sapioi.com, της Ελένης Χριστοφοράτου

Ελένη Χριστοφοράτου, Αθήνα
sapioi.com
Χώνει τον κολλητό του στο δωμάτιο βιαστικά.
-Γρήγορα! Η μάνα μου νομίζει ότι διαβάζω και θα ’ρθει από στιγμή σε στιγμή.
Πληκτρολογεί τη διεύθυνση: www...
-Πώς το ’παμε, ρε;
Όταν βιάζεται, παθαίνει black out. Ένα απότομο άδειασμα απ’ το κεφάλι του σαν να ’ναι κομπιούτερ και να του πατάνε delete.
-sapioi, του λέει ο άλλος.
-gr ή com;
-Ρε συ, αμνησία έπαθες;
-Λέγε κι άσε τα σχόλια!
-com!
Πατάει enter. Μια ανεξέλεγκτη ένταση διοχετεύεται απ’ τα δάχτυλά του στα πλήκτρα, με αποτέλεσμα να τα πιέζει παραπάνω απ’ το κανονικό. Το s κοντεύει να ξεχαρβαλωθεί.
Η είσοδος είναι επιτυχής. Διατρέχουν τους τίτλους: «Πτώση αυτόχειρα από ουρανοξύστη», «Πνιγμένος νέγρος σε κατάσταση τυμπανισμού», «Πτώμα γέρου στην μπανιέρα σε προχωρημένη σήψη», «Ποδηλάτης με λιωμένο κεφάλι»...
Οι τίτλοι είναι στα αγγλικά. Αρπάζουν το λεξικό και το ξεφυλλίζουν με βιάση.
Τα φύλλα του τσαλακώνονται. Τυμπανισμός, σήψη, λιωμένος...
Ο κολλητός τον σκουντάει.
-Τον ποδηλάτη να δούμε.
-Τον έχω δει τον ποδηλάτη.
-Πότε, ρε;
-Στο πάρτυ του Μπίλυ το περασμένο Σάββατο.
-Μη μου πεις! Αυτός ο ξενέρωτος μπαίνει στο sapioi; Κουφάθηκα τώρα!
-Να δούμε τον αυτόχειρα;
-Καλύτερα τον μαύρο. Θα 'χει πιο φάση.
Με το κλικ ξεδιπλώνονται μπροστά τους τέσσερις φωτογραφίες. Ο νεκρός έχει φωτογραφηθεί απ’ όλες τις οπτικές γωνίες. Η φρίκη τρισδιάστατη και πανοραμική.
Τ' αγόρια κοιτούν τα γουρλωμένα μάτια και το μελανιασμένο πρόσωπο χασκογελώντας.
Μια ανατριχίλα τού διαπερνά το κορμί, το γέλιο γίνεται νευρικό, τα χέρια χτυπούν άσκοπα στην άκρη του πληκτρολογίου. Ένα αλλόκοτο τρέμουλο έρπει στις φλέβες του απειλώντας να γίνει αντιληπτό. Τα εξογκωμένα μάτια γίνονται πηγάδια απύθμενα που τον ρουφούν, οι αλλήθωρες κόρες τους του προκαλούν ίλιγγο. Βουλιάζει. Τα δευτερόλεπτα γίνονται αιώνας.
Ακούγεται το γύρισμα του κλειδιού της εξώπορτας. Τινάζεται σαν ελατήριο.
-Η μάνα μου! Κάν’ τηνε!
-Φτου! Κιόλας;
-Ρε, κουβέντα θα πιάσουμε; Στρίβε!
Ο κολλητός βγαίνει απ’ το παράθυρο. Τα ισόγεια σπίτια διευκολύνουν τις παιδικές ατασθαλίες.
Κλείνει τον υπολογιστή και ανοίγει το βιβλίο της χημείας. Την περιμένει να μπει στο δωμάτιο κάνοντας τη συνήθη ερώτηση: Διαβάζει το αγόρι μου; Κι εκείνος πανέτοιμος ν’ απαντήσει, να το παίξει, και καλά, υπεύθυνος μαθητής.
