«Μόνο ως παιδί μπορώ να ονειρεύομαι ακόμα» Μάριος Καρακατσάνης

Ο Μάριος Καρακατσάνης, με δήλωσή του, γράφει από τα δεκατρία του. Ποίηση, μυθιστορήματα, διηγήματα... Τα πάντα. Ό,τι τον αγγίζει, όσα τον ταλαιπωρούν, προσωπικές εμπειρίες, ευχάριστα, δυσάρεστα... Άπαντα ερεθίσματα γίνονται έμπνευση και θέματα στην πένα του. Από ένα σημείο και μετά είναι μονόδρομος, θα πει -κάπου το διάβασα.
Ο Μάριος Καρακατσάνης δε μπορεί να διαβάσει κανένα βιβλίο μεγαλύτερο των εκατό σελίδων ή, τέλος πάντων, του όγκου σελίδων που είναι σε θέση να διαβάσει απνευστί. Ούτε τα δικά του. Είναι δυσλεκτικός και η ανάγνωση βιβλίων είναι από προβληματική ως αδύνατη. Ούτε και να γράψει μπορεί. Τουλάχιστον, όχι με την έννοια που δίνουμε στη λέξη όταν αναφερόμαστε στη συγγραφή.
Ο Μάριος Καρακατσάνης δε το έβαλε κάτω. Άρπαξε τη δυσλεξία του, τη βούτηξε από τα μαλλιά και της επιβλήθηκε. Δεν ακολούθησε τον εύκολο δρόμο, όπως τον έσπρωχνε η φύση του. Γεννημένος συγγραφέας και αποφασισμένος να περάσει το δικό του, αντιστάθηκε στο μοιραίο, βρήκε το δικό του τρόπο έκφρασης και ξεκίνησε το ταξίδι των λέξεων.
Η συνέντευξη που ακολουθεί έγινε διαδικτυακά με ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Του είχα προτείνει μια συνάντηση, να πιούμε καφέ και να μιλήσουμε για εκείνον και τα βιβλία του ηχογραφώντας τα λεγόμενά μας. Μια πρακτική απείρως ευκολότερη για τον κάθε συνεντευξιαζόμενο -ιδανική για την περίπτωσή του- αλλά προτίμησε να απαντήσει γραπτώς! Και μάλιστα αυθημερόν! Ούτε μέτρησε τις λέξεις στον χειμαρρώδη λόγο του αποδεικνύοντας ότι δεν αστειεύεται καθόλου όταν λέει με πείσμα και επιμονή δε σταμάτησα ποτέ.
Σήμερα, έχει δει δύο βιβλία του να παίρνουν την έντυπη μορφή τους, έχει τελειώσει το τρίτο του μυθιστόρημα ενώ έχει ήδη σχηματίσει το τέταρτο και, στα ενδιάμεσα, εμπλουτίζει την ιστοσελίδα του και εκφράζεται γράφοντας ιστορίες θρίλερ. Έχει βρει τον άνθρωπο της ζωής του, τη σύντροφό του, και μερικούς πολυαγαπημένους, καρδιακούς φίλους αλλά, πάνω από όλα, έχει βρει ποιος είναι, τι θέλει να κάνει στη ζωή του και στοιχηματίζει άνετα ότι δε θα βρει εμπόδιο να τον σταματήσει.
Τι είναι η δυσλεξία;

Μ.Κ.: Η δυσλεξία ως έννοια είναι ένας όρος ιατρικός που αναγνωρίζει τη μαθησιακή διαταραχή που προκαλεί προβλήματα στην ανάγνωση και στη γραφή λέξεων. Η δυσλεξία, επειδή υπάρχει θεραπεία, δεν σημαίνει πως είναι και νόσημα! Αν διαγνωστεί έγκαιρα αντιμετωπίζονται τα περισσότερα συμπτώματά της. Όσο συντομότερα εντοπιστούν, τόσο συντομότερα αντιμετωπίζονται. Σε εμένα δυστυχώς, λόγω της εποχής μου (1978), διαγνώστηκε όταν πια ήμουν 30 ετών και αυτό με δική μου πρωτοβουλία, γιατί πάντα είχα την απορία του τι συνέβαινε με εμένα. Ωστόσο, δεν θέλησα να ακολουθήσω καμιά θεραπεία αφού έμαθα πια να ζω με αυτή, την θεωρώ φίλη μου και σύντροφό μου σε κάθε στιγμή της ζωής μου. Με άλλα λόγια, την συνήθισα πια.
Η δυσλεξία, πρέπει να ξεκαθαρίσω, ούτε ασθένεια είναι, ούτε μεταδίδεται. Αφορά μια δυσλειτουργία νευρολογικών αιτιών και κληρονομικών. Ο άνθρωπος που έχει γεννηθεί με δυσλεξία θα πεθάνει με αυτή. Όπως, πολύ απλά, ο άνθρωπος που γεννήθηκε να γράφει με το αριστερό, και κάποτε αυτό ήταν κατακριτέο και δεχόταν μεγάλη βία για να αλλάξει χέρι γραφής. Αριστερόχειρας γεννήθηκε κι αριστερόχειρας θα πεθάνει. Όπως εκείνος που γεννήθηκε με μπλε χρώμα ματιών...
Οπωσδήποτε, η δυσλεξία επηρεάζει τη ζωή των ανθρώπων που τη βιώνουν. Ζουν στην μειονεξία, στο περιθώριο, επειδή δυσκολεύονται μαθησιακά να προχωρήσουν στα στάδια της σχολικής εξέλιξης όπως τα άλλα παιδιά. Η αποτυχία που εισπράττουν δεν είναι δική τους ευθύνη, όμως επηρεάζει έντονα τον ψυχισμό τους.


Πόσο δύσκολο είναι για εκείνον που πάσχει από δυσλεξία να διαβάζει και να γράφει;

Μ.Κ.: Είναι πάρα πολύ δύσκολη η ανάγνωση γιατί μεταξύ άλλων, εμείς οι δυσλεκτικοί, έχουμε πρόβλημα συγκέντρωσης αλλά και μνήμης. Εγώ προσωπικά δεν έχω διαβάσει ποτέ μου κανένα βιβλίο που έχει πάνω από 100 σελίδες, γιατί έπρεπε να το ξεκινήσω να το τελειώσω αυθημερόν. Οι λόγοι είναι πολύ απλοί. Αν επιχειρούσα να διαβάσω ένα μεγαλύτερο και το έκλεινα για να το συνεχίσω κάποια άλλη μέρα, δεν θα θυμόμουν το μεγαλύτερο μέρος της υπόθεσης που είχα διαβάσει! Επίσης, ήταν ακατόρθωτο να διαβάζω δίχως να σκέφτομαι κάτι άλλο! Ακόμα και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, ο νους μου ταξιδεύει αλλού και όχι σε αυτό που κάνω. Δεν είναι κάτι που μπορώ να το ελέγξω.
Όσο για την γραφή, είναι πιο εύκολη σε σύγκριση με την ανάγνωση, αλλά έχει και αυτή τα δικά της προβλήματα. Καταρχάς είμαστε εντελώς ανορθόγραφοι. Έχουμε άθλιο γραφικό χαρακτήρα και το κυριότερο όλων κάνουμε ασύντακτες προτάσεις. Αυτό δεν επηρεάζει εμάς αλλά τους άλλους, αφού δεν καταλαβαίνουν τι γράφουμε. Το πρόβλημα σύνταξης υφίσταται επειδή τα γραφόμενά μας είναι ένας συνδυασμός σκέψης και γραφής. Όταν σκεφτόμαστε κάτι υποσυνείδητα γράφουμε ένα μέρος στο χαρτί και τα άλλα παραμένουν στο μυαλό μας. Για εμάς είναι μια ολοκληρωμένη εικόνα. Για τους άλλους όμως, που δεν ξέρουν τι σκεφτόμαστε, είναι πρόβλημα να κατανοήσουν αυτά που εμείς θέλουμε.


Πως καταφέρατε να ξεπεράσετε τα εμπόδια της δυσλεξίας και να είστε σε θέση να γράφετε;

Μ.Κ.: Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω ξεπεράσει ακόμα κανένα εμπόδιο! Η τεχνολογία με βοηθάει και η επιμονή μου. Πάντα τα γραπτά μου τα κάνω σε υπολογιστή έτσι ώστε να μην φαίνεται ο γραφικός μου χαρακτήρας, αλλά και να μου διορθώνει τα σοβαρά ορθογραφικά μου λάθη. Όσον αφορά την σύνταξη, τα διαβάζω ξανά και ξανά και ξανά και διορθώνω κάθε φορά ό,τι μου χτυπάει άσχημα στο μάτι. Βέβαια όταν τελειώνω ένα έργο μου, βάζω την σύντροφο μου αλλά και 4 φίλους, που πλέον για εμένα είναι οικογένεια μετά από τόσα χρόνια που συνεργαζόμαστε, να τα διαβάζουν και να μου λένε ό,τι απορία έχουν, ό,τι δεν καταλαβαίνουν. Έτσι διορθώνω ξανά ό,τι προκύψει.
Ο κυριότερος λόγος, όμως, που με βοήθησε να μπορέσω μετά από 20 χρόνια να γράψω 3 βιβλία και 10 ιστορίες είναι ότι γράφω από 14 ετών. Με πείσμα και επιμονή δεν σταμάτησα ποτέ, μα ποτέ, να γράφω ό,τι μπορείτε να φανταστείτε. Ποιήματα, μικρές ιστορίες, ακόμα και σε ημερολόγιο. Βλέποντας τα μειονεκτήματά μου έναντι των άλλων, η αγάπη μου για το γράψιμο με ώθησε να μην υποχωρήσω. Ειδικά όταν έδινα τις ιστοριούλες μου σε φίλους και εκείνοι δεν καταλάβαιναν τι έγραφα τσαντιζόμουν περισσότερο. Τότε, σε ηλικία 16 ετών, έβαλα στόχο ότι μια μέρα ο κόσμος όχι μόνο θα διαβάζει τις ιστορίες μου αλλά θα τις καταλαβαίνει κιόλας! Δεν με ένοιαζε αν θα του άρεσαν ή όχι. Αυτό που με έκαιγε ήταν να μπορούσε να τις καταλάβει.
Έτσι, 19 χρόνια μετά, το πείσμα μου με δικαίωσε. Και αυτό μου δίνει δύναμη να συνεχίσω. Γιατί για εμένα δεν μετράει αν ο κόσμος με χαρακτηρίσει συγγραφέα ή όχι, με νοιάζει όμως να ξέρω ότι καταλαβαίνει τι γράφω, τι σκέφτομαι, τι μηνύματα θέλω να περάσω μέσα από κάθε μου ιστορία. Αν το καταφέρω αυτό, ναι, θα μπορώ να πεθάνω ήσυχος. Από εκεί και πέρα αν αποκτήσω και την πολυτέλεια να αγαπήσει ο κόσμος τον ιδιαίτερο τρόπο σκέψης και γραφής μου, τότε ναι, θα μπορώ να πω ότι κατάφερα να ξεπεράσω κάθε μου όνειρο, κάθε μου προσδοκία, έχοντας βαθιά μέσα μου την ικανοποίηση ότι νίκησα την ζωή που με έκανε να νιώσω τραγικές καταστάσεις με συμμαθητές αλλά και με τις εκάστοτε συντρόφους μου, που πάντα με κορόιδευαν όταν διάβαζαν κείμενά μου, αφού το μόνο που έβλεπαν ήταν καλικαντζούρες και ορθογραφικά λάθη. Τίποτε άλλο. Ακόμα και στις ευχετήριες κάρτες...



