Η κληρονομιά

Κωνσταντίνου Βαρδή

Δεύτερο μέρος*
«Το χέρι του θεού…» βλαστήμησε. «Έπρεπε να το είχα καταλάβει…» το γύρισε και είδε πίσω γραμμένη μία τοποθεσία.

Νησί της Άμμου

«Τι είναι αυτό…;» ψέλλισε βλαστημώντας την τύχη του. «Θα σε βρω που να πάρει ακόμη κι αν χρειαστεί να το κάνω μόνος μου…» είπε και άνοιξε τον υπολογιστή.
Η αναζήτησή του επικεντρώθηκε σε αυτό το νησί. Οι πληροφορίες που βρήκε ήταν σκόρπιες και χωρίς επιστημονική υπόσταση αλλά αρκετές για να καταλάβει πως το νησί αυτό δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα νησί-φάντασμα. Κάποιοι έλεγαν πως το είχαν δει από μακριά και άλλοι πως είχαν κολυμπήσει στις ακτές του. Τα πάντα όμως άρχιζαν και τελείωναν εκεί· σε αβάσιμες μαρτυρίες αγνώστων ανθρώπων. Καμία πληροφορία περισσότερη σχετικά με το «Χέρι του Θεού». Ο Τζος βρισκόταν ήδη στην Αυστραλία καθώς εκεί ήταν το πατρικό του.
«Οπότε… Νέα Καληδονία… σου έρχομαι.»
Χωρίς να χάσει χρόνο πήγε στο δωμάτιό του και άνοιξε την ντουλάπα. Πήρε τον ηλιακό φορτιστή του κινητού του και όσα χρήματα βρήκε. Έσπασε κουμπαράδες και άνοιξε κρυμμένα κουτιά. Μάζεψε ένα σημαντικό ποσό και ξεκίνησε. Δεν περίμενε να ξημερώσει. Προορισμός του ήταν το κοντινότερο ταξιδιωτικό γραφείο. Ήταν ανοικτό, όπως το περίμενε. Κοίταξε ψηλά όμως η ταμπέλα με την ονομασία δεν υπήρχε πουθενά. Την είχαν ξεκρεμάσει γιατί έκαναν εργασίες ανακαίνισης στην πρόσοψη του γραφείου. Μπήκε μέσα σπρώχνοντας την πόρτα. Η γλυκομίλητη γραμματέας τον υποδέχτηκε.
«Παρακαλώ…» καμπανάκια ήχησαν στ’ αυτιά του! Η ίδια φωνή που είχε απαντήσει στο τηλέφωνο. Κοίταξε πάνω στον πάγκο τα έντυπα, Elegance Travel! Διάνα!
«Θα ήθελα να μου κλείσετε ένα εισιτήριο για το νησί της Άμμου…» είπε επιφυλακτικά γνωρίζοντας πως θα μπορούσε να τον περάσει για κάποιον που θέλει να κάνει πλάκα στις 2100 το βράδυ.
«Μισό λεπτό να το πληκτρολογήσω...» τον κοίταξε περίεργα. Ήταν σίγουρη πως δεν υπήρχε τέτοια τοποθεσία καθώς την άκουγε για πρώτη φορά. Τόσα χρόνια στο επάγγελμα γνώριζε κάθε γωνιά αυτού του πλανήτη. Παρόλα αυτά έκανε αυτό που έπρεπε.
«Λυπάμαι. Το σύστημα δεν μου βγάζει τον προορισμό σας. Μου βγάζει όμως Νέα Καληδονία. Θα θέλατε να σας κλείσω εισιτήριο για Νέα Καληδονία;»
«Δεν σου βγάζει τίποτα για το νησί της Άμμου, μα σου βγάζει για Νέα Καληδονία! Αυτό είναι ευχάριστο!» Αυτό ήταν! Το πάζλ είχε ολοκληρωθεί. Όλα τα κομμάτια είχαν δέσει μεταξύ τους.
«Συγγνώμη…;» απόρησε προσπαθώντας να καταλάβει τα λεγόμενά του.
Ο Τζος είχε διασταυρώσει τα στοιχεία. «Δεν καταλαβαίνεις; Για να σου βγάζει τον κοντινότερο προορισμό πάει να πει πως προφανώς κάπου μέσα στο σύστημα είναι περασμένο το όνομα του νησιού που σου ζήτησα. Για αυτό σου έβγαλε τη Νέα Καληδονία. Είναι η κοντινότερη ακτή σε αυτό το νησί. Άρα σημαίνει πως κάπου αναφέρεται στο σύστημα, παρόλο που δεν σου το βγάζει σαν υπαρκτή τοποθεσία…»
Η όμορφη κοπέλα τον κοίταζε χαμένη… «Δηλαδή να σας κλείσω για Νέα Καληδονία;»
«Ναι. Ένα.»
«Για πότε;»
«Για χθες…» η κοπέλα τον κοίταξε με απορία και όχι μόνο. Τα χείλια της σούφρωσαν. «Το συντομότερο δυνατόν…» διόρθωσε χτυπώντας νευρικά τα δάκτυλά του πάνω στον πάγκο.
«Καλώς…!» απάντησε και άρχισε να πληκτρολογεί τα στοιχεία της ταυτότητάς του. Μετά από μερικά λεπτά βγήκε το μαγικό χαρτάκι. Το κοίταξε και συνειδητοποίησε πως είχε μόλις μιάμιση ώρα μέχρι το αεροδρόμιο. «Ωχ…» είπε και είδε την γραμματέα να χαμογελάει αυτή τη φορά. Χωρίς να πει αντίο, βγήκε τρέχοντας από την πόρτα και για καλή του τύχη πήρε ένα ταξί που πέρναγε από μπροστά του εκείνη τη στιγμή.
{
Η πτήση του ήταν αρκετά καλή μα πιο πολύ χάρηκε για την επιτυχής η προσγείωση. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του μόλις η απότομη δόνηση, από την κρούση των τροχών στο διάδρομο, έκανε το σώμα του αεροπλάνου να τρέμει. Τυπικά οι αεροσυνοδοί ευχαρίστησαν τους ταξιδιώτες για την προτίμησή τους στην εταιρεία τους και τους άνοιξαν τις πόρτες για την αποβίβαση. Ο Τζος σηκώθηκε και πήρε από το ντουλάπι την τσάντα του και την φόρεσε στην πλάτη. Καθ’ όλη τη διάρκεια της πτήσης κοιτούσε ερευνητικά τα πρόσωπα των συνεπιβατών του ελπίζοντας πως θα έβρισκε κι άλλους με κοινό προορισμό με αυτόν· είτε για ένταξη στη νέα αυτή κοινωνία είτε για έρευνα όπως εκείνος. Ήλπιζε με κάποιον τρόπο να το διάβαζε στο βλέμμα τους. Η έρευνα ήταν ανεπιτυχής. Κανείς δεν το γράφει στο κούτελο… σκέφτηκε. Επιτέλους πάτησε τα πόδια του στον εναέριο διάδρομο και άρχισε να περπατάει προς το κεντρικό τμήμα υποδοχής των ταξιδιωτών. Εκεί σταμάτησε και περιεργάστηκε τον χώρο.
«Και τώρα…;» ψιθύρισε. «Από πού ξεκινάει κανείς…;» βγήκε στον φωτεινό ήλιο, εκτός του αεροδρομίου, περπατώντας χωρίς να ξέρει πού να πάει. Κλασικά δεξιά και αριστερά υπήρχαν σταθμευμένα ταξί με τους οδηγούς να κρατούν ταμπελάκια με διάφορα ονόματα από χωριά και ξενοδοχεία. Από τα λίγα γαλλικά που ήξερε δεν είδε πουθενά να λέει «LA MAIN DE DIEU» ή «ILE DE SABLE», αν βέβαια θυμόταν καλά τα γαλλικά του. Αν και πάντα καλός μαθητής ήταν σίγουρος πως δεν θα κατάφερνε να συνεννοηθεί σωστά. Πήρε όμως το θάρρος και πλησίασε έναν οδηγό ταξί.
