ΚΕΡΔΙΣΤΕ: Διπλές προσκλήσεις: Ο πλανήτης *** Μυθιστορήματα: Το κέρδος της αμφιβολίας * Τατιάνα και Αλεξάντερ * Κάποτε στη Μυτιλήνη * Εκείνος που άκουγε τις επιθυμίες των άλλων * Το αγκάθινο στέμμα * Η Εκάτη της νύχτας * Το τρίπτυχο των ευχών * Νολάιδερς, Οι χαράκτες του πεπρωμένου * Επάγγελμα γραμματέας * Η μήτρα του κακού * Η φυλή των Μασάει-Πεινάει και ο δράκος * Ο σύντομος χειμώνας της ληστοκρατίας * Προδομένες αγάπες * Ερωτευμένο αίμα + Μέσα από τα μάτια σου + Ένοχη απόλαυση

Ο μπάρμαν ΙΙ

Κάπου στο φως

Γράφει ο Γιάννης Ιωάννου
Φωτογραφία: Στράτος Γιαννόπουλος
Μέρος δεύτερο

Εδώ του άρεσε. Σαν ένα απαλό φτερούγισμα μιας πεταλούδας στον αέρα που δεν την έχει συνειδητοποιήσει καλά, έτσι παρόμοια πέρασε η σκέψη από το μυαλό του πως όλο αυτό το σκηνικό, απλά του άρεσε πολύ.
Καθότανε κάτω στην γη πάνω σε μια φρεσκοκουρεμένη και πεντακάθαρη χλόη ενός μεγάλου όμορφου πάρκου, ανασαίνοντας καθαρό αέρα και με τον μόνο ήχο να φτάνει στα αυτιά του να είναι από παιδικές χαρούμενες φωνές. Ο ήλιος εκεί ψηλά έμοιαζε σαν μια χρυσή και ζωντανή τεράστια τρύπα στον γαλανό ουρανό, ήταν τόσο πολύ λαμπερή που από μέσα της έβγαινε θαρρείς ένα αγνό και καθαρό φως που όσο ακουμπούσε πάνω στο σώμα του τόσο και τον γαλήνευε, τον ηρεμούσε. Σε αυτόν τον ίδιο τον ήλιο που όταν ακόμα ήταν μωρό, ο πατέρας του τον πήρε στα χέρια του και αφού τον ξέντυσε αμέσως μετά τον σήκωσε ψηλά στον ουρανό και όταν αυτός με τα μισόκλειστα μικρά του μάτια αντίκρισε αυτήν την λαμπερή και χρυσαφένια τρύπα τότε ο πατέρας του είπε δυνατά το όνομά του, “Λάρυ”!
Βαπτισμένος στον ήλιο -‘λαμπερή ψυχή’ λέγανε κάποτε οι τσιγγάνοι και αυτό για αιώνες και γενιές μέσα στα βάθη του χρόνου ήταν γι αυτούς ίσως το πιο σημαντικό γεγονός στην ζωή, το πιο ιερό έθιμο τους.
Υποψιάστηκε πως αυτή η τρύπα με το ολόχρυσο φως, την απίστευτη και γαλήνια διαύγεια της, φαινότανε πως θα μπορούσε να είναι η πύλη για τον παράδεισο! Αυτόν τον μεταθανάτιο κόσμο για τον οποίο οι δάσκαλοι στο σχολείο τον είχανε διδάξει πάμπολλες φορές. Καθώς αυτός καθότανε στο θρανίο του, αυτοί πηγαίνανε πάνω από το κεφάλι του παίρνοντας το πιο σοβαρό δασκαλίστικο τους ύφος τον κοιτούσανε μέσα στα μάτια και αφού υψώνανε το δάκτυλο τους μπροστά στα μάτια του, του λέγανε ψιθυριστά (όπως ακριβώς θα του λέγανε ένα μυστικό στο μυστικό στο αυτί που δεν έπρεπε να το ακούσει κανένας άλλος), ότι οι αναμάρτητοι άνθρωποι που είναι καλοί στην ζωή τους τότε αυτοί μετά τον θάνατο τους πάνε στον παράδεισο. Πως όπως το κάθε ζωντανό ον πάνω στην γη έτσι κι αυτός αν στην ζωή του είναι ένας καλός άνθρωπος, τότε στο τέλος της διαδρομής του ο δρόμος θα τον έβγαζε εκεί, στον παράδεισο! Μέσα από την τρύπα στον ουρανό και για τον αιώνα τον αιώνων. Κι αν κάτι έμεινε σαν ανάμνηση μέσα στα σωθικά του Λάρυ από αυτήν την συμβουλή των δασκάλων του, ήτανε πως ενώ αυτοί θέλανε να δείχνουν όσο πιο πιστοί και σοφοί μπορούσαν το βλέμμα των ματιών τους φώναζε πως έκρυβαν την αλήθεια. Αντιθέτως αυτοί έδειχναν εντελώς φοβισμένοι, σαν από έναν αρχέγονο καρκινογόνο τρόμο για την κόλαση θαρρείς, που έτρωγε αργά την ψυχή τους. Ίσως αυτός ο φόβος άρχισε σιγά - σιγά να κοχλάζει μέσα και σε αυτόν, αλλά όχι εδώ, σίγουρα όχι σε αυτό το πάρκο, γιατί εδώ ένοιωθε ευτυχισμένος.
Πολύ ευτυχισμένος!
Καθότανε πάνω στο γρασίδι έχοντας τα πόδια του λυγισμένα έτσι που τα μπούτια των ποδιών του σχεδόν ακουμπούσανε στην κοιλιά του και τα μπράτσα των χεριών του τα στήριζε επάνω στα γόνατα του. Είχε τα βλέφαρα των ματιών του κλειστά αλλά το πρόσωπό του ήταν στραμμένο προς τον παραδεισένιο γι’ αυτόν ήλιο κι ενώ το μόνο που ήθελε ήτανε απλά να κάθεται ήσυχος και γαλήνιος εκεί ένοιωσε μέσα από την δεξιά του χούφτα σαν κάτι να τον ενοχλούσε, σαν ένα μικρό μυρμήγκι να είχε μπει μέσα εκεί και να τον γαργαλούσε! Δεν θέλησε να το δει, δεν θέλησε να ξανακινήσει το μυαλό του. Δεν ήθελε να ασχοληθεί με τίποτε άλλο, παρά μόνο να νοιώθει πάνω του τις ακτίνες αυτού του ήλιου.