Θα λέγατε ότι σας διακρίνει μια κλήση προς το μεταφυσικό, το παράξενο, τον τρόμο ή το θρίλερ;

Μ.Κ.: Δεν θα ξεχάσω ποτέ, και φυσικά ούτε κι εκείνη, όταν σε ηλικία 14 ετών με έστειλε η μητέρα μου να πάρω μια βιντεοκασέτα να δούμε. Εκείνη την εποχή, θυμάμαι, με είχε ταράξει στις ταινίες της Disney. Πηγαίνοντας εγώ καμαρωτός καμαρωτός στο μαγαζί πήρε το μάτι μου το εξώφυλλο μιας βιντεοκασέτας που είχε έναν χοντρό μουσάτο τύπο με ματωμένη φόρμα που κράταγε έναν μπαλτά. Και επάνω από αυτόν έγραφε με ματωμένα γράμματα “Ο Σφαγέας”. Μαγνητισμένος από το υπέροχο εξώφυλλο, δίχως καν να κοιτάξω την υπόθεση, την πήρα κατευθείαν. Πηγαίνοντας την σπίτι μου, περιμένοντας η μητέρα μου να δει καμιά νεράιδα ή κάνα ξωτικό, της έδειξα όλο καμάρι τον Σφαγέα! Βλέποντας τον τίτλο και μόνο, μόνο συγκοπή δεν έπαθε. Παίρνοντας άρον άρον την ταινία από τα χέρια μου, την γύρισε πίσω φέρνοντας μια οικογενειακή του Disney. Από εκείνη την ημέρα και μετά όμως, εγώ σκεφτόμουν μονάχα ταινίες σαν τον σφαγέα. Πηγαίνοντας στα Video club χάζευα με τις ώρες τα εξώφυλλα ταινιών θρίλερ, τρόμου, φρίκης. Ένιωθα ότι αυτές ήταν ταινίες για εμένα. Ένιωθα να με ελκύουν κυριολεκτικά, κάθε φορά που αντίκριζα μια φωτογραφία τους, ορμώμενος από τον τίτλο της και μόνο, έφτιαχνα μέσα στο μυαλό μου δικά μου σενάρια και σκηνές.
Είχα διαπιστώσει ότι όπου φοβόντουσαν άλλα παιδιά, εγώ πήγαινα δίχως κανέναν ενδοιασμό. Ξέρετε, πολλές γειτονιές είχαν τα δικά τους “στοιχειωμένα”. Ειδικά στην δική μου, στα Ταμπούρια που μεγάλωσα, υπήρχαν διατηρητέα κτίσματα που πίσω τους έκρυβαν μεγάλη ιστορία από τον καιρό του πολέμου. Σαν παιδιά κι εμείς φτιάχναμε τις δικές μας ιστορίες φαντασμάτων που δήθεν από κάπου τα είχαμε ακούσει δημιουργώντας μια τεράστια ράδιο αρβύλα. Όταν ερχόταν ένα παιδί και έλεγε ότι είχε μάθει για ένα μέρος που είχαν βασανιστεί Έλληνες στρατιώτες ή άμαχοι και μέχρι σήμερα ακούγονταν φωνές, εγώ κατευθείαν έφτιαχνα σενάρια, εντελώς υποσυνείδητα. Φανταζόμουν τα μαρτύρια που μπορεί να είχαν περάσει, και φυσικά τις πονεμένες κραυγές τους. Ο πρώτος που ρώταγε που ήταν αυτό το μέρος ήμουν εγώ. Φυσικά, εννοείται, ότι πήγαινα κιόλας! Καμιά φορά έπαιρνα μαζί μου και κάνα κομμάτι σάπιο ξύλο ή μέρος από τον μουχλιασμένο τοίχο, να τα έχω ενθύμια.
Από την ενηλικίωσή μου, από τα 18 μου, μέχρι και σήμερα το 90% των ταινιών που έχω παρακολουθήσει είναι κάθε μορφής θρίλερ. Από ψυχολογικό μέχρι και σπλάτερ. Δυστυχώς όμως, δεν θυμάμαι αρκετούς τίτλους, ούτε υποθέσεις. Το μόνο που έχω συγκρατήσει και θυμάμαι -κάθε του σκηνή- και αυτό επειδή το είδα 11 φορές και έχω κλάψει και τις 11, παραδόξως δεν είναι θρίλερ! Είναι ο κύκλος τον χαμένων ποιητών. Αυτή η ταινία με εκφράζει όσο καμιά άλλη. Πέραν όμως από αυτή, ταινίες σαν την 6η Αίσθηση, οι Άλλοι, Η σιωπή των αμνών και όλες του Stephen King είναι τα καμάρια της προσωπικής μου συλλογής. Μια συλλογή που απαρτίζεται από 1200 ταινίες εκ των οποίων οι 980 είναι κάθε μορφής θρίλερ.
Η αγάπη μου για το μεταφυσικό με ώθησε να δημιουργήσω και το προσωπικό μου site (http://www.esperos-paranormal.com) όπου μέσα από αυτό εκφράζουμε, όχι μόνο εγώ αλλά και τα μέλη του, ελεύθερα την άποψή μας για την μετά θάνατο ζωή, τις συνωμοσίες, την θρησκεία, το μεταφυσικό και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε.
Κάτι που δεν γνωρίζετε είναι ότι σε όλα μου τα βιβλία, αλλά και τις ιστορίες που γράφω, είτε οι πρωταγωνιστές, είτε οι δευτερεύον ρόλοι, εκφράζουν απόψεις, σκέψεις ή ακόμα και λόγια που είτε έχω πει, είτε θα ήθελα να πω αν μου δινόταν η ευκαιρία. Πάντα όταν γράφω κάτι, ό,τι κι αν είναι αυτό, βγάζω την μάσκα που φοράω στην καθημερινή μου ζωή και εκφράζομαι ανοικτά ως Μάριος. Ίσως γι' αυτό όσοι έχουν διαβάσει έργα μου λένε ότι πλημμυρίζουν με εικόνες και συναισθήματα. Ποτέ δεν παρουσιάζω ένα έργο μου αν πρώτα δεν ανατριχιάσω ή δεν κλάψω πρώτος εγώ.

"Η Συμφωνία" είναι το πρώτο σας δημοσιευμένο μυθιστόρημα. Μιλήστε μας γι' αυτό. Πως προέκυψε τούτο το βιβλίο; Ποιος χαρακτηρισμός του ταιριάζει: μυστήριο, τρόμος, κάτι άλλο;

Μ.Κ.: Η Συμφωνία είναι βασικά το δεύτερο δημοσιευμένο βιβλίο μου! Απλά το πρώτο, με την ονομασία “Το Ξύπνημα”, ήταν μια προσπάθεια εντελώς προσωπική. Δεν είχε επαγγελματική επιμέλεια, πάρα μόνο ότι μπορούσαν να κάνουν οι φίλοι που σας προανέφερα. Υπάρχει όμως κανονικά στα βιβλιοπωλεία από την Bookstars η οποία ανέλαβε μόνο την διάθεσή του και τίποτε άλλο.
Η Συμφωνία είναι ουσιαστικά η πρώτη μου επαγγελματική παρουσία και μιας και μου δίνεται ευκαιρία θα ήθελα να ευχαριστήσω με όλη μου την καρδιά τις εκδόσεις Ελληνική Πρωτοβουλία της Αλεξίας Κιουρτσίδου και του Γιώργου Αλιπράντη, οι οποίοι με εμπιστεύτηκαν και με ένταξαν στην εκδοτική τους οικογένεια, δίνοντας μου την ευκαιρία, την χαρά αλλά και την τιμή να παρευρίσκομαι μαζί με σημαντικούς συγγραφείς όπως την Νατάσα Γκουτζικίδου, που με εμπιστεύτηκε πρώτη και με συνέστησε στην Αλεξία και θα ήθελα, και μέσα από εδώ, να την ευχαριστήσω.
Το βιβλίο αυτό προέκυψε από την ανάγκη μου να εκφράσω ένα μέρος από όλα αυτά που με προβλημάτιζαν. Πιο συγκεκριμένα την αχαριστία και την επιπολαιότητα του ανθρώπου. Μη νομίζετε ότι υπάρχει κάποιος που απέχει από αυτούς τους χαρακτηρισμούς και εννοείται ούτε εγώ. Όλοι μας ζητάμε πάντα το κάτι παραπάνω, ποτέ δεν φτάνει ό,τι έχουμε. Τα σπίτια μας είναι γεμάτα με κάθε λογής αγαθά, και όμως το ΜΟΝΟ που ξέρουμε είναι να παραπονιόμαστε για ό,τι μας λείπει, αγνοώντας τόσο προκλητικά το τι έχουμε! Είμαστε γεμάτοι επιθυμίες αλλά και ανθρώπινα λάθη που, βέβαια, είναι απόλυτα φυσιολογικό γιατί αλλιώς δεν θα ήμασταν άνθρωποι αλλά μικροί θεοί. Το λάθος μας είναι όταν δεν μαθαίνουμε από αυτά τα σφάλματα! Και ακόμα χειρότερα όταν κοροϊδεύουμε πρώτα τον εαυτό μας και ύστερα τους άλλους για να μην νιώθουμε τύψεις λέγοντας “αν μου έδινε ο Θεός μια ευκαιρία θα τα άλλαζα όλα! Αλλά δυστυχώς δεν την έχω...” και αφού δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, ξεπερνάμε το λάθος, μέχρι να πάμε στο επόμενο. Ε, λοιπόν η Συμφωνία διαπραγματεύεται ακριβώς αυτό! Τι θα έκανε κάποιος αν του δινόταν μια δεύτερη ευκαιρία. Πως θα την εκμεταλλευόταν σε συνδυασμό με τα ανθρώπινα πάθη του και κυρίως, αν τελικά την άξιζε.
Ο χαρακτηρισμός που θα του έδινα; Είναι αναμφίβολα ένα λογοτεχνικό βιβλίο φαντασίας με αρκετή δόση μυστηρίου.