«Το νησί της Άμμου…;» ρώτησε. Η μόνη απάντηση ήταν το χλευαστικό χαμόγελο του αγενούς οδηγού με το σπασμένο άχυρο ανάμεσα στα χείλη. Ένα δυνατό σκούντημα από έναν βιαστικό πίσω στην πλάτη τον έκανε να παραπατήσει. Παραλίγο να πέσει κάτω. Μόλις σήκωσε το κεφάλι ο ταξιτζής είχε ήδη φύγει χωρίς να του δώσει την πολυπόθητη πληροφορία. Δεν απογοητεύτηκε, συνέχισε στον επόμενο. «Το νησί της Άμμου…;» ξαναρώτησε και από την αντίδρασή του κατάλαβε πως λίγο πολύ όλοι τον καταλάβαιναν. Η ίδια αντιμετώπιση άλλη μία φορά. Στο τέλος σήκωσε τα χέρια ψηλά ως ένδειξη απογοήτευσης και απόγνωσης.
Τα ταξί έπαιρναν τις κούρσες τους και έφευγαν για άγνωστο προορισμό αφήνοντάς τον μόνο ανάμεσα σε αγνώστους. Απέναντι από το αεροδρόμιο υπήρχε ένα μίνι μάρκετ. Ίσως αν αγόραζε κάποιον χάρτη να μπορούσε να βρει μερικά στοιχεία που θα βοηθούσαν την έρευνά του.
Κατευθύνθηκε προς τα εκεί κοιτάζοντας ολόγυρα. Μόλις έφτασε στάθηκε κοιτώντας μέσα από την τζαμαρία του. Πήρε μια ανάσα και μπήκε μέσα. Ήταν ένα κλασικό κατάστημα που πουλούσε από σουβενίρ μέχρι τρόφιμα και άλλα άχρηστα αναμνηστικά μικροαντικείμενα. Στο βάθος, δεξιά από το ταμείο, βρισκόταν ένας ξύλινος πάγκος με χάρτες. Τον πλησίασε και έψαξε για μερικά λεπτά. Όσο κι αν ψαχούλεψε δεν βρήκε κάποιον σχετικό με το νησί της Άμμου. Αντιθέτως για την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και τη Νέα Καληδονία άπειρους. Μέσα από καμιά πενηνταριά, λοιπόν, ξεχώρισε τον έναν που πίστευε πως θα τον οδηγούσε στον προορισμό του. Τον κράτησε στα χέρια του.
«Δεν είναι αυτός ο χάρτης που ζητάς…» ακούστηκε μία φωνή πίσω του. Ήταν μία γυναίκα που την φαντάστηκε ντυμένη με μακρύ γαλάζιο φόρεμα και κατάλευκη επιδερμίδα. Όταν γύρισε αντίκρισε ακριβώς το αντίθετο. Ήταν μία μελαμψή, σχεδόν ηλιοκαμένη, με κατάμαυρο μαλλί δεμένο με μία κόκκινη μπαντάνα. Του θύμισε τσιγγάνα αν και ήταν σίγουρος πως δεν ήταν. Τα μάτια της όμως, αν και μαύρα, εξέπεμπαν μία πρωτόγνωρη λάμψη. Μία ερεθιστική ενέργεια τον προκαλούσε να χαθεί μέσα στο βλέμμα της. Με δυσκολία σχημάτισε τις λέξεις του…
«Και πώς ξέρεις τι ψάχνω…;»
«Ένα νέο παλληκάρι που δεν είναι από τα μέρη μας, με αποσκευές μόνο μία τσάντα πλάτης… σίγουρα δεν ήρθες εδώ για τα αξιοθέατα.»
«Όχι… κάνεις λάθος. Η παρέα μου είναι έξω και με περιμένει…» απάντησε φανερά αγχωμένος.
«Πού…;» είπε με πολύ αδιάκριτο τρόπο και γύρισε το κεφάλι της για να δει τους ανύπαρκτους φίλους του. Ο Τζος ντράπηκε. Ήταν φως-φανάρι πως της έλεγε ψέματα. Η γυναίκα τον κοίταξε στα μάτια. Εκείνος έσκυψε το κεφάλι καθώς την άκουσε να χαμογελάει ελαφρά, χωρίς να μαρτυράει ίχνος κοροϊδίας. «Έλα μαζί μου… Τζος…»
Ο Τζος έμεινε άφωνος. «Πώς ξέρεις το όνομά μου…;» είπε ξαφνιασμένος.
«Αν και φοιτητής ιατρικής είσαι πολύ απρόσεκτος… ελπίζω αυτό να μην επηρεάσει την δουλειά σου αργότερα…»
«Πώς…;»
«Ξέρεις… σε αυτό το μέρος οι άνθρωποι δεν είναι αυτό που φαίνονται…»
«Εσύ είσαι…;» θέλησε να την προκαλέσει.
«Εξαρτάται πώς σου φαίνομαι…» απάντησε πιο έξυπνα και τον πλησίασε σηκώνοντας την φοιτητική του ταυτότητα και μερικά χαρτιά.
«Α… ώστε έτσι…»
«Παραλίγο να σε κλέψουν χωρίς να καταλάβεις τίποτα…»
«Σε ευχαριστώ πάρα πολύ!» και πήρε την ταυτότητα από το χέρι της. Ξεκρέμασε την τσάντα από την πλάτη του και την έβαλε μπροστά στα πόδια του για να την ανοίξει.
Ένα φύσημα ανακούφισης ακούστηκε να βγαίνει από τα χείλη του. «Ευτυχώς τα λεφτά είναι μέσα!»
«Είσαι πολύ τυχερός…»
«Ναι, αλλά εσύ πού τα βρήκες τα χαρτιά μου και την ταυτότητα; Μέσα στο μαγαζί δεν ήσουν…;»
«Προφανώς όχι…»
«Και τι…; Άφησες το μαγαζί μόνο του; Δεν φοβήθηκες μην έχεις την ίδια μοίρα με εμένα…;»
«Εμένα με ξέρουν. Οι ξένοι έχουν τα προβλήματα εδώ… Για αυτό σου λέω να προσέχεις.»
«Κι εσύ γιατί θέλεις να με βοηθήσεις λοιπόν…;»
Τώρα η νεαρή κοπέλα ήταν που έσκυψε το κεφάλι. «Σε άκουσα πριν να ρωτάς για το νησί της Άμμου. Μην είσαι τόσο απρόσεκτος …»
«Τι εννοείς…;»
«Έλα μαζί μου…» του είπε και τον οδήγησε πίσω από τον πάγκο. Πάνω από την ταμειακή μηχανή υπήρχαν στερεωμένα ξύλινα ντουλάπια που τα είχε φάει η σκόνη και η υγρασία. Ήταν βαμμένα με ένα ξεφτισμένο πράσινο χρώμα. Άπλωσε τα χέρια της και έπιασε τα επίχρυσα χερούλια τραβώντας τα προς τα έξω. Ένα παλιό συρτάρι φάνηκε το οποίο το έπιασε και το κατέβασε πάνω στην ταμειακή μηχανή. Γκλιν ακούστηκε μόλις ένα κουμπί πατήθηκε κατά λάθος. Ήταν μία πολύ παλιά μηχανή σε ένα πολύ παλιό κατάστημα. Το συρτάρι είχε μέσα ανακατεμένα χαρτιά, φαινομενικά άχρηστα. Έβαλε μέσα τα χέρια της και άρχισε να τα ανακατεύει. Κάποια στιγμή σταμάτησε και τα σήκωσε κρατώντας μία παλιά κιτρινισμένη εφημερίδα. Την ακούμπησε πάνω στον ξύλινο πάγκο δίπλα της ανοίγοντάς την.
