Τρώω, άρα... υπάρχω...

Τις μπάκες πολλοί εμίσησαν,
τις μάσες, ουδείς…
-«Δεν ξέρω πού βρίσκομαι, μα αισθάνομαι πολύ όμορφα. Γαστριμαργικός οργασμός είναι η λέξη με την οποία θα περιέγραφα αυτό που ζω. Αν και καμία φορά δεν νιώθω το κορμί μου, μπορώ όμως να το δω. Είναι πολύ πιο όμορφο από ό,τι το θυμόμουν. Δεν έχω πλέον εκείνες τις καούρες που τόσο με ταλαιπωρούσαν και ούτε όλα εκείνα τα περιττά, που μου στερούσαν τις ανέμελες εξορμήσεις στις παραλίες τα καλοκαίρια. Αν και, για να είμαι ειλικρινής, δεν θυμάμαι και πάρα πολλά από εκείνη την εποχή. Ίσως αν προσπαθήσω λίγο περισσότερο… αχ… με πιάνει πονοκέφαλος. Ίσως να μου συμβαίνει αυτό που λένε… περασμένα ξεχασμένα… δεν είμαι σίγουρος όμως…
Μα, για μια στιγμή. Ίσως… ίσως τελικά κάτι να μπορώ να διακρίνω μέσα σε όλες αυτές τις σκοτεινές εικόνες του μυαλού μου. Αν τις βάλω σε τάξη…; Ναι… ναι. Με λένε Άντριου και πάντα μου άρεσε να τρώω. Αυτό το θυμάμαι. Ήταν το μόνο που με έκανε να αισθάνομαι όμορφα. Το μόνο που γέμιζε το απέραντο κενό που ένιωθα μέσα μου όλα αυτά τα χρόνια. Βέβαια βοηθούσε και το γεγονός πως πεινούσα. Πάντα, παντού και συνέχεια. Ποτέ δεν σταμάτησα να τρώω. Όμως… δεν ήμουν πάντοτε έτσι. Κάποτε ήμουν σαν όλα τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας μου. Αδύνατος και αδύναμος. Κάποτε μετρούσαν τα κόκκαλα των πλευρών μου οι φίλοι για να γελάσουμε. Ναι τώρα, θυμάμαι. Όμως αυτές είναι παλιές εποχές που έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.
Φαγητό… θα μπορούσα να μιλάω με τις ώρες γι’ αυτό. Να βρω τα ομορφότερα επίθετα να το διακοσμήσω, να δείξω την ομορφιά του, να σας βάλω για λίγο στον κόσμο μου. Μα ποτέ δεν θα μπορούσα να περιγράψω ικανοποιητικά την γεύση του ώστε να χορτάσετε μόνο και μόνο ακούγοντάς με. Είμαι σίγουρος πως αυτήν τη στιγμή ήδη οι γευστικοί σας κάλυκες έχουν αρχίσει να ερεθίζονται στέλνοντας σήματα στον εγκέφαλο πως πεινάτε. Ίσως μία γλυκιά λιγούρα; Κάτι να μασουλήσετε μέχρι να φτάσει η στιγμή να καταβροχθίσετε ό,τι βρείτε μπροστά σας; Χμ… σας καταλαβαίνω. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που ο λαός έχει σκαρφιστεί τόσες παροιμίες που αφορούν το φαγητό. Νηστικό αρκούδι δεν χορεύει, σαν σκλάβος δούλευε και σαν αφέντης τρώγε, πίτα που δεν τρως, τι σε μέλει κι αν καεί; Κι ένα σωρό άλλες που θα ήθελα μέρες ολόκληρες να σας μιλάω γι’ αυτές. Είδατε; Όλες για το φαγητό. Με αυτό μπορείς να περιγράψεις οποιαδήποτε κατάσταση. Ακόμη και την γέννα μου… σαν φρεσκοφουρνισμένο ψωμάκι, με κράτησε στην αγκαλιά της η μητέρα μου. Τόσο τρυφερό και μυρωδάτο…»

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

-«Λοιπόν γιατρέ… πώς πήγε η γέννα…;» ρώτησε με αγωνία η Μαίρη.
-«Δεν θα μπορούσε να πάει καλύτερα. Γεννήθηκε ένα υγιέστατο αγοράκι!»
-«Απλά ανησυχήσαμε γιατί καθυστέρησε πάρα πολύ…»
-«Ναι. Ξέρετε κυρία Μαίρη, αυτό συνέβη γιατί ο μπέμπης ζυγίζει 5μιση κιλά. Είναι ίσως το πιο μεγάλο μωρό που έχω ξεγεννήσει ποτέ.»
-«Πεντέμισι κιλά!!! Θεέ μου!» είπε με χαρά.
-«Ξέρετε… τα παιδιά που γεννούνται με τέτοιο βάρος συνήθως παρουσιάζουν κάποιο πρόβλημα με το σάκχαρό τους και δυστυχώς ο Άντριου δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Δεν υπάρχει όμως λόγος να ανησυχούμε από τώρα…»
Η γιαγιά έδειξε προβληματισμένη. «Αλήθεια μου λέτε γιατρέ;»
-«Μείνετε ήσυχη. Όλα αντιμετωπίζονται.»
-«Η Λίντα πώς είναι;»
-«Εξαιρετικά… απλά ξεκουράζεται με τον μπέμπη στην αγκαλιά της. Θα την δείτε σε λίγο…»

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

-«Ίσως να σας μοιάζει πολύ περίεργο μα μπορώ να θυμηθώ πολλά από αυτά που σε εσάς μοιάζουν τόσο μακρινά και πλέον ξεχασμένα. Μπορεί να φταίει και η κατάσταση στην οποία βρίσκομαι τώρα. Έτσι λοιπόν ήταν η ζωή μου· φυσιολογική όπως των περισσοτέρων μωρών άλλωστε. Μπορώ να θυμηθώ πώς ένιωθα όταν έσβηνα μέσα στην ζεστή αγκαλιά της μητέρας μου όταν…»

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

…Η Λίντα κρατούσε πλέον τον νεογέννητο Άντριου στα χέρια της καθισμένη στην αναπαυτική πολυθρόνα του σπιτιού της απέναντι από το αναμμένο τζάκι. Το μωρό μόλις είχε απολαύσει ένα πλήρες γεύμα από το στήθος της μαμάς. Τώρα εκείνη το κρατούσε αγκαλιά και λίγο μπρούμυτα πάνω στο στήθος της χτυπώντας το ελαφρά στην πλάτη για να ρευτεί.
-«Μπράβο ο αντράκλας μου… μπράβο!» του ψιθύρισε με χαρά στο αυτί μόλις απελευθερώθηκε αέρας, κι από τις δύο εξόδους, από μέσα του ανακουφίζοντάς τον. Το μωρό όμως άρχισε να κλαίει ξανά. «Τι θέλει μωρέ ο μπέμπης μου και δεν σταματάει…;» ο Άντριου οδήγησε το μικρό του στόμα κατευθείαν στη θηλή και το άνοιξε διάπλατα για να στραγγίσει ό,τι απόθεμα είχε το στήθος της μητέρας του. Μα αυτό δεν ήταν αρκετό. Αφού τελείωσε σειρά είχε ένα μπουκάλι γάλα. Σχεδόν μισό μπιμπερό και κάθε μέρα αυτή η ποσότητα αυξανόταν. Μα μαζί με την ποσότητα αυξάνονταν και τα κιλά του νεογνού. Έχαιρε άκρας υγείας όμως και το σάκχαρο με το οποίο γεννήθηκε για κάποιο λόγο σταμάτησε να υπάρχει. Σαν κάποιος απλά να τράβηξε ένα Χ σε αυτό το κεφάλαιο.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

-«Έτρωγα, έτρωγα… ασταμάτητα-αχόρταγα. Τότε όλοι χαίρονταν με την όρεξή μου. “Πω-πω ένα στρουμπουλό μωρό…” έλεγαν και γέμιζε το πρόσωπό τους χαμόγελα. Κατά τα άλλα η ανάπτυξή μου ήταν αρκετά γρήγορη και αρκετές φορές μάλιστα είχε προβληματίσει τους δικούς μου. Πάντα βρισκόμουν στις ανώτερες καμπύλες ύψους και βάρους. Ο γιατρός όμως πάντα τους διαβεβαίωνε πως δεν υπήρχε πρόβλημα και πως αιτία γι’ αυτή μου την ανάπτυξη ήταν τα καλά γονίδια και η αστείρευτή μου όρεξη για φαγητό. Ήμουν τυχερός… υποθέτω…
Τα χρόνια του σχολείου έφτασαν και μαζί με αυτά και η ώρα μου να ενταχθώ σε μία ομάδα μικρών παιδιών με σκοπό τη μάθηση. Είχα γίνει πλέον παιδί του δημοτικού. Ήμουν καλός μαθητής και αρεστός στις παρέες μου. Η διαφορά ύψους βέβαια είχε μειωθεί από τα υπόλοιπα παιδιά, έτσι μου ήταν πολύ πιο εύκολο να κάνω παρέες χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν εξακολουθούσα να ήμουν το μεγαλύτερο παιδί είτε σε ύψος είτε σε φάρδος. Συνήθως μετά το τέλος του σχολείου πηγαίναμε στην παιδική χαρά και παίζαμε μέχρι να πάει 1500 η ώρα όπου και μαζευόμασταν για φαγητό. Μόλις τελείωνα τη μερίδα μου, και καμιά φορά και της αδερφής μου J, ξεχυνόμουν στην πυλωτή της πολυκατοικίας που μέναμε με τον παιδικό μου φίλο και παίζαμε μέχρι να έρθει το φεγγάρι για να μας θυμίσει πως έφτασε η ώρα για ύπνο…»