«Μπαμπά, δες μέχρι πόσο ψηλά φθάνω!» Αυθόρμητα άνοιξε τα μάτια του και έστρεψε το βλέμμα του δεξιά του, προς την κούνια. Ήταν ένα μικρό όμορφο κοριτσάκι, το οποίο ενώ κινιότανε με φόρα πάνω στην κούνια είχε τα μάτια της στραμμένα επάνω του και του χαμογελούσε ευτυχισμένη.
«Κοίτα με μπαμπά!»
Φορούσε ένα ανοιξιάτικο πορτοκαλί φορεματάκι και οι μαύρες μπουκλίτσες των μαλλιών της ανέμιζαν ανάλογα με την φορά της κούνιας. Από το γλυκό και μόνο προσωπάκι της συμπέρανε πως αυτή η μικρούλα δεν θα μπορούσε να είναι πιο όμορφη από όσο ήτανε και φαινότανε κι αυτή απέραντα ευτυχισμένη.
Είδε δυο γυναικεία χέρια να σπρώχνουν ελαφρά την πλάτη από το ξύλινο καθισματάκι της κούνιας, το κοριτσάκι υψώθηκε σχεδόν ενάμιση μέτρο από το έδαφος και το χαμογελαστό της βλέμμα ήτανε κολλημένο πάνω σε αυτόν, ήθελε να δει αν την πρόσεχε σε αυτό το μεγάλο κατόρθωμά της. Στην επαναφορά της κούνιας τα χέρια της γυναίκας την ξανασπρώχνανε πάλι δίνοντας αυτήν την φορά λίγη παραπάνω ελαφριά δύναμη. Η δεξιά του χούφτα τον ενόχλησε πάλι και αυτήν την φορά λίγο πιο δυνατά. Ένοιωσε θαρρείς και το μυρμήγκι που είχε πριν έγινε τσιμπούρι που τώρα δάγκωνε αργά και σταθερά την χούφτα του βάζοντας σκοπό να μπει μέσα σε αυτήν. Μα ακόμα κι αυτό δεν το έδωσε σημασία, τον ένοιαζε μόνο ότι ήταν καλά. Ότι ήτανε κοντά στο κοριτσάκι και την γυναίκα και αυτός ένοιωθε πολύ καλά. Απέραντα και μαγικά ευτυχισμένος.
«Λάρυ!!!» είπε τρομαγμένη η γυναίκα και όταν πήρε το βλέμμα του από το κοριτσάκι είδε πως η μελαχρινή γυναίκα με το αγγελικό θαρρείς και γλυκό της απορημένο πρόσωπο, είχε το βλέμμα της ψηλά. Κάποια από τα μαύρα σπαστά και μακριά μαλλιά της πέσανε μπροστά στα μάτια της, κάποια πετούσαν αλλοπρόσαλλα από τον ξαφνικά δυνατό άνεμο. Αυτός, ένοιωσε απότομα την χούφτα του υγρή και ζεστή και με τον πόνο τώρα να μην είναι πλέον υποφερτός. Σκέφτηκε πως το αίμα από την παλάμη του σε λίγο θα άρχιζε να ρέει. Κοίταξε στον ουρανό και είδε τον ήλιο να σκάει, ένα εκκωφαντικό απίστευτο μεγάλο μπαμ που έκανε όλους τους μυς από το σώμα του να σφιχτούν απίστευτα! Η χρυσή τρύπα έσκασε. Άνοιξε όπως θα έσκαγε κι ένα ανθρώπινο κεφάλι αν το πυροβολούσανε πίσω στο κρανίο του με μια σφαίρα. Μόνο που αντί για αίμα είδε έναν μαύρο καπνό να πετάγεται και να χύνεται σαν μαύρο κρασί πάνω στον ουρανό. Το γαλάζιο από την μια στιγμή στην άλλη είχε χαθεί. Σπασμένα κομμάτια βράχων από την γη αλλά και μετεωρίτες μέσα από το αιώνιο μαύρο βαθύ του γαλαξία περνούσανε με απίστευτες ταχύτητες από ψηλά τους. Έκανε να σηκωθεί και στράφηκε προς την γυναίκα που τα μαλλιά της τα έκανε ο αέρας να μοιάζουν με τρομερά φίδια να ανεμίζουν πάνω στο κεφάλι της, όπως την μέδουσα.[1] Το κοριτσάκι κουνιόταν ακόμα επάνω στην κούνια του και από όσο ο Λάρυ μπόρεσε μέσα από το σκοτάδι να δει, αυτή έστεκε κοκαλωμένη με το απορημένο και φοβισμένο βλέμμα της στραμμένο ψηλά.
«Η γη Λάρυ, εκτροχιάστηκε η γη!!!» είπε με τρόμο η γυναίκα μέδουσα.
Ο Λάρυ σαν από ένα άγνωστο θαύμα ψυλλιάστηκε πως για να τελειώσει όλο αυτό, το μόνο που ίσως έπρεπε να κάνει ήτανε να ανοίξει την χούφτα του και να κοιτάξει μέσα της. Ναι, μπορεί μετά να ήτανε πάλι μόνος και πολύ μακριά τους μα κάτι μέσα του έλεγε πως όχι τώρα. Ήταν ακόμα πολύ νωρίς και παρότι εκεί που βρισκόταν τώρα ολόκληρη η γη κατευθυνόταν στο σκοτεινό και άγνωστο του σύμπαντος, αυτός έπρεπε απλά να δώσει κουράγιο στον εαυτό του για να αντέξει τον πόνο που θα ένοιωθε από το χέρι του καθώς θα άνοιγε τα δάκτυλα από την χούφτα του...

-Όσο εισέπνεε την ανάσα του ένοιωσε το σώμα του να καίει, τόσο που αν ανάσαινε λίγο ακόμα θα έπιανε ολόκληρος φωτιά. Άκουσε από την μέση του έναν ξερό ήχο όπως τον ήχο που βγάζει ένα στεγνό κλαδί καθώς κάποιος το σπάσει από κάποιο δέντρο -κρακ. Είδε από κάπου ψηλά τον εαυτό του σαν σκελετός που ήτανε για χρόνια νεκρός να ξεπετάγεται από την μέση και πάνω και να βρίσκεται απότομα καθιστός μέσα στο φέρετρό του. Κάποια οστά από τα πλευρά και την σπονδυλική του στήλη έσπασαν με κρότο και πέσανε μέσα στην αραχνιασμένη από τα χρόνια κάσα του. Ένα σάπιο αφυδατωμένο και καμένο δέρμα κρεμόταν σε σκισμένα κομμάτια πάνω στο κρανίο του, τα μουχλιασμένα μάτια του αντανακλούσαν ένα στρόγγυλο χρυσό νόμισμα που έλαμπε ζωηρά σαν ήλιος. Το κρατούσε στην δεξιά σκελετωμένη του παλάμη… -

Τινάχτηκε απότομα, θαρρείς και έπεσε από κάπου ψηλά και βρέθηκε να κάθεται στο κρεβάτι του. Με μισάνοιχτα τα νυσταγμένα μάτια του είδε πως το αριστερό του χέρι έπιανε την παλάμη του δεξιού. Κοίταξε θολά μέσα στην χούφτα του και είδε πως ήτανε εντάξει, αν και σε κάποιο μέρος του κεφαλιού του υπήρχε μια μικρή υποψία πως κάποιο κατάλοιπο του πόνου υπήρχε ακόμα μέσα στην παλάμη του αυτός απλώς αρνήθηκε έστω να το σκεφτεί. Όχι δεν υπήρχε τίποτα, σκέφτηκε. Έτσι κι αλλιώς τα όνειρα και οι εφιάλτες συνήθως ξεχνιούνται. Ανοίγεις τα μάτια το πρωί και καλημέρα ζωή! Ό,τι έγινε έγινε, σε δευτερόλεπτα τα έχεις όλα ξεχάσει και το μόνο που πλέον μένει είναι πώς απλά το σόου πρέπει να συνεχιστεί.
Το λευκό του σεντόνι ήτανε μούσκεμα από τον ιδρώτα, ξεσκέπασε από αυτό τα πόδια του και τρίβοντας με τα χέρια του το νυσταγμένο του πρόσωπο, σηκώθηκε όρθιος και μπήκε στην τουαλέτα. Αν και δεξιόχειρας άνοιξε την βρύση του νιπτήρα με το αριστερό του χέρι και έριξε νερό στο πρόσωπο του και πριν ακόμα πάρει την πετσέτα και σκουπιστεί άνοιξε την δεξιά παλάμη του προσπαθώντας να δει αν είχε κάποιο σημάδι. Σκέφτηκε ότι μπορεί κάπου να το είχε χτυπήσει δίχως να το καταλάβει ή και ακόμα στον ύπνο του να είχε κοιμηθεί επάνω του και αυτή απλώς να μούδιασε.
Κοιτάζοντας τώρα την παλάμη του χεριού του καλύτερα κάτω από το φως της λάμπας της τουαλέτας, ίσα που φάνηκε ένα στρόγγυλο σημάδι, στο κέντρο της παλάμης του σαν να είχε έναν κύκλο λίγο πιο σκούρο από την υπόλοιπη παλάμη του.
«Βλακείες!» σκέφτηκε, έτσι κι αλλιώς ήξερε πως το όνειρο σε λίγο θα το έχει ξεχάσει.
Οι κόκκινοι ψηφιακοί αριθμοί στο ρολόι του σαλονιού έδειχναν 17:17, είχε κοιμηθεί αρκετά όλο το μεσημέρι και στις έξι έπρεπε να είναι στο μπαρ. Φόρεσε το μαύρο του σκισμένο τζιν με το μαύρο του nike μπλουζάκι. Χτένισε πρόχειρα και γρήγορα με τα δάκτυλα των χεριών τα μακριά μαλλιά του και αφού είδε πως δεν είχε άλλο χρόνο έβαλε της μπότες του και έφυγε βιαστικός για το μπαρ. Σκέφτηκε πως τον απογευματινό του καφέ θα τον έπινε στην δουλειά, αυτό που είχε στο μυαλό του τώρα ήταν μόνο πως ήθελε πολύ να πιει έναν παγωμένο καφέ.

