Η κληρονομιά

Κωνσταντίνου Βαρδή

Μέρος πρώτο*
Ο Τζος άνοιξε τα μάτια του· αν ήταν βέβαια αυτό το όνομά του. Δεν θυμόταν τίποτα. Δεν είχε σκέψεις, δεν είχε αναμνήσεις. Ποιος ήταν, πού ήταν και πάνω από όλα… πώς βρέθηκε σε αυτή τη θέση. Το κεφάλι του σφυροκοπούταν από έντονη ημικρανία κάνοντάς τον να αισθάνεται τα αγγεία του να πάλλονται σε κάθε χτύπο της καρδιάς του. Και αυτή η μυρωδιά… τι αηδία…; σκέφτηκε. Σίγουρα κάτι πρέπει να βρισκόταν σε αποσύνθεση δίπλα του. Κάτι που σίγουρα, κάποτε, πρέπει να ήταν ζωντανό.
Κοίταξε μα δεν μπορούσε να δει. Για λίγο πίστεψε πως είχε χάσει το φως του. Πως αυτό που φοβόταν περισσότερο από όλα στη ζωή του ήταν πια γεγονός. Ήταν τυφλός. Μα… όχι. Κάπου στο βάθος αυτής της κλειστοφοβικής κατάστασης μπόρεσε να αντικρίσει μία δεσμίδα φωτός να μπαίνει, σαν κλέφτης, μέσα από μία χαραμάδα. Ίσως κάπου εκεί έξω να βρισκόταν η απάντηση σε όλα του τα ερωτήματα. Ευτυχώς· δεν ήταν τυφλός. Μήπως όμως ονειρευόταν; Έντονη ζάλη είχε μπερδέψει τις αισθήσεις του. Ίσως… ίσως αν χτυπήσω το μάγουλό μου, καταφέρω να ξυπνήσω.
Προσπάθησε να κουνήσει τα χέρια του. Μάταια… οι καρποί του ήταν δεμένοι σφικτά. Μάλλον σχοινί, όπως κατάλαβε, και σίγουρα ήταν χοντρό. Τα πόδια όμως…; κι αυτά το ίδιο. Ο Τζος στεκόταν όρθιος χωρίς όμως να πατάει στο έδαφος. Ήταν λες και κάποιος τον είχε τοποθετήσει σε έναν κάθετο προκρούστη. Τράβηξε με δύναμη τεντώνοντας την μέση του. Πόνος και κάψιμο ακριβώς στο κέντρο. Άδικος κόπος, τα δεσμά του ήταν πιο ισχυρά από εκείνον. Άλλωστε όποιος τον είχε βάλει εκεί δεν θα είχε σκοπό να τον αφήσει να διαφύγει. Θα είχε πάρει τα μέτρα του. Απογοήτευση.
Σταμάτησε για μία στιγμή την προσπάθεια και προσπάθησε να βασιστεί στις λιγοστές αισθήσεις που είχε διαθέσιμες· την όσφρηση και την ακοή. Εκτός από την έντονη μυρωδιά της πτωμαΐνης μπορούσε να διακρίνει αιθανόλη και φορμαλδεΰδη. Ίσως βρισκόταν μέσα σε κάποιο χειρουργείο ή σε κάποιο εργαστήριο. Άρχισε και πάλι αψηφώντας τον πόνο να τινάζεται μπρος-πίσω χτυπώντας την ξύλινη κατασκευή που τον περιόριζε. Σίγουρα είχε αρχίσει να έχει κάποιο αποτέλεσμα. Μερικά μπουκαλάκια γυάλινα άρχισαν να πέφτουν στο πάτωμα σπάζοντας σε δεκάδες κομμάτια που σκορπίστηκαν τριγύρω. Το περιεχόμενό τους ήταν καυστικό. Οι αναθυμιάσεις έκαναν δυσκολότερη την ήδη επιβαρυμένη του αναπνοή. Και αυτή η καταραμένη σκοτεινιά.
Όσο περνούσε η ώρα, η δέσμη φωτός άρχισε να σβήνει κι αυτή όπως και ο ήλιος πίσω από τα ψηλά βουνά. Το σκοτάδι έπεσε βαθύ φέρνοντας μαζί του ακόμη χαμηλότερη θερμοκρασία. Το κορμί του ξεκίνησε να τρέμει μετατρέποντας τον πόνο σε μαρτύριο. «Μην καταρρεύσεις τώρα Τζος…» ψιθύρισε. Ήδη το όνομά του είχε έρθει στο μυαλό του. Κάτι ήταν κι αυτό. Ένα μικρό σημάδι πως η μνήμη του επανερχόταν. Αυτό τον ηρέμησε λίγο. Ίσως, αν μπορούσε να θυμηθεί περισσότερα πράγματα να μπορούσε να σκαρφιστεί κι έναν τρόπο για να ελευθερωθεί. Όμως αυτό δεν ήταν εύκολο καθώς ο θυμός και η απογοήτευση δυσκόλευαν το έργο του. Για μία στιγμή ηρέμησε.
Ένα απαλό θρόισμα ακούστηκε να έρχεται από την άλλη πλευρά του τοίχου. «Είναι κανείς εδώ…;» φώναξε με όλη του τη δύναμη. Η φωνή του έκανε έναν ελαφρύ αντίλαλο και χάθηκε πολύ γρήγορα. Δοκίμασε να φωνάξει ξανά προσπαθώντας, από τον ήχο, να καταλάβει την σύσταση του δωματίου που ήταν κλεισμένος. Πρέπει να ήταν κάποιο δωμάτιο μήκους έξι με εφτά μέτρων χωρίς πολλά αντικείμενα μέσα. Τα τοιχώματα σίγουρα ήταν από ξύλο για αυτό απορρόφησαν τον ήχο τόσο γρήγορα. Το θρόισμα ακούστηκε ξανά, μόνο που αυτή τη φορά δεν το δημιουργούσε ο αέρας. Κάτι σάλευε βγάζοντας βρυχηθμούς. Κάποιο ζώο… σκέφτηκε.
Ο Τζος προσπάθησε να φωνάξει ξανά όμως ένα δυνατό κάψιμο, που άρχισε να διαχέεται σε όλο του το κορμί, τον σταμάτησε. Ήταν λες και κάποιος του είχε χορηγήσει κάποιου είδους φάρμακο και τώρα αυτό είχε αρχίσει να επιδρά στον οργανισμό του. Το κάψιμο επικεντρώθηκε στον δεξί του ώμο. Ο πόνος ήταν αβάσταχτος αλλά παράλληλα άρχισε να νιώθει μία διαύγεια και όλες του τις αισθήσεις να οξύνονται. Τώρα ψίθυροι έφταναν στα αυτιά του και μυρωδιές κάθε είδους. Οι κόρες των ματιών του διαστάλθηκαν σε σημείο που μπορούσε να δει λεπτομέρειες του δωματίου, μέσα στο πυκνό σκοτάδι, που λίγη ώρα πριν δεν έβλεπε τίποτα. Ναι, βρισκόταν μέσα σε ένα εργαστήριο το οποίο όμως ήταν επενδεδυμένο με ξύλινες επιφάνειες. Μπορούσε ακόμη να διακρίνει και τις μικρές χαρακιές ή και τους ρόζους του ξύλου.
Η ανάσα του έγινε απελπιστικά γρήγορη και κοφτή. Σήκωσε αμέσως το κεφάλι του και κοίταξε τα δεσμά που τον κρατούσαν περιορισμένο. Ήταν ένα χοντρό σχοινί δεμένο σε κάθε του άκρο. Τράβηξε με όλη του τη δύναμη βλέποντας αυτή τη φορά τις προσπάθειές του να αποδίδουν καρπούς. Οι κόμποι άρχισαν να ανοίγουν λίγο χωρίς όμως να χωράνε τα χέρια του να ξεγλιστρήσουν από μέσα. Ήταν κοντά στην αποδέσμευσή του και έτσι συνέχισε να τραβάει πληγώνοντας τους καρπούς του. Το σχοινί γέμισε με ζεστό αίμα που άρχισε να κατρακυλάει πάνω στα χέρια του. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσε το ίδιο του το αίμα να μυρίζει τόσο όμορφα. Μία ακατανίκητη επιθυμία τον οδήγησε να βγάλει την γλώσσα του και να γλείψει τις λιγοστές σταγόνες που έφτασαν στον σηκωμένο του ώμο. Και μάλλον δεν ήταν ο μόνος που το μύρισε.
