ΚΕΡΔΙΣΤΕ: Διπλές προσκλήσεις: Ο πλανήτης *** Μυθιστορήματα: Το κέρδος της αμφιβολίας * Τατιάνα και Αλεξάντερ * Κάποτε στη Μυτιλήνη * Εκείνος που άκουγε τις επιθυμίες των άλλων * Το αγκάθινο στέμμα * Η Εκάτη της νύχτας * Το τρίπτυχο των ευχών * Νολάιδερς, Οι χαράκτες του πεπρωμένου * Επάγγελμα γραμματέας * Η μήτρα του κακού * Η φυλή των Μασάει-Πεινάει και ο δράκος * Ο σύντομος χειμώνας της ληστοκρατίας * Προδομένες αγάπες * Ερωτευμένο αίμα + Μέσα από τα μάτια σου + Ένοχη απόλαυση

Ο θάνατος παραμονεύει

Του Γιάννη Ρεμούνδου
«Ο Χάρος βγήκε - βγήκε παγανιά
και θέρισε μια γειτονιά»

Άγιος Φεβρουάριος, 1972.
Δήμος Μούτσης – Μάνος Ελευθερίου,
με το Δημήτρη Μητροπάνο.

«ΈΧΩ ΕΝΑ ΚΑΚΟ ΠΡΟΑΙΣΘΗΜΑ» ΜΟΥ ΛΕΕΙ Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ καθώς με βλέπει να κοιτάζω το χάρτη του νησιού ψάχνοντας το χωριό Σκιάδι. Η γυναίκα μου είναι μονίμως κατακλυσμένη από κακά προαισθήματα. Μοναδικό αντίδοτο είναι η μαγειρική, αλλά βρισκόμαστε στο ξενοδοχείο Αρσινόη κι έτσι δεν υπάρχει αυτή η προοπτική για να ηρεμήσει. Της λέω, «Μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά, σε δυο, το πολύ σε τρεις ώρες θα γυρίσω» κι εκείνη μουρμουρίζει, «Είναι καιρός να την παρατήσεις αυτή τη δουλειά. Δεν είμαστε πια νέοι». Είμαστε σχεδόν σαράντα χρονών, πάνω στην ακμή της δημιουργικότητάς μας, δε θέλω όμως να την κακοκαρδίσω, «Θα γίνει κι αυτό στην ώρα του. Ξέρεις την κατάσταση της χώρας γενικώς, πρέπει να βγάλω τον επιούσιον» της εξηγώ κι εκείνη έχει έτοιμη την απάντηση, «Μα είμαστε πλούσιοι. Τι άλλο θέλουμε; Γιατί δεν πάμε στις Μπαχάμες να μουλιάζουμε τα πόδια μας στο νερό!». Γυναίκες! Μόνο τα νύχια τους σκέφτονται. «Όλα θα γίνουν στην ώρα τους» ξαναλέω αόριστα έχοντας το δάχτυλο στο παραθαλάσσιο χωριό Σκιάδι.
Η Αλεξάνδρα αναστενάζει και κοιτάζει από το παράθυρο του ξενοδοχείου τα φώτα του λιμανιού. Το φωταγωγημένο πλοίο της γραμμής κάνει μανούβρες για να δέσει. Ρίχνω μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη. Θέλω να πάω στο ραντεβού μου ντυμένος στην τρίχα. Είμαι αρχαιοκάπηλος. Δεν υπερηφανεύομαι γι’ αυτό, ούτε όμως και θέλω να απολογηθώ. Ολόκληρη η χώρα επιβιώνει από τις εκταμιεύσεις του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, κοτζάμ φάμπρικα έχει στηθεί, σάμπως δεν είναι κι αυτό αρχαιοκαπηλία! Εξειδικεύομαι στα αρχαία νομίσματα κι έχω καλό όνομα στην πιάτσα, δε νομίζω ότι υπάρχει κανείς να αμφισβητήσει την επαγγελματική μου αξιοπιστία.