Με εμπειρία οχτώ χρόνων πίσω από το μπαρ ο Λάρυ έφτιανε καφέδες και σέρβιρε ποτά με μεγάλη μαεστρία. Είχε πλέον τόσο καλά εξοικειωθεί που ενώ ήτανε πίσω από το μπαρ μπορούσε ακόμα και με μάτια κλειστά (που λέει ο λόγος), απλά να απλώσει το χέρι πίσω του και ανάμεσα από όλα τα μπουκάλια με τα ουίσκι να πιάσει στα τυφλά το μπουκάλι από το ποτό που ήθελε. Ήξερε που είναι το κάθε ποτήρι και το κάθε πιατάκι για ξηρούς καρπούς και συνοδευτικά μπύρας με τα χέρια του να δουλεύουνε σχεδόν από μόνα τους. Επίσης ήξερε και είχε τις γνώσεις που έπρεπε να έχει ένας ιδιοκτήτης των μπαρ. Το μπαρ έπρεπε μπαίνοντας κάποιος μέσα σε αυτό, με την πρώτη του ανάσα να έχει την αίσθηση μιας ωραίας μυρωδιάς από φρέσκο καφέ ανάκατη με αρωματική χλωρίνη. Πως ο μπάρμαν έπρεπε να είναι πρώτα από όλα εμφανίσιμος για τις πελάτισσες, όπως αντιστρόφως έπρεπε και οι σερβιτόρες να είναι εμφανίσιμες για τους πελάτες. Ήταν κανόνας να είναι φίλος με τον πελάτη που ήθελε να πει τον πόνο του, να τον άκουγε δείχνοντας αφοσίωση στα όσα αυτός ήθελε να πει. Να δείχνει κατανόηση στον πόνο του και όταν έφτανε η ώρα της καληνύχτας απλά να του χτυπούσε φιλικά την πλάτη. Ο Λάρυ τα ήξερε όλα αυτά καλά, τα είχε μάθει χρόνια τώρα και τα ήξερε τόσο καλά που του ήταν πλέον παιχνιδάκι. Έτσι ενώ ακόμα κι όταν το μπαρ ήτανε γεμάτο, αυτός έβρισκε άνετα τον χρόνο να ανάψει ένα τσιγάρο και να κάθεται στην άκρη, αν και το βλέμμα του ήτανε πάνω στους πελάτες μην και κάποιος τον ζητήσει για παραγγελία, το μυαλό του κάποιες φορές απλά ταξίδευε αλλού. Όταν τον τηλεφωνούσε αραιά και που η μητέρα του ή και όταν τηλεφωνούσε αυτός σε αυτήν, απλά και μόνο για να μην του κάνει παράπονα ότι πλέον δεν της τηλεφωνεί σχεδόν καθόλου και αρχίσει την γκρίνια της, τον ζητούσε να της πει τα νέα του «Τα ίδια μαμά! Δουλειά και σπίτι – σπίτι και δουλειά» και ένοιωθε μέσα του πως όντως αυτή ήταν πλέον η αλήθεια. Όπως ο κάθε άνθρωπος έχει από την φύση του, απλά να κάθεται σε μια γωνία και να αναρωτιέται «και τώρα τι;» έτσι και ο Λάρυ. Έκατσε στο ψηλό σκαμπό στην μέσα μεριά του μπαρ και έψαξε το καπνό του, ήτανε δίπλα στην ταμειακή, το πήρε και αφού έστριψε το τσιγάρο έψαξε για τον αναπτήρα. Είδε δίπλα στην ταμειακή εκεί που ήταν πριν η καπνοσακούλα έψαξε και στις τσέπες του τζιν παντελονιού του και πάλι δεν τον βρήκε. Στα αριστερά του στο κάτω ράφι από το τραπέζι του μπαρ που είχε τα ποτήρια τακτοποιημένα και γυρισμένα ανάποδα για να στεγνώνουν πάνω σε μια πετσέτα, είδε και τον αναπτήρα του, άπλωσε το χέρι του και τον έπιασε. Εκατοστά πιο μέσα είδε ένα στρόγγυλο χρυσό να γυαλίζει…
Το χρυσό νόμισμα! 
Είδε μέσα στο μυαλό του να αστράφτουν σαν την λάμψη μιας φωτογραφικής μηχανής στιγμιότυπα και εικόνες από την χθεσινή νύχτα.

-Ένας μοναχικός κύριος έστεκε σιωπηλός κοιτάζοντας με αργές, κλεφτές ματιές πότε δεξιά και πότε αριστερά του σαν να έψαχνε κάτι.
-Ο άντρας να τον καλεί κοντά του υψώνοντας το χέρι.
-«Ακούω» του είχε πει ο Λάρυ.
-Τον άντρα να τον καλεί ξανά κοντά του υψώνοντας το χέρι.
-«Θέλω μόνο κάποιον για να μιλήσω…»
-«Ο γιος της Μοίρας!»
-«Άναβαν φωτιά και χόρευαν τριγύρω της από νωρίς το πρωί, μέχρι το Φεγγάρι να συναντηθεί με τον Ήλιο…»
-«Άνοιγε την χούφτα του.. ένα χρυσό νόμισμα!»
-«Τότε η ψυχή του θα περιπλανιόταν αιώνια»
-«Κι αν δεν τον έβρισκε;» είχε ρωτήσει γεμάτος απορία ο Λάρυ.
-«Τότε η ψυχή του θα περιπλανιόταν αιώνια…»
-«Τι παράξενη ιστορία!»
-«Θέλω μόνο κάποιον για να μιλήσω!»
-Ο άντρας να τον καλεί κοντά του υψώνοντας το χέρι.
-«Τότε η ψυχή του θα περιπλανιόταν αιώνια…»
-«Τότε η ψυχή του θα...