Γρυλίσματα ακούστηκαν έξω από το δωμάτιο που γίνονταν ολοένα και εντονότερα. Άναρθρες κραυγές μπλεγμένες μεταξύ τους σε μία αναστάτωση που μαρτυρούσε πείνα. Αυτό τον τρόμαξε ακόμη περισσότερο. Δεν ήξερε τι έπρεπε να φοβάται πιο πολύ. Το έξω ή το μέσα; Ένα δυνατό κάψιμο μούδιασε τον πληγωμένο του καρπό. Σήκωσε το κεφάλι του και έκπληκτος είδε το ποτισμένο σχοινί με αίμα να σαπίζει ίνα-ίνα μέχρι να μείνουν λιγοστές κλωστές αδύναμες πια για να συγκρατήσουν το ξαφνικό τίναγμα του χεριού του. Ήταν σχεδόν ελεύθερος. Τα υπόλοιπα ήταν θέμα λεπτών. Τώρα θα μπορούσε να λυθεί. Αρκετά σύντομα βρέθηκε να πατάει στο υγρό και κολλώδες, από μία λίμνη αίματος, πάτωμα.
Περπάτησε μέχρι τη χαραμάδα και κοίταξε έξω. Μέσα στο σκοτάδι αρκετά μπορούσαν να του κρυφτούν μα όχι όλα. Μαύρες σκιές σε μέγεθος αρκούδας έτρεχαν με μεγάλη ταχύτητα από δέντρο και βράχο, σε πλαγιά κι ανάποδα. Για λίγο τραβήχτηκε προς τα πίσω. Είχε αμφιβολίες για αυτό που είδε. «Θεέ μου!» ψιθύρισε γεμάτος απορία. Δεν ήταν ζώα καθώς περπατούσαν στα δύο και σίγουρα δεν ήταν ούτε άνθρωποι, καθώς δεν είχαν το παρουσιαστικό τους. Τότε τι ήταν; Μαυροκόκκινο τρίχωμα γυάλιζε στο σεληνόφως και δόντια σουβλερά με ένα ζευγάρι κόκκινα μάτια. Πλάσματα βγαλμένα από μύθους και θρύλους· από ιστορίες για να τρομάζουν τα μικρά παιδιά γύρω από τις φωτιές των κατασκηνώσεων. Το θέαμα τον καθήλωσε. Στη αρχή ένιωσε πως ήταν μάρτυρας κάποιου ανεξήγητου μυστήριου της φύσης. Πως αντίκριζε κάποιο είδος υπό εξαφάνιση χωρίς όμως να έχει αντιληφθεί τον κίνδυνο που διέτρεχε.
Ο Τζος κόλλησε το μάτι του ακόμη πιο κοντά στη σχισμή για να μπορέσει να δει περισσότερα. Και είδε… ένα μαύρο πρόσωπο κόλλησε, στην εξωτερική πλευρά του τοίχου, το κόκκινο μάτι του προσπαθώντας να δει μέσα. Με τη μύτη του έπαιρνε βαθιές ανάσες προσπαθώντας να καταλάβει μήπως υπήρχε κάποιος αντικριστά. Ο Τζος, ενώ θα έπρεπε να απομακρυνθεί, μία ανεξήγητη έλξη τον καθήλωσε στην θέση του. Οι δύο κοιτάχτηκαν στα μάτια νιώθοντας ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Το πρωτόγνωρο αυτό αίσθημα που βίωσε του ήταν πολύ οικείο σα να τον καλούσε να βγει κι αυτός έξω και να μοιραστεί την ίδια φύση με τα υπόλοιπα πλάσματα. Αλλά δεν ήταν σαν κι αυτά και επιπρόσθετα δεν είχε βρει ακόμη την έξοδο.
Απομακρύνθηκε από την χαραμάδα με σκοπό να ψάξει κάποιον τρόπο διαφυγής. Πλησίασε έναν πάγκο και τον περιεργάστηκε. Η ίδια αποκρουστική μυρωδιά τρυπούσε τα πνευμόνια του μη μπορώντας να καταλάβει από πού ερχόταν η μυρωδιά του ψοφιμιού. Το κρεβάτι ήταν σκεπασμένο άτσαλα με ένα μακρύ σεντόνι. Το έπιασε και το τράβηξε απότομα. Ένα ανθρώπινο τεμαχισμένο κορμί ήταν ακουμπισμένο πάνω αποκαλύπτοντας όλα του τα εσωτερικά όργανα. Ήταν ακρωτηριασμένο με απόλυτη ακρίβεια. Το τεμαχισμένο κορμί ήταν διασωληνωμένο και τα σωληνάκια χάνονταν κάτω ακριβώς από το στρώμα. Έσκυψε και εκεί κρυμμένο είδε το σώμα ενός λύκου κομμένο στη μέση με την ίδια ακρίβεια. Με μία ματιά δεξιά του συνειδητοποίησε πως δεν ήταν το μοναδικό κρεβάτι. Λίγα μέτρα πιο πέρα υπήρχε ακόμη ένα διπλό ράντσο που πάνω του κείτονταν τα άψυχα κορμιά μία γάτας, ενός αετού και ενός χιμπατζή. «Τι διάβολο…;» αναρωτήθηκε και γύρισε απότομα το κεφάλι του κοιτώντας προς την ξύλινη πόρτα του δωματίου.
Μία στριγκλιά ακούστηκε να πλησιάζει στο σημείο που βρισκόταν. Ήταν τελείως διαφορετική από αυτές που είχε ακούσει λίγη ώρα πριν. Πλησίασε την εστία του ήχου με αργό και αθόρυβο βήμα μέχρι να αγγίξει την ξύλινη επιφάνεια. Ακούμπησε το κεφάλι του εφάπτοντας το αυτί στο τοίχωμα. Ησυχία… ώσπου μία βαριά ανάσα ακούστηκε από την άλλη μεριά να θεριεύει και να γίνεται άγριο μουγκρητό· και μετά χτύπος. Η πόρτα τραντάχτηκε καθώς ό,τι βρισκόταν εκεί έπεσε πάνω της με δύναμη. «Ανάθεμα…» φώναξε και αμέσως έτρεξε στην αντίθετη μεριά προσπαθώντας να βρει κάποια έξοδο. Η χαραμάδα ήταν η μόνη λύση.
Ο γδούπος ακούστηκε ξανά, πιο δυνατός, όπως και ένα δυνατό ράγισμα, λίγο πριν υποχωρήσουν τα κομμάτια του τοίχου. Η χαραμάδα ήταν πολύ μικρή και δεν χωρούσε να περάσει. Η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο. Έβαλε μέσα το χέρι του και πίεσε όσο πιο δυνατά μπορούσε. Η όρασή του έγινε θολή νιώθοντας παράλληλα τις αισθήσεις του να οξύνονται. Ήταν η αδρεναλίνη ή μήπως κάτι άλλο; Ό,τι κι αν ήταν είχε αποτέλεσμα. Το χέρι του έσταξε αίμα γλιστρώντας πιο βαθιά μέσα στο άνοιγμα. Τα ουρλιαχτά έξω από την πόρτα δυνάμωναν συνεχώς και ήταν πολύ βίαια. Κάποιος ή… κάτι προσπαθούσε να τον φτάσει.
Μόλις έβγαλε το χέρι του έξω από τη σχισμή, ψαχούλεψε προσπαθώντας να βρει ένα σταθερό σημείο για να πιαστεί. Έτσι θα μπορούσε να τραβήξει και το υπόλοιπό του κορμί. Η όρασή του όμως περιοριζόταν από το μικρό εύρος του ανοίγματος. Η πόρτα κατέρρευσε και ο Τζος αντίκρισε, μέσα στο σκοτάδι, τα κομμάτια της να πέφτουν με μεγάλη δύναμη στο πάτωμα. Ένας βρυχηθμός πλανήθηκε στο κλειστό δωμάτιο και βήματα που σάλευαν σέρνοντας. Ακόμη όμως δεν μπορούσε να δει τι. Ο χώρος ήταν σε σχήμα Γάμμα και τώρα δεν είχε οπτική επαφή με την πόρτα. Πίσω από τη γωνία ξεπρόβαλε ένα πόδι χωρίς να φανερωθεί το υπόλοιπο κορμί. Ήταν πελώριο και στις άκρες είχε γαμψά-μυτερά και, σίγουρα κοφτερά, νύχια που καρφώνονταν στο πάτωμα.
Ο Τζος πανικοβλήθηκε. Με άστατες κινήσεις προσπάθησε από κάπου να πιαστεί χωρίς όμως αποτέλεσμα. Η παλάμη του γλιστρούσε νιώθοντας τις εκδορές να στάζουν αίμα. Ένα χέρι τον γράπωσε δυνατά, από την εξωτερική πλευρά, τραβώντας τον, με χαρακτηριστική ευκολία, την ώρα που ο άγνωστος επισκέπτης γύρισε να κοιτάξει το ασθενικό του κορμί να κρέμεται σε μία ψηλή γωνία. Από την ένταση έκλεισε τα μάτια και σα νεογέννητο ξεπρόβαλε από τον κόλπο των δεσμών του πέφτοντας πάνω στο χορτάρι.
