Το Πρώτο μου Botox

του Κωνσταντίνου Ιωακειμίδη

Εξαιρετικά αφιερωμένο στο αγαπημένο μου κουκιδάκι και στους αναγνώστες του
Το ιδανικό σκηνικό για έναν celebrity-διανοούμενο-καθώς πρέπει συγγραφέα σαν κι εμένα: φόρμα Converce και μπλουζάκι από το Κολωνάκι, αναμμένα κεριά σε όλο το σπίτι, ξύλα στο τζάκι, αρωματικά sticks ειδική παραγγελία από το εξωτερικό για να μη μαστουρώσω, μια κούτα τσιγάρα έτσι για να βρίσκεται και ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, ίσως και δύο και τρία μη σου πω. Τα 250 και βάλε τετραγωνικά, πίστεψέ με, τις περισσότερες φορές είναι περιττά, μιλά η εμπειρία. Άκουσα πρόσφατα μια συνέντευξη στο ραδιόφωνο ενός πολλά υποσχόμενου συνάδελφου ο οποίος ξεκίνησε να γράφει σε μια υγρή και υπόγεια γκαρσονιέρα κάπου στη Θεσσαλονίκη. Ποιος να συγκριθεί μαζί μου; Κανείς, είναι η σωστή απάντηση. Κι όμως, το καβάλησα το καλάμι. Αλλά επειδή μου κόστισε ακριβά δεν σπάει με καμία Παναγία…

Εδώ ο πρόλογος τελειώνει και το best seller μου αρχίζει. Διάλεξα για αρχή τις κατάρες που με βαραίνουν όλα αυτά τα χρόνια. Ένα όνομα βαρύ σαν ιστορία και άπειρα χρήματα. Ένα πελώριο βουνό από χρήματα που αντί να μικραίνει με την πάροδο του χρόνου, αυτό γίνεται όλο και μεγαλύτερο. Σαν το γεφύρι της Άρτας ένα πράγμα. Ολημερίς το χτίζανε το βράδυ γκρεμιζόταν. Άσχετο. Ο ποιος; Ο έρωτας; Αυτό το γκαβό αγγελάκι που πετάει τα βέλη του όπου το συμφέρει; Αυτό το κοντοπούτανο ποτέ δεν μου χτύπησε την πόρτα. Ούτε για πλάκα την πρωταπριλιά. Από αλλού θα άρπαξε περισσότερα φαίνεται, γι’ αυτό και μ’ έχει στο φτύσιμο εδώ και αιώνες. Δεν ερωτεύτηκα κανέναν, λοιπόν, εκτός από τον εγωκεντρικό εαυτό μου. Δεν είναι δικό μου το λάθος. Δεν κάνω ποτέ λάθη! Η ζωή με ανάγκασε. Μια ζωή που απέχει χιλιόμετρα από αυτή που ονειρευόμουνα να ζήσω. Ναι, και οι πλούσιοι έχουμε δικαίωμα στο όνειρο. Το πρόβλημα που είναι;
Τη δόξα, άλλη από εκεί, δεν τη κυνήγησα ούτε για μια στιγμή. Το αντίθετο μάλιστα. Εκείνη, σαν λυσσασμένη σκύλα, κυνηγούσε εμένα από την κακιά ώρα και στιγμή που ήρθα στον μάταιο τούτο κόσμο. Έναν κόσμο που τα πάντα εξαρτιόνται από τα ευρώ. Που εκείνα κάνουν κουμάντο σε όλα: που θα ζήσεις, πως θα ζήσεις, τι θα φας, τι θα φορέσεις, που θα πας διακοπές, αν θα πας διακοπές. Αλήθεια, πως θα ήμουνα, αν ήμουνα (υποθετικά μιλάω πάντα) χωρίς καθόλου χρήματα; Τι δουλειά θα έκανα για να βγάζω τίμια το ψωμάκι μου; Α πα πα… δυο υπαρξιακά ερωτήματα μου χτύπησαν άξαφνα τη πόρτα και ο πυρετός άγγιξε το σαράντα. Ας ανάψω ένα τσιγάρο…
Χρήματα, χρήματα, και πάλι χρήματα. Χρήματα αμέτρητα για να αγοράσω ότι ποθεί η καρδούλα μου. Να επενδύσω στο μέλλον μου αν θα υπάρξει μέλλον. Χρήματα που ξόδεψα ασύστολα για να ανακαινίσω το πατρικό μου σπίτι, να φτιάξω καινούργια πισίνα, ακόμα πιο μεγάλη, να σκάσουν απ’ τη ζήλια τους όλα τα ΒουΠου, να φέρω από την Ιταλία ολοκαίνουργια υπερσύγχρονη λιμουζίνα, να ταξιδεύω συνέχεια στο Παρίσι και στο Μιλάνο για να ανανεώνω τη γκαρνταρόμπα μου επειδή είναι απαγορευτικό να φοράω το ίδιο ρούχο δεύτερη φορά, να αγοράσω και το δίπλα οικόπεδο για να φτιάξω ελικοδρόμιο επειδή αγόρασα δικό μου ελικόπτερο. Κάπου πρέπει να προσγειώνεται κι αυτό…
Εγώ προσγειώθηκα απότομα όταν μια όχι και τόσο συνηθισμένη μέρα ξύπνησα και είδα στο ημερολόγιο ότι σε λίγες μέρες γίνομαι σαράντα. Ούτε είκοσι, ούτε τριάντα. Σαράντα! Ένα μεγάλο τέσσερα και δίπλα το μηδέν. Ένας αριθμός που πονάει πολύ. Λες και μου χώσανε βαθιά το… μαχαίρι. Στα τριάντα παραλίγο να πάθω ένα μικρό εγκεφαλικό γιατί ο συμβολαιογράφος μου χτύπησε τη πόρτα και αντί για σοκολατάκια από τον Λεωνίδα μου έφερε ακόμα μια διαθήκη η οποία περιλάμβανε όλα όσα μου άφησε ο καλός μου ο παππούλης και ήτανε πολλά, μα πάρα πολλά μιλάμε. Από το άγχος μου άρχισα να πίνω τα πάντα. Κοιμόμουνα λίγες ώρες, δεν έτρωγα σωστά, δεν έβαζα κώλο κάτω, είχα συνέχεια hangover μέχρι που πήγα να πάθω νευρικό κλονισμό και τα σταμάτησα όλα. Ακόμα και το sex!
Σήμερα όμως, δυστυχώς, δεν είμαι τριάντα. Και λέω δυστυχώς γιατί τότε αισθανόμουνα πιο δυνατός από ποτέ. Τότε! Σήμερα που γίνομαι σαράντα σέρνω το κορμί μου λες και κάποιοι μάγοι από την Άπω Ανατολή μου ρούφηξαν κρυφά όλη μου την ενέργεια. Πέρα από αυτό ωρίμασα και συνειδητοποίησα πολλά βαθυστόχαστα θέματα τα οποία στο παρελθόν δεν υπήρχαν ούτε στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Μου πήρε, λοιπόν, αρκετό χρόνο για να καταλάβω ότι με τα χρήματα έχω σίγουρα την εξουσία στο τσεπάκι, μπορώ να αγοράσω κάποιο Ελληνικό νησί ακόμα και αγόρια της μιας βραδιάς χωρίς φυσικά να μ’ ενδιαφέρει το όνομά τους. Ένα πράγμα μόνο δεν κατάφερα να αγοράσω: την πραγματική ευτυχία. Αυτή η ρουφιάνα δεν αγοράζεται ούτε με χρυσάφι...
Κάπου εδώ το σκηνικό αλλάζει. Απότομα. Το φως των κεριών τώρα δεν βοηθά. Ούτε η ζέστη απ’ το τζάκι. Ούτε το μεθυστικό άρωμα των στικς απ’ το εξωτερικό. Κάθε ρομαντική διάθεση πήγε περίπατο. Δεν θα βάλω τα κλάματα. Θα σταθώ στο ύψος μου! Σε ποιο; 1,60 είμαι με το ζόρι. Α ρε Λευτέρη τι μου έκανες. Όχι, άλλαξα γνώμη. Θα βάλω τα κλάματα. Θα χτυπιέμαι στα πατώματα ακούγοντας στη δια πασών καψουροτράγουδα και θα κλαίω μέχρι να ξημερώσει. Μπορεί να έχω χρήματα αλλά έχω και αισθήματα. Έγραψα πάλι…