«Ε φίλε!» Ένας νεαρός από μια καινούρια παρέα στο μπαρ τού έκανε νόημα με το χέρι και ο Λάρυ σχεδόν αμέσως συνήλθε.
Καθώς η νύχτα κυλούσε και ο πολύς κόσμος από το μπαρ είχε αποσυρθεί, ο Λάρυ με ένα βετέξ στα χέρια του σκούπιζε τον πάγκο. Αν και η υπερένταση είχε φουσκώσει για τα καλά μέσα του παρόλα αυτά είχε το νου του στο νόμισμα, ήθελε δεν ήθελε το μυαλό του ήταν εκεί και δεν μπορούσε να ξεκολλήσει. Σαν κάτι να τον αναζητούσε. Να τον μαγνήτιζε κάτι σημαντικό, το οποίο έδινε μια περίεργη αίσθηση ότι είναι κάτι όμορφο και αληθινό, που περίμενε θαρρείς εδώ και πολύ καιρό.  Εκεί στο σκοτεινό κάτω ράφι δίπλα από τα κρυστάλλινα ποτήρια τον ουίσκι.
Καθώς σκούπιζε τον πάγκο μπροστά του, από τα ηχεία του μπαρ που τώρα λόγω της προχωρημένης ώρας ο ντι τζέι είχε χαμηλώσει την έντασή τους, ο Γιάννης Αγγελάκας τραγουδούσε:

«Σε ποιο όνειρο σε ξύπνησαν βρεμένο, λειψό;
Ποιοι δαίμονες ποτίζουν την καινούρια σου ζάλη;
Ποιος έρωτας σε σπρώχνει ποιο μακριά από δω;
Πες μου ποιο φόβο αγάπησες πάλι;..»[2]