Σηκώθηκε και κοίταξε το άνοιγμα από το οποίο είχε βγει. Ήταν ένα υπόγειο δωμάτιο, θαμμένο μέσα στη γη. Από ψηλά, η πανσέληνος φώτιζε τριγύρω. Με μία ματιά περιμετρικά είδε πως στεκόταν στο κέντρο ενός αχανούς δάσους με πυκνά δέντρα ως εκεί που έλουζαν οι ακτίνες του φεγγαριού. Ο σωτήρας του δεν βρισκόταν πουθενά. Ούτε καν τα πλάσματα που τριγυρνούσαν εκεί, λίγη ώρα πριν. Κοίταξε ξανά μέσα στο δωμάτιο και είδε δύο μικρά κόκκινα μάτια να φεγγίζουν στο ημίφως να είναι καρφωμένα πάνω του. Δίχως άλλη σκέψη ξεκίνησε να τρέχει μακριά γνωρίζοντας πως το πλάσμα θα έβγαινε να τον κυνηγήσει. Λίγα λεπτά αργότερα βρισκόταν μόνος και αποπροσανατολισμένος ανάμεσα στα δέντρα. Πού και πού έριχνε κλεφτές ματιές πίσω του, αλλά δεν φαινόταν να τον ακολουθεί κανείς.
Έτρεξε μέχρι που ένιωσε τη σπλήνα του να σφίγγει έτοιμη να σπάσει. Εκεί εγκατέλειψε πέφτοντας, πάνω σε κάποια ξεραμένα φύλλα, κάτω στο χώμα. Δεν είχε άλλες αντοχές και ο δεξής του ώμος είχε αρχίσει να πρήζεται ασυνήθιστα. Τον κοίταξε αντικρίζοντας ένα μαύρο σημάδι που σίγουρα προερχόταν από βελόνα. Είχε κοκκινίσει στο κέντρο και τριγύρω της απλώνονταν, σαν πλοκάμια, μαύρα αγγεία που χάνονταν κάτω από το δέρμα του. Η ανάσα του έγινε αργή, καθώς τα μάτια του βάρυναν, βυθίζοντάς τον σε μία γλυκιά άβυσσο. Ίσως στον κόσμο των ονείρων έβρισκε απαντήσεις. Ποιος ήταν; Από πού ήταν και πώς έφτασε ως εκεί;
{
«Μάνα…» φώναξε στον διάδρομο ο Τζος. «Φεύγω… να πάρω μαζί μου και τα σκουπίδια…;» ρώτησε βιαστικός στην εξώπορτα.
«Αυτά δεν είναι σκουπίδια καλέ μου…» απάντησε με γλυκύτητα η Σόφι. «Αυτά είναι ανακύκλωση…»
«Φφφ…» ξεφύσησε με μία ψεύτικη απόγνωση ο γιος της καθώς την άκουσε να συνεχίζει το μουρμουρητό της.
«Αχ, παιδάκι μου… γι’ αυτό πάμε κατά διαόλου. Οι σημερινοί νέοι δεν λαμβάνουν υπόψη τους τίποτα.»
Το κήρυγμα είχε ξεκινήσει κι αυτός απλά πήρε την τσάντα, άνοιξε την πόρτα και βγήκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Το τροπάριο ήταν γνωστό. Το είχε ακούσει εκατοντάδες φορές. Πλέον το είχε μάθει απ’ έξω. Όσο απομακρυνόταν ανοιγόκλεινε το στόμα του, σαν εγγαστρίμυθος, σύμφωνα με τα λόγια της μητέρας του. «Θα μας ρίξει φωτιά ο θεός και θα μας κάψει όλους με όλα αυτά που κάνουμε. Η φύση δεν μας αντέχει άλλο. Ως πότε θα συνεχίσουμε σε αυτό το μονοπάτι;». Τα λόγια χάθηκαν πίσω του κι αυτός πια στεκόταν αντικρίζοντας τον γκρίζο ουρανό που σκέπαζε την πόλη.
Δεν είχε κάτι συγκεκριμένο να κάνει μα αισθανόταν πως σαν τελειόφοιτος είχε την ανάγκη να ξεσκάσει πριν φύγει για τελευταία φορά από το πατρικό του σπίτι. Το πανεπιστήμιο είχε φτάσει στο τέλος και από αυτή την τελευταία εξεταστική θα κρινόταν το μέλλον του ή, τουλάχιστον, ένα μεγάλο το κομμάτι. Από το πολύ διάβασμα είχε πήξει το κεφάλι του, αυτή ήταν η έκφραση που του άρεσε να λέει για να περιγράψει την κατάστασή του. Έτσι βγήκε έξω για να χασομερήσει άσκοπα, περπατώντας στην πόλη και κάνοντας γνωριμίες.
Ήταν πρωί και τα καταστήματα δεν είχαν πολλή ώρα που είχαν ανοίξει. Κι όμως οι πρώτες ουρές είχαν σχηματιστεί. Όχι όμως μέσα στα μαγαζιά με σκοπό να αγοράσουν κάτι. Απ’ έξω… στις βιτρίνες. Με μεγάλη στενοχώρια, ο Τζος αντίκρισε απλούς, καθημερινούς ανθρώπους, νεόπτωχους, που θα μπορούσε να ήταν ο καθένας στη θέση τους, να έχουν στηθεί έξω από τις τζαμαρίες και να κοιτάζουν, σαν αδέσποτα σκυλιά, τα ρούχα, τα φαγητά και όλα εκείνα τα είδη πρώτης ανάγκης που χρειάζεται ο άνθρωπος για επιβίωση. Τα λόγια της μητέρας του ήρθαν πάλι στο μυαλό του. Ήξερε πως η γκρίνια της ήταν αποτέλεσμα της απόγνωσης που έβλεπε στα μάτια αυτών που καθημερινά έμεναν στον δρόμο χωρίς κανένα μέλλον.
Ήταν πολλές οι φορές που αναζητούσε ένα μέρος στο οποίο θα μπορούσε αυτή και η οικογένειά της να μετακομίσουν για να ζήσουν μία καλύτερη ζωή. Ένα μέρος όπου η αγάπη του θεού θα ήταν ο μόνος δρόμος και οδηγός. Και πάνω που σκέφτηκε τον θεό κατά φωνή και ο ψευδοπροφήτης της πόλης με τα κηρύγματά του. Στεκόταν στο κέντρο της πλατείας πάνω σε έναν τσιμεντένιο κύλινδρο στερεωμένο στο έδαφος. Λίγοι ήταν εκείνοι που τον αγνοούσαν ενώ οι περισσότεροι στέκονταν να ακούσουν τις διδαχές του.
«Θρησκεία… τι είναι όλο αυτό; Εγώ θα σας πω την αλήθεια… εγώ θα σας δείξω το πραγματικό νόημα της ζωής. Μία προπαγάνδα που κάποιος είχε τη φαεινή ιδέα να κατασκευάσει για να ελέγξει τα πλήθη. Ακόμη όμως κι αν είναι αληθινή, τι σας κάνει να πιστεύετε πως είναι καλή; Το καλό είναι ανιδιοτελές. Δεν ζητάει ανταλλάγματα και δεν κάνει διακρίσεις. Πώς μπορεί λοιπόν η θρησκεία να είναι καλή και να είναι τόσο εγωιστική συγχρόνως; “Ζήσε ενάρετα” λένε και “βοήθα τους φτωχούς”. Και με ποιο αντάλλαγμα; Μία θέση στον παράδεισο. Αυτό δεν είναι ανιδιοτέλεια. Αυτό είναι συμφέρον αγαπητοί μου συνάνθρωποι! Αν η θρησκεία ήταν πραγματική θα έλεγε “ζήσε ενάρετα και βοήθα τους φτωχούς αλλά θα το κάνεις γιατί γουστάρεις” και χωρίς κανείς να σου εγγυηθεί πως δεν θα πας στην κόλαση…»
«Α… χαζομάρες…» μονολόγησε και ένιωσε ένα απαλό χάδι στον δεξί του ώμο.
«Είναι…;» ο Τζος γύρισε απαλά στο γνώριμο άκουσμα της φωνής και αντίκρισε τον ηλικιωμένο πατέρα του να στέκεται λίγα εκατοστά πίσω του.
«Έλα, μπαμπά…» έδειξε πραγματικά προβληματισμένος. «Δεν πιστεύω να παίρνεις στα σοβαρά τα λόγια του…;» ο Γκάρι έσκυψε το κεφάλι. Ήταν εξήντα οκτώ χρονών και για πολλά χρόνια ένιωθε κενός μέσα του. Οι ατελείωτες συζητήσεις με τη Σόφι τους είχαν οδηγήσει στο συμπέρασμα πως ο κόσμος οδηγούνταν στην καταστροφή. Ίσως να ήταν η γνωστή σε όλους κρίση ηλικίας που τους έκανε να στραφούν στον θεό ή απλά να είχαν ανάγκη από κάπου να πιαστούν για να αποκτήσει ξανά νόημα η ζωή τους.