Αυτό το βράδυ έχω κλείσει ραντεβού με τον Αργύρη Βασιλειάδη στην έπαυλη του αδερφού του, ο οποίος θα γιόρταζε τα γενέθλια της κόρης του ή κάτι τέτοιο, δεν είχα κατάλαβα καλά. Ο Αργύρης ήταν χαμένο κορμί, συνεχώς χρεωμένος λόγω του πάθους του για το τζόγο ή καλύτερα του πάθους του να χάνει στο τζόγο, υπάρχουν και τέτοιοι τύποι. Αναγκαζόταν να ξεπουλάει δίχως να γίνεται αντιληπτός κομμάτι το κομμάτι την ιδιωτική συλλογή του αδερφού του Νικηφόρου, μια πλούσια συλλογή, αφού οι κάτοικοι της περιοχής την εφοδιάζανε ανελλιπώς έναντι πινακίου φακής.

Ο Νικηφόρος Βασιλειάδης ήταν ζωντανός θρύλος για το Σκιάδι από όπου καταγόταν. Είχε ξεκινήσει από το μηδέν κι είχε βρεθεί στα πενήντα πέντε του πάμπλουτος εκμεταλλευόμενος τον αποδοτικό συνδυασμό οξύνοιας και αναλγησίας που διέθετε από φυσικού του, τις ισχυρές γνωριμίες που απόκτησε στην ανοδική του πορεία και τα σκοτεινά παιχνίδια του χρηματιστηρίου. Το Σκιάδι ήταν ένα παραλιακό χωριό κοντά σε αρχαίο οικισμό κι είχε κοινά γνωρίσματα με ένα σωρό άλλα παρεμφερή. Αλλοτριωμένο ίσαμε το μεδούλι από τον ξέφρενο τουρισμό, διατηρούσε όμως και τα προγονικά χαρακτηριστικά του, εσωστρέφεια, κουτοπονηριά και καχυποψία. Νερό πίνανε οι ντόπιοι στο όνομα του Νικηφόρου Βασιλειάδη, γιατί από τη μια βάφτιζε σαν πολιτικός αβέρτα τα παιδιά τους, από την άλλη επηρέαζε τις αποφάσεις της εκάστοτε κυβέρνησης για την οικονομικοτεχνική ανάπτυξη της περιοχής, βλέπε ποικίλες όσες παρανομίες οικοδομικής φύσεως. Ο Βασιλειάδης ήταν ένα αξιοσημείωτο κατάλοιπο φεουδαρχίας μέσα σε συνθήκες υπερώριμου καπιταλισμού.
«Πώς είμαι;» ρωτάω την Αλεξάνδρα και με κοιτάζει λοξά με τα Γιαπωνέζικα μάτια της. Από το λιμάνι ακούγονται τα νευρικά σφυρίγματα των λιμενικών καθώς προσπαθούν να βάλουν σε τάξη τα στίφη των τουριστών που σκουντουφλούν στις σκιές τους. «Κούκλος» απαντάει και διορθώνει το κόμπο της γραβάτας μου. «Αν νυστάξεις, μη με περιμένεις», «Καλά» μού αποκρίνεται αφηρημένα κι ανοίγει την τηλεόραση κι απομένουμε κι οι δύο να παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα το έκτακτο δελτίο ειδήσεων. Ένα αεροσκάφος συνετρίβη στο Ελευθέριος Βενιζέλος, δηλαδή προσγειώθηκε κανονικά, αλλά προτού ακινητοποιηθεί πήρε φόρα και απογειώθηκε, ανέβηκε κάθετα σχεδόν στον ουρανό κι ύστερα έπεσε εξίσου κάθετα στη γη, σκοτώθηκαν όλοι. Τα αίτια παρέμεναν προς το παρόν άγνωστα. «Ζούμε μέσα στον παραλογισμό» σχολιάζω αφηρημένα. «Το παράλογο είναι το υπαρξιακό αντίστοιχο των επιθυμιών μας!» μονολογεί η Αλεξάνδρα επηρεασμένη από τον Καμύ των φοιτητικών της χρόνων.

