Βιβλιοταξιδευτής

Του Κωνσταντίνου Βαρδή
Έτος 2049 και εγώ κάθομαι σε αυτό εδώ το στενό σοκάκι νηστικός, άπλυτος και άυπνος για τρίτη συνεχόμενη μέρα. Δεν είμαι μόνος. Τα τελευταία πέντε χρόνια για παρέα έχω τον ίδιο μου τον εαυτό. Όχι… δεν έχω παραφρονήσει, ακόμη τουλάχιστον, μα δεν ξέρω για πόσο παραπάνω θ’ αντέξω. Είναι κι αυτός μαζί μου. Κάθεται απέναντί μου και με κοιτάζει. Είναι τριάντα ολόκληρα χρόνια νεότερος από εμένα και είναι υπεύθυνος για αυτό που μας συμβαίνει. Βέβαια… αφού είναι αυτός υπεύθυνος, τότε μάλλον είμαι κι εγώ. Σας ακούγεται παράξενο; Χμ… ίσως αν ξέρατε αυτά που ξέρω εγώ, τότε να βρίσκατε κάποια λογική στα λεγόμενά μου. Ταξίδι στον χρόνο. E=mc2 παιδί του Αϊνστάιν. Πρακτική εφαρμογή για το ταξίδι στον χρόνο. Κι αν σας έλεγα πως ο τύπος δεν είναι ολοκληρωμένος; Πως δηλαδή παρέλειψε να τον ολοκληρώσει, κατά λάθος ή επίτηδες; Αν και πλέον είμαι απόλυτα σίγουρος πως το έκανε επίτηδες όμως… δεν θα ασχοληθώ με αυτό γιατί δεν το γνωρίζω. Αυτό όμως που ξέρω σίγουρα είναι πως η ανθρωπότητα δεν είναι έτοιμη για το ξεκλείδωμα αυτού του τρομερού μυστικού. Τα χρόνια περνάνε, οι εποχές αλλάζουν και μαζί με αυτά και εμείς. Τώρα είμαι ένας άστεγος ζητιάνος μα κάποτε δεν ήμουν έτσι. Κάποτε ήμουν ένας τρανός και ξακουστός συγγραφέας που τα μυθιστορήματά μου είχαν αλλάξει τον κόσμο. Τα μυθιστορήματά μου, είπα; Όχι ακριβώς. Τουλάχιστον μου έχει μείνει ακόμη μία δόση ειλικρίνειας αν και είναι αργά για μεταμέλειες πια. Ό,τι έχει γίνει, έχει γίνει και δεν ξεγράφει. Τι κι αν έχω μετανοήσει…; Ο χρόνος πίσω δεν γυρνά. Έτσι πιστεύεται τουλάχιστον. Όπως και να’ χει… είμαι εγκλωβισμένος στο παρόν που εγώ έχτισα.
Κάποτε, ταξίδεψα μέχρι το 1453 και έκλεψα, ναι το ομολογώ, έκλεψα ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα της εποχής του μεσαίωνα, ο Σκοτεινός Αιώνας, θεωρώντας πως το βιβλίο θα είχε χαθεί με το πέρασμα των αιώνων. Κανείς δεν θα έβγαινε να διεκδικήσει τα πνευματικά δικαιώματα του. Όταν όμως επέστρεψα πίσω στην εποχή μου από την οποία ξεκίνησα διαπίστωσα, χωρίς πόνο, πως κούτσαινα ελαφρώς χωρίς να μπορώ να το ελέγξω. Στην προσπάθειά μου να δω τι συνέβαινε έμεινα έκπληκτος σαν είδα πως το μικρότερο δάκτυλο του αριστερού μου ποδιού είχε εξαφανιστεί. Δεν ήταν κομμένο. Ήταν υποτροφικό σα να είχε παραμείνει στην εμβρυακή διάστασή του. Υποθέτω πως με κάποιο τρόπο επηρέασα τη ροή των γεγονότων ή αλλιώς το χωροχρονικό συνεχές που λένε. Σαν αποτέλεσμα αυτής της ανωμαλίας που εγώ προκάλεσα υπέστηκα και τις ανάλογες αλλαγές που έφτασαν σε εμένα σαν αλυσιδωτή αντίδραση κατά αυτόν τον τρόπο. Ποιος ξέρει; Δεν το έψαξα παραπάνω. Τότε έμαθα πως ό,τι κι αν έκανα δεν θα έπρεπε να ασχολούμαι με το παρελθόν. Μόνο με το μέλλον. Από εκεί τα πράγματα θα ήταν πιο ασφαλή αλλιώς θα ήμουν αναγκασμένος να πληρώνω με τον ίδιο τρόπο κάθε πνευματική ιδιοκτησία που καταπατούσα. Το σχέδιό μου λοιπόν…; Απλό… ταξιδεύω μερικά χρόνια μπροστά, εντοπίζω την μεγαλύτερη επιτυχία της χρονιάς, αγοράζω ένα βιβλίο, γυρνάω στην δική μου χρονιά, το αντιγράφω, το παρουσιάζω με το δικό μου όνομα και αυτό ήταν! Το έργο πλέον θα μου ανήκε για πάντα. Σας ακούγεται καλό; Ανεξαρτήτως από την απάντησή σας θα σας πω πως είναι πάρα πολύ καλό σχέδιο και καλά μελετημένο χωρίς λάθη. Τώρα βέβαια κάποιοι θα αναρωτηθείτε και κάτι άλλο, πολύ πιο απλό. Κάτι που οι περισσότεροι θα είχατε κάνει αν είχατε την δική μου ικανότητα να ταξιδέψετε στον χρόνο. Γιατί δεν πήγα απλά λίγες μέρες μπροστά, να δω τους τυχερούς αριθμούς του λόττο για να γίνω πλούσιος; Σωστή ερώτηση υποθέτω μα εγώ δεν κυνηγούσα τα χρήματα, αν και δεν τα απαξιώνω, μα την δόξα. Εγώ αναζητούσα την υστεροφημία. Από μικρός είχα το μικρόβιο της συγγραφής. Αυτό ήταν και το μεγάλο μου απωθημένο για το οποίο έκανα ό,τι έκανα. Και μάλλον δεν θα τα είχα κάνει όλα αυτά αν η μοίρα, η ζωή δεν μου στερούσε αυτό που αγαπούσα περισσότερο από όλα. Ήμουν δυσλεκτικός. Κάθε μου προσπάθεια να γράψω κατέληγε στα σκουπίδια. Σε δεκάδες τσαλακωμένα χαρτιά, στον κάδο, με μουτζούρες χωρίς νόημα. Ορνιθοσκαλίσματα τα έλεγαν οι γύρω μου κοροϊδεύοντάς με. Κανείς δεν με κατάλαβε. Κανείς δεν με πρόσεξε. Βίωσα τον χλευασμό και την απόρριψη καθώς τα συμπτώματά μου ήταν στον υπέρτατο βαθμό. Εντάξει, όλοι καμιά φορά μπερδεύουμε την σειρά των γραμμάτων χωρίς όμως να χάνουμε και το νόημα. Απλά επιστρέφουμε και διορθώνουμε το λάθος. Τα δικά μου συμπτώματα ήταν όμως πολύ έντονα. Τόσο που δημιουργούσαν προβλήματα στην καθημερινότητά μου. Καταρχήν το σχολείο δεν μπόρεσα να το τελειώσω με την αξία μου. Δεν καταλάβαινα τι διάβαζα και δεν μπορούσα να γράψω. Αυτό μου είχε στοιχίσει. Χαριστικά με αποφοίτησαν οι καθηγητές γιατί με λυπήθηκαν όπως είπαν στην μάνα μου. Δεν μπόρεσα ποτέ να πάρω δίπλωμα οδήγησης. Μπέρδευα το δεξιά με το αριστερά προκαλώντας ατύχημα ακόμη και στο μάθημα οδήγησης. Τα παράτησα. Ήμουν άξιος της μοίρας μου. Όλη αυτή η κατάσταση είχε πια θέσει τις βάσεις για την δική μου καταρρακωμένη ψυχολογία. Ήμουν ένας άχρηστος και τίποτα περισσότερο. Ίσως όμως όλα αυτά να μην σας λένε τίποτα καθώς στην εποχή που βρισκόμαστε τώρα, στο 2049, έχουν βρει ακόμη και τον τρόπο να διορθώνουν εξαλείφοντας την εγκεφαλική ανωμαλία που προκαλεί δυσλεξία, με κάποιου είδους ακτινοβολία. Οπότε ίσως και να πιστεύετε πως το κείμενο που διαβάζετε τώρα δεν έχει γραφτεί από κάποιον που έπασχε από αυτή την πάθηση. Ή κι αν έπασχε την έχει θεραπεύσει με αυτή τη μέθοδο. Λάθος. Επιτέλους τα κατάφερα μόνος μου. Το πείσμα και η θέληση με αντάμειψαν. Αυτή τη φορά δεν περιμένω να αναρωτηθείτε πώς. Το πώς θα σας το πω εγώ… με ταξίδια στον χρόνο. Αν δεν πιστεύετε μπορείτε να ψάξετε σχετικώς στο διαδίκτυο αναζητώντας φράσεις όπως… Το πείραμα της Φιλαδέλφειας, John Titor (αν και αυτός μου τα χάλασε λίγο…), Rudolf Fenz, Senior και τέλος Τσίρκο του Τσάρλι Τσάπλιν το οποίο αφορά ένα βίντεο μικρού μήκους τραβηγμένο το 1928. Αν λοιπόν διαβάσετε όλα αυτά θα καταλάβετε περί τίνος πρόκειται. Για να μην μακρηγορώ όμως, ασκόπως, θα συνεχίσω από εκεί που σταμάτησα. Ένα πρωινό του Φεβρουάριου και ενώ περπατούσα με το κεφάλι σκυμμένο, από το αβάσταχτο βάρος της ψυχής μου, είδα στην απέναντι μεριά του δρόμου να με φωτογραφίζει ένας νεαρός. Τότε δεν ήξερα ποιος ήταν μα αργότερα με μία μικρή έρευνα τον βρήκα. Κατέβασα την φωτογραφία του στον υπολογιστή και την εκτύπωσα. Την έχω ακόμη μαζί μου για κάποιο περίεργο λόγο που δεν μπορώ να καταλάβω. Ίσως η ανάγκη, του να θυμάμαι από πού ξεκίνησαν όλα. Ορίστε… αυτή είναι και είμαι σίγουρος πως κι εσάς κάπου θα την έχει πάρει το μάτι σας...
Βλέπετε κι εσείς αυτό που βλέπω; Η φωτογραφία αυτή είναι τραβηγμένη το 1940-1941. Τον νεαρό με τα γυαλιά ηλίου, το φανελάκι και την φωτογραφική μηχανή στην κοιλιά του την βλέπετε; Χα! Αυτό που μπορώ μετά βεβαιότητος να σας πω είναι πως αυτή η φωτογραφία είναι αυθεντική και πιστοποιημένη για αυτό ακόμη και από το Virtual Bralorne Pioneer Museum. Λοιπόν… τι έχετε να πείτε τώρα; Αρχίζουν να βγάζουν νόημα λίγο τα όσα προανέφερα; Συνεχίστε να διαβάζετε λοιπόν…
Αυτός ο νεαρός μου τράβηξε την προσοχή σε σημείο που δεν περίμενα, αναγκάζοντάς με να τον ακολουθήσω. Στην αρχή δεν με είχε αντιληφθεί μα αυτό δεν θα κρατούσε για πάντα. Κάποια στιγμή άρχισε να τρέχει κι εγώ σε έναν αγώνα δρόμου από πίσω του τον ακολουθούσα σαν πεινασμένο σκυλί που του έδειξαν κόκκαλα, ώσπου αυτός χάθηκε πίσω από μία γωνία σε ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο. Στην αρχή φοβήθηκα, κοίταξα περιμετρικά και σκέφτηκα, τι χειρότερο θα μπορούσε να μου συμβεί από τον ίδιο μου τον εαυτό. Ακόμη κι αν γυρνούσε να με σκοτώσει… μάλλον χάρη θα μου έκανε. Η αυτοκτονία ήταν πια μία από τις μελλοντικές μου επιλογές. Πολλές φορές την ονειρευόμουν κιόλας. Για κάποια στιγμή χάθηκα στις σκέψεις μου ώσπου με επανέφερε ένα σύννεφο, σαν ομίχλη που άρχισε να απλώνεται σε όλα τα σκορπισμένα σίδερα που είχαν απλωθεί στο χώμα του εργοστασίου. Σε λίγο η πάχνη απλώθηκε και στα πόδια μου. Οπισθοχώρησα για λίγο μα κάτι μου έλεγε πως σε λίγο θα γινόμουν μάρτυρας ενός πολύ μεγάλου γεγονότος. Και τελικά δεν είχα άδικο. Από μακριά τον αντίκρισα, στην καρδιά του εργοστασίου, να μπαίνει μέσα σε μία στρόγγυλη κατασκευή σα σφαίρα και να χάνεται μέσα της. Επιστράτευσα όλη μου την τέχνη στην κάλυψη-απόκρυψη, ό,τι ήξερα δηλαδή από τις ταινίες, και πλησίασα όσο πιο διακριτικά μπορούσα. Για αυτήν τη σφαίρα δεν έχω κάποια φωτογραφία να σας δείξω, αλλά ελπίζω το σχέδιό μου να σας ικανοποιήσει.
