Χαμένη ταυτότητα

Γράφει η Βασιλική Στρατικοπούλου
Πίνακας by Marcia Baldwin
Περιφέρομαι για πολλοστή φορά σαν χαμένος στους έρημους δρόμους της μεγαλούπολης. Είναι τρεις το πρωί και όμως δεν έχω σκοπό να γυρίσω σπίτι. Μα για ποιο σπίτι λέω; Εκεί που αισθανόμουν καλά, έπαψε πια να υπάρχει και τώρα ξανά από την αρχή, να αναζητώ το μέρος όπου ανήκω. Και όμως, για κάποιους αυτό είναι τόσο απλό...
Γκρεμίστηκαν όλα μέσα σε ένα λεπτό σαν να ήταν πύργος από τραπουλόχαρτα. Κάθισα στα σκαλοπάτια ενός εγκαταλελειμμένου κτηρίου. Δεν φοβόμουν το σκοτάδι, ούτε τους ανεπιθύμητους επισκέπτες. Τον θάνατο μόνο έτρεμα και δυστυχώς τον γνώρισα αυτοπροσώπως.
Ψαχουλεύω στην τσέπη μου και βγάζω ένα τσιγάρο χύμα που μου είχε δώσει ο Κώστας. «Για κάποια δύσκολη στιγμή και μόνο τότε» μου είχε τονίσει. «Η μαγκιά κρύβεται αλλού φίλε και εσύ την έχεις και με το παραπάνω». Δίπλα ακριβώς υπάρχει ένα κουτί σπίρτα. Η μόνη μου έννοια ήταν μην τυχών και είχαν νοτίσει λόγω υγρασίας. Ανοίγω το κουτί και πειραματίζομαι. Με ικανοποίηση διαπιστώνω ότι το σπίρτο υπάκουσε στις προσταγές μου και η επιθυμητή σπίθα μάς χάρισε την παρουσία της. Με μια γερή ρουφηξιά, ο πολυπόθητος καπνός κατέκλυσε με μιας τα πνευμόνια μου.
Πως έγινε έτσι η ζωή μου από τη μια στιγμή στην άλλη; Ο μοναδικός μου σκοπός ήταν να βγω στην επιφάνεια από την αφάνεια που με ακολουθούσε από την στιγμή της ύπαρξής μου. Όλοι με προσπερνούσαν, ακόμα και οι γονείς μου. Αισθανόμουν αόρατος και κανένας δεν με αντιμετώπιζε στα σοβαρά. Έπρεπε κάπως να αντιδράσω και να διεκδικήσω και εγώ την οντότητά μου με κάποιο τρόπο.
Και τότε εμφανίστηκε μπροστά μου σαν μάνα εξ ουρανού ο Κώστας, το αλάνι, το απολωλό πρόβατο του σχολείου και όχι μόνο. Για την πλειοψηφία ήταν παράδειγμα προς αποφυγή για μένα όμως, τον ήσυχο και καθ’ όλα εντάξει νεαρό, τον αριστούχο και συνάμα ‘σπασικλάκι’ της τάξης, ήταν το είδωλό μου και ταυτόχρονα αυτός που θα θελα κάποτε να του μοιάσω.
Ήταν στην ίδια ηλικία με μένα αλλά αυτός και η παρέα του έδειχναν τουλάχιστον πέντε χρόνια μεγαλύτεροι. Με λίγα λόγια, είχαν αποκτήσει την ταμπέλα των ‘καλών παιδιών’ και φυσικά πάντοτε με την κακή έννοια. Μηχανόβιοι όλοι τους που έρχονταν στο σχολείο κάθε πρωί κομβόι μόνο και μόνο για να προκαλέσουν απίστευτη φασαρία ώστε να γίνει ακόμα πιο αισθητή η παρουσία τους. Επικεφαλής της πομπής ποιος άλλος, ο Κώστας ο οποίος είχε αιωνίως κοντοκουρεμένο -σχεδόν γουλί- μαλλί και ένα δερμάτινο μπουφάν κολλημένο πάνω του. Άσχημο δεν θα τον έλεγες απλά η αθωότητα είχε χαθεί από το πρόσωπό του με αποτέλεσμα τα χαρακτηριστικά του να έχουν σκληρύνει αρκετά.
Άραζαν τα μηχανάκια τους περιμετρικά έξω από το την μάντρα του σχολείου αφού πρώτα μαρσάριζαν για λόγους εντυπωσιασμού. Κατόπιν ετοιμάζονταν για την ‘απόβασή’ τους στον προαύλιο χώρο. Σήκωναν τον γιακά από το μπουφάν τους, δίπλωναν τα μανίκια τους μέχρι το μπράτσο και διέσχιζαν με εναρμονισμένο βηματισμό την είσοδο του σχολείου.