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

-«Άντριου… Άντριου…» φώναξε ο πατέρας του καθώς είχε ξεκινήσει να σκοτεινιάζει. «Πού είσαι Άντριου…;» φώναξε ακόμη πιο δυνατά χωρίς όμως να πάρει απάντηση. «Θα με κάνεις να κατέβω κάτω… και…»
-«Εδώ είναι κύριε Ναθαναήλ…» ακούστηκε μία φωνή. Ήταν ο κολλητός του Άντριου, ο Γκας.
-«Και γιατί δεν έρχεται όταν τον φωνάζω; Τι κάνει πάλι;»
-«Κάθεται και τρώει…» είπε με αφέλεια, όταν ο προσβεβλημένος Άντριου πετάχτηκε από το μαρμάρινο τοιχίο που καθόταν και έδωσε μία σφαλιάρα στον φίλο του.
-«Εσύ τώρα τι θέλεις και ανακατεύεσαι…;»
-«Έ… τίποτα δεν θέλω…»
-«Άντριου… κάτσε καλά…» φώναξε για να τον συνετίσει ο πατέρας του. Ο Άντριου προσπάθησε να κρύψει το γλειφιτζούρι που είχε στο στόμα. «Τι τρως πάλι…;»
-«Ένα γλειφιτζούρι…» είπε δειλά γνωρίζοντας πως δεν του άρεσε του πατέρα του να τρώει τέτοια πράγματα.
-«Εντάξει… φτυσ’ το αμέσως τώρα…»
-«Εντάξει μπαμπά…» είπε και έβαλε το πλαστικό καλαμάκι με το γλειφιτζούρι μέσα στο στόμα και με ένα δυνατό δάγκωμα έσπασε το ζαχαρωτό μέσα του πετώντας μακριά το ξυλάκι. Ο πατέρας του το είδε και ξεφύσησε.
-«Δεν υπάρχει γιατρειά με σένα μου φαίνεται. Τέλος πάντων. Άντριου, πιάσε δύο ευρώ και πήγαινε να κεράσεις τον φίλο σου τον Γκας ένα παγωτό και πάρε κι εσύ ένα. Εντάξει;»
Τα μάτια του Άντριου έλαμψαν και τρεμόπαιξαν σαν τα φρουτάκια στον κουλοχέρη όταν δείχνει τζακ ποτ. Ο Ναθαναήλ έριξε τα χρήματα μέσα στην ανοικτή παλάμη του Άντριου. Ο πατέρας μπήκε μέσα στο διαμέρισμα για να συνεχίσει την επίλυση κανενός σταυρόλεξου, όπως του άρεσε να κάνει στον ελεύθερό του χρόνο. Λίγα μέτρα πιο πέρα βρισκόταν το τοπικό μίνι μάρκετ. Όλη η γειτονιά αγόραζε από εκεί καθώς οι ιδιοκτήτριές του, δύο συμπαθητικές ηλικιωμένες κυρίες, είχαν γίνει φίλες με όλους τους κατοίκους της περιοχής. Ο Άντριου κατέβηκε τα σκαλιά του ημιυπόγειου μίνι μάρκετ, μπήκε μέσα και άνοιξε τον καταψύκτη. Ο Γκας ακολουθούσε μερικά μέτρα πίσω του. Ο Άντριου έπιασε στα χέρια του δύο παγωτά με την ίδια γεύση και κατευθύνθηκε στο ταμείο.
-«Εμένα μου αρέσει η γεύση βανίλια…» επισήμανε ο Γκας.
-«Πρόβλημά σου…» αποκρίθηκε ο Άντριου με ύφος και τουπέ. Αφού πλήρωσε, βγήκε από το μαγαζί προσπερνώντας τον μικρό του φίλο χωρίς να του δώσει σημασία. Αφού ανέβηκε τα σκαλάκια, κατευθύνθηκε στην πολυκατοικία και έκατσε στο μαρμάρινο πεζούλι που του άρεσε να περνάει την ώρα του. Μόλις τελείωσε το πρώτο παγωτό άνοιξε και την ζελατίνα του δεύτερου το οποίο καταβρόχθισε με την ίδια μανία που εξαφάνισε και το πρώτο. Η ώρα είχε πάει 20:45 όταν ο πατέρας του Άντριου βγήκε ξανά στο μπαλκόνι.
-«Άντριου… ώρα να ανέβεις πάνω…» ο Άντριου ξεπρόβαλε κάτω από το μπαλκόνι μαζί με τον Γκας. Ο Ναθαναήλ είχε την ευγενική καλοσύνη να ρωτήσει αν πήραν παγωτό και αν τους άρεσε.
-«Ναι, μπαμπά…» απάντησε ο Άντριου.
-«Πήρες και του Γκας;»
-«Ναι, μπαμπά…» είπε σα να έδειχνε δυσανασχετισμένος με την δυσπιστία που έδειξε εκείνη τη στιγμή ο πατέρας του.
-«Έλα Γκας. Πες κι εσύ κάτι…» τον διέταξε ο Άντριου…
-«Μάλιστα κύριε Ναθαναήλ… σας ευχαριστώ για το παγωτό. Ήταν πολύ νόστιμο!»
-«Είδες…;» απάντησε ο Άντριου λίγο πριν σημάνει το τέλος την απογευματινής τους εξόρμησης.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

-«Και τώρα, τι; Αυτό σας φαίνεται για λάθος; Ποτέ του δεν μου είπε πως ήθελε κι αυτός παγωτό. Όχι… δεν θα φορτωθώ εγώ την αδυναμία του χαρακτήρα κανενός. Άλλωστε ξέρετε τι λένε… “Όποιος ντρέπεται μένει νηστικός”. Τέλος πάντων… δεν τελείωσα ακόμη…
Τι έλεγα…; Ά, ναι. Για τα παιδικά μου χρόνια και τον ρόλο του φαγητού σε αυτά. Δεν ξέρω αν έπαιξε κάποιο ρόλο ή αν αυτό καθόριζε την ζωή μου όπως μου είπαν κάποια στιγμή αργότερα. Αυτό θα το κρίνετε εσείς. Εγώ θα σας λέω κι εσείς θα ακούτε…
Όπως τότε… είχε πολύ πλάκα θυμάμαι. Ναι… ετοιμάζαμε την σχολική εορτή για την πρωτοχρονιά. Ήμουν στο τέλος του γυμνασίου και κάθε μαθητής είχε αναλάβει από μία υποχρέωση. Ένα καθήκον που έπρεπε να διεκπεραιώσει για να οργανωθεί σωστά το φαγοπότι… έεε, συγχωρέστε με. Η γιορτή εννοούσα. Έτσι λοιπόν κι εγώ είχα αναλάβει την μεταφορά των γλυκών από το ζαχαροπλαστείο στην αίθουσα των εκδηλώσεων. Ήταν θυμάμαι μία παραγγελία που σύμφωνα με αυτά που θα μας έδινε ο ζαχαροπλάστης, θα οριζόταν και το ποσό της χρέωσης. Θυμάμαι σαν χθες τον καυγά του διευθυντή με το σιτιστή…»

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

-«Λοιπόν, Άντριου… τα έφερες επιτέλους αυτά τα γλυκά;»
-«Μάλιστα κυρία Γάσπερ!» απάντησε με χαρά ο τροφαντός Άντριου.
-«Πόσα κομμάτια μας ετοίμασε;»
-«Σαράντα.»
-«Μόνο…;»
-«Συγγνώμη. Δεν σας διευκρίνισα. Μας ετοίμασε έξι τελάρα με σαράντα γλυκά το καθένα μέσα.»
-«Οπότε σαράντα επί έξι τελάρα, μας κάνουν σύνολο διακόσια σαράντα γλυκά. Ίσα που φτάνουν για όλους μας. Εντάξει. Κάτι είναι κι αυτό. Έλα όμως… βοήθησέ με να τις μεταφέρω μέσα στο δωμάτιο.»
-«Μάλιστα κυρία…» είπε ο Άντριου και έπιασε ένα τελάρο και το κουβάλησε μέχρι την αποθήκη τροφίμων μέχρι που τα μετέφερε όλα.
Το πάρτι της επόμενη μέρας έγινε με επιτυχία. Σε κανέναν μαθητή δεν έλειψε τίποτα, ακόμη και τα γλυκά έφτασαν με το παραπάνω. Μία εβδομάδα αργότερα έφτασε και ο λογαριασμός.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

-«Χα χα χα χα… ναι, γελάω… σωστά το καταλάβατε. Ακόμη θυμάμαι να στέκομαι έξω από την πόρτα του διευθυντή και να τον ακούω να φωνάζει… “Μα ήταν μόνο διακόσια σαράντα γλυκά και όχι τριακόσια!!!” Τον θυμάμαι να το φωνάζει ξανά και ξανά. Τι αστείο! Και πού να ήξεραν τι είχαν απογίνει τα υπόλοιπα εξήντα… και πάλι γελάω. Εσείς… μπορείτε να καταλάβετε τι είχαν απογίνει αυτά τα εξήντα γλυκά; Μμμ…; Ναι, πολύ σωστά μαντέψατε…
Και τώρα που το σκέφτομαι υπάρχει και μία παροιμία που λέει… “ο ύπνος θρέφει τα μωρά κι ο ήλιος τα μοσχάρια”. Έ, πώς να το κάνουμε δηλαδή; Εμένα με θρέφει το φαγητό… ή τουλάχιστον… με έθρεφε, γιατί τώρα δεν θυμάμαι από πότε έχω να φάω… δεν πειράζει όμως… πίσω στο θέμα μας…
Ο κόσμος πάντα ήταν εριστικός σε ό,τι αφορούσε το φαγητό. Εντάξει… όχι όλος ο κόσμος. Τουλάχιστον οι γύρω μου όμως ήταν. Δηλαδή τόσο πολύ τους πείραζε που όταν, στα φοιτητικά μου χρόνια, παραγγέλναμε πίτσα πάντα έπαιρνα αυτό που λένε… τη μερίδα του λέοντος; Αφού πεινούσα περισσότερο από τους άλλους. Ήμασταν θυμάμαι μία παρέα πέντε ατόμων. Βλέπετε τους έκανα την τιμή να τους κάνω και παρέα… το λοιπόν… παραγγέλναμε πίτσα, τρία κουτιά συγκεκριμένα από οκτώ κομμάτια η συσκευασία. Οπότε έχουμε τρεις επί οκτώ μας κάνει είκοσι τέσσερα κομμάτια, διά του τέσσερα άτομα που ήμασταν μας αντιστοιχούν έξι κομμάτια στον καθένα. Ανοησίες… όταν πεινάω δεν έχω χρόνο και διάθεση για μαθηματικά. Έπαιρνα το ένα κουτί και εξαφάνιζα και τα οκτώ κομμάτια μέχρι οι άλλοι να τελειώσουν τα διαδικαστικά. Τα κορόιδα… όπως και να’ χει μπορώ να κατανοήσω του λόγους για τους οποίους οι συμφοιτητές μου βγήκαν εκτός εαυτού εκείνο το βράδυ. Ίσως να υπερέβαλα κι εγώ λίγο. Οπότε άλλαξα κι εγώ τροπάριο… πόσα κομμάτια θέλετε κύριοι…; Έξι κομμάτια; Έξι κομμάτια λοιπόν θα παίρνω κι εγώ… Έτσι με το που κατέφθαναν οι πίτσες, άνοιγα και τα τρία κουτιά και διάλεγα τα έξι μεγαλύτερα κομμάτια και από τις τρεις. Το φαντάζεστε αυτό…; Οι γελοίοι… τους γύρισε μπούμερανκ και δεν μπορούσαν να πουν και τίποτα. Στο τέλος κατέληγα με μία πίτσα που αντιστοιχούσε σε δέκα κομμάτια!!! Το φαντάζεστε!; Είμαι τρομερό μυαλό τελικά!!! Από μικρός το ήξερα ότι προοριζόμουν για μεγάλα πράγματα. Έχετε όμως λίγο υπομονή και θα φτάσουμε και σ’ αυτά…
Οπότε πίσω στο θέμα μας, που δεν είναι άλλο από το φαγητό. Την λαχταριστή αυτή απόλαυση που κυριεύει το εγώ μας ελέγχοντας τα θέλω μας. Και μην το αρνηθείτε… ξέρετε πως δεν είναι ψέματα. Είναι ό,τι πιο βασικό μπορεί να αναζητήσει κανείς. Άλλωστε όλα για αυτό δεν γίνονται; Αν δεν φας, θα πεθάνεις. Για αυτό λένε πως “νηστικό αρκούδι δεν χορεύει”, ή “ο έρωτας περνά απ’ το στομάχι”. Και τώρα που είπα “έρωτας”… μου ήρθε στο μυαλό και κάτι άλλο που λένε σχετικά με το σεξ. Πως κάνει τον κόσμο να γυρίζει. Χμ… απορώ ποιος χαμένος το έβγαλε αυτό το σλόγκαν; Πόσες μέρες άραγε μπορεί κάποιος να ζήσει χωρίς σεξ; Ενώ χωρίς φαγητό…; Α, μπράβο…! Τώρα έρχεστε στα λόγια μου… ίσως τελικά γι’ αυτό να με άφησε και η πρώην μου γυναίκα… δεν ξέρω. Ίσως να ένιωσε πως το ποτήρι είχε ξεχειλίσει… πως δεν όργωνα πια το χωράφι της όσο συχνά ήθελε. Φταίνε βέβαια και τα παιδιά. Ήθελαν να φάνε το φαγητό μου…»

