Ο μπάρμαν

Γράφει ο Θεόφιλος Γιαννόπουλος
Φωτογραφία: Στράτος Γιαννόπουλος
Μέρος πρώτο

Μέτριο ανάστημα, μακρύ μαλλί, τατουάζ στο δεξί μπράτσο και γρήγορα χέρια. Μόνο αυτά χρειαζόταν για να ελκύει τα βλέμματα των γυναικών προς το μπαρ. Νυχτερινά λόγια και ύποπτα χαμόγελα τον ακολουθούσαν σε κάθε του κίνηση. Ήταν συνηθισμένος όμως, μιας και ασχολούνταν πολύ καιρό μ’ αυτή τη δουλειά, κοντά οχτώ χρόνια. Τίποτε όμως δε πρόδιδε τα είκοσι δύο καλοκαίρια που είχε ζήσει, μιας και φαινόταν ωριμότερος. Οι φίλοι του -και δεν ήταν λίγοι αυτοί-
τον ήξεραν ως Λάρυ. Κυκλοφορούσε χειμώνα - καλοκαίρι, πάντα με σκισμένο τζιν και μαύρη κοντομάνικη μπλούζα. Όμως το πιο περίεργο σ’ αυτόν ήταν πως παρόλο που η δουλειά του είχε να κάνει με το να ετοιμάζει ποτά, εκείνος ενθάρρυνε τους πελάτες να παραγγέλνουν χυμούς και αναψυκτικά, παρά αλκοόλ.
Ήξερε πολύ καλά πως όταν πιει ο άνθρωπος αλλάζει.

Περνούσαν κάθε λογής άτομα από το μπαρ. Κάποιοι για μερικά ποτά, άλλοι για να σκεφτούν, να ξεχαστούν κι αργά τη νύχτα να εξομολογηθούν το πόνο τους. Από τ’ αυτιά του περνούσαν κάθε βράδυ παρόμοιες ιστορίες για όνειρα ανθρώπων και εφιάλτες της ζωής που περιείχαν ψεύτες φίλους και άπιστες γυναίκες, Τους άκουγε όλους με πραγματικό ενδιαφέρον. Έλεγε πάντα κάποια παρηγορητικά λόγια κι ύστερα τους χτυπούσε φιλικά την πλάτη.
Ήξερε να ξεχωρίζει τα άτομα αυτά που στο τέλος της νύχτας είχαν κάτι να του πουν. Έτσι κι απόψε. Ήταν ένας μοναχικός κύριος που έστεκε σιωπηλός κοιτάζοντας με αργές, κλεφτές ματιές πότε δεξιά και πότε αριστερά του σαν να έψαχνε κάτι. Όταν τα μάτια τους συναντήθηκαν, του έκανε νόημα να πάει κοντά του.
«Ακούω», είπε ο Λάρυ.
«Ακόμη ένα», απάντησε ο άγνωστος δείχνοντας το άδειο του ποτήρι.
Κατέβασε το μπουκάλι από το ράφι και ξεβιδώνοντας το καπάκι, του το γέμισε.
«Στην υγειά σου», του ευχήθηκε παίρνοντας το ποτήρι στα χέρια και αδειάζοντας το μισό στο στόμα του.
Μ’ ένα νεύμα του ανταπόδωσε την ευχή μένοντας φευγαλέα στο σκοτεινό πρόσωπό του. «Παράξενος τύπος», σκέφτηκε κι ύστερα αποτραβήχτηκε στην άλλη άκρη του μπαρ για να εξυπηρετήσει τις δύο όμορφες κοπέλες που μόλις ήρθαν.
Το σκηνικό επαναλήφθηκε κι έπειτα από είκοσι λεπτά, με τον άντρα να τον καλεί ξανά κοντά του υψώνοντας το χέρι.
«Να το γεμίσω;» ρώτησε ο Λάρυ.
Ο άλλος ξερόβηξε δυνατά, φέρνοντας ωστόσο ξανά στα χείλη του το τσιγάρο που σιγόκαιγε μέχρι πριν στο τασάκι. Πήρε την τελευταία ρουφηξιά και έστρεψε το βλέμμα πάνω του:
«Δε θέλω να πιω. Θέλω μόνο κάποιον για να μιλήσω.»
Ο κόσμος είχε ήδη αραιώσει. Το ίδιο γινόταν κάθε φορά στις τέσσερις τα ξημερώματα. Έτσι, δεν τον πείραζε να περάσει την ώρα του κουβεντιάζοντας μ’ αυτόν τον άγνωστο. Ίσα-ίσα, θα κυλούσε γρηγορότερα η ώρα ως να σχολάσει.
«Δε σ’ έχω ξαναδεί εδώ» ήταν το πρώτο που σκέφτηκε ο Λάρυ να του πει.
Σε αντίθεση με το άτομο απέναντί του, αυτοί που συνήθως ζητούσαν ν’ ακούσει τις εξομολογήσεις τους, το έκαναν μετά την τρίτη ή τέταρτη φορά που επισκεπτόταν το μαγαζί.
«Είμαι περαστικός» μουρμούρισε εκείνος σβήνοντας τη καύτρα στο σταχτοδοχείο μπροστά του.
Με τ’ άλλο χέρι έψαξε στις τσέπες του σακακιού του για ν’ ανοίξει ένα νέο πακέτο. Ο μπάρμαν του πρότεινε ένα τσιγάρο από τα δικά του. Το δέχτηκε και τ’ άναψε αμέσως.
«Ξέρεις πως λέγεται η οδός που βρίσκεται το μαγαζί αυτό;» ήταν το πρώτο που ρώτησε ο ξένος.
«Οδός Μοίρας νομίζω…» απάντησε ο Λάρυ.
«Παράξενη ονομασία, δεν βρίσκεις;»
«Η αλήθεια είναι πως δεν είχα δώσει ιδιαίτερη σημασία πρωτύτερα» συνειδητοποίησε.
Είχαν περάσει δύο χρόνια περίπου από τότε που είχε πρωτοπιάσει δουλειά εδώ, μα πρώτη φορά τύχαινε να σταθεί σ’ αυτή την λεπτομέρεια.
«…κι η ιστορία της είναι ακόμη πιο παράξενη» συνέχισε ο άγνωστος. «Θέλεις να την ακούσεις;», του πρότεινε.
Μ’ ένα κούνημα του κεφαλιού του απάντησε πως ναι. Άναψε κι αυτός ένα τσιγάρο και κάθισε να τον ακούσει.