Όλα τα παιδιά μεγαλύτερα ή μικρότερα, κοίταζαν, άλλα με απαξίωση την όλη στάση των νεαρών και άλλα απλά απομακρύνονταν για να μην βρεθούν στο πέρασμά τους. Εκτός φυσικά από εμένα που στερέωνα τα ολοστρόγγυλα γυαλάκια μου καλά στα μάτια και παρατηρούσα την κάθε τους κίνηση με μοναδική ευλάβεια και προσοχή.
«Ωχ, οι αλήτες ενόψει» μουρμούρισε ο Γιώργος κοιτάζοντας πάντα γύρω του μην τυχών και τον ακούσει κανείς.
Δεν απάντησα, εξάλλου ποιος ο λόγος να δώσω δικαίωμα για σχόλια και υπαινιγμούς στον οποιοδήποτε ‘καθώς πρέπει’ συμμαθητή μου.
Το βλέμμα μου τους ακολουθεί διαγνωστικά ενώ κατά βάθος ξέρω με μαθηματική ακρίβεια ποιο θα είναι το επόμενό τους βήμα. Πάνε ως συνήθως πίσω από τις εξέδρες του γηπέδου όπου το έχουν μετατρέψει σε καπνιστήριο για να μην δίνουν και καλά στόχο στους δασκάλους. Δεν είχαν ενδοιασμούς για ότι και αν έκαναν, απλά κρατούσαν τους τύπους και τα προσχήματα για να μη δίνουν άνευ λόγου και αιτίας, τροφή για περαιτέρω σχόλια. Φυσικό και επόμενο, κανένας από εμάς τους ‘εκλεκτούς’ να μην τολμά να πλησιάσει στα λημέρια τους αλλά και το αντίστροφο. Μας απέφευγαν σαν τον διάολο το λιβάνι και έφτυναν τον κόρφο τους κάθε φορά που πέρναγαν από δίπλα μας.

Ένα αόρατο χέρι με έσπρωξε προς τις κερκίδες. Η μυρωδιά του καπνού ήταν έντονη από μακριά αλλά εγώ συνέχιζα. Ενδόμυχα έτρεμα από το φόβο μου αλλά συνάμα κάτι μου έλεγε να βγάλω εις πέρας αυτό που άρχισα.
«Ρε, ο γυαλαμπούκας. Πως και από δω;»
«Κοιτάξτε έναν βουτυρομπεμπέ. Τι ψάχνεις λεβέντη μου, τη μαμά σου;»
«Ε…» ψελλίζω συνειδητοποιώντας ταυτοχρόνως ότι έκανα ένα από τα μεγαλύτερα λάθη της ζωής μου.
Μια φωνή που μου φάνηκε ότι ερχόταν από το υπερπέραν με έσωσε. Όχι φυσικά η φωνή αυτή καθεαυτή αλλά ο νεαρός που την αντιπροσώπευε.
«Κόψτε το αμέσως. Όποιος κινδυνεύει από απουσίες, να τσακιστεί να μπει στην τάξη του, οι υπόλοιποι να ΒΓΑΛΟΥΝ ΤΟΝ ΣΚΑΣΜΟ!»
Η φωνή του Κώστα άστραψε και βρόντηξε, αφήνοντας όλους γύρω του ανήμπορους να αντιδράσουν.
«Τι θέλεις εδώ Νίκο;»
Απόρησα που γνώριζε το όνομά μου.
«Ήθελα απλά να δω τι κάνετε εδώ» μουρμούρισα ξέπνοα.
Δεν τολμούσα να του πω ότι ένα αόρατο χέρι με οδήγησε προς το λημέρι του. Θα με κορόιδευε και με το δίκιο του.
Ανάβει ένα τσιγάρο και ο καπνός πέφτει όλος επάνω μου. Πνίγομαι αλλά προσπαθώ να μην το δείξω γιατί θα θυμίζω σκηνή από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο που ο καθωσπρέπει κύριος ξεροβήχει όταν το αλάνι τον καλύπτει μέσα σε ένα σύννεφο καπνού.
«Δεν θα πας στην τάξη;» ρώτησα με δήθεν απορία.
«Εγώ όχι και δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο, εσύ όμως;»
«Δεν έχω κάνει καμία απουσία και σκέφτηκα ότι ήρθε ο καιρός να γευτώ και εγώ την αίσθηση της κοπάνας».
