Η κληρονομιά

Κωνσταντίνου Βαρδή

Τελευταίο μέρος*
Τα πάντα έσβησαν στον μαύρο λήθαργο που της προκάλεσαν όλες εκείνες οι χημικές ουσίες που της είχε χορηγήσει.
{
Ο Τζος άνοιξε τα βαριά του μάτια. Ένιωθε το κεφάλι του να έχει αποκολληθεί από το υπόλοιπο σώμα. Σα να βίωνε για πρώτη φορά στη ζωή του αστρική προβολή. Ήξερε όμως πως κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε. Ακόμη μπορούσε να δει το υπόλοιπό του κορμί να βρίσκεται στην θέση του. Δεν πίστευε άλλωστε σε αυτά. Σπούδαζε γιατρός και αυτό του έδινε την γνώση να ξέρει τι ακριβώς συνέβαινε στο κορμί του. Βρισκόταν υπό την επήρεια χημικών ουσιών. Τα χρόνια στη σχολή τον είχαν μάθει να ξεχωρίζει τις μυρωδιές που σχετίζονταν με την ιατρική· ή με την παραϊατρική… σκέφτηκε φοβούμενος. Η έντονη μυρωδιά της πτωμαΐνης, της αιθανόλης και της φορμαλδεΰδης τρυπούσαν τα πνευμόνια του. Ήταν σίγουρος πως βρισκόταν μέσα σε κάποιο εργαστήριο, ή… χειρουργείο. Τριγύρω δεν έβλεπε κανέναν. Το δωμάτιο άλλωστε ήταν σκοτεινό. Ακόμη κι αν υπήρχε κάποιος θα τον έκρυβαν οι σκιές. Κάποιες αχνές ακτίνες έμπαιναν κάπου από το βάθος χτυπώντας σε κάποια μικρά γυάλινα μπουκάλια. Μπορούσε να ξεχωρίσει το σχήμα τους. «Άφησέ με να φύγω…» φώναξε μέσα στη ζάλη του. Η φωνή του ήχησε στα τοιχώματα και χάθηκε. Ήταν ένα ξύλινο δωμάτιο μήκους έξι-εφτά μέτρων.
Χτυπήματα σαν ειρωνικό χειροκρότημα ακούστηκαν κάπου στο βάθος.
«Ποιος… ποιος είναι…;» ρώτησε αδύναμα.
«Το νιώθεις μέσα σου. Κυλάει πια στις φλέβες σου. Μην αντιστέκεσαι.»
«Είσαι τρελός…» αναγνώρισε την φωνή του. «Είσαι ο Δρ. Σιν. Τι θέλεις από εμένα…;»
«Με αφήνεις άφωνο. Μπράβο σου. Συγχαρητήρια.» ακούστηκε η φωνή του και πάτησε τον διακόπτη. Το φως άναψε. Οι υποθέσεις του ήταν σωστές. Βρισκόταν σε ένα ξύλινο δωμάτιο σχήματος Γάμμα και μπροστά του ήταν ο δόκτωρ Σιν.
«Τι θέλεις από εμένα…;» επανέλαβε με τρεμάμενη φωνή.
«Δεν θέλω κάτι από εσένα. Θέλω… εσένα. Θέλω το αίμα σου. Θέλω αυτό που είσαι. Θέλω αυτό που πρόκειται να γίνεις.»
«Τι θα γίνω; Τι έχεις σκοπό να μου κάνεις;»
«Χμ… μου δίνεις την ευκαιρία να σου μιλήσω για το έργο μου. Χαίρομαι για αυτό. Ίσως και να καταλάβεις μιας και σπουδάζεις γιατρός.» πλησίασε έναν σκεπασμένο πίνακα με σεντόνι και το τίναξε στον αέρα. Ήταν γραμμένος γεμάτος με τύπους και χημικά διαγράμματα που ούτε καν αναγνώριζε ο Τζος.
«Αυτή είναι η ευκαιρία σου να μάθεις και κάτι πραγματικά σημαντικό νεαρέ μου. Κάτι που οι μεγαλύτεροι βιολόγοι γνωρίζουν μα θέλουν απεγνωσμένα να κρύψουν…»
«Δεν σε καταλαβαίνω… τι να κρύψουν…;»
«Πως μπορεί ο άνθρωπος να γίνει θεός...»
«Είσαι τρελός…»
«Δεν είσαι σε θέση νεαρέ μου να μιλάς κατά αυτόν τον τρόπο. Παρόλα αυτά θα σου δείξω τι ακριβώς εννοώ. Μάλιστα θα έχεις την τιμή να δεις το έργο μου από τόσο κοντά που δεν θα το πιστεύεις.» Ο δόκτωρ γέλασε και πλησίασε τον Τζος. «Κοίταξε αυτόν τον πίνακα και πες μου τι βλέπεις.»
Με δυσκολία υπάκουσε. Οι δυνάμεις του είχαν ήδη αρχίσει να τον εγκαταλείπουν. Ο Σιν του έπιασε το πηγούνι και έστρεψε το κεφάλι του στον πίνακα.
«Δεν έχεις κάτι να πεις έ; Απλώνεται μπροστά σου τέτοιο μεγαλείο κι εσύ μένεις άφωνος…; Χμ.. θα σε διευκολύνω λοιπόν. Θα σου πω εγώ τι βλέπεις. Βλέπεις ολόκληρα χρόνια ερευνών χαμένα σε λάθος μονοπάτια, όταν η λύση βρισκόταν μπροστά στα μάτια των ανόητων μελετητών. Τόσα χρόνια έψαχναν το σωματίδιο του θεού και αγνόησαν πως ο ίδιος ο άνθρωπος είναι αυτός που κρατάει το κλειδί αυτού του μεγάλου μυστηρίου. Επέτρεψέ μου να σου δείξω την έρευνά μου.» επέστρεψε πίσω στον πίνακά του και τον γύρισε ανάποδα.
«Κοίτα και αυτά. Μέχρι τώρα όλοι πίστευαν πως το DNA αποτελείται από δύο μόνο πολυνουκλεοτιδικές αλυσίδες οι οποίες συνδέονταν με τέσσερις αζωτούχες βάσεις. Κι αν σου έλεγα πως βρήκα το σωματίδιο του θεού το οποίο βρίσκεται μέσα μας από την αρχή του κόσμου; Και αν σου έλεγα πως αυτές οι αλυσίδες δεν είναι δύο, αλλά τρεις; Οι δυο είναι κολλημένες σαν μία για αυτό οι ερευνητές, οι δήθεν επιστήμονες, την βλέπουν σαν μία. Αν τις αποκολλήσεις, αν βρεις τον τρόπο να τις αποκολλήσεις, τότε ανακαλύπτεις ακόμη μία αζωτούχα βάση που δεν έχει αναφερθεί ποτέ ως τώρα και μπορεί να συνδεθεί και με τις τέσσερις αζωτούχες βάσεις χωρίς κανέναν περιορισμό. Αν λοιπόν σε αυτή χορηγήσεις DNA διαφορετικό από αυτό του ανθρώπου θα το δεχτεί χωρίς να πεθάνει ο ξενιστής. Το νέο αυτό συστατικό αρχίζει να εξαπλώνεται καταλαμβάνοντας όλο το κύτταρο και έτσι ο γενετικός μας κώδικας αρχίζει να μετατρέπεται προσπαθώντας να αφομοιώσει το νέο αυτό υλικό. Δεν καταλαβαίνεις τι σου λέω τόσην ώρα; Ο άνθρωπος είναι ο θεός! Μπορώ πλέον να δημιουργήσω τα δικά μου υβρίδια! Ανθρώπους όπως τους θέλω εγώ! Επιλέγοντας, όχι μόνο τα χαρακτηριστικά τους, αλλά και το είδος τους. Σου παρουσιάζω την κληρονομιά μου! Αυτό είναι το δικό μου έργο προς την ανθρωπότητα!»
«Και τότε εμένα τι με θες…;»
«Ναι… βλέπεις… το όλο εγχείρημα είχε και κάποιες… πώς να το πω… απρόοπτες εξελίξεις.»
«Αυτό συνέβη γιατί δεν είσαι ο Θεός. Σταμάτα ό,τι κάνεις πριν να είναι αργά…»
«Χμ. Εσύ αγαπητέ, θα έχεις την τιμή να είσαι μέρος της ανθρώπινης εξέλιξης…» ο Δρ. Σιν πλησίασε τον δεμένο Τζος και έβγαλε από την ρόμπα του μία σύριγγα γεμάτη με ένα μαύρο υγρό.
«Τι θα κάνεις με αυτό…; Φύγε μακριά μου. ΦΥΓΕ…»
Ο δόκτωρ χαμογέλασε αλλά δεν απάντησε. Αντιθέτως, του κάρφωσε με δύναμη στο δεξί του ώμο τη μακριά βελόνα πιέζοντας όλο το υγρό μέσα του.
«ΟΟΟΧΧΧΙΙΙ…» φώναξε απεγνωσμένος.
Ο Δρ. Σιν συνέχισε να μιλάει καθώς ο Τζος ένιωθε το μαύρο υγρό να απλώνεται στις φλέβες σε όλο του το κορμί. «Άσε με να σου εξηγήσω λοιπόν ποιος είναι ο δικός σου ρόλος σε όλη αυτή την ιστορία. Οι έρευνες μου ξεκίνησαν πολλά χρόνια πριν. Ξέρεις πόσα χρόνια μετράει αυτή η κοινότητα στην πλάτη της…;»
«Όχι και δεν με ενδιαφέρει…»
«Να σου πω εγώ… 242 χρόνια. 242 μυστικά χρόνια. Ακόμη θυμάμαι τις πρώτες μου σημειώσεις. Τα πρώτα μου αποτελέσματα.»