«Για να δω…» είπε χαμηλόφωνα καθώς γυρνούσε τις σελίδες μέχρι που σταμάτησε εκεί που έλεγε «Μύθοι κι ανεξήγητα μυστήρια». Στο τέλος της δέκατης σελίδας ένα μικρό άρθρο μιας σελίδας μιλούσε για αυτό το μυθικό νησί. Οι κάτοικοι των γύρω περιοχών είχαν αποφασίσει να αφήσουν να ξεχαστεί στο πέρασμα του χρόνου χωρίς ωστόσο να γράφει τους λόγους. Ένα πέπλο μυστηρίου τυλιγόταν γύρω από το όνομά του όπως και η ομίχλη που το περιέβαλε.
«Εκεί είσαι λοιπόν… κρυμμένη στους μύθους… θα σε βρω και θα σε επαναφέρω στην πραγματικότητα…» είπε ο Τζος χαμηλόφωνα. «Γιατί όμως με βοηθάς…;»
Η κοπέλα έσκυψε το κεφάλι. «Κατά καιρούς πάντα έρχεται κάποιος να ρωτήσει για το νησί του μύθου. Συνήθως τους διώχνω ή τους αποτρέπω. Το ίδιο θα έκανα και με σένα. Όμως…» δίστασε.
«Όμως…;»
«Ο πατέρας μου… λείπει εδώ και δύο μήνες χωρίς να έχει δώσει κάποιο ίχνος ζωής.»
«Οι αρχές τι λένε…;»
«Οι αρχές… τα πάντα εδώ μέσα είναι γρανάζια της ίδιας μηχανής.» ο Τζος κοιτούσε με απορία. «Στην αρχή έκανα δήλωση στην αστυνομία και περίμενα να ξεκινήσει η έρευνα.»
«Και ξεκίνησε…;»
«Ναι, και υποτίθεται πως είναι ακόμη σε εξέλιξη. Ωστόσο δεν έχουν εντοπίσει τίποτα ακόμη. Φοβάμαι πως έχουν σταματήσει και σε αυτό ίσως να ευθύνομαι κι εγώ λίγο.»
«Δηλαδή…;»
Το καμπανάκι της πόρτας ήχησε μόλις ένας λευκοφορεμένος άντρας μπήκε στο κατάστημα. Φορούσε ένα κουστούμι και ένα άσπρο πλατύγυρο καπέλο από άλλη εποχή. Και οι δύο γύρισαν να τον κοιτάξουν. Ήταν ψηλός και φαινόταν ηλιοκαμένος στο πρόσωπο. Περιεργάστηκε λίγο το χώρο και προχώρησε στο ταμείο.
«Παρακαλώ…;» ρώτησε εκείνη.
«Λυπάμαι. Δεν ήθελα να σας διακόψω…» αποκρίθηκε. «Ένα μπουκαλάκι νερό…»
«Μισό λεπτό…» η κοπέλα έσπευσε να του το φέρει. Ο ψηλός άντρας στάθηκε δίπλα στον Τζος και του χαμογέλασε φανερώνοντας τα λευκά του δόντια. Σίγουρα είναι εύπορος, σκέφτηκε.
«Για διακοπές είστε εδώ…;» τον ρώτησε ο άγνωστος άντρας κοιτώντας την εφημερίδα με το κείμενο που διάβαζαν λίγη ώρα πριν. 
«Ναι…» απάντησε μονολεκτικά.
«Το νεράκι σας…» είπε η κοπέλα φτάνοντας από πίσω κρατώντας το στο χέρι της.
«Σας ευχαριστώ πολύ…!» είπε ο άντρας και το πλήρωσε. Ρίχνοντας μία τελευταία ματιά τριγύρω του κατέληξε στα μάτια της νεαρής κοπέλας. Με ένα νεύμα αποχαιρέτησε και βγήκε από την πόρτα.
«Κοίτα τι θα κάνει τώρα…» η νεαρή κοπέλα του έδειξε με το χέρι. Ο ψηλός άντρας στάθηκε λίγο έξω από την πόρτα και άνοιξε το μπουκάλι με το νερό. Ήπιε μία γουλιά και μετά το σφράγισε με το καπάκι ρίχνοντας ολόκληρη τη συσκευασία μέσα στον κάδο απορριμμάτων. «Εδώ και δύο μήνες περίπου εμφανίζεται σχεδόν καθημερινά και παίρνει ό,τι του έρθει εκείνη τη στιγμή στο κεφάλι και αμέσως το πετάει στον κάδο.»
«Δύο μήνες είπες…;»
«Ναι…;»
«Όσο καιρό έχει εξαφανιστεί και ο πατέρας σου δηλαδή.»
Η κοπέλα έσφιξε τα χείλη και του έγνεψε καταφατικά. «Μπορώ να υποθέσω πολλά, μα δεν μπορώ να κατηγορήσω κανέναν και για τίποτα αφού δεν μπορώ να αποδείξω κάτι. Όλη αυτή η κατάσταση με έχει τρομάξει…»
«Η αλήθεια είναι πως κι εμένα μου φάνηκε πολύ περίεργος. Τρομαχτικός θα έλεγα.»
«Μμμ…» η κοπέλα συμφώνησε. «Το όνομά μου είναι Κέλυ.»
«Εμένα με λένε Τζος, αν και το ξέρεις ήδη. Αλλά πες μου… με ποιο τρόπο έκανες εσύ τα πράγματα πιο δύσκολα στην εύρεση του πατέρα σου;»
«Η τοπική αστυνομία με ρώτησε αν είχα το οτιδήποτε στα χέρια μου που θα μπορούσε να βοηθήσει στην έρευνά τους.» Ο Τζος κοίταζε αμίλητος. «Τους έδειξα αυτό…» άνοιξε ξανά το συρτάρι της και έβγαλε ένα τσαλακωμένο χαρτί. Ο Τζος το έπιασε στα χέρια του και το ξετύλιξε με προσοχή. Μόλις είδε το περιεχόμενο έμεινε άφωνος. Ήταν το ίδιο χαρτί που είχε δώσει και ο πατέρας του στη Σόφι. Το Χέρι του Θεού. «Καταλαβαίνεις τώρα γιατί θέλω να σε βοηθήσω;» ακούστηκε να λέει η Κέλυ. «Σε άκουγα που ρώταγες πριν για το χέρι του θεού…»
«Δεν ξέρω τι να πω…» μονολόγησε με απόγνωση.
«Εσύ γιατί ψάχνεις το χέρι του θεού;» τον ρώτησε η Κέλυ.
«Για τον ίδιο λόγο που ψάχνεις κι εσύ τον πατέρα σου. Η μητέρα μου έχει εξαφανιστεί και το τελευταίο πράγμα που βρήκα, ήταν αυτό το χαρτί…» το σήκωσε στον αέρα, «…που γράφει ακριβώς τα ίδια πράγματα με το δικό σου.» Για μία στιγμή κοιτάχτηκαν στα μάτια. «Καλά ως εδώ. Τώρα, από πού ξεκινάμε…;» την ρώτησε.
«Δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Όσες φορές κι αν προσπάθησα να βρω κάτι παραπάνω δεν τα κατάφερα. Ίσως εσύ να είσαι η τελευταία μου ελπίδα.»
«Τώρα πραγματικά αγχώθηκα…» ξεφύσησε…
{
Ο Τζος βγήκε από το μίνι μάρκετ και άρχισε να περιφέρεται, φαινομενικά, άσκοπα στους δρόμους της Νουμέα. Τίποτα δεν του έμοιαζε αξιοπερίεργο. Μάλλον αξιοθαύμαστο θα ήταν η καλύτερη λέξη που άρμοζε. Αν και γείτονας τόσα χρόνια ποτέ του δεν είχε επισκεφτεί αυτό το μέρος που κάθε άλλο παρά επικίνδυνο φαινόταν. Οι άνθρωποι έμοιαζαν ανέμελοι να διασκεδάζουν στα παραλιακά μαγαζιά απολαμβάνοντας το φαγητό τους. Μετά από μερικές ώρες περπατήματος ένιωθε σα να έψαχνε ψήλους στ’ άχυρα. Κι έτσι ήταν.
Ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει και αυτό τον κούραζε πιο πολύ. Ξένος ανάμεσα σε ξένους δεν είχε το αποτέλεσμα που ήλπιζε, όταν κάτω από το φεγγαρόφωτο είδε για άλλη μία φορά, μία γνωστή φιγούρα να περπατάει μόνη στα στενά της πόλης. Ήταν εκείνος ο ψηλός λευκοφορεμένος άντρας που τώρα ξεχώριζε μέσα στο πλήθος. Χωρίς να έχει κάτι να του πει θέλησε να τον ακολουθήσει. Δεν είχε κάποιο σχέδιο αλλά αυτός ο τύπος ήταν ο μόνος που έμοιαζε ουρανοκατέβατος σε όλο το σκηνικό τοπίο. Στην αρχή του έμοιασε καλή σαν ιδέα, όμως λίγη ώρα αργότερα ο Τζος είχε μπει σε σκοτεινά σοκάκια μοιάζοντας χαμένος.
Όσο πήγαινε απομακρυνόταν από τον κόσμο και το ένστικτό του, του έλεγε να σταματήσει πριν να ήταν αργά. Δεν το άκουσε. Στην τελευταία στροφή ο ψηλός άντρας χάθηκε πίσω από έναν ριγμένο μαντρότοιχο. Ο Τζος έτρεξε ως εκεί και συνειδητοποίησε πως βρισκόταν πια στην παραλία. Το απαλό κύμα πάφλαζε στα παπούτσια του κάνοντάς τα μούσκεμα. Κοίταξε προς όλες τις κατευθύνσεις μήπως έβλεπε κάτι αλλά ήταν μόνος.
Το φεγγάρι έστεκε ψηλά σε μία ολόλαμπρη σελήνη φωτίζοντας ακόμη και τα λιγοστά ψάρια που κολυμπούσαν μέσα στα βαθυγάλανα νερά. Κι όμως κάτι πολύ παράξενο συνέβη εκείνη τη στιγμή. Η άμμος δεν είχε πατημασιές που να αποδεικνύουν πως κάποιος περπάτησε από εκεί και χάθηκε κάπου στο άγνωστο. Ο ψηλός άντρας θα μπορούσε να είχε πάει μόνο προς τα μέσα. Αυτό θα σήμαινε μόνο ένα πράγμα… πως θα είχε αυτοκτονήσει. Ο Τζος όμως δεν έβλεπε κάποιο πτώμα να επιπλέει.
Λίγο πιο πέρα βρισκόταν ένα λυχνάρι που έκαιγε. Η φωτιά του φαινόταν σαν κουκίδα μέσα στην έρημο. Όσο πλησίαζε μπορούσε να ακούσει μία ελαφριά οχλαγωγία. Όταν πια έφτασε πολύ κοντά διέκρινε δύο ψαράδες να ξεμπλέκουν τα δίκτυα τους απολαμβάνοντας λίγο κρασί. Του φάνηκαν άκακοι και τους πλησίασε. Ήταν φιλικοί.
«Γεια σας…» φώναξε σηκώνοντας το δεξί του χέρι.
«Καλώς τον ξένο!» απάντησε ο ένας από τους δύο.
«Κάτσε να πιεις μαζί μας…» του πρότεινε ο δεύτερος.
«Σας ευχαριστώ αλλά δεν έχω χρόνο.» ο Τζος ήταν διστακτικός.
«Τι κυνηγάς και είσαι τόσο βιαστικός;»
«Μήπως πέρασε από εδώ ένας άντρας ντυμένος στα λευκά γύρω στο 1,90 ύψος;»
«Όχι…» κοιτάχτηκαν μεταξύ τους οι δύο άντρες. «Σίγουρα όχι…» 
Ο Τζος έδειξε την δυσαρέσκειά του σουφρώνοντας τα χείλη του.
«Τι ζητάς νεαρέ μου; Πες κι εμείς ίσως μπορέσουμε να σε βοηθήσουμε.»
Ο Τζος κάθισε μαζί τους παίρνοντας την πρωτοβουλία να δυναμώσει κι άλλο την φωτιά του λυχναριού βγάζοντας λίγο πιο έξω το φιτίλι.
«Όχι…» είπε τρομαγμένος ο ένας ψαράς, «Δεν χρειαζόμαστε περισσότερο φως…» είχε έναν ακατανόητο τόνο στην έκφρασή του.
«Συγγνώμη…» αποκρίθηκε ο Τζος προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε κάνει τόσο στραβά. Ο άλλος ψαράς πήρε το λόγο.
«Κοίτα νεαρέ… όσοι έρχονται σε αυτό το μέρος χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Σε αυτούς που ζητούν διασκέδαση και σε αυτούς που αναζητούν περιπέτεια. Εσύ σε ποιες από τις δύο κατηγορίες συγκαταλέγεσαι;»
«Στην πρώτη.»
«Έχεις έρθει ως εδώ, τέτοια ώρα, με μόνο μία τσάντα πλάτης μαζί σου, ψάχνοντας έναν ψηλό άντρα που μόνο εσύ είδες… θα έλεγα πως ανήκεις στην δεύτερη κατηγορία.» Ο Τζος δεν μίλησε. Ήθελε να δει πού θα καταλήξει ο ψαράς. «Ξέρεις όμως κάτι νεαρέ… βρίσκεσαι τελείως αντίθετα. Το νησί μας έχει πολύ μυστήριο και περιπέτεια αν θέλεις να βρεις. Έχει μύθους και θρύλους που οι περισσότεροι θα σου αποκρύψουν. Αλλά δεν βρίσκονται σε αυτή την ακτή.»
«Δηλαδή…;»
«Έχεις ακούσει για το νησί της Άμμου;»
Καμπανάκια ήχησαν στ’ αυτιά του. «Τώρα αρχίζεις να μιλάς σωστά…!»
«Πήγαινε μέχρι το Τιαμπέτ, στην πιο βορειοδυτική ακτή του νησιού. Εκεί θα βρεις τον Ρίκο. Θα του πεις ότι σε έστειλε ο Άντζελο. Θα σου κάνει ειδική τιμή…» οι δύο ψαράδες τσούγκρισαν τα ποτήρια τους και έσκασαν ένα χαμόγελο που φάνηκε πολύ ύποπτο στα μάτια του Τζος έως και τρομακτικό.
«Σας ευχαριστώ…» είπε και σηκώθηκε τινάζοντας γρήγορα την άμμο από το παντελόνι του. Έφυγε βιαστικά καθώς φοβήθηκε πως επρόκειτο για κάποιο οργανωμένο κύκλωμα που έστηνε παγίδες στους αφελείς ξένους.
Ξεκίνησε τον δρόμο της επιστροφής καθώς πολλές σκέψεις βασάνιζαν το νου του. Όλα του φαίνονταν τόσο μυστήρια και ύποπτα. Φοβόταν πού πήγαινε να μπλέξει και αμφιβολίες είχαν αρχίσει να φωλιάζουν στο μυαλό του. Ίσως ήταν καλύτερα να εξαντλήσει πρώτα κάθε ασφαλή και νόμιμη μέθοδο εύρεσης της μητέρας του και του πατέρα της Κέλυς. Παρόλα αυτά ήθελε να δει ξανά την κοπέλα που υπέθεσε πως θα τον περίμενε για να της πει όλα αυτά που βρήκε.
Όταν έφτασε στο μίνι μάρκετ ξεχώρισε, μέσα από τα διάφανα τζάμια, την όμορφη νεαρή να στέκεται μπροστά από την ταμειακή μηχανή κοντά σε κάποια ράφια. Τα φώτα του δρόμου είχαν χαμηλώσει επικίνδυνα. Ο Τζος δεν την είχε πλησιάσει ακόμη. Την κοιτούσε από την απέναντι μεριά του δρόμου. Ήθελε να της πει όλα αυτά που έγιναν. Αν και δεν την ήξερε τόσο καλά, στο πρόσωπό της έβλεπε τη μοναδική του σύμμαχο. Με αυτή μοιράζονταν την ίδια απουσία. Πήρε μία βαθιά ανάσα και βήμα-βήμα ξεκίνησε να μειώνει την απόσταση που τους χώριζε. Η Κέλυ με την άκρη του ματιού της είδε μία αντρική φιγούρα να πλησιάζει το κατάστημα και ενστικτωδώς γύρισε προς το μέρος του. Μόλις τον αντιλήφθηκε ένα γλυκό χαμόγελο πήγε να σχηματιστεί στα χείλη της και ένα ανασήκωμα του χεριού που δηλώνει χαιρετισμό όταν μία ξαφνική διακοπή ρεύματος τύλιξε τα πάντα στο σκοτάδι.