Αυτήν την εποχή, εκτός από τις ιστορίες σας που δημοσιεύονται στο koukidaki μία κάθε βδομάδα, ετοιμάζετε κάποιο άλλο μυθιστόρημα; Υπάρχει κάποια ιδέα που θα θέλατε να υλοποιήσετε προσεχώς;

Μ.Κ.: Μόλις τελείωσα το τρίτο μου βιβλίο, με τον τίτλο "Άμυ" που αφηγείται την ιστορία μιας κοπέλας, της Αμαρυλλίς (Άμυ), η οποία μαζί με την μικρότερη αδελφή της ήταν οι μόνες επιζήσασες στο τροχαίο δυστύχημα που έγινε η αιτία να χάσουν και τους δυο γονείς τους. Όταν η Άμυ συνέρχεται από το κώμα διαπιστώνει ότι μαζί με εκείνην ξύπνησε και κάτι άλλο...
Θα είναι άλλο ένα βιβλίο φαντασίας με δόσεις τρόμου αλλά και φρίκης, μιας και η Άμυ θα κάνει κυριολεκτικά αποτρόπαιες πράξεις. Η προσπάθειά μου, και όσο αυτό περνάει από το χέρι μου, είναι να γράφω μόνο τέτοιου είδους βιβλία και ιστορίες. Θέλω ο κόσμος όταν θα ακούει ότι ο Μάριος Καρακατσάνης έβγαλε ένα νέο βιβλίο, ή μια νέα ιστορία, να ξέρει ακριβώς τι να περιμένει και όχι να αναρωτιέται αν θα είναι κάτι διαφορετικό. Ωστόσο, κατά καιρούς, θα κάνω κάποιες εκπλήξεις παρουσιάζοντας κάτι διαφορετικό, αλλά θα είναι τόσο σπάνιο που δε θα είναι ικανό να μου χαλάσει την συγγραφική ταυτότητα που θέλω να δημιουργήσω, ήδη από το ξεκίνημά μου.
Φυσικά, έχω ξεκινήσει και επεξεργάζομαι το τέταρτο, το οποίο όμως ακόμα δεν θα σας το αποκαλύψω!


Ποια είναι η μεγαλύτερη χαρά ή επιβράβευση που παίρνετε μέσα από τη συγγραφή;

Μ.Κ.: Τα όμορφα λόγια του κόσμου! Αυτά μου δίνουν δύναμη και κουράγιο να συνεχίσω να παρουσιάζω τα βιβλία μου. Γιατί την συγγραφή δεν πρόκειται να την σταματήσω ποτέ. Είναι σαν να λες σε έναν ανάπηρο που ξαφνικά περπάτησε να σταματήσει να τρέχει. Δεν υπάρχει περίπτωση! Και αυτό είναι κάτι που πρέπει να το μάθουν όλοι οι συγγραφείς φτασμένοι και μη. Να παρουσιάζουν την δουλειά τους μέσα από την καρδιά τους, ταπεινά και σεμνά και όχι μέσα από τις γνωριμίες τους αν μιλάμε για νέους συγγραφείς ή εκμεταλλευόμενοι το όνομά τους αν μιλάμε για φτασμένους. Ο κόσμος είναι αυτός που θα κρίνει, δεν ξέρει ονόματα και καταστάσεις, ξέρει μονάχα αυτό που διαβάζει. Επίσης, ξέρει ότι δεν υπάρχει καλό και κακό βιβλίο, αλλά καλή και κακή προσπάθεια. Αυτό μετράει και τίποτε άλλο!
Πως θα ήταν ένας τέλειος κόσμος;

Μ.Κ.: Όταν θα σταματήσει επιτέλους να κοιτάει ο κάθε άνθρωπος πως να βγάλει το μάτι του διπλανού του. Όταν μάθουμε όλοι να δίνουμε χωρίς να παίρνουμε. Όταν θα μπορούμε να κοιμόμαστε τα βράδια δίχως ενοχές αφού πρώτα έχουμε κοιτάξει τον ήλιο κατάματα χωρίς να μας τυφλώσει, αφού η λάμψη της ψυχής μας θα είναι μεγαλύτερη.


Πως θα ήταν μια τέλεια μέρα;

Μ.Κ.: Παρέα με την σύντροφο της ζωής μου και μερικά δικά μας παιδάκια να μας περιτριγυρίζουν, στην αμμουδιά κάποιας παραλίας όπου ο μόνος παφλασμός που θα ακούγονταν, θα ήταν αυτός της αγάπης μας.


Ποια ευχή σας θα πραγματοποιούσε πρώτη το τζίνι;

Μ.Κ.: Μα το έκανε ήδη! Να μπορεί ο κόσμος να αγαπά, να φοβάται και να αγωνιά μέσα από την δικιά μου φαντασία! Τώρα, κινδυνεύοντας να χαρακτηριστώ άπληστος, θα ήθελα και μια δεύτερη ευχή να του κάνω! Να δω έστω και ένα από τα έργα μου ταινία! Αν δεν μπορεί, δεν πειράζει... Πάλι φίλοι θα είμαστε!


Ποια κατάρα;

Μ.Κ.: Να μου τα πάρει όλα πίσω. Να με γυρίσει πίσω στον χρόνο, τότε που δεν με καταλάβαινε κανείς.


Τι ονειρεύεστε για το αύριο;

Μ.Κ.: Η Ελλάδα να σταματήσει να τρώει τα παιδιά της. Στο δικό μου κομμάτι, θεωρώ πολύ λάθος να βλέπω βιβλιοπωλεία, αλλά και αναγνώστες, να προωθούν κατά 95% ξένους συγγραφείς και βιβλία αγνοώντας τα δικά τους “παιδιά”. Είναι τραγικό, ξέρετε, ένας Έλληνας να γίνεται γνωστός στην Ελλάδα επειδή μετάφρασε το βιβλίο του στα Αγγλικά και πήγε καλά εκεί, μεταφράζοντας το κατόπιν στην μητρική του γλώσσα. Αυτό το φαινόμενο το βλέπουμε και στην τηλεόραση. Για αυτό γεμίσαμε με Τούρκικες σειρές, ενώ πεινούν κυριολεκτικά οι δικοί μας ηθοποιοί. Γιατί θαυμάζουμε το ξένο αγνοώντας τους δικούς μας ανθρώπους. Είμαι σίγουρος ότι αν δίνονταν μια ευκαιρία σε όλους αυτούς που μπορούν να προσφέρουν κάτι στον κόσμο, θα είχαμε παραγωγές που δεν θα είχαν σε τίποτα να ζηλέψουν από το Χόλιγουντ. Και βιβλία που κυριολεκτικά θα άγγιζαν όλο τον κόσμο, ζητώντας αυτοί από εμάς δικαιώματα ταινιών και μεταφράσεων. Αλλά ξέρω πως όλα αυτά δεν είναι όνειρο του αύριο, αλλά του ποτέ. Ίσως γιατί ως σύγχρονος Πίτερ Παν αρνούμαι και εγώ πεισματικά να μεγαλώσω, αφού μόνο ως παιδί μπορώ να ονειρεύομαι ακόμα.


Τι φοβάστε;

Μ.Κ.: Την παντοτινή έλλειψη παρουσίας αγαπημένων μου προσώπων. Δεν με φοβίζει ο θάνατος, ποτέ δεν με φόβιζε, με φοβίζει όμως το να μην έχω ξανά κοντά μου αυτούς που αγαπώ.


Που ταξιδεύετε, δραπετεύετε, περιπλανιέστε;

Μ.Κ.: Με την μηχανή μου κάνω μικρά ταξίδια ανάλογα πάντα με τα οικονομικά μου. Μου αρέσει πολύ να περιπλανιέμαι χτυπώντας με ο καθαρός αέρας, φλερτάροντας σε κάθε στροφή με τον δρόμο. Συνήθως, όταν δεν ξέρεις που πηγαίνεις καταλήγεις πάντα σε καλύτερο προορισμό.
Για παράδειγμα, πηγαίνοντας για Θεσσαλονίκη κατέληξα σε ένα χωριό της Κατερίνης! Ε, λοιπόν, και τι δε θα έδινα να είχα ένα σπίτι εκεί μέσα στο δάσος!


Που τολμάτε;

Μ.Κ.: Εκεί που οι άλλοι φοβούνται ή υποχωρούν. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που δέχονται εύκολα το όχι και πάντα ρωτάω το γιατί. Και αν είναι κάτι που περνάει από το χέρι μου, επιστρέφω ξανά τολμώντας να προσεγγίσω ό,τι με είχε απορρίψει. Είτε αυτό λέγεται έρωτας, δουλειά, ζωή. Μου αρέσει όμως και να προκαλώ, όχι μόνο τους ανθρώπους αλλά και την ίδια μου την μοίρα. Αν δεν φτάσεις στα άκρα ποτέ δεν θα μάθεις να εκτιμάς το ενδιάμεσο της ζωής.


Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας;

Μ.Κ.: Μην πεθάνω γέρος και ανήμπορος εξαρτώμενος από τους άλλους. Καλύτερα να με θυμούνται όλοι γερό και δυνατό, παρά εξαθλιωμένο και ανίκανο να συντηρήσει ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό.


Ποιος ο μεγαλύτερος εχθρός σας;

Μ.Κ.: Ο ίδιος μου ο εαυτός. Αυτός με κυβερνά, εγώ απλά παρακολουθώ τις πράξεις του. Δεν έχω μετανιώσει για ό,τι και αν έχει κάνει γιατί χωρίς τα λάθη του “εχθρού” μου δεν θα γινόμουν ποτέ εγώ καλύτερος.


Που βρίσκεται ο παράδεισος;

Μ.Κ.: Στις ψυχές όλων μας, εκεί βρίσκεται ο οποιοσδήποτε Θεός. Όπου μέσα από την συνείδησή μας, μας μιλάει. Φιμώνοντας την φωνή του απομακρυνόμαστε όλο και πιο πολύ από την πύλες του παραδείσου. Στο τέλος αυτό που μένει είναι η ψυχή μας, τίποτε άλλο.


Που η κόλαση;

Μ.Κ.: Στο μυαλό μας. Μάθαμε να εξετάζουμε τα πάντα μέσα από την ψυχρή και φτηνή λογική του αποκόβοντας κάθε δεσμό από την ψυχή της καρδιά μας. Ίσως, κατά μία έννοια, ένας άνθρωπος να είναι από μόνος του -ο κάθε ένας μας ατομικά- κόλαση και παράδεισος μαζί. Οπότε, το ερώτημα που γεννιέται αυτομάτως είναι: εμείς σαν αυτόνομες υπάρξεις τι είμαστε; Άγγελοι ή δαίμονες;
Γνωρίστε το μυθιστόρημα μυστηρίου του Μάριου Καρακατσάνη "Η Συμφωνία". Στο οπισθόφυλλο:
Τι μας κάνει δυστυχισμένους τελικά;
Μια δεύτερη ευκαιρία μπορεί να αλλάξει τη ζωή μας και μάλιστα προς το καλύτερο;
Μια μόνη και πληγωμένη ψυχή, ως πού μπορεί να φτάσει για να εκδικηθεί και να διεκδικήσει όλα όσα της στέρησαν;
Κι όταν τα αποκτήσει, θα το αξίζει πραγματικά;
Και με ποιο κόστος;
Αυτός είναι ο Μάρτιν, μια χαμένη ψυχή που κάνοντας μια σκοτεινή συμφωνία δίχως όρους, θέλει να κατακτήσει όσα δε θα κατακτούσε ποτέ... Όταν πια τα 'χει όλα, ξανασκέφτεται το τίμημά τους και πλέον το ζει, με τον πιο σκληρό και ίσως δίκαιο τρόπο. Πληρώνει το τίμημα της συμφωνίας του ή μήπως είναι μια απόφαση που δεν περνούσε από το χέρι του ποτέ;
Όλες οι εικόνες της ανάρτησης είναι φωτογραφίες από το μυθιστόρημα του Μάριου Καρακατσάνη "Η Συμφωνία". Επάνω αριστερά ο Μάριος Καρακατσάνης από το προσωπικό του αρχείο.
Ο εκδοτικός οίκος Ελληνική Πρωτοβουλία και ο Μάριος Καρακατσάνης προσφέρουν στους αναγνώστες του ιστότοπου ένα αντίτυπο του μυθιστορήματος Η Συμφωνία. Ο τυχερός αναγνώστης θα προκύψει μετά από κλήρωση που θα γίνει ζωντανά μέσω του προσωπικού μου προφίλ στο facebook στις 24 Φλεβάρη. Το βιβλίο θα αποσταλεί ταχυδρομικά. Ο τυχερός θα ενημερωθεί με προσωπικό μήνυμα στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο ή από τη σελίδα των κληρώσεων. Το όνομά του θα ανακοινωθεί στο koukidaki, στο facebook και σε άλλες σελίδες. Η συμμετοχή στην κλήρωση δεν απαιτεί λογαριασμό σε κανένα κοινωνικό δίκτυο, ούτε εγγραφή. Στο ελεύθερο πεδίο μπορείτε να αφήνετε το μήνυμά σας προς τον Μάριο Καρακατσάνη ή το koukidaki. Ο συγγραφέας θα λάβει όλα τα μηνύματα μετά την κλήρωση. Καλή τύχη!
Αν διαβάζετε αυτό το άρθρο από την αρχική σελίδα του ιστότοπου επιλέξτε τον παρακάτω σύνδεσμο για να δείτε την πλήρη ανάπτυξη της ανάρτησης.