Ο Τζος είχε αρχίσει να πιστεύει πως όλο και κάποιος θα εκμεταλλευόταν την ευκαιρία να τους προσηλυτίσει παίρνοντάς τους με το μέρος τους. Το καλό της υπόθεσης με τους γονείς του ήταν πως ακόμη και οι ίδιοι δεν είχαν καταλήξει τι ήταν αυτό που αναζητούσαν, τι ακριβώς θα τους έκανε να αισθανθούν καλύτερα γεμίζοντας το υπαρξιακό κενό που τους κατέτρωγε. Παρόλα αυτά φοβόταν κάθε φορά που έφευγε για το πανεπιστήμιο πως όταν επέστρεφε θα έβρισκε ένα άδειο σπίτι και κάποιο σημείωμα πάνω στο τραπέζι που να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους αναγκάστηκαν να αναζητήσουν έναν καλύτερο τόπο ώστε να περάσουν τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής τους.
«Μπαμπά… έλα να περπατήσουμε μαζί για λίγο…» ο Γκάρι κατευθυνόταν κι αυτός για την καφετέρια που σύχναζαν οι φίλοι μιας ολόκληρης ζωής· αν και αυτοί χρόνο με τον χρόνο λιγόστευαν. Η Αυστραλία είχε γεμίσει ασφυκτικά με ανθρώπους που δεν τα πήγαιναν καλά μεταξύ τους. Οι δρόμοι ήταν μποτιλιαρισμένοι με οδηγούς που βρίζονταν και σε ακραίες περιπτώσεις πιάνονταν στα χέρια.
«Εδώ θέλεις να περάσεις το υπόλοιπο της ζωής σου Τζος;»
Ο Τζος δεν απάντησε. Δεν του άρεσε αυτό που έβλεπε μα δεν ένιωθε πως είχε τη δύναμη να αλλάξει τον κόσμο. Ο Γκάρι σα να διάβαζε τη σκέψη του συνέχισε να λέει…
«Δεν είσαι εσύ αυτός που θα τον αλλάξεις, μα μπορείς να κάνεις κάτι για τον εαυτό σου και να ζήσεις καλύτερα.»
«Αυτά συζητάτε με τη μαμά κάθε βράδυ που σας ακούω και ψιθυρίζετε…;»
«Ναι. Τι περίμενες δηλαδή; Να σου αρχίσω όλες αυτές τις αμπελοφιλοσοφίες που λένε όλοι; Πως, δήθεν, αν όλοι μαζί προσπαθήσουμε θα αλλάξουμε τον κόσμο προς το καλύτερο; Όχι Τζος. Αυτό δεν γίνεται και θα το διαπιστώσεις κι εσύ όσο περνούν τα χρόνια. Ο κάθε άνθρωπος είναι για τον εαυτό του και μόνο.»
«Η Σόφι τι λέει για όλα αυτά;»
«Η μητέρα σου είναι πιο αγνή. Ακόμη πιστεύει στους θεούς και φοβάται τους δαίμονες. Αρκετό καιρό προσπαθώ να την πείσω να φύγουμε από ετούτο το μέρος και να πάμε κάπου αλλού.»
«Κι εγώ…;»
«Αν ποτέ φεύγαμε, ελπίζαμε να ερχόσουν, αν το ήθελες, μαζί μας…»
Το σημείο, στο τέλος του δρόμου, που χώριζε τους προορισμούς τους έφτασε. Εκεί οι δύο άντρες κοντοστάθηκαν και κοιτάχτηκαν στα μάτια.
«Θα τα πούμε σπίτι…» είπε ο Γκάρι.
«Όχι μπαμπά. Θα έρθω μαζί σου.»
«Ο γιόκας μου στην καφετέρια με έναν γέρο σαν κι εμένα…!» ήταν χαρούμενος. Ποτέ ο Τζος δεν τον είχε συνοδεύσει ως εκεί αλλά ήθελε να μάθει κι άλλα για τα σχέδια του πατέρα του μιας και αυτή ήταν η πρώτη φορά που του είχε ανοίξει την ψυχή του. Αυτή την ευκαιρία δεν θα την άφηνε να πάει χαμένη. Έτσι παρέα έφτασαν στο μαγαζί που σύχναζε ο Γκάρι και αφού μπήκαν μέσα, και χαιρέτησε με το βλέμμα του τους λιγοστούς γνωστούς του, κάθισαν σε μια γωνιά. Η σερβιτόρα ήρθε να τους πάρει την παραγγελία.
«Θα θέλατε να σας φέρω κάτι άλλο κύριοι;» ρώτησε στο τέλος πρόθυμα.
«Ναι…» απάντησε ο Γκάρι. «Φέρε μου σε παρακαλώ κάτι να χαζέψω…» ακόμη κι αν δεν διάβαζε, πάντα συνήθιζε να παίρνει κάποιο περιοδικό, από τα πολλά που είχε μέσα η καφετέρια, ώστε να ρίχνει μία ματιά. Οι καφέδες έφτασαν μερικά λεπτά αργότερα καθώς και μερικά περιοδικά περασμένων χρόνων. Ο Γκάρι τα έπιασε στα χέρια του και άρχισε να τα ξεχωρίζει… «Αυτό το έχω δει… κι αυτό το ίδιο… κι εκείνο…» μέχρι που σταμάτησε. «Ώπ…!» είπε ευχάριστα. «Τι έχουμε εδώ…; Κάποιος ξέχασε την εφημερίδα του. Αυτή θα είναι μάλλον η τυχερή μου μέρα. Βόλτα με τον γιο μου και τσάμπα εφημερίδα. Αυτές είναι οι μικρές απολαύσεις που σου προσφέρουν νόημα στην ζωή…» είπε και ρούφηξε δυνατά τον καφέ του που άχνιζε. Ο Τζος χαμογέλασε περιμένοντας υπομονετικά πότε θα έρθει η κατάλληλη στιγμή να ανοίξει κουβέντα σχετικά με αυτό που συζητούσαν νωρίτερα.
Ο πατέρας του άνοιξε την εφημερίδα και την έβαλε ανάμεσά τους χαζεύοντας το περιεχόμενο της. Ποτέ δεν έδινε σημασία στο εξώφυλλο καθώς πίστευε πως αυτό ήταν κράχτης και τίποτα περισσότερο. Σαν μία καλή βιτρίνα ενός καταστήματος· το πραγματικό εμπόρευμα βρίσκεται μέσα. Ο Τζος, όμως, σαν νεότερος ελκόταν από την εμφάνιση και μετά αν του άρεσε συνέχιζε και στα ενδότερα. Έτσι δεν μπόρεσε να αγνοήσει το ιδιαίτερο εξώφυλλό της. Κοιτώντας έξω από την τζαμαρία του καταστήματος, στο απέναντι περίπτερο, βρίσκονταν αρκετές με το ίδιο θέμα.

ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ
Μύθος ή πραγματικότητα;

«Τι είναι αυτό…;» ρώτησε απορημένος ο Τζος και έδειχνε σοβαρότητα στο ύφος του.
«Έλα τώρα… μη μου πεις πως δίνεις βάση σε τέτοια πράγματα…»
«Τι να σου πω; Δεν ξέρω. Η αλήθεια είναι πάντως πως φαίνεται πολύ ρεαλιστικό…» πρόσεξε ο γιος και άρχισε να διαβάσει το άρθρο που συνόδευε τη φωτογραφία.
«Σοκαρισμένη η τοπική κοινότητα, κοντά στο δασύπυκνο πάρκο Στόουν, καθώς το βράδυ της Δευτέρας βρέθηκε νεκρό, ανάμεσα στις πυκνές φυλλωσιές, ένα ζώο ακαθόριστων στοιχείων. Οι βιολόγοι έχουν πάρει στα εργαστήρια το εύρημα για να το υποβάλλουν σε εξετάσεις ώστε να διαπιστώσουν εάν πρόκειται για ένα νέο είδος, που δεν φαίνεται να έχει καταγραφεί ακόμη, ή για κάποια φυσική μετάλλαξη. Ανεξαρτήτου αποτελέσματος, πάντως, το εύρημα δίνει τροφή για σκέψη καθώς θυμίζει, έντονα, πλάσματα βγαλμένα από μύθους και ιστορίες τρόμου. Αρκετοί μάλιστα είναι εκείνοι οι οποίοι δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν εκφράσεις όπως “λυκάνθρωπος”, “μεταλλαγμένος” και άλλα συναφή. Τα συμπεράσματα δικά σας…»
«Φαίνεται αρκετά ενδιαφέρον πάντως…» επισήμανε ο Τζος. 
«Ναι, σίγουρα.» απάντησε με απιστία ο Γκάρι. «Όπως το τέρας του Λόχνες, οι βρικόλακες, οι δράκοι και ένα σωρό άλλα. Και μέσα σε όλα αυτά ήρθαν να προστεθούν κι οι λυκάνθρωποι. Πλάκα έχουν…»
«Εντάξει… κανείς δεν είπε πως είναι αληθινά. Όμως… ρίξε του μία ματιά…»
Ο Γκάρι κοίταξε προσεκτικά τη φωτογραφία. «Έχει κάνει σίγουρα πολύ καλή δουλειά ο γραφίστας. Αυτό, του το αναγνωρίζω.»