«Αυτό δεν γίνεται. Είσαι τρελός. Κανείς δεν ζει τόσο…»
«Κανείς…; Είπες κανείς; Μην είσαι τόσο στενόμυαλος νεαρέ μου. Ξέρεις πόσο ζουν οι χελώνες; Οι αστακοί; Ο βασιλιάς όλων… η μέδουσα Turritopsis Nutricula; Τι σε κάνει να πιστεύεις πως διαφέρουμε από αυτά τα είδη…;»
«Εμείς είμαστε άνθρωποι. Αυτά είναι ζώα…»
«Εδώ κάνεις λάθος. Και ο άνθρωπος… ένα δίποδο ζώο είναι, καλέ μου φίλε. Αρκετά όμως με αυτόν μας τον άσκοπο διάλογο. Θα σου εξηγήσω ποιος είναι ο δικός σου ρόλος σε αυτή την ιστορία, αν και σε λίγη ώρα είμαι σίγουρος πως δεν θα θυμάσαι τίποτα. Όπως σου είπα τα πρώτα πειράματα είχαν κάποιες επιπλοκές. Οι επιλογές μου για την διαδικασία εξέλιξης του είδους μας ήταν αμέτρητες, μα μόνο δύο δούλεψαν. Μέσα από αυτές τις δοκιμές δημιουργήθηκαν δέκα “προϊόντα” με διαφορετική μέθοδο. Στην αρχή όλα έδειχναν θετικά. Τα πλάσματα έμοιαζαν τόσο πολύ. Τα πήρα στα χέρια μου και τα ανέθρεψα σαν δικά μου παιδιά. Μέχρι που ήρθε η στιγμή της ενηλικίωσης. Το πρώτο είδος… το είδες όλον αυτόν τον καιρό που είσαι στην κοινότητα. Ανθρωπόμορφο. Ο τέλειος άνθρωπος, αν σου αρέσει να είσαι άβουλος, αδύναμος και υπάκουος. Ενώ το δεύτερο… τερατόμορφο και ανεξέλεγκτο. Με δική του λογική και υπόσταση. Μόλις έφτασαν το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους, ενώ πορεύονταν με τον ίδιο τρόπο, τα πάντα άλλαξαν. Φαντάσου σαν δύο παιδιά που έχουν γεννηθεί δίδυμα. Το ένα έχει πάρει όλα τα καλά και το άλλο όλα τα κακά. Όταν λοιπόν το δεύτερο είδος έφτασε στο δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του, μία έκρηξη ορμονών ήρθε για να ανατρέψει τα πάντα. Τα πλάσματα τρελάθηκαν. Κατέστρεψαν τα πάντα αναγκάζοντάς με από τότε να ξεκινήσω την έρευνά μου από την αρχή. Έφτασα πολύ μακριά από τότε. Πλέον δεν χρειαζόταν να δημιουργήσω “ανθρώπους” από την αρχή. Μπορούσα να πάρω έτοιμους, ενήλικους άντρες και γυναίκες και να τους αλλάξω τον κώδικα του DNA μετατρέποντάς τους σε ό,τι εγώ επιθυμούσα. Αυτό όμως, δεν ήταν αρκετό. Μου έλειπε ένα βασικό συστατικό. Και αυτό ήταν μέσα στο αίμα αυτών που δραπέτευσαν. Πλέον έχουν δημιουργηθεί δύο κάστες. Η μία που ζει στο “Χέρι του Θεού” και η άλλη που ζει ελεύθερη μέσα στο δάσος. Αυτή την κάστα θέλω να ξαναφτιάξω, χωρίς όμως τις παρενέργειες. Και για να το πετύχω αυτό… εσύ είσαι το κλειδί. Μετά από τόσα χρόνια κατάφερα να φτιάξω μόνο μία δόση αυτού του νέου εξελιγμένου ορού. Και εσύ θα έχεις την τιμή να τον δοκιμάσεις πρώτος.»
«Ωραία λοιπόν… έφτιαξες τον ορό σου και μπορείς να τον ξαναφτιάξεις. Άσε με να φύγω…»
«Ίσως να μην έγινα αρκετά σαφής. Δεν είναι ο ορός αυτό που αναζητώ. Η απάντηση σε όλα αυτά τα χρόνια ερευνών μου βρίσκεται μέσα στο αίμα που θα αποκτήσεις μόλις ο ορός μου θα ολοκληρώσει την μετάλλαξή σου. Μία σταγόνα από το αίμα σου χρειάζομαι και τότε θα μπορέσω να απομονώσω εκείνο το χρωμόσωμα που προκαλεί την ανεξέλεγκτη έκρηξη ορμονών που τους κάνει ακυριάρχητους. Τότε τα πλάσματα, το νέο αυτό είδος που θα δημιουργηθεί, θα τελούν υπό τις δικές μου διαταγές και μόνο. Θα φτιάξω ένα νέο στρατό που θα τραφεί αποκλειστικά με όλες εκείνες τις ανθρωπόμορφες δίποδες μάζες που κατοικούν πάνω από τα κεφάλια μας.»
«Σόφι…»
«Ναι, σωστά… η Σόφι σου θα γίνει μέρος της διατροφικής τους αλυσίδας και η νέα κάστα που θα δημιουργήσω θα είναι στην κορυφή. Και μετά σειρά έχει όλος ο κόσμος!!!»
«Είσαι τρελός… άσε με να φύγω…»
«Θα καθόμουν να παρακολουθήσω τη μετάλλαξή σου… δυστυχώς δεν μπορώ. Μην στενοχωριέσαι όμως. Θα έρθω όταν θα είσαι έτοιμος!»
Άρχισε να γελάει και έσβησε το φως. Κατευθύνθηκε στην πόρτα και μέσα στην ζάλη του την άκουσε να ανοιγοκλείνει.
Τώρα βρισκόταν μόνος και είχε αρχίσει να κρυώνει. Πονούσε. Το κεφάλι του έβραζε και είχε ρίγη. Ένα ακατάπαυστο τρέμουλο κυρίευσε το κορμί του που δεν μπορούσε να ελέγξει. Το φάρμακο είχε ήδη αρχίσει να δρα. Τώρα πια ευχόταν να πεθάνει ανώδυνα. Δεν ήθελε το μέλλον που του χάρισε ο Δρ Σιν. Δάκρυα άρχισαν να στάζουν από τα μάτια του.
«Είμαι πολύ νέος ακόμη. Θέλω να ζήσω…» σπάραξε. Ο πόνος έγινε αφόρητος και κάπου εκεί έχασε τις αισθήσεις του…
{
Με μία δυνατή εισπνοή ο Τζος ξύπνησε από τον λήθαργο που είχε πέσει. Τα πάντα είχαν έρθει στο μυαλό του. Οι απαντήσεις που γύρευε είχαν όλες απαντηθεί. Πλέον γνώριζε από ποιον έπρεπε να προστατευθεί. Ακόμη βρισκόταν ξαπλωμένος μέσα στα ψηλά φυτά του δάσους. Σήκωσε το κεφάλι και είδε τους κορμούς των δέντρων να χάνονται πάνω από το κεφάλι του μοιάζοντας να αγγίζουν τον ουρανό. Βρισκόταν κάτω από μία σεκόγια και δεν ήταν η μόνη. Οι χοντροί κορμοί έμπαιναν ανάμεσα σε αυτόν και το φεγγάρι που τον έκανε να θέλει να ουρλιάξει. Ο Τζος προσπάθησε να σηκωθεί μα το κορμί του ήταν μουδιασμένο. Το κοίταξε, αν και ημίφως μπορούσε να διακρίνει κάθε λεπτομέρεια πάνω του. Το μαύρο υγρό είχε διαχυθεί σε κάθε φλέβα, αγγείο και αρτηρία χωρίς όμως να τον σκοτώσει. Αντιθέτως. Τώρα αισθανόταν πολύ δυνατός.
Σηκώθηκε και τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν από μία αστείρευτη ενέργεια που ένιωθε να αναβλύζει από μέσα του. Ένας έντονος θόρυβος ακούστηκε ξανά από πίσω του. Κάτι τον πλησίαζε και εκτίμησε πως ήταν πολύ κοντά. Γύρισε απότομα το κεφάλι και ξαφνιάστηκε. Κάτι σάλευε ανάμεσα στις ψηλές φτέρες, όχι όμως τόσο κοντά όσο υπολόγισε. Αυτό που τον πλησίαζε βρισκόταν γύρω στα πεντακόσια μέτρα μακριά. Και όμως… το άκουγε σα να ήταν δίπλα. Το μύριζε επίσης. Κάποια κίνηση του τράβηξε ξανά την προσοχή από μπροστά του. Σαν αρπακτικό γύρισε απότομα το κεφάλι. Πολλά του συνέβαιναν που δεν μπορούσε να καταλάβει ακόμη. Δεν ήταν διατεθειμένος να κάτσει να τα μάθει… όχι τώρα τουλάχιστον που αυτό που τον πλησίαζε μύριζε αδρεναλίνη και έξαψη.
