Ο Δημήτρης Θανασούλας και το "Αντίο λοιπόν"

Πως σας ήρθε η ιδέα;
Δ.Θ.: Πάντα, διάφορες ιδέες "συλούσαν" το μυαλό μου. Εκείνη την περίοδο, το 2005, ενώ βρισκόμουν στο Λονδίνο, και ολοκλήρωνα σιγά σιγά το διδακτορικό μου (στην Ψυχολογία της Εκπαίδευσης), είδα σαν όραμα αυτή την ιστορία, την οποία και διάνθισα με πραγματικά στοιχεία, όσον αφορά σε κάποιους ήρωες.

Που γράψατε το βιβλίο σας;
Δ.Θ.: Στην Αθήνα και στο Λονδίνο.

Πόσο χρόνο σας πήρε η συγγραφή;
Δ.Θ.: Εφόσον η συγγραφή του προϋπέθετε και έρευνα, μου πήρε πάνω από χρόνο.

Πως θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας με δυο λόγια;
Δ.Θ.: Απότοκον μαγικού ρεαλισμού.

Θέλετε να μας δώσετε μια περιγραφή;
Δ.Θ.: Ο ήρωας είναι ένα μικτό παιδί, σχεδόν δεκατριών, σε ένα φανταστικό χωριό των Ιωαννίνων, με παράξενη, ιδιάζουσα ψυχολογία, αλλά με φιλομάθεια, με οξυδέρκεια, όπως δηλαδή είναι πολλά παιδιά, όταν αφήνονται στην πραγματικότητα του φανταστικού τους κόσμου. Οι "δόσεις πραγματικότητας" τις οποίες λαμβάνει από τον έξω κόσμο, που είναι προβληματικός, φροντίζει να μην τον εθίσουν, όπως γίνεται στους περισσότερους ενήλικες, οι οποίοι παραδίδονται αμαχητί -ίσως- στη λαίλαπα της ώσμωσης.

Τι αγαπήσατε περισσότερο σε αυτό το βιβλίο;
Δ.Θ.: Το ότι έσταξα κάτι από μένα εκεί μέσα. Το αγάπησα και το μίσησα, και θέλω να πιστεύω ότι και οι αναγνώστες θα πιαστούν σε αυτή τη δυνατή αμφίθυμη "διελκυστίνδα."

Ποιος είναι ο πιο αγαπημένος σας ήρωας και γιατί;
Δ.Θ.: Ο ήρωας του Ζισκίντ στο "Άρωμα." Με έναν φαινομενικά άρρωστο τρόπο, ζει έντονα τη ζωή, κάτι που πολλοί από μας ορρωδούμε να τολμήσουμε. Η πολλή "κανονικότητα" είναι εξίσου διαβρωτική με το "ζην επικινδύνως."

Τι προσφέρει αυτό το βιβλίο στον αναγνώστη, βιβλιόφιλο ή βιβλιοφάγο;
Δ.Θ.: Ένα παραμύθι που θα μπορούσε να είναι αληθινό. Μια ενδοσκόπηση χωρίς νουθεσίες. Μια "βουκέντρα" να συνειδητοποιήσουμε πως ό,τι είναι βαθιά προσωπικό είναι, ταυτόχρονα, και βαθιά (παν)ανθρώπινο.

Ποια είναι η μεγαλύτερη αγωνία σας;
Δ.Θ.: Μη χάσω την όρεξη για δημιουργία, όποια μορφή κι αν έχει αυτή. Μη συμφιλιωθώ με ό,τι υπονομεύει την "ανάσα" μου. Μη γίνω μεγαλύτερος από το εγώ μου, και μικρότερος από τον αληθινό μου -πέρα από το εγώ- Εαυτό...

Φοβάστε...
Δ.Θ.: Δεν είμαι ιδιαίτερα φοβικό άτομο. Παρ' όλα αυτά, φοβάμαι τα στερεότυπα, φοβάμαι τις "συνταγές επιτυχίας," φοβάμαι τον φασισμό του να έχεις πάντα δίκαιο, φοβάμαι τις θολωμένες κρίσεις, φοβάμαι την ολιγωρία προς τους άλλους και την αυτοπροβολή που χάνει το μέτρο, φοβάμαι μήπως περιοριστώ/περιοριστούμε στα "εντελώς απαραίτητα," χωρίς τέχνη, μουσική, λογοτεχνία, διανοητικές "πολυτέλειες." Φοβάμαι τα τρίπτυχα "Θρησκεία-Πατρίς-Οικογένεια." Τελικά, μάλλον είμαι φοβικό άτομο...