Χαμογέλασε με τα λεγόμενά μου και ένα ασημένιο σκουλαρίκι πρόβαλλε επάνω στην γλώσσα του.
«Δεν σε πονάει;» ρώτησα δείχνοντας φανερή αποστροφή στο θέαμα που μόλις αντίκρισα.
«Είναι θέμα συνήθειας» μου απάντησε ξερά τεντώνοντας επιδειχτικά την γλώσσα του.
Όλο το πρωινό το περάσαμε πίσω από τις κερκίδες του σχολείου, κουβεντιάζοντας για θέματα που δεν είχα το θάρρος να τα συζητήσω με κανέναν. Παρακολουθούσε ότι και αν έλεγα με ιδιαίτερη προσοχή και πραγματικά, έδειχνε να συμπάσχει με τους προβληματισμούς και τις αγωνίες μου. Αν με ρωτήσει κάποιος ποια είναι η απόρροια από το σημερινό πρωινό, θα έλεγα χωρίς καμία αναστολή ότι βρήκα άνθρωπο να με ακούσει.
Η κοπάνα συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες έχοντας πλήρης συνείδηση του τι ακριβώς έκανα. Πέρασε από το μυαλό μου το ενδεχόμενο να με αναζητήσουν οι καθηγητές αλλά πάλι το θεωρούσα απίθανο μιας και ένα πειθαρχημένο ανθρωπάκι σαν και μένα δεν θα μπορούσε να κινήσει κανένα είδους υποψίας. Ένα χαμόγελο ικανοποίησης ζωγραφίστηκε στα χείλη μου. Επιτέλους κατάφερα και εγώ να κάνω την υπέρβασή μου έστω και αν χρειάστηκαν σχεδόν δεκαέξι χρόνια για να συμβεί αυτό.
Άρχισα σιγά-σιγά να αποκαλύπτω την δύναμη της ψυχής μου. Απόκτησα φίλους που ενδιαφέρονταν ειλικρινά για μένα χωρίς ανταλλάγματα και προσποιητά χαμόγελα. Υπήρξα ένα άβουλο πιόνι αφημένο στη δύναμη της μοίρας ενώ τώρα είμαι κύριος του εαυτού μου και πατάω γερά στα πόδι μου, έχοντας τόλμη στη φωνή και πειθώ στα λόγια.
Η αλλαγή βεβαίως δεν ήταν μόνο εσωτερική αλλά και εξωτερική και αυτό το κομμάτι ομολογώ ήταν το δυσκολότερο απ’ όλα. Πέταξα τα γυαλιά και φόρεσα φακούς επαφής, έκοψα τα μαλλιά σύμφωνα με τις προσταγές της μόδας και φυσικά τα συντηρητικά μου ρούχα άνηκαν πια στο παρελθόν. Τα ξεβαμμένα τζιν συνοδευόμενα από ένα δερμάτινο στενό μπουφάν και πολύχρωμα φανελάκια από μέσα, είχαν πλέον την τιμητική τους.
Κοιτάζοντας τον εαυτό μου στον καθρέπτη, απορούσα επειδή έβλεπα έναν άνθρωπο παντελώς άγνωστο σε σχέση με τον αριστούχο της Β΄ Λυκείου. Εννοείται ότι η απόδοσή μου στο σχολείο είχε κατακόρυφη πτώση αλλά δεν με απασχολούσε καθόλου. Τις επευφημίες και τα δάφνινα στεφάνια τις είχα γευτεί στο έπακρον οπότε μια προσωρινή ανάπαυλα δεν θα έκανε ανεπανόρθωτο κακό, ή τουλάχιστον αυτό με βόλευε να πιστεύω. Εθελοτυφλούσα διότι η καινούργια πραγματικότητα στην οποία ζούσα, μου άρεσε και αισθανόμουν ότι είχα ξαναγεννηθεί. Επιτέλους αισθανόμουν ότι τελικά η ζωή ήταν όντως πολύ ωραία!! Άρχισα να γίνομαι αρεστός σε μια νέα ομάδα ατόμων που ναι μεν δεν την ενδιέφερε το σχολείο αλλά είχε ορθούς και καίριους προβληματισμούς για την καθημερινότητα στην οποία ζούσαμε...
Άρχισα και εγώ να είμαι ένας από αυτούς. Το σχολείο μπήκε σε δεύτερη μοίρα και κατόπιν αυτοκριτικής, διαπίστωσα ότι τελικά διάβαζα για τους γύρω μου και όχι για μένα. Απλά ήταν μια δίοδος προς την αναγνώριση και την κοινή αποδοχή. Ήταν ο μόνος τρόπος που ήξερα για να βγω στο φως. Τελικά, εκλιπαρούσα για λίγη προσοχή από αυτούς που θα έπρεπε και όφειλαν να μου την δίνουν απλόχερα δηλαδή από τους ίδιους μου τους γονείς.