«Ξέρεις πατέρα… σχετικά με ό,τι μου είπες πριν…» ο Γκάρι τον κοίταξε, «…πως δηλαδή θα πάρεις τη μαμά για να φύγετε…»
«Να μην φοβάσαι τίποτα. Ήδη κάνω τις έρευνές μου. Αυτή η πόλη δεν μας χωράει πια. Τι άλλο πρέπει να γίνει επιτέλους για να καταλάβεις αυτά που σου λέω. Πριν χρόνια στάθηκες τυχερός. Σε κυνήγησαν μέσα στο σκοτάδι σε μια νύχτα χωρίς καν φεγγάρι. Παραλίγο να σε απαγάγουν· μόνος σου το είχες πει. Ήταν ένα μυστήριο ακόμη και για την ίδια την αστυνομία. Ο τρόπος με τον οποίο σε καταδίωξαν…» δάκρυα σχεδόν κύλησαν από τα μάτια του. «Απλά τρέμω στην ιδέα πως μπορεί να σε είχαν πάρει από κοντά μας Τζος.»
Η κουβέντα κράτησε λίγη ώρα ακόμη ώσπου έφτασε στο τέλος της. Ο Γκάρι φαινόταν τόσο απογοητευμένος από τη ζωή του στην πόλη. Θυμόταν τα παιδικά του χρόνια όταν έτρεχε ελεύθερος στους αγρούς… πόσο θα ήθελε να γυρίσει τον χρόνο πίσω! «Δεν θα έστελνα ούτε την φωτογραφία μου σε αυτήν τη σκληρή, ψυχρή και τσιμεντένια πόλη…» είπε γεμάτος νοσταλγία κοιτώντας έξω από την τζαμαρία όταν ένας πυροβολισμός έκανε τον κόσμο να πέσει κάτω προσπαθώντας να καλυφθεί από τα πυρά. Ένας άντρας ντυμένος στα μαύρα είχε μετατρέψει τους δρόμους σε πεδίο μάχης. Τρεις ένοπλοι αστυνομικοί προσπαθούσαν να τον σταματήσουν όταν αυτός έτρεχε κρατώντας το όπλο του πυροβολώντας στον αέρα. Ήταν κάποιος τρελός; Ήταν κάποιος ληστής ή απλά κάποιος που ήθελε να δει το όνομά του γραμμένο στα πρωτοσέλιδα; Όποιος και να ήταν, ο Γκάρι κοίταξε τον γιο του, τώρα που βρίσκονταν και οι δύο κάτω από το τραπεζάκι λέγοντάς του…
«Αυτό θέλεις να δώσεις κι εσύ στα παιδιά σου;»
Ο Τζος δεν απάντησε. Έσφιξε τα χείλη καθώς ήξερε πως κατά βάθος ο πατέρας του είχε σε πολλά πράγματα δίκιο. Αναστάτωση επικράτησε για λίγη ώρα ακόμη μέχρι που έφτασαν και οι πρώτες αστυνομικές δυνάμεις. Οι ψίθυροι είπαν πως επρόκειτο για έναν ψυχικά διαταραγμένο άνθρωπο που χρωστούσε χρήματα στο κράτος. Οι ρυθμοί επανήλθαν στο φυσιολογικό. Οι θαμώνες της καφετέριας έφυγαν όπως και οι δύο άντρες έχοντας πια μία καλή ιστορία να διηγηθούν στον περίγυρό τους. Ο Τζος συνέχισε την βόλτα του ενώ ο Γκάρι πήρε τον δρόμο για την επιστροφή.
Είχε φτάσει σχεδόν μεσημέρι και ο Τζος ετοιμαζόταν να επισκεφτεί το μέρος όπου προπονούταν για το αγαπημένο του χόμπι, το Parkour. Ήταν αρκετά καλός και του προσέφερε την εκτόνωση που χρειαζόταν. Ήταν δημοφιλής και δεν πέρασε απαρατήρητος όταν άνοιξε την πόρτα. Αμέσως παλιοί φίλοι και άτομα που ήθελαν να τον γνωρίσουν στράφηκαν προς το μέρος του. Το πανεπιστήμιο όλα αυτά τα χρόνια του είχε στερήσει την εξάσκηση που χρειαζόταν κάνοντας τον να αισθάνεται σκουριασμένος. Η ιατρική όμως απαιτούσε θυσίες. Και ήταν τόσο κοντά πια στην αποφοίτηση. Μία φωνή ακούστηκε στο βάθος να τον καλωσορίζει.
«Τόσα χρόνια! Ήρθες σαν γιατρός πλέον να γιατρέψεις τις πληγές μας;!» ήταν η Σάλσα, η πρώην κοπέλα του που δεν σταμάτησε να γυμνάζεται. Σε λίγο και οι υπόλοιποι τον υποδέχτηκαν με χειραψίες κι αγκαλιές. Η χαρά του όμως δεν κράτησε πολύ. Το κινητό του τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει. Δεν το άκουγε αλλά αισθανόταν τη δόνηση στην τσέπη του. Δεν έδωσε σημασία μέχρι που σταμάτησε. Δεν είχε όρεξη για κουβέντες με άτομα που θα του θύμιζαν ξανά το πανεπιστήμιο. Η δόνηση, όμως, έκανε τον τετρακέφαλό του να ριγήσει ξανά και ξανά χωρίς σταματημό αυτή τη φορά. Μία αναστάτωση μέσα στη χαρά του, σα να είχε φάει κάτι χαλασμένο, κυρίευσε την ψυχή του. Ένα κακό προαίσθημα τον πλημμύρισε προτρέποντάς τον να απαντήσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο τηλέφωνο. Η μητέρα του, Σόφι, εμφανίστηκε στην αναγνώριση.
«Καλά είμαι ρε μάνα…» είπε θυμωμένα πριν απαντήσει. Το έβαλε στο αυτί του και πάτησε το πράσινο κουμπί αποδοχής κλήσης. «Έλα μαμά…» Η μητέρα του άρχισε να ουρλιάζει στο τηλέφωνο χωρίς να μπορεί να καταλάβει τι του έλεγε εκτός από κάποιες σκόρπιες λέξεις…
«ΓΚΑΡΙ… ΣΦΑΙΡΕΣ… ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ… ΑΓΙΟΥ…» η γραμμή έκλεισε αφήνοντας στη θέση της ένα συνεχόμενο βουητό. Ευχόταν να μην είχε καταλάβει καλά ώστε να μην υπήρχε κάποιο πρόβλημα. Όπως ήταν κυκλωμένος από την παλιά του παρέα τους έσπρωξε πετώντας κάτω την ζακέτα του και άρχισε να τρέχει προς το νοσοκομείο της πόλης. Ένα ήταν που ξεκίναγε με το όνομα Άγιος· ο Άγιος Νικόλαος. Οι υπόλοιποι έμειναν πίσω κοιτώντας τον να εξαφανίζεται όσο απότομα ήρθε υπερπηδώντας παγκάκια και κάγκελα σε μία νοητή ευθεία. Το νοσοκομείο ήταν αρκετά μακριά, αλλά με τόση κίνηση, αν ήθελε να βιαστεί, θα έπρεπε να πάει με τον δικό του τρόπο.
Λίγη ώρα αργότερα και ενώ ο ήλιος είχε χαθεί πίσω από τα γκρίζα σύννεφα ο Τζος έφτασε στην κεντρική είσοδο του νοσοκομείου. Άγνωστοι ανακατεμένοι μεταξύ τους και όλοι για το ίδιο πράγμα. Κάπου μέσα στο βάθος ξεχώρισε τη μητέρα του η οποία τριγύρναγε με βλέμμα απλανές. Την πλησίασε και στάθηκε μπροστά της. Σε απόσταση αναπνοής. Κι όμως… δεν τον είδε.
«Μαμά… εγώ είμαι…» εκείνη σήκωσε το κεφάλι της και με δάκρυα στα μάτια έπεσε στην αγκαλιά του.
«Τον πυροβόλησαν.»
«Τι…;»
«Πυροβόλησαν τον Γκάρι … τον πατέρα σου.»
Ο Τζος έμεινε άφωνος. Τα λόγια που του είπε αυτό το πρωινό άρχισαν να ηχούν ξανά μέσα στο μυαλό του. «Αυτό θέλεις να δώσεις κι εσύ στα παιδιά σου;» η ίδια πρόταση ξανά και ξανά. «Είναι καλά…;»
«Αυτή τη στιγμή είναι στο χειρουργείο και περιμένω πότε θα τον βγάλουν. Μία σφαίρα εξοστρακίστηκε και τον βρήκε στο στέρνο. Η κατάσταση του είναι κρίσιμη. Ο γιατρός μου είπε πως οι πιθανότητες δεν είναι με το μέρος μας και πως μόνο ένα θαύμα θα τον σώσει…» ξέσπασε ξανά σε κλάματα μέχρι που κατέρρευσε στα χέρια του.