Ο Τζος σταμάτησε μη μπορώντας πια να δει ούτε λίγα εκατοστά πιο μακριά από την μύτη του. Ηρεμία… και τα φώτα άναψαν σε λιγότερο από δύο με τρία δευτερόλεπτα. Ο δρόμος φωτίστηκε ξανά με το ίδιο υποτονικό φως όπως και το εσωτερικό του μίνι μάρκετ. Μόνο που αυτή τη φορά η Κέλυ βρισκόταν πίσω από την ταμειακή μηχανή κοιτώντας κάτω με βλέμμα καρφωμένο στο άπειρο. Ο Τζος κόλλησε για μία στιγμή. Ίσως να μην είδα καλά πριν… σκέφτηκε και μπήκε μέσα.
«Κέλυ…!» ήταν η πρώτη του κουβέντα και την πλησίασε.
Η νεαρή κοπέλα σήκωσε το κεφάλι. «Γεια σας! Πώς θα μπορούσα να σας εξυπηρετήσω;» τον καλοδέχτηκε με προσποιητό χαμόγελο και χωρίς συναίσθημα σα να μην τον αναγνώριζε.
«Κέλυ, εγώ είμαι…» συνοφρύωσε το πρόσωπό του.
«Και τι μπορώ να κάνω για εσάς;» συνέχισε να λέει.
Ο Τζος δεν μίλησε παραπάνω. Προσπαθούσε να καταλάβει τι γινόταν. Ήταν κάποιου είδους παιχνίδι; Μήπως προσπαθούσε να του δώσει κάποιο κρυφό μήνυμα, ή όντως δεν θυμόταν; Κοίταξε σαστισμένος γύρω του αλλά δεν είδε κάτι ύποπτο. Μία όμως έντονη γυναικεία κραυγή ακούστηκε πίσω από το μαγαζί.
«Τι ήταν αυτό…;» είπε με ένταση.
«Δεν άκουσα τίποτα…» αποκρίθηκε με την ίδια απάθεια.
«ΜΑ ΤΙ ΛΕΣ ΤΩΡΑ…;» της φώναξε.
«Λυπάμαι, μα δεν καταλαβαίνω σε τι αναφέρεστε…»
«Διάβολε...» ξεστόμισε και σαν σίφουνας πετάχτηκε έξω από το μαγαζί. Με την αδρεναλίνη του να έχει χτυπήσει κόκκινο έτρεξε γύρω από το μαγαζί ακούγοντας μόνο μία γυναικεία φωνή να παρακαλάει σε βοήθεια και να χάνεται στο πουθενά. Το μαγαζί ήταν σχετικά μικρό και έτσι κατάφερε να κάνει δύο με τρεις γύρους στο τετράγωνό του χωρίς ωστόσο να βρει κάτι μέχρι που οι φωνές έσβησαν τελείως. Τα φώτα δυνάμωσαν ξανά σα να μην είχαν ανάγκη να συγκαλύψουν το έγκλημά τους πια. Ο Τζος σταμάτησε με τη γλώσσα στεγνή μέχρι τον οισοφάγο από τις βαθιές ανάσες. Στο τέλος στάθηκε έξω από την πόρτα, έσκυψε και πήρε μερικές βαθιές ανάσες. Σηκώθηκε και μπήκε σπρώχνοντας δυνατά. «Τι σου συμβαίνει Κέλυ;»
Η κοπέλα κοιτούσε φοβισμένη χωρίς ίχνος κατανόησης. Τα μάτια της μαρτυρούσαν πως δεν ήταν πια αυτή αν και είχε την ίδια ακριβώς εμφάνιση. Ο Τζος χωρίς να πει άλλη κουβέντα άρχισε να ψάχνει το μαγαζί. Κάποιο υπόγειο ίσως. Μία καταπακτή. Η κοπέλα σήκωσε το τηλέφωνο και άρχισε να πληκτρολογεί ένα νούμερο. Οι ψίθυροί της έφτασαν στα αυτιά του Τζος...
«Αστυνομία…; Σας παρακαλώ… ελάτε γρήγορα…»
Αυτό ήταν. Η ώρα να εξαφανιστεί σαν τον ψηλό λευκοφορεμένο άντρα είχε φτάσει και για αυτόν· και το έκανε. Αμέσως έτρεξε στην έξοδο και χάθηκε πριν ακούσει κάποιο αυτοκίνητο να πλησιάζει.
{
Η επόμενη μέρα τον βρήκε να κοιμάται στις ακτές της Νέας Καληδονίας. Τα καταγάλανα νερά, του έβρεχαν τα πόδια και αυτός ήταν ξαπλωμένος σα ναυαγός που τον παρέσυρε το κύμα. Στο στήθος του μπροστά είχε φορέσει την τσάντα της πλάτης για να μην του την κλέψουν χωρίς να το καταλάβει· όχι πως αυτό δεν εγκυμονούσε κινδύνους. Την άνοιξε και με χαρά είδε πως τα υπάρχοντά του βρίσκονταν ακόμη στην θέση τους, άθικτα. Κοίταξε τον χάρτη και βρισκόταν γύρω στα 450 χιλιόμετρα μακριά από τον προορισμό που του είχε αναφέρει ο ψαράς το προηγούμενο βράδυ. Αμέσως σηκώθηκε και περπάτησε ξανά μέχρι την πόλη. Χρήματα είχε μαζί του αλλά ήθελε να φροντίσει να μην φαίνεται σαν ζητιάνος γιατί θα του ήταν πολύ δύσκολο να διανύσει μία τόσο μεγάλη απόσταση αν χρειαζόταν να κάνει ωτοστόπ.
Για λίγη ώρα νοίκιασε ένα μικρό δωμάτιο στο πιο φτηνό ξενοδοχείο που βρήκε και μπήκε μέσα να κάνει ένα ντους. Αφού φτιάχτηκε καλά-καλά βγήκε πάλι στον δρόμο και πήγε σε ένα γραφείο εσωτερικών ταξιδιών. Εκεί στάθηκε τυχερός καθώς το πούλμαν έφευγε σε μισή ώρα περίπου. Προορισμός του το Τιαμπέτ. Η ώρα ήταν ακόμη μία και μισή το μεσημέρι. Προγραμματισμένη ώρα άφιξης ήταν στις έντεκα το βράδυ. Αυτό του ήρθε πολύ βολικό καθώς θα έβρισκε τον Ρίκο για να τον μεταφέρει στον προορισμό του πιο εύκολα.
Το ταξίδι ξεκίνησε. Καθ’ όλη την διάρκεια της διαδρομής προσπαθούσε να γνωρίσει το μέρος και τους ανθρώπους όσο το δυνατόν περισσότερο γινόταν. Ίσως όλες αυτές οι πληροφορίες που θα σύλλεγε, σαν παρατηρητής, να τον βοηθούσαν στην έρευνά του. Προς το τέλος τον είχε πάρει ο ύπνος και ξύπνησε μοναχά όταν ένα χέρι τον σκούντηξε λίγο άτσαλα στον ώμο.
«Έι, φίλε… ξύπνα. Φτάσαμε. Ώρα να κατέβεις.»
Ο Τζος τεντώθηκε και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Είχε ήδη νυχτώσει και το πούλμαν ήταν άδειο. «Ναι, ναι… τώρα κατεβαίνω…» αμέσως σηκώθηκε και βγήκε από το λεωφορείο πηδώντας τα τρία σκαλιά μέχρι τον δρόμο. Αυτή η πόλη δεν θύμιζε σε τίποτα εκείνο το πολυσύχναστο μέρος στο οποίο είχε προσγειωθεί το αεροπλάνο που τον μετέφερε από την Αυστραλία. Ήταν σκοτεινό και απόμερο. Ίσως για αυτό και ο Ρίκο να σύχναζε σε τέτοια μέρη. Η φωνή του οδηγού ακούστηκε ξανά από πίσω του.