Αγαπάτε...
Δ.Θ.: Ό,τι είναι αληθινό, πρωτότυπο, ζυμωμένο με γνώση και κόπο...

Ελπίζετε...
Δ.Θ.: Ελπίζω σε λιγότερη προσωπολατρεία, και σε περισσότερη ευαισθησία στο καινούργιο, σε ό,τι δηλαδή δεν ταιριάζει με τα μέσα "σχήματά" μας. Θέλω πιο πολλή Εγελιανή λογική (θέση-αντίθεση-σύνθεση) και λιγότερη τυφλή "υπακοή."

Θέλετε...
Δ.Θ.: Να δίνω και να μου δίνονται ευκαιρίες για έκφραση/προέκταση/επέκταση. Να είμαι πολίτης/ταξιδιώτης του πλανήτη Γη, χωρίς μισαλλοδοξίες και στεγανά.

Ποιοι αναγνώστες θα λατρέψουν αυτό το βιβλίο;
Δ.Θ.: Δυνητικά, όλοι μπορεί να το λατρέψουν και να το μισήσουν. Μπορεί να το λατρέψουν όσοι θέλουν ακόμη να μαθαίνουν. Αυτοί που "τα ξέρουν όλα" μπορεί και να μη το λατρέψουν, που είναι χειρότερο από το να το μισήσουν...

Γιατί πρέπει να το διαβάσουμε;
Δ.Θ.: Δεν υπάρχει "πρέπει" στη λογοτεχνία. Το ίδιο το κείμενο θα επιβάλει την παρουσία του, είτε θετικά είτε αρνητικά. Αν σε κάνει να ξεχάσεις ότι αυτή τη στιγμή διαβάζεις, αν η ίριδά σου εστιάσει στις καταστάσεις και όχι στη σελίδα που κρατά το χέρι σου, τότε κάτι μαγικό μπορεί και να συμβεί. Με την άρση της δυσπιστίας και τα πιο εξωφρενικά πράγματα μπορεί να συμβούν, φτάνει να είμαστε δεκτικοί σε νέες "πραγματικότητες."

Γιατί δεν πρέπει;
Δ.Θ.: Ούτε πρέπει ούτε δεν πρέπει. Κι αυτοί που με ξέρουν, ας το διαβάσουν, έρχονται υπόψιν τους αυτό που είπε ο Ρολάν Μπαρτ περί "θανάτου του συγγραφέα." Το έργο αυτονομείται, το έργο είναι ένα αυτόφωτο ον που γεννήθηκε στη σκιά του συγγραφέα, αλλά που θα διαγράψει μια ανεξάρτητη πορεία.

Που/πως μπορούμε να βρούμε το βιβλίο σας;
Δ.Θ.: Από τις εκδόσεις iWrite και, μετά την πρώτη παρουσίασή του (γύρω στις 25 Ιουνίου), θα μπορείτε να το βρίσκετε στον Ιανό, στα Public, στην Πολιτεία, στην Πρωτοπορία, καθώς και στα καινούργια βιβλιοπωλεία ΝΑΚΑ.

Που μπορούμε να βρούμε εσάς;
Δ.Θ.: Στο Facebook, στο email μου akasa74@hotmail.com, κάπου έξω για καφέ και συζήτηση...

Ποιο χρώμα του ταιριάζει;
Δ.Θ.: Του ταιριάζει το πράσινο της προσμονής και το γαλάζιο του ονείρου...

Ποια μουσική;
Δ.Θ.: Bach, Chopin, Νίκος Ξυδάκης...

Ποιο άρωμα;
Δ.Θ.: Της υγρής γης...

Ποιο συναίσθημα;
Δ.Θ.: Της ένθεης λογικής και της άθεης παρόρμησης (αν και δεν είναι συναισθήματα ακριβώς...)

Αν δεν ήταν βιβλίο, τι θα μπορούσε να είναι;
Δ.Θ.: Έργο, μουσικό κομμάτι, μια φευγαλέα σκέψη...