Με λένε Αντώνη Παλαιολόγο, είμαι ένα πανέμορφο και υπερευαίσθητο αγόρι με λεφτά αισθήματα και χρυσή καρδιά αλλά πάνω απ’ όλα το κύριο χαρακτηριστικό μου είναι η μετριοφροσύνη μου. Συχνάζω στο κέντρο της πρωτεύουσας, πίνω μόνο φρέσκο χυμό παπάγια, σιχαίνομαι τον καφέ γιατί λεκιάζει την ολόλευκη οδοντοστοιχία μου, κατοικώ από τότε που γεννήθηκα στα Βόρεια προάστια και είμαι ορφανό. Δεν έχω ούτε πατέρα, ούτε μητέρα. Αλλά έχω την κληρονομιά τους και αυτό είναι κάτι που με τονώνει…
Ακριβώς έτσι σας συστήθηκα στο πρώτο μου βιβλίο. Ή περίπου έτσι, περάσανε δεκαέξι ολόκληρα χρόνια και η μνήμη μου δεν βοηθά… Άπειρα λύτρα αλκοόλ και χιλιόμετρα καθαρής σκόνης φρόντισαν να κάψουν αμέτρητα εγκεφαλικά κύτταρα. Βέβαια, για να λέμε και του ζαβού το δίκιο, μερικά βασικά πράγματα έχουνε αλλάξει. Από αγόρι έγινα άντρας, τρόπος του λέγειν και οι άντρες δεν πίνουν φρέσκο χυμό παπάγια αλλά καφέ και μάλιστα φραπέ! Κάποτε δεν ήθελα ούτε να τον μυρίσω, αλλά οι ευθύνες αυξήθηκαν και τα νεύρα μαζί. Ευτυχώς έχω τον καλύτερο ψυχολόγο. Με επισκέπτεται δυο φορές την εβδομάδα. Σε ψυχίατρο δεν πάω που να μου ξεραθεί το γκαζόν…
Επίσης το άλλο κουλό της ιστορίας είναι ότι το νούμερο στον τραπεζικό μου λογαριασμό δεκαπλασιάστηκε όταν έμαθα ότι μου ανήκουν τα γυάλινα κτήρια επί της Κηφισίας μετά το δαχτυλίδι, πέντε θεόρατα ξενοδοχεία στα ομορφότερα και πιο κοσμοπολίτικα νησιά της Ελλάδας, οχτώ κότερα και ένας πύργος στο κέντρο του Λονδίνου! Έτσι, λοιπόν, για να περνάω το χρόνο μου και να σκοτώσω για πάντα τη μανιοκατάθλιψη που έχει γίνει σκιά μου, εκμεταλλεύτηκα, με την καλή έννοια, τα πάντα!
Νοίκιασα τα γυάλινα σε διάσημες πολυεθνικές εταιρίες με την προϋπόθεση απ’ έξω να υπάρχει πάντα μαρκίζα τεραστίων διαστάσεων με τη φωτογραφία μου. Πείτε με ψώνιο, αυτό γούσταρα, αυτό έκανα. Ανακαίνισα και στη συνέχεια έβαλα σε λειτουργία τα πέντε ξενοδοχεία, στης Μυκόνου γίνεται το αδιαχώρητο! Ένα καραχλιδάτο Boutique hotel με ιδιωτική πισίνα σε κάθε δωμάτιο για άγριες καταστάσεις, 1.000 ευρώ η βραδιά all inclusive και τα κότερα τα νοικιάζω σε ξένους, κυρίως Αμερικάνους που το φυσάνε, από αρχές Μάη μέχρι τέλη Σεπτέμβρη. Και τα ευρώ πέφτουν σα βροχή μιλάμε…
Στον πύργο του Λονδίνου πηγαίνω σπάνια. Όποτε πετάω με πιάνει μια μικρή μελαγχολία γιατί εκεί βρέχει ασταμάτητα και πρέπει να ταιριάζω με το ανάλογο mood. Η Burberry καμπαρντίνα από μόνη της δεν φτάνει κι ας κόστισε το κάτι παραπάνω. Είμαι πολύ χαρούμενος που έχω έναν δικό μου πύργο. Αν γινόταν ένα και μόνο θαύμα να γνώριζα και τον πρίγκιπα του παραμυθιού τι καλά που θα ήταν όλα. Πύργος χωρίς πρίγκιπα, δεξίωση χωρίς χαβιάρι. Συγγνώμη! Πολλά ζητάω; Η αλήθεια είναι ότι τον επισκέπτομαι μόνο μια φορά το χρόνο οπότε και ο πρίγκιπας να στέκεται εκεί μπάστακας κάποια στιγμή θα βαρεθεί και θα φύγει. Άσε που θα έχει αρπάξει απανωτές πνευμονίες από τις βροχές. Βρήκα δικαιολογία! Δεν έχω ελεύθερο χρόνο. Τις επιχειρήσεις μου τις διαχειρίζομαι εγώ και μόνο εγώ. Δεύτερη δικαιολογία: Δεν έχω αληθινούς φίλους για να τους πάρω μαζί μου. Ούτε τον απόλυτο έρωτα ζω για να του δώσω ότι έχω και δεν έχω. Φυσικά και θα έδινα τα πάντα. Αρκεί να ξέρω πως με αγαπάει αληθινά. Και να βλέπεται το αγόρι, αυτό εξυπακούεται. Το πιο σημαντικό: Δεν μπορώ να τον πουλήσω, τον πύργο γιατί έρωτας δεν υπάρχει το είπαμε αυτό, γιατί κάθε χειμώνα τον νοικιάζω σε μια διεθνούς φήμης τραγουδίστρια της οποίας το όνομα δυστυχώς δεν μπορώ να αποκαλύψω επειδή είναι όρος στο συμφωνητικό που υπογράψαμε. Εκείνη βέβαια βγαίνει στη τηλεόραση και στα περιοδικά και δηλώνει ότι τον αγόρασε με δικά της χρήματα. Λέει κι άλλες μαλακίες αλλά πιστεύω ότι έχει καεί από τα ναρκωτικά. Την αφήνω κι εγώ να ζει το παραμύθι της (το ενοίκιο πέφτει κάθε πρώτη του μήνα, της βγάζω το καπέλο).