Ο κήπος

Η τέταρτη ιστορία του Μάριου Καρακατσάνη σε πρώτη δημοσίευση για το koukidaki.

«Η εικαστική αναγωγή στο σύμβολο» Κώστας Ευαγγελάτος

Αγαπητοί φίλοι, με αφορμή την επέτειο 35 χρόνων από την άφιξη μου στη Νέα Υόρκη για σπουδές στα εικαστικά, την θεωρία της τέχνης και ειδικά την συστηματική εκφραστική ενασχόληση μου με το φαινόμενο των performance, θα σας κοινοποιώ τακτικά θεωρητικά μου κείμενα, τα οποία έχουν δημοσιευθεί σε βιβλία και έχουν ανακοινωθεί σε συνέδρια, ώστε να έχουν τη δυνατότητα όλοι όσοι ενδιαφέρονται να τα μελετήσουν και να ασκήσουν την κριτική τους σκέψη.
Με τις ευχαριστίες μου,

Κώστας Ευαγγελάτος
Στην πρώτη σειρά βλέπετε έργα του Πικάσσο
Στην δεύτερη σειρά βλέπετε έργα του Κλέε

Στις ομορφιές σου είσαι σήμερα!

Στο μυθιστόρημά της, η Κάτια Κισσονέργη, αγαπά τους ήρωές της ό,τι κι αν έχουν κάνει, όποιοι κι αν είναι, είτε συμφωνεί, είτε διαφωνεί με τις ενέργειες και τις αποφάσεις τους. Άπαντες προβάλλονται συμπαθητικοί, ως και αστείοι λόγω αφέλειας, αλλά όλοι τους είναι ανθρώπινα γήινοι. Τυπάκια και τύπισσες της διπλανής πόρτας που προβληματίζονται, κάνουν θυσίες, αγαπάνε, αγαπιούνται, χωρίζουν, τα φτιάχνουν... έχουν προβλήματα, αναζητούν λύσεις, αναζητούν φιλίες, αναζητούν αγάπες, αναζητούν ταίρι, αναζητούν αλήθειες, αναζητούν την ευτυχία... αναρωτιούνται αν και που έκαναν λάθος, αναρωτιούνται τι πήγε στραβά και τι πρέπει να διορθωθεί... και πολλά άλλα, τόσο κοινά θέματα!
Κι εκεί που όλα φαίνονται -ή είναι- λάθος, κι εκεί που όλα φαίνονται -ή είναι- ανάποδα, κι εκεί που όλα πάνε κατά διαόλου, "επιβάλλεται" μια επανάσταση. Ή, μήπως, μια φυγή; Και, τέλος, η συγγραφέας επιμένει ότι είναι στο χέρι σου να ισιώσεις τα στραβά, να κοιτάξεις τον καθρέφτη και να πεις σε αυτό που βλέπεις: Στις ομορφιές σου είσαι σήμερα!
Η Κάτια βάζει τους ήρωες να μιλούν με τη σειρά σε πρωτοπρόσωπα κεφάλαια κι εμείς τους παρακολουθούμε να γκρινιάζουν, να αναρωτιούνται, να λυπούνται, να προβληματίζονται και να αναζητούν εκείνο το κάτι που λείπει, που πρέπει, που χρειάζεται η ζωή, ενώ ταυτόχρονα συμπληρώνουμε το παζλ της ιστορίας τους.
Που και που αποφασίζουν ότι είναι κρίμα να ζεις στην υδρόγειο και να φοβάσαι να δεις την ομορφιά που σου ανήκει, κι άλλοτε απαιτούν την ηδονή της δικαίωσης ότι είσαι κι εσύ μια κουφάλα. Μετά παραδέχονται ότι θα ήταν τέλεια, αν δεν είχαν περάσει από το πλάνο ο ασφαλιστής, η σπιτονοικοκυρά, ο λογαριασμός της ΔΕΗ και άλλοι τέτοιοι νταβατζήδες και καταλήγουν ότι ο Αλμοδοβάρ θα πέθαινε από καλπάζουσα ζήλια αν ήξερε τι μεγαλειώδεις σκηνές είχε σκηνοθετήσει το μυαλό τους.*
Με κερδίζει με τις περιγραφές της και με την "έξυπνη" γλώσσα που χρησιμοποιεί, το σπινθηροβόλο πνεύμα της και την ανοχή που δείχνει στα καμώματα των χαρακτήρων που, παρά τις κατεργαριές και τις απιστίες τους, παραμένουν συμπαθητικοί και συγκινητικοί στα μάτια μου.
*: Τα έντονα γράμματα αποτελούν αποσπάσματα από το μυθιστόρημα.

Το Δώρο


Στη τρίτη μας ιστοριούλα θα γνωρίσετε τις ζωές δύο ανθρώπων εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους. Όταν όμως η μοίρα θελήσει να ενώσει τους δρόμος τους, τότε μόνο ένα παιχνίδι της μπορεί να ξεγελάσει τον έναν από τους δύο. Το παιχνίδι της αγάπης. Γιατί μπορεί όλο μας να αγαπήσαμε πραγματικά, πόσοι όμως αγαπηθήκαμε;

Μάριος Καρακατσάνης

Μαύρα, σαν τον έβενο, μαλλιά

Η υπόθεση με λίγα λόγια...
Η Έλσα Γληνού είναι ψυχολόγος που συνεργάζεται με την αστυνομία. Βλέπει τη καριέρα της να καταστρέφεται, να τελειώνει η ζωή της, να γίνεται αλκοολική και να βουλιάζει στη μοναξιά της όταν στην τελευταία της δουλειά χάνει τον άντρα και την κόρη της.
Χρόνια αργότερα αναλαμβάνει μια διαλεύκανση μετά την προτροπή ενός φίλου και παλιού συνεργάτη.
Μπλέκεται σε μια ιστορία απαγωγής ενός μικρού κοριτσιού που με κάποιο τρόπο συνδέεται και αφορά το δικό της παρελθόν ενώ θα τη φέρει αντιμέτωπη με τους χειρότερους εφιάλτες της.
Το αστυνομικό μυθιστόρημα τής Ελευθερίας Μεταξά διαβάζεται απνευστί καθώς κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη με τις ραγδαίες εξελίξεις του. Άρτια δομημένο και καλογραμμένο από τη συγγραφέα που δείχνει να το έχει με τις αστυνομικές ιστορίες μυστηρίου όσο και με το κοινωνικό μυθιστόρημα. Μέσα στις σελίδες του ανακαλύπτουμε ένα εξαιρετικό αστυνομικό θρίλερ με συνεχόμενη δράση και νέα στοιχεία που αναδεικνύονται κάθε λεπτό για να εμπλουτίσουν ή να αλλάξουν τα δεδομένα, αλλά και ένα ψυχολογικό δράμα με καλοσχεδιασμένους χαρακτήρες και καταστάσεις. Η Ελευθερία γράφει με σύνεση όταν αναλύει τις προσωπικότητες ή την ψυχολογία των ηρώων της μένοντας μέσα στα όρια, και γεμίζει το βιβλίο της με όμορφες περιγραφές στις σκηνές δράσης. Στήνει άρτια την πλοκή και οδηγεί τον αναγνώστη της σταθερά και προοδευτικά μέσα στην ιστορία ώστε να μη χάνει καθόλου το ενδιαφέρον του ενώ δεν κάνει πουθενά κοιλιά! Θα κλείσει γλυκά, με τους περισσότερο πονεμένους της ήρωες, προκαλώντας συγκίνηση.
Όλες οι εικόνες της ανάρτησης είναι φωτογραφίες του βιβλίου της Ελευθερίας Μεταξά "Μαύρα, σαν τον έβενο, μαλλιά"
Μετά το πρωτόλειο σας "Όταν μιλούν τα φεγγάρια" ήρθε το "Μαύρα, σαν τον έβενο, μαλλιά". Η συγγραφή φαίνεται ότι έχει μπει στη ζωή σας για τα καλά...
Ε.Μ.: Πριν απαντήσω στην ερώτησή σου, θα ήθελα να σ’ ευχαριστήσω γι’ αυτή τη συζήτηση και για την παρουσίαση του βιβλίου στο αγαπημένο koukidaki. Όσο για τη συγγραφή... πάντα υπήρχε στη ζωή μου. Από τότε που ήμουν μικρή, μου άρεσε να γράφω. Σκάρωνα ιστορίες σε τετράδια στην αρχή παραμύθια και μετά ιστορίες μυστηρίου ή απλώς κατέγραφα τις σκέψεις μου σε  χαρτί. Μόνο που τα κρατούσα πάντα κρυμμένα στο συρτάρι του γραφείου μου. Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για να βρω το θάρρος να βγάλω προς τα έξω αυτή μου την ανάγκη.

Τι σας γοητεύει στη συγγραφή μυθιστορημάτων;
Ε.Μ.: Το ταξίδι, ένα ταξίδι πραγματικά υπέροχο! Στην αρχή έρχεται η ιδέα, κι ύστερα ξεκινά να ξεδιπλώνεται σιγά σιγά η ιστορία. Είναι μια πραγματικά μοναδική εμπειρία  να βλέπεις τους ήρωές σου ν’ αποκτούν τη δική τους υπόσταση και να κατευθύνουν εκείνοι την εξέλιξη, ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία, τα θέλω και τα πρέπει τους. Να βάζεις κομμάτια του εαυτού σου, να μπορείς να εκφράσεις ελεύθερα τις σκέψεις σου, να δίνεις πνοή σε χαρακτήρες που άλλοι είναι τόσο κοντά σε σένα κι άλλοι τόσο μακριά.