Αν και πάτησα αρκετές φορές σπασμένα γυαλιά και άλλα θορυβώδη αντικείμενα δεν προκάλεσα καμιά αναστάτωση. Στο τέλος έφτασα σε απόσταση αναπνοής από αυτό που έμοιαζε με πόρτα. Με είσοδο που έπλαθε φανταστικές ιστορίες στο μυαλό μου. Και τότε σταμάτησα να περπατώ και αναρωτήθηκα. Θέλω στ’ αλήθεια να εμπλακώ σε κάτι τέτοιο; Δεν πρόλαβα να απαντήσω και ο νεαρός που είχα δει λίγη ώρα πριν, να μπαίνει σε αυτή τη μαύρη τρύπα στο κέντρο της σφαίρας, πετάχτηκε πάνω μου λες και κάποιος τον είχε πετάξει με δύναμη αρκετή για να σωριαστούμε κι οι δύο κατάχαμα. Ούρλιαζε και έμοιαζε τρελαμένος. Δεν κατάλαβα αν ήθελε να μου κάνει κακό, μα πάνω στην ταραχή μου, άπλωσα το χέρι μου και τον χτύπησα με ό,τι βρήκα κάτω στο πάτωμα. Ένα σκουριασμένο γαλλικό κλειδί, δέκα μόλις ιντσών, ήταν αυτό που έκοψε το νήμα της ζωής του. Το κορμί του παρέμεινε ακίνητο πάνω στο δικό μου καθώς ένιωσα ένα ζεστό υγρό να κυλάει πάνω στον λαιμό μου. Έντρομος τον πέταξα από πάνω μου και σηκώθηκα όρθιος. Οι συσπάσεις του μαρτυρούσαν σαν επτασφράγιστο μυστικό πως η ψυχή του ήδη είχε αρχίσει να δραπετεύει από τη σαρκική υπόσταση που του είχε χαρίσει η φύση.
Κοίταξα ξανά δεξιά στο στρογγυλό άνοιγμα που έμοιαζε με στόμα έτοιμο να με καταπιεί. Τι διαβολική μηχανή ήταν αυτό που στεκόταν μπροστά μου; Ποιος θα μπορούσε να έχει φτιάξει κάτι τέτοιο; Τι είναι και πάνω από όλα… τι κάνει; Την πλησίασα και άπλωσα το χέρι μου να την αγγίξω αδιαφορώντας για τον άνθρωπο που ξεψυχούσε δίπλα μου. Ίσως αν είχα καλέσει ένα ασθενοφόρο να είχε επιζήσει. Άλλωστε ήμασταν στο 2014. Αλλά όχι. Αρκετά προβλήματα είχα μέχρι τότε στη ζωή μου. Ήθελα κι άλλα λοιπόν; Όχι απάντησα μονολεκτικά. Αυτό που είχα κάνει λέγεται ανθρωποκτονία και το χειρότερο από όλα ήταν πως τον είχα αφήσει να ψοφήσει σαν σκυλί που πετάχτηκε στον δρόμο. Ντρέπομαι. Καμιά φορά ακόμη τον βλέπω στα όνειρά μου, προσπαθώντας να με βάλει στον ίσιο δρόμο. Μήπως κατά κάποιο τρόπο τα κατάφερε λοιπόν; Δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι πως μπήκα μέσα στην κοιλιά του κήτους κλείνοντας την πόρτα πίσω μου. Τώρα τα πράγματα έξω μου έμοιαζαν τόσο διαφορετικά. Αυτό ήταν. Είχα αρχίσει ήδη να ταξιδεύω στον χρόνο και δεν το είχα αντιληφθεί. Κοίταξα το ρολόι μου και οι δείκτες, ακόμη και ο δευτερολεπτοδείκτης έμοιαζε ακίνητος. Εγώ όμως έβλεπα τον ήλιο και το φεγγάρι να εναλλάσσονται αρκετές φορές. Στο μυαλό μου, μου ήρθαν όλες εκείνες οι χολιγουντιανές παραγωγές που παίχτηκαν στους κινηματογράφους κάνοντάς με να νιώθω κι εγώ λίγο στην θέση τους. Ο θεός με ευλόγησε και εισάκουσε τις προσευχές μου… σκέφτηκα και τότε σαν αναλαμπή μου ήρθε το σχέδιο στο κεφάλι και αυτό το μηχάνημα ήταν το μέσο για να αποδείξω σε όλους πως ήμουν ικανός άνθρωπος. Άξιος να περπατάω ανάμεσα στους υπολοίπους χωρίς κοροϊδίες και χλευασμούς. Το πραγματικό ερώτημα ήταν… μπορούσε το μηχάνημα αυτό να κάνει όσα ονειρευόμουν; Και η απάντηση ήταν… ΝΑΙ!
Τώρα βέβαια θα μου πείτε πως είμαι ένας μπεκρής που πίνει από το πρωί μέχρι το βράδυ. Δεν το κρύβω, το έχω κάνει και αυτό στα πέντε χρόνια που είμαι άστεγος εξαιτίας του νεότερου εγώ μου. Αυτή η φορά όμως είναι διαφορετική. Αυτή δεν είναι μία ακόμη από τις ιστορίες που σκαρφιζόμουν για να μαζέψω χρήματα από τους περαστικούς. Με λένε Στίβεν και αυτή είναι στην πραγματικότητα η ομολογία μου…

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το πρώτο μου ταξίδι ήταν πολύ πίσω στον χρόνο. Κάτι περισσότερο από πεντακόσια χρόνια και όπως είπα και πριν αυτή την εμπειρία θα ήθελα να την μοιραστώ μαζί σας. Ήταν βλέπετε το πρώτο μου ταξίδι. Το παρθενικό όπως λένε.
Μόλις μπήκα μέσα στη σφαίρα νόμιζα πως ήμουν στο κοντρόλ κάποιου υποβρυχίου. Τα πάντα μου έμοιαζαν τόσο πολύπλοκα. Άρχισα να πατάω διάφορα κουμπιά χωρίς ωστόσο, η μέθοδός μου, να έχει αποτέλεσμα. Τελικά το μόνο που χρειαζόταν ήταν λίγη ψυχραιμία και μόλις την απέκτησα διαπίστωσα πως το να ξεκινήσεις αυτό το μαραφέτι ήταν μόνο ένα κλικ μακριά. Και το πάτησα. Το ταξίδι είχε ήδη ξεκινήσει.
Δεν ξέρω… αλλά λένε πως οι άνθρωποι δεν έχουν αναμνήσεις πριν από την ηλικία των δύο χρόνων. Κι όμως… εγώ έχω. Μετά από εκείνη τη στιγμή απέκτησα. Το μυαλό μου γύρισε πίσω τριάντα ολόκληρα χρόνια, στο 1984, μέσα σε λίγα μόλις κλάσματα του δευτερολέπτου. Όλα μου τα βιώματα, οι εμπειρίες, οι εικόνες που είχα μέχρι εκείνη τη στιγμή περνούσαν μπροστά από τα μάτια μου λες και έβλεπα ένα βίντεο που είχε μείνει πατημένο το κουμπί Ultra fast backward. Έβλεπα τον ήλιο να ανατέλλει από τη δύση και να δύει στην ανατολή χιλιάδες φορές μέχρι που είδα εμένα τον ίδιο να μπαίνει από το απόλυτο φως στο απόλυτο σκοτάδι. Η γέννησή μου. Δάκρυα τρέχουν από τα δάκρυά μου κάθε φορά που το σκέφτομαι. Ποιος άνθρωπος είχε ποτέ την ευλογία να βιώσει την γέννησή του; Και μετά το απόλυτο σκοτάδι… το τίποτα. Άρα… τώρα, τι ήμουν; Νεκρός; Ψυχή μιας προηγούμενης ζωής στο μεταβατικό στάδιο της μετενσάρκωσης; Τι; Αυτό το κενό που ένιωσα μου έδωσε τη δύναμη πλέον να μπορώ να παρακολουθήσω το περιβάλλον γύρω μου. Κι αυτά που είδα… πιστέψτε με δεν θα μπορούσα να σας τα περιγράψω με λέξεις. Μόνο αν τα βλέπατε έστω και για λίγο, στα κλεφτά… χμ… ειλικρινά δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο έχει διαστρεβλώσει ο άνθρωπος τα ιστορικά γεγονότα προς όφελός του. Θέλετε μήπως να μάθετε ποιος στ’ αλήθεια δολοφόνησε τον Τζον Κένεντι; Θα μπορούσα να ανατρέψω τα πάντα με αυτά που γνωρίζω καθώς η γνώση είναι δύναμη όπως λένε. Εγώ θα συμφωνήσω εν μέρει με το συγκεκριμένο ρητό και θα προσθέσω πως η απόλυτη γνώση είναι σαν τον ίδιο τον θεό. Κι εγώ αυτήν την γνώση της κατέχω.
Όσο τα χρόνια περνούσαν αντίστροφα ένιωθα το κορμί μου να βουλιάζει μέσα σε ένα λάκκο με χιλιάδες μυρμήγκια. Τα πρώτα συμπτώματα ήταν τα πιο δυνατά μα ταξίδι το ταξίδι έγιναν τόσο ήπια που στο τέλος υποχώρησαν τελείως όχι όμως και η ηδονή που με πλημμύριζε όταν πατούσα το κουμπί της ρυθμισμένης κονσόλας με τις συντεταγμένες.
Ο πρώτος στόχος είχε μελετηθεί και απείχε μόνο μερικές εκατονταετίες πίσω. Σιγά το πράμα… δουλειά μερικών δευτερολέπτων μόνο. Έτσι επιβιβάστηκα στη σφαίρα του χρόνου και ρύθμισα την κονσόλα. Μετά από μερικές αναίμακτες δοκιμές την έπαιζα στα δάκτυλα. Επιτέλους. Το πρώτο επίσημο ταξίδι είχε ήδη ξεκινήσει και πριν το καταλάβω είχα ήδη φτάσει στον προορισμό μου. Έτος 1453. Λίγο πριν από το τέλος του μεσαίωνα. Δεν ξέρω πώς το φαντάζεστε μα δεν υπήρχαν ιππότες, κρεμάλες και σπαθιά. Αν και όταν εμφανίστηκα εκεί βρισκόμουν στο τέλος του εκατονταετούς πολέμου μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας. Μόλις βγήκα από την σφαίρα του χρόνου γύρισα να την κοιτάξω. Σίγουρα ο κατασκευαστής της είχε κάνει καλή δουλειά. Αν δεν ήξερες πως κάτι ήταν εκεί, αποκλείεται να την ξεχώριζες. Σας χαμαιλέοντας προσαρμοζόταν στο περιβάλλον. Έμεινα έκπληκτος. Φοβήθηκα να απομακρυνθώ μα δεν είχα άλλη επιλογή. Βρισκόμουν ήδη εκεί. Τόσο κοντά. Η σφαίρα είχε σταματήσει ανάμεσα σε κάποια γυρτά δέντρα που σχημάτιζαν έναν φυσικό τοίχο. Αυτά λοιπόν θα ήταν το σημείο αναφοράς μου. παραμέρισα τις φυλλωσιές και βγήκα στον χωματόδρομο. Μερικά μέτρα παραπέρα έκανε περίπολο μία ομάδα ολιγάριθμων στρατιωτών. Ήμουν άπειρος. Στο κέντρο της πεδιάδας στεκόταν ένα μεγαλόπρεπο κτήριο με σκαλιστές κολώνες και τριγωνική οροφή. Στο κέντρο του είχε ένα μεγάλο στρογγυλό ρολόι με μυτερούς δείκτες. Εκεί ήθελα να φτάσω. Το είχα προγραμματίσει. Αυτή ήταν η μοναδική βιβλιοθήκη που είχε σωθεί από τον πόλεμο και την φιλούσαν σαν κόρη οφθαλμού. Έσκυψα μέσα στα ψηλά σπαρτά και έπιασα στα χέρια μου μία πέτρα. Μικρή, όχι κάτι το ιδιαίτερο, με σκοπό να μπορώ να την πετάξω μακριά, αν χρειαζόταν. Αργά αλλά σταθερά εγκατέλειψα την βάση μου και άρχισα να σέρνομαι σαν εκπαιδευμένος στρατιώτης προς την βιβλιοθήκη. Οι φύλακες με τα ψηλόλιγνα τουφέκια και τα ξίφη περασμένα στις ζώνες τους, με πλησίασαν αρκετές φορές μα για καλή μου τύχη δεν με αντιλήφθηκαν. Όχι πως είχα ελπίδες, αν κάτι τέτοιο γινόταν, με την πέτρα που κρατούσα. Πάλι καλά που δεν συνοδεύονταν από σκυλιά. Ίσως όμως και να είχαν αλλά να μην είχαν καταφέρει ακόμη να τα εκπαιδεύσουν. Έτσι σύρθηκα μέχρι που κατάφερα να φτάσω λίγα μέτρα πριν την κύρια είσοδο. Εκεί σηκώθηκα καθώς τα σπαρτά τελείωσαν. Το φεγγάρι κρυβόταν πίσω από τα σκοτεινά σύννεφα κι έτσι δεν έγινα αντιληπτός. Σχεδόν χωρίς δυσκολία κατάφερα να μπω στην κεντρική αίθουσα. τα κεριά στους πολυελαίους ήταν σβηστά και μόνο μερικές δάδες στερεωμένες στους τοίχους ήταν αναμμένες. Μία ελαφριά ομιλία σαν διάλογος έφτανε στα αυτιά μου κάπου από το βάθος των διαδρόμων. Πρωταρχικός μου στόχος ήταν να βρω τα βιβλία. Και αυτό έκανα. Λίγα λεπτά αργότερα και με ενδυμασία που ξεχώριζε σαν τη μύγα μες το γάλα στεκόμουν μπροστά από τις τεράστιες βιβλιοθήκες με τις τσουλιστές σκάλες τους. Τότε δεν είχα ιδέα τι έψαχνα. Κάποιο βιβλίο που να μου έμοιαζε καλό. Μα μόνο από τον τίτλο, πώς να διάλεγα ανάμεσα σε τόσες άλλες εκατοντάδες που στοίβαζαν εκεί; Οι φωνές στο διπλανό δωμάτιο άρχισαν να δυναμώνουν. Πράγμα που σήμαινε πως με πλησίαζαν. Κοίταξα αγχωμένα δεξιά και αριστερά. Το σκοτάδι ήταν σύμμαχός μου και οι σκιές προστάτες μου. Ανάμεσα στις ξύλινες βιβλιοθήκες υπήρχαν εγκοπές που σίγουρα θα μπορούσα να κρυφτώ μέσα. Δεν είχα πολύ χρόνο ακόμη. Έτσι χωρίς δεύτερη σκέψη έτρεξα σαν ποντικός κυνηγημένος από γάτα και χώθηκα ανάμεσα στις βιβλιοθήκες. Ήταν δύο άντρες που περπατούσαν κατά μήκος των διαδρόμων περνώντας από όλες τις αίθουσες, ντυμένοι με γαλάζιους μακριούς και υφασμάτινους μανδύες. Δεν ήταν πολεμιστές και δεν γνωρίζω τι ρόλο είχαν μέσα στην βιβλιοθήκη αν και από τα λεγόμενά τους μπορούσα να καταλάβω πως ετοιμάζονταν να κάνουν κάτι μεγάλο. Κάτι πρωτοποριακό για εκείνη την εποχή. Ίσως να ήταν γραφτό τελικά, μα σταμάτησαν ακριβώς μπροστά μου. Δεν με έβλεπαν, εγώ από την άλλη μπορούσα να ακούσω τα πάντα...