Ονομάζομαι Αντώνης, το υπηρετικό προσωπικό μετά από άπειρες παρακλήσεις μου με αποκαλεί Τόνυ, για κακή μου τύχη είμαι ο μοναδικός απόγονος των διάσημων Παλαιολόγων, και δεν είμαι καθόλου καλά. Δεν είμαι καλά όχι επειδή κολυμπάω στο χρήμα, αυτό το συνήθισα, γι’ αλλού χτυπάει η καμπάνα. Πράγματι δεν είμαι καλά. Αλήθεια λέω. Το χάλια πιστεύω κολλάει ταμάμ. Πες σκατά και είσαι μέσα! Χαλάω και το στόμα μου μέρα που είναι. Σήμερα, λοιπόν, δεν είναι μια οποιαδήποτε ημέρα! Σήμερα έχω τα γενέθλιά μου! Και δεν θα τα γιορτάσω όπως αρμόζει στη περίσταση διότι γίνομαι σαράντα ετών. Το λέω αλλά δεν μπορώ να το πιστέψω, οπότε ας το ξαναπώ άλλη μια φορά μπας και το εμπεδώσω καλύτερα. Περάσανε 40 ολόκληρα χρόνια από τη μέρα που γεννήθηκα! Η γαμωταυτότητα δεν μπορεί να λέει ψέματα. Και ποιόν απ’ όλους να λαδώσω στο ληξιαρχείο; Στους paparazzi τα ακούμπησα για να με αφήσουν στην ησυχία μου. Αρνούμαι να δεχτώ πως πέρασαν τόσα χρόνια. Μια αιωνιότητα και μια ημέρα (αγαπημένη ταινία)…
Κανονικά, όπως απαιτούν οι παραδόσεις, εδώ θα έπρεπε να σκάσει μύτη μια καλή νεράιδα και να μου πει να κάνω μια ευχή και να της ζητούσα να με ξανακάνει είκοσι χρονών κι εκείνη με το μαγικό ραβδάκι της να με ξαναγύριζε για πάντα σ’ εκείνα τα ευτυχισμένα χρόνια. Με τον παππού Αντώνη να με πηγαίνει στα café, με την μαμά Ελένη να μου κάνει όλα τα χατίρια, με τον μαλάκα τον Κωνσταντίνο να πλακώνομαι με το παραμικρό για να σπάει η μονοτονία. Από τον πολύ ρομαντισμό μου έρχεται να ξεράσω. Ας ανάψω ακόμα ένα τσιγάρο. Ούτως ή άλλως έχω τον καλύτερο οδοντίατρο της Αθήνας…
Το μόνο σίγουρο είναι ότι, αν και ορφανό πέρασα καλά: Ταξίδεψα παντού, δεν άφησα καμιά χώρα παραπονεμένη, κοίτα τις φωτογραφίες στο facebook και θα καταλάβεις. Έκανα δικές μου επιχειρήσεις, ο ψυχολόγος μου το βρήκε πέρα για πέρα δημιουργικό, γνώρισα απλούς ανθρώπους σαν κι εμένα, μου έμαθαν να τρώω σουβλάκι στο Μοναστηράκι, ναι, ανακάλυψα και αυτή τη περιοχή του κέντρου και δεν ντρέπομαι καθόλου που το λέω. Το πρώτο μου βιβλίο έγινε best seller και αυτό έκανε την αυτοπεποίθηση μου να φτάσει το Κιλιμάντζαρο και φυσικά ατέλειωτα ξενύχτια. Γλένταγα μέχρι το πρωί. Έκανα τη νύχτα μέρα αλλά έκανα και στροφή στη καριέρα μου. Σταμάτησα να διασκεδάζω σε μεγάλα prive club και σε γλυκανάλατα κοσμικά πάρτι και τα ακουμπούσα στα μπουζούκια. Ο γνωστός λουλουδοπόλεμος. Τρελό κέφι μιλάμε. Μέχρι και κινητό προηγμένης τεχνολογίας αγόρασα το οποίο δώσε βάση: του έλεγα ποιόν καλλιτέχνη ήθελα να ακούσω ζωντανά κι εκείνο αυτόματα μου έκλεινε πρώτο τραπέζι πίστα! Γαμώ;
Φυσικά, εκτός από τη διασκέδαση και τις επιχειρήσεις μου, άρχισα να ασχολούμαι και με τα κοινά: έχτισα ιδρύματα που τους δώσανε το όνομά μου, έκανα δωρεές και ευεργεσίες, πρόφερα σε πτωχές οικογένειες που δεν είχανε στον ήλιο μοίρα, με κάνανε πρέσβη καλής θέλησης και πέσανε πάνω μου όλα τα media κι εδώ το βουλώνω γιατί είναι μεγάλη αμαρτία να λες τα καλά που κάνεις και θα πέσει φωτιά να με κάψει. Άσε που θα μου τα χώνει η Ελένη όταν, κούφια η ώρα, τη συναντήσω στον παράδεισο.
Επιστρέφω στο «καλά» και στο «χρόνο». Αυτά τα δυο πάνε πάντα μαζί. Το έχω φιλοσοφήσει το πράγμα. Κάποτε είχα διαβάσει στο internet: Όταν περνάς καλά ο χρόνος περνάει σφαίρα. Καλύτερα να έτρωγα τη σφαίρα στο δόξα πατρί παρά να ζούσα αυτή τη σιχαμένη μέρα. Καλύτερα να ερχόταν ο χάρος να με πάρει τώρα που ανθίζουν τα κλωνιά και βγάζει η γη χορτάρι. Τώρα που είπα χορτάρι να πάρω τον κηπουρό στο κινητό να του δώσω αύξηση. Και στη Φιλιππινέζα θα δώσω αύξηση που σκίζεται η άμοιρη και στους σωματοφύλακες και στον πιλότο. Φυσικά και έχω πιλότο. Τόσα λεφτά μου κόστισε το ελικόπτερο να μην έχω έναν Χριστιανό να με πηγαινοφέρνει; Καλά, έχουν φάει τα σωθικά τους! Ένας και μόνο ένας στην Αθήνα κυκλοφορεί με ελικόπτερο κι αυτός είμαι εγώ!
Το θέμα είναι, πως δεν το έκανα για να πουλήσω μούρη, σιγά μη πέσω τόσο χαμηλά, μια αλλαγή χρειαζόμουν να αναπτερωθεί το ηθικό μου. Ούτως ή άλλως παραμένω πρώτος στη λίστα με τους πλουσιότερους Έλληνες, αλλά αυτή η Κηφισίας, όσα χρόνια κι αν περάσουν, ίδια κι απαράλλακτη. Ποιο γρήγορα φτάνω στο Cape Sounio με τη καινούργια λιμουζίνα παρά στο Hilton…

Σήμερα γιορτάζουν και οι γονείς μου. Ελαφρύ να’ ναι το χώμα που τους σκεπάζει. Έστειλα μια ντουζίνα ολόλευκες ζέρμπερες που τους αρέσουν. Εκείνοι, να’ ναι καλά εκεί που βρίσκονται, πριν φύγουν, φρόντισαν να με αποκαταστήσουν. Στην ωραία Ελένη αναφέρομαι φυσικά. Δική της ήταν η ιδέα να πάει στο συμβολαιογράφο. Πως διάβαζε το μέλλον αυτή η γυναίκα; Εγώ δεν μπορώ να διαβάσω τίποτα. Κλείνουν τα μάτια μου. Άσε που πρέπει σύντομα να επισκεφθώ και οφθαλμίατρο. Άραγε θα με έχει συγχωρέσει που της έφαγα τον γκόμενο και τον πραγματικό μου πατέρα; Ναι, κατά λάθος έγινε, δεν μου έφταιξε σε τίποτα ο άνθρωπος αλλά με έχει συγχωρέσει ή μου το κρατάει μανιάτικο; Οκ, το θυμάμαι ότι και ο Κωνσταντίνος προσπάθησε να φερθεί σαν αληθινός πατέρας αλλά έμεινε στην προσπάθεια. Η διαπλοκή και οι βρωμοδουλειές τον έκαιγαν πιο πολύ. Τόσα χρόνια νεκρός κι ακόμα η απαίσια φωνή του ηχεί στ’ αυτιά μου…
Η μητέρα μου φρόντισε λοιπόν να έχω μια άνετη ζωή. Να μη μου λείψει τίποτα. Κι εγώ φρόντισα να είναι άνετοι. Τους έφτιαξα ένα πελώριο μνήμα πέντε επί πέντε. Μόνο το μάρμαρο να φανταστείς κόστισε ένα εκατομμύριο ευρώ! Για να μη σου πω για τα σκαλιστά γράμματα φτιαγμένα από πλατίνα. Τέτοια ομορφιά ούτε ο Παρθενώνας! Περνάνε οι τουρίστες το καλοκαίρι και το τραβάνε φωτογραφίες. Νομίζουν ότι είναι κάποιο αρχαίο που μας το επέστρεψαν οι φίλοι μας οι Γερμανοί. Ούτε η συγχωρεμένη Whitney Houston δεν έχει τέτοιο τάφο. Τι κάθομαι και λέω μέρα που είναι; Οι νεκροί με τους νεκρούς και ο ζωντανός με τον ζωντανό.
Δυστυχώς δεν κολλάει πληθυντικός γιατί ακόμα μόνος μου είμαι. Πιο μόνος από ποτέ. Όσοι άντρες πέρασαν απ’ τη ζωή μου με θέλανε μόνο για τα λεφτά μου και τίποτα παραπάνω. Κανένας δεν ήταν τόσο έξυπνος ώστε να με πείσει ότι με γουστάρει γι’ αυτό που είμαι και όχι για τα φράγκα μου. Όλοι αυτοί, και είναι αμέτρητοι, δεν μπήκανε καν στη διαδικασία να ανακαλύψουν τον πλούσιο εσωτερικό μου κόσμο. Ο εξωτερικός φτιάχνεται εύκολα. Όταν κολυμπάς στο χρήμα όλα είναι εύκολα…