Ο Τζος προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία του. Κάποιος έπρεπε να φανεί δυνατός… δεν τα κατάφερε. Τα μάτια του θόλωσαν από τα δάκρυα και μετά βίας μπόρεσε να στηρίξει το κορμί της μητέρας του. Η Σόφι και ο Γκάρι ήταν τα μοναδικά άτομα που είχε σε αυτόν τον κόσμο. Την σήκωσε στα χέρια του και την οδήγησε στις κοντινότερες καρέκλες, στην αίθουσα αναμονής. Έκατσε και την ξάπλωσε κι αυτή κάνοντας τα πόδια του μαξιλάρι. Κάποιες κλήσεις ήχησαν στο κινητό του τις οποίες απέρριψε χωρίς καν να δει ποιος ήταν. Τα μοναδικά άτομα που τον ενδιέφεραν εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν κοντά του.
Η Σόφι λίγα λεπτά αργότερα άρχισε να αποκτάει το χαμένο ροζ στα μάγουλά της μέχρι που άνοιξε απότομα τα μάτια. «Ο Γκάρι…» ήταν η πρώτη της κουβέντα. Σαν σταλμένος από τον θεό ο γιατρός που τον είχε αναλάβει άνοιξε τη δίφυλλη πόρτα. Ο Τζος και η Σόφι, με τα τρεμάμενα πόδια της, τον πλησίασαν με την αγωνία αποτυπωμένη στα πρόσωπά τους.
Ο γιατρός με ένα χαμόγελο αισιοδοξίας πρόλαβε να απαντήσει σε αυτό που διάβασε στο βλέμμα τους. «Είμαστε σε καλό δρόμο! Καταφέραμε να αφαιρέσουμε τη σφαίρα και να σταματήσουμε την αιμορραγία. Έχασε πολύ αίμα το οποίο όμως καταφέραμε να αναπληρώσουμε. Ευτυχώς δεν είχαμε καμιά επιπλοκή και πλέον μπορώ να πω πως είμαστε σε καλό δρόμο…!»
«Θεέ μου, σε ευχαριστώ!!! Έβαλες το χέρι σου!» αναφώνησε η Σόφι νιώθοντας το θείο χάδι να παίρνει μακριά της το πικρό ποτήρι.
{
Το πρώτο διάστημα ο Γκάρι βρισκόταν σε ένα δωμάτιο μόνος του υποστηριζόμενος από μία συστάδα μηχανημάτων όπου και τον κρατούσαν στην ζωή. Εκεί δεν επιτρέπονταν επισκέψεις. Μόνο οι γιατροί έμπαιναν στο απομονωμένο δωμάτιο, με τις άσπρες και απολυμασμένες ρόμπες τους, σα να είχαν σε καραντίνα κάποιον άτυχο που είχε εκτεθεί σε τοξικά απόβλητα. Τα σημάδια βελτίωσης όμως δεν άργησαν να φανούν· ο θεός έβαλε το χέρι του, όπως είπε η πονεμένη Σόφι. Το πείσμα του για ζωή κυριάρχησε βγάζοντάς τον νικητή σε αυτή την άνιση μάχη.
Με χαρά οι δικοί του αντίκρισαν το φορείο του να βγαίνει από το δωμάτιο της εντατικής και να μπαίνει σε ένα δωμάτιο ανάρρωσης. Πλέον βρισκόταν σε ελεγχόμενη καταστολή. Για μία ακόμη φορά πήγε κόντρα στις πιθανότητες και νίκησε. Ο γιατρός είχε πει πως ο εγκέφαλός του είχε μείνει αρκετή ώρα χωρίς οξυγόνο και πιθανόν να του άφηνε κάποια κουσούρια. Δεν τους διευκρίνισε ακριβώς ποια θα ήταν αυτά, όμως ο Τζος γνώριζε από τις σπουδές του σε τι αναφερόταν. Δεν είπε τίποτα στη μητέρα του καθώς δεν ήθελε να την αναστατώσει περισσότερο. Ήλπιζε σε ένα θαύμα λέγοντας πως αυτό δεν θα συνέβαινε στον πατέρα του.
Στο νέο δωμάτιο η κατάστασή του πλέον έδειχνε σταθεροποιημένη και αν και δεν είχε ακόμη αποκτήσει επαφή με το περιβάλλον, δεν διέτρεχε κίνδυνο η ζωή του. Οι μέρες συνέχισαν να περνούν με τον κόσμο να αγνοεί τον πόνο που ένιωθε ένας γιος για τον πατέρα του. Η ζωή έξω από εκείνο το δωμάτιο συνέχισε να κυλά στους γρήγορους ρυθμούς της. Αυτή είναι και η ζωή άλλωστε. Όλα είναι καλά μέχρι το πρόβλημα να χτυπήσει και την δική σου πόρτα. Ο Τζος με τη Σόφι άλλαζαν βάρδιες στο προσκεφάλι του αυξάνοντας όλο και περισσότερο τις πιθανότητες να χάσει την εξεταστική και κατά συνέπεια το πτυχίο. Το μυαλό του όμως βρισκόταν αλλού. Κάθε μέρα έλπιζε σε ένα τρεμόπαιγμα του βλεφάρου που θα του έδειχνε πως κάτω από όλη αυτή τη ακίνητη σάρκα κρυβόταν ακόμη ζωή έτοιμη να ξεχυθεί πάνω της. Και το θαύμα έγινε. Ο Τζος είδε ένα μικρό σπασμό στο πάνω χείλι ο οποίος προηγήθηκε ενός τινάγματος του χεριού.
«Μπαμπά...» είπε ψιθυριστά.
Τα μάτια του Γκάρι άνοιξαν τόσο αργά που έμοιαζαν με εκατό κιλά το καθένα. Ο Τζος αμέσως σηκώθηκε και πάτησε το κόκκινο κουμπί που του είχαν πει να πατήσει μόλις δει κάτι ασυνήθιστο. Ο Γκάρι έγειρε το κεφάλι και τον κοίταξε. «Τόσο όμορφος…» ψέλλισε. «Να ήξερες πόσο μου θυμίζεις εμένα στα νιάτα μου…!»
Ο Τζος χαμογέλασε αποκαλύπτοντας την όμορφη οδοντοστοιχία του κάνοντας τα γαλάζια μάτια του να αστράφτουν μέσα στη μουντάδα της κλινικής. Ήθελε να τον αγκαλιάσει. Να πέσει πάνω του, να του δείξει πως τον λατρεύει, μα κάτι τέτοιο θα ήταν επικίνδυνο. Κρατήθηκε. Τα μάτια του μαρτυρούσαν τα αισθήματά του.
Ο Γκάρι γύρισε το κεφάλι και παρατήρησε το δωμάτιο. Πάνω από την πόρτα υπήρχε μία ταμπέλα. Θάλαμος Ελεγχόμενης Καταστολής #2. Το βλέμμα του στράφηκε στο ταβάνι. Αρκετά σωληνάκια κρέμονταν καταλήγοντας στα χέρια του. Λίγο πιο δίπλα ακόμη ένα ιατρικό όργανο στόλιζε το δωμάτιο. Ο Τζος είχε την εντύπωση, και όχι λανθασμένα, πως ο πατέρας του κάτι έψαχνε και μάλλον το βρήκε. Τα μάτια του εστίασαν στη μέση του δωματίου εκεί που βρισκόταν μία μικρή ανοικτή ντουλάπα, χωρίς φύλλα. Δεν ήταν άδεια. Η Σόφι είχε αφήσει από καιρό μία βαλίτσα με ρούχα μέσα και το σακάκι του να κρέμεται από πάνω της σαν κουνουπιέρα. Τα μάτια του άστραψαν, ήταν αυτό που φορούσε τη μέρα του ατυχήματος. Το κρατούσε στα χέρια του εκείνη ακριβώς τη στιγμή που η σφαίρα διαπερνούσε το μαλακό του δέρμα καρφώνοντας την καυτή κεφαλή της μέσα στο στέρνο του. Οι εικόνες πέρασαν από το μυαλό του τόσο γρήγορα σαν βιβλίο που το ξεφυλλίζεις από την αρχή μέχρι το τέλος.
«Δεν ξέρω πόσο χρόνο έχω στην διάθεσή μου…» συνέχισε να ψιθυρίζει ώσπου τον διέκοψε με τόνο δυσαρεστημένο ο γιος του.