Σκέφτηκε το όνειρο του, σκέφτηκε την γλυκιά και πανέμορφη γυναίκα στο πάρκο, το κοριτσάκι στην κούνια…
Αναστέναξε πέταξε το πανί πάνω στον νιπτήρα του μπαρ και ανασήκωσε τα μαλλιά του. Ένοιωθε να πνίγεται να ασφυκτιά, σαν να είχε φορέσει ένα κουστούμι με μια γραβάτα την οποία την είχε σφίξει στον λαιμό του πάρα πολύ δυνατά. Έριξε το βλέμμα του γύρω στους λιγοστούς πελάτες μήπως και κάποιος τον αναζητούσε και στράφηκε πάλι προς στα κρυστάλλινα ποτήρια.
"Αν είναι δυνατόν!" αναφώνησε.
Γέμισε γι' αυτόν ένα ποτήρι παγωμένο χυμό, έστριψε ένα τσιγάρο και αφού το άναψε πίνοντας μια γερή γουλιά από τον χυμό του στράφηκε προς στα ποτήρια. Άπλωσε το αριστερό του χέρι για να το πάρει, στην αρχή για λίγο το σκέφτηκε, δίστασε μα με μια αυθόρμητη και αποφασιστική κίνηση το πήρε στο χέρι του.
"Τίποτα", σκέφτηκε.
Από την χούφτα του το κύλησε στης άκρες των δακτύλων του και το σήκωσε μπροστά του. Ήταν χρυσό! Φαινότανε τόσο όμορφο και καθαρό που έλαμπε μέσα στο σκοτάδι. Έμοιαζε να είναι κάτι καλύτερο από μια χρυσή ελληνική λύρα. Ήτανε σαν απομίμηση κάποιου αρχαίου Ελληνικού μενταγιόν τόσο πολύ όμορφο και λαμπερό που ο Λάρυ απόρησε με τον ίδιο του τον εαυτό πώς μπόρεσε την προηγούμενη νύχτα να ξεχάσει κάτι τόσο μεγάλης αξίας μέσα στο μπαρ. Το έβαλε κάτω από μια μικρή λάμπα που έριχνε το φως της στα κρυστάλλινα ποτήρια και προσπάθησε να δει τη απεικόνιζε η κάθε του πλευρά.
Στην μία έμοιαζε να έχει το σύμβολο 1 και κάτω από αυτόν τον αριθμό έγραφε Μάιος ή Μαΐου! Το φως της λάμπας δεν αρκούσε για να σιγουρευτεί γι' αυτό. Αφού ξανακοίταξε στους πελάτες και είδε πως δεν τον αναζητούσε κανείς, γύρισε το νόμισμα κι από την άλλη του πλευρά. Εκεί του φάνηκε να απεικόνιζε κάτι σαν παλιά κάρα με τα ζώα τους να είναι μέσα σε κάτι χωράφια, που ανάμεσα από τα κάρα και τα ζώα υπήρχανε άνθρωποι γύρω από μια φωτιά. Το σχήμα τον σωμάτων τους έμοιαζε σαν να χορεύουν και η φωτιά ήτανε τόσο ψηλή η οποία έτσι όπως την έβλεπε πάνω στο νόμισμα φαινότανε πως θα μπορούσε να φτάνει μέχρι και τον ουρανό!
Το ξαναέβαλε μέσα στην αριστερή του χούφτα δοκιμάζοντας το βάρος του, για το μέγεθος του φαινότανε βαρύ. Στήριξε τους αγκώνες του πάνω στον πάγκο του ξύλινου μπαρ και άνοιξε την δεξιά του παλάμη. Αν και το θαμπό φως του μπαρ ήτανε ελάχιστο για να διακρίνει καλά έστω της γραμμές από την παλάμη του χεριού του, υπέθεσε πως το μέγεθος του νομίσματος αυτού θα ταίριαζε τέλεια πάνω στο στρόγγυλο σημάδι της…
Στο αριστερό του χέρι είχε το νόμισμα, το δεξί του το είχε με την παλάμη ανοιχτή και το σημάδι σαν να ζωντάνεψε, να τον μαγνήτισε να βάλει το νόμισμα εκεί, εκεί! Εκεί ήταν η θέση του.
Δίστασε, το μυαλό μέσα στο κεφάλι του κόλλησε απότομα! Το αίμα στις φλέβες του σταμάτησε να κυλάει και ένας ξαφνικός κρύος ιδρώτας ήταν έτοιμος να βγει μέσα από τους πόρους του δέρματός του.
«Δεν είναι τίποτα..» σκέφτηκε.
«Είναι απλώς τυχαίο.»
Είδε ένα μέρος από την αριστερή παλάμη του χεριού του να κινείται. Πάλευε με τον ίδιο του τον εαυτό να καταλάβει αν το έκανε αυτός ή όχι, αν είχε δώσει αυτήν την εντολή ο ίδιος του ο εγκέφαλος για να γυρίσει το χέρι του ή αν ήταν κάτι άλλο, ίσως να ήταν ο μαγνητισμός που προκαλούσε το σημάδι στο δεξί του χέρι για να κολλήσει πάνω του το ίδιο το νόμισμα. Του ήταν αδύνατο έστω να σκεφτεί ή να αναρωτηθεί αν ο ίδιος ο εγκέφαλος του έφταιγε για όλα αυτά, αναρωτήθηκε αν μπορεί έστω να σκεφτεί. Όχι δεν μπορούσε. Ο εγκέφαλος του έμοιαζε εντελώς νεκρός και το νόμισμα κυλούσε, έπεφτε... Το είδε να πέφτει ώσπου αυτό μεταμορφώθηκε σε ένα όμορφο λευκό λουλούδι, όχι ένα αλλά τρία και τέσσερα λευκά λουλούδια τυλιγμένα όμορφα όλα μαζί σε ένα κατάλευκο πέπλο που τα έδενε μεταξύ τους μια πανέμορφη χρυσή κορδέλα. Τόσο όμορφα κάτω σε αυτόν τον πανέμορφο ήλιο. Άστραφταν και γυάλιζαν τόσο που η λάμψη τους του θάμπωσε τα μάτια. Τα έκλεισε για λίγο και τα άνοιξε ξανά. Είδε την ανθοδέσμη να καταλήγει στην αγκαλιά μιας –αν και ποτέ δεν την είχε πραγματικά δει, γνωστής του κοπελιάς! Περπατούσε πάνω σε πλάκες πεζοδρομίου και είδε πως φορούσε καλά κυριλέ παπούτσια. Φορούσε επίσης και ένα καλό υφασμάτινο μαύρο παντελόνι με σακάκι, πουκάμισο και μια γαλάζια γραβάτα. Κατάλαβε πως το πρόσωπο και τα χείλια του ήτανε γελαστά. Ένοιωθε μέσα του χαρούμενος. Στον αγκώνα του αριστερού του χεριού ένοιωσε κάτι σαν ένα μικρό βάρος, μια αντίσταση! Κοίταξε σε αυτό και είδε ένα χέρι ντυμένο από ένα λευκό τούλι να τον κρατάει, σήκωσε το βλέμμα του και είδε την γυναίκα που έσπρωχνε το κοριτσάκι στην κούνια. Είχε το στέφανο στο κεφάλι της και φορούσε ένα φανταχτερό λευκό νυφικό.
Ήταν πανέμορφη!
Η καρδιά του χτύπησε δυνατά, τόσο δυνατά που νόμιζε πως θα σκάσει από την πολλή χαρά του. Αυτή ήταν το άλλο του μισό και δεν ήθελε τίποτα άλλο στο κόσμο παρά μόνο να είναι μαζί της.
Καθώς περπατούσε έχοντας αγκαζέ την γυναίκα και ανάμεσα στον κόσμο που έστεκε ευτυχισμένος και χειροκροτώντας στον διάδρομο της εκκλησίας, αναρωτήθηκε πως ίσως κάτι να μην πάει καλά. Είχε μέσα του αυτό το αίσθημα που ο καθένας έχει μέσα του όταν διαισθάνεται πως κάτι δεν πάει καλά, κάτι σαν να ξέχασες, κάτι σαν την καλοκαιρινή βροχή που πλησιάζει.
Για να αποφύγει από τα μάτια του το ρύζι που έριχναν επάνω τους, χαμήλωσε το βλέμμα του προς τα κάτω. Είδε το μεγάλο λευκό νυφικό με την τεράστια ουρά του, είδε τα λευκά παπούτσια της γυναίκας, είδε την κοιλιά της να είναι φουσκωμένη!
«Το κοριτσάκι στην κούνια!!» σκέφτηκε και τα συνειδητοποίησε όλα.
Στην εξώπορτα πλέον της εκκλησίας σταμάτησε επιτόπου και μαζί του σταμάτησε να βαδίζει και η νύφη. Σήκωσε την παλάμη του δεξιού του χεριού και είδε πως αυτή ήτανε γεμάτη από το αίμα. Το αίμα έρεε τόσο πολύ και γρήγορα που μια μεγάλη κηλίδα σχηματίστηκε αμέσως κάτω στις πέτρινες πλάκες του διαδρόμου.
Το κουστούμι και το νυφικό πιτσιλίστηκαν γεμίζοντας από κόκκινες σταγόνες αίμα. Σήκωσε το βλέμμα του και όλα γύρω του σκοτείνιασαν. Δεν υπήρχε τίποτα, μόνο σκοτάδι. Κενό! Ακόμα και εκεί που πατούσε δεν υπήρχε πάτωμα, θαρρείς και αιωρούτανε στο απόλυτο κενό. Είδε μπροστά του κάτι να ξεπροβάλει, κάτι να περπατάει κουτσαίνοντας αργά και πλησιάζοντας τον. Μέσα στο σκοτάδι πρόβαλε ένα πρόσωπο, μια νεκροκεφαλή με ελάχιστο δέρμα να κρέμεται επάνω της. Τα μάτια του ήταν λευκά και σάπια, νεκρά! Πάνω στο κρανίο του είχε λευκά μακριά μαλλιά που τον φτάνανε μέχρι τους σκελετωμένους του ώμους και όσο πλησίαζε πιο κοντά του, είδε ότι φορούσε ένα σάπιο και μουχλιασμένο μαύρο μπλουζάκι. Έγραφε nike! Φορούσε και ένα σκονισμένο και αραχνιασμένο μαύρο τζίν! Έφτασε το πρόσωπο σε απόσταση αναπνοής από το δικό του, με ένα σοβαρό αλλά παραπονιάρικο ύφος άνοιξε αργά το στόμα του για να μιλήσει.
«Λάρυ!» ακούστηκε μα αυτή δεν ήτανε η φωνή του, αυτή ήτανε η φωνή της γυναίκας! Είδε τη νύφη δίπλα του και με το γεμάτο τρόμο πρόσωπο της τόσο κοντά στο δικό της.
«ΛΑΡΥ!!!» γύρισε απότομα και είδε πως κάποιος πελάτης τον καλούσε.
Για μια στιγμή έμεινε ασάλευτος στο μπαρ. Είχε το βλέμμα του προς τον πελάτη, αλλά στην πραγματικότητα δεν τον κοιτούσε, ούτε καν τον έδωσε σημασία.
«Να σε πληρώσω φίλε;»
Ο Λάρυ ένιωσε την παλάμη του να καίει. Την κοίταξε μα αυτήν την φορά δεν είχε αίμα. Το μόνο που υπήρχε σ’ αυτήν ήταν το νόμισμα! Το νόμισμα που ταίριαζε τέλεια στο σημάδι της χούφτας του.
Έφερε το στο μυαλό του, την γυναίκα που τόσο εκεί αγαπούσε. Θυμήθηκε την φουσκωμένη κοιλιά της και μετά ο νους του πήγε στο ευτυχισμένο κοριτσάκι που ήταν καθισμένο επάνω στην κούνια του πάρκου.
«Λάρυ!» ξανά φώναξε ο πελάτης.
Ξαναγύρισε το βλέμμα του προς αυτόν και είδε τον σκελετωμένο φρικιό με τα μακριά λευκά μαλλιά και την μαύρη σκισμένη nike μπλούζα να του λέει με νόημα
«τότε η ψυχή του θα περιπλανιόταν αιώνια…»
Ο Λάρυ έσφιξε την χούφτα του με το νόμισμα όσο πιο γερά μπορούσε, πήγε και έπεσε με φόρα επάνω στην πόρτα του μπαρ και αφού πετάχτηκε έξω στο δρόμο άρχισε να τρέχει. Με τα μάτια του υγρά και το μυαλό του θολό, έτρεχε. Λαχάνιαζε και έτρεχε. Δεν ήθελε αλλά και δεν μπορούσε τίποτα να τον κάνει να σταματήσει να τρέχει.
Πεταγόταν απότομα μέσα στους δρόμους χωρίς να προσέχει τα αυτοκίνητα. Οι οδηγοί πατούσανε τις κόρνες και τον έβριζαν. Περνούσε τρέχοντας ανάμεσα από τον κόσμο.
Κάποιους απλώς τους έσπρωχνε και σε κάποιους έπεφτε άτσαλα και με φόρα επάνω τους και τους έριχνε κάτω. Χωρίς να ελαττώσει την ταχύτητά του και με απίστευτες αντοχές και κουράγιο αυτός συνέχιζε να τρέχει. Πέρασε τρέχοντας δίπλα από τον λευκό τον πύργο, βρέθηκε στο πεζοδρόμιο και σταμάτησε έχοντας μπροστά του την θάλασσα. Τέντωσε το δεξί του χέρι προς τα πίσω και με φόρα έριξε όσο πιο μακριά μπορούσε το νόμισμα μέσα στην θάλασσα.
Ανάσαινε με δυσκολία. Ήτανε τόσο λαχανιασμένος που έγειρε το σώμα του μπροστά και στήριξε τα χέρια του στα γόνατα των ποδιών του. Οι βαθιές του ανάσες που εισέπνεε τον έκαναν να βήχει. Ήτανε τόσο λαχανιασμένος που έγειρε το σώμα του μπροστά και στήριξε τα χέρια του στα γόνατα των ποδιών του.
Σκούπισε τα μάτια του και είδε στις πλάκες του πεζοδρομίου να πέφτουν στάλες, μα αυτήν την φορά όχι από το αίμα, αλλά από τα δάκρυα του.
Στεκότανε και κοιτούσε ήρεμος τα φώτα της πόλης να γυαλίζουν πάνω στην επιφάνεια της απέραντης θάλασσας. Είδε πως εκεί ψηλά στον ουρανό το σκοτάδι ήτανε τόσο βαθύ που έκανε τα άστρα επάνω του να μοιάζουν θαρρείς και ήταν ζωντανά. Μόνο τα άστρα και τίποτε άλλο.