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

-«Παιδάκια ο μπαμπάς επέστρεψε…» φώναξε η Κάθριν. Αυτή ήταν η γυναίκα του Άντριου. Ήταν συμμαθητές στο γυμνάσιο μα κάποια στιγμή χάθηκαν. Βρέθηκαν πάλι πολύ αργότερα όταν πια είχαν τελειώσει με τις σπουδές τους. Είχαν κάνει έναν ευτυχισμένο γάμο, ή τουλάχιστον έτσι έδειχναν στους τριγύρω χωρίς όμως να γνωρίζει κανείς για το μεγάλο πάθος του Άντριου που έλεγχε τις ζωές όλων. Πίσω από τα χαμόγελα κρυβόταν ένας άνθρωπος που στερούσε ό,τι πιο βασικό χρειάζονταν τα παιδιά του για να μεγαλώσουν… φαγητό. «Είδατε; Φαγητό…» Προσπαθούσε να συγκρατήσει την εμμονή του μα τις περισσότερες φορές δεν τα κατάφερνε.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

-«Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε… είκοσι δύο, είκοσι τρία… τριάντα.» ο Άντριου ήταν χωμένος στο ψυγείο και μέτραγε. Η Κάθριν τον πλησίασε εμφανώς θυμωμένη γιατί προφανώς είχε γίνει αρκετές φορές μάρτυρας του φαινομένου.
-«Τι κάνεις πάλι εκεί Άντριου; Δεν βαρέθηκες ακόμη; Δηλαδή τι φοβάσαι;»
-«Αρκετά με τα λόγια Κάθριν. Πάω για καφέ και κοίτα μέχρι να επιστρέψω να μην λείπει κανένα…»
-«Ναι, ξέρω. Τα έχεις μετρημένα… μην σου φάμε κάνα ντόνατς…»
-«Ναι, ακριβώς…»
-«Δεν ντρέπεσαι άνθρωπέ μου; Δεν ντρέπεσαι; Σε λυπάμαι στ’ αλήθεια.»
-«Αν θέλεις να λυπάσαι κάποιον κοίτα να λυπάσαι τον εαυτό σου…» οι τόνοι είχαν αρχίσει να ανεβαίνουν.
Η Κάθριν τον κοίταξε με λύπηση. «Ένα μόνο πράγμα έχω να σου πω. Πως η χαλασμένη μηχανή δεν ξέρει πως είναι χαλασμένη. Τέρμα… ως εδώ και μη παρέκει. Εμείς οι δύο τελειώσαμε. Παίρνω τα παιδιά και φεύγω. Δεν είσαι πατέρας εσύ… δεν είσαι ο άντρας που ήξερα κάποτε. Αυτός που αγάπησα…»
-«Άντε πάλι με την γκρίνια…» απάντησε κοροϊδευτικά.
-«Δεν αντέχεις την αλήθεια; Είναι σκληρή για σένα; Κοίτα λίγο τον εαυτό σου πώς έχεις αλλάξει. Μας παραμελείς για το μεγαλύτερό σου πάθος, το φαγητό. Μόλις μπαίνεις μέσα στο σπίτι από την δουλειά είσαι όλο νεύρα. Όταν πεινάς δεν μιλιέσαι. Τα πάντα και όλα σου φταίνε. Σου γυρίζει το μάτι και χάνεις κάθε έλεγχο. Και μόλις σου το προσφέρω χάνεσαι μέσα στον δικό σου κόσμο. Τον κόσμο του φαγητού. Απορώ… αφού τρως και στην δουλειά. Αλλά βέβαια, τι να σου κάνει εσένα αυτό; Δεν φτάνει ούτε για τα δύο μπροστινά σου δόντια. Έχεις πλέον εγκαταλείψει την εμφάνισή σου. Έχεις βάλει τόσα κιλά που είναι σα να έχεις φάει ένα άνθρωπο ολόκληρο. Κοίτα την κοιλιά σου… βάζω στοίχημα πως δεν βλέπεις ούτε το πουλί σου για να κατουρήσεις. Πόσο καιρό έχουμε να κάνουμε έρωτα; Να βρεθούμε σαν ζευγάρι. Είναι δυνατόν…; Κάθε φορά που έρχεσαι στο κρεβάτι κρατάς ένα σάντουιτς στο χέρι. Και μόλις το τελειώσεις φτιάχνεις κι άλλο και στο τέλος αποκοιμιέσαι με την τελευταία μπουκιά ακόμη στο στόμα. Ξέρεις πόσα βράδια έχω ξαγρυπνήσει για να μην πνιγείς; Αυτό είναι κατάντια Άντριου. ΚΑΤΑΝΤΙΑ…»
-«Υπερβάλεις Κάθριν, υπερβάλεις.»
-«Υπερβάλω Άντριου; Υπερβάλω; Πόσες φορές μας έχεις κάνει οικογενειακώς ρεζίλι όταν καθόμαστε στα τραπέζια των συγκεντρώσεων και κλέβεις τα φαγητά των διπλανών σου; Πόσες φορές σε έχω δει να αρπάζεις με αστραπιαίες ταχύτητες τα κεφτεδάκια μέσα από τα πιάτα τους, ή και το κοκκινιστό κρέας και να τα κρύβεις μέσα στις χούφτες σου; Εσύ παιδί μου έπρεπε να γίνεις ταχυδακτυλουργός, όχι μάγειρας…». Ο Άντριου την κοίταζε αποστομωμένος. Η Κάθριν είχε πάρει φόρα και δεν έλεγε να σταματήσει… «Αλλά βλέπεις δεν σου φτάνει το φαγητό των άλλων που κλέβεις μέσα από τα πιάτα τους, αλλά φροντίζεις να παίρνεις και τάπερ ώστε να το γεμίσεις από τον μπουφέ για να το πάρεις σπίτι.»
-«Το κάνω για να φας εσύ και τα παιδιά...»
-«Ποιον κοροϊδεύεις τώρα ρε; Αφού δεν αφήνεις κανέναν να απλώσει χέρι στο “τρόπαιό” σου… φοβόμαστε βλέπεις μην μας το δαγκώσεις κι αυτό. Τέλος. Δεν σε αντέχω άλλο.»

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

-«Και κάπως έτσι, με συνοπτικές διαδικασίες, η Κάθριν με εγκατέλειψε. Πήρε και τα παιδιά. Τουλάχιστον μου έμειναν όλα αυτά τα ντόνατς για να με παρηγορούν. Βέβαια κι αυτά δεν κράτησαν πολύ. Τι είναι τριάντα ντόνατς; Τρεις μέρες μάξιμουμ. Ίσως και μιάμιση, αν έχω όρεξη. Έτσι ο καιρός κυλούσε κι εγώ προσπαθούσα να πνίξω την στενοχώρια μου , τρώγοντας. Λίγες μέρες αργότερα έμαθα και τα τραγικά νέα. Η Κάθριν και τα δύο μου παιδιά ενεπλάκησαν σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και χαροπάλευαν στην εντατική. Χρειάζονταν χρήματα για να γίνουν καλά μα εγώ δεν είχα να τα δώσω. Πόσο είχα μετανιώσει για όλη μου αυτή τη συμπεριφορά… Προσπάθησα να τους πλησιάσω, μα οι δικοί της δεν με άφηναν. “Πώς τολμάς και εμφανίζεσαι εδώ; Με τι μούτρα έρχεσαι; Εξαιτίας σου έγιναν όλα…” μου έλεγαν. Τυπικά ήμουν ακόμη ο σύζυγός της μα όλοι γνώριζαν το ποιόν μου και φρόντιζαν να με κρατήσουν μακριά. Κι εγώ, ήμουν πολύ αδύναμος ψυχολογικά για να επιμείνω να τους δω, όπως ήμουν και αδύναμος για να σταματήσω να τρώω. Δεν τους αδικούσα. Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν τους είχα σταθεί σαν πατέρας και σαν σύζυγος. Πάντα κοιτούσα τον εαυτό μου και περισσότερο ακόμη κι από τον εαυτό μου, την κοιλιά μου. Έτσι συνέχισα να τρώω ξεφεύγοντας αυτή τη φορά από κάθε όριο. Πολλές φορές σιχαινόμουν και τον ίδιο μου τον εαυτό μα δεν μπορούσα να σταματήσω να τρώω. Μου είχε γίνει ένα αρρωστημένο πάθος. Μόνο έτσι γέμιζα το κενό από την απουσία τους που αισθανόμουν μέσα μου. Άνθρωπος είμαι, λύγισα κι εγώ σαν ζελέ φρούτων σε μια ζεστή μέρα. Και φυσικά η κατρακύλα δεν άργησε να έρθει…»