Αν δεν ήσασταν συγγραφέας τι θα μπορούσατε να είστε;
Δ.Θ.: Είμαι λίγο συγγραφέας, αρκετά καθηγητής και πολύ μεταφραστής. Κι ο μεταφραστής είναι συν-συγγραφέας...

Ποιον συγγραφέα διαβάζετε ανελλιπώς;
Δ.Θ.: Irvin Yalom, και πολλούς άλλους...

Σας έχει επηρεάσει άλλος συγγραφέας στον τρόπο που γράφετε ή σκέφτεστε ή ζείτε; Ποιος/ποιο βιβλίο;
Δ.Θ.: Ο Oscar Wilde, ο Tennessee Williams, ο James Joyce, οι Μεταφυσικοί Ποιητές του 17ου αιώνα, ο Emerson, Ο Thoreau... Ο Βέρθερος του Γκαίτε με επηρέασε πολύ σε νεαρή ηλικία.

Οι ήρωές σας μπορούν να σας κατευθύνουν ή εσείς και μόνο ορίζετε την συνέχεια και τις τύχες τους;
Δ.Θ.: Μια ψευδαίσθηση είναι αυτός ο έλεγχος. Το ζητούμενο είναι να τον χάσεις, για να κερδίσεις κάτι ανώτερο: συνειδητότητα, η οποία είναι έλεγχος και μη-έλεγχος, ταυτόχρονα.

Τι χρειάζεται κάποιος για να γράψει; Φαντασία ή εμπειρία;
Δ.Θ.: Και τα δύο, και πολλά άλλα: όραμα, γνώση, μια ευτυχισμένη συγκυρία. Δεν φτάνει μια "χάρις."

Τι καθορίζει την επιτυχία σε ένα βιβλίο;
Δ.Θ.: Η θεματική του, το ύφος του, η προσωπολατρεία ή μη του συγγραφέα και των άλλων, οι δημόσιες σχέσεις, πόσο ευεπίφορη είναι η εποχή...

Τι την αποτυχία;
Δ.Θ.: Τα ίδια, όπως και πάνω...

Η βιβλιοφαγία είναι/μπορεί να γίνει κατάχρηση;
Δ.Θ.: Ναι, όταν η ποσότητα "τρώει" την ποιότητα. Επίσης, όταν διαβάζουμε και δεν "αναγιγνώσκουμε."

Ποιον τίτλο βάζετε στο βιβλίο της ζωής σας;
Δ.Θ.: "Τα πάντα ρει, γι' αυτό δεν μουχλιάζει (Αττική σύνταξη)."
Ήταν το ερωτηματολόγιο Ριντ Φερστ για τα νέα βιβλία.
Ή αλλιώς, όχι μόνο το ερωτηματολόγιο του Προυστ.
Διανέμεται αποκλειστικά από το koukidaki.
Αν σας άρεσε, δείτε περισσότερες απαντήσεις επιλέγοντας την ετικέτα Ριντ Φερστ.
Αν είστε συγγραφέας και θέλετε να απαντήσετε στο ερωτηματολόγιο ακολουθείστε τον σύνδεσμο.

Λίγα λόγια/οπισθόφυλλο
Ακροβατώντας ανάμεσα σε μια πρώιμη αιχμηρή ωριμότητα και την πραγματική του ηλικία, ο έφηβος Αντώνης, ζώντας σε κλειστή κοινωνία μικρού χωριού, βιώνει την απαρχή πολλών δύσκολων εμπειριών. Με εξαφανισμένο πατέρα, πολλά αναπάντητα ερωτηματικά και μια ασφυκτική καθημερινότητα, ωθείται σε γοητευτικές για τον ίδιο και αθώες επαναλήψεις κλεπτομανίας. Παράλληλα, ανοίγει, σχεδόν συνειδητά, την πόρτα του πρώτου του έρωτα, στην προσπάθεια να αυτοϊαθεί. Οι αινιγματικές φιγούρες της μητέρας και της θείας τού χαρίζουν το μυστήριο της ζωής από μια εντελώς διαφορετική οπτική, και ο ίδιος υποψιάζεται, ανακαλύπτει, συναιρεί, κι αποχαιρετά. Ψάχνοντας το νόημα της πίστης, αμφισβητεί τα δεδομένα και οργανώνει τη ζωή του χωρίς φόβο. Στο τέλος, με ένα «αντίο λοιπόν,» φτάνει στη λύτρωση της αλλαγής.