Ο Λευτέρης δεν γιορτάζει σήμερα αλλά επειδή εξαφανίστηκε μια για πάντα απ’ τη ζωή μου κάθε φορά που σκάω μύτη Κολωνάκι πηγαίνω μέχρι το άγαλμά του με έναν φρέντο ανά χείρας (ποτέ φραπέ στο Κολωνάκι με ξέρουν όλοι) και του λέω τον πόνο μου. Δεν απαντάει, θα ήτανε σκέτη παράνοια, αλλά εγώ είμαι σίγουρος πως με ακούει. Στην τελευταία μεταθανάτια επίσκεψη, είχα ξεχάσει να τον ρωτήσω κάτι πολύ σημαντικό: πως έγινε και ήρθε σ’ εμένα; Δηλαδή αφού ήταν ήδη νεκρός πως γίνεται το πνεύμα να επισκέπτεται έναν ζωντανό; Θα ήθελα κι εγώ, με τη βοήθειά του, κάποια στιγμή, να επισκεπτόμουν τη μητέρα μου στον παράδεισο, να της έλεγα ένα «σ’ αγαπώ» και έπειτα να ερχόμουν πάλι στη ζωή. Το «σ’ αγαπώ» δυστυχώς δεν το έχω πει ποτέ σε κανέναν. Θα το έλεγα ευχαρίστως στον Στέφανο αλλά…
Ο Στέφανος είναι ελαττωματικός! Είναι ο προσωπικός μου πιλότος και σοφέρ και εκτός από παιδί μάλαμα είναι δυο μέτρα και σκέτος παίδαρος και τους κοιλιακούς του δεν τους έχει ούτε η σκακιέρα, αλλά δεν μου κάθεται με καμία Παναγία γιατί είναι str8! Το είπα ότι έχει ελάττωμα. Σκέφτηκα τα πάντα για να τον ρίξω. Να πάω και σε μάγισσες και σε χαρτορίχτρες που λέει και το τραγούδι. Μέχρι και το επιτυχημένο σχέδιο που εφάρμοσε η μάνα μου για να τυλίξει τον Κωνσταντίνο τότε που λιποθύμησε στις ρόδες του σκέφτηκα αλλά είναι φύση αδύνατο γιατί είμαι πάντα μέσα στη λιμουζίνα. Οπότε πως θα γίνει το σκηνικό; Άντε και πες ότι την κάνω την απόπειρα. Κι αν με αφήσει στον τόπο; Είπαμε, πάτησα τα σαράντα αλλά έχω χρόνια μπροστά μου.
Αχ! Πόσο γκαντέμης είμαι θεέ μου; Χάθηκε να βρεθεί ένα χρυσό και άξιο παλικάρι σαν τον ακατανόμαστο; Ξέρεις ποιος είναι ο ακατανόμαστος. Σωστά μάντεψες. Αυτός ο κόπανος, θεέ μου συγχώρα με, ο Βαγγέλης. Αυτό το απόβρασμα της κοινωνίας που ξεκλήρισε όλη μου την οικογένεια. Μπορεί να μας τα έτρωγε κανονικά και να μη παίρναμε χαμπάρι αλλά τουλάχιστον έδειχνε να μ’ αγαπάει. Που και που φεύγαμε με το jeep σε απόμερα σημεία για να μη μας βρουν οι paparazzi και κάναμε παθιασμένο έρωτα εκεί ακριβώς που σκάει το κύμα. Έκοβε με τις παλάμες του τις μπανάνες απ’ τα δέντρα και αφού τις ξεφλούδιζε με απαλές κινήσεις μου τις έχωνε στο στόμα. Άσε την αστακομακαρονάδα! Έπιανε τον αστακό με τα δυο του χέρια και αφού τον καταβρόχθιζε του τρέχανε τα ζουμιά από το στόμα! Τι τα θυμάμαι όλα αυτά; Ας είναι καλά εκεί που βρίσκεται. Όχι, δεν θα του ζητήσω συγγνώμη. Δεν θα πέσω χαμηλά το έχω ορκιστεί στα Prada που φοράω. Εντάξει, οκ, συγγνώμη Βαγγέλη που σε έστειλα αδιάβαστο. Το άξιζες χρυσό μου και το ξέρεις καλύτερα απ’ όλους μας. Δεν έχω ούτε τύψεις, ούτε εφιάλτες, ούτε ενοχές. Έπρεπε να σ’ εκδικηθώ και το κατάφερα με τον καλύτερο τρόπο. Μπρίκια κολλάω;
Και επανέρχομαι στο θέμα. Αποφάσισα να γράψω ακόμα ένα βιβλίο για τρείς πολύ σοβαρούς λόγους! Πρώτος: το πρώτο πούλησε 300.000 αντίτυπα! Δεύτερος: έχω τόσους αναγνώστες που ανυπομονούν! Τρίτος και κυριότερος: σκέφτομαι πάρα πολύ σοβαρά να κάνω κάτι για πρώτη φορά. Και επειδή είναι η πρώτη μου φορά σκέφτηκα να το μοιραστώ μαζί σας. Μαζί με όλους εσάς που με ξέρετε μόνο από τα εξώφυλλα των lifestyle περιοδικών και τις κακόγουστες φωτογραφίες των ακριβοπληρωμένων paparazzi. Ναι, συμφωνώ απόλυτα ότι κι αυτοί είναι άνθρωποι και πρέπει να ζήσουν και να βγάλουν τα προς το ζην αλλά όχι και να βγάζουν την ιδιωτική μου ζωή φόρα παρτίδα;! Ένα και μόνο βράδυ βγήκα να πάω στο περίπτερο με τα πόδια και την επόμενη μέρα είδα τις φωτογραφίες μου παντού! Ευτυχώς που ήμουν απ’ τη κορφή ως τα νύχια με Dolce & Cabana. Και απορώ: που ήταν όλοι αυτοί κρυμμένοι; Στους κάδους της ανακύκλωσης; Σκαρφαλωμένοι στα δέντρα σαν τα παιδιά της οικογένειας Φον Τραπ; Και εντάξει αυτοί. Οι αρχισυντάκτριες; Αφού ξέρουν το κινητό μου. Γιατί δεν παίρνουν την άδειά μου πρώτα; Εγώ είμαι πάντα συνεργάσιμος. Ειδικά σε ότι έχει να κάνει με την προβολή μου. Μόνο να με καλούνε σε γάμους, εγκαίνια και επίσημες πρεμιέρες ξέρουν. Anyway. Ας μη γίνομαι κακός μέρα που είναι…
Σήμερα είχα βάλει το ξυπνητήρι στις έξι ακριβώς. Φόρεσα ένα μαγιό και κατέβηκα στη πισίνα. Έριξα μια βουτιά, μετά μια δεύτερη, μούλιασα σαν τη πάπια μέχρι που ξύπνησε η Φιλιππινέζα μου. Της έκανε μεγάλη εντύπωση που με είδε να κολυμπάω. Ξέρει ότι αν δεν πάει μία το μεσημέρι, από το κρεβάτι δεν σηκώνομαι. Έτρεξε και έφερε το θερμόμετρο. Νόμιζε ότι είχα πυρετό. Έβαλα τα γέλια, μετά γέλαγε κι εκείνη μαζί μου σαν ηλίθια αλλά επειδή γελούσα εγώ και όχι επειδή είχε καταλάβει γιατί γελάω. Αφού πήρα το πρωινό μου στον καταπράσινο κήπο ανέβηκα να ξεβγαλθώ και στη συνέχεια κοιτάχτηκα στον αγαπημένο μου καθρέφτη:
-Καθρέφτη καθρεφτάκι μου, καλά τη σκαπούλαρα τόσα χρόνια, τι κάνω τώρα στα σαράντα; 
-Botox! μου απαντάει ορθά κοφτά και την άκουσα επί τόπου σε Dolby digital!!!
Τα πόδια μου άρχισαν να τρέμουν, έριξα όλο μου το βάρος πάνω στον πανάκριβο νιπτήρα, το κεφάλι μου άρχισε να μουδιάζει. Με μια απότομη κίνηση πετάω από πάνω μου το κατάλευκο μπουρνούζι και κάνω ένα σκοτσέζικο ντούζ μπας και συνέλθω. Μια στο καυτό και μια στο κρύο. Πέρασαν πέντε λεπτά μπορεί και δέκα. Άρχισα να αισθάνομαι κάπως καλύτερα. Βγήκα και τύλιξα γύρω απ’ τη καλλίγραμμη μέση μου μια πετσέτα. Στάθηκα μπροστά στο καθρέφτη για δεύτερη φορά.
Περιεργάστηκα το πρόσωπό μου για αρκετή ώρα. Τα μαλλιά τα αφήνω πάντα στην απ’ έξω γιατί λαμποκοπάνε από ζωντάνια φροντίζει ο Τεό στη Σκουφά γι’ αυτό να’ ναι καλά το κορίτσι παράπονο δεν έχω. Τα μάτια μου μαύρα και μεγάλα σαν της μητέρας μου της Ελένης. Η μύτη γαλλική, τα χείλια στην ευθεία και η κατάλευκη οδοντοστοιχία μου ένα έργο τέχνης δια χειρός Γιώργου Χριστοφορίδη. Πορσελάνη; Όχι βέβαια! Τι με πέρασες; Μια λεύκανση μου έκανε και κρατάει δέκα χρόνια. Και πρόσεξε: άρχισα και τον καφέ και το τσιγάρο. Απορία: Το πρώτο μου Botox πόσο καιρό θα κρατήσει;
Και είπα να αντιγράψω τον δύστυχο τον Άμλετ. Στεκόμουνα για ώρα μπροστά στον καθρέφτη και αναρωτιόμουν: Να το βαρέσω το Botox ή να μη το βαρέσω; Μήπως να μη κάνω βιαστικές κινήσεις; Μήπως να πάρω τα βουνά; Μήπως να πάρω φόρα και να βαρέσω το κεφάλι μου στον τοίχο καλύτερα; Μήπως να σταματήσω να σκέφτομαι και να μη χάνω χρόνο σε ασήμαντα ερωτηματικά; Επανήλθα εις την πραγματικότητα, χαμογέλασα γλυκά και είπα στον υπέροχο εαυτό μου:
- Γλυκό μου αγόρι. Πια δεν είσαι παιδί. Τα χρόνια πέρασαν. Έζησες πολλά και αν είσαι έξυπνος θα ζήσεις άλλα τόσα. Οι επιχειρήσεις σου πάνε από το καλό στο καλύτερο, την υγειά σου την έχεις, τα γκομενικά σου βαλ’ τα στην άκρη, θα τα συζητήσουμε μια άλλη φορά. Δυστυχώς με τον χρόνο δεν τα βάζει κανείς. Μπορεί να είσαι ακόμα ζάμπλουτος αλλά το χρόνο δεν μπορείς να τον εξαγοράσεις. Φυσικά και δεν χρειάζεσαι Botox! Αλλά, όπως πολύ σωστά διαπίστωσες, απ’ τα είκοσι μέχρι τα τριάντα κι από κει στο σήμερα είναι μεγάλη διαδρομή. Χιλιόμετρα πολλά! Πέρα από αυτό, πρέπει να ακολουθήσεις το δρόμο που χάραξε η αξέχαστη μητέρα σου, η αείμνηστη Ελένη Παλαιολόγου…
Όποιος βιάζεται σκοντάφτει, λέει ο λαός αλλά εγώ που είμαι από μόνος μου μια ξεχωριστή κατηγορία λέω: Τα πάντα στη ζωή είναι θέμα ταχύτητας! Έτσι σε χρόνο dt γίνανε όλα. Πάτησα στο google «οι καλύτεροι πλαστικοί της Αθήνας» και στη συνέχεια αναζήτηση. Μου εμφανίστηκαν είκοσι από τους οποίους βάση ενστίκτου απέρριψα τους μισούς. Είδα με πολύ προσοχή τα προφίλ των δέκα καλύτερων πλαστικών της πρωτεύουσας. Ποιοι είναι, που βρίσκονται τα ιατρεία τους, ποιες είναι οι celebrities πελάτισσές τους. Οι πέντε πήρανε πόδι γιατί ήτανε μεγάλοι σε ηλικία και δεν τους εμπιστεύομαι. Κοιτούσα το ρολόι. Κόντευε μία το μεσημέρι. Γαμώ το! Πρέπει να βιαστώ κι άλλο. Άρχισα να τηλεφωνώ στις κουτσομπόλες γειτόνισσες οι οποίες από τα πολλά Botox έχουν τσιμεντάρει και δεν μπορούν ούτε να μιλήσουν. Εγώ θα κάνω ένα και μόνο ένα. Κι αυτό για να μου φύγει η περιέργεια. Μπορεί η περιέργεια να σκότωσε τη γάτα αλλά έχω διαπράξει στο παρελθόν φόνο οπότε δεν τρέχει κάστανο. Η μια μου πρότεινε τον τάδε η άλλη τον άλλον κάποια άλλη είχε το θράσος να μου πει ψέματα ότι δεν έχει κάνει απολύτως καμία πλαστική επέμβαση στη ζωή της. Είναι 70 ετών και φαίνεται για τριάντα. Ναι, τη πιστεύω, δεν έχει κάνει ούτε μία...