Γράφοντας τις εντυπώσεις μου από την ανάγνωση του "Μαύρα, σαν τον έβενο, μαλλιά" το περιγράφω σαν αστυνομικό θρίλερ αλλά και ψυχολογικό δράμα. Πως χαρακτηρίζετε εσείς το μυθιστόρημα; Ποια περιγραφή του ταιριάζει καλύτερα;
Ε.Μ.: Νομίζω ότι η περιγραφή που κάνεις ανταποκρίνεται απόλυτα σ’ αυτό που έχω και εγώ στο μυαλό μου. Πάντα μου άρεσαν οι ιστορίες μυστηρίου και τα ψυχολογικά θρίλερ, γενικά οι ιστορίες που έχουν ανατροπές και κάνουν τον αναγνώστη ν’ αναρωτιέται ποιος μπορεί να κινεί τα νήματα. Όταν ήμουν δέκα ετών είχα πάει ένα ταξίδι με τον μπαμπά μου, που ήταν ναυτικός. Στο καράβι υπήρχε μια βιβλιοθήκη. Το πρώτο βιβλίο που έτυχε να διαβάσω  ήταν ένα μυθιστόρημα της Αγκάθα Κρίστι, η «Ποντικοπαγίδα». Γοητεύτηκα αμέσως απ’ το μυστήριο που απέπνεε και προσπάθησα, μάταια βέβαια, να βρω τον ένοχο. Θυμάμαι μάλιστα ότι σκεφτόμουν πώς αυτή η γλυκύτατη γιαγιά που εικονιζόταν στη φωτογραφία μπορούσε να σκαρφίζεται τέτοιες ιστορίες. Ε, αυτό ήταν! Μου μπήκε και μένα το μικρόβιο!

Ποιος είναι ο αγαπημένος σας χαρακτήρας και γιατί;
Ε.Μ.: Ο αγαπημένος μου χαρακτήρας είναι ο Πάρης. Παρότι η Έλσα είναι αυτή που έχει αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη τραγωδία στη ζωή της, ο Πάρης νομίζω ότι μου είναι πιο συμπαθής, καθώς το μυστικό που κουβαλά είναι πολύ βαρύ για να το σηκώσει.  Όλες του οι αντιδράσεις καθορίζονται από παράγοντες εξωγενείς κι όχι απ’ τις δικές του πράξεις. Αναγκάζεται να δείξει ένα εντελώς διαφορετικό πρόσωπο απ’ το πραγματικό του, ακριβώς για να μην αποκαλυφθεί το μυστικό, κι αυτό θεωρώ ότι πρέπει να είναι πολύ δύσκολο κι επίπονο για έναν άνθρωπο. Ίσως γι’ αυτό το λόγο να είναι κι εκείνος που ουσιαστικά οδηγεί την ιστορία στο τέλος της, που δίνει τη λύση. Άλλωστε, θεωρώ ότι όσοι έχουν υποφέρει πολύ στη ζωή τους έχουν να διαλέξουν ανάμεσα σε δύο δρόμους: ή γίνονται πολύ καλοί και ζουν για να μοιράζουν αγάπη ή πολύ κακοί και θέλουν κι οι άλλοι να υποφέρουν, όπως υπέφεραν εκείνοι. Δε μπορώ να αποκαλύψω βέβαια ποια επιλογή έκανε ο Πάρης, αλλά νομίζω ότι όσοι έχουν διαβάσει το βιβλίο καταλαβαίνουν απόλυτα γιατί είναι ο αγαπημένος μου χαρακτήρας.

Και έρχεται η στιγμή που μπαίνει η τελευταία τελεία στο βιβλίο. Το τέλος. Πως αισθάνεστε τη στιγμή που ολοκληρώνετε ένα έργο σας;
Ε.Μ.: Τα συναισθήματα είναι ανάμικτα μόλις γραφτεί η λέξη «Τέλος». Νιώθω μια χαρά και μια πληρότητα, γιατί η ιστορία ολοκληρώθηκε. Οι ήρωες έχουν κάνει το ταξίδι τους στο δικό μου μυαλό και είναι πια έτοιμοι να ταξιδέψουν στο μυαλό και την ψυχή των αναγνωστών. Παράλληλα όμως, αισθάνομαι και μια θλίψη, γιατί μ’ αυτούς τους χαρακτήρες δέθηκα. Χάρηκα με τις χαρές τους, πόνεσα με τον πόνο τους, θύμωσα, έκλαψα, γέλασα... έζησα μαζί τους. Είναι ένα δικό μου κομμάτι που πρέπει να το αποχωριστώ. Ναι, αυτό είναι... ένας χωρισμός, μια σχέση με υπέροχες στιγμές, που όμως έκανε τον κύκλο της και τελείωσε. Και κάθε χωρισμός αφήνει μια γεύση γλυκόπικρη.

Με τι ασχολείστε αυτόν τον καιρό; Ετοιμάζετε/γράφετε κάτι άλλο; Τι να περιμένουν οι αναγνώστες σας στο προσεχές μέλλον;
Ε.Μ.: Έχω σχεδόν ολοκληρώσει το τρίτο μου βιβλίο. Και λέω σχεδόν, γιατί η  ιστορία έχει γραφτεί. Μου λείπει όμως κάτι, το οποίο ακόμα δεν το έχω βρει. Τι είναι; Δεν ξέρω, κι αυτό είναι το δύσκολο. Να ανακαλύψεις κάτι, χωρίς να ξέρεις ακριβώς τι ψάχνεις! Αλλά, θα το βρω! Θα με βοηθήσει η Φαίδρα, η ηρωίδα του βιβλίου, που αυτό το διάστημα την ταλαιπωρώ και με ταλαιπωρεί και κείνη! Κι αν όχι η Φαίδρα, κάποιος άλλος ήρωας... ο Δημήτρης, ο Χριστόφορος... κάποιος...

Γιατί πρέπει να διαβάζουμε; Τι κερδίζει ο άνθρωπος από τη λογοτεχνία; Τι έχετε κερδίσει εσείς από την ανάγνωση λογοτεχνικών έργων;
Ε.Μ.: Το διάβασμα είναι μια ανεκτίμητη αξία. Μέσα απ’ τις σελίδες ενός βιβλίου μπορεί κάποιος να πραγματοποιήσει τόσα ταξίδια, όσα ποτέ δε θα καταφέρει να κάνει στη ζωή του. Ανοίγει το μυαλό και η ψυχή. Νομίζω ότι, αν  όλοι οι άνθρωποι διάβαζαν, θα ζούσαμε σε έναν κόσμο καλύτερο. Στις σελίδες ενός βιβλίου μπορεί να ανακαλύψει κανείς τόσα μηνύματα, τόσες αξίες, τόσες γνώσεις... Τι κέρδισα εγώ απ’ την ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων; Όλα αυτά που ανέφερα παραπάνω.  Μια φιλοσοφία ζωής, μια στάση ζωής. Προσπαθώ να πείσω τους μαθητές μου να διαβάσουν λογοτεχνία. Πιστέψτε με, είναι κάτι πολύ δύσκολο. Δυστυχώς σήμερα οι νέοι δε διαβάζουν. Και δε φταίνε αυτοί, βέβαια! Είναι πράγματι λυπηρό σε μια χώρα με λογοτεχνική παραγωγή αιώνων κυριολεκτικά, σε μια χώρα που έβγαλε έναν Σοφοκλή, έναν Καζαντζάκη, έναν Βενέζη, έναν Σεφέρη, έναν Ρίτσο, έναν Ελύτη, μια Ιορδανίδου, μια Δημουλά και τόσους άλλους (άπειρους, πραγματικά) το ίδιο το σχολείο, οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί να μην έχουν καταφέρει να καλλιεργήσουν  στα παιδιά την αγάπη για το διάβασμα!

Τι έχετε κερδίσει από τη συγγραφή βιβλίων;
Ε.Μ.: Το να μπορώ να μοιράζομαι με άλλους το ταξίδι. Αυτό για μένα είναι πολύ σημαντικό! Γράφοντας, διοχετεύω την ενέργειά μου, τις σκέψεις μου, τις ανησυχίες μου, τις ευαισθησίες μου. Κι όλα αυτά τα μοιράζομαι! Πρόκειται για μια πραγματικά υπέροχη εμπειρία!

Όνειρα, προσδοκίες, θέλω... Πόσα/ποια από αυτά έχετε καταφέρει και πόσα/ποια αποτελούν τους επόμενους στόχους σας;
Ε.Μ.: Όνειρα πάντα υπάρχουν και θα υπάρχουν, γιατί αποτελούν την κινητήρια δύναμη για τις πράξεις. Έχω μια όμορφη οικογένεια και έναν υπέροχο γιο (ναι, είμαι χαζομαμά και το ομολογώ ανερυθρίαστα!), έναν σύντροφο που μ’ αγαπά και με καταλαβαίνει, κι όσο κι αν γκρινιάζει όταν τον αφήνω μόνο του για να γράψω ή όταν μου μιλάει κι εγώ είμαι απορροφημένη στις περιπέτειες των ηρώων μου, ξέρω ότι χαίρεται για μένα. Έχω τους γονείς μου, την αδερφή μου και δύο ανήψια, που είναι διαβολάκια και τα λατρεύω. Νιώθω ευλογημένη, γιατί στη ζωή μου απέκτησα πραγματικούς φίλους, που πορευόμαστε μαζί, στα δύσκολα και στα εύκολα. Και, πλέον, κάνω κι αυτό που πάντα λάτρευα: γράφω. Αυτό που θέλω είναι να είμαστε καλά, όλοι! Πρώτα απ’ όλα αυτό! Και να συνεχίσω να κυνηγάω το όνειρό μου, γράφοντας... γράφοντας... γράφοντας... Κι ακόμα κι αν κάποια απ’ τα όνειρά μου μείνουν ανεκπλήρωτα (και... έχω βάσιμες υποψίες ότι κάποια θα μείνουν!), δε με πειράζει καθόλου. Τουλάχιστον, θα μου έχει μείνει η χαρά να ονειρεύομαι... Άλλωστε, σημασία έχει το ταξίδι! Έτσι δεν είναι;

Ψιθυρίσματα

Στην σημερινή μας ιστορία θα σας ταξιδέψω στα δύσβατα μονοπάτια της μοναξιάς. Θα δούμε μαζί, τα όρια που μπορεί να ξεπεράσει μια ανθρώπινη ύπαρξη όταν το άγγιγμα της παράνοιας, αγγίξει την ανθρώπινη ψυχή.
Γιατί ψιθυρίσματα υπάρχουν παντού, ποιος όμως μπορεί να τα ακούσει;