Ήταν ίσως η πρώτη του φορά που το ίδιο του το σπίτι του φαινόταν σαν ξένο. Ένοιωσε πως δεν χωράει μέσα σε αυτό και πως κάτι τον πνίγει. Πέταξε τα κλειδιά του στο πάτωμα και αφού πήγε κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα κάθισε στο κρεβάτι.
Διπλό κρεβάτι παρότι μέχρι τώρα ζούσε μόνος. Μόνος! Ένιωθε αυτή την αόρατη θηλιά να σφίγγει ακόμα πιο πολύ τον λαιμό του. Να κάνει την καρδιά του να βαραίνει και χτυπάει πιο αργά. Έβαλε της χούφτες τον χεριών των στο πρόσωπο του και της άφησε εκεί. Έφερε στο νου του το ηλιόλουστο παραδεισένιο πάρκο. Το πανέμορφο αγγελικό πρόσωπο της γυναίκας και το γλυκό μικρό κοριτσάκι. Δεν ήθελε να πάψει να τις σκέφτεται, ήθελε να μείνει για πάντα κοκαλωμένος εκεί μέσα στην μικρή του κρεβατοκάμαρα και να τις έχει στο μυαλό του. Δάκρυα τώρα πιο καυτά κυλούσαν στα μάγουλα και ανάμεσα στα δάκτυλα του. Από το παράθυρο άρχισαν να μπαίνουν οι ηλιαχτίδες της ανατολής και αυτές να συλλαμβάνουν την σκόνη από τον αέρα του δωματίου.
Ο Λάρυ έμενε ασάλευτος εκεί.
Έστεκε για ώρες ολόκληρες καθισμένος στο κρεβάτι του και με τα χέρια στο πρόσωπο του. Ήτανε τόσο αποφασισμένος που πλέον δεν ήθελε τίποτε άλλο στην ζωή του παρα μόνο να έχει την εικόνα της γυναίκας και του μικρού κοριτσιού μπροστά του. Της οικογένειάς του.
Φοβόταν πως αν έπαιρνε τα χέρια από το πρόσωπο του, τότε αυτομάτως η ανάμνηση και οι εικόνα από αυτές θα χανόταν, και θα χανόταν για πάντα! Θα τις ξεχνούσε και αυτό δεν το ήθελε με τίποτα. Μα κι αν για κάποιον λόγο αυτό συνέβαινε τότε θα προτιμούσε να πεθάνει. Ένοιωθε πως το μεγαλύτερο αμάρτημα μα και χειρότερο κακό στην ζωή του που θα μπορούσε να κάνει ήτανε το να αδιαφορήσει γι’ αυτές. Για αυτές που κάπου μέσα του ήξερε ότι τις αγαπούσε πάντα και ότι η μεγαλύτερη δυστυχία πλέον γι’ αυτόν ήτανε το να μείνει μόνος.
Έξω από το παράθυρο ο ήλιος έδυσε ξανά και πήρε την θέση της η νύχτα και ο Λάρυ ήταν ακόμα εκεί! ΚΚαθισμένος στο κρεβάτι με τα χέρια ακουμπισμένα στο πρόσωπο του. Κατάλαβε τώρα πως όταν είσαι όντως ερωτευμένος δεν μπορείς να κοιμηθείς, δεν μπορείς καν να ηρεμήσεις, επειδή πραγματικά η αγάπη είναι ότι καλύτερο ονειρευόταν ποτέ.
Όσο τις είχε μέσα στο μυαλό του όλες αυτές τις ώρες, κάτι μέσα του τον έδωσε μια δύναμη. Σκέφτηκε την γυναίκα όταν βγαίνανε από την εκκλησία, να τον κοιτάει με τόση αγάπη που φαινόταν είδη από την ψυχή της και αυτό σήμαινε για αυτόν ότι το να αγαπιέσαι πολύ από κάποιον σου δίνει δύναμη, ενώ το να αγαπάς πολύ κάποιον αυτό σου δίνει θάρρος.
Έσφιξε τα χέρια του σε γροθιές και έκλαψε με θρήνο. Έκλαψε για να ξεσπάσει, μα τα δάκρυα διατηρούν την πληγή δεν την θεραπεύουν! Και αν ήτανε κάτι το οποίο θα μπορούσε να διώξει μακριά αυτό το σκοτάδι τότε αυτό μπορούσε να το κάνει μόνο το φως, το αληθινό φως!
Το κεφάλι του κόντευε να σπάσει, ένοιωθε πως κατέρρεε. Άφησε το σώμα του να πέσει με την πλάτη επάνω στο κρεβάτι και νόμιζε πως έπεφτε. Έπεφτε κάπου βαθιά σε ένα άπατο μαύρο και σκοτεινό πηγάδι και το ζαλισμένο του κεφάλι όλο και έφερνε σβούρες, έπεφτε και γυρνούσε ασταμάτητα. Δεν άντεχε αυτή την πτώση και την ζάλη, έκανε να ανοίξει τα μάτια του κι ένα απίστευτο χρυσό φως τον τύφλωσε. Έβαλε το χέρι του για σκίαστρο και με μισόκλειστα μάτια βάδισε προς αυτό.
Μπροστά του είδε μια μεγάλη ηλιόλουστη αυλή. Όταν τα μάτια του συνήθισαν σε αυτό το έντονο φως, τότε αυτός κοίταξε προς το ήλιο. Ήταν ο ήλιος. Ο ίδιος ήλιος που ήταν στο πάρκο! Τόσο ζωντανός και παραδεισένιος που όταν οι ακτίνες του πέφτανε επάνω στο σώμα σου ήταν σαν να σε ευλογούσε με παραδεισένια ευτυχία.
Άκουσε φωνές από παιδιά, κατέβασε το βλέμμα του από τον ήλιο και είδε πως βρέθηκε ανάμεσα από πολλά χαρούμενα παιδιά που παίζανε. Άλλα παίζανε μεταξύ τους κυνηγητό, άλλα ήτανε καθισμένα πάνω στην χλόη της τεράστιας αυλής και παίζανε με επιτραπέζια παιχνίδια. Για περίγυρος της μεγάλης αυλής είχε μια απέραντη έκταση κυκλωμένη από έναν πανέμορφο και τεράστιο λουλουδένιο τοίχο. Το βλέμμα του χάθηκε στην θέα τον παιδιών και της απέραντης πράσινης αυλής, ήταν τόσο όμορφα. Σκέφτηκε πως σίγουρα θα ήταν κοντά του κάπου κι αυτή.
Γύρισε κάνοντας μεταβολή και είδε πως πίσω του έστεκε σαν τεράστιος πύργος ένα πελώριο κτήριο από λευκό μάρμαρο. Κοιτάζοντας ψηλά τα ανοιχτά παράθυρα του κατευθύνθηκε προς την μεγάλη είσοδο του, ανέβηκε τα πέντε μαρμάρινα σκαλιά και πέρασε την πόρτα.
Μπαίνοντας μέσα δυο μέτρα μετά από την είσοδο είδε στα αριστερά του και σε περίπου δέκα μέτρα ψηλά πως ήταν ένας πανύψηλος αρχαίος Κούρος.[3] Το ύψος του έφτανε στα τέσσερα μέτρα και ήταν στηριγμένος από τα μαρμάρινα πόδια του πάνω σε μια επίχρυση τετράγωνη βάση η οποία ήτανε βιδωμένη εκεί ψηλά στον μαρμάρινο τοίχο. Έστεκε εκεί τόσο ψηλά ακίνητος σαν αρχαίος Θεός και με το μαρμάρινο βλέμμα του έδειχνε τόσο επιβλητικός που έκανε τον Λάρυ να ανατριχιάσει και να συνεχίσει να βαδίζει φοβισμένος.
Βρέθηκε διασχίζει έναν διάδρομο βαθύ και λουσμένο από ένα λευκό και καθαρό φως, ώσπου στα δεξιά του είδε ότι υπήρχε ένα δωμάτιο με ανοιχτή την πόρτα του. Πέρασε μέσα από την πόρτα και μπήκε μέσα σε αυτό. Ήταν μια αίθουσα μεγάλη με νέα παιδιά, μεγαλύτερα από τα παιδιά που παίζανε έξω στην αυλή. Στα δεξιά του δύο δεκαπεντάχρονα αγόρια καθότανε γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι και μιλούσαν ευτυχισμένα. Προχώρησε προς την αριστερή μεριά της αίθουσας κι εκεί είδε τέσσερα κορίτσια να καθότανε σε ένα μεγάλο σαλόνι και να μιλάνε μεταξύ τους. Αυτές μόλις τον είδανε να περνάει από μπροστά τους, χαχανίσανε ντροπαλές.
Περπάτησε κι άλλο, ώσπου μέσα από ένα χρυσό σύννεφο θαρρείς αντίκρισε να ξεπροβάλει ένα κορίτσι πίσω από έναν καμβά ζωγραφικής.
«Αυτή είναι!!» σκέφτηκε και προχώρησε προς το μέρος της.
Είδε πρώτα τα όμορφα νεανικά της μαύρα μαλλιά, φορούσε ένα εφαρμοστό μπλε τζιν και ένα κόκκινο φανελάκι που έδενε τέλεια επάνω της. Το πρόσωπο της! Ήτανε νέα! Τόσο νέα που δεν θα ξεπερνούσε τα δεκαπέντε της χρόνια και η καρδιά του ζωντάνεψε. Την ένοιωσε να χτυπάει σαν τρελή μέσα στο στήθος του θαρρείς και κόντευε να σπάσει.
«Γειαα!» τον είπε, κοιτάζοντας τον με απορία και ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη της.
«Γεια σου» την είπε και τα μάτια του βούρκωσαν, σκέφτηκε πως δεν έπρεπε τώρα να δακρύσει και κρατήθηκε.
«Ω Θεέ μου, είμαι τόσο ευτυχισμένος!» σκέφτηκε.
«Είναι πανέμορφη, η γυναίκα του είναι πανέμορφη!» Και τώρα ήθελε να κλάψει.
«Θα θέλατε κάτι;» τον ρώτησε.
«Α ναι! Ή μάλλον όχι! Ήρθα εδώ γιατί έψαχνα.. εεμ απλά έψαχνα κάποια. Εε αν σε ενοχλώ εννοείται να φύγω!»
«Όχι κάτσε!» του είπε και με τον τρόπο και την αγωνία που του το είπε, του ήρθε η επιθυμία να την αγαλλιάσει και να κλάψει στον ωμό της.
«Αν θέλεις κάτσε εδώ στο σκαμπό δίπλα μου, μέχρι να έρθει αυτή που ψάχνεις» του είπε χαμογελαστή.
«Ωραία, σε ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ πολύ» της είπε χαμογελώντας την. 