Στη ρεσεψιόν σιγουρεύομαι για την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσω, παίρνω το νοικιασμένο αμάξι και διασχίζω το Κυκλαδίτικο νησί ανασαίνοντας βαθιά τις μυρωδιές του καλοκαιριού – αντιηλιακό και θυμάρι - τις ποτισμένες με λεπτή υγρασία. Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχουν πλέον χωριά με την κλασική πολιτιστική έννοια του όρου, η κουλτούρα τους έχει μαραθεί και μόνο μια ασαφής νοσταλγία έχει απομείνει. Αφότου η τηλεόραση μπήκε στην καθημερινότητα, η επαρχία ανασαίνει αχόρταγα το μπαγιάτικο αέρα της πρωτεύουσας. Δεν ευθύνεται μόνο η τηλεόραση. Παίζει το ρόλο της κι η υπόγεια επικοινωνία του διαδικτύου κι όλες αυτές οι σκόρπιες πληροφορίες όπου ο καθένας λέει το κοντό του και το μακρύ του, φταίει ότι ζούμε πλασματικά σα συμπιεσμένα αρχεία ανάμεσα από φλύαρες αρλούμπες και εξεζητημένες διαφημίσεις. Τέλος πάντων, σημασία έχει ότι το στερεότυπο έχει αλλοιωθεί, το καλούπι έχει σπάσει.
Φτάνω στο Σκιάδι, βρίσκω το μίνι μάρκετ διακόσια μέτρα μετά την εκκλησία, προσπερνάω το σούπερ μάρκετ Ατλαντίς, στρίβω αριστερά σ’ έναν ιδιωτικό δρόμο με κυπαρίσσια εκατέρωθεν και παρκάρω έξω από τη φωτισμένη έπαυλη του Βασιλειάδη.
Κόσμος λίγος, αλλά εκλεκτός είναι μαζεμένος στο κήπο, άνθρωποι πολυτελείας όλων των ηλικιών, πολύχρωμοι και απαστράπτοντες σαν λουτροκαμπινέδες. Έχουν έρθει με μια θαλαμηγό και τρία ιστιοφόρα, ένας μικρός στόλος αραγμένος στο ιδιόκτητο λιμάνι. Χαμόγελα κι αρώματα και χρυσαφικά, όλα ανοξείδωτα στη φρεναπάτη του καιρού. Ο Αργύρης Βασιλειάδης δεν είναι ανάμεσά τους.
«Τον περιμένουμε από στιγμή σε στιγμή, έχει πεταχτεί σε μια δουλειά που προέκυψε απρόοπτα» μου εξηγεί η δεύτερη ή τρίτη σύζυγος του Νικηφόρου Βασιλειάδη, μια γυναίκα εξωτικής ομορφιάς, τα μισά του χρόνια έχει. «Τι θα πιείτε;» με ρωτάει μια στριφνή κοπέλα με στολή καμαριέρας. Κουνάω αρνητικά το κεφάλι μου. Δεν πίνω ποτέ όταν κάνω δουλειές, γιατί το ποτό με επηρεάζει, μού δημιουργεί κατάθλιψη, με κάνει να αισθάνομαι τη ματαιότητα της ζωής.
Κάθομαι σε μια πολυθρόνα κοντά στην πισίνα και περιμένω παρατηρώντας τους άλλους. Γελαστές συντροφιές, κουτσομπολιό, ευχές, μερικοί το πάνε για χαρτί, μερικοί άλλοι θέλουν να πάνε βόλτα στη φεγγαράδα και να κάνουνε νυχτερινό μπάνιο. Μάλλον δεν έχουν μάθει για το αεροπλάνο που συνετρίβη γιατί κανείς δεν το σχολιάζει. Από αόρατα ηχεία ακούγεται κάποια σονάτα για πιάνο του Μότσαρτ, αλλά δε μπορώ να την εντοπίσω και παιδεύομαι.
