Ο νταής

Του Κωνσταντίνου Βαρδή
Μέρος 2ο

-«Λοιπόν… τι έχουμε για σήμερα Μανώλη…;»
-«Απόψε σας έχω ετοιμάσει κάτι πολύ δυνατό…»
-«Ελπίζω να μην έχουμε τίποτα μπλεξίματα με τους μπάτσους και τρέχουμε ξανά.»
-«Αν δεν κινδυνεύουμε να έχουμε μπλεξίματα με τα γουρούνια τότε δεν θα είναι διασκεδαστικό…»
-«Δεν ξέρω ρε Μάνο.» Ο φίλος του νταή έμοιαζε σκεπτικός. «Μήπως κάπου το παρατραβάμε κι εμείς…;» τον ρώτησε.
Ο Μανώλης γύρισε απότομα το κεφάλι του χαρίζοντάς του μια διαπεραστική ματιά. «Τι έγινε ρε; Κότεψες;»
-«Όχι, αλλά να… Θυμάσαι τον Αλέξανδρο;»
-«Ναι. Λοιπόν…; Ψόφησε το μαλακισμένο. Ο διευθυντής είχε πει ότι κρεμάστηκε και να σου πω την αλήθεια τον πιστεύω. Κανείς δεν τον είδε από τότε. Πιστεύω πως τον πήρε ο πατέρας του και πήγε να τον θάψει σε κάνα χωράφι και μετά από την τρέλα του σκότωσε την γυναίκα του και αυτοκτόνησε.»
-«Θυμάσαι τι του είχες κάνει;»
-«Τίποτα δεν του είχα κάνει. Ας ήταν αρκετά άντρας να αντέξει. Χάρη έκανα στην κοινωνία που την γλίτωσα από ένα τέτοιο σκουπίδι.»
-«Δεν νιώθεις ποτέ σου πως του…» προσπάθησε να τον λογικεύσει σε μια κρίση ευσυνειδησίας. Ο Μανώλης τον διέκοψε απότομα.
-«Πόσες φορές πρέπει να σ’ το πω; Καρφί δεν μου καίγεται.»
Ο φίλος του έσφιξε τα χείλη μη μπορώντας να κάνει αλλιώς.
   Οι δύο νέοι ήταν φίλοι από μικρά παιδιά και τώρα βρίσκονταν στην ηλικία των είκοσι χρόνων. Δεν ήταν υπόδειγμα ηθικών αξιών καθώς πυκνά συχνά είχαν προβλήματα με τον νόμο. Ο Μανώλης σύχναζε σε περίεργα στέκια όπου φρόντιζε να προμηθεύει το μαγικό σκονάκι σε όσους το είχαν ανάγκη. Δεν είχε δουλέψει ποτέ στην ζωή του και είχε φύγει από το σπίτι του μόλις είχε μπει στα δεκαοκτώ. Δεν τον χωρούσε το κλίμα. Οι ξενέρωτοι παιδικοί φίλοι και οι καταπιεστικοί γονείς. Ήξερε αυτός ποιο ήταν το καλό για εκείνον. Από μικρός άλλωστε δήλωνε μάγκας.
   Στον ελεύθερό του χρόνο, όταν δεν εργαζόταν, φρόντιζε να κάνει δραστηριότητες που τον ευχαριστούσαν. Βασικό συστατικό για την δική του απόλαυση ήταν τα συναισθήματα των άλλων και πιο συγκεκριμένα ο φόβος. Έτσι είχε στήσει μέσα στον δικό του μικρόκοσμο το σκηνικό της απόλυτης διασκέδασης που λάμβανε χώρα μετά τις δώδεκα το βράδυ σχεδόν καθημερινά.
   Αυτή τη στιγμή ετοίμαζε τον ζωντανό του πίνακα πάνω στο ίδιο του το πρόσωπο. Μαζί με τον συνέταιρό του στέκονταν μπροστά στον καθρέφτη περνώντας έντονη κόκκινη και άσπρη μπογιά στα πρόσωπά τους. Σειρά είχε η φουντωτή περούκα και μία μεγάλη τεχνητή οδοντοστοιχία. Το αποτέλεσμα ήταν να μοιάζει με τον καταραμένο κλόουν από «Το αυτό» του Στίβεν Κινγκ.
-«Νομίζω πως είμαστε έτοιμοι!» είπε περιμένοντας την ώρα που θα σκορπούσε τρόμο για άλλη μια φορά στους τυχαίους περαστικούς.