Μέγα λάθος! Πρέπει να γίνεσαι αποδεχτός χωρίς ανταλλάγματα και πάνω απ’ όλα αφήνοντας τον εαυτό σου ελεύθερο να εκφραστεί. Η γνώμη και τα πιστεύω των άλλων για το πρόσωπό σου πρέπει να σε αγγίζουν στον βαθμό που δεν θα σου κάνουν κακό. Όταν η κριτική τους αρχίζει να σε επηρεάζει αρνητικά, πρέπει να απομακρύνεσαι χωρίς δεύτερη σκέψη. Επιδιώκουμε να είμαστε αρεστοί πρώτα απ’ όλα στον ίδιο μας τον εαυτό γιατί με αυτόν θα πορευτούμε όλη μας τη ζωή όση διάρκεια και αν έχει.
Όσο παράλογο και αν ακουστεί, όλη αυτή η αλλαγή πέρασε απαρατήρητη στους γονείς μου γιατί άλλωστε όλα αυτά τα χρόνια ήμουν ΑΟΡΑΤΟΣ γι’ αυτούς. Ο πατέρας μου έλλειπε νυχθημερόν στο γραφείο του μιας και είχε ‘στόματα να θρέψει’ και η μάνα μου είχε χρόνο για να ξοδεύει τα χρήματα που έβγαζε ο πατέρας μου. Εγώ μεγάλωσα με την γιαγιά μου και μόλις αυτή πέθανε, αφέθηκα ‘με ελαφρά την καρδίαν’ στα έμπειρα χέρια των νταντάδων που ομολογουμένως πολλές φορές ήταν καλύτερα από αυτά της μάνας μου.

Έτσι η παρέα των ‘κακών παιδιών’ βρήκε καινούργιο μέλος εδώ και έξι μήνες. Επιτέλους αισθάνομαι και εγώ ότι ανήκω κάπου και αν καθυστερήσω ή δεν δώσω σημεία ζωής, κάποιος θα ψάξει για εμένα, κάποιος θα ανησυχήσει. Σήμερα όμως δεν έπρεπε να αργήσω στο ραντεβού. Θα πηγαίναμε ως συνήθως στην γειτονική συνοικία πολλά μηχανάκια μαζί και εκεί θα συναντούσαμε μια παρέα που είχε στην ομάδα της πανέμορφα κορίτσια. Ένα από αυτά το ονόμαζαν Αλίκη και σύμφωνα με τα λεγόμενα του Κώστα, πρέπει να της άρεσα. Από τη στιγμή που μου το είπε, δεν έπαψα λεπτό να την βγάλω από το μυαλό μου και αδημονούσα για την περιβόητη συνάντησή μας.
Διασχίζαμε τη λεωφόρο γύρω στα δεκαπέντε μηχανάκια και όσο περίεργο και αν ακούγεται, βλέπαμε τα αυτοκίνητα να παραμερίζουν στο πέρασμά μας. «Υπεροχή και στην άσφαλτο» σκέφτηκα. «Τόσα χρόνια πάλευα να βγω από την αφάνεια και τώρα τα κατάφερα χωρίς καμία προσπάθεια». Είμαι συνεπιβάτης του Κώστα και είμαστε αχώριστοι από την μέρα που πήγα με την ψυχή στο στόμα στις κερκίδες. Ήταν το κάρμα μας, δεν ξέρω, πάντως ο ένας σεβόταν και εκτιμούσε τον άλλο.
Αφήνω τα χέρια μου και τα τεντώνω ψηλά στον ουρανό. Δεν ξέρω αλλά κάτι μέσα μου μού λέει ότι σήμερα θα τον ακουμπήσω. Αισθάνομαι ισχυρός και ευτυχισμένος. Ο Κώστας γυρίζει να με δει και χαμογελά. Αφήνει το ένα του χέρι και προσπαθεί να κάνει ότι εγώ. Η ρόδα πέφτει σε μια λακκούβα και χάνει για λίγο την ισορροπία του. Γυρίζει να σιγουρευτεί ότι είμαι καλά. Εν ριπή οφθαλμού, βρεθήκαμε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Σφραγίζω τα μάτια μου για να μην δω την συνέχεια και τον αγκαλιάζω σφιχτά. Ένας εκκωφαντικός θόρυβος και κομμάτια από σκόρπιες λαμαρίνες ήταν η εικόνα του αμέσους επόμενου λεπτού.