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

-«Γκαρσόν…» ακούστηκε μία νευρική φωνή μέσα στο εστιατόριο όπου εργαζόταν ο Άντριου. Ήταν πέντε αστέρων και δεν χωρούσαν περιθώρια για λάθη. «Γκαρσόν…» είπε ακόμη πιο νευρικά αυτή τη φορά ο άντρας χτυπώντας τα χέρια του για να κάνει θόρυβο. Ο σερβιτόρος τον πλησίασε.
-«Παρακαλώ κύριε, τι θα μπορούσα να κάνω για σας;»
-«Άσε τις τυπικότητες και τους ψευτοσεβασμούς και απάντησέ μου γιατί το μπιφτέκι που παράγγειλα είναι δαγκωμένο…;»
-«Πώς είπατε κύριε;» ο σερβιτόρος γούρλωσε τα μάτια του.
-«Τι με κοιτάς ρε λιμοκοντόρε; Πολύ καλά άκουσες. Το μπιφτέκι μου είναι δαγκωμένο…»
-«Λυπάμαι πάρα πολύ κύριε…» απάντησε χωρίς να κοιτάξει καν το πιάτο. Αμέσως το έπιασε στο χέρι του για να το πάει μέσα. Το εστιατόριο ήταν πέντε αστέρων και οι πελάτες του πλήρωναν πολλά για τα αριστοκρατικά γκουρμέ πιάτα που τους σέρβιραν. Βασική αρχή της λειτουργίας του ήταν πως ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Οπότε δεν είχε σημασία αν ο πελάτης ήταν τρελός, τα χρήματά του σίγουρα δεν ήταν. «Θα σας φέρω αμέσως ένα άλλο πιάτο το οποίο θα είναι κερασμένο από εμάς.»
-«Και πολύ καλά θα κάνεις…» απάντησε ο πελάτης με το ακριβό κουστούμι.
-«Τρελάρα…» μονολόγησε ο σερβιτόρος μόλις απομακρύνθηκε. «Λες και δεν σας έχουμε μάθει πια εσάς τους τζαμπατζήδες που τρώτε όλο το πιάτο και στο τέλος αφήνετε μία μπουκιά επειδή λέτε πως είδατε μέσα μία μύγα να κουνιέται.»
Το πιάτο έφτασε στην κουζίνα και εκεί το παρέλαβε ο σεφ. «Τι έγινε εδώ;» ρώτησε. Ο σερβιτόρος εξήγησε και του έδειξε το μπιφτέκι. Όντως είχε μία δαγκωνιά. «Τέλος πάντων.» είπαν και οι δύο και στρώθηκαν στην δουλειά. Ο Άντριου κοίταζε με την άκρη του ματιού του όσην ώρα ετοίμαζε τα επόμενα πιάτα. Δεν έδωσε σημασία μα κάποιες φωνές ακούστηκαν από την τραπεζαρία του εστιατορίου. Ο σεφ στάθηκε στο στρογγυλό παράθυρο που κοίταζε στον χώρο που σέρβιραν τους πελάτες. Ο διευθυντής έμοιαζε να απολογείται στους εξαγριωμένους θαμώνες. Κάποιες φωνές μπορούσαν να ακουστούν… «Το κρέας μου…» έλεγε ένας, «Το ψάρι μου…» φώναζε κάποιος άλλος, «Τα λαχανικά μου…» όλα είχαν ένα κοινό. Όλα ήταν δαγκωμένα. Ο Άντριου άρχισε να γελάει δυνατά χαμένος στις σκέψεις του. Οι συνάδελφοί του γύρισαν και τον κοίταξαν. Δεν καταλάβαιναν τίποτα. Όλες τους οι απορίες όμως λύθηκαν μόλις τον είδαν να σηκώνει ένα παϊδάκι, να το ξεκοκαλίζει σχεδόν και μετά να το πετάει μέσα στην πιατέλα σερβιρίσματος και να το σκεπάζει με το αχνιστό καπάκι πάνω στο καροτσάκι μεταφοράς. Τότε κατάλαβαν ποιος ήταν υπεύθυνος για αυτήν την κατάσταση. Ο Άντριου σα να μη συμβαίνει τίποτα σήκωσε ακόμη ένα κομμάτι κρέατος και ρίχνοντάς του μία δαγκωνιά το εναπόθεσε κάτω από ένα μαρουλόφυλλο για να το κρύψει και μετά πάλι μέσα στην πιατέλα σερβιρίσματος. Μετά έπιασε στα χέρια του ένα μεγάλο πιρούνι και τύλιξε γύρω του μία μεγάλη ποσότητα μακαρονιών από το πιάτο ενός πελάτη. Κι αυτή η μπουκιά χάθηκε μέσα στον αδηφάγο σωλήνα που κατέληγε στο στομάχι του. Ο διευθυντής και ο ιδιοκτήτης ενημερώθηκαν άμεσα σημαίνοντας την άμεση απομάκρυνση του Άντριου από το εστιατόριο στο οποίο μαγείρευε. Και δεν ήταν το μόνο που του συνέβη. Πλέον είχε και μία μήνυση στις πλάτες του που εκκρεμούσε. Η ψυχολογία του είχε φτάσει στα τάρταρα και αυτός συνέχισε να τρώει ακόμη πιο πολύ για να βουλώσει την φωνή της συνείδησής του που του φώναζε απεγνωσμένα πως έπρεπε να αλλάξει.
Μία μέρα αποφάσισε να βγει στην λιακάδα και να κάνει έναν περίπατο. Καθώς περνούσε τα στενά κλωτσώντας τα άδεια τσακισμένα κουτάκια αναψυκτικών με σκυμμένο το κεφάλι και με τα χέρια στις τσέπες, ένας δυνατός άνεμος φύσηξε δυνατά στο πρόσωπό του κολλώντας στη μούρη του ένα χαρτί. «Αυτό μου έλειπε τώρα…» είπε βλαστημώντας, και το έπιασε να το πετάξει. Για κάποιο μυστήριο λόγο δεν ξεκολλούσε από το χέρι του και δεν μπορούσε να καταλάβει το γιατί. Έτσι το άνοιξε και είδε πως ήταν μία πρόσκληση σε έναν διαγωνισμό φαγητού. Αυτός που θα έτρωγε την μεγαλύτερη ποσότητα θα κέρδιζε χίλια ευρώ, μία φωτογράφιση στο τοπικό περιοδικό και το εισιτήριο για τον επόμενο διαγωνισμό φαγητού. Για μία στιγμή σκέφτηκε να το πετάξει, πως κάποιος του έκανε πλάκα. Θα ήταν πολύ ειρωνικό να το λάμβανε υπόψη του μετά από ό,τι είχε περάσει στην ζωή του. Θα ήταν το κερασάκι στην τούρτα που είχε φτιαχτεί από την κακή του συμπεριφορά όλα αυτά τα χρόνια. Τώρα πια είχε μείνει μόνος, χωρίς οικογένεια και φίλους. Βέβαια, ποτέ δεν είχε ξεχάσει το ρητό που έλεγε πως όλα στην ζωή γίνονται για κάποιον λόγο. Κι αν όλα αυτά που είχαν συμβεί είχαν γίνει για να τον προετοιμάσουν για αυτό που έρχεται; Το σκέφτηκε και του φάνηκε λογικό. Ίσως τελικά η ζωή να τον προετοίμαζε με τον τρόπο της και όλα αυτά που έχασε ήταν απλά μέρος του μεγάλου της σχεδίου που είχε για αυτόν. Τα χρήματά του είχαν τελειώσει προ πολλού και αυτή λοιπόν ήταν μία καλή ευκαιρία να ξαναφτιάξει τη ζωή του. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του καθώς ένιωσε πως βρήκε ξανά το νόημα. Πήρε το χαρτί και ξόδεψε τα τελευταία του χρήματα στην αίτησή του για την ένταξή του στον διαγωνισμό. Αφού πήγε σπίτι, άνοιξε το ψυγείο και έφτιαξε το τελευταίο σάντουιτς που θα μπορούσε να φτιάξει με τα εναπομείναντα υλικά. Ο διαγωνισμός ήταν σε δύο μέρες. Κοίταξε το ημερολόγιο και σκέφτηκε πως του είχε έρθει πολύ βολικά. Δύο μέρες νηστικός… θα τσάκιζε, σίγουρα, ό,τι κι αν του έβαζαν μπροστά του. Η πείνα του θα ήταν τέτοια που θα έτρωγε ακόμη και ολόκληρο άνθρωπο, όπως του είχε πει η Κάθριν τότε. Αφού έφαγε όσο πιο αργά μπορούσε το κολατσιό του ξάπλωσε και πήρε έναν υπνάκο. Λίγες ώρες αργότερα ξύπνησε μούσκεμα στον ιδρώτα. Ενστικτωδώς κατευθύνθηκε στην βρύση της κουζίνας και την άνοιξε τέρμα ρουφώντας όλο το νερό που έχυνε μέχρι που γέμισε όλο του το στομάχι χωρίς να είναι ικανό να καταπιεί ούτε την παραμικρή σταγόνα παραπάνω. Τότε του ήρθε μία ιδέα βασιζόμενος σε όλα αυτά που είχε μάθει από την σχολή του όταν εκπαιδευόταν για μάγειρας. Το στομάχι είναι ένα όργανο που συστέλλεται και διαστέλλεται σύμφωνα με τις ανάγκες. Άραγε θα μπορούσε να αυξήσει αυτή του την ελαστικότητα ώστε να χωρέσει ακόμη περισσότερη ποσότητα φαγητού; Δεν ήξερε, αλλά, ήταν διατεθειμένος να δοκιμάσει. Έτσι άρχισε να πίνει όσο το δυνατόν περισσότερο νερό μπορούσε πιέζοντας το στομάχι του να διαταθεί στο μέγιστο. Και το έκανε συνέχεια. Δεν αισθανόταν πως πείναγε πια αφού η κοιλιά του ήταν συνέχεια γεμάτη με νερό. Και τελικά είχε αρχίσει να δουλεύει. Στην αρχή μπόρεσε να πιει δύο λίτρα νερό μονορούφι. Μέχρι το βράδυ το ανέβασε στα τρία λίτρα χωρίς να αισθάνεται δυσφορία. Το βράδυ έφτασε και η ώρα του ύπνου μαζί. Βασικά δεν μπόρεσε να κοιμηθεί καλά όμως καθώς η ανάγκη της τουαλέτας του χτυπούσε συνεχώς την πόρτα. Την επόμενη μέρα το πρωί ξεκίνησε πάλι η ίδια διαδικασία. Προς το τέλος της ημέρας μπόρεσε με μεγάλη άνεση να χωρέσει πέντε ολόκληρα λίτρα νερού. Αυτό κι αν ήταν κατόρθωμα. Ήδη αισθανόταν τα χίλια ευρώ τόσο κοντά που μπορούσε να τα μυρίσει. Η ώρα είχε φτάσει ήδη λίγο μετά τα μεσάνυκτα. Τυπικά δηλαδή ήταν ξημερώματα της ημέρας του διαγωνισμού και αυτό ήταν αρκετό για να τον κάνει να νιώθει πολύ εύθυμα. Έτσι ξάπλωσε στο κρεβάτι του και έκλεισε τα μάτια του κατευχαριστημένος. Μία σκέψη πέρασε από το κεφάλι του πριν τα μάτια του βαρύνουν τόσο ώστε να τον ταξιδέψουν σε κόσμους ονειρικούς. Λες επιτέλους το σύμπαν να συνωμότησε υπέρ μου για μία φορά;! Μακάρι! Και με αυτή την γλυκιά σκέψη τον πήρε στην αγκαλιά του ο Μορφέας. Για πρώτη φορά στη ζωή του είδε όνειρα που δεν είχαν να κάνουν με το φαγητό. Μέσα στο μυαλό του σχηματίστηκαν τρεις φιγούρες που γνώριζε τόσο καλά και λαχταρούσε να δει ξανά. Τη γυναίκα του και τα δύο του παιδιά.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