Ο Τζος συνέχισε να τρέχει όσο πιο πολύ μπορούσε ανάμεσα στις ψηλές σεκόγιες προσπερνώντας εμπόδια που φάνταζαν αδύνατα ακόμη και στον ικανότερο αθλητή. Δεν είχε μάθει να ελέγχει το κορμί του με αποτέλεσμα να πέφτει σε συνεχόμενα λάθη. Αρκετές συγκρούσεις με βράχια και κορμούς δέντρων τον έκαναν να χάνει αρκετά συχνά την ισορροπία του και να σωριάζεται στο χώμα. Εκατοντάδες μέτρα μπροστά βρέθηκε στο τέλος του δάσους ανάμεσα σε δύο σπηλιές. Τριγύρω δεν φαίνονταν έξοδοι διαφυγής και ακόμη μπορούσε να ακούσει το άγνωστο πλάσμα να τον καταδιώκει. Έπρεπε να πάρει μία απόφαση. Δεξιά ή αριστερά; Πήρε μία βαθιά ανάσα προσπαθώντας να μυρίσει αυτό που θα τον έκανε να επιλέξει σωστά. Πολλά και διαφορετικά ερεθίσματα, που δεν είχε μάθει να αποκωδικοποιεί ακόμη, του έδιναν τα δικά τους μηνύματα μπερδεύοντάς τον ακόμη περισσότερο. Αυθόρμητα επέλεξε το δεξί μονοπάτι. Η τυχερή του μαντεψιά δεν τον ευνόησε όμως.
Σύντομα βρέθηκε σε ένα υπόγειο πέρασμα που ήταν φραγμένο από έναν μεγάλο βράχο. Ένα σκοτεινό μονοπάτι που ακόμη και με την αυξημένη του όραση δυσκολευόταν πολύ να δει. Κάτω από τον βράχο υπήρχε ένα μικρό κενό το οποίο άφηνε μία ελαφριά λάμψη να διαπερνά. Αυτό ήταν μάλλον το φως του φεγγαριού. Τώρα ένιωθε τόσο γαλήνια. Σα να τον καλεί να το κοιτάει με τις ώρες, όπως παγιδεύονται τα έντομα στις μπλε θανατικές λάμπες που τα προσελκύει. Έπιασε τον βράχο, προσπάθησε να τον σπρώξει. Ήταν βαρύς, αυτό μπορούσε να το καταλάβει ακόμη και χωρίς να τον αγγίξει. Ήταν ολοφάνερο. Σκέφτηκε να γυρίσει πίσω, μα αυτό που είχε δει λίγη ώρα πριν να τον ακολουθεί τον φόβιζε περισσότερο από την παρούσα κατάστασή του. Άνοιξε τα χέρια του και αποφασισμένος έσφιξε τον βράχο. Πρέπει να ήταν τουλάχιστον μισός τόνος. Δεν είχε σηκώσει ποτέ κάτι τόσο βαρύ στην ζωή του και δεν φημιζόταν για την δύναμή του παρά μόνο για την ευλυγισία του. Τώρα όμως έκπληκτος είδε να το μετακινεί με σχετική ευκολία. Όλη αυτή η εκπαίδευση όλων αυτών των χρόνων πάνω στο αγαπημένο του άθλημα έπαιξε ελάχιστο ρόλο σε αυτό που έκανε. Αυτό ήταν κάτι διαφορετικό και είχε καταλάβει τι. Το μαύρο υγρό δρούσε πάνω του με έναν τρόπο που δεν περίμενε. Δεν τον είχε σκοτώσει. Αντιθέτως, τον είχε κάνει πιο δυνατό. Τι άλλο έμενε να μάθει; Ήταν περίεργος να το ανακαλύψει. Έλπιζε μόνο αυτό να γίνει χωρίς πόνο.
Μία νέα πεδιάδα απλωνόταν μπροστά του. Το υπόλοιπο κρυμμένο νησί περίμενε εκεί, έτοιμο να το εξερευνήσει. Ο Τζος συνέχισε να τρέχει. Ακόμη μπορούσε να καταλάβει πως δεν ήταν μόνος. Ό,τι κι αν ήταν αυτό πίσω του που τον καταδίωκε δεν θα σταματούσε αν δεν τον έφτανε. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Τώρα είχε αρχίσει να ακούει δεξιά κι αριστερά γρήγορα βήματα να έρχονται και να χάνονται απίστευτα γρήγορα. Για μια στιγμή θα ορκιζόταν πως ένα χέρι τον άγγιξε απαλά στην πλάτη. Πώς ήταν αυτό δυνατόν όμως; Ο Τζος έτρεχε ασταμάτητα υπερπηδώντας ψηλά βράχια και πεσμένους κορμούς που βρίσκονταν στο διάβα του σα να ήταν εμπόδια σε παιδική χαρά για μικρά παιδιά. Παρά την ταραχή του αυτό του άρεσε πολύ! Απολάμβανε τις νέες του δυνάμεις ξεχνώντας για λίγο τα λόγια του δόκτορα. Ένιωθε πως δεν ήταν μόνος σε αυτό το κορμί. Κάτι άλλο είχε αρχίσει να ξυπνάει μέσα του και σιγά-σιγά θα προσπαθούσε να πάρει τον έλεγχο. Αυτό το ένιωθε μα σαν εθισμένος παραχωρούσε τη θέση του στο νέο του εαυτό.
Τα νέα εμπόδια δεν άργησαν να φανούν. Η πεδιάδα στένευε και αυτός έτρεχε κατά μήκος της. Τώρα στεκόταν μπροστά από μία λίμνη. Σταμάτησε και κοίταξε πίσω. Ο διώκτης του τον είχε χάσει. Ακόμη μία σεκόγια έστεκε σαν άγρυπνος φρουρός μπροστά από τη λίμνη. Το εύρος της ήταν τεράστιο. Η απέναντι όχθη βρισκόταν πολύ μακριά και κάτι έμοιαζε να σαλεύει στα σκοτεινά νερά της ή ίσως να ήταν το παιχνίδισμα του φωτός. Κοίταξε ολόγυρα. Ένας πεσμένος κορμός μίας σεκόγιας είχε σφηνώσει ενώνοντας τις δύο άκρες. Προχώρησε προς τα εκεί. Στάθηκε στην άκρη. Σκεφτόταν ως πού θα έφτανε και από τι έτρεχε να ξεφύγει. Δεν ήξερε, απλά προχώραγε μπροστά. Η αποστολή του να βρει τι ακριβώς συνέβαινε σε αυτό το νησί είχε τελειώσει. Τώρα μία αστείρευτη δίψα τον καλούσε να το γνωρίσει αφού σωνόταν πρώτα. Ένιωθε τις αλλαγές μέσα του να συμβαίνουν με γοργούς ρυθμούς και να τον καλούν να γίνει κομμάτι αυτού του μέρους.
Στάθηκε μπροστά από την πεσμένη σεκόγια. Πίσω του βρίσκονταν μικρότερα δέντρα που έμοιαζαν με στρατιώτες που τον έσπρωχναν να κάνει το άλμα του θανάτου στα βαθιά και άπατα νερά της λίμνης. Κοντοστάθηκε πριν κάνει ένα βήμα πίσω. Ένιωθε πως αν περνούσε αυτόν τον κορμό θα έμπαινε στην δική του περιοχή. Δεν γνώριζε το γιατί αλλά το χώμα που πατούσε το ένιωθε ξένο, πως δεν ανήκε εκεί. Μία ανεξήγητη έλξη τον καλούσε να περάσει απέναντι. Ήταν αποφασισμένος.
Πήρε μία βαθιά ανάσα και σαν γάτα που ξαφνιάζεται τινάχτηκε κοιτώντας πίσω. Το σκοτεινό πλάσμα που τον καταδίωκε τον είχε εντοπίσει κάνοντας εφόρμηση τινάζοντας τα κλαδιά στην άκρη. Ο Τζος αντιλήφθηκε το πλάσμα να πλησιάζει γοργά κι επικίνδυνα. Πανικοβλήθηκε, σκέφτηκε να πέσει στο νερό. Δεν ήξερε τι παραμόνευε μέσα του. Έτσι έκανε μερικά βήματα πίσω πλησιάζοντας τους κορμούς των δέντρων με σκοπό να χαθεί ανάμεσά τους. Οι υπολογισμοί του ήταν όμως λάθος και πολύ ριψοκινδυνευμένοι. Ο Τζος δεν πρόλαβε να κρυφτεί όπως ήθελε μα δεν έπρεπε να τραβήξει την προσοχή του πλάσματος στην προσπάθειά του να κρυφτεί καλύτερα.
Το μόνο που πρόλαβε, ήταν να ακουμπήσει με την πλάτη έναν κορμό και να απλώσει τα χέρια πάνω του σαν αγγεία που απλώθηκαν κατά μήκος του ξύλου. Η τελευταία φυλλωσιά παραμερίστηκε και η τελευταία ανάσα του Τζος έμεινε σαν επτασφράγιστο μυστικό μέσα στα χείλη του. Μία μουσούδα που οσμιζόταν φανερώθηκε αργά πίσω από τα δέντρα ξεπροβάλλοντας και το υπόλοιπο κορμί. Ήταν ένα μαύρο τριχωτό ζώο που περπατούσε στα δύο. Του θύμισε αρκούδα αν και ήταν σίγουρος πως δεν ήταν. Δαίμονας ήταν η καλύτερη λέξη. Τα μάτια του, όμως, μαρτυρούσαν την ανθρώπινη υπόστασή του. Η καρδιά του σταμάτησε να χτυπάει καθώς το αίμα πάγωσε στις φλέβες του. Το πλάσμα συνέχισε να οσμίζεται με την υγρή του μύτη φτάνοντας πολύ κοντά στον Τζος. Τώρα μύριζε τα γόνατά του και σιγά-σιγά ανέβαινε όλο και πιο ψηλά. Ο Τζος έκλεισε τα μάτια και ευχόταν στο θεό για ένα θαύμα. Τώρα μύριζε τον λαιμό και έδειχνε κολλημένο σε αυτή την στάση για αρκετή ώρα ώσπου γύρισε την πλάτη και έφυγε. Ήταν η προσευχή στον θεό που έκανε, ή κάτι άλλο που τον κράτησε στην ζωή; Το ανακάλυψε πολύ σύντομα, μόλις άνοιξε τα μάτια.