Μάριος Καρακατσάνης

Οργισμένα νιάτα

Ένας νέος άντρας, παιδί εργατικής οικογένειας με σπουδές πανεπιστημιακές, κρατάει έναν πάγκο με γλυκά για να μπορέσει να βγάλει τα προς το ζειν και αναγκάζεται σε μια λυτή ζωή, χωρίς καμία πολυτέλεια και άνεση, στη σοφίτα ενός σπιτιού στα Midlands όπου συγκατοικεί με τη σύζυγό του και έναν φίλο τους. Ο Τζίμυ ξεσπά με θυμό ενάντια στην αριστοκρατία, από την οποία προέρχεται η Άλισον, η γυναίκα του, και με την κοινωνία γενικότερα. Οι επιθέσεις του είναι καθημερινές, προς κάθε κατεύθυνση ενώ δεν αμελεί να μειώνει την Άλισον και την οικογένειά της, προφανώς, επειδή έτσι αντλεί δύναμη.
Όλα συμβαίνουν μέσα σε εκείνη τη σοφίτα, όπου ο Τζίμυ γίνεται είρωνας και προσβλητικός προς τους μοναδικούς ανθρώπους που έχει δίπλα του, εκδηλώνοντας μια μανιασμένη οργή γεμάτη ύβρεις και λεκτική βία προς αυτούς, αλλά και πέρα από αυτούς, σε ο,τιδήποτε είναι ή θεωρείται ανώτερό του ή τον ξεπερνά.
Ο Κλιφ και η Άλισον φαίνονται να απωθούνται από τη συμπεριφορά του και να έλκονται ταυτόχρονα -καθώς τρέφουν μια τεράστια συμπάθεια προς εκείνον- κι ενώ πικραίνονται από τις πράξεις και τα λόγια του, δείχνουν ότι τον καταλαβαίνουν και τον δικαιολογούν, παρατείνοντας τη δύσκολη και άβολη συμβίωση μαζί του.
Μια φίλη, η Έλενα, θα επισκεφτεί τη σοφίτα, ανατρέποντας τα δεδομένα καθώς η άφιξή της θα βοηθήσει την Άλισον να εγκαταλείψει τον Τζίμυ.
Το εξώφυλλο του προγράμματος
Ο Τζίμυ και η Άλισον. Δύο άνθρωποι διαφορετικών τάξεων που αγαπήθηκαν και παρέμειναν μαζί παρά τη διαφορετικότητά τους και την κακή συμπεριφορά εκείνου. Οι χαρακτήρες που αλληλοσυμπληρώνονται εφόσον εκείνη είναι η ενσάρκωση της ηρεμίας, η εσωτερική γαλήνη και η ησυχία, κι εκείνος η ένταση, η ταραχή, η φωνή ενάντια όλων. Προφανώς, εκείνος έχει ανάγκη από την γαλήνη της κι εκείνη από την αντιδραστική φύση του. Η υποτακτικότητά της ισορροπεί τη σχέση εξουδετερώνοντας τον εκρηκτικό χαρακτήρα του.
Ο Κλιφ και η Έλενα. Οι "άλλες" φωνές. Η λογική ενάντια στο λάθος και η βοήθεια στην ανάγκη. Η στήριξη για τον αδύναμο. Αλλά και οι ίδιοι υποταγμένοι σε σχέσεις και καταστάσεις που δεν είναι επιλογές τους ή δεν τους αρέσουν.
Όλοι οι ήρωες του έργου αναφέρονται και αντανακλούν την ύψιστη ανάγκη του ανθρώπου να έχει τον άνθρωπό του, να ανήκει κάπου.
Ο Γιώργος Λιβανός, δουλεύοντας ακόμη μία φορά με ένα κλασικό έργο, αφήνει τα πρόσωπα και τους χαρακτήρες να αναδειχθούν χωρίς περιττά στολίδια και κοσμητικά στοιχεία, στοχεύοντας στην καθαρή ουσία, προσθέτει τις πινελιές του στην παραστασιοποίηση προβάλλοντας την ψυχολογία-ψυχοπάθεια των ηρώων του. Το σκηνικό του Σάββα Πασχαλίδη αντανακλά ακριβώς αυτήν την ψυχολογία τονίζοντας με καθαρό κόκκινο την ένταση και την οργή, τον εγκλεισμό, την ασφυξία... τη φυλακή σε εκείνο που ενώ δε σε κρατά, εσύ δε μπορείς ή δε θέλεις να του (ξε-)φύγεις ακόμα κι όταν σε βλάπτει. Όπως και οι προηγούμενες δουλειές του Λιβανού, έτσι κι αυτή, διακρίνεται από την αγάπη των συντελεστών προς αυτό που κάνουν και από αυτήν την αγάπη κερδίζει τα μάλα το θέατρο.
Η επιλογή της Μαριάννας Τόλη για την Άλισον, ίσως να ξενίζει κάποιους. Όμως, η εκφραστική Μαριάννα, με την μικροκαμωμένη σιλουέτα, την κίνησή της και την καλοδουλεμένη και εφηβική σε χροιά φωνή της, ταιριάζει πολύ όμορφα με την νεαρή γυναίκα του ρόλου. Η Μαριάννα Τόλη πάνω στη σκηνή είναι μικρότερη όλων! Η ίδια υπογράφει και τα κοστούμια της παράστασης που είναι εκπληκτικά! Ο Φίλιππος Κωνσταντίνος βρίσκει στον Κλιφ έναν ακόμη ρόλο αξιώσεων για το ενεργητικό του στον οποίο ανταποκρίνεται με δουλειά και πίστη. Ο Κλιφ φαίνεται ότι ταιριάζει όμορφα στον Φίλιππο που είναι τόσο ευγενικός και πρόσχαρος. Ο Αντώνης Τρικαμηνάς, ως συνταγματάρχης, παρά τον περιορισμένο, από το έργο, ρόλο του αποδεικνύει την ποιότητά του και το πόσο σπουδαίος ηθοποιός είναι. Η παρουσία του δε, στη σκηνή, φορτίζει θετικά την παράσταση και προσθέτει στο σύνολο. Η Γιώτα Κουνδουράκη είναι μια επάξια Έλενα αλλά εκείνος που πραγματικά κερδίζει -δικαίως- το χειροκρότημα είναι ο Στέφανος Κακαβούλης ο οποίος, όχι μόνο υποδύεται έναν εξαιρετικό Τζίμυ αλλά, καθιερώνεται στο χώρο για την καλλιτεχνική του ποιότητα και αξία αποδεικνύοντας το πολύπλευρο ταλέντο του.
Ταυτότητα
Σκηνοθεσία-Φώτα: Γιώργος ΛΙΒΑΝΟΣ
Μετάφραση: Ελευθερία ΠΕΡΡΑΚΗ
Απόδοση: Μαριάννα ΤΟΛΗ
Σκηνικό: Σάββας ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ
Κοστούμια: Μαριάννα ΤΟΛΗ
Κινησιολογία-χορογραφίες, μουσική επένδυση: Μαριάννα ΤΟΛΗ
Δραματουργικός σύμβουλος: Γιάννης ΖΕΡΒΑΣ
Διόρθωση κειμένου: Μαρία ΣΥΡΡΟΥ
Φωτογραφίες: Κωνσταντίνος ΑΛΜΑΛΗΣ
Μοντάζ: Μιχάλης ΦΕΛΑΝΗΣ
Κινηματογράφηση, βοηθός σκηνογράφου: Μενέλαος ΤΖΑΒΕΛΛΑΣ

Διανομή
Άλισον: Μαριάννα Τόλη
Τζίμυ: Στέφανος Κακαβούλης
Κλιφ: Φίλιππος Κωνσταντίνος
Έλενα: Γιώτα Κουνδουράκη
Συνταγματάρχης: Αντώνης Τρικαμηνάς

Τόπος
Studio Κυψέλης, Σπετσοπούλας 9 και Κυψέλης. Τηλ. 2108819571
Ένα έργο τού Τζον Όσμπορν για τη φθορά των σχέσεων, για την καταπίεση του εγώ μπροστά στην επιθυμία για ευτυχία και επιτυχία, για την απογοήτευση μπροστά στα όνειρα που κάναμε παιδιά και δε πραγματοποιήθηκαν, για την απόγνωση σε μια καθημερινότητα που δεν αλλάζει τίποτα ενώ θα θέλαμε να αλλάζανε όλα, για το θυμό που κρύβουμε για εκείνα που μας αξίζουν και δεν έχουμε, για το αύριο που θα είναι το ίδιο καταθλιπτικό και βαρετό όπως το σήμερα, για την υποταγή μπροστά στο φόβο της μοναξιάς, για την κραυγή μπροστά στο άδικο, για την οικονομική ανέχεια, για το μαρασμό της ψυχής που θέλει να πετάξει αλλά δεν αντέχει τα ύψη... Κι ένας ήρωας που ειρωνεύεται, χλευάζει, φωνάζει, θυμώνει, ωρύεται, οργίζεται, εκρήγνυται αλλά δε δρα ποτέ! Ίσως επειδή φοβάται ότι θα χάσει τους ανθρώπους του ή επειδή γνωρίζει ότι είναι δειλότερος όλων και κρύβει τη δειλία του πίσω από τον εκρηκτικό χαρακτήρα του.
Ένα ψυχόδραμα έντονων συναισθημάτων.
Οι φωτογραφίες της ανάρτησης: από το πρόγραμμα και το προσωπικό αρχείο του Γιώργου Λιβανού
Το πρόγραμμα -όπως πάντα, στις δουλειές του Studio Κυψέλης, περιποιημένο, προσεγμένο και φροντισμένο σε όλα τα επίπεδα, περιέχει όλο το έργο, σημειώματα των συντελεστών, βιογραφίες, φωτογραφίες, κ.λ.π. και αποτελεί ένα ολοκληρωμένο βιβλίο που μπορεί να έχει τη θέση του στη βιβλιοθήκη- κλείνει με τη φράση «κάποια μέρα σαν σήμερα, σε μια πόλη εργατική κοντά στο Λονδίνο».
Υπόκλιση.
Μία από τις αφίσες της παράστασης