-«Μα, ναι. Όσο περισσότερα σας εξιστορώ τόσα περισσότερα έρχονται στο μυαλό μου. Ίσως έτσι καταφέρω να σας συγκινήσω και να σας κάνω να με δείτε με άλλο μάτι. Δεν ήμουν πάντοτε αυτό το αχόρταγο παιδί ξέρετε… κάποτε υπήρξα και σκελετωμένα αδύνατος. Ήμουν πολύ μικρός τότε. Πολύ-πολύ μικρός. Πριν ακόμη πάω σχολείο, μα ακόμη κάποιες αναμνήσεις έχουν μείνει βαθιά χαραγμένες μέσα μου. “Με ανεξίτηλο μελάνι…” θα έλεγαν κάποιοι. Ποτέ δεν θα ξεχάσω την μητέρα μου πώς με χτυπούσε για να φάω το φαγητό μου. Να το τελειώσω όλο. Η τελευταία μπουκιά περιείχε όλη μου την δύναμη, μου έλεγε. Κάποια στιγμή αρνήθηκα. Δεν μπορούσα άλλο. Δεν άντεχα. Με κρέμασε ανάποδα από τον στύλο του σπιτιού και με χτύπαγε με τη ζώνη της σαν ένα κομμάτι άψυχο κρέας που το ετοιμάζεις για σφάξιμο. Από το κλάμα πιέστηκα τόσο πολύ που δεν άντεξα. Έκανα εμετό. Με βασάνισε. Με ξεκρέμασε και όπως ήμουν κατακόκκινος από τα χτυπήματα μάζεψε τον εμετό και μου τον έδωσε να τον φάω. Εκείνη τη στιγμή κάτι άλλαξε μέσα μου. Σαν κάποιος να πάτησε ένα κουμπί και να με προγραμμάτισε να μην σταματάω να τρώω. “Τo παιδί και το σκυλί είναι όπως τα μάθεις…” λένε. Κι εμένα έτσι με έμαθαν. Καλώς ή κακώς. Το φταίξιμο δεν είναι όλο δικό μου. Ίσως βέβαια να έπρεπε να είχα προσπαθήσει πολύ περισσότερο να αλλάξω αυτά που δεν μου άρεσαν όταν πια είχα μεγαλώσει, μα τότε ήταν πολύ αργά. Ήμουν πολύ αδύναμος, σας το ξαναείπα. Οι βάσεις είχαν ήδη μπει για τα καλά κι εγώ απλά πορευόμουν με αυτές.»