Μία μου εκμυστηρεύτηκε το μυστικό της και αυτό το έκανε επειδή κάνανε πολύ παρέα με τη συγχωρεμένη τη μάνα μου και μας έχει σε μεγάλη εκτίμηση: ο δικός της είναι Θεσσαλονικιός και κάνει θαύματα. Κατάλαβα ότι μου λέει αλήθεια γιατί την έχω δει live την τύπισσα στο τένις και πράγματι φαίνεται ότι δεν έχει πειράξει καθόλου τη μούρη της. Την παρακάλεσα να με φέρει σε επικοινωνία μαζί του και να του πει, αν γίνεται και εφόσον είναι πρόθυμος, να στείλω το Στέφανο με το ελικόπτερο και να τον φέρει στην Εκάλη. Με το αζημίωτο φυσικά…
Εν τω μεταξύ εγώ καλούσα τους πέντε επικρατέστερους. Φυσικά το σήκωσαν οι τσουλίτσες οι οποίες μόλις άκουσαν το όνομά μου με συνέδεσαν αμέσως με τους γιατρούς χωρίς να περιμένω δευτερόλεπτο. Τους έδωσα ραντεβού την ίδια ώρα στο ίδιο μέρος. Εκάλη, Ανθέων 5, Κωδικός: Botox, στις τρείς το μεσημέρι για να χαρούμε και το φως του ήλιου. Πήρα τηλέφωνο το catering «οδός Διονύσου» που εκτός από τέλειο φαγητό, είναι πολύ καλά παιδιά και πολύ συνεργάσιμα κι ας μου κοστίζουν το κάτι παραπάνω. Σε αυτή τη ζωή ό,τι πληρώνεις παίρνεις. Έστειλα τη Φιλιππινέζα στο κομμωτήριο να φτιαχτεί και να αγοράσει ένα πιο επίσημο ένδυμα. Δεν κάνεις κάθε μέρα Botox, συμφωνείς; Χαίρομαι! Πάμε παρακάτω…
Είπα στους σωματοφύλακες να μη πουλήσουνε μούρη στους γιατρούς και ρεζιλευτούμε ομαδικώς. Καλά παιδιά αλλά τα ντουβάρια πιο πολύ μυαλό έχουν απ’ αυτούς. Δεν φταίνε κι αυτοί, μη γίνομαι τόσο κακός, τη δουλειά τους κάνουν. Αν πάθω κάτι την έβαψαν άσχημα. Γύρω στις δυο και τέταρτο σκάει μύτη και το catering. Ένας μεγάλος μπουφές με φαγητά κι άλλος ένας με καφέδες, αναψυκτικά και αλκοόλ. Εγώ στο δωμάτιο-γκαρνταρόμπα να προσπαθώ να βάλω το κατάλληλο dress code. Σκέφτηκα κάτι σε μαύρο που είναι πάντα chic αλλά μετά σκέφτηκα ότι δεν πέθανε κανείς, τα γενέθλιά μου είναι. Ξαναέκανα μπάνιο γιατί πιάσανε οι ζέστες κι ακόμα δεν μπήκε το καλοκαίρι. Επίσης σκέφτηκα να ντυθώ από την κορφή ως τα νύχια στα κόκκινα που με φωτίζουν πιο πολύ αλλά το Άγιο Πάσχα πέρασε εδώ και καιρό. Τελικά φόρεσα ένα τζιν παντελόνι και ένα λευκό πουκάμισο. Απλός και λιτός όπως πάντα. Λες και είμαι δεκαπενταύγουστο σε νησί των Κυκλάδων. Η Φιλιππινέζα έφερε και μια φίλη της μαζί. Εξαιρετική ιδέα. Γι’ αυτό δεν την αλλάζω με καμιά. Ξεσκόνιζαν, σκούπιζαν, σφουγγάριζαν και όλα αυτά σε fast forward! Εγώ είχα τον φραπέ ανά χείρας και κάπνιζα το ένα τσιγάρο πίσω απ’ τ’ άλλο. Η ώρα περνούσε σαν τρελή. Σκέφτηκα να πάω το ραντεβού μια ώρα μετά αλλά δεν το βρήκα καθόλου ευγενικό…
Η Κυρία από το απέναντι σπίτι με κάλεσε στο κινητό, μου είπε τα ευχάριστα και να στείλω το ελικόπτερο να πάει να τον φέρει. Μου ευχήθηκε καλή επιτυχία και να το απολαύσω μέχρι εκεί που δεν παίρνει. Εντάξει το πρώτο το κατάλαβα: μου είπε καλή επιτυχία, δεν είμαι και τόσο κουνημένο, στο Botox αναφερόταν, μετά όμως είπε και να απολαύσω, ναι, το άκουσα καλά, αλλά τι; Είπα να την καλέσω για δεύτερη φορά να μου λύσει την απορία αλλά μετά επειδή είναι μέρα γενεθλίων σκέφτηκα μήπως λέω μήπως η τύχη μου επιφυλάσσει κάποια ευχάριστη έκπληξη.
Η ώρα τρεις και σκάει μύτη ο πρώτος. Πιστό αντίγραφο του συχωρεμένου του Λευτέρη. Κούκλος αλλά 1,60 με το ζόρι. Λες να ήταν η μετεμψύχωσή του; Α πα πα! Φρίκη! Άρχισε να κοιτά το σπίτι με το στόμα ανοιχτό λες και δεν έχει ξαναμπεί σε βίλα. Ευγενικός θα έλεγα, λίγο χιούμορ, αλλά με ξενέρωσε αφάνταστα το ότι πήγε κατ’ ευθείαν τη συζήτηση στην αμοιβή του. Του είπε κανείς ότι θα το κάνει για την ψυχή της μάνας του; Του είπε κανείς ότι δεν πληρώνω μετρητά; Του είπε κανείς ποιος είμαι και από πού κρατάει η σκούφια μου; Ε;
Τρεις και δέκα σκάει ο δεύτερος. Παπάρας με Πι κεφαλαίο! Αυτός δεν έβαλε γλώσσα μέσα. Έπασχε από οξεία λογοδιάρροια το μόνο σίγουρο. Σκέτος πονοκέφαλος. Άσε που άρχισε από μόνος του να απαριθμεί τα ονόματα των διάσημων Ελληνίδων που έχει στο πελατολόγιό του. Τον ρώτησε κανείς; Μία ερώτηση ήθελα να κάνω και δεν την έκανα γιατί μιλούσε ακατάπαυστα. Και ζήτησε και χίλια ευρώ! Άσε μας κουκλίτσα μου. Πάει κι αυτός.
Τρεις και είκοσι εμφανίζεται ο τρίτος ο οποίος βιαζότανε κιόλας και του είπα πως χρειάζομαι χρόνο για να καταλήξω και αν έχει ξεχάσει το τσουκάλι στη φωτιά είναι ελεύθερος να φύγει, η πόρτα ανοιχτή και τα σκυλιά δεμένα. Άσε που τρέμανε τα χέρια του πέρα δώθε απ’ τους πολλούς εσπρέσο φαντάζομαι. Θα άφηνα αυτόν να με πλησιάσει με την ένεση; Ούτε μια στο εκατομμύριο!
Σκάει μύτη και ο τέταρτος ο οποίος είχε όλο το πακέτο. Ψηλός, γεροδεμένος, ωραία μάτια, υπέροχο χαμόγελο, θεληματικό πηγούνι, γκρίζους κροτάφους, μεθυστικό άρωμα αλλά το κέρατό μου μέσα παντρεμένος με μοντέλα και δυο παιδιά. Τον γνώρισα από την τηλεόραση. Η βέρα στο χέρι έβγαζε μάτι. Στανταράκι από τον Καίσαρη.
Τον πέμπτο ούτε που τον πήραμε χαμπάρι. Έφαγε ένα βρώμικο στη διαδρομή και τον είχε πιάσει κόψιμο τον Χριστιανό. Οπότε δυο ώρες ήταν κλειδωμένος στο μπάνιο των ξένων.
Η ώρα δεν περνούσε και τόσο ευχάριστα οφείλω να ομολογήσω. Κανένας από τους τέσσερις δεν μου έκανε το κλικ. Τον τέταρτο ευχαρίστως θα διάλεγα αλλά και πάλι κάτι με κράταγε πίσω. Σαν μια εσωτερική φωνή να μου’ λεγε «περίμενε λίγο ακόμα». Η ατμόσφαιρα στο σπίτι αποπνικτική. Τι μου φταίνε οι άνθρωποι; Γιατί τους το κάνω αυτό; Ποιος είμαι εγώ που θα κάνω casting στους καλύτερους πλαστικούς της Αθήνας; Ε, όχι και ποιος είσαι Αντωνάκη; Και χωρίς το άκη. Σωστά. Είμαι ο διάσημος Αντώνης Παλαιολόγος της Ελένης και του Κωνσταντίνου αλλά του Λευτέρη κανονικά κι ας μη το γράφει η ταυτότητα.
Η ώρα έξι και ακούω τον ήχο του ελικοπτέρου που προσγειώνεται δίπλα από το σπίτι. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο άρχισε η καρδιά μου να χτυπά σαν τρελή. Ζήτησα συγγνώμη απ’ τους κυρίους και ανέβηκα στο δικό μου μπάνιο. Με γρήγορες κινήσεις έριξα μπόλικο παγωμένο νερό στο πρόσωπό μου. Ένα πρόσωπο που μπορεί να μην έχει ρυτίδες αλλά έχει ανάγκη από άμεση βοήθεια, στοργή, αγάπη, φροντίδα και προδέρμ.
Κοιτάχτηκα εκνευρισμένος στον αγαπημένο μου καθρέφτη. Έβγαλε το χέρι και μου έριξε μια σφαλιάρα που ακόμα και τώρα βουίζει το αυτί μου:
-Αντώνη σύνελθε! Ένα Botox θα κάνεις! Δεν θα βρεις σήμερα τον έρωτα της ζωής σου…
Ο χρόνος πάγωσε την ώρα που κατέβηκα το τελευταίο σκαλοπάτι και είχα μπροστά μου εκείνον. Έναν άντρα που έψαχνα σε όλη μου τη ζωή. Σε απόσταση αναπνοής. Έβγαλα απ’ τη κωλότσεπη το δερμάτινο πορτοφόλι και έδωσα από ένα πεντακοσάρικο στους γιατρούς και είπα στις Φιλιππινέζες να τους οδηγήσουν στην έξοδο. Εκείνος απλά μου χαμογελούσε. Τι όμορφο χαμόγελο! Τι όμορφα μάτια! Τι όμορφα χείλη! Τι μαλάκας που είμαι πρέπει να συστηθώ κάποια στιγμή:
-Καλώς ήλθες! Εγώ είμαι ο Αντώνης…
-Έκτορας, απάντησε και μου άπλωσε το χέρι.
Το κρατούσα σφιχτά, τόσο σφιχτά που είμαι σίγουρος πως θα ένιωθε την καρδιά μου που ήταν έτοιμη να σπάσει και να γίνει χίλια κομμάτια.
-Μια στιγμή, είπα, να αφήσω το προσωπικό να πάει στην ευχή του Θεού, σαββατοκύριακο έρχεται…
- Και είναι όλο δικό μας, αν δεν σε ενοχλεί φυσικά…
Είπε και με άφησε άφωνο. Δεν ήταν δικό μου το παιχνίδι. Παίζαμε με τους δικούς του κανόνες. Μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, για πρώτη φορά στα χρονικά, έκανε άλλος κουμάντο. Και θα την πω την αμαρτία μου, με έφτιαχνε όσο τίποτα άλλο απάνω στη γη.
-Έχω και πύργο! Πάμε μια βόλτα;
Ποιο άκυρη ερώτηση δεν μπορούσα να του κάνω. Ευτυχώς ξέσπασε σε γέλια. Ωραία γελάει το αγόρι. Και τι ωραία οδοντοστοιχία. Με περνάει μόνο ένα κεφάλι. Καλό αυτό γιατί δεν με κάνει να αισθάνομαι δίπλα του μειονεκτικά. Έχει ξανθά σγουρά μαλλιά και καταγάλανα μάτια σαν τη θάλασσα. Γυμνασμένος τόσο όσο. Όχι τούμπανο προς Θεού. Η φωνή του βαθιά και άκρως ερεθιστική. Τα λόγια του; Βάλσαμο στη ψυχή μου. Ναι, τον ερωτεύτηκα παράφορα. Ναι, τον πίστεψα από τη πρώτη στιγμή. Ναι, ρισκάρω και παίζω με τη φωτιά, αλλά πως θα ήταν η ζωή χωρίς κίνδυνο; Πως θα ήταν τα γενέθλιά μου χωρίς εκείνον μέσα στη βίλα; Πάλι μόνος; Πάλι ποτά και τσιγάρα; Πάλι κλάμ…
Εκείνο το απόγευμα, και η τύχη και η μοίρα και το κισμέτ μου χτύπησαν τη πόρτα. Κατσικώθηκαν στο πλατύσκαλο μέχρι να καταλάβω περί τίνος πρόκειται. Ο δικός μου Έκτορας δεν ήθελε να μου κάνει Botox γιατί μου είπε κατά γράμμα: «Πολλοί σαραντάρηδες θα ήθελαν να είχανε την επιδερμίδα μου και την ομορφιά μου και τον χαρακτήρα μου και το επίπεδό μου και το χιούμορ μου και την προσωπικότητά μου». Τα πάντα πάνω μου του άρεσαν. Στα μάτια του έδειχνα τέλειος. Εγώ και κανένας άλλος.