CHAT

Το έργο του Gustavo Ott περιγράφει πέντε ιστορίες με παρονομαστή τον διαδικτυακό κόσμο όπου άνθρωποι που τους χωρίζουν εκατοντάδες και χιλιάδες χιλιόμετρα επικοινωνούν μέσα από ένα chat room ανταλλάσσοντας απόψεις, σκέψεις, πάθη, την καθημερινότητά τους. Μέσα από το άπειρο σύμπαν της εικονικής ζωής δημιουργούνται σχέσεις, αναζητήσεις... αλλά πάνω από όλα προκύπτουν εγκληματικές σκέψεις, δόλοι, παραπλανήσεις... που καταλήγουν σε εγκλήματα του πραγματικού κόσμου. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής γίνεται όπλο στα χέρια των "κακών" και δόλωμα στα μάτια εκείνων που έχουν ανάγκη την ανθρώπινη επαφή, την επιβεβαίωση, την κοινωνική καταξίωση, όπως και τη λύση στα προβλήματά τους.
Πέντε ιστορίες του εικονικού κόσμου καταλήγουν εγκληματικές πράξεις του πραγματικού κόσμου προβάλλοντας την κακή πλευρά του διαδικτύου, εκείνη την «σκοτεινή πλευρά», όπως αναφέρει και το δελτίο τύπου, που υπόσχεται ότι θα ικανοποιήσει κάθε ανάγκη άμεσα και εύκολα, που υπόσχεται λύση σε κάθε πρόβλημα άμεσα και εύκολα, που υπόσχεται την ιδανική "ζωή" άμεσα και εύκολα αλλά που δεν πραγματοποιεί ποτέ τις υποσχέσεις του.
Δεκατέσσερις ρόλοι ερμηνεύονται επί σκηνής από τέσσερις ηθοποιούς που καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα της αρρωστημένης, σαθρής, σάπιας, δολοφονικής... πλευράς του διαδικτύου. Δεκατέσσερις ζωές με "όπλο" το πληκτρολόγιο. Κάποιοι αναζητούν διέξοδο  και άλλοι θήραμα. Όλοι στροβιλίζονται πατώντας πλήκτρα και κοιτώντας οθόνες με γράμματα σε ένα αέναο ηλεκτρονικό αλισβερίσι που προβάλλει έναν μασκαρεμένο κόσμο. Όταν θα πέσουν οι μάσκες θα είναι κιόλας πολύ αργά.
Πάνω και κάτω σειρά φωτογραφιών CHAT από τον Γιάννη Κυλπάση
Η σκηνή άδεια από έπιπλα και στολίδια. Μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Και τέσσερις άνθρωποι να μεταμορφώνονται στο καλό και στο κακό, στον θύτη και στο θύμα εναλλάσσοντας χαρακτήρες. Το κείμενο του Ott και η σκηνοθεσία του Χρήστου Στρέπκου, με εύστοχο τρόπο, αναδεικνύουν την αρνητική πλευρά της διαδικτυακής δράσης βάζοντας τους ηθοποιούς να ντυθούν επί σκηνής όλους τους ρόλους, κι εκείνοι, γεμίζοντας το κενό με τις παρουσίες τους και τις φωνές τους, υποδύονται τον κάθε ήρωα με αρκετή δόση ρεαλισμού παρά την απαραίτητη δραματοποίηση για θεατρικούς σκοπούς. Ελάχιστη είναι η συμβολή άλλων ήχων και ερεθισμάτων πέρα εκείνων που παράγουν με τα κορμιά τους οι ηθοποιοί, με εξαίρεση μια βιντεοπροβολή που παρακολουθούμε ενσωματωμένη στη δράση. Σκηνικά, τα πάντα είναι από τέσσερα. Τέσσερις ηθοποιοί κινούν ή κινούνται ανάμεσα σε τέσσερα πολυχρηστικά και πολυμορφικά αντικείμενα ενώ φωτίζονται από τέσσερις προβολείς. Η άδεια σκηνή σε κάνει να επικεντρωθείς στα πρόσωπα ενώ σημειολογικά θα μπορούσε να αφορά την άδεια πραγματική ζωή που πίστεψες ότι θα γεμίσεις με την εικονική ζωή. Η κινησιολογία των ηθοποιών, φροντισμένη από τον Νίκο Λυμπεράτο, εξυπηρετεί πολύ καλά το έργο και, ενεργοποιώντας τις εντάσεις, αντανακλά τον συναισθηματικό κόσμο των ηρώων στην αίθουσα. Ο Γιάννης Τσάκωνας είναι ο πιο ρεαλιστικός εκ των τεσσάρων καθώς η ερμηνεία του δεν πατάει σε θεατρικά "στολίδια" και ο Νίκος Λυμπεράτος μεταμορφώνεται άψογα σε "σειριακό δολοφόνο" ή σε "Μπόρις". Η Ελένη Καλαντζοπούλου με την "μετανάστρια" και η Κατερίνα Κολλυροπούλου με την "μάνα" κερδίζουν κάθε θεατή.
Ταυτότητα:
Κείμενο: Gustavo Ott
Σκηνοθεσία: Χρήστος Στρέπκος
Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ, Κλ. Ελαιοτριβιάρη, Δ. Ζιούβα, Ζ. Κουφοπούλου, Ι. Λαζοπούλου, Σ. Πολενάκης, Α. Σαράφη, Κ. Τσολακίδου
Σκηνογραφία: Μάρκελος Μαυρομμάτης
Κοστούμια: Celebriti Skin
Κίνηση: Νίκος Λυμπεράτος
Φωτισμοί: Ευσταθία Δρακονταειδή

Διανομή:
Erika, Sex4aids, Mom to be: Κατερίνα Κολλυροπούλου
Pillar, Andrea, Αστυνόμος: Ελένη Καλαντζοπούλου
Dylan, Ahmed, Brother6, Αστυνόμος, Αδερφός: Γιάννης Τσάκωνας
Boris, Coyote, Serial: Νίκος Λυμπεράτος

Τόπος:
Κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στον πολυχώρο Vault, Μελενίκου 26, Βοτανικός, 2130356472
Φωτογραφίες CHAT από τον Παναγιώτη Μουλινό
Το έργο αναδεικνύει την πλευρά του διαδικτύου που δεν αρέσει σε κανέναν, την κακή όψη, την παραπλάνηση, το δόλο καθώς, σε έναν κόσμο απόλυτης ανωνυμίας, κάποιοι πονηροί σπεύδουν να εκμεταλλευτούν το μέσο προς όφελός τους. Την παράσταση παρακολούθησαν και οι κυρίες Τσιώτρα (υπεύθυνη της Μονάδας Έγκαιρης Παρέμβασης Προβληματικής Χρήσης του Διαδικτύου του Κ.Ε.Θ.Ε.Α Πλεύση) και Χρηστίδη (ψυχίατρος, υπεύθυνη του Τμήματος Προβληματικής Χρήσης Διαδικτύου της μονάδας Απεξάρτησης 18 Άνω) και ο κύριος Φώτης Σπυρόπουλος (δικηγόρος, Εταιρεία Μελέτης Διαταραχής Εθισμού στο διαδίκτυο) καθώς ακολούθησε συζήτηση με το κοινό. Τα σημαντικότερα σημεία της κουβέντας αυτής, που κράτησε πάνω από 1½ ώρα (!) με τη θερμή συμμετοχή των θεατών, παραθέτω παρακάτω προς σκέψη και προβληματισμό.

Η Επιλογή

Αν και τα Χριστούγεννα πέρασαν, ωστόσο το άγγιγμα τους είναι ακόμα νωπό μέσα μας. Έτσι λοιπόν σας παρουσιάζω την πρώτη από τις 10 συνολικά ιστορίες που θα ακολουθήσουν. Μέσα από τα δικά μου μάτια, θα διαβάσετε μια εναλλακτική πρόταση ενός παραμυθιού που αγαπήσαμε. Γιατί στον πραγματικό κόσμο, τα “παραμύθια” της ζωής μας, δεν έχουν ποτέ χαρούμενο τέλος.

Ελπίζω να την απολαύσετε όσο και εγώ!

Με αγάπη
Καρακατσάνης Μάριος

Και το παγκάκι ρίγησε - Μαρία Χανιώτου

   «Βροχή. Και να ήταν μια απλή βροχή, κάτι μπορεί να γινόταν. Είναι πολλοί εκείνοι που τους αρέσει και βγαίνουν να περπατήσουν μια μέρα σαν κι αυτή, ακόμα και βιαστικά, πάντως όλο και κάποιος έρχεται. Στρώνουν μια σακούλα και κάθονται. Όμως σήμερα α... πα-πα-πα, έχει ανεμοστρόβιλο, καταιγίδα. Κανένας δε θα τολμήσει να βγει» μονολογούσε το παγκάκι. Ξεχαρβαλωμένο με μια σανίδα λιγότερη, χρώμα ξεφτισμένο, αναπολούσε την πρώτη μέρα ολοκαίνουργιο να το τοποθετούν εκεί στη σκιά του πλατάνου, στον χώρο του Ζαππείου, μα φαντάζει χρόνος μακρινός από τότε.

Last Vegas

Μία ακόμα ταινία με φόντο τον πολύχρωμο και διασκεδαστικό κόσμο του Λας Βέγκας που φέρει όλα τα γνωρίσματα της γεωγραφικής τοποθεσίας. Γυναίκες σέξι, καυτές και έτοιμες για όλα, άντρες έτοιμοι για όλα, αλκοόλ, τζόγος, πάρτι, ξέφρενη διασκέδαση και τρέλες γύρω από τους φασαριόζικους κουλοχέριδες, τις θερμενόμενες πισίνες-τζακούζι, τις ακριβές σουίτες, τις τουαλέτες και τα φράκα που φοριούνται ολονυχτίς για να βγουν σε μισό λεπτό όταν προκύψει το γρήγορο σεξ με κάποιον άγνωστο και το χρήμα που πηγαινοέρχεται αλλάζοντας χέρια άλλοτε σαν χάρτινος συνοδοιπόρος και άλλοτε σαν πλαστική μάρκα. Δηλαδή, ό,τι έχεις σκεφθεί ή φαντάζεσαι όταν αναφέρεσαι στο όνομα τούτης της πόλης συν οι κύριοι Ντάγκλας, Ντε Νίρο, Φρίμαν και Κλάιν που πηγαινοέρχονται στα πέριξ κουβαλώντας -βάση σεναρίου- τα ρευματικά τους.
Με δυο λόγια...
Τέσσερις παιδικοί φίλοι ταξιδεύουν στο Λας Βέγκας με αφορμή το γάμο ενός εκ των τεσσάρων ηλικιωμένων με μια τόσο μικρότερή του γυναίκα που καταντάει σκάνδαλο. Καθώς η παρέα ενώνεται κάτω από τα λαμπιόνια του ναού του τζόγου, και εν αναμονή του γάμου που θα τελεστεί επίσης στο Λας Βέγκας, ξεκινάει το μπάτσελορ του γαμπρού.
Διασκεδαστική ταινία με καλά ονόματα που δεν αφήνουν ασυγκίνητο το κοινό μετά από τόσα χρόνια σπουδαίας καριέρας αλλά χωρίς μια πρωτοτυπία που θα την έκανε να ξεχωρίζει. Κλισέ αστεία σε όλη τη διάρκεια που, ενώ σε κάνουν να χασκογελάς, δε σου προσφέρουν κάτι το νέο. Ούτε και το σενάριο έχει να προσθέσει κάτι καινούργιο στον χιλιοπαιγμένο κόσμο του Βέγκας. Ό,τι βλέπεις το έχεις ξαναδεί σε δεκάδες τέτοιες ταινίες, κάποιες από τις οποίες ήταν και πολύ καλύτερες! Πάντως θα περάσεις ευχάριστα και θα χαρείς που μπορείς να γλεντήσεις χωρίς τα χάπια σου.

Πνιγμονή

Στο έργο του "Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα", ο Φρεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, αναδεικνύει τον εγκλεισμό πέντε νέων γυναικών που, μετά το χαμό του πατέρα τους, υποχρεώνονται σε οκταετές πένθος στη διάρκεια του οποίου τους απαγορεύεται ακόμα και η έξοδος από το σπίτι!
Στη διασκευή του Δημήτρη Καρατζιά οι πέντε αδερφές βιώνουν στο έπακρο την καταπιεστική στάση της μητέρας τους που, στεκόμενη σα βράχος ακλόνητος, αλύγιστη και σκληρή μπροστά τους, θα επιβάλλει την απόλυτη καταπάτηση της ελευθερίας τους. Οι νεαρές γυναίκες καλούνται να ξεχάσουν κάθε επιθυμία και ψυχική ορμή, με το πρόσχημα του "καθαρού" ονόματος του ακραίου πουριτανισμού της κλειστής κοινωνίας της Τουρκικής υπαίθρου, με τραγική κατάληξη. Όταν η μάνα, η Χαντισέ Άλντα, θα λυγίσει καθώς θα θυμηθεί τον τρόπο που έχασε τις αδερφές της και το λόγο που οδήγησε τη δική της μάνα στην παράνοια, δικαιώνεται για τις σκληρές και απόλυτες αποφάσεις-διαταγές της. Αποφάσεις που θα θάψουν ζωντανά τα παιδιά της, όμως για την Χαντισέ είναι προτιμότερος αυτός ο θάνατος από οποιονδήποτε άλλο ενώ μέσα από αυτό το κείμενο βρίσκει ένα άλλοθι να ακουμπήσει το "έγκλημά" της.