Όμως τα λεπτά περνούν σε μια αφύσικη σιγή. Σπρώχνει μακριά του το βιβλίο και αφουγκράζεται. Έχει ακούσει το κλειδί, είναι σίγουρος, όπως κι έναν άλλο ακαθόριστο θόρυβο, κάτι σαν γδούπο. Βγαίνει απ’ το δωμάτιο με κάποιο ανεξήγητο δισταγμό, σαν αυτό που η γιαγιά του αποκαλεί προαίσθημα. Εκείνος δεν πιστεύει στα προαισθήματα, τα θεωρεί γυναικείες ανοησίες. Νιώθει όμως άθελά του το σφίξιμο...
Βλέπει τη μάνα του σωριασμένη στον καναπέ. Στα πόδια της, το κινητό κείται με το συρταρωτό του πορτάκι ανοιχτό, στην οθόνη του προβάλλει ο χρόνος της τελευταίας συνομιλίας.
-Μαμά...
Δεν απαντά, τα μάτια της καταπίνουν το κενό. Κάθεται πλάι της και τη σκουντά.
-Μαμά, τι έγινε;
Το άδειο βλέμμα συνεχίζει να μην εστιάζει. Οι κόρες στέκονται αδρανείς και βουβές.
Νιώθει αδύναμος, παλεύει να διαχειριστεί κάπως την όλη κατάσταση. Σηκώνει το κινητό και πατάει το νούμερο που βλέπει στο καντράν. Του απαντά η τροχαία Αττικής. Οι πληροφορίες συγχέονται στο κεφάλι του, γίνονται ένα κουβάρι που τυλίγεται όλο και περισσότερο, μια γιγάντια μάζα από μπερδεμένες κλωστές.
Βλέπει το χέρι της να τον αγγίζει. Είναι παγωμένο.
-Ο πατέρας σου…, την ακούει να ψελλίζει. Γέρνει πάνω του και τον κλείνει στην αγκαλιά της, εκείνος αισθάνεται άβολα από αυτό το ξαφνικό πλησίασμα, το βλέπει σαν ψυχικό εξαναγκασμό. Ξεσκαλώνει κι αποτραβιέται.
-Να σου φέρω νερό;
Τρέχει στην κουζίνα χωρίς να περιμένει απάντηση. Ν’ απομακρυνθεί απ’ την επικίνδυνη ζώνη, μονάχα αυτό ζητάει...
Εξαφανίζεται για μια βδομάδα απ’ το σχολείο, ο κολλητός τού ’χει κάνει πενήντα κλήσεις στο κινητό. Δεν απαντά, δε γουστάρει συλλυπητήρια κι άλλες τέτοιες μελό τυπικούρες. Είδε κι απόειδε κι αυτός κι ένα βράδυ τη στήνει έξω απ’ το παράθυρο.
-Ε, ψψψτττ!
-Τι θες;
-Άνοιξε!
-Δεν έχω όρεξη. Παράτα με!
-Άνοιξε γαμώτο, κάνει ψοφόκρυο!
Ανοίγει νευριασμένα.
-Τι στο διάολο θέλεις;
-Γιατί δεν απαντάς στο τηλέφωνο;
-Γιατί έτσι γουστάρω.
Ο κολλητός μπαίνει τρίβοντας τα χέρια του.
-Έξω τσούζει. Διαολόκαιρος!
-Για τον καιρό ήρθες να μου μιλήσεις;
-Όχι... Κοίτα, φίλε...
-Τι ’ναι, ρε;
-Δε χρειάζεται βέβαια να σου πω πόσο λυπάμαι για το γέρο σου…
-Άστ’ αυτά, μας τα ’παν κι άλλοι.
-Άλλο θέλω να σου πω...
-Ε, πες το πια! Μας γκάστρωσες!
-Είναι στο site.
-Τι;
-Ο γέρος σου.