Ο Τζος αντίκρισε το αριστερό του μπράτσο να μην ξεχωρίζει στο χρώμα, στη μυρωδιά και στην υφή από τον κορμό του δέντρου. Αυτό ήταν το τέλειο καμουφλάζ. Τώρα είχε αρχίσει να πιστεύει πως ο Δρ. Σιν ίσως τελικά να μην τα είχε χαμένα, αλλά σίγουρα αυτή η γνώση είχε χαριστεί σε λάθος άνθρωπο. Χρόνια ολόκληρα και μελέτες αιώνων ήταν αποτυπωμένες και αποκωδικοποιημένες στο δικό του μυαλό προσφέροντάς του την απόλυτη γνώση. Αυτό που κάποιοι πάσχιζαν να καταφέρουν αυτός το είχε ήδη επιτύχει. Αναμφισβήτητα ήταν επικίνδυνα έξυπνος αγγίζοντας το σημείο της τρέλας. Άλλωστε πόσο απέχει η λογική από την παράνοια; Όσο ο κώλος από το βρακί. Και η απόδειξη όλων αυτών ήταν πως το κορμί του είχε προσαρμοστεί σαν χαμαιλέοντας που ετοιμάζεται να αιφνιδιάσει κάποιο έντομο.
Γύρισε το κεφάλι από την άλλη. Κοίταξε χαμηλά. Όλο του το σώμα είχε καλυφθεί με τα χρώματα του δέντρου καθιστώντας τον κυριολεκτικά αόρατο στο μάτι του κυνηγού. Και η μυρωδιά…; Όταν ο άνθρωπος αγχώνεται εκκρίνει ορμόνες που αμέσως εντοπίζουν τα σκυλιά και τα περισσότερα ζώα. Αυτό πραγματικά τον σόκαρε. Δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί ή να κλάψει τώρα που έβλεπε και πρακτικά τα αποτελέσματα της μετάλλαξής του. Το βλέμμα του καρφώθηκε ξανά στο δίποδο πλάσμα, που δεν ήξερε πώς να το χαρακτηρίσει, να απομακρύνεται ξανά πίσω από τα ψηλά φυτά ψάχνοντας. Αυτή ήταν η κατάλληλη ευκαιρία να περάσει απέναντι. Κοιτάζοντας πίσω έκανε μία ελαφριά κίνηση αποκολλώντας το κορμί του από τη σεκόγια. Η σάρκα του πήρε αμέσως την φυσική της όψη και χρώμα. Δεν ήταν ώρα να ασχοληθεί περισσότερο όμως.
Προχώρησε με αργά βήματα κοιτώντας στο ίδιο σημείο. Το ένα βήμα έφερε το άλλο και η απέναντι όχθη έμοιαζε τόσο κοντά. Τώρα έστρεψε την προσοχή του μόνο στον τερματισμό της μικρής διαδρομής του αδιαφορώντας για τον κίνδυνο που έμοιαζε ξεχασμένος πίσω του. Το βήμα του άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο γοργό μέχρι που έφτασε δύο με τρία βήματα πριν πατήσει σε σταθερό έδαφος. Είχε επιταχύνει πολύ, τόσο που βρισκόταν σε ένα αέρινο μονοπάτι λίγα εκατοστά πάνω από την ξύλινη επιφάνεια. Στο επόμενο βήμα θα ανήκε πλέον στην άλλη μεριά, αν ένα στιβαρό χέρι δεν του έπιανε τον ώμο τραβώντας τον πίσω με μανία. Ο Τζος γύρισε το κεφάλι. Ήταν εκείνο το μαύρο δασύτριχο πλάσμα που είχε επιστρέψει για αυτόν. Τον είχε πιάσει εγκλωβίζοντάς τον στα δυνατά του χέρια, ή μήπως… πόδια…; Τον τραβούσε αδιάκοπα χωρίς ωστόσο να μοιάζει πως θέλει να του κάνει κακό. Απλά τον έσερνε μέχρι να τον πάει κάπου. Ακόμη βρίσκονταν πάνω στην σεκόγια και πλησίαζαν στην όχθη από την οποία ξεκίνησε ο Τζος.
«Άσε με…» του φώναξε καθώς χτυπιόταν, μα η δύναμή του ήταν ασήμαντη συγκριτικά με αυτή του πλάσματος.
Ο δεσμώτης του δεν μίλησε. Αντιθέτως έβγαλε έναν βρυχηθμό που φανέρωνε κακή διάθεση. Πολύ κακή διάθεση που ήταν αναγκασμένο να εκτελέσει τα καθήκοντά του. Ποια ήταν αυτά τα καθήκοντα; Να τον πάει σε κάποια αγέλη για να τον παραδώσει ως γεύμα στους προστατευόμενούς του ή σαν θυσία για έναν ανώτερο σκοπό;
«ΑΣΕ ΜΕ…» φώναξε πιο δυνατά, σχεδόν απειλητικά.
Το πλάσμα έδειξε να κατάλαβε τις εχθρικές του προθέσεις και γύρισε απότομα χτυπώντας τον δυνατά στο κεφάλι. Ο Τζος έπεσε μα στάθηκε στα πόδια του σαν συμπιεσμένο ελατήριο τινάζοντας το κορμί του πάνω. Η φωνή του άρχισε να χοντραίνει παράλληλα με τα μάτια του που άρχισαν και αυτά να αποκτούν μία κόκκινη λάμψη. Υπό άλλες συνθήκες θα προσπαθούσε να μην εξοργίσει αυτό το πλάσμα περισσότερο καθώς δεν θα θεωρούσε αυτή την τακτική, στρατηγικά, σωστή. Τώρα όμως δεν μπορούσε να ελέγξει τις ορμές του.
Εντελώς αυθόρμητα σήκωσε και αυτός το χέρι του δίνοντάς του ένα δυνατό χτύπημα πίσω στην πλάτη. Το πλάσμα παραπάτησε πέφτοντας στα γόνατα. Αυτή ήταν η ευκαιρία του Τζος να απομακρυνθεί. Δεν το έκανε όμως. Αντιθέτως εκμεταλλεύτηκε την αδυναμία του τέρατος δίνοντάς του ακόμη ένα χτύπημα στο κεφάλι. Το πλάσμα ούρλιαξε από θυμό και σηκώθηκε στα πόδια του. Βρυχιόταν ανεξέλεγκτα. Τα σουβλερά του δόντια γυάλιζαν κάτω από τις ακτίνες του φεγγαριού. Αυτό μόνο ένα πράγμα μπορούσε να σημαίνει. Ο Τζος έπρεπε να παλέψει και να βγει νικητής.
Οι δύο αντίπαλοι όρμισαν ο ένας στον άλλον ανταλλάσσοντας απανωτά χτυπήματα στο σώμα και το πρόσωπο. Ο θυμός όλο και μεγάλωνε κάνοντας την αδρεναλίνη να ταΐζει τα πρωτόγονα ένστικτά τους. Δεν υπήρχε νικητής, δεν υπήρχε χαμένος. Κάτω από το φως του φεγγαριού τα ανακατεμένα κορμιά δεν ξεχώριζαν την ώρα που και τα δύο είχαν τυλιχτεί με αίμα. Ο κορμός δέχτηκε μεγάλη καταπόνηση και τελικά αποδείχτηκε πιο σαθρός από όσο φαινόταν. Τα δυνατά και συνεχόμενα χτυπήματα τον αποδυνάμωσαν σε σημείο που κάποια κομμάτια του άρχισαν να καταρρέουν.
Πάνω σε ένα από αυτά βρίσκονταν και οι δύο σκοτεινές φιγούρες που προσπαθούσαν να αλληλοεξοντωθούν. Το παγωμένο νερό όμως τους επανέφερε στην πραγματικότητα. Οι δύο τους βυθίστηκαν σαν μολύβι. Τώρα θα έπρεπε να κολυμπήσουν αν ήθελαν να σωθούν. Πράγμα εύκολο για την ανθρώπινη φύση του Τζος. Όχι όμως και για το μαύρο πλάσμα που έδειχνε να παλεύει να κρατηθεί στην επιφάνεια. Ο Τζος χαμογέλασε διαπιστώνοντας αυτή του την αδυναμία. Το χαμόγελο του όμως κόπηκε όταν το πλάσμα με λαρυγγισμούς, γεμάτους νερό, τον έπιασε σφικτά από το πόδι παρασέρνοντας τον στην μαύρη άβυσσο της λίμνης.
Όση προσπάθεια κι αν κατέβαλε να ελευθερωθεί, τα χέρια του τερατόμορφου άντρα είχαν κλειδώσει πάνω του οδηγώντας τον στον πνιγμό. Τώρα βρισκόταν αρκετά μέτρα κάτω από την επιφάνεια του νερού κοιτώντας ψηλά, ίσως για τελευταία φορά, το ολοστρόγγυλο φεγγάρι που έμοιαζε να τον αποχαιρετά ειρωνικά. Γύρισε προς τα κάτω κοιτάζοντας την σφικτή λαβή που τον κατεύθυνε στον θάνατο. Προσπάθησε να απεγκλωβιστεί. Μάταια. Τα χέρια είχαν σφίξει σαν μέγκενη πάνω στο πόδι του Τζος. Η ανάσα του ένιωθε να τελειώνει δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο. Τα πνευμόνια του πρήζονταν και είχαν αρχίσει να πονούν. Ήξερε πως η ζωή του θα έφτανε, εντός ολίγου, στο τέρμα της, είτε από ασφυξία, είτε από πνιγμό.
Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή έτοιμη να εκραγεί. Η πίεση του βάθους συμπίεζε τα τύμπανα του αυτιού του σχεδόν τρυπώντας τα. Και αυτός αβοήθητος θα βίωνε τον θάνατο που φοβόταν περισσότερο από όλους. Να γεμίσουν τα πνευμόνια του με νερό στην προσπάθειά του να αναπνεύσει τα τελευταία μόρια αέρα που θα του παρέτειναν για ακόμη μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου την ζωή του. Ήθελε να ζήσει. Το ένστικτό του ξεπέρασε την λογική που του έλεγε να κρατήσει το στόμα του κλειστό και παραδόθηκε στην ανάγκη να ανασάνει. Το στόμα άνοιξε και λίτρα νερού άρχισαν να περνούν από την στοματική κοιλότητα καταλήγοντας στο στομάχι, στα πνευμόνια χαρίζοντάς του πόνο και ζαλάδα μέχρι που τα μάτια του έκλεισαν ερμητικά από το σοκ.
Τώρα βρισκόταν σε μία άλλη διάσταση νιώθοντας πως αιωρούταν σε ένα σύννεφο ψηλά στον ουρανό· σαν αστροναύτης στο διάστημα. Σαν ταξιδιώτης σε ένα όνειρο. Είχε ακόμη τις αισθήσεις του αλλά το μυαλό του γύριζε σα μεθυσμένο. Το πόδι του ήταν ακόμη γραπωμένο από τα δυνατά χέρια του πλάσματος που τον παρέσερνε στην απύθμενη άβυσσο. Αυτό το ένιωθε. Ήταν το μόνο που τον κρατούσε ακόμη σε επαφή με τον έξω κόσμο. Αυτό όμως σήμαινε μόνο ένα πράγμα… πως ήταν ακόμη ζωντανός. Αν και κάπου εκεί άρχισε να μπερδεύεται. Μήπως ήταν ένα ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ ζωής και θανάτου. Δεν ήξερε. Δεν είχε ξαναπεθάνει…
Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε ψηλά. Το φεγγάρι είχε χαθεί προ πολλού καθώς το φως του δεν μπορούσε να ταξιδέψει στο βάθος που βρισκόταν. Κοίταξε χαμηλά. Το πλάσμα έμοιαζε να τον κοιτάει με τα κίτρινα σβησμένα, ξεψυχισμένα του μάτια που είχαν κολλήσει πάνω του. Και ο Τζος… αυτός ανέπνεε σα να βρισκόταν σε καλοκαιρινό περίπατο στην εξοχή. Η μία βαριά ανάσα μετά την άλλην ακόμη και μέσα στο νερό. Δεν ονειρευόταν… αισθανόταν το νερό να μπαίνει μέσα από τραχεία του, να καταλήγει στα πνευμόνια και πάλι έξω. Πώς ήταν δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο; Λίγο τον απασχολούσε τώρα.
Η λαβή από το πόδι του είχε χαλαρώσει και πλέον μπορούσε να αναδυθεί στην επιφάνεια. Κολυμπώντας προς τα εκεί έβλεπε το φως να δυναμώνει ολοένα και πιο πολύ όπως οι φρέσκιες ψυχές που μόλις εγκατέλειψαν την υλική τους υπόσταση διαβαίνοντας το σκοτεινό τούνελ με τελικό προορισμό το φως στο τέλος του διαδρόμου. Έφτασε και γαντζώθηκε στη μεριά εκείνη που προσπαθούσε να πάει εξαρχής. Αναρριχήθηκε στην άκρη και κατέληξε σωριασμένος στο πέτρωμα. Άνοιξε το στόμα του και ένας υδάτινος εμετός ξέσπασε σαν οχετός από μέσα του. Οξυγόνο γέμισε ξανά τα πνευμόνια του και η αναπνοή του επανήλθε στο κανονικό. Ήταν εξαντλημένος και το ήξερε. Αυτή όμως η περίεργη έλξη που ένιωθε για αυτή την πλευρά του νησιού δεν τον άφηνε να σταματήσει.
Ο αέρας εκεί έμοιαζε πιο ζεστός, πιο γλυκός. Το θρόισμα του ανέμου έμοιαζε με ψίθυρους καλωσορίσματος. Έσφιξε τα χέρια και σηκώθηκε παραπατώντας. Ακόμη ανακτούσε τις αισθήσεις του προσπαθώντας να προσαρμοστεί έξω από το νερό. Μπροστά του βρισκόταν ένα μαγευτικό τοπίο με πανύψηλα δέντρα στοιχισμένα σε μία νοητή ευθεία· λες και κάποιος τα είχε φυτέψει με απόλυτη ακρίβεια δημιουργώντας έναν τοίχο από πρασινάδα.
Αργά, αλλά σταθερά, ξεκίνησε περπατώντας μέχρι τους πρώτους κορμούς. Πίσω από αυτούς στέκονταν άλλοι κορμοί κουτσουρεμένοι και μυτεροί στην άκρη τους. Το θέαμα ήταν φρικτό και βγαλμένο από ταινία τρόμου. Το δάσος είχε τελειώσει και πλέον έστεκε στα προπύλαια μίας νέας κλειστής κοινότητας της οποίας το μονοπάτι ξεκινούσε με ανθρώπους καρφωμένους σε πασσάλους των οποίων τα κορμιά είχαν σαπίσει εδώ και πολλά χρόνια αποκαλύπτοντας τα παραμορφωμένα τους κόκκαλα. Το ξεραμένο αίμα τους είχε χυθεί ποτίζοντας τις μαύρες τρίχες που έστεκαν από κάτω σα μακάβρια χόρτα. Γδαρμένες σάρκες είχαν πέσει στο χώμα και είχαν γίνει μέρος του λιπάσματός του. Αηδίασε, μα μόνο στο μυαλό. Αντιθέτως ένιωσε τους αδένες του λαιμού του να παράγουν σάλιο που χυνόταν στον οισοφάγο του. Το νέο του εγώ έδειχνε να αρέσκεται σε τέτοιου είδους καταστάσεις.
Προχώρησε κατά μήκος του τεχνητού διαδρόμου ώσπου χάθηκε μέσα στις πυκνές φυλλωσιές. Τα ψηλά δέντρα παραχώρησαν τη θέση τους σε βράχους και σπηλιές. Κοιτώντας δεξιά κι αριστερά δεν κατάφερε να δει κανέναν. Ήταν μόνος, απόλυτα μόνος. Κι όμως… δεν αισθανόταν έτσι. Τα κλαδιά είχαν γίνει πολύ ξερά κάτω από τα πόδια του. Είχε απομακρυνθεί πάρα πολύ από την κοινότητα που έμενε τον πρώτο καιρό. Η Σόφι είχε σβήσει τελείως από το μυαλό του.
{
Το σκοτάδι είχε πέσει πάνω στο νησί κάνοντας ακόμη και την δική του όραση να αδυνατεί να διακρίνει ξεκάθαρα το τοπίο. Ήταν πολύ κουρασμένος και ήθελε κάπου να ξαποστάσει. Αν και ήταν μόνος πάνω από όλα είχε την ανάγκη να ξέρει πως ήταν ασφαλής. Το μονοπάτι είχε τελειώσει και είχε βρεθεί κάπου όπου με λίγη φαντασία θα μπορούσε κανείς να πει πως επρόκειτο για κατοικημένη περιοχή. Αρκετές εγκαταλελειμμένες κατασκευές βρίσκονταν εκεί που με πολλή φαντασία έμοιαζαν με πρόχειρα καταλύματα. Τώρα όμως ήταν παραδομένα στο πέρασμα του χρόνου και δεν υπήρχε τίποτα περισσότερο ώστε να μαρτυρεί την ύπαρξη ζωής. Ίσως παλαιότερα, αλλά όχι τώρα.
Θυμήθηκε τα λόγια του Δρ. Σιν για τις δύο κάστες που είχαν δημιουργηθεί. Θα μπορούσε αυτή να ήταν η δική τους κοινότητα… αλλά όχι. Τώρα στεκόταν μπροστά σε έναν καραφλό λόφο με απότομες-κοφτερές πλαγιές. Τον σκαρφάλωσε και λίγο πριν βρεθεί στην κορυφή ξεχώρισε ένα εντελώς απόκρημνο άνοιγμα. Το πλησίασε δειλά. Ήταν μία μαύρη τρύπα που οδηγούσε κάπου στο άγνωστο, ίσως στα έγκατα, στα σπλάχνα της γης. Συνειρμικά το μυαλό του ταξίδεψε στο βιβλίο του Ιούλιου Βερν. Με τη σκέψη έπλασε ιστορίες και σενάρια.
Έσκυψε ελαφρώς το κεφάλι κοιτώντας μέσα στην τρύπα. Δεν κατάφερε να διακρίνει κάτι, έτσι αναγκάστηκε να πλησιάσει περισσότερο χώνοντας όλο το σώμα μέσα. Τινάχτηκε πίσω. Θα ορκιζόταν πως αντιλήφθηκε κίνηση. Αναστάτωση. Έβαλε ξανά το κορμί του μέσα. Το φως του φεγγαριού δεν επαρκούσε. Κανονικά θα έπρεπε να είχε φοβηθεί. Κάθε φυσιολογικός άνθρωπος αυτό θα έκανε. Όχι τώρα όμως. Ένιωσε λες και έφτασε στην πηγή. Στον στόχο της αναζήτησής του. Η πλάτη του ρίγησε σαν τίγρης έτοιμος για μάχη. Βγήκε πάλι έξω ρίχνοντας μία ματιά τριγύρω.