   Αφού έστειλε ένα φιλάκι στο είδωλό του, γύρισε, κατευθύνθηκε στην πόρτα και πριν βγει έξω, πήρε από τον τοίχο, που ήταν ακουμπισμένο, ένα μεγάλο τσεκούρι κοπής κορμών δέντρων και ένα σακίδιο πλάτης. Έσβησε το φως και βγήκε στον διάδρομο του ορόφου όπου άφησε το σατανικό του γέλιο να πλανάται από άκρη σ’ άκρη.
   Στο τμήμα όπου είχε εγκατασταθεί δεν έμεναν άλλοι ένοικοι. Ήταν μόνος και αυτό του έδινε την ελευθερία να κάνει ό,τι θέλει χωρίς να συμμορφώνεται με τους κανόνες. Για δύο χρόνια μέχρι στιγμής κατοικούσε σε μία ερειπωμένη σχεδόν περιοχή όπου κυκλοφορούσαν άνθρωποι που είχαν τακτικά σχέσεις με τις αρχές. Μαστροπεία, διακίνηση, εκβιασμοί και άλλα ήταν μόνο λίγα από αυτά που είχαν οι εναπομείναντες κάτοικοι στο βιογραφικό τους.
   Ο Μανώλης ψάρευε σε περιοχές πολύ μακρύτερα από την δική του. Συνήθως οδηγούσαν ως εκεί ή περπατούσαν υπό την κάλυψη του απόλυτου σκοταδιού.
   Είχαν μόλις φτάσει στην περιοχή όπου είχαν μελετήσει ώστε να στήσουν το επόμενο τους παιχνίδι. Ήταν μία απομακρυσμένη πλατεία που για να περάσει κάποιος από εκεί, σίγουρα πρέπει να είχε χάσει τον δρόμο του. Ήταν μια αλάνα γύρω στα είκοσι μέτρα σε τετράγωνο σχήμα όπου περιμετρικά, ανά δύο μέτρα, βρίσκονταν ξύλινα παγκάκια. Στις τέσσερις γωνίες ήταν τοποθετημένες λάμπες όπως και στο κέντρο της μερικές. Η πλατεία διέθετε είσοδο και έξοδο και στην έξοδο κοντά ήταν χτισμένο ένα παραλληλόγραμμο δωμάτιο όπου κάποτε προοριζόταν για αποχωρητήριο. Η περιοχή όμως ήταν υποβιβασμένη και δεν είχε αρκετούς περαστικούς, οπότε δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες όπως είχαν υπολογίσει. Η διαδικασία είχε παγώσει αφήνοντας τέσσερις ασοβάτιστους τοίχους έρμαια στις δυνάμεις της φύσης και του χρόνου. Οι επιφάνειες ήταν κοσμημένες με κακότεχνα σχέδια επίδοξων καλλιτεχνών και μερικές φράσεις όπως:
«Οι άνθρωποι με θεωρούν παράξενο, αλλά δεν είναι έτσι. Έχω την καρδιά ενός μικρού παιδιού. Είναι σε ένα βάζο, πάνω στο γραφείο μου.» και «Σε κανέναν δεν αρέσει ένας κλόουν τα μεσάνυκτα…» Από αυτήν την τελευταία φράση είχε εμπνευστεί κι αυτός προσθέτοντας την δική του πινελιά για να της δώσει πραγματικό νόημα.
   Η προετοιμασία ξεκίνησε. Ο Μανώλης έσκυψε βγάζοντας από την πλάτη του το σακίδιο. Άνοιξε το φερμουάρ ακούγοντας μέσα στη νύκτα το χαρακτηριστικό «φρρρρ» θυμίζοντάς του λίγο σάκο φύλαξης πτωμάτων σε ψυγείο νεκροτομείου. Χαμογέλασε. Του άρεσε αυτή η σκέψη. Ήταν ανώμαλος και το χειρότερο ήταν πως δεν το είχε συνειδητοποιήσει κι αυτό γιατί μια χαλασμένη μηχανή ποτέ δεν ξέρει πως είναι χαλασμένη. Μέσα από τον σάκο έβγαλε μία ακέφαλη φουσκωτή κούκλα την οποία είχε ντύσει κανονικά με ρούχα ταλαιπωρημένα που μύριζαν. Έβαλε τον φίλο του να την φουσκώσει και πλέον έμοιαζε με άστεγο που κειτόταν στο πάτωμα. Στην θέση του κεφαλιού τοποθέτησε μία μάσκα από τις απόκριες με μια σακούλα αραιωμένη κόκκινη υδατοδιαλυτή μπογιά. Το ομοίωμα ξαπλώθηκε σε τέτοιο σημείο που να είναι εμφανές την ώρα που τα θύματα θα έφταναν κοντά στην έξοδο και μόνον.
