Καρδιοχτυπώντας στην παράσταση του Ερωτόκριτου

Γράφει ο Θεόφιλος Γιαννόπουλος
...κάποιες στιγμές αναζητώ να νιώσω τα πάντα γύρω μου μονάχα με τα μάτια κλειστά, θαρρείς πως έτσι κρατώ παντοτινά στη σιγαλιά τα μυστικά π’ ακούει η ψυχή...

Έτσι κι απόψε. Στη συντροφιά μου ήρθε νοερά ο Ποιητής ν’ αφουγκραστεί τη μοναξιά κι ό,τι μου λείπει να μου φέρει.

«Για τον έρωτα των Ανθρώπων να μου πεις», τον παρακάλεσα, κι εκείνος ευθύς ξεκίνησε:

«Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν, 
και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν
με του Καιρού τα αλλάματα, που αναπαημό δεν έχουν….», άρχισε να μ’ απαγγέλλει, θυμίζοντας μου τους πρώτους στίχους από τον αγαπημένο «Ερωτόκριτο» του Βιντσέντζου Κορνάρου.

Κρυφό χαμόγελο στα χείλη. Καρδιοχτύπι δυνατό στο στέρνο, μιας κι η αγάπη είναι διαχρονική, δεν έχει πρόσωπο. Γίνεται ευχή που σ’ αγγίζει μαγεύοντας σώμα και νου, γεννώντας όνειρα...

Κι έσβησα λυτρωτικά το φως από τα μάτια, αφήνοντας την φωνή του Ποιητή να με σεργιανά στην αρχαία Αθήνα, γνωρίζοντας εκεί τον βασιλιά Ηράκλη που με τη γυναίκα του αποκτούν την κόρη Αρετούσα. Συνάμα συναντώ και τον Ερωτόκριτο, τον γιο του Πεζόστρατου , του συμβουλάτορα του βασιλιά. Μόλις ο Ρωτόκριτου αντικρίζει την όμορφη κοπέλα, κάτι σκιρτά μέσα του. Στην καρδιά του νέου ψιθυρίζει ο έρωτας, σπρώχνοντας τον να αψηφήσει τους κινδύνους και να βρίσκεται τα βράδια κάτω από το μπαλκόνι της να της τραγουδά.

Η Βασιλοπούλα γοητεύεται κι ερωτεύεται τον μεταμφιεσμένο ξένο. Μέσα τους γεννιέται φλόγα που τους σιγοκαίει και παράλληλα προσελκύει την ζήλια των άλλων. Γρήγορα φτάνουν στα αυτιά του βασιλιά τα όσα συμβαίνουν και ‘κείνος στέλνει στρατιώτες να του στήσουν ενέδρα. Ωστόσο, ο Ερωτόκριτος με τον φίλο του Πολύδωρο τους σκοτώνουν και δίχως να φανερωθούν διαφεύγουν στην Εύβοια. 

Κι έτσι το ‘θελε η Μοίρα, η Αρετούσα να επισκεφθεί τον άρρωστο πατέρα του, Πεζόστρατο, και να βρει στο άδειο του δωμάτιο το πορτραίτο της με τους στίχους που της αφιέρωνε. 

Φως στη ψυχή της. Και τούτο το μυστικό το εμπιστεύτηκε μονάχα στην παραμάνα της, την στοργική Φροσύνη.

Κι όταν εκείνος επιτέλους επιστρέφει, βλέποντας πως λείπουν τα πράγματα του, προφασίζεται τον ασθενή και σπίτι μένει. Γρήγορα από την βασιλοπούλα δέχεται δώρο για την ανάρρωσή του ένα καλάθι μήλα, σημάδι πως ανταποκρίνεται στον έρωτά του...

«Mέσα σε τούτον τον καιρόν ήρθεν εκείνη η ώρα,
να μαζωχτούν οι Στρατηγοί, ν' αναγαλλιάσει η Xώρα,
να κονταροκτυπήσουσι, τα Δώρα να κερδέσουν,
να τιμηθούσιν οι καλοί, να ντροπιαστού' όσοι πέσουν...», ψιθύρισε ο Ποιητής.

Αγώνες έκανε ο βασιλιάς προς τιμήν της κόρης του, μαζεύοντας στην πόλη τα καλύτερα αρχοντόπουλα. Και στα κονταροχτυπήματα άξιος νικητής στάθηκε ο Ρωτόκριτος, που δύναμη απ’ τα μάτια της έπαιρνε και Ήλιο απ’ το χαμόγελό της.

Μα «…μοιάζει η Αρετούσα του άρρωστου, οπού πολλά τον κρίνει
κάηλα βαρά, κι όλο διψά, πάντα ζητά να πίνει,
κι όσον του δίδουν το νερό, πλιά καίγεται και βράζει….», συμπλήρωσε ο Ποιητής, τονίζοντάς μου αργά τις στερνές αυτές λέξεις.