«Έλα, μη λες τέτοια…»
Δεν πρόλαβε να συνεχίσει καθώς ο Γκάρι ήταν αποφασισμένος να τελειώσει την πρότασή του. Κατά κάποιο τρόπο έδινε την εντύπωση πως είχε φύγει και γύρισε για να τελειώσει αυτό που είχε αφήσει στη μέση. Ήταν τόσο σημαντικό άραγε; Θα το μάθαινε σύντομα ο γιος του. «Μέσα στο σακάκι μου βρίσκεται ένας φάκελος. Στην εσωτερική δεξιά μου τσέπη…»
Ο Τζος σηκώθηκε περπατώντας ως το σημείο που υπέδειξε ο πατέρας του. Έψαξε βρίσκοντας τελικά τον φάκελο. Ο Γκάρι, αν και ήταν μακριά, άπλωσε τα χέρια προσπαθώντας να τον πιάσει.
«Προσπάθησε να ηρεμήσεις μπαμπά…» τον προέτρεψε ακουμπώντας την πλάτη του ξανά στο υψωμένο κρεβάτι. Ο Τζος έκατσε δίπλα του και μέχρι να έρθουν οι νοσοκόμες άνοιξε τον φάκελο. Αμέσως, τραβώντας το περιεχόμενο προς τα πάνω, ένα κείμενο αναδύθηκε στο κέντρο του άσπρου χαρτιού.

~ Το χέρι του Θεού ~

Ξέρω πώς νιώθεις. Κουράστηκες πια… απελπίστηκες. Τι νόημα έχουν όλα; Ποια η αξία τους; Γιατί να προσπαθείς να υπηρετείς τους κανόνες ηθικής που δίδαξαν οι παλιοί; Όλα είναι ψεύτικα. Όλα είναι μία απέραντη υποκρισία. Κάπου μέσα σου έχεις αρχίσει να το αισθάνεσαι κι εσύ και πλέον… δεν μπορείς να αγνοήσεις τα σημάδια. Δεν υπάρχει σκοπός. Δεν υπάρχει προορισμός. Δεν υπάρχει τίποτα!
Μέσα σε αυτό το σκοτάδι που βρίσκεσαι… άνοιξε τα μάτια σου. Κοίταξε καλά… κοίτα καθαρά. Αυτό το αχνό φως που βλέπεις… ναι… δες μας. Εμείς είμαστε. Εμείς είμαστε αυτοί που έχουμε το μοναδικό φως της αλήθειας και το ζούμε σε κάθε μας στιγμή. Έλα στην κοινότητά μας και ανακάλυψέ το!
Το «Χέρι του θεού» μας άγγιξε. Μη φοβάσαι να το πιάσεις. Θα σου προσφέρει την γαλήνη που απεγνωσμένα επιζητάς. Η ηρεμία της ψυχής σου είναι στο χέρι μας. Στο «Χέρι του Θεού». Αποδέξου το και δώσε τέλος σε όλα σου τα προβλήματα.
Σε περιμένουμε…

«Υποσχέσου πως θα το δείξεις στη μητέρα σου Τζος.» η φωνή του έτρεμε. «Επιτέλους η αναζήτησή μας έφτασε στο τέλος της.»
Αν και δεν του άρεσε η ιδέα, αυτή δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να διαφωνήσει. Έτσι αρκέστηκε να πει, «Μπαμπά… θα της το δώσεις εσύ μόλις γίνεις καλά και βγεις από εδώ μέσα…» δάκρυα είχαν αρχίσει να σχηματίζουν αυλάκια στα μάγουλά του όση ώρα περίμενε κάποια απάντηση. Η απάντηση ωστόσο δεν ήρθε ποτέ. «Μπαμπά...» είπε δυνατά, «ΜΠΑΜΠΑ…» επανέλαβε φωνάζοντας. Σαν τελειόφοιτος ιατρικής, στην πρακτική του άσκηση είχε προσφέρει αρκετές φορές την βοήθειά του είτε σε εθελοντές είτε σε πραγματικούς ασθενής υπό την επίβλεψη των ανωτέρων του. Ποτέ του όμως δεν είχε φανταστεί πως θα ερχόταν η στιγμή που θα έπρεπε να παράσχει την βοήθειά του στον ετοιμοθάνατο πατέρα του. Τα έχασε. Πάγωσε. Σηκώθηκε όρθιος προσπαθώντας να οργανώσει τη σκέψη του. Μέχρι να το κάνει, η πόρτα άνοιξε και μια ομάδα γιατρών και νοσοκόμων μπήκαν στο δωμάτιο. Ο παλμογράφος είχε πέσει σε μία τέλεια ευθεία γραμμή χωρίς διακυμάνσεις να μαρτυρούν ίχνος ζωής στο άψυχο κορμί του Γκάρι.
{
Το ιατρικό πόρισμα ανέφερε αιφνίδιο καρδιακό θάνατο. Η καρδιά είχε καταπονηθεί τόσο πολύ που δεν άντεξε στο τέλος. Ο άτυχος Γκάρι δεν επανήλθε ποτέ ούτε μετά την επέμβαση με τον απινιδωτή. Η κηδεία έγινε σε κλειστό κύκλο και ο χρόνος αποδείχτηκε ο μοναδικός που μπορούσε να κλείσει τις πληγές των δύο εναπομεινάντων συγγενών.
Ο Τζος αρκετό καιρό αργότερα, προσπαθώντας να κερδίσει το χαμένο έδαφος, έφυγε για τελευταία φορά ώστε να παρευρεθεί στην τελευταία του εξεταστική. Το χαρτί με την οργάνωση που είχε βρει ο πατέρας του θεωρούσε πως ήταν ό,τι πιο ασήμαντο θα μπορούσε να της προσφέρει μα και το πιο σημαντικό συγχρόνως, καθώς ήταν το τελευταίο αντικείμενο του ανθρώπου που πέρασε όλη της την ζωή.
Η επικοινωνία τους ήταν καθημερινή μέχρι που άρχισε να αραιώνει. Λίγες μέρες πριν τελειώσει τις υποχρεώσεις του μία μυστηριώδη ησυχία, έως ύποπτη, κίνησε υποψίες στο μυαλό του Τζος. Η μητέρα του σταμάτησε να απαντάει στα τηλεφωνήματα και όχι μόνο αυτό, αλλά δεν έπαιρνε ποτέ πίσω στις κλήσεις του. Το μυαλό του άρχισε να πλάθει σενάρια και ιστορίες. Στην αρχή κάλεσε κάποιους γείτονες με σκοπό να μάθει αν συνέβαινε κάτι κακό αλλά και αυτοί του απάντησαν πως είχαν μέρες ολόκληρες να την δουν.
Ο Τζος είχε γεμίσει τον τηλεφωνητή με αναπάντητα μηνύματα. «Μαμά… σε παρακαλώ. Απάντησέ μου. Έχω αρχίσει και φοβάμαι πως κάτι σου συμβαίνει. Αν δεν μου απαντήσεις και αυτή τη φορά θα τα παρατήσω όλα και θα έρθω να σε βρω.» Η Σόφι στεκόταν με το ιδρωμένο της χέρι πάνω από την τηλεφωνική συσκευή και με τρεμάμενο χέρι προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της να μην απαντήσει. Δεν ήθελε να κόψει δεσμά με το αίμα της όμως φοβόταν πως χωρίς το στήριγμά της, τον Γκάρι, μόνο βάρος θα ήταν για τον γιο της. Τι να του έλεγε…; «Φεύγω μα σε αφήνω για πάντα…;» Θα την περνούσε για τρελή. Οπότε η σιωπή ήταν η καλύτερη επιλογή. Έτσι πίστευε τουλάχιστον. Η πόρτα πίσω της έκλεισε με δύναμη, μόνο που ο Τζος δεν άκουσε τίποτα στην άλλη άκρη της γραμμής.
{
Δύο μέρες αργότερα η πόρτα άνοιξε ξανά και ένας λαχανιασμένος Τζος ξεπρόβαλε με την αγωνία ζωγραφισμένη στο χλωμό του πρόσωπο. Στα χέρια του δεν κρατούσε βαλίτσα ή έστω την τσάντα με τα πράγματά του.
«Μαμά…» ήταν η πρώτη του κουβέντα καθώς περιφερόταν νευρικά από δωμάτιο σε δωμάτιο. Το μόνο που αντίκρισε ήταν άδειοι τοίχοι, από κάδρα με οικογενειακές φωτογραφίες και τον αντίλαλο της ίδιας του της φωνής.
Σταμάτησε στο σαλόνι και σήκωσε το σταθερό τηλέφωνο. Ήταν αρκετά έξυπνος και έπρεπε να βρει κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να τον οδηγήσει στη μητέρα του. Πάτησε την επανάκληση του τελευταίου αριθμού. Κοίταξε στην οθόνη μήπως έβγαινε το νούμερο. Είχαν τελειώσει οι μπαταρίες. Το χτύπησε ελαφρά με το δάκτυλο μήπως ξυπνούσε ο μηχανισμός… τίποτα. Μία λεπτή γυναικεία φωνή απάντησε στην άλλη άκρη.
«Ταξιδιωτικό γραφείο Elegance Travel… παρακαλώ!»
«Γεια σας!»