Μια γυναίκα του Θεού κάθεται δίπλα μου και με εξετάζει απροκάλυπτα εξονυχιστικά, «Ασφαλώς θα αναρωτιέστε τι κάνω εγώ εδώ πέρα» μου λέει στο τέλος. Δεν αναρωτιέμαι. Είμαι σίγουρος για τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Φοράει ένα ρούχο που μοιάζει κάτι ανάμεσα σε τσουβάλι και χλαμύδα, το βλέμμα της παραπαίει μέσα σε πυρετική μούρλια και στο λαιμό της κρέμεται ένας χρυσός σταυρός απ’ αυτούς που φορούν οι μητροπολίτες. «Είμαι σαν τον άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης… Περιφέρομαι ανάμεσα στους αμαρτωλούς για να τους συνετίσω έστω και την τελευταία στιγμή, να δουν τα σημάδια του Αρμαγεδώνα, το τέλος των ημερών». Κουνάω το κεφάλι μου με κατανόηση κι έχω το βλέμμα μου στην είσοδο μπας και εμφανιστεί ο Αργύρης. «Είμαι η σύζυγος του μέγα αμαρτωλού. Τον βλέπετε εκείνον εκεί με το κόκκινο μπλουζάκι, αυτόν με το μουστάκι που παριστάνει τον Καζανόβα; Είναι ο άντρας μου. Χαρτοκλέφτης εκ γενετής, θα τους τα πάρει όλα. Πάντα έτσι γίνεται κι εγώ προσεύχομαι να χάσει έστω μια φορά ή τουλάχιστον να τον καταλάβουν, αλλά οι προσευχές μου δεν εισακούονται».
Από τη δύσκολη θέση που βρίσκομαι, με βγάζει ο ήχος του τηλεφώνου, «Με συγχωρείτε» μουρμουρίζω και βγάζω το κινητό, «Εσείς είσαστε ξεχωριστός άνθρωπος, αμέσως το κατάλαβα, έχετε αυτό το φωτοστέφανο της άλλης όχθης» μου λέει και σηκώνεται απότομα. Στο ακουστικό ακούω τη φωνή του Αργύρη βραχνή κι αργόσυρτη. «Μου την είχανε στημένη… Μου ρίξανε με το όπλο… Στο στήθος…», ακολουθεί λαχάνιασμα, «Είμαι τραυματισμένος βαριά, δεν ξέρω αν… Έξω από το ξωκκλήσι της αγίας Μαρκέλας…», λαχάνιασμα ξανά, «Δε μπορώ να έρθω στο ραντεβού… Μη με περιμένεις… Δεν είπα τίποτα σε κανένα για σένα» κι άλλο λαχάνιασμα, «Θέλω να είμαι κύριος στα ραντεβού μου… Πάντα ήμουν κύριος!», ακούγεται κάτι σα βογκητό, κάτι σα ρόγχος κι ύστερα ακούγονται μόνο οι γρύλλοι. Αφηρημένα σκέφτομαι ότι είχε δίκιο η Αλεξάνδρα με τα κακά της προαισθήματα. Κλείνω το τηλέφωνο και σηκώνομαι να φύγω έχοντας στην καρδιά μου το παγωμένο χέρι του θανάτου.

«Είναι ώρα να μιλήσουμε για τις δουλειές μας!» λέει δίπλα μου ο Νικηφόρος Βασιλειάδης και με ξαφνιάζει. Χοντρός, φαλακρός, στρογγυλοπρόσωπος, καλοντυμένος, γελαστός κι ευχάριστος. Δε ξέρω τι δουλειές έχουμε μεταξύ μας. Αναρωτιέμαι αν πρέπει να του πω για τον αδερφό του. Τελικά αποφασίζω να μην πω τίποτα. «Με συγχωρείς που σε άφησα να περιμένεις τόσην ώρα, αλλά είχα να μιλήσω με ένα σωρό ανθρώπους που δε σήκωνε αναβολή, έπρεπε να διευθετήσω υποθέσεις. Τώρα όμως ήλθε η σειρά σου, χε χε!». Συνεχίζω να μην καταλαβαίνω. Με χτυπάει φιλικά στην πλάτη, η υπηρέτρια με τη στολή της καμαριέρας έρχεται ξανά κουβαλώντας το δίσκο με τα ποτά, «Πάρετε κάτι, για το καλό, για να ευχηθείτε» επιμένει με το στριφνό της ύφος, αρνούμαι και πάλι. Ο Βασιλειάδης με πιάνει αγκαζέ και περπατάμε πλάι από την πισίνα, ο χαρτοκλέφτης σύζυγός της θρησκόληπτης βοηθάει να στρωθεί το τραπέζι για τα χαρτιά. «Και με τι ασχολείστε;» με ρωτάει ο οικοδεσπότης. «Μεταφορές. Έχω μια μεταφορική εταιρία, κάνουμε διεθνείς μεταφορές κυρίως Ολλανδία και Γερμανία με Σαουδική Αραβία». Δεν είναι ψέματα, είναι η κάλυψή μου. Προσωπικά δεν έχω ιδέα από μεταφορές, έχει όμως ο συνεταίρος μου κι αυτός κρατάει τη ηνία. «Το μεροκάματο να βγαίνει» ψευτογελάει ο Νικηφόρος Βασιλειάδης, είναι φανερό ότι έχω ανέβει στην εκτίμησή του. «Άντε πάμε στη βιβλιοθήκη, μας περιμένουν». Δεν ξέρω ποιος μάς περιμένει, υποθέτω ότι κάτι θα του έχει πει ο Αργύρης. Τον ακολουθώ στο εσωτερικό της έπαυλης με την υψηλής αισθητικής διακόσμηση κι ανεβαίνουμε μια ξύλινη σκάλα.