-«Σου παραδίδω τους σκοτεινούς αιώνες. Σε παρακαλώ… πρόσεξέ το.» είπε ο ένας εκ των δύο.
-«Στ’ αλήθεια πιστεύεις πως μέσα από το μυθιστόρημά σου ο κόσμος θα μπορέσει να μάθει τις κρυφές πτυχές που εκατονταετούς πολέμου;»
-«Σου ακούγεται τρελό;»
-«Ναι. Τουλάχιστον θεωρώ πως το είδος μέσα από το οποίο έχεις διαλέξει να παρουσιάσεις τα γεγονότα δεν θα τραβήξει το ενδιαφέρον του κόσμου. Οι ερωτικές νουβέλες δεν…»
-«Ο έρωτας μέσα σε αυτά τα χρόνια.» τον διέκοψε. «Μόλις το διαβάσεις θα καταλάβεις πόσο μεγαλοφυές είναι αυτό που κρατάς στα χέρια σου.»
-«Εκατό χρόνια είναι πολλά για έναν και μόνον έρωτα.»
-«Για έναν, ναι. Μα εγώ μιλάω για τέσσερα διαφορετικά ζευγάρια. Έναν σε κάθε περίοδο. Και πίστεψέ με το τέλος θα σε αφήσει άναυδο. Όλες αυτές οι ανατροπές θα ξετυλίγουν σαν κουβάρι έναν-έναν τους πραγματικούς λόγους που οδήγησαν σε αυτή την μάχη μεταξύ των χωρών. Πίστεψέ με… νομίζω πως αυτό το μυθιστόρημα θα θεωρεί ανατροπή για τα δεδομένα...» ο άντρας είχε παθιαστεί. Το στόμα του έφτυνε σάλια και θα ορκιζόμουν πως μπορούσα να ακούσω τους χτύπους της καρδιάς του. Το πίστευε στον απόλυτο βαθμό. Πίστευε κάθε του λέξη και με έκανε να τον πιστεύω κι εγώ. Πλέον ήμουν σίγουρος. Αυτό που γύρευα ήταν μπροστά μου. Οι δύο τους συνέχισαν την κουβέντα μέχρι που χάθηκαν από μπροστά μου. Τους ακολούθησα όσο πιο επιφυλακτικά μπορούσα. Ευτυχώς είχε αποτέλεσμα. Τους είδα να στέκονται στο κέντρο ενός προθάλαμου. Εκεί σταμάτησαν και ο συγγραφέας παρέδωσε το δερματόδετο βιβλίο του στον άλλον.
-«Είσαι σίγουρος πως θέλεις να το εκδώσεις…;»
-«Είμαι τόσο σίγουρος που θα στοιχημάτιζα ακόμη και την ίδια μου την ζωή.»
Ο εκδότης τον κοίταξε στα μάτια. Προσπάθησε να δει μέσα από αυτά μα αυτό που αντίκρισε του είπε το ίδιο ακριβώς πράγμα. «Εντάξει λοιπόν.» είπε ορθά κοφτά και το πήρε στα χέρια του. «Βασίσου πάνω μου…»
-«Σε παρακαλώ… πρόσεξέ το. Ακόμη δεν έχω τελειώσει το αντίγραφό του. Βέβαια, έχω κρατήσει όλες τις σημειώσεις και θα το ξαναγράψω αν χρειαστεί, μα ελπίζω να μην χρειαστεί.»
-«Δεν μπορείς να φανταστείς πόσες φορές το έχω ακούσει αυτό. Έχε μου εμπιστοσύνη…»
-«Σε πόσο καιρό να περιμένω…;»
-«Θα το διαβάσω και αν πραγματικά αξίζει, τότε πολύ σύντομα θα το εκδώσω…»
-«Δηλαδή…» είπε διστακτικά.
-«Τρία με τέσσερα χρόνια, είναι καλά νομίζω…»
Ο συγγραφέας έδειξε ευχαριστημένος σε αντίθεση με εμένα που αρνιόμουν να πιστέψω αυτά που άκουγα. Ήθελα να πεταχτώ και να φωνάξω… «Τι; Τέσσερα ολόκληρα χρόνια για ένα βιβλίο; Πλάκα μου κάνετε…;» Νόμιζα πως με είχαν αντιληφθεί και μου έκαναν κάποιου είδους φάρσα.
Οι δύο άντρες έδωσαν τα χέρια και με ένα χαμόγελο χωρίστηκαν στις διαφορετικές μεριές αυτής της βιβλιοθήκης. Εγώ δεν χρειάζεται να σας πω ποιον ακολούθησα. Αυτό το βιβλίο έπρεπε να γίνει δικό μου. Με έτρωγε να το αποκτήσω. Θυμάστε που σας είπα για το πετραδάκι; Το κρατούσα ακόμη στα χέρια μου. Ο άντρας που κρατούσε το βιβλίο αφού πέρασε από αρκετά δωμάτια και διέσχισε αρκετούς διαδρόμους κατέληξε σε μία αίθουσα που ήταν γεμάτη μηχανές. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς ήταν μέχρι που είδα πελώριες μεταλλικές επιφάνειες να συγκρατούν στις κάτω μεριές εκατοντάδες μικρά τετράγωνα σιδερένια κυβάκια που στην κάτω πλευρά είχαν, σαν σπόντα, ανάγλυφο από ένα γράμμα. Όλα αυτά στην σειρά σχημάτιζαν λέξεις που αν κατέβαιναν με δύναμη πάνω σε κάποιο χαρτί θα άφηναν το αποτύπωμά τους. Μου θύμισαν τις πρέσες σιδερώματος που χρησιμοποιούν στα καθαριστήρια για να κολλάρουν τα ρούχα. Αυτά ήταν τα εκτυπωτικά μηχανήματα της εποχής και τότε κατάλαβα πως τα τέσσερα χρόνια ήταν πολύ καλός χρόνος για ένα, οποιοδήποτε, βιβλίο. Στεκόμουν πίσω του, γύρω στα δέκα μέτρα. Ακόμη και η αναπνοή μου θα μπορούσε να του τραβήξει την προσοχή. Κράτησα το πετραδάκι στα χέρια μου και στόχευσα. Όχι το κεφάλι του. δεν είχα σκοπό να τον βλάψω, όχι πως θα μπορούσα βέβαια με αυτό που κρατούσα. Ήθελα μόνο να τον αποπροσανατολίσω. Σημάδεψα, λοιπόν, στον απέναντι τοίχο του εκτυπωτηρίου κάνοντας τον χαρακτηριστικό θόρυβο.
-«Τι ήταν αυτό…;» φώναξε. «Είναι κανείς εδώ…;» έσκυψα και ευχόμουν να ακουμπήσει το βιβλίο πάνω σε κάποιο μηχάνημα.
-«Έλα… πήγαινε…» ψιθύρισα. Γύρισε και κοίταξε όλον το χώρο και τότε… ναι, επιτέλους. Το δερματόδετο βιβλίο βρισκόταν μόνο του πάνω σε ένα από τα μηχανήματα· μόλις λίγα μέτρα μακριά μου. Αυτός είχε ήδη αρχίσει να κατευθύνεται προς το σημείο που άκουσε τον θόρυβο. Δεν έχασα χρόνο. Σαν αστραπή το βούτηξα και άρχισα να τρέχω προς την έξοδο. Έκανα θόρυβο. Τα χέρια μου έτρεμαν και φοβόμουν πραγματικά. Η αδρεναλίνη έρεε μέσα μου σαν ορμητικός χείμαρρος.
-«Σταμάτα αμέσως…» μου φώναξε με όλη του την δύναμη. Εγώ ήθελα μόνο να ξεφύγω και έπεσα με δύναμη πάνω στην πόρτα. Ανάθεμα το μυαλό μου. Τι διάολο σκεφτόμουν; Με την ορμή που έπεσα πάνω της σφήνωσε κάνοντας αδύνατο να την ανοίξω. Και αυτός δεν έλεγε να βγάλει το σκασμό. Ερχόταν προς το μέρος μου φωνάζοντας. Ίσως να μην μας άκουγαν οι στρατιώτες έξω από το κτήριο μα η ψυχολογία του γνωρίζοντας πως δεν ήταν μόνος τον έκανε να με πλησιάζει άφοβα. Μα εγώ ήδη είχα σκοτώσει έναν άνθρωπο και ήμουν έτοιμος να το ξανακάνω. Ήμουν γυρισμένος με την πλάτη και προσπαθούσα να απομακρυνθώ μέχρι και την τελευταία στιγμή. Αυτός βρισκόταν μόλις τέσσερα βήματα μακριά μου. Δίχως άλλη σκέψη γύρισα απότομα και κρατώντας το βιβλίο του το έσκασα με όση δύναμη είχα στο πρόσωπο. Αυτός έπεσε κάτω και πιστέψτε με… πρέπει να πόνεσε πολύ. Αμέσως τον πήραν τα αίματα και έμεινε ακίνητος χάμω.
-«Μείνε ακίνητος αν θέλεις να ζήσεις…» τον απείλησα και αυτός με υπάκουσε, για την ώρα τουλάχιστον, γνέφοντάς μου θετικά. Τότε ξεκίνησα να τρέχω χωρίς να κρατάω τα προσχήματα μέχρι που έφτασα στην εξώπορτα. Με μία δυνατή σπρωξιά άνοιξα τα φύλλα και βγήκα έξω στα ψηλά σπαρτά. Μία δυνατή φωνή ήχησε από πίσω μου.
-«Έι… εσύ… ακίνητος…» φώναξε ένας στρατιώτης και οχλαγωγία άρχισε να ακούγεται και αναστάτωση.
-«Πιάστε τον…» ακούστηκε να φωνάζει έξαλλος και ο εκδότης. Δεν μπορεί να κρατήσει ούτε τον λόγο του. Oh mon Die… που λεν κι οι Γάλλοι. Σίγουρα θα του το είχαν μάθει αυτό όλα αυτά τα χρόνια που τους πολεμούσαν. Έτσι άρχισα να τρέχω όπως δεν είχα τρέξει ποτέ στην ζωή μου. Μέσα στο μυαλό μου, μου ήρθε εκείνη η σκηνή από τον Forest Gump. Αστείο, έ; Κι όμως άκουγα ακόμη και την φωνή της κοπέλας να μου φωνάζει «Run Forrest… RUN…» κι εγώ έτρεχα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Μα στα μέσα της διαδρομής, για την σφαίρα που περίμενε να με ταξιδέψει πίσω στο 2014, άρχισα να κουτσαίνω. Ευτυχώς δεν έχασα την ισορροπία μου. Ένας οξύς πόνος με διαπέρασε στο αριστερό μου πόδι. Σκέφτηκα πως κάτι πάτησα μα δεν είχα χρόνο να ελέγξω τι. Το όχημά μου βρισκόταν μόνο δέκα μέτρα μακριά μου, πέντε, τρία, ένα… επιτέλους με ένα σάλτο βρέθηκα στην κοιλιά του κήτους που έμοιασε να με κατάπιε. Αμέσως έκλεισα την πόρτα και πάτησα το κουμπί για την επιστροφή. Οι στρατιώτες στάθηκαν έξω από το όχημα κοκαλωμένοι. Δεν ήξεραν τι έβλεπαν. Πίσω τους πλησίασε και ο εκδότης που φώναζε έξαλλος. Το μηχάνημα μπήκε σε λειτουργία και όλοι αυτοί έγιναν σκόνη στον άνεμο. Εγώ κρατούσα πλέον στα χέρια μου αυτό το βιβλίο που κάτι μέσα μου, μου έλεγε πως θα γινόταν μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες. Και αν τα πράγματα δεν είχαν εξελιχτεί όπως εξελίχτηκαν θα το γνωρίζατε κι εσείς, μα βλέπετε… ακόμη κι εσείς χωρίς να το γνωρίζετε έχετε επηρεαστεί από την διαστρέβλωση του χρόνου που εγώ έκανα. Μα αυτό δεν είναι κάτι που μπορώ να το αποδείξω. Οπότε… συνεχίστε την ανάγνωση.