Παντού σκορπισμένα βρίσκονταν σπασμένα ξερά κλαριά και πευκοβελόνες. Έπιασε δύο ξύλα και αφού ξάπλωσε το ένα κατάχαμα, το κάλυψε με τις πευκοβελόνες και με το άλλο άρχισε να το τρίβει πάνω του. Αχνός καπνός γεννήθηκε από το σημείο της τριβής. Σε λίγο η φλόγα είχε φουντώσει και το μόνο που έμενε ήταν να την αξιοποιήσει. Έπιασε ένα ξύλο και το έβαλε ακριβώς πάνω από την εστία της φωτιάς. Σε λίγο άναψε κι αυτό. Όχι κάτι το ιδιαίτερο όμως ήταν αρκετό να φωτίσει μερικά μέτρα γύρω του.
Αμέσως το έχωσε μέσα στην τρύπα. Κάποιες σκιές φάνηκαν να κινούνται μέσα στο ημίφως. Χάθηκαν απότομα. Μήπως ήταν ένα απλό παιχνίδισμα της φωτιάς; Βρισκόταν περίπου τρία μέτρα ψηλά από το πέτρινο έδαφος. Με μια βουτιά προσγειώθηκε κάτω. Τα πόδια του ακούστηκαν να χτυπούν όπως ακούγεται μία βαριά πέτρα όταν πέφτει μέσα σε θάλασσα. Σήκωσε ψηλά τον αυτοσχέδιο πυρσό και φώτισε τα τοιχώματα. Ήταν ένα σπήλαιο γεμάτο διαδρόμους. Η υγρασία είχε σχηματίσει μικρές λίμνες από νερό που πάφλαζε σε κάθε του βήμα. Η ίδια ποσότητα αέρα ερχόταν στο πρόσωπό του από κάθε κατεύθυνση όπως και οι ίδιες μυρωδιές. Ακόμη δεν είχε μάθει να λειτουργεί ενστικτωδώς όπως τα ζώα.
Ακολουθώντας τη λογική επέλεξε το, φαινομενικά, ευκολότερο μονοπάτι. Προχώρησε αρκετά μέτρα μέχρι που βρέθηκε σε μία εσωτερική πεδιάδα. Ήταν αρκετά μέτρα χαμηλότερα από την επιφάνεια του νησιού. Δεν το ήξερε παρόλα αυτά το διαισθανόταν. Σήκωσε την δάδα προσπαθώντας να δει τριγύρω. Το φως της χανόταν στο σκοτάδι που έμοιαζε απέραντο. Πλησίασε τα τοιχώματα και είδε χαραγμένα σχέδια όπως αυτά που έβλεπε σα νεαρός σε παλιά ντοκιμαντέρ σχετικά με τη ζωή των πρωτόγονων.
Μία λέξη όμως με σωστή ορθογραφία και γραφή ήταν χαραγμένη κάτω από τα σχέδια.
Κ Α Λ Ω Σ Η Ρ Θ Ε Σ Σ Π Ι Τ Ι
Μία φωνή μέσα του, αυθαίρετα, έλεγε πως η αναζήτησή του είχε τελειώσει. Τι τον είχε οδηγήσει ως εκεί και αισθανόταν σα να βρήκε την χαμένη του πατρίδα; Το ένστικτο, όπως τα αποδημητικά πουλιά, ή κάποια ουσία μέσα στο μαύρο υγρό που του είχε χορηγήσει ο τρελός επιστήμονας; Χαμογέλασε όταν η απάντηση ήρθε από τα ρυθμικά παλαμάκια που ακούστηκαν μερικά μέτρα πίσω του διακόπτοντας τον ειρμό των σκέψεών του.
«Ποιος…;» είπε και γύρισε απότομα. Όποιος κι αν ήταν κρυβόταν στις σκιές. Έβλεπε το περίγραμμά του αλλά όχι και τη μορφή του.
«Συγχαρητήρια…» είπε υπό τη μουσική υπόκρουση των χεριών του. «Φάνηκες ανώτερος των περιστάσεων. Ειλικρινά δεν περίμενα να καταφέρεις να αποδράσεις τόσο εύκολα.» ακούστηκε να λέει ο Σιν μόλις ξεπρόβαλε πίσω από μία πέτρινη κολόνα που ένωνε το ταβάνι με το έδαφος.
«Φύγε… τώρα…» είπε ο Τζος υπό την επήρεια της αδρεναλίνης που κυλούσε σαν αλκοόλ μέσα στο αίμα του. 
Ο δόκτωρ δεν έδειξε να πτοείται και συνέχισε αυτόν τον δυνατό μονόλογο που έμοιαζε περισσότερο με εμφανή σκέψη.
«Αυτή σου η πράξη, αυτή σου η… απόδραση θα μπορούσα να πω… με οδήγησε σε αυτό το μέρος. Με μεγάλη μου στενοχώρια διαπιστώνω, βέβαια, πως δεν είναι ο τόπος που αναζητούσα. Ήλπιζα πέρα από τα νεκρά πασσαλωμένα κορμιά να έβρισκα και “αυτούς”. Δεν χρειάζεται να σου υπενθυμίσω σε ποιους αναφέρομαι. Ξέρεις… έχω έρθει δεκάδες φορές σε αυτήν τη σπηλιά. Έχω ερευνήσει κάθε σπιθαμή της. Σε ακολούθησα ώστε να δω προς τα πού θα σε καθοδηγούσε το ένστικτό σου. Βλέπεις… χρόνια ολόκληρα προσπαθούσα να αιχμαλωτίσω, έστω, έναν από εκείνους που επισκέπτονταν την κοινότητά μας μια φορά κάθε δέκα ή είκοσι ημέρες.»
Ο Σιν περπατούσε τριγύρω του συνεχίζοντας το παραλήρημά του.
«Τίποτα στην ζωή δεν είναι τυχαίο αγαπητέ μου Τζος. Ούτε καν ο θάνατος του πατέρα σου…»
«Πώς ξέρεις εσύ για αυτό…;» φώναξε θυμωμένος καθώς σάλια εκτοξεύτηκαν από το στόμα του. Ο δόκτωρ χαμογέλασε.
«Όταν τελείωσα τα πειράματα, τα πρώτα πρωτεύοντα δημιουργήθηκαν. Όπως σου είχα πει, μόλις ενηλικιώθηκαν διέλυσαν το εργαστήριο και εξαφανίστηκαν. Τα αναζήτησα χωρίς αποτέλεσμα. Για πολλά χρόνια πίστευα πως ήταν νεκρά. Είχα έρθει σε ετούτο το μέρος πολλές φορές και το μόνο που είχα αντικρίσει ήταν πασσαλωμένα κορμιά, αποσύνθεση και θάνατο. Απογοητεύτηκα. Τα εναπομείναντα πρωτεύοντα δεν ανταποκρίνονταν όπως επιθυμούσα. Η μελέτη μου είχε χαθεί μαζί τους. Ώσπου ένα βράδυ τους είδα να στέκονται στην άκρη του βουνού κοιτάζοντας χαμηλά το μέρος από το οποίο γεννήθηκαν. Είμαι σίγουρος πως με είδαν κι αυτά. Αν και είχαν περάσει χρόνια, είχαν καταφέρει να αναπαραχθούν. Το έργο μου, δούλευε καλύτερα από ό,τι είχα υπολογίσει. Δημιούργησα μία νέα ύπαρξη. Ένα νέο, αυτόνομο είδος. Είμαι θεός! Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Όσα πειράματα κι αν έκανα αργότερα, όμως, δεν κατάφερα να επαναλάβω με την ίδια επιτυχία τα πρώτα αποτελέσματα. Έτσι έφτιαξα το “Χέρι του Θεού” όπου επιτέλους θα έβρισκα έναν συμβατό ξενιστή για τον ορό μου. Η επιστράτευση δεν άργησε. Εκμεταλλευόμενος τις ιδεολογικές τους αδυναμίες φρόντιζα να φτάσει στα χέρια τους εκείνο το χαρτί που έπεσε και στα χέρια της μητέρας σου. Σιγά-σιγά τα πρώτα αντικείμενα έφταναν στο χωριό. Τα πειράματα ξεκίνησαν, όμως η μία αποτυχία διαδεχόταν την άλλην· ξανά και ξανά. Έψαξα παντού· από άκρη σ’ άκρη αυτού του άθλιου πλανήτη για να βρω τον καλύτερο. Αυτόν που θα κατάφερνε να δεχόταν όλη μου την έρευνα και να γινόταν δέκτης της δικής μου κληρονομιάς.»
«Είσαι τελείως τρελός…» είπε ο Τζος γεμάτος απόγνωση.
«Στ’ αλήθεια πίστευες πως δεν γνώριζα ποιος ήσουν; Είχα μάθει για εσένα πολύ καιρό πριν εμφανιστείς εδώ. Από τότε που καθόσουν σε εκείνη την καφετέρια παρέα με τον Γκάρι συζητώντας τα υπαρξιακά σας προβλήματα.»
«Πώς είναι δυνατόν να ξέρεις…» δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την ερώτησή του καθώς ο δόκτωρ τον διέκοψε.
«Το ξέρω γιατί πλέον γνωρίζω τα πάντα. Έχω ανθρώπους παντού. Ακόμη και στην δική σας πόλη, πίσω στην Αυστραλία. Δεν μπορείς να φανταστείς τι δύναμη έχει ο θρησκευτικός αποπροσανατολισμός του τρελού, όπως εσύ και οι φίλοι σου αποκαλείτε, στην κεντρική πλατεία της πόλης σου.»