Βρίσκομαι ξαπλωμένος στην φλεγόμενη άσφαλτο και δεν μπορώ να κουνηθώ. Προσπαθώ να υπερνικήσω τον φόβο και την ταραχή μου και να μαζέψω ότι δυνάμεις μου έχουν απομείνει. Δοκιμάζω να κουνήσω τα άκρα μου σιγά-σιγά. Με απίστευτο πόνο διαπιστώνω ότι δεν έχω πάθει κάτι ανεπανόρθωτο. Φωνές και άναρθρες κραυγές κατακλύζουν τον χώρο. Όλα πλέον συνοδεύονται από μια απίστευτη οχλαγωγία και δεν μπορώ να καταλάβω το γιατί. Κάτι ζεστό κυλάει από το πρόσωπό μου. Διαπιστώνω ότι πρόκειται για αίμα.
«Μην κουνιέσαι νεαρέ. Έχουμε καλέσει ασθενοφόρο. Σε λίγο θα είναι εδώ».
Μα… από πού έρχονται οι φωνές και τα κλάματα; Στηρίζομαι στα γόνατα βάζοντας όση δύναμη έχω στα χέρια μου. Πιο δίπλα στέκει ένα τσούρμο από ανθρώπους σχηματίζοντας έναν νοητό κύκλο και όλοι έχουν εστιάσει το βλέμμα τους στο κέντρο. Προσπαθώ να διακρίνω από κάποιο κενό και βλέπω το γνωστό δερμάτινο μπουφάν να βρίσκεται καταμεσής της ασφάλτου.
«Ο ΚΩΣΤΑΣ» ψέλλισα. Τρεκλίζοντας και παραπατώντας βρέθηκα κοντά στο πλήθος. Με το χέρι μου παραμερίζω τον κόσμο και γονατίζω δίπλα στο ασάλευτο κορμί του φίλου μου.
«Κώστα ξύπνα, με ακούς. Μην με αφήνεις. Μη μου το κάνεις και εσύ αυτό».
Τον ταρακουνάω μην τυχών και δεν με ακούει. Δίπλα από το κεφάλι του πρόβαλε σιγά-σιγά ένα αυλάκι από αίμα. Πάνιασα!! Κάθε ίχνος ελπίδας εξανεμίστηκε στο κενό. Τα δάκρυα τρέχουν ποτάμι αλλά εγώ δεν το καταλαβαίνω. Το μόνο που νοιώθω είναι το ξέσκισμα της ψυχής μου.
Ένα χέρι με ακουμπά απαλά στον ώμο.
«Νεαρέ, άδικος κόπος. Ο φίλος σου δεν είναι πλέον κοντά μας».
Η φράση αυτή βουίζει διαρκώς στα αυτιά μου. «Δεν είναι πια κοντά μας». Και όμως είναι απλά δεν τον βλέπει κανένας άλλος παρά μόνο εγώ, ο αντικαταστάτης του. Απομακρύνομαι σπρώχνοντας με απέχθεια τους ανθρώπους που στέκονται δίπλα από το άψυχο σώμα του φίλου μου. Τώρα λυπούνται αλλά μέχρι χθες τον κοίταζαν με φθόνο. Σκουπίζω τα μάτια μου. Δεν θέλω να κλάψω γιατί δεν θα το ήθελε αυτός.
Φίλε αντίο και σε ευχαριστώ που με έμαθες να με αγαπώ!

***

Copyright © Βασιλική Στρατικοπούλου, 2014 All rights reserved
Στη φωτογραφία βλέπετε πίνακα ζωγραφικής της Marcia Baldwin.

Περισσότερα από/για την Βασιλική Στρατικοπούλου:
Το παρελθόν μετράει στιγμές
Η Βασιλική Στρατικοπούλου για "Το παρελθόν μετράει στιγμές"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Σάντυ Κυριακή ΗλιάδουΝατάσσα ΕξάρχουΣωτηρία ΙωαννίδουΚέλλυ ΚαϊμάκηΠαναγιώτης ΣταυρόπουλοςMo HayderΆννα Σελίδου
Γιάννης ΦιλιππίδηςΕυδοκία ΣταυρίδουΓιώργος ΙωαννίδηςPaullina SimonsΧρήστος ΧτιστόπουλοςΓεώργιος ΤζιτζικάκηςΘεόφιλος Γιαννόπουλος
Ασημίνα ΞηρογιάννηΝίκος ΚρίκαςΣοφία ΓουδετσίδουMargaret DalkourΝάντια ΠαπαθανασοπούλουΓιώργος ΔάμτσιοςΓρηγόρης Τριγλίδης