Δημήτρης Καρατζιάς: «Πατήσαμε πάνω σε ένα αριστούργημα του Λόρκα και, απλά, προσπαθήσαμε να το φέρουμε στο σήμερα ώστε να έχει ένα νόημα το ανέβασμα του Σπιτιού της Μπερνάντα Άλμπα. Και ουσιαστικά, να είναι λίγο πιο επίκαιρο, με αφορμή τα εγκλήματα τιμής και όλα αυτά που συμβαίνουν από την καταπίεση των γυναικών στις γειτονικές μας χώρες. Η δράση μεταφέρθηκε στην Τουρκία καθώς, σύμφωνα και με επίσημα στοιχεία του Ο.Η.Ε., όλα αυτά συμβαίνουν στις ισλαμικές χώρες.»

Ειρήνη Σταματίου: «Είναι ένα κλασικό έργο που επιλέξαμε να το μεταφέρουμε στην Τουρκία του σήμερα όπου υπάρχει ο θρησκευτικός φανατισμός, γενικότερα οι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι στο τι πιστεύει η κοινωνία γι' αυτούς, με τις περιπτώσεις των λιθοβολισμών και τον καταπιεσμό των γυναικών, κ.ο.κ., οπότε το τοποθετήσαμε εκεί ώστε να έχει αντίκρισμα και να αγγίξει τον κόσμο.»
Ο Δημήτρης Καρατζιάς, μέσα από την καλοδουλεμένη δική του εκδοχή, υπογραμμίζει την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αναδεικνύοντας τις επιπτώσεις πάνω στις ψυχές των ηρωίδων και τολμά μια διαμαρτυρία ενάντια στη βία (ψυχική και σωματική) που επιβάλλεται σε αυτές τις γυναίκες -ακόμα στις μέρες μας!- μέσω της υπερβολικής, από κάθε άποψη, διαφύλαξης της τιμής τους ή της όποιας θρησκευτικής επιβολής.
Το άρωμα του κλασικού κειμένου μένει ατόφιο στη σκηνή παρά τη χρονική, πολιτισμική και γεωγραφική μεταφορά των δρώμενων.

Γιάννα Σταυράκη: «Το έργο είναι δυνατό από μόνο του με πολλές κοινωνικές προεκτάσεις. Εξάλλου, ο Λόρκα είναι λαϊκός συγγραφέας και αγγίζει όλες τις ηλικίες. Το σημαντικό είναι ότι αυτά που γίνονταν στην Ισπανία του 36 γίνονται και σήμερα, και είναι τραγικά.
Η ομάδα και οι ηθοποιοί έχουμε δουλέψει πάρα πολύ, είναι μια ευτυχισμένη στιγμή τούτη η παράσταση με την εξαιρετική σκηνοθεσία του Δημήτρη και ελπίζουμε να βγαίνει αυτό στο κοινό.
Όσο αφορά το ρόλο μου, είναι η "άλλη φωνή". Η φωνή της αλήθειας. Καμιά άλλη δε τολμά να πει την αλήθεια που τολμά μια τρελή. Μόνο που σε μια τρελή κανείς δε δίνει σημασία, αλλά δε παύει να λέει την αλήθεια.»
Στον πολυχώρο Vault, οι ερμηνείες των οκτώ πρωταγωνιστριών γίνονται κραυγή στο άδικο που επιβάλλεται από άγραφους νόμους, φωνή από ουρλιαχτό απελπισίας, σπαραγμός απόλυτου πόνου, ανατριχίλα αίσχους και συμπόνια προς τον αδύναμο, φορτίζοντας τον χώρο με δυνατά συναισθήματα και συγκίνηση. Η Αθηνά Τσιλύρα γεμίζει με τις διαταγές της το σύμπαν σου, σε ακινητοποιεί στη θέση σου σα να απευθύνεται σε εσένα προσωπικά, καταφέρνοντας μια εξαιρετική ερμηνεία στο ρόλο της μάνας. Η Γιάννα Σταυράκη, υποδυόμενη τη γιαγιά Ζαφίρα που μέσα από την άνοια έχει αναπτύξει, θαρρείς, τη δική της άμυνα για όσα έχουν συμβεί (και θα συμβούν), μιλάει με μάτια που στάζουν αφοπλιστική ειλικρίνεια κρατώντας τις απόλυτες ισορροπίες του δύσκολου ρόλου-έργου της. Η Θεοδώρα Σιάρκου κερδίζει εύκολα τις εντυπώσεις σαν ψυχοκόρη-παραδουλεύτρα (και μια δεύτερη μάνα) έχοντας πιάσει όλες τις λεπτές αποχρώσεις του ρόλου της γυναίκας που υποτάσσεται, λόγω θέσης, μπροστά στην αρχηγό του σπιτιού αλλά, έχοντας περάσει όλη της τη ζωή εκεί και αφού έχει συμβάλει τα μάλα στο μεγάλωμα των κοριτσιών, έχει το δικό της μερίδιο λόγου στα τεκταινόμενα. Οι κυρίες Κική Μαυρίδου, Νίκη Αναστασίου, Αλεξάνδρα Ούστα και Μελισσάνθη Μάχουτ πετυχαίνουν επάξια στα δύσκολα, καταπιεσμένα συναισθήματα των ρόλων τους που είναι έτοιμα να εκραγούν στο επόμενο λεπτό καθώς βιώνουν το πνίξιμο των υπάρξεών τους. Όσο για την Ειρήνη Σταματίου (Γιαγκμούρ) είναι μια αποκάλυψη καθώς μαγεύει κυριολεκτικά με μια άψογη ερμηνευτικά παρουσία επί σκηνής.

Αθηνά Τσιλύρα: «Αυτό που λέω κάθε φορά πριν βγω, είναι ένα: Θεέ μου! Ευτυχώς που δε γεννήθηκα σε αυτές τις χώρες, διότι δεν υπήρχε περίπτωση να αντέξω το μαρτύριο της μπούργκας και όλα αυτά τα εγκλήματα τιμής. Και κάθε φορά που γράφεται ένα τέτοιο έργο ή ένα σχετικό τραγούδι σκέφτομαι ότι είναι μια φωνή, ώστε κάποτε να ακουστεί και να σταματήσει αυτά τα φαινόμενα. Χαίρομαι πάρα πολύ με αυτό που έκανε ο Δημήτρης Καρατζιάς και με το ρόλο μου, παρόλο που με δυσκόλεψε γιατί είναι κάτι που δεν το έχω.»

Θεοδώρα Σιάρκου: «Νοιώθω ευτυχής που είμαι σε αυτή τη δουλειά, καθώς υπηρετούμε ένα έργο γραμμένο από έναν πολύ σπουδαίο συγγραφέα, σε διασκευή του Δημήτρη Καρατζιά που είναι εξαιρετική! Είμαι ευτυχής για την ωραία ενέργεια που υπάρχει ανάμεσά μας, κάτι που συνάντησα σπάνια στα 18 χρόνια που έχω στο χώρο. Συγκινούμαι με την αποδοχή και την αίσθηση που αφήνει το έργο στο κοινό σε σημείο που κάποιες φορές δυσκολεύομαι να το πιστέψω.»
Ο απόηχος της παράστασης διαρκεί μέσα σου για μέρες και, οπωσδήποτε, σημαίνει ότι έχεις εισχωρήσει στο δράμα των γυναικών αυτών.
Τα κοστούμια ακολουθούν τις προσταγές των μαύρων πένθιμων ρούχων που οφείλουν να φορούν όλες οι γυναίκες του σπιτιού και τα σκηνικά μένουν πιστά στο πνεύμα της ανατολίτικης διακόσμησης με λιτότητα και αυστηρότητα χωρίς υπερβολές και άσκοπες φιοριτούρες. Στον ήχο κερδίζει η πρωτότυπη μουσική του Μάνου Αντωνιάδη (γραμμένη για την παράσταση) που γεμίζει με σεβασμό την πένθιμη βαριά σιωπή του έργου.

Αλεξάνδρα Ούστα: «Μετράει σε όλες μας, ξεχωριστά, το γεγονός ότι η παράσταση αφορά κάτι που συμβαίνει σήμερα. Είναι σημαντική η πρωτοβουλία της UNESCO να συμμετέχει.»

Πολύ συγκινητική παράσταση, φορτισμένη με την ταφή κάθε όρεξης για ζωή, το θάνατο του έρωτα στο βωμό του "ήθους", την σιγή των ονείρων, με την επιθυμία να συντρίβεται πριν καν γεννηθεί σε μια άδικη ολοκληρωτική υποταγή στη "μοίρα", που γίνεται έγκλημα "τιμής"!
Συντελεστές:
Κείμενο και σκηνοθεσία: Δημήτρης Καρατζιάς
Βοηθός σκηνοθέτη: Δήμητρα Κολλά
Πρωτότυπη Μουσική: Μάνος Αντωνιάδης
Σκηνικά και Επιμέλεια κοστουμιών: Σίμος Παπαναστασόπουλος
Φωτισμοί: Βαγγέλης Μούντριχας 
Επιμέλεια κίνησης: Βιβή Ρωμανά
Φωτογραφίες και teaser παράστασης: Βασίλης Μεντόγιαννης
Παραγωγή: Καλλιτεχνικές Επιχειρήσεις “BackUp”

Πρωταγωνιστούν:
Αθηνά Τσιλύρα, Γιάννα Σταυράκη, Θεοδώρα Σιάρκου, Κική Μαυρίδου, Αλεξάνδρα Ούστα, Νίκη Αναστασίου, Ειρήνη Σταματίου και Μελισάνθη Μάχουτ.

Vault, Μελενίκου 26, Βοτανικός, 2130356472.
Μελισάνθη Μάχουτ: «Είναι ένα κοινωνικό έργο που αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα και πραγματεύεται τον εγκλεισμό τον γυναικών στις μουσουλμανικές χώρες.»

Πνιγμονή, που θα πει ασφυξία λόγω φραγής του αναπνευστικού συστήματος από νερό, στραγγαλισμό ή άλλο αίτιο.

ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Νικολία ΠανίδουΔημήτρης ΛάμπρουΣωτηρία ΙωαννίδουΧρήστος ΝομικόςΒασίλης ΚαραναστάσηςΝτενί ΕμορίνΑθηνά Τερζή
Μάριος ΔημητριάδηςΚερδίστε τρία μυθιστορήματαΓιώργος ΧατζηκυριάκοςΜαρία ΖαχαράκηΧαράλαμπος ΒοΐδηςΤειρεσίας ΛυγερόςΧριστίνα Παναγιώτα Γραμματικοπούλου
Λιλή ΓάτηΠαναγιώτης ΑσημεόνογλουΒαρβάρα ΣεργίουΝίκος ΒαρδάκαςΠέτρος ΖήκοςΒαθμολογήστε και κερδίστεΑλέξανδρος Ακριτόπουλος