Η βιβλιοθήκη που μπαίνουμε είναι γεμάτη βιβλία παλαιών εκδόσεων, όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς. Εκτός από τα σπάνια βιβλία υπάρχει κι η μουσική του Μότσαρτ σε δίσκους βινυλίου, σιντί, και μπομπίνες μαγνητοφώνου, οτιδήποτε έχει ηχογραφηθεί. Δύο είναι τα πρόσωπα που μας περιμένουν, η όμορφη γυναίκα του κι η κόρη του, ένα πλάσμα τεραστίων διαστάσεων με πηχτό σα βάλτος βλέμμα. Στέκονται σαν αγάλματα μπροστά από την αραχνοΰφαντη κουρτίνα που κρύβει τις έγνοιες μας από τις ξέγνοιαστες ομιλίες του κήπου. «Τον έφερα το γαμπρό!» περηφανεύεται ο Βασιλειάδης σαν ψαράς που έπιασε ροφό. Οι δύο γυναίκες με κοιτάζουν απορημένες. «Μα δεν είναι αυτός μπαμπά!» αντιδρά η κόρη του κι αμέσως ανοίγει την πόρτα και φωνάζει, «Γεράσιμε, Γεράσιμε!».
Ένας καχεκτικός και χλεμπονιάρης με γυαλιά διανοούμενου και ντύσιμο της λαϊκής αγοράς κάνει διστακτικά την εμφάνισή του. «Γεράσιμος Σάλτης, συγγραφέας» συστήνεται με ασταθή φωνή. Τα έχω χαμένα, ο Βασιλειάδης τα έχει εξίσου χαμένα, γιατί νόμιζε ότι εγώ ήμουν ο υποψήφιος γαμπρός. «Αυτόν αγαπάω μπαμπά» λέει μελιστάλαχτα η κόρη του και εις επίρρωση των λεγομένων της αγκαλιάζει το χλεμπονιάρη και τον εξαφανίζει στην αγκαλιά της. «Είναι αυτός παιδάκι μου άνθρωπος για να γίνει γαμπρός μου! Έλα στα συγκαλά σου!», «Αυτόν αγαπάω, μπαμπά». Κι αρχίζει η κουβέντα κι ο διαπληκτισμός ανάμεσά τους. Ο Βασιλειάδης επιμένει ότι αυτό το μούτρο μοιάζει με προικοθήρα. Ο μελλοντικός γαμπρός έχει ένα υποκριτικά δυστυχισμένο ύφος. «Είναι έντιμος άνθρωπος και καθαρός χαρακτήρας, φτωχός όπως όλοι οι καθωσπρέπει συγγραφείς» επιμένει η κόρη του σαν ηρωίδα του Σαίξπηρ. Η σύζυγος Βασιλειάδη παραμένει αινιγματικά αμίλητη, όσο για μένα, στέκομαι στη γωνιά μου και δεν ξέρω τι να κάνω, η θέση μου είναι λεπτή. Οι άλλοι δεν παίρνουν είδηση την αφύσικη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί, γιατί η βιβλιοθήκη βλέπει στην πίσω μεριά του σπιτιού.
