- ήταν η καλύτερη τροφή που είχα γευτεί εδώ και πολλούς αιώνες...
Τότε ο Αβαδαίος, σηκώθηκε και πάλι όρθιος κι ακούμπησε με το χέρι του τον Τζος.
«Αν αυτό σε ικανοποιεί, είχες δίκιο σε ένα πράγμα... Πράγματι εκεί κάτω σε περιμένουν πολλοί που θέλουν να σε ξεσκίσουν...!»
«Τουλάχιστο σε σταμάτησα πριν ολοκληρώσεις -εσύ και οι φίλοι σου- το σχέδιό σας... όποιο κι αν ήταν αυτό...», του απάντησε ο Τζος, φανερά ικανοποιημένος.
«Αλήθεια έτσι πιστεύεις; Όλα έγιναν ακριβώς όπως έπρεπε να γίνουν Τζος… γι’ αυτό σε διάλεξα, επειδή ήξερα τι ψυχή κουβαλάς... Επειδή, Τζος... όλοι οι άνθρωποι είναι ικανοί να σκοτώσουν, απλά εσύ είχες τα κότσια να το κάνεις... Και μόνο κάποιος με το αίμα το δικό σου μπορεί να συνεχίσει αυτό, που εσύ άφησες στη μέση.»
«Τι εννοείς;» τον ρώτησε έντρομος ο Τζος, σηκώνοντας το κεφάλι του προς το μέρος του.
«Θα δεις... και πολύ σύντομα μάλιστα», του απάντησε ο Αβαδαίος κι αμέσως χάθηκε από μπροστά του, το ίδιο ξαφνικά όπως είχε εμφανιστεί…
Μη μπορώντας να καταλάβει τι εννοούσε ο καταραμένος αυτός δαίμονας, ο Τζος θεώρησε ότι πιθανώς έπαιζε για άλλη μια φορά με το μυαλό του… ότι ακόμα και την τελευταία στιγμή της ζωής του, του φύτευε ιδέες για να τραφεί με την αγωνία και το φόβο του, αλλά δε θα του έκανε αυτό το χατίρι. Όχι πια… επειδή πλέον ήξερε… ή τουλάχιστον νόμιζε ότι ήξερε. 
«Είσαι έτοιμος, Τζος;», άκουσε τη φωνή του διευθυντή πίσω από την πόρτα του κελιού του.
«Ναι είμαι...», του απάντησε εκείνος, κοιτώντας το απόλυτο κενό του κελιού, εκεί που μέχρι πριν λίγα λεπτά στεκόταν ο Αβαδαίος…
Ανοίγοντας την πόρτα του κελιού, τέσσερις φύλακες μπήκαν μέσα και του φόρεσαν τις αλυσίδες, βγάζοντάς τον ήρεμα έξω από αυτό. Λίγο πιο πέρα, στεκόταν ένας παπάς, που με το γαλήνιο του βλέμμα τον κοιτούσε αμίλητος. Βγαίνοντας έξω από το κελί με τη συνοδεία των δεσμοφυλάκων, του διευθυντή και του παπά, ο Τζος άκουγε -χαμένος στον δικό του κόσμο- τα λόγια του ρασοφόρου για τη σωτηρία της ψυχής του... μια σωτηρία που του είχε ξεκαθαρίσει ο Αβαδαίος, πως ποτέ δεν θα ερχόταν…
Φτάνοντας στο δωμάτιο εκτέλεσης, ο Τζος αντίκρισε το κρεβάτι με τα τρία χημικά υγρά, που θα του αφαιρούσαν τη ζωή, και για μια στιγμή, ένιωσε τα πόδια του να λυγίζουν.
«Όλοι οι άνθρωποι είναι ικανοί να σκοτώσουν, απλά εγώ είχα τα κότσια να το κάνω...», μουρμούρισε και μέσα από αυτά τα λόγια, βρήκε ξανά τη δύναμη να κάνει τα τελευταία του βήματα. Ήξερε πως όλα αυτά του άξιζαν και ο μόνος τρόπος για να πληρώσει για τις αποτρόπαιες πράξεις του, ήταν ο δρόμος που εκείνος διάλεξε.
Οι φρουροί τον έβαλαν να καθίσει στο κρεβάτι και του έβγαλαν τις χειροπέδες. Την ώρα που τοποθετούσαν ενδοφλέβια τη βελόνα με το δηλητήριο, που θα διαχεόταν στο κορμί του, πίσω από την παχιά τζαμαρία, όπου βρισκόταν, άνοιξαν οι κουρτίνες που έκρυβαν τις οικογένειες των θυμάτων του.
Ανάμεσά τους υπήρχαν διάφορα πρόσωπα, γνώριμα και μη… Αυτό όμως που του έκανε μεγαλύτερη εντύπωση, ήταν το πρόσωπο ενός μικρού παιδιού. Δεν ήταν παραπάνω από δέκα ετών και του έμοιαζε πολύ!
Ο Τζος το κοίταγε έντονα, προσπαθώντας να καταλάβει ποιο μπορεί να ήταν… Αρχικά σκέφτηκε πως πιθανόν να ήταν ο αδελφός ή και ο γιος ακόμα κάποιου θύματός του, μα η ομοιότητά του με τον ίδιο, τού γεννούσε συνέχεια αμφιβολίες…