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το ξυπνητήρι χτύπησε στις 09:00 ακριβώς. Ο ήλιος είχε σηκωθεί για τα καλά φωτίζοντας το διαμέρισμά του. Η ατμόσφαιρα ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη καθώς μία γλυκιά ζέστη κοκκίνιζε τα μάγουλά του. Σα να είχε κοιμηθεί μέρες ολόκληρες σηκώθηκε φρέσκος και έτοιμος να δώσει τη σκληρή του μάχη. Πήρε το εισιτήριο στα χέρια, το φίλησε και ντύθηκε. Η μάχη ξεκινούσε στις 13:00. Είχε λίγη ώρα μέχρι να κάνει μία τελευταία ετοιμασία. Έπιασε στα χέρια του ένα μικρό βαρέλι των έξι λίτρων και το γέμισε μέχρι απάνω με νερό. Η τελευταία σταγόνα που έσταξε από την βρύση το έκανε να ξεχειλίσει. Πήρε μία βαθιά ανάσα και την έβγαλε σχεδόν όλη κρατώντας μόνο μέσα του όση χρειαζόταν για να ρουφήξει όλο το νερό χωρίς να δυσκολευτεί. Μέχρι χτες το βράδυ μπορούσε να πιει έως πέντε λίτρα. Αυτό θα ήταν μία πρόκληση. Έτσι έφερε το χείλος του βαρελιού στο στόμα του και το σήκωσε αρχίζοντας σαν καταπίνει ατελείωτα όλο αυτό το νερό. Η μία γουλιά διαδεχόταν την άλλη χωρίς σταματημό. Τώρα ένιωθε τον οισοφάγο του σα μέρος ενός υδραυλικού δικτύου με τόσο νερό που κατέβαζε και πριν το καταλάβει ο πάτος του βαρελιού είχε ήδη στεγνώσει. «Ναι!!!» φώναξε γεμάτος χαρά και τραντάχτηκε ακούγοντας την γεμάτη του κοιλιά να κάνει πλατς-πλουτς από μέσα του. «Αυτό είναι!!!» Δεν μπορούσε να καταλάβει το πώς και το γιατί, μα το στομάχι του ήταν γεννημένο για αυτό το πράγμα. Πόσο πιο μακριά άραγε θα μπορούσε να φτάσει; Ποτέ δεν περίμενε να έχει την ικανότητα να μπορεί να προσαρμοστεί τόσο πολύ, μόλις σε δύο μέρες. Μέσα σε αυτό το διάστημα των τεσσάρων ωρών η ουροδόχος κύστη του γέμισε και άδειασε τόσες πολλές φορές που στο τέλος τα ούρα που έβγαζε ήταν διάφανα σα νεράκι έτοιμο να το πιεις… λίγο πιο ζεστό βέβαια. Το στομάχι του περίπου μισή ώρα πριν το διαγωνισμό είχε αδειάσει πλήρως. Έτσι και αυτός ξεκίνησε με τα πόδια για το μαγαζί που θα διεξαγόταν ο διαγωνισμός. Δεν πήρε λεωφορείο ή ταξί καθώς οι τσέπες του ήταν άδειες. Ήταν κοντά όμως και δεν τον ενδιέφερε η απόσταση. Άλλωστε σκέφτηκε πως αυτή του η κούραση θα τον έκανε να κατεβάσει ακόμη μεγαλύτερη ποσότητα φαγητού. Δεν είχε ξαναπάρει ποτέ του μέρος σε αντίστοιχο διαγωνισμό και αυτό τον έκανε να έχει άγχος. Πολύ άγχος και είχε ήδη αρχίσει να ανησυχεί μήπως έσφιγγε το στομάχι του και δεν μπορούσε να κατεβάσει ούτε μπουκιά. Βέβαια η όρεξη έρχεται τρώγοντας λένε, οπότε αυτή η σκέψη τον ηρέμησε λίγο. Είχε πείσει τον εαυτό του πως στο μόνο που θα συγκεντρωνόταν θα ήταν το φαγητό και μόνο. Τα πάντα γύρω του θα έσβηναν και θα ήταν μόνο αυτός και το φαγητό. Έτσι έφτασε στο εστιατόριο που ήταν γεμάτο κόσμο και κάμερες. Μικρόφωνα και δημοσιογράφοι για να καλύψουν το γεγονός. Μέσα στο κέντρο της τραπεζαρίας υπήρχε ένα τραπέζι φαρδύ-πλατύ που κάθονταν εννιά συμμετέχοντες. Κάποιοι έδειχναν την εντύπωση πως μπορούσαν να κατεβάσουν τεράστιες ποσότητες φαγητού. Αυτό τον αποθάρρυνε λίγο ενώ κάποιοι άλλοι ήταν πολύ αδύνατοι για να βρίσκονται εδώ. Όπως και να είχε… κοντός ψαλμός αλληλούια που λένε. Ο Άντριου παρέδωσε το εισιτήριο του και έκατσε στην τελευταία θέση. Αμέσως ήρθε κάποιος και του φόρεσε ένα ταμπελάκι με τον αριθμό και το ονοματεπώνυμό του. Αμέσως η οχλαγωγία σταμάτησε και τον λόγο πήρε ο διοργανωτής. Αφού ευχαρίστησε τους σπόνσορες και τον ιδιοκτήτη που τους παραχώρησε τον χώρο του εστιατορίου άρχισαν να γεμίζουν το τραπέζι με μεγάλες πιατέλες γεμάτες με φαγητό. Αντιστοιχούσαν τρεις πιατέλες σε κάθε διαγωνιζόμενο. Το πρώτο πιάτο είχε πατάτες. Το δεύτερο μπιφτέκια και το τρίτο μακαρόνια και έπρεπε να τα φάνε με αυτή τη σειρά. Στο τέλος θα ζύγιζαν τις εναπομείναντες ποσότητες και αυτός που θα είχε φάει τα περισσότερα θα ήταν και ο νικητής που θα έπαιρνε το έπαθλο των χιλίων ευρώ. Οι πιατέλες ήταν υπολογισμένες στο εκατοστό του γραμμαρίου όμοιες σε όγκο και βάρος. Τα πιάτα ήταν πανομοιότυπα. Στην διάθεσή τους είχαν μερικές κανάτες νερό για να πιουν όσο χρειάζονταν για να κατεβάσουν πιο εύκολα το φαγητό κάτω. Τα φλας των φωτογράφων άστραψαν και ο διοργανωτής έδωσε το σύνθημα της εκκίνησης. Στην διάθεσή τους είχαν μία ώρα ακριβώς. Οι διαγωνιζόμενοι έπεσαν με τα μούτρα στο φαί. Οι πατάτες εξαφανίζονταν σαν να τις ρουφούσε ηλεκτρική σκούπα. Σχεδόν αμάσητες πήγαιναν κάτω. Ο Άντριου ακλουθούσε κι αυτός κοιτώντας δεξιά κι αριστερά. Παράλληλα παρακολουθούσε τις κινήσεις των υπολοίπων διαγωνιζομένων που έδειχναν αρκετά πιο έμπειροι από αυτόν. Ακόμη και οι αδύνατοι. Αυτούς είχε αρχίσει να τους φοβάται περισσότερο. Το πρώτο πιάτο το έβγαλαν όλοι. Σχεδόν συγχρόνως. Από το δεύτερο πιάτο και μετά ο ρυθμός άρχισε να πέφτει. Αυτό χαροποίησε ιδιαίτερα τον Άντριου ο οποίος ακόμη δεν είχε παρουσιάσει σημάδια κορεσμού. Ακόμη ένοιωθε το στομάχι του άδειο. Πράγμα που του έδωσε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και όρμισε με τα μούτρα δριμύτερος ξεχνώντας τους υπολοίπους. Όσο ήταν με σκυμμένο το κεφάλι ένιωθε τα φλας να πέφτουν πάνω του και άκουγε τους πάντες να μιλούν για κάποιον outsider χωρίς να καταλαβαίνει σε ποιον αναφέρονταν. Κάποια στιγμή με την άκρη του ματιού του είδε πως πολλοί από τους διαγωνιζόμενους είχαν ήδη σταματήσει να τρώνε χωρίς ωστόσο να έχουν αδειάσει τις πιατέλες τους. Αυτό τον έκανε να νιώθει ακόμη πιο πεινασμένος. Λίγη ώρα αργότερα άκουγε πως δίπλα του είχαν σταματήσει κι άλλοι. Σήκωσε το κεφάλι του και είδε πως είχε μείνει αυτός και ένας ακόμη που είχε μπει ήδη στην τρίτη πιατέλα. Οι υπόλοιποι διαγωνιζόμενοι τους κοιτούσαν καλά-καλά. Μα ο ιδρώτας που είχε αρχίσει να κυλάει από το μέτωπο του αντιπάλου του μαρτυρούσε την δυσφορία που αισθανόταν. Λίγες μπουκιές αργότερα και ενώ απείχε πάααρα πολύ για να τελειώσει και την τρίτη πιατέλα, ο αντίπαλος του Άντριου ξέσπασε σε εμετό χάνοντας αυτόματα την δεύτερη θέση καθώς βασική προϋπόθεση ήταν για την επόμενη ώρα να μην ξεράσεις. Τώρα πια ήταν μόνος του και όλοι είχαν επικεντρωθεί σε αυτόν. Αναφωνητά θαυμασμού και αηδίας ακούγονταν από δεξιά κι αριστερά καθώς κανείς δεν πίστευε αυτό που έβλεπε. Ναι, τελικά ήταν φτιαγμένος γι’ αυτό το πράγμα! Με μεγάλη άνεση εξαφάνισε το περιεχόμενο και της τελευταίας πιατέλας χωρίς να αισθάνεται έτοιμος να σκάσει. Η χαρά του ήταν μεγάλη και τους άφησε άναυδους όταν σηκώθηκε και περπάτησε μέχρι τον παραδιπλανό του αντίπαλο, που δεν είχε αγγίξει καθόλου το δικό του πιάτο, και άρχισε να το τρώει μέχρι που εξαφάνισε και το τελευταίο μακαρόνι. Αμέσως μετά έπιασε την κανάτα παραμερίζοντας τα ποτήρια και την άδειασε μέχρι την τελευταία σταγόνα. Μέσα στο εστιατόριο δεν μιλούσε κανείς και το μόνο που ακούστηκε ήταν ένα τεράστιο ρέψιμο του που ήχησε από άκρη σε άκρη. Τότε μία μαζική υστερία ξεκίνησε μέσα στον χώρο καθώς όλοι είχαν μείνει έκπληκτοι από αυτό που μόλις είχαν παρακολουθήσει. Όλοι ζητωκραύγαζαν και χειροκροτούσαν ασταμάτητα. Μόλις σταμάτησαν του έδωσαν τα μικρόφωνα για να κάνει μία δήλωση…
-«Όλα αυτά τα ορεκτικά μου άνοιξαν την όρεξη…» είπε γελώντας και άρχισαν όλοι να τον αποθεώνουν για το χιούμορ του. Τα χίλια ευρώ ήταν δικά του και κανείς δεν τόλμησε να τον αμφισβητήσει.
Την επόμενη μέρα όλες οι εφημερίδες έγραφαν για το φαινόμενο outsider που εμφανίστηκε από το πουθενά και κατατρόπωσε μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα του χώρου. Ξαφνικά άρχισε να δέχεται τηλέφωνα για συνεντεύξεις και εμφανίσεις σε εστιατόρια και η φήμη του εξαπλωνόταν. Ο ένας διαγωνισμός έφερνε τον άλλον και ο ένας διεκδικητής έδινε την σειρά του στον επόμενο. Η τσέπη του όλο και φούσκωνε με κάθε διαδήλωση ή διαγωνισμό που έπαιρνε μέρος και πλέον είχε μαζέψει αρκετά χρήματα για να μπορεί να σταθεί στα πόδια του. Μάλιστα είχε φτάσει στο σημείο όταν οι αντίπαλοί του άκουγαν το όνομά του να αποσύρουν τις αιτήσεις τους για συμμετοχή. Λίγους μήνες αργότερα προσπάθησε να δει ξανά την οικογένειά του που ακόμη νοσηλεύονταν σε κώμα. Οι πρώτοι τους συγγενείς δεν υπέγραφαν για να τους αποσυνδέσουν από τα μηχανήματα υποστήριξης καθώς πάντα έτρεφαν ελπίδες πως θα μαζεύονταν κάποια στιγμή τα χρήματα που χρειάζονταν για να κάνουν τις απαραίτητες εγχειρήσεις για να επανέλθουν στη ζωή. Τον έδιωξαν και πάλι και αυτήν τη φορά ακόμη με πιο άσχημο τρόπο αφού όλοι τον κατέκριναν μόλις έμαθαν για τα καμώματά του στους διαγωνισμούς φαγητών. Η αλήθεια είναι όμως πως, ακόμη κι αν ήθελε να βοηθήσει, δεν είχε καταφέρει να μαζέψει τόσα χρήματα. Οπότε έσκυψε το κεφάλι και βγήκε από το δημόσιο νοσοκομείο. Συνέχεια σκεφτόταν τι μπορούσε να κάνει. Ένας φίλος ήρθε σε επικοινωνία μαζί του λέγοντας του πως ένας ισχυρός θεσμός αναγνώρισης και κατά συνέπεια προσέλκυσης περισσότερων διεκδικητών ήταν τα ρεκόρ Γκίνες στα οποία θα μπορούσε να πάρει μέρος. Στην αρχή του φάνηκε καλή ιδέα μα φοβήθηκε μήπως έπαιρνε περισσότερα από ό,τι ζητούσε. Αν τον έβλεπαν τόσο πολλοί άνθρωποι σίγουρα θα σχημάτιζαν ακόμη χειρότερη άποψη για το άτομό του. Βέβαια ήξερε πως δεν θα έπαιρνε κάποιο χρηματικό έπαθλο από εκεί αλλά αυτό σίγουρα θα του άνοιγε τις πόρτες για μελλοντικές συμμετοχές και προκλήσεις σε περισσότερα τουρνουά. Κι έτσι κι έγινε. Ο Άντριου αμέσως κάλεσε στο τηλέφωνο τον παλιό του εργοδότη…
-«Παρακαλώ…;»
-«Γεια σας κύριε Τζόστερ…»
-«Γεια και σε σένα Άντριου. Τι θέλεις και με καλείς;»
-«Ήθελα να σας κάνω μία χάρη…»
-«Τι; Εσύ χάρη σε μένα…; Αστείο. Από πού κι ως πού…;»
-«Χμ…» χαμογέλασε. «Φυσικά θα έχετε μάθει πλέον για εμένα…»
-«Ναι… πόσο αχόρταγο και αδηφάγο ζώο είσαι…» τον διέκοψε.
-«Δεν σας αδικώ. Ναι, υποθέτω πως μπορείτε να το πείτε κι έτσι. Παρόλα αυτά όμως έχω να σας κάνω μία προσφορά.»
-«Αν και είμαι σίγουρος πως δεν με ενδιαφέρει, σε ακούω…»
-«Ω, ναι… σε ενδιαφέρει και πολύ μάλιστα. Πρόκειται να διεκδικήσω το ρεκόρ Γκίνες…»
-«Και τι έχει να κάνει αυτό με μένα…;»