«Πριν χρόνια», ξεκίνησε, «η περιοχή αυτή ήταν σημείο συγκέντρωσης τσιγγάνων. Ερχόταν από κάθε γωνιά της χώρας κουβαλώντας μαζί τα υπάρχοντά τους στοιβαγμένα σε κάρα. Αυτό γινόταν όταν έφτανε η πρώτη Μαρτίου και…»
«Όπως σήμερα;» τον διέκοψε παραξενεμένος.
«Ακριβώς….» έκανε αφήνοντας ένα σιωπηλό χαμόγελο. «Μαζευόταν εδώ για να γιορτάσουν με τον τρόπο τους αυτή την ημέρα που είναι αφιερωμένη στην Μοίρα. Ανάμεσά τους υπήρχε ο "Γιός της Μοίρας" που είχε τη δική του αποστολή στην ζωή και τον ξεχώριζαν από το εκ γενετής σημάδι μισοφέγγαρου που υπήρχε στην πλάτη του. Συνήθως το άτομο αυτό ήταν παιδί, κι αφού το εντόπιζαν, η οικογένεια του γινόταν για έναν χρόνο οι αρχηγοί της φυλής».
«Και ποια ήταν η αποστολή που είχε αυτός ο "Γιός της Μοίρας" που είπες;» ρώτησε παρασυρόμενος από τα λεγόμενα του συνομιλητή του.
«Όπως σου είπα, την πρώτη του Μάρτη συγκεντρωνόταν εδώ, άναβαν φωτιά και χόρευαν τριγύρω της από νωρίς το πρωί, μέχρι το Φεγγάρι να συναντηθεί με τον Ήλιο. Πριν πέσει το πρώτο φως της μέρας, ο Γιος της Μοίρας έβαζε το αριστερό του χέρι πάνω από τη φλόγα κι ύστερα έσφιγγε τη παλάμη του μέχρι αυτή να γίνει γροθιά. Ο μύθος λέει πως όταν άνοιγε τη χούφτα του έβρισκε μέσα ένα χρυσό νόμισμα. Στη μια πλευρά του είχε αποτυπωμένο ένα πρόσωπο κι από την άλλη έγραφε με λίγες λέξεις τη μοίρα εκείνου του ατόμου. Σκοπός της ζωής του εφεξής ήταν να βρει τον άγνωστο άνθρωπο και να του παραδώσει αυτό το νόμισμα της Μοίρας».
«Κι αν δεν τον έβρισκε;»
«Τότε η ψυχή του θα περιπλανιόταν αιώνια μέχρι να εκπληρώσει την αποστολή του» τον επιβεβαίωσε με ένα του βλέμμα.
Ο Λάρυ αποτραβήχτηκε.
«Είναι ότι πιο παράξενο έχω ακούσει!» παραδέχτηκε και έσπευσε στο μπαρ γυρνώντας μ’ ένα μπουκάλι στο χέρι απ’ το ουίσκι που έπινε ο ξένος.
Του γέμισε το ποτήρι. 
«Κερασμένο από ‘μένα» είπε χτυπώντας του φιλικά την πλάτη.
Συγχρόνως τον κάλεσαν σε μια διπλανή παρέα για να πληρώσουν κι έτσι κινήθηκε προς αυτούς.