Μετά από χίλια νάζια κι άλλα δυο χιλιάδες παρακάλια τον κατάφερα και μου έκανε το πρώτο μου Botox. Ο Αντώνης Παλαιολόγος στα σαράντα του ερωτευμένος όσο ποτέ κάνει το πρώτο του Botox. Κάνει τη πρώτη αισθητική παρέμβαση στην εξωτερική του εμφάνιση. Κάνει κάτι για εκείνον που να αξίζει πραγματικά. Για να είμαι ειλικρινείς, είχε μεγάλη διαφορά από τα συνηθισμένα που έβλεπα στο You Tube. Αμέτρητα κεριά αναμμένα, το ράδιο να παίζει ερωτικές μπαλάντες και να πίνουμε παγωμένη σαμπάνια. Ήμασταν και οι δυο γυμνοί στον πανάκριβο δερμάτινο καναπέ. Εγώ από κάτω, εκείνος φυσικά από πάνω. Κράτησε μόνο δέκα λεπτά. Τόση ταλαιπωρία για δέκα λεπτά;
Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Καμιά διαφορά. Εξωτερικά. Μέσα μου; Μέσα μου ένιωθα είκοσι χρονών και να πάει να γαμηθεί και η νεράιδα και το ραβδάκι της μαζί. Ο έρωτας όταν είναι αμοιβαίος κάνει θαύματα. Κινεί γη και ουρανό και θάλασσα μαζί. Κάναμε ατέλειωτες ώρες έρωτα. Τα κορμιά μας είχαν πάρει φωτιά. Μας άκουσαν όλα τα ΒουΠου. Όλο το Σαββατοκύριακο δεν ήθελε να βγούμε απ’ το σπίτι. Δεν ήθελε ακριβά εστιατόρια, ούτε πρώτο τραπέζι πίστα, ούτε καν ένα cocktail στην οροφή της «Μεγάλης Βρετανίας». Ήθελε να είμαστε οι δυο μας. Εκείνος κι εγώ. Όλο το βράδυ του Σαββάτου το βγάλαμε μέσα στη πισίνα. Πίναμε λευκό παγωμένο κρασί, τρώγαμε φρούτα και κοιτάζαμε τ’ αστέρια. Πόσο όμορφα είναι τ’ αστέρια όταν είσαι ερωτευμένος! Πόσα χρώματα γεμίζει η ζωή όταν ο έρωτας έρχεται από εκεί που δεν τον περιμένεις. Μου μιλούσε μέσα στο αυτί. Όμορφα λόγια όπως αρμόζει σε έναν ποιητή και όχι σε πλαστικό χειρούργο…
Λίγα εικοσιτετράωρα μετά όλα τα κωλοπεριοδικά με είχανε στο εξώφυλλο και γράφανε για το πρώτο μου Botox και ότι ο νέος έρωτας παραμένει αίνιγμα. Το ποτήρι ξεχείλισε. Ο Έκτορας επέμενε να μην ασχοληθώ γιατί δεν αξίζει. Ο Έκτορας όμως δεν έζησε μια ζωή με κάμερες, φωτογράφους, συνεντεύξεις, κοσμικά πάρτι, εξώφυλλα, paparazzi. Έκανα ένα και μοναδικό τηλεφώνημα. Στη δικηγόρο μου. Με τη σειρά της έκανε μηνύσεις και προειδοποιητικά τηλεφωνήματα σε όλους αυτούς. Σε όλα αυτά τα σκουπίδια που για να γεμίσουν το πορτοφόλι τους παραβιάζουν την ίδια μου τη ζωή.