«Μη χασομεράς άσκοπα φίλε και πήγαινε αμέσως στους δικούς σου…»
«Στους δικούς μου…;» απάντησε.
«Ναι…» είπε ο οδηγός σα να θεωρούσε πως ήταν κάτι το αυτονόητο. Τον κοίταξε όμως και κατάλαβε πως δεν τον περίμενε κάποιος σε αυτό το μέρος. «Φίλε μου… σε λάθος μέρος ήρθες να κάνεις διακοπές. Τώρα αν θέλεις να γυρίσεις πίσω θα πρέπει να περιμένεις μέχρι την αυριανή μέρα.»
«Ευχαριστώ. Θα το έχω υπόψη μου…» απάντησε ο Τζος κι έφυγε μέσα στη νύχτα μακριά από τα φώτα των προβολέων. Το ρολόι του είχε ενσωματωμένη πυξίδα την οποία εμπιστεύτηκε, για άλλη μία φορά, όπως και τον φακό με το κοκκινωπό φως του. Περπατούσε κατά μήκος της ακτής έχοντας για συντροφιά τον απαλό παφλασμό του κύματος. Το φεγγάρι έστεκε ψηλά φωτίζοντας με το σκοτεινό του φως όλο τον μαγευτικό ορίζοντα. Ένα πρωτόγνωρο θέαμα απαράμιλλης ομορφιάς. Και κάπου στο βάθος, μία κόκκινη μικρή εστία φωτός άρχισε να τρεμοπαίζει. Πότε πήγαινε δεξιά και πότε αριστερά· άλλοτε πάλι εξαφανιζόταν για να εμφανιστεί μερικά δευτερόλεπτα αργότερα. Πλησίασε κι άλλο και τότε κατάλαβε πως ήταν η καύτρα ενός τσιγάρου κολλημένου στα χείλη ενός μεγαλόσωμου άντρα που στεκόταν μόνος στην αμμουδιά χορεύοντας στην βουβή μελωδία του μυαλού του. Ο Τζος τον πλησίασε…
«Χαίρετε… είσαι ο Ρίκο…;» τον ρώτησε.
«Ποιος ρωτάει…;»
Η κλασική απάντηση που βλέπουμε σε όλα τα σήριαλ της τηλεόρασης, σκέφτηκε.
«Με λένε Τζος και με στέλνει ο Άντζελο από τη Νουμέα.»
«Μου έφερες τα λεφτά που μου χρωστάει…;»
«Όχι… όχι…»
«Τότε δεν είμαι εγώ αυτός που γυρεύεις…»
«Όχι φίλε μου… δεν με κατάλαβες…»
«Ούτε κι εσύ εμένα…» τον έκοψε απότομα. «Δεν είμαι ο Ρίκο…»
«Φφφ…» ξεφύσησε σαν τρύπιο λάστιχο. «Εντάξει φίλε… πόσα σου χρωστάει…;»
«Πόσα έχεις…;»
«Τι;;;» ένιωσε σα να τον διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Αυτό ήταν ένα παιχνιδάκι τους και το είχε καταλάβει.
«Δείξε μου…» απάντησε αυστηρά.
«Ανάθεμά σε…» ψιθύρισε. Ο Τζος άνοιξε την τσάντα του και έβγαλε το πορτοφόλι. «Θα σου δώσω τα “χρωστούμενά” σου για να με πας στο νησί της Άμμου…» μούγκρισε θυμωμένος.
Ένα έντονο γαργαριστό γέλιο ήταν η απάντηση του ψαρά. «Καλά το κατάλαβα, μόλις σε είδα να έρχεσαι. Λέω για να έρχεται αυτός, στη μέση του πουθενά τέτοια ώρα, κάτι σοβαρό θέλει. Ήρθες στο σωστό σημείο λοιπόν.» και άρπαξε το πορτοφόλι μέσα από τα χέρια του Τζος.
Το κράτησε σφικτά με το χέρι του και ανοίγοντάς το έχωσε τα χοντρά δάκτυλά του μέσα. Έβγαλε τα χαρτονομίσματα, πετώντας στην άμμο το άψυχο -πλέον- πορτοφόλι, και άρχισε να τα μετράει.
«Δεν μου φτάνουν…» μονολόγησε τελειώνοντας κοιτώντας τον στα μάτια.
«Σε παρακαλώ. Αυτά είναι όλα.»
«Λυπάμαι φιλαράκο…»
Ο Τζος ξεφύσηξε απογοητευμένος. Γύρισε το κεφάλι του κοιτώντας με λοξή ματιά πίσω από την πλάτη του και σήκωσε προς τα πίσω το δεξί του πόδι. Έσκυψε για μια στιγμή και σήκωσε το μπατζάκι του παντελονιού για να φτάσει την κάλτσα. Την κατέβασε αποκαλύπτοντας μία ακόμη μικρή δεσμίδα χρημάτων.
«Τς… τς… τς… τς…» σήκωσε τον δείκτη του χεριού του κουνώντας τον στο πρόσωπο του Τζος. «Προσπάθησες να κοροϊδέψεις τον Ρίκο…» σούφρωσε τα χείλη συνοφρυώνοντας το πρόσωπό του.
«Όχι, δεν…» θέλησε να απαντήσει απολογητικά μην έχοντας άλλες επιλογές.
«Νεαρέ μου, εκεί που πάμε δεν τα χρειάζεσαι τα χρήματα…» είπε και άπλωσε την ανοικτή του παλάμη.
Ο Τζος εναπόθεσε τα τελευταία του χρήματα ακουμπώντας τα πάνω στο σκληρό, γεμάτο κάλους, δέρμα του χεριού του.
Ο ψαράς τα πήρε και τα έβαλε στην κωλότσεπή του. «Φεύγουμε το χάραμα, πριν καλά-καλά ακόμη ο ήλιος φωτίσει στα ψηλά.»
«Και πώς θα πάμε;»
«Με την κούκλα μου…» είπε και του έδειξε ένα πολύ μικρό υδροπλάνο που επέπλεε στα βαθιά γαλάζια νερά της θάλασσας. Ήταν μία μικρή άτρακτος που χωρούσε μόλις δύο άτομα μέσα με δύο φτερά κολλημένα στα πλάγια.
«Με αυτό θα πάμε…;» του έμοιαζε σαν αυτοσχέδια κατασκευή.
«Πίστεψέ με… το μωρό αυτό είναι ικανό για να μας πάει και να με φέρει. Αλήθεια. Δεν μου είπες τι ζητάς σε εκείνο το νησί.» ξαφνικά σοβάρεψε μα απάντηση δεν πήρε. «Το χέρι του θεού…;»
«Πώς το ξέρεις…;»
«Νεαρέ μου έχω πάει κι άλλους σε αυτό το νησί πριν από εσένα.»
«Και τι έχουν απογίνει…;»
«Δεν ξέρω. Δεν τους είδα ποτέ ξανά από τότε. Το μόνο που ξέρω είναι πως αυτό το νησί, από ό,τι έχω καταλάβει, κατοικείται κανονικά, παρόλο που θέλουν να μας πείσουν πως δεν υπάρχει.»
«Γιατί κάποιος να θέλει να κάνει κάτι τέτοιο…;»
«Δεν ξέρω και δεν με απασχολεί στ’ αλήθεια. Μου φτάνει που αρκετοί τρελοί θέλουν συχνά-πυκνά να τους μεταφέρω εκεί κι έτσι βγάζω κι εγώ το ψωμί μου.»
«Πόσο συχνά δηλαδή…;»
«Μία φορά την εβδομάδα τουλάχιστον.»
«Μήπως τότε μετέφερες και μία ηλικιωμένη κυρία…» προσπάθησε να περιγράψει την μητέρα του μα δεν πρόλαβε. Ο Ρίκο τον διέκοψε.