«Καλη…» η φωνή δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει καθώς ο βιαστικός Τζος την διέκοψε. Δεν είχε χρόνο για τέτοια.
«Ονομάζομαι Τζος Φάρελ. Μήπως κατά τύχη σας κάλεσε η μητέρα μου, Σόφι Φάρελ, κάποιες μέρες πριν;»
«Μισό λεπτό να ελέγξω παρακαλώ…» τα δάκτυλά της άρχισαν να χτυπούν τα πλήκτρα όπως και ο Τζος νευρικά το πόδι του. Η αναμονή του τελείωσε σύντομα. «Λυπάμαι… έχει πέσει το σύστημα και δεν μπορώ να το ελέγξω κύριε Φάρελ…»
Ο Τζος δεν ήξερε αν η συνομιλήτριά του συνέχισε να μιλάει, αυτός όμως το έκλεισε χτυπώντας δυνατά το ακουστικό πάνω στη βάση. Σκέφτηκε πως ίσως κάποιοι γείτονες να γνώριζαν περισσότερα πράγματα. Χωρίς να κλείσει ούτε την εξώπορτα, πετάχτηκε έξω από το διαμέρισμα και επισκέφθηκε τους ιδιοκτήτες της πολυκατοικίας στην οποία έμεναν τα τελευταία χρόνια. Ανέβηκε στον παραπάνω όροφο χτυπώντας δυνατά και επίμονα το κουδούνι. Τραγουδιστές φωνές ακούστηκαν από μέσα.
«Ποιος κρούει τη θύρα, και η θύρα τον κώδων και ο κώδων το κωδωνοστάσιο;»
«Εγώ είμαι κύριε Μάικ. Ο Τζος…»
«Τώρα… τώρα…» Η πόρτα άνοιξε και ο ρομπάτος κύριος βγήκε στην εξώπορτα. «Τι έγινε παιδ…»
«Η μητέρα μου…» Ο Μάικ δεν απάντησε. «Δεν ξέρω πού είναι…»
«Κοίτα Τζος… η μητέρα σου τώρα τελευταία δεν ήταν και πολύ καλά. Ειδικά μετά τον θάνατο του πατέρα σου…»
«Δεν έχω νέα της εδώ και πολλές μέρες…»
«Λυπάμαι. Δεν το γνώριζα. Νόμιζα πως ήξερες για την απόφασή της να φύγει.»
«Τι; Να φύγει…; Να πάει πού;»
«Δεν μας είπε ακριβώς. Όταν την ρωτούσαμε, μας απαντούσε με γρίφους…»
«Δηλαδή…;»
«Να… μας έλεγε πως ανατολικά βρισκόταν μία καλύτερη κοινωνία όπου τα πρόβατα μπορούσαν να χαίρονται τα ίδια λιβάδια με τους λύκους και κάτι τέτοια. Νομίζαμε πως τα είχε χάσει.» ντράπηκε για την τελευταία του έκφραση, «Συγγνώμη αγόρι μου…» είχε απολογητικό ύφος. Η γυναίκα του Μάικ στεκόταν από πίσω του. 
Ο Τζος κοιτούσε άφωνος με βλέμμα απλανές. Υπήρχε περίπτωση να είχε κάποια σχέση το χαρτί που της είχε δώσει μετά τον θάνατο του Γκάρι;
«Λυπάμαι…» ακούστηκε και η φωνή της συζύγου του Μάικ.
Ο Τζος έσφιξε τα χείλη και σε μια έκφραση κατάφασης έσκυψε το κεφάλι γυρνώντας από την άλλη. Τα τελευταία λόγια του Μάικ ηχούσαν στ’ αυτιά του σαν ανούσια οχλαγωγία. Κατέβηκε αργά τα σκαλιά και μπήκε στο διαμέρισμά του. Με βλέμμα στραμμένο στο άπειρο κοιτούσε χωρίς νόημα. «Τόσο γενικά…» ψιθύρισε. «Πού είσαι κυρία Σόφι…;» αναστέναξε βαθιά και έκατσε στην πολυθρόνα. «Ανατολικά…» ψιθύρισε επαναλαμβάνοντας τα λόγια των γειτόνων. «Ανατολικά της Αυστραλίας βρίσκεται η Νέα Καληδονία...» Τα κομμάτια του παζλ είχαν αρχίσει να μπαίνουν στη θέση τους. Τα στοιχεία του έδιναν πλέον μία κατεύθυνση. «Πώς να ψάξω… πού να ψάξω…;» ξαναέπιασε το σταθερό τηλέφωνο στα χέρια προσπαθώντας να πιάσει γραμμή στο κινητό της μητέρας του. Τίποτα. «Πού είσαι…;» είπε με αγωνία. Έπιασε το κεφάλι με τα χέρια και έκλεισε τα μάτια.
Είχε ήδη βραδιάσει και ο Τζος βρισκόταν ακόμη στην ίδια θέση. Ίσως και να είχε πέσει σε έναν ελαφρύ λήθαργο μα αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσε να το αντιληφθεί παρά μόνο όταν άνοιξε τα μάτια του. Ήταν σε άσκημη ψυχολογική κατάσταση. Το φεγγάρι σηκώθηκε ψηλά στον έναστρο ουρανό. Πλησίασε το παράθυρο και κοίταξε τα μαύρα σύννεφα που είχαν μαζευτεί στην άκρη του ουρανού σαν κάποιος να τα είχε στριμώξει εκεί.
«Ελπίζω να κοιτάς το ίδιο φεγγάρι μητέρα…» είπε και δάκρυα κύλησαν στα μάτια του. Ώρα για δράση… σκέφτηκε και σήκωσε αμέσως το σταθερό και πληκτρολόγησε τον αριθμό της αστυνομίας.
«Παρακαλώ…» απάντησε τυπικά στην άλλη άκρη της γραμμής μία γυναίκα.
«Θέλω να δηλώσω μία εξαφάνιση…»
«Μπορείτε να το κάνετε μα πρώτα πρέπει να περάσουν σαράντα οκτώ ώρες για να ξεκινήσουν οι έρευνες.»
Δεν είχε κι άλλη επιλογή. Κάθε βοήθεια ήταν ευπρόσδεκτη. Έδωσε ό,τι στοιχεία του ζήτησαν ελπίζοντας σε ένα θαύμα. Έκλεισε το τηλέφωνο προσπαθώντας να πνίξει τον θυμό και την απελπισία που φούντωναν μέσα του.
«Ανάθεμα…» Έσφιξε τις γροθιές του μην ξέροντας τι άλλο να κάνει. Ένιωθε τα νεύρα του να τεντώνονται σε λεπτές κλωστές έτοιμες να σπάσουν, καθώς ρίγη κατέκλυσαν το κορμί του. Με έναν πρωτόγνωρο θυμό ξέσπασε στα έπιπλα και στις πολυθρόνες αναποδογυρίζοντάς τις λες και χωρούσε από κάτω η μητέρα του. Για καλή του τύχη, μέσα σε όλη αυτή την αναστάτωση, με την άκρη του ματιού του, πρόσεξε ένα λευκό χαρτί να ανεμίζει στον αέρα και να προσγειώνεται πάνω στον πάτο μιας αναποδογυρισμένης καρέκλας. Τι ήταν αυτό; Ακόμη ένα στοιχείο μήπως;! Το κοίταξε σα να είχε εντοπίσει έναν θησαυρό. Το έπιασε στα χέρια του και το άνοιξε. Αυτό το χαρτί το είχε δει ξανά και πολύ εύκολα μπόρεσε να θυμηθεί πότε και πού.
«Το χέρι του θεού…» βλαστήμησε. «Έπρεπε να το είχα καταλάβει…» το γύρισε και είδε πίσω γραμμένη μία τοποθεσία.




Copyright © 2014 by Κωνσταντίνος Ν. Βαρδής All rights reserved

Η φωτογραφία είναι επιλογή του συγγραφέα.
Το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Βαρδή κυκλοφορεί στο διαδίκτυο με άδεια Creative Commons. Βρείτε το εδώ.

Περισσότερα από/για τον Κωνσταντίνο Βαρδή:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Τερέζα ΚουρούκληΧάρης ΒασιλάκοςΓιώργος ΓιαντάςΣτέλιος ΚανάκηςΣτέλιος ΜοίραςΈλσα ΜαγγανάρηΓιάννης Βεντούρας
Γεωργία ΚραββαρίτηΓιάννης ΦιλιππίδηςΚωνσταντίνα ΚαντζιούΠαναγιώτης ΝτούσκαςVal O' TeliΚαλλιόπη ΒελόνιαΠόλυ Μοσχοπούλου
Κερδίστε ως και πέντε μυθιστορήματαΧρυσούλα ΒακιρτζήΧρήστος ΠαπουτσήςΒαγγέλης ΜαργιωρήςΒασίλης ΤσικάραςΜαρία ΙατρίδηΘεόφιλος Γιαννόπουλος