Τα κρυφά συναπαντήματά τους, τα βράδια, κάνουν τον Ερωτόκριτο να την ζητήσει απ’ τον πατέρα της. Σύννεφα και κεραυνοί ζώνουν τις ζωές τους. Εξοργισμένος ο βασιλιάς θεωρεί τον εαυτό του προσβεβλημένο και εξορίζει τον ερωτευμένο νέο.

Μα τούτοι πεισμώνουν. Αρραβωνιάζονται κρυφά πριν φύγει απ’ την Αθήνα, με την Αρετούσα ν’ αρνείται τα προξενιά που κατέφθαναν ολημερίς απ’ το Βυζαντινό Βασίλειο.

Κι η μπόρα έφτασε.

«Ο Ρήγας τούτον τον καιρόν ήβαλε μες στο νου του,
ταίρι το γληγορύτερο να δώσει του παιδιού του…»

Μα δε λογάριασε καλά τις βούλες της Αρετούσας. Τούτη αρνείται και αμέσως την φυλακίζει στον πύργο μαζί με την παραμάνα της, την Φροσύνη. Οι μέρες και οι νύχτες περνούν και κάποτε φαίνονται στα τείχη εχθροί που πολιορκούν λυσσαλέα την πόλη. Τότε είναι που επιστρέφει κι ο Ερωτόκριτος, έχοντας αλλάξει την όψη του με μάγια κάνοντάς τον αγνώριστο. Ρίχνεται αμέσως στη μάχη και παρ’ ότι λαβωμένος, σώζει ηρωικά τη ζωή του βασιλιά.

«Ας έρθομε στου αλλού Ρηγός, Ηράκλη, οπού στη μάχη
τον Βλαντιστράτη ενίκησε, δίχως ολπίδα να’χει...», ακούστηκε αναιμικά η φωνή του Ποιητή.

Ήλιος εμφανίστηκε ξανά πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Ο βασιλιάς ευχαριστεί τον άγνωστο ξένο προσφέροντάς του την κόρη του για γυναίκα. Μα εκείνη δε ξεχνά πως την αγάπη μόνο βρήκε στο πρόσωπο του Ερωτόκριτου και μόνο αυτός αξίζει την καρδιάς της. Αρνείται ξανά με όλες της τις δυνάμεις... και τότε...

Άνοιξα τα μάτια συνεπαρμένος, διαπιστώνοντας πως ο ποιητής είχε φύγει εδώ και ώρα από κοντά μου. Στη θέση του είχα ακουμπισμένο το εισιτήριο της παράστασης του Ερωτόκριτου και ήδη είχα αργήσει. Πέταξα πάνω μου ένα παλτό και βγήκα στο κρύο δίχως δεύτερη σκέψη. Το μακρινό κάποιες φορές ο νους το κάνει να μοιάζει τόσο κοντινό, αρκεί να το ποθείς αληθινά.

Έφτασα λίγες στιγμές πριν σβήσουν τα φώτα.

Κάθισα στην θέση μου κι έμεινα εκεί, καρδιοχτυπώντας ν’ αναμένω την παράσταση.

***

Ο Θεόφιλος Γιαννόπουλος διάβασε τους στίχους από το κείμενο της παράστασης Ερωτόκριτος.
Στο κολάζ που κοσμεί το κείμενο διακρίνονται μεταξύ άλλων: Ο Ερωτόκριτος του Γιάννη Τσαρούχη και ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα του Θεόφιλου.

Του ίδιου:
Ακολουθώντας τα όνειρα με "Το άλφα της Ιθάκης μου" της συγγραφέως Ελένης Κεραμάρη

Δείτε κι αυτό: Ο Ερωτόκριτος ξεκινά το ταξίδι του...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Τερέζα ΚουρούκληΧάρης ΒασιλάκοςΓιώργος ΓιαντάςΣτέλιος ΚανάκηςΣτέλιος ΜοίραςΈλσα ΜαγγανάρηΓιάννης Βεντούρας
Γεωργία ΚραββαρίτηΓιάννης ΦιλιππίδηςΚωνσταντίνα ΚαντζιούΠαναγιώτης ΝτούσκαςVal O' TeliΚαλλιόπη ΒελόνιαΠόλυ Μοσχοπούλου
Κερδίστε ως και πέντε μυθιστορήματαΧριστόφορος ΤριάντηςΧρυσούλα ΒακιρτζήΒαγγέλης ΜαργιωρήςΒασίλης ΤσικάραςΜαρία ΙατρίδηΘεόφιλος Γιαννόπουλος