Τα πάντα ήταν γνώριμα. Το 2014 ήταν όπως ακριβώς το άφησα. Και όχι μόνο αυτό. Βγαίνοντας απ' την σφαίρα που κόντεψε να με πνίξει στους καπνούς κοίταξα το ρολόι μου και αυτομάτως γύρισε στην ώρα που είχα φύγει σαν πρώτη φορά. Πάτησα το πόδι μου έξω από την σφαίρα και παρατήρησα πως ο πόνος είχε εξαφανιστεί. Μόλις στάθηκα όρθιος τεντώθηκα λίγο προσπαθώντας να ξεπιαστώ. Έκανα ένα βήμα μα είδα πως το αριστερό μου πόδι δεν με στήριζε όπως κάποτε. Έβγαλα αμέσως το παπούτσι και πανικόβλητος είδα πως το μικρό μου δάκτυλο είχε εξαφανιστεί αφήνοντας στην θέση του ένα μικρό κομμάτι κρέας που κρεμόταν από το δέρμα. «Θεέ μου…» τον επικαλέστηκα, βλέπετε όλοι εμείς οι καλοί χριστιανοί αυτό κάνουμε στις δύσκολες στιγμές μας ξεχνώντας τον όταν μας βολεύει, και άρχισα να ψαχουλεύω μήπως και τα μάτια μου απλά με ξεγελούσαν. Τότε άρχισα να συνειδητοποιώ πως αυτό που είχα κάνει είχε άμεση σχέση με την απώλεια του άκρου μου. Ώστε αυτή ήταν η τιμή του βιβλίου; Είχα επέμβει στην ιστορία και αυτή μου η πράξη επηρέασε μία εξέλιξη πεντακοσίων και χρόνων. Ίσως αυτή να ήταν η μικρότερη συνέπεια της επέμβασής μου. ίσως κάποιοι άλλοι να είχαν θανατωθεί για αυτό που είχα κάνει. Αυτό όμως δεν θα το μάθαινα ποτέ, όπως ούτε τι σχέση είχα εγώ τελικά με αυτόν τον άνθρωπο που χτύπησα και επηρέασε εμένα. Ξέρετε… μετά από εκείνη την πρώτη μου φορά προσπάθησα πολλές φορές ακόμη να γυρίσω σε εκείνη τη χρονιά, εκείνη ακριβώς την στιγμή και να το κλέψω όσο πιο διακριτικά μπορούσα. Και το κατάφερα όλες τις φορές αφού πλέον είχα μάθει τα πάντα για αυτούς. Κι όμως το δάκτυλο δεν επανήλθε ποτέ. Ταξίδεψα ακόμη και έξι ολόκληρα χρόνια μετά το 1453, στο 1459 για να δω την πορεία του μυθιστορήματος που είχα αρπάξει. Ο φουκαριάρης είχε αναγκαστεί να το ξαναγράψει. Και ναι, το ένστικτό μου με είχε δικαιώσει. Το βιβλίο είχε γίνει η μεγαλύτερη επιτυχία της εποχής. Κάθε σπίτι είχε από ένα αντίτυπο. Το περιεχόμενό του έδινε την δύναμη στους πολίτες αυτής της χώρας να βλέπουν το μέλλον με αισιοδοξία.
Ας ήταν λοιπόν. Ένα δάκτυλο για μία τέτοια επιτυχία. Μόλις γύρισα σπίτι, άνοιξα τον υπολογιστή μου και άρχισα να αντιγράφω μανιωδώς. Σε λιγότερο από ένα μήνα το είχα ολοκληρώσει. Τώρα το μόνο που έμενε ήταν να το εκτυπώσω και να το μοιράσω σε μερικούς από τους μεγαλύτερους εκδοτικούς οίκους της χώρας μου. Και το έκανα. Στην αρχή με κοίταξαν περίεργα όταν άρχισα να τους μιλώ με τόσο ενθουσιασμό. Οι περισσότεροι μου ζήτησαν χρήματα, μα τους εξέπληξα όταν αργότερα εκείνοι άρχισαν να μου προσφέρουν δωράκι για να το δώσω σε εκείνους και όχι σε κάποιον ανταγωνιστή. Στην αρχή, όλοι κράτησαν το αντίγραφό τους και μου είπαν πως σε έξι μήνες το λιγότερο θα μου έστελναν την απάντησή τους. Μα δεν χρειάστηκε να περιμένω παραπάνω από μερικές μέρες όταν τα τηλέφωνα άρχισαν να χτυπούν σαν τρελά. Ήταν οι ίδιοι οι πρόεδροι των εκδοτικών με μία γενναιόδωρη πρόταση στα χείλη τους. Το σχέδιό μου είχε επιτυχία. Η ώρα να δείξω σε όλους αυτούς που με περιγελούσαν, σε όλους εκείνους που με χλεύαζαν και με απαξίωναν ποιος πραγματικά ήμουν και τι είχα καταφέρει. Και το έδειξα. Λίγους μήνες αργότερα το πρώτο μου βιβλίο εκδόθηκε. Ήμουν τόσο ευτυχισμένος θυμάμαι. Μέχρι που κατάφερα να κλείσω και την συμφωνία που με βόλευε. Εγώ, σαν πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας… πού ξανακούστηκε αυτό; Κι όμως… το βιβλίο και το πρόσωπό μου πρωταγωνιστούσαν σε κάθε αφίσα, σε κάθε βιβλιοπωλείο. Το μυθιστόρημά μου θεωρήθηκε επανάσταση. Ο τρόπος γραφής, τα γεγονότα, οι ανατροπές… όλοι με κοιτούσαν με δέος. Κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει πως κάτι τόσο τέλειο θα μπορούσε να έχε γραφτεί από κάποιον κοινό θνητό και ειδικά από έναν άνθρωπο που έπασχε από πολύ προχωρημένο στάδιο δυσλεξίας. Μία τρέλα κυρίευσε τους ανθρώπους που εκδηλώθηκε σε μία ταινία υπερπαραγωγή που έσπασε τα ταμεία όλων των εποχών (ειρωνεία να χρησιμοποιώ τέτοια έκφραση με την δύναμη που κατείχα, δεν νομίζετε;) και μετά ακολούθησαν μπλουζάκια, κουκλάκια, παιχνίδια, μπρελόκ, σελιδοδείκτες και ένα σωρό άλλα άχρηστα πράγματα. Κι εγώ είχα λεφτά. Πολλά λεφτά. Μα πάνω από όλα είχα δόξα. Όλοι ήξεραν το όνομά μου και γελούσα να βλέπω στον δρόμο όλους εκείνους, που κάποτε με περιφρονούσαν, να ντρέπονται να με κοιτάξουν στα μάτια. Ο κόσμος ένιωθα να μου ανήκει. Όλοι περίμεναν από εμένα την επόμενη ιστορία που θα τους ανέτρεπε τα δεδομένα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Είμαι στο άνθος της ηλικίας μου. Είμαι μόνο τριάντα πέντε χρονών και έχω κολλήσει σε αυτή την αναθεματισμένη χρονολογία του 2049 όπου τα πάντα είναι καθαρά και το φεγγάρι, μας έχει πλησιάσει επικίνδυνα. Πέντε ολόκληρα χρόνια κάθομαι απέναντί του και τον κοιτάζω. Πέντε ολόκληρα χρόνια πιστεύουν πως είμαι γιος του καθώς μοιάζουμε σαν δύο σταγόνες νερό. Φυσιολογικό είναι άλλωστε. Αυτό που δεν είναι φυσιολογικό είναι πώς αυτός ο παλιόγερος, που να τον πάρει ο διάβολος, δεν κατάλαβε πως ό,τι είχα σκοπό να κάνω θα μας έβγαινε σε καλό. Εξαιτίας του βρισκόμαστε σε αυτή την κατάσταση. Αν τον ευχαριστούσε θα μπορούσε να μείνει, αυτός, εδώ μέχρι να ψοφήσει από αυτό που προκάλεσε ο ίδιος στον εαυτό του. Εγώ όμως ήθελα να ήμουν πίσω στην χρονιά μου και να απολαμβάνω τις χαρές της ζωής μου. Τώρα βέβαια θα θέλετε να μάθετε τι ακριβώς έχει συμβεί και βρίσκομαι εδώ. Θα σας πω. Όσα μπορώ να θυμηθώ όμως καθώς από το πολύ ποτό αρχίζω και ξεχνάω. Και δεν μου φτάνει ο πόνος που προσπαθώ να πνίξω, έχω και αυτόν τον ξερόλα τρελόγερο απέναντί μου να προσπαθεί να με συνεφέρει κάθε φορά που γίνομαι λιώμα. Εγώ πίνω… το δικό του συκώτι πονάει. Δεν έζησες την ζωή σου άνθρωπέ μου; Τι θέλεις τώρα και ασχολείσαι μαζί μου; Τέλος πάντων…
Ήμουν πια διάσημος. Το μυθιστόρημά μου είχε αλλάξει τον τρόπο που έβλεπαν οι άνθρωποι εμένα μα και τη λογοτεχνία την ίδια. Όσοι δεν διάβαζαν, ξεκίνησαν, και όσοι διάβαζαν κάτι άλλο το σταματούσαν για να ξεκινήσουν το δικό μου. Βρισκόμουν για μήνες ολόκληρους στην πρώτη θέση των δημοφιλέστερων συγγραφέων παγκοσμίως. Ένιωσα την καριέρα μου να κάνει ΜΠΑΜ, να εκτοξεύεται σαν ηφαιστειακή λάβα και να φτάνει μέχρι τον ουρανό. Μα ό,τι ανεβαίνει κάποια στιγμή πέφτει. Και η λάβα κάποια στιγμή έπαψε να κυλά καθώς με το πέρασμα του χρόνου πέτρωσε και ακινητοποιήθηκε. Αυτή είναι οι νόμοι της φύσης. Σκληροί και αδυσώπητοι. Χωρίς ίχνος ελέους για έναν άνθρωπο σαν εμένα με προβλήματα αυτοπεποίθησης. Έπρεπε να συνεχίσω να παλεύω για αυτό που αγαπούσα περισσότερο από όλα. Τη συγγραφή. Μοναδική επιλογή… η σφαίρα του χρόνου. Έτσι μπήκα ξανά. Όχι πως δυσκολεύτηκα δηλαδή. Αργά ή γρήγορα θα γινόταν κι αυτό αν ήθελα κι άλλη δόξα. Και ξέρετε πως το χρήμα πολλοί εμίσησαν, την δόξα ουδείς. Ή μήπως ανάποδα. Δεν θυμάμαι. Το μυαλό μου έχει θολώσει από το αλκοόλ. Όπως και να’ χει όμως… καταλάβατε τι θέλω να πω γι’ αυτό, ας συνεχίσω…
Προορισμός αυτή τη φορά, το κοντινό μέλλον. Ίσως πέντε με έξι χρόνια. Αυτό πιστεύω ήταν και ένα καλό διάστημα μιας και για να γράψει κάποιος ένα μυθιστόρημα, δεν θα του πάρει πάνω από δύο με τρία χρόνια μάξιμουμ. Οπότε ήμουν ασφαλής. Δεν κινδύνευα να βγει κάποιος και να πει… «Έι… εσύ μου έκλεψες την ιδέα, τις σημειώσεις, κάτι…» δεν ξέρω. Έτσι το ταξίδι ξεκίνησε για άλλη μία φορά. Αυτή τη φορά βρέθηκα στο 2020. Εδώ τα πράγματα ήταν πιο απλά. Απλά μπήκα μέσα σε ένα βιβλιοπωλείο και άρχισα να ψάχνω με τις ώρες. Σαφώς και βρήκα βιβλία που ήδη υπήρχαν και πίσω στο 2014 όπως του συναδέλφου μου Stephen King μεταξύ πολλών άλλων. Όμως εγώ κοιτούσα κάτι νέο. Κάτι δυνατό που σίγουρα θα μου εξασφάλιζε κι άλλη δόξα. Και το είδα. Το είχα δει από την αρχή, πάνω στο σταν που το είχαν στοιβάξει παρέα με τα υπόλοιπα αντίτυπά του. Ήθελα όμως να εξαντλήσω κάθε περιθώρια για να μην κάνω λάθος. Ακόμη θυμάμαι τον τίτλο του. Ικχθίλιον. Ήταν ένα βιβλίο επικής φαντασίας που είχε μεταφερθεί στον κινηματογράφο σπάζοντας όλα τα ταμεία. Αυτή ήταν μία σίγουρη συνταγή για εμένα. Το αγόρασα λοιπόν χωρίς πολλά-πολλά. Χωρίς αίματα και φωνές. Χωρίς άσκοπα τρεξίματα και τσακωμούς. Απλά πλήρωσα στο ταμείο το ευτελές ποσό και κατευθύνθηκα στο παρκαρισμένο μου όχημα. Όπως το άφησα. Για κάποιον λόγο που δεν μπορούσα να αντιληφθώ, κανείς δεν πλησίαζε το εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο. Αυτό με ηρεμούσε πάρα πολύ. Πού θα μπορούσα άλλωστε να εμπιστευτώ κάτι τόσο μεγάλο; Πουθενά. Πολλές φορές σκέφτομαι μήπως κάποιος το ανακαλύψει και θελήσει να μου το πάρει. Θα τον σκότωνα με τα ίδια μου τα χέρια. Δεν θα δίσταζα ό,τι κι αν γινόταν. Αυτό το μυστικό θα έμενε μαζί μου. Κι αν δεν το είχα εγώ, δεν θα το είχε ποτέ κανένας. Ήμουν αποφασισμένος…
Γύρισα πίσω στο 2014. Ο χρόνος έφτανε στο τέλος του κι εγώ ένιωθα ξεχασμένος. Ήμουν ξεχασμένος. Δεν υπήρχα πια ούτε στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων παρά μόνο σε κάποια ράφια στο βάθος. Είχαν έρθει νέοι συγγραφείς να πληρώσουν για την δουλειά τους και να προωθηθούν. Οι ανόητοι. Όχι όσο υπήρχα εγώ. Αυτό δεν θα το επέτρεπα.
Την επόμενη μέρα, πρωί-πρωί, μίλησα με τον εκδοτικό μου οίκο. Με μεγάλη του χαρά δέχτηκε να το εκδώσει. Φυσικά… σε ένα μεγάλο όνομα σαν το δικό μου, το να δεχτεί να το προωθήσει άνευ όρων ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει. Σίγουρα πράγματα. Εξασφαλισμένη επιτυχία. Όταν τηλεφώνησα δεν το είχα καν περάσει στον υπολογιστή μου για να του το στείλω σε ηλεκτρονικό αρχείο. Ένιωθα πως δεν είχα τον απαιτούμενο χρόνο. Με συναντούσαν στον δρόμο οι αναγνώστες και μου έλεγαν…
-«Περιμένουμε με αγωνία το επόμενό σας βιβλίο κύριε Στίβεν!» Ωωω… ναι!!! Τι ηδονή!!!
Πήρα το έντυπο και το πήγα στο κοντινότερο βιβλιοπωλείο.
-«Έχεις ψαλίδι βιβλίων;» τον ρώτησα αγχωμένος.
-«Έχω…» μου απάντησε ξαφνιασμένος. Ήξερε ποιος ήμουν. Το κατάλαβα από τον τρόπο που με κοίταξε. Σίγουρα θα ένιωθε πολύ θαυμασμό εκείνη τη στιγμή. Δεν έρχεται και κάθε μέρα στο μαγαζί σου κάποιος που θεωρείται ογκόλιθος της λογοτεχνίας. «Πώς θα μπορούσα να σας εξυπηρετήσω…;» με ρώτησε.