«Φίλε… δεν είμαι μόνο εγώ που μεταφέρω απέναντι. Μέχρι πριν λίγες μέρες υπήρχε και ανταγωνισμός» γέλασε ύποπτα χαϊδεύοντας μία φρέσκια και βαθιά ουλή που είχε χαραγμένη στο πρόσωπο.
«Εσύ πώς τα ξέρεις όλα αυτά…;»
«Κάποτε ένας γύρισε. Έκατσε μαζί μου για δύο ημέρες και μετά απλά χάθηκε. Το επόμενο πρωινό δεν τον βρήκα εδώ. Καθόμασταν ώρες και συζητούσαμε. Μου έλεγε ιστορίες που δεν θα δεχόσουν να πιστέψεις ακόμη κι αν σου κολλούσαν ένα πιστόλι στον κρόταφο.»
«Τι ιστορίες δηλαδή…;»
«Χμ… και να σου χαλάσω την έκπληξη…; Όχι… αυτό θα πρέπει να το μάθεις μόνος σου…»
{
«Ξύπνα νεαρέ…» ο Ρίκο τον σκούντηξε άγαρμπα στον ώμο.
Ο Τζος σήκωσε το κεφάλι του και είδε τη σκοτεινή φιγούρα του υδροπλάνου που είχε αρχίσει να φανερώνεται με τις πρώτες ηλιαχτίδες. Η έλικα είχε αρχίσει ήδη να γυρίζει κάνοντας σαν καρμπυρατέρ έτοιμο να καταρρεύσει. Κοίταξε το ρολόι του και η ώρα ήταν πέντε ακριβώς τα ξημερώματα.
«Βιάσου νεαρέ. Σε δύο ωρίτσες θα είμαστε στο νησάκι σου…»
Ο Τζος σηκώθηκε και άρχισε να τρέχει προς το ιπτάμενο φέρετρο, δεν μπορούσε να σκεφτεί καταλληλότερη λέξη, που έμοιαζε με αεροπλάνο. Μπήκε μέσα και αμέσως ο Ρίκο εμφανίστηκε από την άλλη πόρτα κι έκατσε δίπλα του. Άρχισε να κουνάει νευρικά τους μοχλούς και το όχημα έδειξε να ανταποκρίνεται. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του μέχρι την ώρα που το υδροπλάνο έγινε ελαφρύτερο από τον ίδιο τον αέρα και άρχισε να ρέει μέσα του σαν φτερό που το παρασέρνει ο άνεμος.
Κοίταξε πίσω του και είδε ένα ολόκληρο νησί να μικραίνει και να γίνεται στο μέγεθος ενός αυτοκινήτου όσο απομακρυνόταν από αυτό. Πετούσαν αρκετά ψηλά ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε ο Τζος. Το σκάφος άρχισε σιγά-σιγά να χάνει ύψος καθώς από μακριά ο προορισμός τους ήταν πια εμφανής.
«Σου μοιάζει εσένα για αόρατο;» του έδειξε με το δάκτυλο ο Ρίκο. Ο Τζος δεν απάντησε. «Να το νησί σου φίλε μου. Μόνο που… δεν μπορώ να πλησιάσω περισσότερο.» Τώρα πετούσε ακριβώς μερικά μόνο μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.
«Και τι σκοπεύεις να κάνεις γι’ αυτό…;» ρώτησε ο Τζος σα να του έλεγε… Έι, φίλε… εγώ πλήρωσα για να με αφήσεις έξω από την πόρτα μου…
«Να σου πω…» απάντησε γρήγορα και πονηρά. Το είχε κάνει πολλές φορές πριν. Έκοψε το τιμόνι απότομα δεξιά και το υδροπλάνο πλάγιασε επικίνδυνα προς τη μεριά του Τζος. Ο Τζος είδε το φτερό να απέχει μόλις μερικά εκατοστά από την επιφάνεια του νερού. Ένα αίσθημα φόβου τον πλημμύρισε και κρατήθηκε δυνατά από την λαβή. «Χα χα χα… Όλοι το ίδιο κάνετε. Μόνο που δεν ξέρετε πως οι συγκεκριμένες λαβές δεν είναι κολλημένες.» Ο Ρίκο σήκωσε το πόδι του και χώνοντάς το στο πλευρό του, έδωσε μια δυνατή σπρωξιά προς τα έξω. Δεν ήθελε παραπάνω προσπάθεια και ο Τζος έκανε μία βαθιά βουτιά μέσα στα μαύρα νερά του Ειρηνικού κρατώντας ακόμη στα χέρια του τη σαθρή μεταλλική λαβή.
«ΟΧΙ… ΟΧΙ… ΟΧΙ…» ούρλιαζε αλλά η φωνή του χανόταν από τον δυνατό θόρυβο της έλικας που παρέσερνε τον Ρίκο ξανά στην ακτή. Για μία στιγμή πήγε να τον πιάσει πανικός. Αυτό θα ήταν αρκετό να τον βυθίσει σαν βαρίδι στο βυθό. Άρχισε να παλεύει με το νερό που έμπαινε μέσα στο στομάχι του. Ο πνιγμός ήταν σίγουρος. Ενώ χρησιμοποιούσε τα χέρια του σαν κουπιά, ήταν λες και αυτά ήταν τρύπια. Το νερό έφευγε από μέσα τους χωρίς να του προσδίδουν την παραμικρή αντίσταση· σαν πρωτάρης σε πισίνα. Μία ανάμνηση ήρθε στο μυαλό του όταν ήταν ακόμη μικρό παιδί και ο Γκάρι, του μάθαινε να κάνει τα πρώτα του θαλάσσια βήματα.
«Σταμάτα να παλεύεις. Γύρνα ανάσκελα και άσε το κορμί σου, ελεύθερο και χαλαρό, να ξεκουραστεί. Το νερό είναι ήρεμο. Άστο να σε καθοδηγήσει.»
Σαν θεία φώτιση τα λόγια του πατέρα του ήχησαν στο κεφάλι του. Ήταν η τελευταία του ελπίδα. Γύρισε ανάσκελα ξαπλώνοντας στο άπατο υδάτινο στρώμα και ένιωσε τους χτύπους της καρδιάς του να γίνονται ολοένα και πιο αργοί… σταθεροί… ήρεμοι. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στις πρώτες ηλιαχτίδες που έπεφταν πάνω του. Σήκωσε το κεφάλι και είδε την ακτή του νησιού. Δεν ήταν πολύ μακριά, αλλά ούτε και πολύ κοντά. Σίγουρα δεν θα τα κατάφερνε αλλιώς. Αν πάλευε να κολυμπήσει θα κουραζόταν και θα πνιγόταν. Το νερό ήταν παγωμένο και δεν θα συγχωρούσε μία κράμπα. Έτσι απόλαυσε την ηρεμία της διαδρομής και σαν ιστιοφόρα καρίνα καθοδηγούσε το κορμί του με ελαφρές κινήσεις με τα χέρια και τα πόδια του που δούλευαν σαν πηδάλια για να πάει στην ακτή.
Κοίταξε το ρολόι του και η ώρα ήταν έξι και είκοσι. Το νησί ακόμη κοιμόταν. Μία περίεργη ομίχλη όμως έμοιαζε να κρύβει περισσότερα από αυτά που προσπαθούσαν να κρύψουν οι κάτοικοι της Νέας Καληδονίας. Η ώρα να το μάθει είχε φτάσει. Ήταν σίγουρος πως η μητέρα του πατούσε πάνω σε αυτό το απομακρυσμένο και χαμένο νησί. Δεν είχε αμφιβολία. Την είχε προετοιμάσει ο πατέρας του και ήξερε πως η Σόφι θα εκπλήρωνε την τελευταία επιθυμία του άντρα της· να την πάρει και να μείνουν σε αυτή την τέλεια κοινωνία που κάποιος ονόμαζε «Χέρι του Θεού».