Οι αρχαίοι τραγικοί αναπαύονται στις δάφνες τους πίσω από το κρύσταλλο της βιβλιοθήκης και δε δίνουν δεκάρα για τον έρωτα της Ιουλιέτας, το χωριό αξιολογεί τη μέρα που πέρασε κι ετοιμάζεται για την επόμενη, το φεγγάρι αρμενίζει στην ερημιά της παγκόσμιας έλξης κι ο οικογενειακός καβγάς παίρνει ανεπιθύμητες διαστάσεις, καθώς πατέρας και κόρη είναι αμετακίνητοι στις αποφάσεις τους, «Δε θα τον πάρεις», «Θα τον πάρω», «Δε θα τον πάρεις σου λέω», «Θα τον πάρω, σου λέω, γιατί αλλιώς θα πέσω από το παράθυρο και θα σκοτωθώ», «Δε μπορείς να με εκβιάζεις εμένα, αν σου βαστάει πέσε!».
Πάνω στα νεύρα του το ξεστόμισε, αλλά η κόρη του είτε το παίρνει κατάκαρδα, είτε πάνω στα δικά της νεύρα μπερδεύει το παράθυρο με την πόρτα, δίνει ένα πήδο σα γκαστρωμένη ελαφίνα και βρίσκεται στο κενό. Σα να σκάει καρπούζι ακούγεται ο γδούπος από το κεφάλι της στις πλάκες κι απομένει ακίνητη, τέζα.
«Παιδί μου, παιδί μου, σπλάχνο μου… Συμφορά!» θρηνεί ο απαρηγόρητος πατέρας κοιτάζοντας το άψυχο κορμί της να ταξιδεύει στο υπερπέραν και την παθαίνει την καρδιακή προσβολή. Φέρνει τα χέρια στο στήθος, αναποδογυρίζουν τα βλέφαρά του, παραπατάει, λέει κάτι ασυνάρτητο και σωριάζεται φαρδύς πλατύς. Κάνω να επέμβω, αλλά, «Κανείς δε μπορεί να κάνει τίποτα» με σταματάει η γυναίκα του και απομένουμε ακίνητοι και τον περιμένουμε να πεθάνει. Με έκπληξή μου διαπιστώνω ότι η ομορφονιά κρατάει το χέρι του συγγραφέα, αποκαλύπτοντας επιτέλους τη σχέση τους, φανερώνοντας την πλεκτάνη. Σαν πατημένο σκουλήκι σφαδάζει ο Βασιλειάδης στο παρκέ και στο τέλος τινάζει τα πέταλα.
«Θα πληρώσουμε αδρά για την εχεμύθειά σας» μου υπόσχεται η χήρα πλέον του Βασιλειάδη και της δίνω την επαγγελματική μου κάρτα, τουλάχιστον να βγει κάτι απ’ αυτήν την ιστορία. «Καληνύχτα και ζωή σε λόγου σας! Να ζήσετε, να τον θυμόσαστε…» λέω άτονα κουνώντας το κεφάλι μου με κατανόηση και βγαίνω βιαστικά από την πίσω πόρτα.

Διασχίζοντας το χαλικόστρωτο δρομάκι, ακούω κάποιον απροσδιόριστο θόρυβο, κοιτάζω προσεκτικά και βλέπω πίσω από τα κλαδιά της μουσμουλιάς έναν άντρα γύρω στα εξήντα με ξεπλυμένα γαλάζια μάτια και αραιά ασημένια μαλλιά, να ετοιμάζεται να αυτοπυροβοληθεί, «Τα έχασα όλα» μου εξηγεί με την λακωνικότητα των αυτόχειρων, «Και τι απομένει σε έναν ευπατρίδη όταν τα χάσει όλα;» με ρωτάει ρητορικά και δίχως να περιμένει απάντηση, πυροβολεί το στόμα του και τα μυαλά του τινάζονται πάνω και πάρτον κάτω. Ο χαρτοκλέφτης έχει κάνει καλή δουλειά.