Απόσπασμα
Όταν ένα εκκλησίασμα αποτελείται από εικοσιεπτά σχολιαρόπαιδα, άλλα ψηλά και άλλα κοντά, με κοντά παντελονάκια και κοντομάνικα πουκάμισα, τότε δεν είναι ένα απλό εκκλησίασμα. Δεν είναι απλώς ένα κοπάδι από «απολωλότα πρόβατα», όπως λέει με χαρακτηριστικό τρόπο ο παπ’ Ανέστης, αλλά μια αγέλη λύκων που τους έχουν πρόσκαιρα ποτίσει υπνωτικό για να μην επιτεθούν. Μιάμιση ώρα κατήχηση δεν είναι απλό ζήτημα· αν υπολογίσεις τη βαριεστιμάρα που αιωρείται ανάμεσα στα μόρια από λιβάνι και μελισσοκέρι και γίνεται σιγά-σιγά αγανάκτηση και λύσσα, τις οσμές που αναδίδουν τα ιδρωμένα σώματα ύστερα από μια σχολική μέρα γεμάτη φυσική δραστηριότητα στο προαύλιο και το μικρό γυμναστήριο, και την ακατάσχετη φλυαρία μερικών μαζί μ’ αυτή του παπ’ Ανέστη και του διευθυντή μας, τότε έχεις μια χημική ένωση που το μόνο της παράγωγο είναι η έκρηξη! Είμαστε δέκα λεπτά μες στο μικρό ναό και παρακαλώ το θεό, αν υπάρχει, να μας απαλλάξει σύντομα απ’ αυτό το μαρτύριο! Στην αρχή στεκόμαστε όρθιοι, στρέφουμε το ζαλισμένο βλέμμα μας στο ιερό και κάνουμε το σταυρό μας. Μετά ακολουθεί το «Πάτερ Ημών» και το «Πιστεύω», το «σύμβολο της πίστεως», όπως τονίζει ο θεολόγος και διευθυντής μας, και καθόμαστε στα δροσερά στασίδια.
Ο αγκώνας που νιώθω στα πλευρά μου είναι του Τάκη. Αυτός με ακολουθεί παντού, τελικά, παρ’ όλο που τον αποφεύγω συστηματικά! Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά! σκέφτομαι και του ρίχνω μια φονική ματιά. Αυτός όμως δεν το βάζει κάτω με τίποτε.
-Φθηνά τη γλιτώσαμε, μου λέει χωρίς να με κοιτάζει.
-Δεν μας παρατάς! του κάνω εγώ, ενώ υποτίθεται ότι διαβάζω μια προσευχή απ’ το προσευχητάρι που μας έχουν μοιράσει.
-Να κοιτάξουμε να τους πείσουμε να κάνουμε κατηχητικό μαζί με τα κορίτσια, συνεχίζει αυτός προκλητικά.
-Είσαι αγιάτρευτος, αποκρίνομαι εγώ. Καλά λένε ότι η μεγαλύτερη αγιάτρευτη αρρώστια είναι η βλακεία…
-Σσσσ…., κάνει με αγέρωχο ύφος. Βρίσκεσαι σε ιερό χώρο, ειρωνεύεται. Δεν επιτρέπεται να υβρίζεις!
Δεν του δίνω σημασία. Συνεχίζω να διαβάζω την προσευχή κοιτώντας κρυφά το ρολόι μου. Τρία τέταρτα ακόμη…Ο μπροστινός μου, ο Λουκάς, με κρύβει με τις υπερφυσικές του πλάτες, κι έτσι μπορώ με σχετική ευκολία να χαζέψω κάποιες στιγμές κοιτώντας το θόλο, τον πολυέλαιο, την εικόνα του Χριστού και της Παναγίας απέναντι, τα καντήλια, το μπορντό χαλί απ’ την είσοδο ως την Αγία Τράπεζα. Όσο τα κοιτάζω όλ’ αυτά, τόσο πιό πολύ καταλαβαίνω πόσο διαφορετικά και απόκοσμα μοιάζουν. Δεν έχω προετοιμαστεί για όλ’ αυτά τα ακαταλαβίστικα που μιλάνε οι Γραφές. Για τον παππού με