-«Πάρε αυτό το βιβλίο και κόψε κεφαλίδα και υποσέλιδο.» χωρίς δεύτερη κουβέντα το έπιασε στα χέρια του και εστίασε στο εξώφυλλο. «ΜΗΝ ΤΟ ΚΟΙΤΑΣ ΡΕ!!!» του φώναξα με όλη μου τη δύναμη. Τι ανόητος που ήμουν. Φοβήθηκα μήπως είδε τα στοιχεία που αναγράφονταν στο εξώφυλλο. Από την βιασύνη μου ξέχασα να τα ξηλώσω. «Δώσε μού το ΑΜΕΣΩΣ.» κυριολεκτικά τον διέταξα. Έτρεμα από τα νεύρα μου κι εκείνος τινάχτηκε. Παραλίγο να του πέσει κάτω. «Πρόσεχε ΒΛΑΚΑ…» ούρλιαξα. Είχα βγει εκτός εαυτού. Είχα αρχίσει να τρελαίνομαι και όσο περνούσε ο καιρός το ένιωθα όλο και πιο πολύ. Μόλις το έπιασα στα χέρια μου, έσκισα με θυμό το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο. Του το έδωσα ξανά όσην ώρα έκανα κομμάτια τα δύο μικρά ιλουστρασιόν ανάγλυφα χαρτόνια. Τα στοιχεία όμως φαίνονταν και στην ράχη. Αυτήν δεν μπορούσα να την αφαιρέσω με τα χέρια. Ποιος ήμουν άλλωστε; Σχεδόν του το πέταξα στην μούρη. «Όπως σου είπα… κόψε κεφαλίδα, υποσέλιδο και ράχη και βάλε ό,τι περισσέψει σε μια σακούλα να την πάρω μαζί μου.»
-«Μάλιστα…» ήταν το μόνο που απάντησε… το φίδι…
Αμέσως μου έδωσε το σώμα του βιβλίου σε χαρτιά και δεν υπήρχαν πουθενά στοιχεία που να αποδείκνυαν πως αυτό το μυθιστόρημα ανήκε σε κάποιον άλλον.
-«Τι σου χρωστάω…;» ρώτησα… από ευγένεια. Ο άξεστος υπάλληλος έσκυψε το κεφάλι και έμοιαζε να σκέφτεται τη σωστή απάντηση λες και βρισκόμασταν στο τηλεπαιχνίδι «Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος». Λυπάμαι φίλε μου. Έχασες. Μόλις βγήκες εκτός χρόνου, σκέφτηκα και είπα δυνατά… «Είχες την τιμή να με υποδεχτείς στο μαγαζάκι σου φίλε. Αυτή είναι η μοναδική πληρωμή που θα μπορούσα να σου δώσω. Τι με κοιτάς σαν χάνος…;» έφυγα. Με πιάνει αλλεργία στους βλαμμένους. Μόλις βγήκα από αυτή την τρύπα πήρα το αυτοκίνητό μου και κατευθύνθηκα μέχρι τον εκδοτικό οίκο. Δεν περίμενα συστάσεις και τα σχετικά. Αμέσως προχώρησα στο γραφείο του προέδρου. Με υποδέχτηκε με ανοικτές αγκάλες. Το βαρύ του πυροβολικό μόλις είχε μπει στον χώρο.
-«Σου παραδίδω αυτό…»
-«Τι είναι αυτό…;»
-«Αυτό είναι το επόμενο best seller, το επόμενο blockbuster ή πες το όπως αλλιώς θέλεις. Από αυτό όμως θα βγάλεις λεφτά. Πολλά λεφτά!»
-«Το περίμενα σε ηλεκτρονική μορφή τουλάχιστον.» σήκωσε τα χέρια και τους ώμους του δήθεν πως τον φόρτωσα με δουλειά παραπάνω από αυτή που ήταν διατεθειμένος να κάνει.
-«Αν δεν σ’ αρέσει το πάω αλλού.» και το έπιασα ξανά στα χέρια μου.
-«Όπα, εντάξει. Άστο κάτω…» έτσι, να φοβάσαι… ήθελα να του πω αλλά είπα να δώσω τόπο στην οργή. Αντί αυτού αρκέστηκα στο…
-«Το περιμένω να κυκλοφορήσει το συντομότερο δυνατόν…» έκανε να μιλήσει μα δεν το έκανε. «Για το καλό σου…» είπα.
Και όπως είχαμε συμφωνήσει το βιβλίο κυκλοφόρησε άμεσα. Σε λιγότερο από ένα μήνα το όνομά μου φιγουράριζε στις βιτρίνες των μεγαλύτερων βιβλιοπωλείων. Φλας, συνεντεύξεις, παρουσιάσεις. Όλη η δόξα και η αναγνώριση που αναζητούσα. Ένα χρόνο μετά αφού ξεπέρασε σε πωλήσεις κάθε προηγούμενο γυρίστηκε και ταινία. Όλοι έπιναν νερό στο όνομά μου. Και περίμεναν πώς και πώς τα επόμενα έργα μου. Τζίφος. Όσες φορές έκατσα να γράψω δεν μπορούσα να γράψω παραπάνω από μία με δύο παραγράφους. Και ανάθεμα αν στο τέλος τους, έβγαζα κι εγώ ο ίδιος νόημα. Τι απογοήτευση… άραγε θα απαλλασσόμουν ποτέ από αυτή την κατάρα; Ίσως για εσάς να μην είναι κάτι το ιδιαίτερο μα για εμένα που η γραφή και η συγγραφή μέσα από αυτή ήταν το παν, μου καταρράκωνε την ψυχολογία. Θα χάριζα όλα μου τα χρήματα, και ήταν πολλά, αν κάποιος μπορούσε να με θεραπεύσει. Μέχρι τότε όμως πίστευα πως θα πέθαινα με αυτό. Πού να ήξερα πως αργότερα θα γιατρευόταν αυτό το ανίατο πρόβλημα;
Έτσι όπως άνοιξε ο κύκλος για το νέο βιβλίο που έφερα από το μέλλον, έτσι κι έκλεισε. Με την πάροδο του χρόνου ξεχάστηκα για άλλη μία φορά όπως θα ξεχνιόμουν μέχρι να φέρω το επόμενο. Και το έκανα. Μπήκα μέσα στη μαγική, ευλογημένη, αυτή σφαίρα του χρόνου, ή χρονοκάμπτη όπως την έλεγα καμιά φορά και προγραμμάτισα την κονσόλα για ένα σύντομο ταξιδάκι μέχρι το 2021 αυτή τη φορά. Η διαδικασία ίδια και γνωστή σαν την τελευταία φορά. Μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου βρισκόμουν πάλι πίσω. Στο τέλος του 2015 αυτή τη φορά. Στα χέρια μου κρατούσα τον Σκοτεινό Άντρα. Κάποιος που δεν τον είχε σκεφτεί καν θα τον έκλαιγε στο μακρινό μέλλον. Ή πάλι, μπορεί και όχι. Απλά όταν θα του ερχόταν η έμπνευση για το συγκεκριμένο βιβλίο, εκείνη τη στιγμή της σύλληψης της ιδέας, θα έβλεπε πως η ιδέα του έχει ήδη κυκλοφορήσει. Αν βέβαια δεν το ήξερε ήδη από πριν. Πράγμα που το βρίσκω πιο πιθανό. Με συνοπτικές διαδικασίες ακολούθησα την πεπατημένη. Το βιβλίο εκδόθηκε και εγώ για άλλη μία φορά έκατσα στον θρόνο της λογοτεχνίας. Στην κορυφή της πυραμίδας έχοντας από κάτω πλήθος πιστών να με προσκυνάει.
Αυτή τη φορά όμως δεν περίμενα να ξεφτίσω με το πέρασμα του χρόνου. Πριν έρθει ο κατήφορος και με βρει αποφάσισα να μπω ξανά στον χρονοκάμπτη και αυτή τη φορά να κάνω ένα λίγο πιο μακρινό ταξιδάκι ακολουθώντας το ένστικτό μου. Μπήκα μέσα, ρύθμισα τις συντεταγμένες και έσπρωξα τον μοχλό μπροστά. Ηλεκτρικά κύματα άρχισαν να διαπερνούν το κορμί του κήτους που τα έβλεπα να χάνονται στο άπειρο κενό που βρισκόταν ολόγυρά μου. Είχα την απορία, αν άνοιγα την πόρτα και έβγαζα το χέρι μου έξω… άραγε το πέρασμα του χρόνου θα το κατασπάραζε σαν κοπάδι από πεινασμένα πιράνχας; Μετά την απώλεια του μικρού μου δακτύλου δεν ένιωθα την ανάγκη να κάνω άλλα πειράματα όμως. Κοίταξα το ρολόι της κονσόλας και έγραφε 2044. Αυτή μου φαινόταν καλή εποχή για να σταματήσω. Πάνω που ετοιμαζόμουν να πατήσω το κουμπί ένα δυνατός θόρυβος συνοδευόμενος από ένα δυνατό τράνταγμα έκανε το χέρι μου να πιέσει τον μοχλό ακόμη πιο πολύ μέχρι που η οθόνη έδειξε 2049 αν και δεν θυμάμαι το μήνα παρόλο που η κονσόλα είχε ενδείξεις μέχρι και για τα κλάσματα των κλασμάτων του δευτερολέπτου. Δεν βαριέσαι… σκέφτηκα. Καλά είναι κι εδώ. Ας κατέβω να δω τι παίζει. Τότε σα σφαίρα πέρασε μέσα από το μυαλό μου μία σκέψη πως το μηχάνημα αυτό ίσως και να είχε φτιαχτεί για στρατιωτικούς σκοπούς. Ακόμη κι έτσι να ήταν… αδιαφόρησα. Τώρα το είχα εγώ και εκπλήρωνα τις επιθυμίες μου. Βγαίνοντας από το μηχάνημα πρόσεξα πολλές και μεγάλες αλλαγές. Καταρχήν το ερειπωμένο εργοστάσιο δεν υπήρχε πλέον εκεί. Ίσως αυτό να ήταν και το δυνατό κούνημα που ένιωσα. Οι υπόθεσή μου επιβεβαιωνόταν από τα ανακατεμένα μπάζα σε ύψος λεωφορείου που φώλιαζαν εκεί που κάποτε βρίσκονταν τόνοι από σίδερο ριγμένοι στο πάτωμα. Αυτό δεν με εμπόδισε να βγω έξω με ευκολία. Τον δρόμο τον ήξερα. Αυτός δεν είχε αλλάξει και πολύ πέρα από το ότι είχαν ανακαινίσει όλα τα πεζοδρόμια και είχαν βάλει αρκετά σιντριβάνια. Οθόνες 3D υψηλής ευκρίνειας είχαν τοποθετηθεί σε κάθε γωνία και πρόβαλαν διαφημίσεις από προϊόντα άγνωστα στην εποχή μου. Έσπευσα για το βιβλιοπωλείο που είχα πάρει τα προηγούμενα μυθιστορήματα. Είχε κλείσει. Τι περίμεναν δηλαδή πως με τόσο βλάκα υπάλληλο θα επιβίωναν παραπάνω; Μάλλον πήραν ό,τι τους άξιζε τελικά. Το επόμενο βιβλιοπωλείο απείχε αρκετά χιλιόμετρα πιο πέρα και ήταν και λίγο ανηφορικός ο δρόμος… καλύτερα να επισκεπτόμουν το ίδιο βιβλιοπωλείο λίγα χρόνια νωρίτερα όμως. Εντωμεταξύ πλησίασα την κλειδαμπαρωμένη πόρτα του καταστήματος και προσπάθησα να την σπρώξω. Ακόμη υπήρχε μέσα εμπόρευμα και φαινόταν άθικτο πέρα από την σκόνη που είχαν πάνω τους. Η πόρτα είχε φρακάρει από τους λογαριασμούς και τις εφημερίδες που είχαν χώσει αποκάτω. Κοίταξα και είδα παλιές φυλλάδες να έχουν παραδοθεί στο πέρασμα του χρόνου και πάνω από όλες βρισκόταν και μία φρέσκια.