Τελειώνοντας με τον ορό, τον έβαλαν να ξαπλώσει στο κρεβάτι, δένοντάς του τα χέρια και τα πόδια με δερμάτινα λουριά, στερεωμένα στο κρεβάτι με τέτοιον τρόπο, ώστε να μη μπορεί να κουνηθεί.
Με τα μάτια στραμμένα στο ταβάνι, ο Τζος σκεφτόταν ακόμα εκείνο το παιδί. Και τότε, τού ήρθε στο νου του μια φρικτή ιδέα, ότι μπορεί να ήταν ο γιος του, το παιδί που είχε στην κοιλιά της η Ζόι! Αλλά πώς ήταν δυνατό, αφού την είχε μαχαιρώσει πολλές φορές στην κοιλιά;
Σηκώνοντας απότομα το κορμί του, όσο μπορούσε, ο Τζος κοίταξε το αγόρι άλλη μια φορά, και τότε είδε τους χειρότερούς του φόβους να εξακριβώνονται.
Το παιδί κουνώντας ελαφρά το κεφάλι του λίγο δεξιά, υποδηλώνοντας με αυτό τον τρόπο την ειρωνεία, που ήθελε να του περάσει, αμέσως τα μάτια του έγιναν μαύρα και στα χείλη του ζωγραφίστηκε ένα φρικτό χαμόγελο!...
“...μόνο κάποιος με το αίμα το δικό σου μπορεί να συνεχίσει αυτό που εσύ άφησες στη μέση...”
Άκουσε τη φωνή μέσα στο κεφάλι του, μια φωνή που του επιβεβαίωνε κάθε φρικτή σκέψη!
Μα πριν προλάβει να ουρλιάξει, ένιωσε ένα μούδιασμα σε όλο του κορμί, κάνοντάς τον να παραλύσει ολόκληρος. Νιώθοντας το κεφάλι του να ακουμπά και πάλι στο κρεβάτι, ο Τζος ένιωσε τους χτύπους της καρδιάς του να επιβραδύνονται.
«Σε παρακαλώ Θεέ μου, βοήθησέ με να επανορθώσω... Συγχώρεσε την αμαρτωλή ψυχή μου και κάνε την εμπόδιο στο έργο Αυτού, που σου εναντιώθηκε... Μετανοώ για κάθε μου πράξη.»
Αφήνοντας να ηχήσουν αυτά ως τελευταία λόγια μέσα στο δωμάτιο, η καρδιά του Τζος σταμάτησε. Ήταν λόγια που εννοούσε κάθε λέξη από αυτά…
Κλείνοντας τα μάτια, τον κυρίεψε το απόλυτο σκοτάδι, μα δεν κράτησε πολύ. Ένα έντονο εκτυφλωτικό φως τού κυρίεψε την ψυχή, απαλλάσσοντάς τον από το βάρος κάθε αμαρτίας. Και τότε, ένιωσε να βουλιάζει σε ένα απύθμενο τούνελ δίχως τέλος. Μέχρι που σταμάτησε!
Λίγα λεπτά αργότερα σε κάποιο μέρος της γης ακούστηκε το κλάμα ενός μωρού. Μόλις είχε γεννηθεί έχοντας μέσα του την αγνή πλέον ψυχή του Τζος. Τα μάτια του άνοιξαν και αμέσως αντίκρισε τα βουρκωμένα μάτια της γυναίκας που λαχταρούσε να τον κρατήσει στην αγκαλιά της. Ήταν η γυναίκα που μόλις του είχε δώσει άλλη μια ευκαιρία στην ζωή. Άλλη μια ευκαιρία για να επανορθώσει για ότι είχε κάνει. 
Σε ένα δωμάτιο λίγο πιο μακριά από εκεί, συγγενείς και φίλοι έκλαιγαν και αυτοί από συγκίνηση αλλά και χαρά, λέγοντας μεταξύ τους πως ζουν ένα θαύμα, αφού εκείνη η γυναίκα προσπαθούσε εδώ και αρκετά χρόνια με τον άντρα της να κάνει παιδιά και δεν μπορούσε.
«Μόλις γεννήσατε ένα υγιέστατο αγοράκι!», άκουσε η συγκινημένη μητέρα τη μαία της, η οποία σκούπιζε προσεκτικά το βρέφος λίγο πριν της το δώσει.
Βρισκόντουσαν σε ένα ηλιόλουστο δωμάτιο, όπου οι ζεστές ακτίνες του ήλιου χάιδευαν απαλά το προσωπάκι του νεογνού. Παίρνοντάς το στην αγκαλιά της, η γυναίκα που μόλις είχε γεννήσει, άρχισε να το φιλάει αχόρταγα, μη μπορώντας να πιστέψει πως επιτέλους είχε καταφέρει να γεννήσει το δικό της παιδί…
«Πως θα το ονομάσετε;» άκουσε τη μαία να τη ρωτάει χαμογελώντας κι εκείνη, απολαμβάνοντας την ευτυχία της νέας μητέρας.
«Είχα πει ότι θα του έδινα το όνομα του πατέρα μου… Τζος τον έλεγαν... Μα τελικά θα τον ονομάσω Μιχαήλ, τιμώντας τον Αρχάγγελο πολεμιστή, που έκανε το θαύμα του! Τον είχα τάξει σε Αυτόν, ξέρεις»... είπε η μητέρα σφίγγοντας στην αγκαλιά της το μωρό.
«Και κάτι μέσα μου λέει πως ο μικρός μου Μιχαήλ, όταν θα μεγαλώσει, θα δώσει το δικό του αγώνα»...