Επιστρέφω τρέχοντας στον κήπο για να ειδοποιήσω τους άλλους και κει με περιμένει νέα έκπληξη. Κρατώντας τις κοιλιές τους είναι πεσμένοι όλοι γύρω από το τραπέζι με τα τραπουλόχαρτα και σπαρταρούν και βογκούν και διπλώνονται κι είναι τα πρόσωπά τους μάσκες της απόγνωσης από τους αφόρητους πόνους. Ανάμεσά τους η θρησκόληπτη στέκεται καμαρωτή και εκφωνεί εκείνο το απόσπασμα του αποστόλου Παύλου που μιλάει για την αγάπη, τονίζοντας ιδιαιτέρως τις λέξεις «κύμβαλο αλαλάζον», ενώ πλάι της η υπηρέτρια με τη στολή της καμαριέρας έχοντας ένα φαρδύ χαμόγελο ικανοποίησης στο στρυφνό της πρόσωπο επαναλαμβάνει σαν ψάλτης, «Νυν απολύεις τον δούλο σου, Δέσποτα!».
«Τι κάνατε;» φωνάζει εκτός εαυτού η χήρα Βασιλειάδη, «Τους ξεκάναμε!» της απαντάνε κι οι δύο μαζί, «Καθαρίσαμε με δηλητήριο την κοπριά και την αμαρτία», απαγγέλλει ο θηλυκός εξολοθρευτής του Κυρίου, «Εγώ έβαλα το δηλητήριο σε όλα τα μπουκάλια με τα ποτά» επαίρεται η διαβολική υπηρέτρια. «Εσείς είναι καλύτερα να φύγετε τώρα, πριν πλακώσει η αστυνομία κι αρχίσουνε οι ανακρίσεις» μου ψιθυρίζει ψύχραιμα ο Γεράσιμος Σάλτης, αφήνοντας να εννοηθεί αυτοί θα τα βόλευαν με τον άλφα ή βήτα τρόπο.
Ακολουθώ τη συμβουλή του και φεύγω δίχως χαιρετούρες. Το χωριό κοιμάται αμέριμνο κι έχει στα κλειστά του βλέφαρα την ψευδαίσθηση του παντοτινού. Και μόνο οι τουρίστες αγρυπνούν χορεύοντας στο beach bar που ξενυχτάει, οι τουρίστες κι οι γρύλοι που τρίβουν σαν πιπέρι το φεγγαρόφωτο μπας κι επιτέλους ζευγαρώσουν.

Η Αλεξάνδρα με περιμένει κοιτάζοντας τα λυπημένα φώτα του λιμανιού να τρεμουλιάζουν στο νερό και ονειρεύεται ξύπνια. «Εντάξει;» με ρωτάει και της εξιστορώ περιληπτικά τα συμβάντα. «Λες κι ο θάνατος παραμόνευε το κάθε μου βήμα» καταλήγω. «Ο θάνατος παραμονεύει! Αυτό μοιάζει με τίτλο διηγήματος. «Μήπως συνάντησες κανένα συγγραφέα;», «Ναι, συνάντησα ένα συγγραφέα, ένα συγγραφέα προικοθήρα» της λέω καθώς γδύνομαι κι ετοιμάζομαι να μπω στο ντους και να βγάλω από πάνω μου τους θανάτους της επικίνδυνης δουλειάς μου. «Όλοι οι συγγραφείς είναι μαύρα φίδια, σκοτεινές ψυχές» μονολογεί με χασμουρητό η Αλεξάνδρα επηρεασμένη από την απατηλές εκπομπές της τηλεόρασης.

¤

Ένα διήγημα της συλλογής "Έγκλημα στο χωρίο" του Β Διαγωνισμού Διηγήματος "Στέλιος Ξεφλούδας". Πληροφορίες για τη συλλογή και περισσότερα διηγήματα θα βρείτε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Νικολία ΠανίδουΔημήτρης ΛάμπρουΣωτηρία ΙωαννίδουΧρήστος ΝομικόςΆννα ΣελίδουΑθηνά ΤερζήΠαναγιώτης Σταυρόπουλος
Γιάννης ΦιλιππίδηςΚερδίστε τρία μυθιστορήματαΓιώργος ΙωαννίδηςΘεόφιλος ΓιαννόπουλοςΧρήστος ΧτιστόπουλοςΧαράλαμπος ΒοΐδηςΟ πλανήτης
Ασημίνα ΞηρογιάννηΝίκος ΚρίκαςΠαναγιώτης ΑσημεόνογλουMargaret DalkourΝάντια ΠαπαθανασοπούλουΠέτρος ΖήκοςΓιώργος Δάμτσιος