Η ΕΥΤΥΧΙΑ είναι μια λέξη με επτά γράμματα και πρέπει να γράφεται πάντα με κεφαλαία. Είμαι πολύ ευτυχισμένος. Αληθινά ευτυχισμένος. Με τον έρωτα στη ζωή μου κατάλαβα ότι η αληθινή ευτυχία δεν κρύβεται στα «υλικά» αλλά στα «αισθήματα». Έτσι κάποια πράγματα άλλαξαν και φρόντισα να ξεφορτωθώ όλα μου τα βάρη όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα γίνεται…
Ο Έκτορας έκλεισε το ιατρείο του στη Θεσσαλονίκη και συνεργάζεται με μια κλινική στο κέντρο. Εγώ κατάφερα και πούλησα σε ξένους τα ξενοδοχεία, και τα κότερα, και τα γυάλινα κτίρια στη Κηφισίας. Κανένας Έλληνας δεν είχε τόσα χρήματα μετρητά. Το έψαξα καλά το πράγμα. Η λιμουζίνα έγινε jeep για να πηγαίνω με τον έρωτά μου στη φωλίτσα μας στην Αράχωβα. Η καριέρα της διεθνούς φήμης τραγουδίστριας πάτωσε οπότε είναι αδύνατον να νοικιάζει τον πύργο στο Λονδίνο. Τον μετέτρεψα σε ένα αξιοπρεπές ορφανοτροφείο όπου φιλοξενούνται παιδιά από άπορες οικογένειες. Το πατρικό μου το σπίτι το κράτησα. Όχι, αυτό δεν μπορώ να το πουλήσω. Αυτό το σπίτι είναι όλη μου η ζωή. Έχτισα και ένα εκκλησάκι Κωνσταντίνου & Ελένης.
Τώρα που είπα «Ελένη» παραλίγο να το ξεχάσω. Την είδα στ’ όνειρό μου. Τη μητέρα μου την Ελένη. Φορούσε κατάλευκο φόρεμα σίγουρα με την υπογραφή της Σίλιας Κριθαριώτη και χαμογελούσε. Έλαμπε ολόκληρη. Όταν τη ρώτησα τι γυρεύει εδώ μου απάντησε με ένα «σ’ αγαπώ ακόμα» και πως αν το αισθανθώ πραγματικά να μη φοβηθώ να το ξεστομίσω στον δικό μου Έκτορα. Την επόμενη μέρα του το είπα. Χωρίς φόβο και πάθος.
Το μόνο κουλό είναι ότι ο νέος δήμαρχος των Αθηναίων βρήκε κακόγουστο το άγαλμα του Λευτέρη στη πλατεία Κολωνακίου. Μάλλον ζήλευε και δεν το παραδεχόταν. Ο συγχωρεμένος μπορεί να ήτανε κοντός αλλά είχε κάψει καρδιές. Αληθινός άντρας. Χωρίς πολλά λόγια το πήρα από εκεί και το έφερα σπίτι. Του αφαίρεσα τη ζωή. Όσα χρόνια κι αν περάσουν αυτό δεν ξεχνιέται…
Το «happy end» στην ιστορία είναι ότι οι μήνες περνάνε και αντί να βαρεθούμε ο ένας τον άλλον, εμείς θέλουμε να είμαστε μαζί όσο το δυνατό περισσότερες ώρες γίνεται. Οπότε όποιος ανόητος είπε ότι ο έρωτας είναι ένα μπαλόνι που ξεφουσκώνει μάλλον δεν ερωτεύθηκε ποτέ. Ο Έκτορας δεν συγκρίνεται για έναν και μοναδικό λόγο. Με αγάπησε και θα μ’ αγαπάει γι’ αυτό ακριβώς που είμαι. Δεν θέλει να αλλάξει τίποτα επάνω μου. Ούτε τον τρόπο που κρατώ το τσιγάρο, ούτε τα φανταχτερά μου ρούχα, ούτε το δυνατό μου γέλιο…
Θέλω τον Έκτορα στη ζωή μου. Για πάντα. Θέλω να κοιμάμαι και να ξυπνάω μαζί του. Θέλω το χαμόγελό του και το φιλί του. Εκείνο το πρώτο φιλί της ημέρας που μου αφήνει στα χείλη πριν φύγει για τη δουλειά. Τον παρακάλεσα να σταματήσει να δουλεύει γιατί χρήματα έχω για τις επόμενες τρεις ζωές και μου απάντησε σε ήρεμο τόνο πάντα πως τα χρήματα δεν φέρνουν την ευτυχία. Το βούλωσα το ίδιο δευτερόλεπτο...