ΤΕΛΟΣ

Ευχαριστώ όλους που συμμετείχαν σε αυτό το project και πιο συγκεκριμένα:
1. Καρακατσάνης Μάριος
2. Δραγούνης Δημήτρης
3. Αναστασόπουλος Χρήστος
4. Βαρδής Κωνσταντίνος
5. Καλαφάτη Χρυσάνθη
6. Μανουσάκη Αφροδίτη
7. Παπαδοπούλου Λίτσα
8. Τζ. Λιάνα
9. Τσίλη Μαίρη

Επίσης εκτός από την συμμετοχή τους στην συγγραφή του έργου, ορισμένοι βοήθησαν και εξτρά. Πιο συγκεκριμένα άλλο ένα ευχαριστώ για τους:
· Την Μανουσάκη Αφροδίτη για το λογότυπο της Λερναίας Ύδρας.
· Την Λιάνα Τζ για την επιμέλεια του κειμένου και τον ιδιαίτερο κόπο που κατέβαλε να ενώσει όσο μπορούσε τον τρόπο γραφής 9 διαφορετικών ανθρώπων. 
· Την Καλαφάτη Χρυσάνθη για το υπέροχο εξώφυλλο που μας έφτιαξε.

Copyright © All rights reserved Μάριος Καρακατσάνης, Αθήνα 2014

¤

Περισσότερα για τον Μάριο Καρακατσάνη:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Τερέζα ΚουρούκληΧάρης ΒασιλάκοςΓιώργος ΓιαντάςΣτέλιος ΚανάκηςΣτέλιος ΜοίραςΈλσα ΜαγγανάρηΓιάννης Βεντούρας
Γεωργία ΚραββαρίτηΓιάννης ΦιλιππίδηςΚωνσταντίνα ΚαντζιούΠαναγιώτης ΝτούσκαςVal O' TeliΚαλλιόπη ΒελόνιαΠόλυ Μοσχοπούλου
Κερδίστε ως και πέντε μυθιστορήματαΧρυσούλα ΒακιρτζήΧρήστος ΠαπουτσήςΒαγγέλης ΜαργιωρήςΒασίλης ΤσικάραςΜαρία ΙατρίδηΘεόφιλος Γιαννόπουλος