-«Αν αποσύρεις τη μήνυση θα τους καλέσω στο δικό σου εστιατόριο να γίνει ο διαγωνισμός. Κατά συνέπεια θα διαφημιστείς και θα έρθει κόσμος από παντού. Και νομίζω πως το θέλεις πάρα πολύ αυτό. Λοιπόν… τι λες…;»
-«Δεν κατάλαβες καλά Άντριου…» αμέσως έδειξε πολύ αρνητικός, μα ο Άντριου δεν τον άφησε να παίξει το παιχνιδάκι του.
-«Καλώς… θα το κάνω αλλού…» είπε απότομα και έκλεισε το τηλέφωνο. Μα δεν πέρασαν δύο λεπτά και το τηλέφωνο του Άντριου χτύπησε. Ήταν ο Τζόστερ. Ο Άντριου χαμογέλασε πονηρά…
-«Με ενδιαφέρει κύριε Άντριου. Με ενδιαφέρει… δεκτή η πρότασή σας…»
-«Χαίρομαι γι’ αυτό. Πάντα το ήξερα πως ήσασταν σοφός άνθρωπος.»
Λίγες μέρες αργότερα κάλεσε τον οργανισμό που διοργάνωνε τα ρεκόρ Γκίνες και κανονίστηκε η παρουσίαση. Τα συνεργεία κατέφθασαν στο εστιατόριο που εργαζόταν και ο ιδιοκτήτης τους υποδέχτηκε με ένα πλατύ χαμόγελο και με ανοικτές τις αγκάλες. Η επιχείρησή του πρώτη φορά είχε γεμίσει με τόσο κόσμο. Ήταν ασφυκτικά γεμάτο και δεν έπεφτε καρφίτσα και ο Άντριου πια δεν χρειαζόταν να ανησυχεί για την μήνυση. Την είχε αποσύρει ήδη από την προηγούμενη μέρα ο Τζόστερ.
Ο Άντριου σκέφτηκε έξυπνα καθώς πλέον συνέχιζε βάση σχεδίου. Οι κάμερες στήθηκαν καθώς και τα χρονόμετρα. Ο παρουσιαστής έκανε την ανάλογη παρουσίαση και τραβήχτηκαν οι κατάλληλες φωτογραφίες. Το ρεκόρ που έπρεπε να σπάσει ήταν να φάει σε λιγότερο από εφτά λεπτά πενήντα μπιφτέκια με βάρος 56,7 γραμμάρια έκαστος και διάμετρο 6,34 εκατοστά. Η μεταλλική πιατέλα έφτασε μπροστά του και τα μπιφτέκια έμοιαζαν λες και είχαν βγει από κάποιον ειδικό φούρνο που έκανε copy-paste τα φαγητά. Μπροστά του στήθηκαν και μερικά ποτήρια νερό και το πανηγύρι ξεκίνησε. Ο παρουσιαστής μέτρησε αντίστροφα και μόλις έφτασε στο μηδέν ο Άντριου ξεκίνησε να εξαφανίζει το ένα μπιφτέκι μετά το άλλο. Το πλήθος άρχισε να φωνάζει ξέφρενα όταν στο έκτο λεπτό κατάφερε να φάει και τα πενήντα και συνέχισε μέχρι που έφτασε τα εξήντα εννιά. Αυτό το ρεκόρ δύσκολα θα έσπαγε ξανά. Ο διαγωνισμός τελείωσε και όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Ο Τζόστερ είχε χρόνια ολόκληρα να κάνει τέτοιες εισπράξεις. Με χαρά έβλεπε να αδειάζουν όλες του οι αποθήκες καθώς το γλέντι συνεχίστηκε πολύ μετά το τέλος του διαγωνισμού. Πλέον είχε σε υψηλή εκτίμηση τον Αντριου και τον ευχαρίστησε πολύ για αυτό που έγινε.
Ο Άντριου όμως δεν είχε σκοπό να σταματήσει εδώ. Άρχισε να συμπεριφέρεται ακραία ανεβάζοντας βίντεο σε διάφορες σελίδες προκαλώντας για ανταγωνισμό με χρηματικό έπαθλο. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κάποιοι δέχτηκαν την πρόκληση. Ο Άντριου πάντα έβγαινε νικητής καταφέρνοντας να μαζέψει μερικά χρήματα με απώτερο σκοπό να καταφέρει να βοηθήσει επιτέλους την οικογένειά του. Μα και πάλι δεν είχε αρκετά, ώσπου ένα πρωινό ο ταχυδρόμος του παρέδωσε ένα γράμμα από έναν υπέρβαρο κορεάτη που έλεγε πως τον προκαλούσε σε έναν αγώνα φαγητού με πραγματικό αντίπαλο τον ίδιο του τον εαυτό. Ακουγόταν ενδιαφέρον. Μόλις διάβασε τη συνέχεια κατάλαβε. Ήταν ένας εφοπλιστής που του άρεσε να παίζει με τους ανθρώπους δίνοντάς τους χρήματα για να κάνουν μέχρι τελικής πτώσεως αυτό που τους ευχαριστούσε με όποιες συνέπειες είχε αυτό, ακόμη κι όταν αυτό ξεπερνούσε τα όρια και γινόταν οδυνηρό. Έτσι το γράμμα ανέφερε πως θα κέρδιζε πενήντα χιλιάδες ευρώ αν κατάφερνε να νικήσει τον δικό τους πρωταθλητή και άλλα χίλια ευρώ για κάθε επιπλέον μπιφτέκι, σαν κι αυτούς που έφαγε όταν έσπασε το ρεκόρ Γκίνες, που θα έτρωγε παραπάνω σε διάστημα μίας ώρας και χωρίς να κάνει εμετό για τις επόμενες τρεις. Αλλιώς αν έχανε θα έπρεπε να δώσει αυτός όσα μέχρι στιγμής θα είχε κερδίσει. Η πρόκληση ήταν πραγματικά τεράστια. Ήξερε πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να τον σκοτώσει είτε από ανακοπή καρδιάς είτε από οξεία διάτρηση στομάχου. Όμως δέχτηκε. Αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα και απάντησε στέλνοντας πίσω το χαρτί υπογεγραμμένο. Αμέσως έσπευσε να προσλάβει κάποιον δικηγόρο ο οποίος θα διασφάλιζε πως τα χρήματα θα πήγαιναν σε εκείνον σε οποιαδήποτε περίπτωση αν τα κέρδιζε παίζοντας πάντα με τα ψιλά γράμματα του συμβολαίου.
Μία εβδομάδα πέρασε περίπου και όλος ο κόσμος του χώρου είχε ενημερωθεί για το συμβάν. Το ραντεβού κανονίστηκε και στο εστιατόριο του Τζόστερ έφτασαν άνθρωποι, του χώρου και μη, από κάθε γωνιά της γης κλείνοντας κυριολεκτικά το δρόμο απ’ έξω. Ο Άντριου μόλις μπήκε μέσα στην τραπεζαρία άστραψαν τόσα φλας πάνω του που σχεδόν δεν μπορούσε να διακρίνει τον τεράστιο τύπο που είχε φτάσει πριν από εκείνον να κάθεται σε δύο καρέκλες πιάνοντας σχεδόν το μισό τραπέζι. Για μία στιγμή σταμάτησε και ξεφύσησε. Προσπάθησε να χαμογελάσει μα τα δόντια του έπνιξαν το γέλιο του. Ήταν αγχωμένος… μα αποφασισμένος. Το σχέδιό του είχε φτάσει στο τέλος του και το μόνο που έμενε ήταν να ολοκληρωθεί με επιτυχία. Έσφιξε τις γροθιές του και κατευθύνθηκε στο τραπέζι. Έκατσε δίπλα στον πελώριο ανταγωνιστή του. Οι κάμερες στράφηκαν στους δύο διεκδικητές. Τα μικρόφωνα κόλλησαν κυριολεκτικά στα στόματά τους.
-«Θα μας κάνετε μία δήλωση…;» είπαν πρώτα στον κορεάτη αθλητή, ο οποίος αρνήθηκε να κάνει την οποιαδήποτε δήλωση. Αμέσως μετά στράφηκαν στον Άντριου. «Εσείς κύριε Άντριου, θα θέλατε να μας πείτε κάτι…;»
-«Ναι.» απάντησε ορθά κοφτά. «Ας νικήσει ο πιο πεινασμένος…» είπε με χαμόγελο προσπαθώντας να κρύψει τον τρόμο του. Οι παρευρισκόμενοι ξέσπασαν σε γέλια μα η ώρα της τελικής αναμέτρησης ήταν ήδη κοντά. Ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου μαζί με τον κορεάτη εφοπλιστή πήραν τον λόγο αναφωνώντας για τυπικούς λόγους τους όρους του συμβολαίου. Το χαρτί που είχε υπογραφεί και από τις δύο μεριές έλεγε ρητά και ξεκάθαρα πως ο Άντριου θα νικούσε τον διαγωνισμό μόνο αν και εφόσον κατάφερνε να φάει περισσότερα μπιφτέκια από τον κορεάτη ανταγωνιστή του και αφού τα φάει θα μπορεί να τα ρισκάρει τρώγοντας κάθε επιπλέον μπιφτέκι για χίλια ευρώ έκαστος. Και πως θα είναι σε θέση να πάρει τα χρήματα μόνο αν δεν κάνει εμετό για τις επόμενες τρεις ώρες. Το πλήθος αναφώνησε. Ποτέ δεν είχε γίνει ξανά κάτι τέτοιο. Το γεγονός πλέον κάλυπταν οι τοπικοί τηλεοπτικοί σταθμοί και κάποιοι εθνικής εμβέλειας. Ο κριτής μπήκε ανάμεσά τους δίνοντας σήμα σε δύο όμορφα μοντέλα να φέρουν τα ταψιά με τα μπιφτέκια. Τα ταψιά στήθηκαν μπροστά τους σχηματίζοντας ένα μικρό βουνό από κιμά σμιλευμένο έτοιμο να φαγωθεί μέχρι τέλους. Ο κριτής τους έβαλε να υπογράψουν χαρτί πως κανείς δεν φέρει καμία ευθύνη πέρα από τους ίδιους τους διαγωνιζόμενους σε περίπτωση επιπλοκής και το έδωσε στους δύο δικηγόρους που επόπτευαν το γεγονός. Η μάχη ήταν έτοιμη να ξεκινήσει. Ο κριτής άρχισε να μετράει αντίστροφα και μαζί του όλος ο κόσμος…
-«Τρία… δύο… ένα… ας ξεκινήσει το φαγητό…» φώναξε εκστασιασμένος. Τα μικρά μπιφτέκια άρχισαν να τρώγονται με αστραπιαίους ρυθμούς ασταμάτητα. Τα πρώτα δέκα έφυγαν σε λιγότερο από δύο λεπτά. Ο Άντριου για πρώτη φορά συγκεντρώθηκε απόλυτα στον σκοπό του ξεχνώντας τον κόσμο που ζητωκραύγαζε τριγύρω του. Τώρα πια σκεφτόταν μόνο την Κάθριν και τα δύο του παιδιά. Για μία στιγμή τα αυτιά του σταμάτησαν να του στέλνουν ερεθίσματα ταξιδεύοντάς τον σε ένα κόσμο απειλητικά ήρεμο με κίνδυνο να τον αιχμαλωτίσει εκεί για πάντα. Η κοιλιά του όσο γέμιζε τόσο πιο βαρύς αισθανόταν ψυχικά. Πλέον βρισκόταν πολύ κοντά στο ρεκόρ που είχε σπάσει και έδειχνε πολύ καταβεβλημένος. Τότε σταμάτησε να πάρει μία ανάσα. Έστριψε το κεφάλι αριστερά και κοίταξε τον Κορεάτη. Πάνω-κάτω είχαν καταναλώσει τον ίδιο αριθμό οπότε υπέθεσε πως και ο άλλος την ίδια δυσφορία θα ένιωθε. Τώρα μόλις έβαζε το πεντηκοστό μπιφτέκι μέσα στο στόμα του. Κρύος ιδρώτας άρχισε να στάζει από το μέτωπό του μόλις έφτασε αισίως στα εξήντα μπιφτέκια. Ο Κορεάτης έδειχνε σε πάρα πολύ καλή φόρμα και ήταν ήδη τέσσερα μπιφτέκια μπροστά. Έτρωγε και σχεδόν γελούσε. Τώρα πια ήταν θέμα ψυχικής δύναμης και θέλησης αφού και οι δύο είχαν ξεπεράσει κατά πολύ τα φυσικά όρια διαστολής των τοιχωμάτων του στομάχου. Και οι δύο όμως συνέχιζαν μουγκρίζοντας σαν γουρούνια. Τώρα η απόσταση κατάφερε να μειωθεί στα δύο και μετά από λίγο στο ένα μπιφτέκι. Λίγα λεπτά αργότερα ο Άντριου πέρασε μπροστά φτάνοντας στα εβδομήντα ένα μπιφτέκια σπάζοντας το προηγούμενο ρεκόρ του. Ένιωθε πως δεν άντεχε άλλο μα δεν πρόκειται να σταματούσε αν δεν τον έπαιρναν σηκωτό τέσσερις από εκεί. Τελικά ο ανταγωνιστής του σταμάτησε μερικά λεπτά αργότερα στα ογδόντα δύο μπιφτέκια χλομιάζοντας και πέφτοντας ξερός κάτω στο πάτωμα. Ο Άντριου είχε πλέον πενήντα χιλιάδες ευρώ στην τσέπη και άλλα ογδόντα τέσσερα μπιφτέκια στο στομάχι. Δεν ήταν αρκετά. Οι γιατροί του είχαν πει πως χρειάζονταν εξήντα εφτά χιλιάδες ευρώ για κάνουν και τις τρεις εγχειρήσεις. Άρα έπρεπε να φάει ακόμη δεκαεπτά μπιφτέκια και να τα κρατήσει μέσα του για τρεις ώρες χωρίς να κάνει εμετό. Ο Κορεάτης εφοπλιστής είχε αρχίσει να γελάει απολαμβάνοντας αυτό που έβλεπε σαν απληστία στο πρόσωπο του Άντριου χωρίς να γνωρίζει πως ήταν μία υπεράνθρωπη προσπάθεια να σώσει επιτέλους την οικογένειά του. Το πλήθος ζητωκραύγαζε εκστασιασμένο μόλις έφτασε στα ενενήντα, ενώ τρόμαξε όταν στα εκατό πλέον έδειχνε αποδιοργανωμένος και ζαλισμένος.
-«ΣΤΑΜΑΤΑ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!!!» του φώναξαν κάποιοι βλέποντας αυτό που γινόταν.
Μα ήταν τόσο κοντά. Ακόμη ένα μπιφτέκι και θα ήταν σε θέση να σώσει την οικογένειά του. Η κουρασμένη του καρδιά και τα συμπιεσμένα του πνευμόνια δεν τον άφηναν να ανασάνει κανονικά γυρίζοντας τα μάτια του ανάποδα. Μα δεν εγκατέλειψε. Το εκατοστό πρώτο μπιφτέκι βρισκόταν ήδη μέσα στο στόμα του όταν φώναξε δυνατά…
-«Για σένα Κάθριν. Για τα παιδιά μας. Ελπίζω να βρεις τη δύναμη να με συγχωρέσεις κάποτε…»
Και το κατάπιε πέφτοντας πάνω στο τραπέζι αναίσθητος…