-«Για δες… αυτή είναι σημερινή…!!!» αναφώνησα. Ένιωσα σα να βρήκα κάτι από την χαμένη μου πατρίδα. Μόνο που δεν είχε χαθεί μα ήταν μπροστά μερικά χρόνια. Άραγε οι άνθρωποι θα με θυμόντουσαν τώρα πια; Γύρισε και τους κοίταξε που τον προσπερνούσαν αδιάφορα. Εντάξει. Πήρα την απάντησή μου. Ήθελα όμως πριν φύγω και επισκεφτώ το 2044 να ρίξω μία τελευταία πεταχτή ματιά σε αυτή την παλιοφυλλάδα που μόνο παλιοφυλλάδα δεν ήταν. Ήταν ένα μεγάλο χαρτί που δίπλωνε όπως η εφημερίδα μα δεν είχε μελάνι. Ήταν ενσωματωμένες μικρές εύκαμπτες οθόνες που έδειχναν όχι μόνο κείμενα μα και βίντεο με τα γεγονότα. Ήταν διαδραστική. Κρατούσα το μέλλον στα χέρια μου. Δεν ήξερα πώς να την χειριστώ μα ήταν τόσο εύκολη όσο το να γυρίζεις τα κιτρινισμένα φύλλα της απλής εφημερίδας. Μόλις άγγιξα το κέντρο οι οθόνες ενεργοποιηθήκαν προβάλλοντας το προκαθορισμένο κείμενο με τη συνοδεία του απαραίτητου βίντεο. Απλά φοβερό!!! Αφού σκάλισα λίγο τα θέματα άρχισα να κάνω ζάπινγκ. Το τι πληροφορίες έκρυβε μέσα της δεν λέγεται! Πολιτικά, γάμοι, κηδείες, πωλήσεις ακινήτων, προσωπικά δράματα, οικονομικά, ανεξήγητα μυστήρια. Έμεινα με το στόμα ανοικτό όταν διάβασα… «Αγνοούμενο Boeing 777 εμφανίστηκε σήμερα μέσα από ηλεκτρική καταιγίδα κοντά στο τρίγωνο των Βερμούδων. Κατά την προσγείωσή του έγιναν οι απαραίτητοι έλεγχοι για να διαπιστωθεί πότε και από ποιον πήρε την άδεια πτήσης καθώς δεν είχε καταγραφεί πουθενά η πορεία του. Μετά από μελέτες που έγιναν στο άγνωστο αυτό αεροπλάνο οι ειδικοί κατέληξαν στο συμπέρασμα πως επρόκειτο για το εξαφανισμένο Boeing 777 του Μαρτίου από το μακρινό 2014. Συγκλονισμένοι οι επιβάτες δεν θυμούνται τίποτα από την μοιραία πτήση καθώς ανέφεραν πως το αεροπλάνο έπεσε μέσα σε ηλεκτρική καταιγίδα όταν βρίσκονταν στον Ινδικό Ωκεανό και μόλις βγήκαν βρισκόντουσαν Νότια του τριγώνου των Βερμούδων όπου και πραγματοποίησε αναγκαστική προσγείωση. Όλοι οι επιβάτες χαίρουν άκρας σωματικής υγείας μα όχι και ψυχικής καθώς οι περισσότεροι σοκαρίστηκαν όταν έμαθαν τι ακριβώς έχει συμβεί.» Πώωωω!!!! Αναφώνησα. Αυτό κι αν ήταν είδηση! Τι λέτε κι εσείς; Είπα μετά να κοιτάξω και για άλλα τέτοια περίεργα μα τίποτα δεν με συγκίνησε όσο το αγνοούμενο αεροπλάνο. Λίγο παρακάτω έγραφε για μία ανεξήγητη δολοφονία που έκανε ακόμη και τους καλύτερους εγκληματολόγους να σηκώνουν τα χέρια ψηλά. Δύο νεκροί με θύμα και θύτη το ίδιο πρόσωπο ανέφερε. Κάνας τρελός, σκέφτηκα, που αυτοκτόνησε. Ας πρόσεχε. Πού είναι το περίεργο σε αυτό; Συνέχισα να χάνω τον χρόνο μου κοιτώντας παρακάτω και άλλα διάφορα τέτοια κουφά που δεν έβγαζαν κανένα νόημα. Ποιος όμως δίνει σημασία σε χαζομάρες; Σε αυτή την εποχή μάλλον όλοι έχουν χαζέψει λίγο αφού δίνουν βάση σε ένα σωρό ανοησίες. Πολύ χασομέρισσα τώρα πρέπει να πηγαίνω, είπα στον εαυτό μου προσπαθώντας να ξεκολλήσω από αυτό το νέο gadget. Θυμόμουν την πρώτη μου φορά σε υπολογιστή. Είχα κολλήσει με τις ώρες. Αυτό ήταν πολύ καλύτερο. Έφυγα μα όχι με άδεια χέρια. Την τύλιξα και την έβαλα μέσα στο το παλτό μου. Θα παρουσίαζα και αυτή ως δική μου ιδέα και τότε δεν θα με έπιανε κανείς. Απείχα χιλιάδες χιλιόμετρα μπροστά από όλους. Προχώρησα μέχρι τη σφαίρα του χρόνου και μπήκα μέσα. Πίσω μου έκλεισα την πόρτα και πάτησα τα κατάλληλα κουμπιά. Μέχρι να πεις «κύμινο» βρισκόμουν πίσω στο 2044. Δεν περίμενα να μου το δείξουν οι οθόνες του οχήματός μου. Το ίδιο τράνταγμα πάλι με έκανε να χτυπήσω στα εσωτερικά πλαϊνά τοιχώματα. Εκεί πάτησα το κόκκινο κουμπί και η μηχανή του θείου αυτού δώρου σταμάτησε να γουργουρίζει. Η πόρτα άνοιξε και ο ίδιος πυκνός καπνός θόλωσε την όρασή μου ακόμη μία φορά. Μόλις καταλάγιασε λίγο είδα την στέγη αυτού του εργοστασίου να κρέμεται έτοιμη να με καταπλακώσει. Είπα να πάρω το ρίσκο. Πίστευα πως λίγες μέρες θα άντεχε ακόμη. Και ξέρετε κάτι; Δεν είχα άδικο. Θυμάμαι πως με την άκρη του ματιού μου είδα την ημερομηνία όταν έκανε το έντονο ταρακούνημα. Και ναι, ήταν λίγες μέρες μετά. Μέχρι τότε δεν είχα παρά να πάω μία βόλτα από το βιβλιοπωλείο καθώς ήμουν σίγουρος πως θα το έβρισκα στην θέση του. Βγήκα στον δρόμο κάνοντας όλους εκείνους τους ελιγμούς για να αποφύγω τα παλιοσίδερα μέχρι που βρέθηκα στον κεντρικό δρόμο. Για κάποιο λόγο, που ακόμη δεν είχα καταλάβει, η σφαίρα με μετέφερε πάντα σε βραδινή ώρα. Αυτό με βόλευε κιόλας, δεν παραπονιέμαι. Το βράδυ μπορείς να δεις πολύ πιο λίγα. Κοίταξα το ρολόι και ίσα που προλάβαινα να κάνω κάποια αγορά. Άρχισα να τρέχω βλέποντας από μακριά αυτόν τον αντιπαθητικό υπάλληλο, που επί της ουσίας δεν μου είχε κάνει πρακτικά τίποτα, να ξεκινάει τις διαδικασίες για το κλείσιμο. Είχε ήδη κατεβάσει το εσωτερικό ρολό της πρώτης βιτρίνας. «Σταμάτα ρε ηλίθιε…» φώναξα μα η φωνή μου αντέκρουσε στις κλειστές τζαμαρίες. Εκείνος σήκωσε το κεφάλι και φαντάζομαι θα είδε έναν λογοτεχνικό θρύλο να τρέχει προς το μέρος του. Έφτασα απέξω και έσπρωξα με δύναμη την τζαμένια πόρτα. Τον κοίταξα που με κάρφωσε με τα μάτια του.
-«Εσείς…» είπε αυθόρμητα. Χα! Με αναγνώρισε. Με είδε. Αυτό σημαίνει πως ακόμη όλοι με θυμούνται. Βέβαια ο χρόνος τους έχει προσθέσει αρκετές ρυτίδες στο πρόσωπο αλλά πώς να το κάνουμε. Δεν είμαστε όλοι ίσα κι όμοια. Μέχρι που τελείωσε την πρότασή του και κατάλαβα τι ήθελε να πει. «Σας θυμάμαι. Είχατε έρθει κάποτε στο μαγαζί για να σας κάνω το κόψιμο ενός βιβλίου. Πώς τα καταφέρατε και δεν γεράσατε ούτε μία μέρα…;»
-«Καλά γονίδια μικρέ. Καλά γονίδια…» κατά τα άλλα με κοίταζε με άγνοια. Μα τι διάολο; Δεν ήξερε ποιος ήμουν; Τι έχω προσφέρει όλα αυτά τα χρόνια στην ζωή μου; Όπως και να’ χει δεν ασχολήθηκα άλλο με αυτό. Σκορπίστηκα στους λιγοστούς διαδρόμους και άρχισα να αναζητώ το επόμενό μου best seller. Δεν έβρισκα τίποτα το αξιόλογο και έτσι συνέχισα να περιφέρομαι αδιάφορα ανάμεσα στα ράφια.
-«Αν μου πείτε τι ψάχνετε, τότε ίσως μπορέσω να σας βοηθήσω…» τον άκουσα να λέει. Είπα να του δώσω μία ευκαιρία. Άλλωστε δεν έφταιγε αυτός που γεννήθηκε μαλάκας. Με πιάνουν γέλια όποτε το σκέφτομαι. Είχε κάτι αυτή του η φάτσα που με έκανε να μην μπορώ να σταματήσω να του τη λέω.
-«Τι ψάχνω…; Μα δεν είναι φανερό; Τη μεγαλύτερη επιτυχία ψάχνω…!» είπα και γούρλωσα τα μάτια μου σηκώνοντας τα χέρια στον αέρα.
-«Ναι, συγγνώμη. Μισό λεπτό…» απάντησε και κατευθύνθηκε στον ηλεκτρικό πίνακα για να σηκώσει μία ασφάλεια. Το εσωτερικό ρολό της πρώτης βιτρίνας άρχισε να σηκώνεται και πάλι και πατώντας ένα δεύτερο διακόπτη άναψε το φως. Έμεινα άφωνος από το θέαμα. Τα μάτια μου πλημύρισαν με δάκρυα ευτυχίας και άρχισαν να πνίγονται μέσα στα βλέφαρά μου. Σταγόνες κύλησαν και στα μάγουλα μου. Έμεινα προσηλωμένος και ακίνητος να κοιτάζω ασταμάτητα αυτή τη βιτρίνα. Παντού βρισκόντουσαν βιβλία με το όνομά μου. Αυτό ήξερα πως δεν το είχα γράψει εγώ, δεν το είχα κλέψει από κάποιο παράλληλο σύμπαν, κι όμως έστεκε μπροστά μου. Τι ήταν αυτό; Τι είχε γίνει; Διάβασα το εξώφυλλο. Η Κληρονομιά. Προσπαθούσα να καταλάβω τι είχε συμβεί. Το μυαλό μου όμως δεν μπορούσε να βρει κάποια λογική εξήγηση.
-«Τι είναι αυτό...;» ρώτησα επιφυλακτικά προσπαθώντας να κρύψω την υπέρμετρη χαρά που αισθανόμουν.
-«Πάρτε το και δεν θα χάσετε. Αυτό σας το εγγυώμαι.»
-«Αλήθεια…;»
-«Ναι, μα πού ζείτε; Αυτό είναι το τελευταίο βιβλίο του μεγαλύτερου συγγραφέα όλων των εποχών, κύριου Στίβεν Λορντ. Έχει γυριστεί σε ταινία κάνοντας τις μεγαλύτερες εισπράξεις όλων των εποχών ξεπερνώντας κατά πολύ τα προηγούμενα μυθιστορήματά του. »
-«Τον έχεις δει ποτέ σου αυτόν τον… Στίβεν;»
-«Ναι. Είναι ένας μεσήλικας άντρας, ο οποίος σας μοιάζει πάρα πολύ. Βέβαια, αυτός έχει άσπρα μαλλιά και όλα αυτά που έχουν οι άντρες την ηλικίας του.»
-«Εντάξει, κατάλαβα. Μη μου πεις άλλα. Λοιπόν… βρήκα τι θα αγοράσω…»
-«Σωστή επιλογή…» είπε ο νεαρός και τα μάτια του Στίβεν άρχισαν να δείχνουν μία συμπάθεια στο πρόσωπό του. Μετά από τόσα διθυραμβικά σχόλια, λογικό ήταν.
Ακόμη μία επιτυχία θρόνιαζε πάνω στις ανοικτές του παλάμες και ο Στίβεν χωρίς να χάσει χρόνο πήρε το βιβλίο στα χέρια του και άρχισε να τρέχει λαχανιασμένος, όχι από κούραση μα από ενθουσιασμό, πίσω στο παλιό εργοστάσιο που τον περίμενε η μηχανή του. Η καρδιά του πλέον χτυπούσε πολύ γρήγορα και ένιωσε πως έπρεπε να επιβραδύνει για να πάρει μία ανάσα. Τελικά σταμάτησε και έσκυψε ελαφρά τρίβοντας τα γόνατά του. Αυτή ήταν μία καλή ευκαιρία να ρίξει μια ματιά στο μακρινό μέλλον. Ένα δροσερό αεράκι φύσηξε στο πρόσωπό του κάνοντας τον να νιώσει την άνοιξη που μετέφερε όλες εκείνες τις όμορφες μυρωδιές από τα αρώματα των λουλουδιών ανακατεμένα με τα αρώματα δύο αιθέριων υπάρξεων που έτυχε να περνούν εκείνη τη στιγμή από κοντά του. Ο Στίβεν γύρισε το κεφάλι του παίρνοντας μία βαθιά ανάσα. Ήταν ακόμη παρθένος μα δεν το παραδεχόταν ούτε στον ίδιο του τον εαυτό. Δεν είχε βρει το θάρρος μέχρι εκείνη τη στιγμή να κάνει κάποιο βήμα καθώς θεωρούσε την οικογένειά του υπεύθυνη πως δεν του είχε δώσει τα εφόδια που χρειαζόταν για κάτι τέτοιο. Κάπως έτσι του καρφώθηκε το μικρόβιο με τη συγγραφή. Μία διέξοδος στα εφηβικά προβλήματα που τον ακολουθούσαν ακόμη και τώρα. «Με τόση δόξα… ποια θα μπορέσει να μου αντισταθεί πια; Παρακαλετές θα πέφτουν στα πόδια μου κι εγώ θα είμαι αυτός που θα επιλέγει ανάμεσα στις σκλάβες μου.» τα λόγια του ήταν γαργαριστά λες και γελούσε την ώρα που τα ξεστόμιζε. «Λίγα μόνο μέτρα με χωρίζουν από την επιτυχία μου Στίβεν…» μιλούσε στον εαυτό του χαζεύοντας δεξιά κι αριστερά. Σταμάτησε όμως όταν το μάτι του έπεσε σε κάποιες φωτεινές επιγραφές που είχαν στηθεί ακριβώς απέναντι από το ετοιμόρροπο εργοστάσιο. Ίσως λίγο αργά, μα συνειδητοποιήσει πως ο κόσμος, όχι μόνο δεν τον είχε ξεχάσει, αντιθέτως μάλιστα, είχε αναρτήσει αφίσες με το όνομά του και τα έργα του ξεκινώντας από το παλιότερο και τελειώνοντας σε αυτό που κρατούσε ακόμη φρέσκο στα χέρια του. όλα έγραφαν με μεγάλα γράμματα το όνομά του πάνω. Σταμάτησε για λίγο μπροστά τους και τους μίλησε σα να μπορούσαν να τον ακούσουν.