-Τι λες, ρε μαλάκα; Μίλα καθαρά.
-Κάποιος τον τράβηξε μετά το τροχαίο, το ’πιασες;
Μένει άναυδος. Εκείνο το γνώριμο πλέον σφίξιμο επανέρχεται δριμύτερο. Ο κολλητός διαισθάνεται θύελλα.
-Ε, να φεύγω τώρα κι εγώ...
Δεν τον ακούει, ούτε τον νοιάζει ν’ ακούσει. Πρέπει να ’φυγε γιατί τα επόμενα πέντε λεπτά τον βρίσκουν μόνο βασανιστικά. Ξαπλώνει ανάσκελα και καρφώνει το βλέμμα του στο ταβάνι. Μια αράχνη σουλατσάρει ανενόχλητη. Την παρακολουθεί με απάθεια για ώρα. Ξαφνικά τινάζεται σαν ελατήριο και τη ζουλά με τον αντίχειρα. Το έντομο πέφτει στο πάτωμα διαμελισμένο. Θα μπορούσε να τη φωτογραφήσει με το κινητό και να στείλει τη φωτογραφία στο sapioi. Ποιος όμως νοιάζεται για μια λιωμένη αράχνη; Το κοινό διψά για κρεουργημένη σάρκα, βγαλμένα εντόσθια και χυμένα μυαλά.
Κάθεται στην καρέκλα του γραφείου. Είναι στριφογυριστή με ροδάκια. Κάνει μία στροφή. Μετά κι άλλη, κι άλλη, στροβιλίζεται τρελά, όπως κάποτε στο Μύλο της παιδικής χαράς που ο πατέρας τον γύριζε γελώντας κι εκείνος τού φώναζε κι άλλο, κι άλλο! Τώρα ο μπαμπάς δε γελά, είναι στο φέρετρο. Δεν το άνοιξαν, το θέαμα ήταν αποτρόπαιο, είπαν. Φαντάστηκε πως τους έπεσε στη μεταφορά, έσπασε στο μπετόν του πεζοδρομίου και το κεφάλι του νεκρού κατρακύλησε στην άσφαλτο.
Τίποτα τέτοιο όμως δε συνέβη. Του 'στειλαν το αντίο χωρίς να τον δουν. Έριξαν κι ένα λουλούδι ν' αρωματίσουν το κατευόδιο. Κι άλλο, κι άλλο, μπαμπά! Στροφές απανωτές, ο εγκέφαλός του γίνεται σούπα.
Κάποτε σταματά, μια αόρατη δύναμη τού παίρνει τα δάχτυλα, νιώθει την κρύα επιφάνεια του κένσορα. Διπλό κλικ στον internet explorer. Οι χλιαρές του αντιστάσεις εκμηδενίζονται. Μπαίνει στο διαδίκτυο μηχανικά, σαν υπνοβάτης.
Κάτι μέσα του κραυγάζει την αποτροπή. Αδιαφορεί. www... Οι κινήσεις του χάνουν σταδιακά τη νωχελικότητα, αναπτύσσουν μανία. Εισβάλλει στο site, έρμαιο του πειρασμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Σάντυ Κυριακή ΗλιάδουΝατάσσα ΕξάρχουΣωτηρία ΙωαννίδουΚέλλυ ΚαϊμάκηΠαναγιώτης ΣταυρόπουλοςMo HayderΆννα Σελίδου
Γιάννης ΦιλιππίδηςΕυδοκία ΣταυρίδουΓιώργος ΙωαννίδηςPaullina SimonsΧρήστος ΧτιστόπουλοςΓεώργιος ΤζιτζικάκηςΘεόφιλος Γιαννόπουλος
Ασημίνα ΞηρογιάννηΝίκος ΚρίκαςΣοφία ΓουδετσίδουMargaret DalkourΝάντια ΠαπαθανασοπούλουΓιώργος ΔάμτσιοςΓρηγόρης Τριγλίδης