Το δέρμα του είχε μουλιάσει και η θερμοκρασία του σώματός του είχε πέσει κατακόρυφα. Ανεξέλεγκτοι σπασμοί είχαν κυριεύσει το κορμί του σε μία προσπάθεια να ανακτήσει την θέρμη του που διέρρεε μέσα από τα άκρα του σαν τρύπιος κουβάς. Έγειρε άλλη μία φορά το κεφάλι του να αντικρίσει το νησί. Με μεγάλη του έκπληξη διαπίστωσε πως κάποιο ρεύμα είχε αρχίσει να τον τραβάει μακριά από το αχαρτογράφητο νησί. Εκεί που όλα πήγαιναν καλά και το να φτάσει τη στεριά ήταν θέμα λεπτών, τα πάντα ανατράπηκαν. Ένα παγωμένο δάκρυ κύλησε στα μάτια του που σφράγισαν παραδίδοντας τον εαυτό του στη μοίρα του.
{
Ο ήλιος έλαμψε θερμός στον ορίζοντα ζεσταίνοντας τα χλομιασμένα μάγουλά του. Κανείς δεν είχε ανακαλύψει το αναίσθητο κορμί του που κειτόταν πάνω στην βαθουλωμένη άμμο εκτός από μερικά καβούρια που δειλά άρχισαν να τσιμπούν τα δάκτυλα των ποδιών του. Ο Τζος άνοιξε τα μάτια του και ένιωσε ένα χτύπημα σα σφυρί στο κεφάλι. Αυτό δεν τον ένοιαξε όμως. Η χαρά του που ήταν ζωντανός ήταν μεγαλύτερη. Σαν τρελός που βλέπει οράματα άρχισε να γελάει ασταμάτητα διώχνοντας τους νέους μικροσκοπικούς του φίλους. Ένα θαύμα είχε γίνει και αυτός ήταν ζωντανός.
«Σε ευχαριστώ Θεέ μου…» αναφώνησε. «Σε ευχαριστώ που μου έδωσες το χέρι σου…» στην τελευταία του αυτή έκφραση ένιωσε την ειρωνεία των λέξεών του. «Το χέρι του Θεού…» ψιθύρισε. «Μήπως αυτό με τράβηξε τελικά…; Ώστε αυτό αναζητούσε και η Σόφι…;»
Δίχως άλλη κουβέντα σηκώθηκε στα πόδια του. Ήταν βρεγμένος όμως είχε έναν ισχυρό σύμμαχο· τον ήλιο. Αμέσως γδύθηκε. Έψαξε την τσάντα του που ήταν μούσκεμα εκτός από το περιεχόμενο της σακούλας. Εκεί έκρυβε τα εσώρουχά του. Η μητέρα του η Σόφι είχε εμμονή με αυτό. Προστάτευε, έλεγε, τα υφάσματα από τους σκόρους. Έπιασε τη σακούλα, την άνοιξε και έβγαλε τα εσώρουχα. Σλιπ και φανέλα. Δεν ήθελε να κυκλοφορεί σαν τον Αδάμ, παρόλο που ήταν μόνος. Έπιασε και τη χτένα για να στρώσει τα ανακατεμένα του μαλλιά. Μόλις στέγνωναν και τα ρούχα, δεν θα έδειχνε πια σαν πρωτόγονος, μιας και τα γένια του δεν είχαν προλάβει ακόμη να μεγαλώσουν καθώς το προηγούμενο βράδυ είχε περιποιηθεί τον εαυτό του στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Έβαλε τα εσώρουχα του και έκατσε πάνω σε μία ζεστή, απ’ τον ήλιο, πέτρα περιμένοντας.
Τα ρούχα στέγνωσαν αρκετά γρήγορα και τα φόρεσε ώστε να ξεκινήσει την αναζήτηση. Η πορεία του περιλάμβανε εκατοντάδες μέτρα περπάτημα πάνω σε καταπράσινες πλαγιές ανάμεσα σε εξωτικά και άγνωστα, για αυτόν, μικρά ζώα μέχρι που ανέβηκε στο ψηλότερο βουνό από όπου θα μπορούσε να δει περιμετρικά όλο το νησί. Ναι, αυτό ήταν… Ο θεός τον είχε βοηθήσει. Επιτέλους βρισκόταν στο Νησί της Άμμου που μόνο άμμο δεν είχε. Μέχρι στιγμής όλα έμοιαζαν φυσιολογικά και τελικά δεν ήταν ακατοίκητο. Το βουνό στο οποίο βρισκόταν ήταν μέρος ενός φυσικού τείχους και κομμάτι μίας κυκλικής οροσειράς η οποία απλωνόταν περιμετρικά από μία μικρή, κλειστή και οργανωμένη κοινότητα. Αυτή η φυσική κρυψώνα την έκανε αδύνατη να βρεθεί από τον οποιονδήποτε.
Το τοπίο έμοιαζε ειδυλλιακό καθώς ψηλά δέντρα, στρατηγικά τοποθετημένα, πρόσδιδαν μία φυσική κάλυψη σε όλη την κοινότητα. Και σίγουρα ο Τζος στεκόταν σε κάποιο πέρασμα από το οποίο περνούσαν ορδές κατοίκων του μυστικού χωριού. Αυτό του το επιβεβαίωσε και η επιγραφή που ήταν σκαλισμένη και διακοσμημένη πάνω σε έναν βράχο…
«Καλώς ήρθατε στον οικισμό μας. Το χέρι του θεού σε καλωσορίζει σε αυτό που όλοι ονομάζουν… παράδεισος…!»
Το κοίταξε και το περιεργάστηκε. Ήταν ένας βράχος σκαλισμένος, με αυτό το μήνυμα, με τρομακτική λεπτομέρεια. Κάποιος καλλιτέχνης είχε σίγουρα κερδίσει πολλά χρήματα από αυτό το κομψοτέχνημα. Ένα πραγματικό στολίδι που πλαισιωνόταν από όμορφα πράσινα φυτά μακριά σα σχοινιά. Δεν τα γνώριζε. Δεν τα είχε δει ποτέ ξανά στη ζωή του. Ίσως αν ήταν τυχερός να μάθαινε αργότερα τι λουλούδια ήταν αυτά. Κι όμως… κάτι δεν του ταίριαζε σωστά στο μάτι.
Πλησίασε τον βράχο και άπλωσε το χέρι του. Τα έπιασε, τα φυτά ήταν σκληρά, πυκνά και σχεδόν άκαμπτα στα περισσότερα σημεία. Άρχισε να χαϊδεύει το βράχο κατεβαίνοντας χαμηλά, εκεί που μπορούσε να δει τι έκρυβε όλη αυτή η πρασινάδα. Μερικά φύλλα ήταν υγρά ενώ άλλα είχαν πάνω κάτι καφέ, ξεραμένο και άοσμο. Στο τελείωμα έσπρωξε τα μαλακότερα κλαδιά αποκαλύπτοντας μία από τις κρυφές όψεις αυτού του νησιού…




Copyright © 2014 by Κωνσταντίνος Ν. Βαρδής All rights reserved

*Διαβάστε το από την αρχή ακολουθώντας τον σύνδεσμο
Η φωτογραφία είναι επιλογή του συγγραφέα.
Το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Βαρδή κυκλοφορεί στο διαδίκτυο με άδεια Creative Commons. Βρείτε το εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Σάντυ Κυριακή ΗλιάδουΝατάσσα ΕξάρχουΣωτηρία ΙωαννίδουΚέλλυ ΚαϊμάκηΠαναγιώτης ΣταυρόπουλοςMo HayderΆννα Σελίδου
Γιάννης ΦιλιππίδηςΕυδοκία ΣταυρίδουΓιώργος ΙωαννίδηςPaullina SimonsΧρήστος ΧτιστόπουλοςΓεώργιος ΤζιτζικάκηςΘεόφιλος Γιαννόπουλος
Ασημίνα ΞηρογιάννηΝίκος ΚρίκαςΣοφία ΓουδετσίδουΜαριάνα ΝικολιδάκηΝάντια ΠαπαθανασοπούλουΓιώργος ΔάμτσιοςΓρηγόρης Τριγλίδης