-«Με κάνετε τόσο υπερήφανο! Τι θα ήσασταν χωρίς εμένα;» πήρε μία βαθιά ανάσα και κοίταξε λίγο αδιάφορα τριγύρω. Έμεινε εκεί για λίγη ώρα ώσπου γύρισε προς το παλιό εργοστάσιο. Προχώρησε μέχρι να χαθεί μέσα στις σκιές. Η σφαίρα τον περίμενε υπομονετικά φαινομενικά αιωρούμενη πάνω στο άσπρο της σύννεφο λες και ήταν κάποιος θεός που ξεκουραζόταν. Γύρισε σα να επρόκειτο να χαιρετήσει έναν φίλο από μακριά για να ρίξει μία τελευταία ματιά στις αφίσες του. Σήκωσε το χέρι ως ένδειξη αντίου. Τώρα κοιτούσε την πόρτα και ετοιμαζόταν να σηκώσει το πόδι του για να επιβιβαστεί.
-«Μην το κάνεις αυτό…» ακούστηκε μία γνώριμη φωνή ακριβώς από πίσω του. «Πίστεψέ με… δεν θέλεις να το κάνεις αυτό.»
-«Και ποιος είσαι εσύ που…» γύρισε την ώρα που απαντούσε αυτά τα λόγια. Μόλις όμως είδε τον απρόσκλητο επισκέπτη του, σταμάτησε ακαριαία. Το σαγόνι του κρέμασε. Αν κρατούσε τσιγάρο στα χείλη σίγουρα θα του είχε πέσει κάτω. «Είσαι… εσύ…;» ρώτησε χωρίς να μπορεί να βγάλει λέξη σωστά μέσα από το στόμα του.
-«Δεν φαντάστηκες ούτε για μία στιγμή πως αυτό κάποτε θα γινόταν…;»
-«Πώς με βρήκες…;» ο Στίβεν κοίταζε μία γηραιότερη έκδοση του ίδιου του του εαυτού. Ο ίδιος ο Στίβεν στεκόταν μπροστά του τριάντα χρόνια μεγαλύτερος με τα χέρια στις φουσκωτές στέπες και με ένα πούρο στο στόμα.
-«Τα καταφέραμε Στίβεν. Επιτέλους τα καταφέραμε.» είπε εισπνέοντας μία βαθιά τζούρα καπνό. «Δεν μπορείς να φανταστείς τι άφησα στη μέση για να έρθω εδώ να σε συναντήσω.»
-«Πώς ήξερες…;»
-«Έχουν περάσει τριάντα χρόνια από τότε που εγώ ήμουν στην δική σου θέση, έτοιμος να επιβιβαστώ στην σφαίρα του χρόνου, και ένα άλλο εγώ μας, στην ηλικία που βρίσκομαι εγώ τώρα, με έπεισε να αφήσω αυτό το βιβλίο στην εποχή που ανήκει.» πλησίασε και άγγιξε το περίβλημα της σφαίρας με τρόπο που φανέρωνε νοσταλγία. «Η ιστορία επαναλαμβάνεται μικρέ, για αυτό… άσε κάτω το βιβλίο. Δεν το έχεις ανάγκη από εδώ και πέρα πια. Κοίταξέ με. Τα καταφέραμε Στίβεν. Αυτό το βιβλίο, που είναι το καλύτερο από όσα έχεις παρουσιάσει μέχρι στιγμής, είναι το καλύτερο που έχει γραφτεί ποτέ και το γράψαμε εμείς. Θυμάμαι πως όταν τότε γύρισα τελικά πίσω με άδεια χέρια ο θεός με φώτισε στέλνοντάς μου πραγματική φώτιση. Έγινε ένα είδους θαύμα. Μόνο έτσι μπορώ να το εξηγήσω καθώς οι ιδέες άρχισαν να φυτρώνουν στο μυαλό μου η μία μετά την άλλη και χωρίς σταματημό.»
-«Ακόμη κι έτσι να είναι, δεν ξέρω να γράφω. Πώς θα γράψω κάτι αξιόλογο ώστε να με πάρουν στα σοβαρά; Άλλωστε μετά από ο,τι έχω παρουσιάσει δεν θα μπορούσα να φανερώσω κάτι που ούτε ένα παιδί δεν θα έκανε τόσο άτσαλα.»
-«Ίσως να μην πρέπει να σου το πω αυτό και να είναι καλύτερα να σε αφήσω να το ανακαλύψεις μόνος σου, μα πρόκειται να γνωρίσεις την Μαίρη. Θα σε αγαπήσει για αυτό που πραγματικά είσαι και θα σε βοηθήσει να κάνεις αυτό που αγαπάς.»
-«Και ποια είναι αυτή η Μαίρη; Σίγουρα θα θέλει λίγη από την δόξα μου…»
-«Άραγε κι εγώ τόσο ανόητος ακουγόμουν…;» είπε χαμηλόφωνα και τον πλησίασε. «Η Μαίρη θα σε αγαπήσει για αυτό που πραγματικά είσαι και θα την αγαπήσεις κι εσύ. Μαζί θα βρείτε την κοινή σας πορεία. Και πίστεψέ με, αυτή η κοπέλα θα σε βοηθήσει όσο κανείς άλλος. Αυτό που παρέλειψα να πω και σου το άφησα για το τέλος είναι πως η Μαίρη είναι επιμελήτρια βιβλίων και αυτή θα είναι που θα αναλαμβάνει κάθε σου βιβλίο από εδώ και στο εξής.»
Ο νεαρότερος Στίβεν έσκυψε το κεφάλι. «Λες ψέματα…». Ο γηραιότερος ξαναπήρε τον λόγο.
-«Όχι Στίβεν. Δεν σου λέω ψέματα. Την νικήσαμε την καταραμένη την δυσλεξία. Ξέρεις κάτι; Το να είναι κάποιος δυσλεκτικός, δεν είναι τόσο σοβαρό και σπουδαίο τελικά. Στους περισσότερους δεν τους καίγεται καρφί. Αλλά για εμάς που ήταν τόσο σημαντικό…»
-«Σταμάτα…» είπε με θυμό ο νεαρός.
-«Αυτό που θέλω να σου πω είναι πως εγώ σε καταλαβαίνω. Μόνο εγώ… για αυτό σου λέω να με ακούσεις…»
-«Δεν… δεν ξέρω…» έτριβε το πρόσωπό του νευρικά.
-«Έχεις επιφυλάξεις; Δεν σε αδικώ. Κι εγώ ίσως αν δεν μου τα είχε πει κι εμένα ο τότε γηραιότερος εαυτός μου, να είχα κάνει το λάθος που ετοιμάζεσαι να κάνεις κι εσύ.»
Ο νεαρός Στίβεν ξεφύσησε. Έμοιαζε να δίνει μάχη με τον εσωτερικό του κόσμο.
-«Σε παρακαλώ…» ακούστηκε πάλι η γέρικη φωνή, «Μην κάνεις κάποιο λάθος. Άσε τα πράγματα όπως είναι και μόλις φτάσεις πίσω στον κόσμο σου κατέστρεψε τη μηχανή όπως έκανα κι εγώ.»
Ο νεαρός σήκωσε το κεφάλι του και με μάτια που μαρτυρούσαν θυμό κι αμφιβολία είπε δυνατά, «Ναι, όμως ξέρεις κάτι; Εσύ δεν είσαι εγώ…» και του έδωσε μία σπρωξιά ρίχνοντας τον στο χώμα. Ο νεότερος πήδηξε αμέσως μέσα στην κοιλιά της μηχανής και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Πληκτρολόγησε τις χρονικές συντεταγμένες στην κονσόλα και άκουσε τον κινητήρα που άρχισε να στροφάρει. Κοίταξε έξω από το τζάμι μα δεν είδε πουθενά τον γέρικο εαυτό του. Πίστεψε πως είχε φύγει καθώς βάση ηλικίας δεν είχε και πολλές ελπίδες απέναντί του. Υπολόγισε λάθος όμως. Ο γηραιότερος άνοιξε την πόρτα, αφού ήξερε πώς να το κάνει, και τον τράβηξε έξω πετώντας τον στο πάτωμα. Το βιβλίο έπεσε από τα χέρια του πάνω σε κάτι παλιοσίδερα. Οι δύο άντρες άρχισαν να ανταλλάσουν γροθιές χωρίς σημάδια υποχώρησης. Από μία τυχερή κίνηση ο γηραιότερος βρέθηκε κρατώντας τον υποταγμένο κάτω.
-«Δεν θα σε αφήσω να μου το κλέψεις… ποτέ. Είναι δικό μου.»
-«Δικό μας εννοείς…» απάντησε και ανακτώντας τις δυνάμεις του ανταπόδωσε μία δυνατή γροθιά στη μύτη. Αυτό έδωσε τέλος στη μάχη του και έτσι ο τριαντάχρονος σηκώθηκε να τρέξει στον χρονοκάμπτη πριν εξαφανιστεί. Και θα προλάβαινε αν το μεγαλύτερο εγώ του δεν τον έπιανε από το πόδι.
-«ΠΟΤΕ…» φώναξε κι ο γέρος την ώρα που είδαν την σφαίρα του χρόνου να χάνει την υλική της υπόσταση και να μεταμορφώνεται σε μία άυλη, φωτεινή μάζα καθώς μόριο-μόριο άρχισε να εξαφανίζεται αφήνοντας πίσω της μόνο έναν άσπρο καπνό στο σχήμα της ατράκτου.
-«ΟΧΙ…» φώναξε ο νεότερος σε κατάσταση παράκρουσης. Τα δυνατά γέλια του ηλικιωμένου, που ματωμένος προσπαθούσε να σηκωθεί, ήχησαν στ’ αυτιά του. «Θα σε σκοτώσω…» φώναξε έξαλλος καθώς το νεανικό του αίμα έβγαζε μέσα στις φλέβες του και τον πλησίασε βγάζοντας ένα μαχαίρι.
-«Μην το κάνεις. Κανονικά δεν έπρεπε να γίνει έτσι. Αν με σκοτώσεις αλλάζεις την ιστορία. Σκέψου. Θα πεθάνεις κι εσύ όταν φτάσεις στην ηλικία μου από τον ίδιο σου νεότερο εαυτό…»
-«Μέχρι τότε, έχουμε καιρό γέρο. Τουλάχιστον εγώ μπορώ να σκοτώσω εσένα, ενώ εσύ όχι γιατί αν το κάνεις αυτομάτως πεθαίνεις κι εσύ.» και τον πλησίασε απρόσεκτα σκύβοντας από πάνω του με το μαχαίρι προτεταμένο στο πρόσωπό του.
-«Τότε λυπάμαι μα κι εγώ δεν έχω άλλη επιλογή.» είπε γρήγορα ο γέρος και έβγαλε μέσα από την τσέπη του το ίδιο μαχαίρι, αν και τα σημάδια του χρόνου είχαν σκουρύνει την μεταλλική λεπίδα του, καθώς δεν περίμενε αυτή την αντίδραση από τον ίδιο του τον εαυτό. Και πριν προλάβει να κάνει τίποτα ο νέος, δέχτηκε μία μαχαιριά στα πλευρά. Ένας οξύς πόνος διαπέρασε και το γέρικο κορμί του ρίχνοντας και τους δύο σχεδόν λιπόθυμους ξανά κατάχαμα. Τώρα τα μάτια και των δύο αντρών στράφηκαν σε αυτό που τους άρεσε να κοιτούν περισσότερο από οτιδήποτε στον κόσμο. Στα βιβλία τους που ήταν αναρτημένα στις επιγραφές, του απέναντι τοίχου. Τραγελαφική και οξύμωρη κατάσταση ήταν όταν δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια του τριαντάχρονου και σπαστικά γέλια από τον γέρο όταν οι αναρτημένες αφίσες, εκεί που έγραφαν με μεγάλα γράμματα το όνομά τους, άρχισαν να αλλάζουν με αυτό ενός αγνώστου που δεν είχε δει ή ακούσει ποτέ κανείς τους. Το ένα μετά το άλλο βιβλίο, με την ίδια σειρά που τα είχε κλέψει, άρχισε να αλλάζει όνομα βυθίζοντάς τους όλο και πιο βαθιά στον λάκκο της ασημότητας.
-«Όχι… κοίτα τι έκανες…» ο ένας κατηγορούσε τον άλλον. «Κάποιος χρησιμοποιεί τη μηχανή μας…». Τουλάχιστον δεν είχαν ξεχαστεί τελείως. Η «Κληρονομιά» έστεκε στον τοίχο με τα μεγάλα γράμματα του δημιουργού της, να δεσπόζουν στο εξώφυλλο. Ήταν κι αυτό μία παρηγοριά αν εξαιρέσεις όλον αυτόν τον χρόνο που πήγε χαμένος στη δύνη του χρόνου.
-«Κόλλησα εδώ εξαιτίας σου…» τον κατηγόρησε ξανά ο μικρότερος.
-«Τουλάχιστον εγώ, έχω εδώ μία ζωή ακόμη να ζήσω.»
Και οι δύο πλέον ήταν ανήμποροι να κινηθούν παραμένοντας ξαπλωμένοι μέχρι να έρθει κάποιος να τους μεταφέρει στο πλησιέστερο νοσοκομειακό κέντρο. Και ήρθε. Όχι όμως από εκεί που τον περίμεναν. Μία μικρή καταιγίδα κεραυνών άρχισε να χτυπάει δεξιά και αριστερά ηλεκτρίζοντας το παλιό εργοστάσιο. Το σχήμα της σφαίρας φάνηκε να σχηματίζεται ξανά και να αποκτάει υλική υπόσταση. Τα λόγια τους τα είχε κλέψει ο δυνατός αέρας της άφιξης της μηχανής. Κοιτάχτηκαν στα μάτια βλέποντας πολύ πιο βαθιά ο ένας στην ψυχή του άλλου. Η σφαίρα σχηματίστηκε μπροστά τους στην αρχή σαν νερό που ήταν γεμισμένη με αέρα μέχρι αυτό το νερό να γίνει μαύρο και σκληρό ώσπου πήρε την τελική της μορφή. Η σφαίρα που τόσο λάτρεψαν στεκόταν στον ίδιο χρόνο πια μαζί τους. Γιατί στον ίδιο χώρο ήταν πάντα· απλά δεν την έβλεπαν. Η πόρτα άνοιξε και ο νεότερος Στίβεν προσπάθησε να σηκωθεί. Μάταια. Ο τραυματισμός του τον απέτρεψε. Ο γηραιότερος δεν προσπάθησε καν. Μία πυκνή ομίχλη ξεχύθηκε μέσα από το κήτος και ένα πόδι ξεπρόβαλε από μέσα. Άφωνοι κοιτούσαν και οι δύο προσπαθώντας να καταλάβουν ποιος ήταν ο απρόσκλητος επισκέπτης τους. Μόλις ο καπνός καταλάγιασε ένας νεαρός άντρας φανερώθηκε από μέσα.