Κάθισε κοντά της και με βουρκωμένα τα μάτια του, την έβλεπε να ζωγραφίζει. Ήταν τόσο ευτυχισμένος που βρέθηκε να είναι κοντά της! 
Αν και πλέον τώρα αυτή ήταν αρκετά μικρή σε ηλικία αυτό δεν τον ένοιαζε, ήθελε απλώς να είναι κοντά της. Ήθελε να της πει για όλα όσα πρόκειται να γίνουν, ότι κάποτε αυτός θα είναι ο σύζυγός της, ότι κάποτε μαζί οι δύο τους θα κάνουνε οικογένεια έχοντας μαζί τους ένα ευτυχισμένο και όμορφο κοριτσάκι. Ήθελε να της πει πως κάποτε θα έρθει ο καιρός που θα είναι για πάντα ευτυχισμένοι μαζί. Τα χείλη στο στόμα του με το ζόρι τα κρατούσε κλειστά, ήθελε να τα ανοίξει και της πει το πόσο πολύ την θέλει, πως αυτή και η μικρή θα είναι όλη του η ζωή, μα αυτός καθότανε απλά και την κοιτούσε.
Ήλπιζε μέσα του πως κάποτε θα έρθει η στιγμή που θα είναι και οι δυο τους μαζί και τώρα δεν ήθελε να την τρομάξει. Εξάλλου τώρα ήτανε σε ηλικία πολύ μικρή ακόμα. Πολύ νωρίς και για αυτήν καθόλου σωστό να ξέρει το μέλλον της.
Καθότανε και την κοίταζε με τις ώρες.
Κάποια στιγμή παραξενεύτηκε και αναρωτήθηκε πώς μπορεί να κρατάει τόση ώρα αυτό!; Οι άλλες δυο φορές κράτησαν ελάχιστο χρόνο! Μα και εκτός αυτού ήτανε εφιαλτικές ενώ εδώ δεν συνέβη τίποτα και δεν φαίνεται πως θα συμβεί κάτι!
Σκέφτηκε το νόμισμα και θυμήθηκε πως το είχε πετάξει στον βυθό της θάλασσας! Για κάποια στιγμή πανικοβλήθηκε και είδε στο δεξί του χέρι. Το είχε κλειστό σε γροθιά μα και εκτός του ότι δεν ένοιωθε να τον ενοχλεί καθόλου ήταν σίγουρος πως ήταν και άδεια. Δεν κρατούσε τίποτα! Το νόμισμα είχε πλέον χαθεί. Σκέφτηκε πως αν άνοιγε τα δάκτυλα του χεριού του, η λάμψη θα τον επανέφερε πίσω στην κρεβατοκάμαρά του, ή μπορεί και πίσω από το μπαρ!
Με την αγωνία του φουντωμένη και την καρδιά του να χτυπά σαν τρελή, άνοιξε αργά τα δάκτυλά των χεριών του, ένα ένα.
Τίποτα! Ήταν ακόμα εκεί, πλάι στην αγάπη του που ζωγράφιζε!
Στριφογύρισε την χούφτα του χεριού και ανοιγόκλεισε τα δάκτυλά του. Το στρόγγυλο σημάδι είχε χαθεί από την παλάμη του!
«Αν είναι δυνατόν! Όχι αυτό Θεέ μου! Αυτό δεν είναι σωστό να συμβεί!»
«Συμβαίνει κάτι;» τον ρώτησε το κορίτσι.
«Εε κάτι ξέχασα. Φαίνεται πως κάτι ξέχασα..»
«Μπορώ να βοηθήσω;»
«Όχι προς Θεού! Μην ανησυχείς για εμένα, εγώ είμαι όσο πιο καλά δεν φαντάζεσαι. Απλώς... απλώς κάτι σαν να... δεν ξέρω! Κάτι σαν να ξέχασα.»
«Όπως νομίζεις» του είπε κι αυτός συνέχισε πάλι να κάθεται και να την κοιτάζει.
Έβλεπε πως ήταν ακόμα πολύ μικρή για να μείνει μαζί της. Σκέφτηκε πως θα ήταν καλύτερα να γυρνούσε πίσω στο σπίτι του, γιατί τώρα αν έμενε για πάντα εκεί, το μόνο που ίσως μπορούσε να της προσφέρει ήταν δυστυχία. Εξάλλου ήταν και σε ηλικία πολύ μεγαλύτερος της ενώ τουλάχιστον τώρα εκεί πίσω κατά κάποιον τρόπο θα ήταν ήσυχος. Μπορεί καθώς γυρνούσε πίσω να μην ήταν και τόσο ευτυχισμένος αλλά τουλάχιστον τώρα θα είχε μια δικαιολογία μέσα στο στήθος του. Θα μπορούσε να επιβιώσει και να συνεχίσει την ζωή του, απλά περιμένοντάς την.
Κοιτάζοντας πάλι στο χέρι του, το ξανάνοιξε. Πάλι τίποτα!
Προσπάθησε να ηρεμήσει και να σκεφτεί. Σαφώς κάτι δεν πήγαινε καλά!
Καθώς κοιτούσε σκεφτικός την παλάμη του, άκουσε βήματα. Κάποιος πλησίαζε. Κάποιος ή κάτι έσερνε τα πόδια του και πήγαινε προς αυτούς. Γύρισε το κεφάλι πίσω του. Ο σκελετός με τα άσπρα μακριά μαλλιά και την μαύρη nike μπλούζα, βάδιζε βγαίνοντας από ένα χρυσό φως και πήγαινε προς αυτούς.
Ο Λάρυ έστρεψε το βλέμμα του προς το κορίτσι και είδε πως αυτή δεν είχε καταλάβει τίποτα ή και ίσως να μην μπορούσε κανένας άλλος να τον δει, παρά μόνο αυτός.
Ο σκελετός είχε απλωμένο το δεξί του χέρι μπροστά και είχε την χούφτα του κλειστή. Ξαφνικά σταμάτησε απότομα και με κόπο λίγα μέτρα μακριά τους. Από αυτόν ακούστηκαν ξερά κόκαλα να ραγίζουν και αμέσως μετά να σπάνε. Για λίγο έχασε την ισορροπία του και ο Λάρυ πίστεψε πως από στιγμή σε στιγμή αυτό το φρικιό θα καταρρεύσει. Όμως παρότι με μεγάλη δυσκολία μπόρεσε και κατάφερε να σταθεί πάνω στα σαπισμένα κόκαλα του. Δεν ήξερε πόσο θα άντεχε αυτό το νεκρό πράγμα να μπορούσε να σταθεί όρθιο ακόμα. Σήκωσε το φρικιαστικό βλέμμα του και κοίταξε στα μάτια των Λάρυ. Αν υπήρχε σάρκα γύρω από το στόμα του και όχι μαύρα καμένα από τα χρόνια δόντια ο Λάρυ υπέθεσε πως ο σκελετός θα τον χαμογελούσε φιλικά και με συμπόνια!
Τον είδε να προσπαθεί να ανοίξει με μεγάλο κόπο τα σκελετωμένα δάκτυλα των χεριών του. Κι όταν φάνηκε πως κατάφερε ώστε να τα κουνήσει για λίγα χιλιοστά τότε το κτήριο σείστηκε από τα θεμέλια του. Όσο αυτό το φρικιό άνοιγε τα δάκτυλα του τόσο και άρχιζε να γέρνει ολόκληρο το κτήριο.
Οι τοίχοι έπιασαν μια τεράστια φωτιά. Τεράστια κομμάτια από φλεγόμενο μάρμαρο ραγίζανε και πέφτανε με πάταγο κάτω στο πάτωμα προκαλώντας έναν τρομερό σεισμό.
Το αγαπημένο του κορίτσι δίπλα του άρχισε να ουρλιάζει.
Σηκώθηκε από το σκαμπό και με αυτή του την κίνηση είδε το χέρι του φρικιού πως είχε σχεδόν ανοίξει και μια χρυσή φωτεινή λάμψη έβγαινε με δύναμη μέσα από το σκελετωμένο του χέρι.
Πήρε το κορίτσι στην αγκαλιά του και άρχισε να τρέχει.
Η πόρτα της αίθουσας έκαιγε από μια φωτιά που ξεπερνούσε τα δύο μέτρα. Έτσι όπως κρατούσε το κορίτσι έκανε μια κίνηση με τα χέρια του βάζοντας το πρόσωπο της να ακουμπάει στο στήθος του, πήρε φόρα και μπήκε μέσα στις φλόγες. Ένοιωσε το δέρμα του να λιώνει, μα το κορίτσι φαινόταν καλά και για αυτόν αυτό είχε σημασία. Καθώς έτρεχε στον διάδρομο πηδούσε πάνω από πεσμένα σπασμένα μαρμάρινα κομμάτια και με την φορά που έπεφταν υπολόγιζε να τρέξει έτσι ώστε να μην πέσουν επάνω τους.
Το κορίτσι έπρεπε πάση θυσία αυτή την φορά να το σώσει. Έσφιξε τα δόντια του και μαζεύοντας μέσα του όλο το θάρρος και την τόλμη του με ένα τελευταίο σάλτο πετάχτηκε έξω αποφεύγοντας έτσι παρά τρίχα ένα τεράστιο κομμάτι μαρμάρου που έπεσε ξυστά και έσκασε με πάταγο δίπλα τους.
Βγήκανε έξω στην αυλή. Την άφησε λίγο έξω από το κτήριο σε ένα μέρος ασφαλές.
Τώρα την είχε σώσει!
«Πρέπει να φύγω» της είπε.
«Τι εννοείς;» τον ρώτησε με ένα έντονο βλέμμα γεμάτο απορία στο πρόσωπο της.
«Για εσένα, αυτήν την φορά θα πάνε όλα καλά» της είπε. Σήκωσε το χέρι του και χάιδεψε το μάγουλο της. Ήταν η πρώτη φορά που την άγγιξε.
«Είσαι πανέμορφη...»
Ο Λάρυ έκανε απότομη μεταβολή, πήρε φόρα και αφού πήδηξε τρέχοντας τα σκαλιά της εισόδου μπήκε μέσα στις φλόγες του κτηρίου που δονούτανε τόσο πολύ που πλέον έσπαζε ολόκληρο και κατέρρεε από την κορυφή του.
Καθώς στάθηκε σε ένα σημείο ανάμεσα στις φωτιές και την σκόνη από τα μαρμάρινα κομμάτια που πέφτανε δίπλα του, γύρισε και κοίταξε προς την σπασμένη τζαμαρία της πόρτας, έξω στην παραδεισένια αυλή. Είδε το κορίτσι να τον κοιτάζει με τα μάτια της δακρυσμένα. Αμέσως σήκωσε το βλέμμα του ψηλά και είδε τον Κούρο να σπάνε τα μαρμάρινα πόδια από την βάση του και να πέφτει ακριβώς από πάνω του. Κοίταξε πάλι προς αυτήν και έκλεισε τα μάτια του, κρατώντας την εικόνα της μέσα του.