«Τι…;»
«Ναι… σωστά. Ακόμη κι αυτός για εμένα δουλεύει και πραγματικά θα εκπλησσόσουν, μάλλον δυσάρεστα, αν μάθαινες πόσοι άλλοι είναι μέσα στο κόλπο…»
Ο Τζος άκουγε δίχως να πιστεύει στα αυτιά του. Η Κέλυ όμως εμφανίστηκε πίσω από την πλάτη του Σιν για να επιβεβαιώσει τα λεγόμενά του.
«Κέλυ… είσαι ζωντανή…!» φώναξε γεμάτος ανάμεικτα συναισθήματα.
Εκείνη του γέλασε πλατειάζοντας το στόμα της. Ο Τζος προσπάθησε να την πιάσει, εκείνη όμως δίνοντάς του μια δυνατή σπρωξιά φανέρωσε την αλήθεια πίσω από τα λόγια του δόκτορα.
«Κέλυ…» επανέλαβε μπερδεμένος ο Τζος. Ο Δρ. Σιν πήρε τον λόγο.
«Βασικά… δεν είναι η Κέλυ. Τυπικά όμως… είναι.»
Ο Τζος βίωνε την παράνοια αποτυπωμένη με λέξεις.
«Πιστεύω να θυμάσαι εκείνη την κουβέντα που είχαμε στο εργαστήριο σχετικά με το DNA. Λίγο DNA από την πραγματική σε δύο ξενιστές και ιδού δύο ακόμη κάλπικες Κέλυ.»
Ο Τζος τώρα κατάλαβε γιατί η Κέλυ που είχε βρει δεμένη χειροπόδαρα δεν καταλάβαινε τίποτα από αυτά που της έλεγε. Ο Σιν σα να διάβαζε το μυαλό του, του απάντησε.
«Ναι, πολύ σωστά κατάλαβες. Η πραγματική ήταν εκείνη που βρήκες μέσα στους διαδρόμους. Την πρώτη κλώνο της γνώρισες μέσα στο μαγαζί. Εκείνη ήταν που σε καθοδήγησε δίνοντάς σου όλες εκείνες τις πληροφορίες που ζητούσες.»
«Και πού είναι τώρα η πραγματική;»
«Λυπάμαι, αλλά δεν ήταν συνεργάσιμη και έπρεπε να την… απορροφήσω αλλού.»
Ο Σιν και η κλώνος γέλασαν πονηρά.
«Και γιατί εμένα;»
«Δεν με προσέχεις αρκετά. Όπως σου είπα έχω πολύ κόσμο να δουλεύει για εμένα. Έτσι και στο πανεπιστήμιο που σπούδαζες ιατρική· κάθε μέρα υποβαλλόσουν, εθελοντικά, για το καλό της σχολής και της προσωπικής σου προόδου, σε ιατρικά τεστ των οποίων τα αποτελέσματα έφταναν στα χέρια μου λίγες μέρες αργότερα. Και δεν είναι μόνο αυτό. Πάντα ήσουν ο πρώτος που έκανες δωρεάν εξετάσεις κάθε φορά που ένα κλιμάκιο έφτανε στην πόλη σας. Είσαι πολύ γελασμένος αν πιστεύεις πως υπάρχει έστω και μία μικροσκοπική ηλιαχτίδα καθαρής ανιδιοτέλειας. Σου σερβίρουν δωρεάν εξετάσεις για το κοινό κι εσύ κάθεσαι και τρως όλο το πιάτο. Δεν έχεις την παραμικρή ιδέα τι κρύβεται πίσω από όλα αυτά· τι σκοπούς εξυπηρετούν αυτές οι πράξεις. Σωματεμπορία, παράνομες δωρεές οργάνων και ο κατάλογος είναι μακρύς χωρίς τελειωμό. Ο οργανισμός είναι παγκόσμιος κι εγώ τυγχάνει να είμαι σε μία υψηλή θέση μέσα του.»
«Πώς ήξερες ότι θα ερχόμουν ως εδώ τελικά…;»
«Από την πρώτη μέρα που σε είδα σε εκείνο το μαγαζί γνώριζα πως είχες έρθει μόνο και μόνο για να βρεις τη μητέρα σου. Το να σε καθοδηγήσω χρησιμοποιώντας την Κέλυ ήταν ό,τι καλύτερο.»
«Και τότε γιατί την απήγαγες;»
«Για μία παρενέργεια του πειράματος και τίποτα περισσότερο. Η συμπεριφορά της ήταν αποκλίνουσα από την προγραμματισμένη. Όσο πέρναγε ο καιρός έμοιαζε όλο και πιο πολύ στην πραγματική. Την παρακολουθούσα πολύ καιρό, είμαι σίγουρος πως κι εκείνη κάτι σου είπε. Η μνήμη της επανέρχονταν, μέρα με τη μέρα, διαμορφώνοντας τον χαρακτήρα της. Θα ήταν επικίνδυνο να την αφήσω έστω κι ένα δευτερόλεπτο παραπάνω. Αναγκάστηκα να την πάρω από κοντά σου την πιο κατάλληλη στιγμή. Τη στιγμή που είχες αρχίσει να χάνεις την πίστη στον σκοπό σου.»
«Και γιατί δεν με απήγαγες απλά αφού χρειαζόσουν το δικό μου κορμί να τελειώναμε μια και καλή με όλη αυτή την ταλαιπωρία…;»
Ο τρελός επιστήμονας γέλασε ξανά. «Έχεις στ’ αλήθεια τόσο αδύναμη μνήμη;» σκοπός του ήταν να ξυπνήσει μερικές από τις καταπιεσμένες του αναμνήσεις.
Για λίγο όλοι έμειναν αμίλητοι. Εικόνες ζωντάνεψαν την αγωνία και την πάλη που έδωσε για να παραμένει ζωντανός ο Τζος ένα βράδυ σαν πρωτοετής φοιτητής. Το τραγικό αυτό γεγονός είχε σημαδέψει τη ζωή του.
«Ώστε… εσύ ήσουν…;» τον ρώτησε μην πιστεύοντας αυτό που του έμοιαζε με τραγική αλήθεια. «Εσύ ήσουν σε εκείνο το αυτοκίνητο, εκείνο το βράδυ;»
Ο δόκτωρ έγνεψε καταφατικά φυσώντας εύθυμα.
«Από τότε δεν σε άφησα από τα μάτια μου. Πιο εύκολο ήταν να σε κάνω να έρθεις εσύ σε εμένα. Πιο διασκεδαστικό! Δες το σαν… το προσωπικό μου παιχνίδι. Έκανα τις σωστές κινήσεις και το αποτέλεσμα ήταν ματ. Απλά!»
«Τι ήταν αυτό που με καταδίωξε πριν…;»
Ο δόκτωρ χαμογέλασε και πλησίασε ακόμη πιο κοντά.
«Αυτό…; Χμ… αυτό ήταν το αποτέλεσμα του τελευταίου ορού που χορήγησα στο προηγούμενό μου αντικείμενο.»
«Οι άνθρωποι δεν είναι αντικείμενα.»
«Όλοι κάποια στιγμή γινόμαστε αντικείμενα στον βωμό της επιστήμης. Και τώρα έχει έρθει η δική σου η σειρά…»
«Είσαι τρελός…»
«Όχι… δεν είμαι τρελός. Είμαι τέλειος! Τέλειος σαν κι εσένα! Το πλάσμα που σε καταδίωξε πριν είχε πολλά περιθώρια βελτίωσης ακόμη. Προνόμια που εσύ ήδη απολαμβάνεις.» Είχε αρχίσει να μιλάει παθιασμένα, «Γι’ αυτό δεν είχε καμία πιθανότητα απέναντί σου. Κι ακόμη, φαντάσου, δεν έχεις ολοκληρώσει τη μετάλλαξή σου. Τώρα… καταλαβαίνεις γιατί ήθελα το αίμα σου; Καταλαβαίνεις πόσο τέλειος έχεις γίνει;»
«Αφού ξέρεις λοιπόν πόσο δυνατός είμαι γιατί ήρθες να με βρεις; Δεν ξέρεις για τι είμαι ικανός; Δεν ξέρεις πως μπορώ να σε σκοτώσω με ένα μόνο χτύπημα…;» είχε στραφεί προς το μέρος του και τον πλησίαζε.
«Τζος…» άπλωσε το χέρι του δείχνοντας την παλάμη του. «Το να αναμετρηθώ μαζί σου είναι το τελευταίο πράγμα που θέλω. Σε παρακαλώ, δεν έπρεπε τα πράγματα να εξελιχτούν κατά αυτόν τον τρόπο. Γύρισε πίσω μαζί μου και σου υπόσχομαι πως δεν θα σου κάνω κακό. Ό,τι έκανα, το έκανα για το καλό της επιστήμης.»
«Τότε να έκανες το πείραμα στον εαυτό σου…»
«Έχεις χάσει τα λογικά σου; Κι αν δεν πετύχαινε; Δεν θα ήθελα να καταλήξω μια άμορφη μάζα που σέρνεται στο πάτωμα. Ακόμη όμως κι αν πετύχαινε… δεν έχω σκοπό να είμαι ένα τέρας για το υπόλοιπο της ζωής μου.»
«Θα σε σκοτώσω…» σχεδόν γρύλισε ο Τζος. Η κλώνος μπήκε μπροστά του να τον υπερασπιστεί. Με μία κίνηση ο εξοργισμένος Τζος την έσπρωξε βγάζοντάς την από τη μέση.
«Βλέπω πως πείραξες το DNA της, ωστόσο δεν της έβαλες μυαλό.»