τα γένια που έφτιαξε τον κόσμο σε επτά μέρες, για τους Αγγέλους, για τον Αδάμ και την Εύα, για το παραδεισένιο σπίτι τους, για το φίδι που τους κορόιδεψε και τους έστειλε σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο να εξιλεωθούν για το «προπατορικό αμάρτημα» που διέπραξαν, για την καταδίκη τους απ’ τον παππού αυτό, το Θεό, να «αυξάνονται και να πληθύνονται και να κατακτήσουν τον κόσμο», για την ανάγκη του ανθρώπου να κοιτάει ψηλά, στην προσπάθειά του να φθάσει πάλι το θεό, εκεί απ’ όπου «έπεσε» (και «χτύπησε», συμπληρώνω εγώ), για την αγάπη που όλοι μας έχουμε έμφυτη και τίποτε δεν μπορεί να μας τη σκοτώσει, για την ύπαρξη του Καλού και του Κακού στον κόσμο, για την αδυναμία του ανθρώπου να δει τη θεϊκή υπόστασή του, την τάση του να πηγαίνει προς τα κάτω παρά προς τα πάνω, για το «Μαμμωνά» (δεν τον ξέρω τον κύριο) που έχει φορέσει στον άνθρωπο «παρωπίδες» για να μη βλέπει το καλό και να πράττει μόνο το κακό, για το σώμα, την ψυχή και το πνεύμα, από τα οποία αποτελείται ο άνθρωπος, για την αφύπνιση που χρειαζόμαστε όλοι ώστε να πνίξουμε μέσα μας το Σατανά που κουβαλάμε και να γίνουμε μικροί θεοί, να «θεωθούμε»!
Σαν παραμύθι μου φαίνονται όλ’ αυτά! Ώρες ώρες το διασκεδάζω, πραγματικά! Αν ο παπ’ Ανέστης καθόταν με το αγιαστήρι του και την Αγία του Γραφή στο προσκεφάλι μου και μου τα διάβαζε, σίγουρα θα βυθιζόμουν σ’ έναν υπέροχο, γλυκό ύπνο μέχρι το άλλο πρωί! Εδώ μέσα όμως, όρθιος και πεινασμένος, με μερικούς ηλίθιους συμμαθητές, και κάτω απ’ το άγρυπνο γερακίσιο μάτι του διευθυντή, αυτές οι ιστορίες μου φαίνονται ανούσιες και κουραστικές. Η ζωή μου είναι πλασμένη έτσι που δεν χωράει τέτοια ανέκδοτα. Είμαι αρκετά μικρός ώστε να τα βρίσκω διασκεδαστικά, ιδίως όταν βαριέμαι, και αρκετά μεγάλος ώστε να μη τα πιστεύω. Εδώ που τα λέμε, ούτε η μάνα μου τα πιστεύει. Αν η πίστη βέβαια κρίνεται από το πόσο συχνά πηγαίνει κανείς στην εκκλησία, τότε θα πρέπει να θεωρείται φανατική Χριστιανή, αλλά εγώ νομίζω ότι η πίστη δε μετριέται με τα σταυροκοπήματα και με τα κεριά που ανάβεις.
Είναι πολύ αστείοι οι άνθρωποι σαν μπουν μες στο ναό. Ενώ έξω τους βλέπεις αγροίκους και απρόσιτους, ξαφνικά, μόλις πατήσουν το πόδι τους πάνω στο μπορντό χαλί της εκκλησίας, μεταμορφώνονται σε σκυλάκια που τρέχουν ξοπίσω απ’ τ’ αφεντικό τους μήπως και τους ρίξει κανένα κόκαλο. Αυτή την εντύπωση μου δίνουν. Πόσες και πόσες φορές δεν έχω ακούσει άντρες και γυναίκες να μουρμουρίζουν στον εαυτό τους ή σε κανέναν έμπιστό τους, την ώρα που ανάβουν το κερί και κάνουν το σταυρό τους, «Αχ, Άγιε μου