Τ Ε Λ Ο Σ

Copyright © Γιάννης Ιωάννου All rights reserved Λεπτοκαρυά Πιερίας, 3 Ιουλίου 2015
Το πρότζεκτ
Δύο συγγραφείς – μια ιστορία. Ο Θεόφιλος Γιαννόπουλος και ο Γιάννης Ιωάννου μας ταξιδεύουν με τις πένες τους στον μύθο της οδού Μοίρας στην Θεσσαλονίκη, υπενθυμίζοντάς μας πως κάθε σύμπτωση με πραγματικά γεγονότα, παραμένει σύμπτωση. Ή μήπως όχι;

Το πρώτο μέρος, το διήγημα του Θεόφιλου Γιαννόπουλου, εδώ.

Παραπομπές:
[1]Πρόσωπο της αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας.
[2]Καινούρια Ζάλη-Τραγούδι από το Ελληνικό ροκ συγκρότημα Τρύπες
[3]Αρχαίο άγαλμα της μέσης αρχαϊκής περιόδου του 580 π.χ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Νικολία ΠανίδουΔημήτρης ΛάμπρουΣωτηρία ΙωαννίδουΧρήστος ΝομικόςΆννα ΣελίδουΑθηνά ΤερζήΠαναγιώτης Σταυρόπουλος
Γιάννης ΦιλιππίδηςΚερδίστε τρία μυθιστορήματαΓιώργος ΙωαννίδηςΘεόφιλος ΓιαννόπουλοςΧρήστος ΧτιστόπουλοςΧαράλαμπος ΒοΐδηςΟ πλανήτης
Ασημίνα ΞηρογιάννηΝίκος ΚρίκαςΠαναγιώτης ΑσημεόνογλουMargaret DalkourΝάντια ΠαπαθανασοπούλουΠέτρος ΖήκοςΓιώργος Δάμτσιος