-«Εσύ…» είπαν και οι δύο δυνατά. Ο νεαρός άντρας δεν απάντησε. Τους κοίταξε υποτιμητικά στα μάτια και έριξε μία ερευνητική ματιά στον χώρο. «Τι κάνεις εσύ εδώ… φύγε… πήγαινε πίσω… εκεί που ανήκεις… στο βιβλιοπωλείο σου…»
Ο κακόμοιρος βιβλιοπώλης που μόνο κακόμοιρος δεν ήταν πια προχώρησε μερικά μέτρα πιο πέρα και στάθηκε πάνω από το βιβλίο. Έσκασε ένα χαμόγελο που φανέρωνε δόντια κάτασπρα και επιμελημένα να μοιάζουν με των σταρ. Λένε πως ο βήχας και τα λεφτά δεν κρύβονται. Και αυτός δεν έβηχε. «Αυτό θα σας χρειαστεί…» είπε και έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του ένα χιλιοδόλλαρο. «Αυτό θα σας χρειαστεί… άλλωστε… τι είναι ένα χιλιοδόλλαρο για εμένα…;» Άνοιξε πάλι την εσωτερική τσέπη του πανάκριβου κοστουμιού του και έβγαλε έναν ολόχρυσο αναπτήρα στολισμένο με μικρά διαμάντια. Από την εξωτερική τσέπη έβγαλε ένα πούρο. «Χίλια δολάρια είναι κάτι λιγότερο από το πούρο μου. Ξέρεις τι είναι αυτό;» Τους το έδειξε… «Αυτός είναι ένας Μαύρος Δράκος…» Τώρα πια δεν έμοιαζε καθόλου με τον κακόμοιρο, βλάκα, καθυστερημένο πωλητή που έτρεμαν τα χέρια του από φόβο. «Τι αξία έχει να έχεις χρήματα αν δεν τα αξιοποιείς; Τώρα ποιος είναι ο ανόητος Στίβεν…;» Κανείς δεν απάντησε. «Να συνεχίσω λοιπόν…» και γύρισε δείχνοντας με υπηρηφάνεια τα έργα του που βρίσκονταν στημένα με το δικό του όνομα πια στην απέναντι μεριά του τοίχου. Το γέλιο του τους αηδίαζε τόσο πολύ μα βρίσκονταν πλέον ανήμποροι μπροστά του στα πρόθυρα του θανάτου. «Να σας κάνω μία υπόκλιση λοιπόν…» είπε και σοβάρεψε κατευθείαν. «Τι έχετε…; Δεν μπορώ να σας βλέπω στενοχωρημένους…» το ελαφρύ χαμόγελο μετατράπηκε σε ελαφρύ γέλιο. «Ξέρετε γιατί είμαι εδώ, ε; Δεν πιστεύατε στ’ αλήθεια πως θα άφηνα κάτι τέτοιο να πάει χαμένο…» και χωρίς να περιμένει απάντηση έσκυψε και έπιασε το βιβλίο που είχε αλλάξει την ιστορία της λογοτεχνίας στον κόσμο του φανταστικού.
-«Μην το πάρεις. Σε παρακαλώ…» είπε ο γέρος. «Είναι το μόνο που έχω…»
-«Λυπάμαι.» απευθύνθηκε στο νεαρό Στίβεν. «Αλλά εγώ δεν έχω κάποιο πρόβλημα με τα χρήματα. Απεναντίας, τα λατρεύω…» και πλησίασε την μαγική πύλη του χρόνου για να μπει και να ταξιδέψει μέσα της. Μέσα από τη σκοτεινή θέση, ένα γυναικείο χέρι ξεπρόβαλε κρατώντας ένα κρυστάλλινο ποτήρι με σαμπάνια. «Μισώ να ταξιδεύω μόνος…» ήταν η τελευταία του κουβέντα και μπήκε μέσα κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Η αντίστροφη διαδικασία ακολουθήθηκε και η μηχανή από κρύο παγωμένο μέταλλο που ήταν μετατράπηκε σε ζεστό υγρό στοιχείο που άρχισε να εξατμίζεται σιγά-σιγά αφήνοντας πίσω της ένα διάφανο πυκνό καπνό που εξαφανίστηκε με το πρώτο φύσημα.
Σαν προγραμματισμένα ρομπότ γύρισαν συγχρονισμένα αντικρίζοντας την τελευταία αφίσα που άρχισε κι αυτή να αλλάζει με τρόπο μαγικό φανερώνοντας το όνομα του βιβλιοπώλη μαζί με την φωτογραφία του. Λίγη ώρα αργότερα κάποιος περαστικός τους εντόπισε και κάλεσε τις πρώτες βοήθειες. Το χιλιάρικο έπιασε τόπο. Με αυτό κάλυψαν την ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή περίθαλψη και τους περίσσεψαν και μερικά ακόμη χρήματα για να καλύψουν τις ανάγκες των επόμενων ημερών. Το πρώτο πλήγμα ήταν όταν περαστικός που τους βρήκε μα και αργότερα στο νοσοκομείο δεν έδειχνε κανείς να τους γνωρίζει. Λες και κάποιος είχε διαγράψει τις μνήμες όλων. Αργότερα ο Στίβεν, ο μεγάλος, προσπάθησε να ζητήσει βοήθεια από τα οικία του πρόσωπα μα έβρισκε μοχάχα πόρτες κλειστές και μερικοί τον φοβέριζαν λέγοντας πως θα καλέσουν την αστυνομία. Έτσι άπορος κατέληξε να κοιμάται στα στενά σοκάκια όπου έβρισκε καταφύγιο μέσα σε κάποιο χαρτόκουτο μέχρι να τον διώξουν την άλλη μέρα οι οδοκαθαριστές ή κάποιο περίπολο της αστυνομίας. 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τα μαλλιά μου πια έχουν ασπρίσει. Πάνε πέντε ολόκληρα χρόνια κι εξακολουθεί να στέκεται απέναντί μου σαν σκιά σε μέρα δίχως ήλιο. Ο ανόητος. Έχει χάσει κι αυτός τα λογικά του. Τόσην ώρα τον βλέπω να μιλάει μόνος του. Ποιος ξέρει τι λέει; Μπορεί και την ιστορία της ζωής του. Όλοι τα έχουμε περάσει αυτά και αν κάτι έμαθα είναι πως όταν έρθει η στιγμή του ακατάπαυστου παραμιλητού τότε τα πράγματα δεν είναι καλά. Τον θεωρώ υπεύθυνο για ό,τι μας συνέβη. Βρισκόμαστε στο έτος 2049 και έχω να φάω τρεις ολόκληρες ημέρες. Πεινάω. Ή μάλλον όχι… λιμοκτονώ είναι η σωστή έκφραση. Οι αντοχές μου έχουν εξαντληθεί και τα όριά μου έχουν σπάσει προ πολλού. Δεν ξέρω πόσο ακόμη θα αντέξω. Αν θα είναι μήνες, μέρες ή ώρες… πολλές φορές σκέφτομαι να δώσω ένα τέρμα στο μαρτύριο που ζω εξαιτίας του. Τα περισσότερα βράδια που ξαπλώνω κάτω από τα χαρτόκουτα σκέφτομαι πως όλο αυτό είναι ένα κακό όνειρο και πως με τον ερχομό της αυριανής μέρας τα πάντα θα είναι μόνο μία ανάμνηση από κάποιον εφιάλτη. Μετά έρχομαι πάλι στα λογικά μου. Δεν μπορώ να με ξεγελάσω ούτε για μία και μόνη στιγμή. Η νεότερη κατά τριάντα ολόκληρα χρόνια, φάτσα μου, μου το θυμίζει κάθε λεπτό της ημέρας. Δεν μπορώ να τον κοιτάω. Τον σιχάθηκα. Κι αυτόν κι εμένα. Τα υπόλοιπα βράδια που το μυαλό μου είναι στην θέση του, κλείνω τα μάτια και εύχομαι στον θεό να μην με αξιώσει να δω άλλο χάραμα. Μα δεν με ακούει… γιατί; Ή μπορεί απλά να είναι ένας ψυχρός σαδιστής που του αρέσει να με βλέπει να πληρώνω την ματαιοδοξία μου με τον σκληρότερο τρόπο. Όπως και να’ χει δεν αντέχω άλλο πια. Είμαι αποφασισμένος να δώσω ένα τέλος στη μίζερη και άθλια ζωή μου. Προσπάθησα στο παρελθόν να δώσω ένα τέλος στο μαρτύριό μου… μάταια. Το παραδέχομαι. Είμαι ανίκανος να το κάνω. Προσπάθησα να κρατήσω την αναπνοή μου μέχρι να σκάσω, να βυθίσω το κεφάλι μου μέσα σε ένα βαρέλι με νερό και να πνιγώ. Ανέβηκα στην ψηλότερη ταράτσα… μα έχω υψοφοβία. Όλα τόσο μάταια. Την τελευταία στιγμή, εκείνο το κρίσιμο δευτερόλεπτο πάντα αποτραβιόμουν, έκανα πίσω, παρατείνοντας κι άλλο τον Γολγοθά μου. Αξιολύπητος. Τώρα πια ξέρω πως δεν μπορώ, δεν έχω τα κότσια να σκοτώσω τον ίδιο μου τον εαυτό. Όχι εμένα τουλάχιστον. Αυτόν όμως…;
Τα μάτια του γυάλισαν στην τελευταία του σκέψη και έβγαλε το παλιό μαχαίρι με τη σκουριασμένη λεπίδα. Άλλωστε όπως είπε κι αυτός… «Εσύ δεν είσαι εγώ…» θυμήθηκε τα λόγια του παραστρατημένου εαυτού του το βράδυ εκείνο που όρισε τις μοίρες τους.
-«Ναι… αυτόν θα μπορούσα να τον αποτελειώσω…» είπε και σηκώθηκε μέσα από το χάρτινο σπίτι του για να πλησιάσει το νεότερο ήμισυ όσην ώρα έδειχνε να μιλάει με τον αόρατο φίλο του…

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

[Απόκομμα εφημερίδας από την επόμενη μέρα…]
Ανεξιχνίαστο έγκλημα κάνει ακόμη και τους καλύτερους εγκληματολόγους να σηκώνουν τα χέρια ψηλά. Χτες το βράδυ στα συντρίμμια του εγκαταλελειμμένου εργοστασίου βρέθηκαν νεκροί δύο άποροι ζητιάνοι. Όλα δείχνουν πως πρόκειται για εγκληματική ενέργεια καθώς ο νεαρότερος άντρας βρέθηκε μαχαιρωμένος στο λαιμό από μία σκουριασμένη λεπίδα δεκαπέντε εκατοστών. Το παράδοξο της υπόθεσης είναι πως στον χώρο του εγκλήματος βρέθηκε ακόμη μία λεπίδα την οποία εξέτασαν οι ερευνητές και κατέληξαν στο συμπέρασμα πως πρόκειται για την ίδια λεπίδα. Όταν ρωτήσαμε τι ακριβώς εννοούσαν με τον όρο «ίδια λεπίδα…» μας ανέφεραν πως οι εργαστηριακές αναλύσεις οι οποίες έγιναν σε μοριακό επίπεδο απέδειξαν πως επρόκειτο για το ίδιο αντικείμενο με μερικά χρόνια διαφορά και όχι απλά από τον ίδιο κατασκευαστή με το ίδιο μοντέλο.
Απαντήσεις όμως σε αυτό το άλυτο, μέχρι στιγμής, μυστήριο ίσως να δώσει το κορμί του νεκρού ηλικιωμένου άντρα το οποίο φέρει πανομοιότυπο χτύπημα στο λαιμό. Τα πράγματα περιπλέχτηκαν ακόμη περισσότερο όταν οι εξετάσεις έδειξαν πως τα θύματα μοιράζονται τον ίδιο γενετικό κώδικα χωρίς ωστόσο να είναι δίδυμοι - πώς θα μπορούσε άλλωστε με τόσα χρόνια διαφορά; Οι ερευνητές αναφέρουν πως βάση των στοιχείων πρόκειται για τον ίδιο άνθρωπο σε διαφορετικό χρόνο αν και γνωρίζουν πως κάτι τέτοιο είναι, σαφώς, αδύνατο καθώς για να είναι αυτό εφικτό, θα έπρεπε ο άνθρωπος να είχε επιτύχει το πολυπόθητο ταξίδι στον χρόνο…

Τ Ε Λ Ο Σ

Copyright © All rights reserved Κωνσταντίνος Βαρδής, Αθήνα 2015

Σημειώσεις:
Οι εικόνες και φωτογραφίες που κοσμούν την ιστορία είναι επιλογές του συγγραφέα.

Περισσότερα από/για τον Κωνσταντίνο Βαρδή:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Τερέζα ΚουρούκληΧάρης ΒασιλάκοςΓιώργος ΓιαντάςΣτέλιος ΚανάκηςΣτέλιος ΜοίραςΈλσα ΜαγγανάρηΓιάννης Βεντούρας
Γεωργία ΚραββαρίτηΓιάννης ΦιλιππίδηςΚωνσταντίνα ΚαντζιούΠαναγιώτης ΝτούσκαςVal O' TeliΚαλλιόπη ΒελόνιαΠόλυ Μοσχοπούλου
Κερδίστε ως και πέντε μυθιστορήματαΧρυσούλα ΒακιρτζήΧρήστος ΠαπουτσήςΒαγγέλης ΜαργιωρήςΒασίλης ΤσικάραςΜαρία ΙατρίδηΘεόφιλος Γιαννόπουλος