Στυλιανέ, Αχ, Παναγιά μου, Αχ, Χριστέ μου, βόηθησε το παιδάκι μου να γυρίσει σύντομα πίσω, βγάλε μας απ’ αυτή τη μιζέρια, κάν’ τον άντρα μου να σταματήσει να πίνει, χάρισέ μου ένα παιδί, λύσε τα μάγια που με δένουν σ’ αυτό το κωλοχώρι, βρέξε χαλάζι και πνίξε τους αμαρτωλούς!» Σαν κούκλες μοιάζουν που κάποιος τις κάνει να μιλάνε. Παίρνουν ένα χαζό ύφος γεμάτο μετάνοια και ευλάβεια και αρχίζουν τα «τερερέμ» μαζί με τον παπά. Κάτι τέτοιες στιγμές νιώθω το χέρι της τρέλας να με γραπώνει απ’ το λαιμό και θέλω να πέσω πάνω τους και να τους τρομάξω, να τους ταρακουνήσω, να τους κάνω να ξυπνήσουν απ’ τ’ όνειρο που ζουν! Αλλά με ποιό δικαίωμα; Σάμπως κι εγώ δε ζω σ’ ένα όνειρο;
Πιστεύω ότι οι άνθρωποι του χωριού μου παίζουν ένα παιχνίδι περίεργο, παίζουν το «κρυφτούλι». Τους αρέσει να δείχνουν κάτι άλλο απ’ αυτό που είναι, κυρίως όταν μπαίνουν στην εκκλησία ή όταν βλέπουν τον παπ’ Ανέστη ή το δάσκαλό μας στο δρόμο. Το ίδιο συμβαίνει και με το χωροφύλακα, τον κυρ Λάμπρο. Κάτι τους συμβαίνει όταν τους βλέπουν. Το ράσο του παπά, το καπέλο του δασκάλου, η στολή του χωροφύλακα…κάτι τους ξυπνά μέσα τους -μπορεί θαυμασμό, σεβασμό, φόβο. Κάτι δε μ’ αρέσει σ’ αυτή την αλλαγή, σ’ αυτό το «φτιασίδωμα» που κάνουν όλοι τους. Μόνο οι γριούλες στην παραγκούπολη είναι αληθινές. Ποτέ δεν τις βλέπεις να προσπαθούν να γίνουν κάτι άλλο απ’ αυτό που πραγματικά είναι. Δεν αρνιούνται τη φύση τους. Αν το έκαναν, θα μοιάζανε τόσο γελοίες, σαν μια αράχνη που θέλει να κάνει τη μέλισσα! Κι εγώ καμιά φορά γίνομαι γελοίος όταν προσπαθώ να το παίξω μεγάλος, να δω τον κόσμο όπως τον βλέπουν οι κυράτσες της αυλής μας ή ο Μιχάλης, ο γιος της Μαρίτσας. Δεν μπορώ να το καταφέρω! Το κέλυφος που με περιβάλλει δεν μ’ αφήνει να μιλήσω την ίδια γλώσσα με τους συγχωριανούς μου. Εκπέμπουμε σε άλλες συχνότητες, πώς το λένε! Αυτοί, όταν πιάνει βροχή, σφαλίζουν τις πόρτες και τα παράθυρά τους, ενώ εγώ βγαίνω έξω και κυνηγάω το σύννεφο να πιω όσο πιό πολλή βροχή μπορώ! Μεταφορικά μιλάω… Η βροχή δεν υπήρξε ποτέ το «φόρτε» μου…

Το παραπάνω απόσπασμα του μυθιστορήματος δημοσιεύθηκε στη σελίδα του βιβλίου στο facebook.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Σάντυ Κυριακή ΗλιάδουΝατάσσα ΕξάρχουΓιώργος ΓιαντάςΚέλλυ ΚαϊμάκηΣτέλιος ΜοίραςΜαρία ΚατσούπηMo Hayder
Γιάννης ΦιλιππίδηςΕυδοκία ΣταυρίδουΠαναγιώτης ΝτούσκαςPaullina SimonsΒασιλική ΦράγκουΓεώργιος ΤζιτζικάκηςΠόλυ Μοσχοπούλου
Κερδίστε ως και πέντε μυθιστορήματαΧρυσούλα ΒακιρτζήΧρήστος ΠαπουτσήςΜαριάνα ΝικολιδάκηΧριστόφορος ΤριάντηςΓρηγόρης ΤριγλίδηςKate Saunders