Ο δόκτορας χαμογέλασε πονηρά και συνέχισε να οπισθοχωρεί. Η χαμηλή φωτιά ήταν ικανή να φωτίσει τους δύο άντρες που βρίσκονταν στη μέση της κοιλότητας του βράχου.
«Και τώρα… δεν φοβάσαι που οι ρόλοι αντιστράφηκαν; Τώρα εγώ είμαι ο ισχυρός κι εσύ είσαι μόνο ένας κοινός άνθρωπος μπροστά μου…» είπε ο Τζος ενώ τον πλησίαζε όλο και πιο πολύ καθώς ένιωθε το αίμα μέσα του να βράζει. 
«Μείνε μακριά μου, σε παρακαλώ…» είπε ο τρελός επιστήμονας την ώρα που τα μάτια του Τζος μαρτυρούσαν τις πραγματικές του προθέσεις. «Σταμάτα εκεί που είσαι, αλλιώς…»
«Αλλιώς τι, Σιν…; Δεν νομίζω πως είσαι σε θέση να κάνεις απειλές. Η ώρα να πληρώσεις για τα εγκλήματά σου έφτασε. Για άλλη μια φορά η επιστήμη σου γυρνάει εναντίον σου.»
Ο Σιν χαμογέλασε αποκαλύπτοντας τη χρυσή του οδοντοστοιχία.
«Ω ναι, μικρέ μου… κι όμως είμαι.» Ο Τζος σταμάτησε κοιτώντας με απορία. «Και μάλιστα ήρθε η ώρα να σου αποκαλύψω τη μικρή μου έκπληξη! Δεν είχα βέβαια σκοπό να την αξιοποιήσω, όμως εσύ είχες άλλα σχέδια.»
Ο δόκτωρ έβγαλε μέσα από την ιατρική του φόρμα μία σύριγγα με ένα πράσινο πηχτό υγρό. Στην άκρη βρισκόταν μία μυτερή βελόνα που έσταζε και αντανακλούσε το φως της φωτιάς. Ο Τζος πίστεψε πως ήθελε να τον καρφώσει για άλλη μία φορά. Ενστικτωδώς τινάχτηκε προς τα πίσω μεγαλώνοντας την απόσταση που τους χώριζε. Ο Σιν χαμογέλασε.
«Πάντα παιδάκι…» μονολόγησε δυνατά. «Δεν πιστεύω να νόμιζες πως θα ερχόμουν ως εδώ απροετοίμαστος για το χειρότερο;» και την κάρφωσε με δύναμη στην κοιλιά του.
Με τον αντίχειρα, πίεσε μέσα του το περιεχόμενο της σύριγγας. Τα αποτελέσματα ήταν άμεσα. Αδρεναλίνη άρχισε να κυλάει στις φλέβες του προκαλώντας μία αλυσιδωτή αντίδραση με ασταθείς παρενέργειες. Έπεσε κάτω προσπαθώντας να ελέγξει τις λειτουργίες του. Η καρδιά του χτυπούσε σαν πολυβόλο έτοιμη να εκραγεί. Το στομάχι του έσφιξε τόσο δυνατά που ωθούσε τα πνευμόνια να βγάλουν όλον τον αέρα. Η πίεση ήταν μεγάλη και οι κραυγές που έβγαζε μετατράπηκαν σε βρυχηθμούς θυμίζοντας άγριο ζώο σε μάχη ζωής-θανάτου. Η φωνή του μετατράπηκε σε βαθιά και άγρια. Το δέρμα του άρχισε να παίρνει μία μαυροπράσινη χροιά με ελαφρύ κόκκινο χνούδι. Τα μαλλιά του έπεσαν και στην θέση τους φύτρωσαν χοντρές κόκκινες τρίχες ανάστατες και ανακατεμένες, σαν πλεξούδες, μεταξύ τους. Τα νύχια του έγιναν αιχμηρά και γαντζώθηκαν στις πέτρινες πλάκες χαράζοντάς τις βαθιά. Μυτεροί χαυλιόδοντες κατέβηκαν τρυπώντας τα κάτω χείλη σκορπώντας το αίμα που πίεζε με δύναμη η καρδιά.
Η μετάλλαξή του είχε σχεδόν ολοκληρωθεί. Το κορμί και αυτό με την σειρά του το έβλεπε να τεντώνεται αφού τα κόκαλα μέσα του πίεζαν εξωφρενικά το ελαστικό του δέρμα μέχρι που το έσκισαν κάνοντάς τον να αιμορραγεί. Τα πόδια του πλάτυναν και οι πατούσες μεγάλωσαν τουλάχιστον δύο φορές σε όγκο. Τα μάτια του γέμισαν με κόκκινα αγγεία που έλαμπαν στο ημίφως θυμίζοντας δαίμονα βγαλμένο από ταινία τρόμου. Οι μυς του πρήστηκαν αλλάζοντας σχήμα διαμορφώνοντας την τελική μορφή στο νέο του σώμα. Η μετάλλαξη είχε ολοκληρωθεί.
Ο Σιν σηκώθηκε όρθιος. Τώρα πια έμοιαζε με γίγαντα που στεκόταν μπροστά σε ένα μωρό παιδί. Η βαριά του ανάσα θύμιζε ταύρο και ανεβοκατέβαζε αργά το μαυροκόκκινο δασύτριχό του στήθος.
«Ήρθες εδώ σαν χαμένος λύκος αναζητώντας την αγέλη σου. Αντί αυτού βρήκες θάνατο και μόνο. Λοιπόν; Τι σκοπεύεις να κάνεις τώρα;» Ο Σιν ρώτησε ρητορικά καθώς τον πλησίαζε.
Η φωνή του ήταν βραχνή και έμοιαζε με βρυχηθμό. Τα μακριά του κοφτερά νύχια ήταν ικανά να κόψουν στα δύο τον μικροσκοπικό Τζος με ένα μόνο χτύπημα. Ο Τζος έκανε μερικά βήματα πίσω κρατώντας τον πυρσό του ψηλά. Ο Σιν του χαμογέλασε ειρωνικά κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Τα κοφτερά του δόντια αποκαλύφθηκαν. Ακόμη είχε λογική και συνείδηση μέσα του.
«Τότε κι εγώ με τη σειρά μου…» είπε ο Τζος, σα να γνώριζε κάτι που διέφευγε στον παντογνώστη Σιν, «να σου δείξω τη δική μου έκπληξη…» αμέσως κόλλησε τον πυρσό στο τοίχωμα της σπηλιάς, που βρισκόταν ακριβώς δίπλα του, βάζοντας φωτιά σε ένα ξεραμένο φυτό. Σαν αλυσιδωτή αντίδραση όλο το εσωτερικό τοίχωμα του βράχου τυλίχτηκε, κατά μήκος, στις φλόγες.
«Πρόσεχε τι ψάχνεις, γιατί μπορεί και να το βρεις στο τέλος…» Τώρα ήταν ο Τζος αυτός που χαμογελούσε ειρωνικά την ώρα που ξεστόμιζε αυτές τις λέξεις. Το χαμόγελο του δόκτωρ Σιν έσβησε από τα χείλη του όταν είδε πως ήταν περικυκλωμένος από δεκάδες τερατόμορφα πλάσματα τα οποία ανάσαιναν βαριά· σχεδόν γρυλίζοντας.
Τα κοίταξε στα μάτια… όλα τα βλέμματα μαρτυρούσαν την ίδια πρόθεση. Θάνατος. Ο Σιν κοίταξε πίσω του προς την έξοδο. Τα πλάσματα είχαν αποκλείσει κάθε δυνατότητα διαφυγής. Ξεροκατάπιε και το φως έσβησε όσο γρήγορα αναφλέχθηκε και το φυτό.
Τα πλάσματα ξεχύθηκαν σε μάχη ορμώντας με μίσος και μανία αφαιρώντας λίγο-λίγο τη ζωή αυτού που κάποτε αυτοαποκαλούταν Θεός. Οι ξέφρενες κραυγές των ίδιων του των δημιουργημάτων απλώθηκαν σε κάθε τούνελ της σπηλιάς και υπερκαλύφθηκαν μόνο από τα αφόρητα ουρλιαχτά πόνου του. Η σάρκα του ξεσκιζόταν με τον ίδιο αυθαίρετο τρόπο που έκανε κι αυτός τα πειράματά του. Τώρα και το δικό του αίμα έγινε μέρος του δικού του έργου. Μέρος της δικής του κληρονομιάς…

~ Τ Ε Λ Ο Σ ~


Copyright © 2014 by Κωνσταντίνος Ν. Βαρδής All rights reserved
Η φωτογραφία είναι επιλογή του συγγραφέα.
Το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Βαρδή κυκλοφορεί στο διαδίκτυο με άδεια Creative Commons. Βρείτε το εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Σάντυ Κυριακή ΗλιάδουΝατάσσα ΕξάρχουΣωτηρία ΙωαννίδουΚέλλυ ΚαϊμάκηΠαναγιώτης ΣταυρόπουλοςMo HayderΆννα Σελίδου
Γιάννης ΦιλιππίδηςΕυδοκία ΣταυρίδουΓιώργος ΙωαννίδηςPaullina SimonsΧρήστος ΧτιστόπουλοςΓεώργιος ΤζιτζικάκηςΘεόφιλος Γιαννόπουλος
Ασημίνα ΞηρογιάννηΝίκος ΚρίκαςΣοφία ΓουδετσίδουMargaret DalkourΝάντια ΠαπαθανασοπούλουΓιώργος ΔάμτσιοςΓρηγόρης Τριγλίδης