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

-«Λοιπόν… τι έχετε να πείτε τώρα; Ναι, όλα μου ήρθαν στο μυαλό. Ήθελα απλά τον χρόνο μου. Είδατε…; Δεν ήμουν το παχύσαρκο τέρας που όλοι στην αρχή νομίζατε. Ο σκοπός μου ήταν ιερός. Ναι, έκανα λάθη. Πολλά λάθη για τα οποία έχω μετανοήσει τώρα πια. Προσπάθησα να τα αλλάξω μα είδα πως δεν μπορούσα. Τώρα πια έχω μετανοήσει και πλέον έχω μόνο μία συμβουλή να σας δώσω. Μην αφήνετε τα πάθη σας να ελέγχουν τη ζωή σας.»
-«Μπαμπά… μπαμπά, εσύ είσαι…» ακούστηκε μία φωνή μέσα στο γκρίζο δωμάτιο, χωρίς παράθυρα, που βρισκόταν. Κοίταξε τριγύρω μα δεν μπόρεσε να δει την προέλευση της φωνής. Αν και του έμοιαζε τόσο γνώριμη. Τότε ένα κατάλευκο φως φάνηκε να βγαίνει μέσα από τα τοιχώματα του δωματίου. Από πίσω του ακολουθούσαν ακόμη δύο φωτεινές σκιές που αιωρούνταν στον αέρα. Όσο τον πλησίαζαν έπαιρναν σχήμα και μορφή των αγαπημένων του προσώπων.
-«Ναι, τώρα θυμάμαι τα πάντα! Κάθριν… Ζέτα… Μπρούκ… αγάπες μου!!! Σας αγαπώ!» φώναξε με δύναμη καθώς δάκρυα πότιζαν τα μάγουλά του. «Σας ζητώ συγγνώμη για όλα…» ψέλλισε και τις πήρε αγκαλιά σφίγγοντάς τις τόσο δυνατά. «Λυπάμαι. Λυπάμαι πολύ. Εξαιτίας μου βρίσκεστε εδώ…»
-«Δεν έχει σημασία τώρα πια…» του είπε εκείνη. «Τώρα πια είσαι εδώ… μαζί μας…»
-«Ναι… και υπόσχομαι να μην σας αφήσω ποτέ ξανά να φύγετε…»
Μα εκείνη τη στιγμή ένα δυνατό φώς άρχισε να φέγγει πάνω από τα τοιχώματα αυτού του δωματίου. Ήταν τόσο δυνατό που διαπερνούσε τον τοίχο και έμοιαζε να πλησιάζει. Τότε ένας αργός και χαμηλός θόρυβος σαν χτύπος από παλμογράφο άρχισε να ακούγεται και να δυναμώνει. Το φως έγινε τόσο δυνατό που ράγισε το ταβάνι κάνοντας τους σοβάδες να πέφτουν και να σωριάζονται στο πάτωμα. Η οροφή τελικά κατέρρευσε και δύο άυλα φωτεινά χέρια βούτηξαν μέσα στον χώρο πιάνοντας τις τρεις γυναίκες βγάζοντάς τες έξω σα νεογνά για πρώτη φορά στον κόσμο. Τα χέρια ήταν τόσο μεγάλα που όλες χωρούσαν μέσα στις κλειστές χούφτες. Ο Άντριου έμεινε σκυμμένος μόνος να φωνάζει ακούγοντας την φωνή του να χάνεται όσο απομακρύνονταν και τα δύο χέρια…

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

-«Καλά ξυπνητούρια κυρία Κάθριν!» είπαν στην γυναίκα μόλις την συνέφεραν από τη νάρκωση.
Η Κάθριν σήκωσε τα χέρια και έπιασε το πρόσωπό της νιώθοντας όλα εκείνα τα σημάδια που της είχε αφήσει σαν ενθύμιο το ατύχημα. «Τα παιδιά μου; Η Ζέτα; Η Μπρουκ;» ρώτησε με φανερή αγωνία.
-«Είναι πάρα πολύ καλά.» φρόντισε να την καθησυχάσει ο γιατρός της.
-«Ξέρεις… είδα ένα τρομακτικό όνειρο. Μάλλον όχι. Ένα γλυκό και καλό όνειρο. Είδα τον Άντριου. Ήταν πολύ όμορφος όπως όταν τον πρωτογνώρισα και βρισκόμασταν σε ένα δωμάτιο. Πού είναι ο Άντριου; Είναι καλά;»
Ο χειρούργος είχε πληροφορηθεί τα γεγονότα μα δεν θεωρούσε καλό να της απαντήσει.
-«Ο Άντριου, είναι καλά;» τον ξαναρώτησε με έντονο ύφος αυτή τη φορά. Ο γιατρός έσκυψε το κεφάλι και έσφιξε τα χείλη. Επιτέλους ξεστόμισε την απάντηση.
-«Λυπάμαι. Ο σύζυγος σας έπαθε ανακοπή από το πολύ φαγητό. Προσπαθήσαμε να τον επαναφέρουμε μα δεν τα καταφέραμε. Η οξεία διάτρηση στομάχου μας εμπόδισε να προλάβουμε εγκαίρως την ανάνηψή του. Είστε όμως τυχερές. Ο δικηγόρος του μας έφερε τις εξήντα εφτά χιλιάδες ευρώ που χρειαζόταν το νοσοκομείο για τις επεμβάσεις…»

Τ Ε Λ Ο Σ

Copyright © All rights reserved Κωνσταντίνος Βαρδής, Αθήνα 2015

Η εικόνα της ιστορίας είναι επιλογή του συγγραφέα.
Δείτε κι αυτό:
Η μαγική ταινία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Τερέζα ΚουρούκληΧάρης ΒασιλάκοςΓιώργος ΓιαντάςΣτέλιος ΚανάκηςΣτέλιος ΜοίραςΈλσα ΜαγγανάρηΓιάννης Βεντούρας
Γεωργία ΚραββαρίτηΓιάννης ΦιλιππίδηςΚωνσταντίνα ΚαντζιούΠαναγιώτης ΝτούσκαςVal O' TeliΚαλλιόπη ΒελόνιαΠόλυ Μοσχοπούλου
Κερδίστε ως και πέντε μυθιστορήματαΧρυσούλα ΒακιρτζήΧρήστος ΠαπουτσήςΒαγγέλης ΜαργιωρήςΒασίλης ΤσικάραςΜαρία ΙατρίδηΘεόφιλος Γιαννόπουλος