Οι πέντε παρέες έγιναν τρεις και έπειτα μία και στο τέλος απέμειναν μόνο ο Λάρυ και εκείνος ο μυστήριος άνθρωπος. Σε λίγο θα χάραζε. Ο άγνωστος κοίταξε για τελευταία φορά το ρολόι του, σηκώθηκε από τη θέση του και πλησίασε προς το μέρος του.
«Είναι αργά, καιρός να φύγω» του είπε. «Χάρηκα Λάρυ που σε γνώρισα» συμπλήρωσε σφίγγοντάς το αριστερό του χέρι.
Αυτή η χειραψία του άφησε μια κρύα αίσθηση στην παλάμη. Μάζεψε ενστικτωδώς το χέρι του φέρνοντάς το αυθόρμητα στα μάτια του. Για έναν αδιευκρίνιστο λόγο, μες στη χούφτα του χρύσιζε ένα νόμισμα!
Έψαξε τον άντρα που είχε μέχρι πρότινος απέναντί του, όμως είχε εξαφανιστεί. Δεν υπήρχε ψυχή εκεί.
Γεμάτος αγωνία κοίταξε τις δύο πλευρές του νομίσματος, χαμογέλασε και κούνησε με έκπληξη το κεφάλι του…

Τ Ε Λ Ο Σ

Copyright © Θεόφιλος Γιαννόπουλος All rights reserved, Θεσσαλονίκη 2015
Το πρότζεκτ
Δύο συγγραφείς – μια ιστορία. Ο Θεόφιλος Γιαννόπουλος και ο Γιάννης Ιωάννου μας ταξιδεύουν με τις πένες τους στον μύθο της οδού Μοίρας στην Θεσσαλονίκη, υπενθυμίζοντάς μας πως κάθε σύμπτωση με πραγματικά γεγονότα, παραμένει σύμπτωση. Ή μήπως όχι;

Συνεχίζεται...
Ακολουθείστε τον σύνδεσμο για να διαβάσετε το δεύτερο μέρος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Σάντυ Κυριακή ΗλιάδουΝατάσσα ΕξάρχουΣωτηρία ΙωαννίδουΚέλλυ ΚαϊμάκηΠαναγιώτης ΣταυρόπουλοςMo HayderΆννα Σελίδου
Γιάννης ΦιλιππίδηςΕυδοκία ΣταυρίδουΓιώργος ΙωαννίδηςPaullina SimonsΧρήστος ΧτιστόπουλοςΓεώργιος ΤζιτζικάκηςΘεόφιλος Γιαννόπουλος
Ασημίνα ΞηρογιάννηΝίκος ΚρίκαςΣοφία ΓουδετσίδουMargaret DalkourΝάντια ΠαπαθανασοπούλουΓιώργος ΔάμτσιοςΓρηγόρης Τριγλίδης