Η ώρα έξι το πρωί. Τα μάτια μου καίνε. Κάπνισα πολλά τσιγάρα και ήπια ακόμη πιο πολλά ποτήρια κρασί. Τα κεριά σβήσανε μόνα τους. Το cd της Celine Dion σταμάτησε να παίζει. Τα πουλιά ξυπνάνε και αρχίζουν το δικό τους τραγούδι. Λίγο πριν βάλω τελεία στην ιστορία μου, σκάει ένα μήνυμα στο κινητό από τον Έκτορα. Μόνο δυο λέξεις τόσο αληθινές που αξίζουν για χιλιάδες…

Καλημέρα Σ’ αγαπώ.-

Copyright © All rights reserved Κωνσταντίνος Ιωακειμίδης, Αθήνα 2015

CV
Αποφοίτησα από τη Δραματική Σχολή «Ίασμος» του Βασίλη Διαμαντόπυλου το 2003. Στο Θέατρο έχω λάβει μέρος στις παραστάσεις 2014 «DIVA» σκην. Κώστας Ζέκος, 2011 «ΤΡΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΕΝΝΙΑ», σκην. Βούλα Στυλιανού, 2009 «ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΒΟΤΟΧ» σκην.T. Ντούσκα, 2008 «ΣΥΡΑΝΟ ΝΤΕ ΜΠΕΡΖΕΡΑΚ» σκην. Εύη Γαβριηλίδη, 2007 «ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ Ο ΠΑΡΑΒΑΤΗΣ» σκην. Ν. Τσακίρογλου, 2005 «ΜΑΓΙΚΟΣ ΑΥΛΟΣ» του Μότσαρτ, 2004 «ΜΑΓΙΚΗ ΠΟΛΗ» μιούζικαλ, 2003 «ΤΟΥΡΑΝΤΩ» Τζ. Πουτσίνι σκην. Ν. Πετρόπουλος, 2002 «ΑΝΤΙΓΟΝΗ» σκην. Δ. Παπακωνσταντίνου, 2002 «ΜΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ» Ι. Καμπανέλλη σκην. Γ.Μιχαηλίδη, 2002 «ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ» Μ. Θεοδωράκη σκην. Γ. Μιχαηλίδη, 2002 «ΒΑΚΧΟΣ» Π. Μελισσινού. Στην τηλεόραση: «FREDO CAPUCCINO ΜΕΤΡΙΟ», «3-2-1-AYΛΑΙΑ», «Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΠΕΘΕΡΑ», «ΜΑΡΙΑ Η ΑΣΧΗΜΗ», «ΕΝΤΙΜΟΤΑΤΟΙ ΚΕΡΑΤΑΔΕΣ», «ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΕΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΥ», «ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΟΜΟΡΦΟΠΑΙΔΟ», «ΣΝΑΚΣ», «ΟΙ ΣΤΑΒΛΟΙ ΤΗΣ ΕΡΙΕΤΤΑΣ ΖΑΙΜΗ», «ΛΙΣΤΑ ΓΑΜΟΥ».
Έχω εκδώσει δύο βιβλία «Το Τελευταίο Botox και άλλες ιστορίες» (διηγήματα) και το μυθιστόρημα «Ερμή…Μη!». Το καινούργιο μου βιβλίο έχει τίτλο «Φόνοι στην Κρυστάλλη» και θα κυκλοφορήσει το καλοκαίρι…
Έχω παρακολουθήσει μαθήματα Δημιουργικής Γραφής με τη Συγγραφέα/Δημοσιογράφο Μανίνα Ζουμπουλάκη. Είχα μόνιμη στήλη στην εφημερίδα «Εγνατία» (true stories) και στο free press «City Uncovered» (μονόλογοι). Πολλά κείμενά μου έχουν δημοσιευτεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό «Πολιτισμός Πολίτης», στο avmag.gr και στο koukidaki.blogspot.com. Τον ελεύθερο χρόνο μου γράφω στο «methismenesistories. blogspot.com».
Διαβάζω: Μανίνα Ζουμπουλάκη, Αύγουστο Κορτώ, Χρήστο Χωμενίδη, Άλκη Ζέη, Ζώρζ Σαρρή.
Ακούω: Jamming funkers, soundtracks, Ελληνικά.
Πηγαίνω Θέατρο: Τρείς φορές την εβδομάδα.
Σινεμά: Πλέον σπάνια…
Γράφω: κάθε φορά που έχω έμπνευση και ευτυχώς αυτό συμβαίνει συνέχεια…
Η σχέση μου με τον αθλητισμό φτάνει μέχρι το ποδήλατο. Ζω από τότε που γεννήθηκα στη Νίκαια με τους γονείς μου και είμαι από έξι παιδιά ο τελευταίος!

Περισσότερα από/για τον Κωνσταντίνο Ιωακειμίδη:
Το τελευταίο Botox και άλλες ιστορίες...
Αντίο facebook
O Κωνσταντίνος Ιωακειμίδης για το "ΕΡΜΗ... ΜΗ!"
Έφυγε νύχτα
Πρεμιέρα για μια DIVA

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Σάντυ Κυριακή ΗλιάδουΝατάσσα ΕξάρχουΣωτηρία ΙωαννίδουΚέλλυ ΚαϊμάκηΠαναγιώτης ΣταυρόπουλοςMo HayderΆννα Σελίδου
Γιάννης ΦιλιππίδηςΕυδοκία ΣταυρίδουΓιώργος ΙωαννίδηςPaullina SimonsΧρήστος ΧτιστόπουλοςΓεώργιος ΤζιτζικάκηςΘεόφιλος Γιαννόπουλος
Ασημίνα ΞηρογιάννηΝίκος ΚρίκαςΣοφία ΓουδετσίδουMargaret DalkourΝάντια ΠαπαθανασοπούλουΓιώργος ΔάμτσιοςΓρηγόρης Τριγλίδης