   Το σχέδιο μπήκε σε εφαρμογή μόλις τα δύο πρώτα θύματα έκαναν την εμφάνισή τους στην είσοδο της πλατείας. Ήταν μία νεαρή κοπέλα με τον ηλικιωμένο πατέρα της. Περπατούσαν κατά μήκος καθώς ο γέρος υποβασταζόταν από την κόρη του.
-«Τους βλέπεις; Ετοιμάσου…» ψιθύρισε ο Μανώλης και έσφιξε δυνατά την ξύλινη λαβή του τσεκουριού του.
   Οι δύο τους περίμεναν πίσω από το ατελές αποχωρητήριο όπου το ημίφως ενός σχεδόν χαλασμένου λαμπτήρα δεν έφτανε να φωτίσει επαρκώς το σημείο.
   Ο συνεργός του τον μιμήθηκε κάνοντας το ίδιο υιοθετώντας την ίδια γκριμάτσα στο πρόσωπο που τον έκανε να μοιάζει με λυσσασμένο σκύλο. Οι δύο ανυποψίαστοι περαστικοί δεν άργησαν να φτάσουν στην ενέδρα. Απείχαν μόνο πέντε μέτρα περίπου από την έξοδο και το μόνο που έπρεπε να κάνουν οι εγκληματίες ήταν να τους τραβήξουν την προσοχή. Ένα σύρσιμο της κοφτερής άκρης του τσεκουριού ήταν αρκετό για να σταματήσουν και να γυρίσουν τα δύο κεφάλια να δουν τον Μανώλη να σηκώνει το εργαλείο του και να το κατεβάζει με δύναμη πάνω στον υποτιθέμενο άστεγο αφαιρώντας του το κεφάλι και σκορπώντας δεξιά κι αριστερά αίματα.
   Η πρώτη αντίδραση της κοπέλας ήταν να τρέξει μακριά. Αυτό όμως έριξε τον γέροντα πατέρα της στο έδαφος παραλυμένο από τον φόβο του.
-«Αααααγρρρρρρ…» βρυχήθηκαν οι δύο νέοι μαρτυρώντας τις δολοφονικές τους προθέσεις.
Ο ανήμπορος ηλικιωμένος προσπαθούσε να κάνει τα μέλη του να υπακούσουν αι να σηκωθεί να τρέξει κι αυτός μακριά. Ο φόβος όμως τον κρατούσε στο έδαφος σα να είχε αυξηθεί ξαφνικά η βαρύτητα ένα εκατομμύριο φορές.
-«Σας παρακαλώ… όχι…» ψέλλισε φανερώνοντας την σωματική και ψυχολογική κατάστασή του.
   Είχε σηκώσει το χέρι κρατώντας ανοικτές τις παλάμες του προσπαθώντας να προστατευθεί από τα δύο αρπακτικά που τον πλησίαζαν. Η κόρη στεκόταν πέντε μέτρα μακριά χωρίς να μπορεί να βρει το θάρρος να πλησιάσει. Και τι να έκανε άλλωστε; Ο Μανώλης δεν είχε σκοπό να τον σκοτώσει. Ήταν πολλά πράγματα στην ζωή του, όχι όμως και εν ψυχρώ δολοφόνος. Απλά του άρεσε με έναν περίεργο και σαδιστικό τρόπο να προκαλεί ακραίες αντιδράσεις τρόμου στα θύματά του. Έτσι όπως στεκόταν με το τσεκούρι πάνω από το κεφάλι του γέρου μπορούσε να νιώσει όλη την πραμάτεια του ανδρισμού του να ξεχύνεται μέσα στο σλιπ του.
   Ο γέρος σήκωσε το χέρι ψηλά ξανά και προσπάθησε να φωνάξει βγάζοντας μια ανέλπιδη κραυγή απελπισίας. Ο Μανώλης κράδανε το τσεκούρι και με μία κάθετη κίνηση το κάρφωσε ανάμεσα στα πόδια του μερικά εκατοστά κάτω από τον καβάλο του. Το χέρι του ξαφνικά έπεσε και η πλάτη του ακούμπησε εξολοκλήρου στο πάτωμα. Τα μάτια του έκλεισαν. Η καρδιά του σταμάτησε να χτυπά. Ήταν νεκρός και ο Μανώλης το ήξερε. Οι σπαρακτικοί λυγμοί της κόρης συμπλήρωναν την ηδονή που ένιωθε.
   Πανικοβλημένος ο συνεργός του τον τράβηξε από το χέρι επαναφέροντάς τον στην πραγματικότητα. Κοιτούσε με ένα βλέμμα απόλυτης χαλάρωσης και ικανοποίησης. Ακολούθησε τον φίλο του αφού μάζεψε την τσάντα και την κούκλα και χάθηκαν μέσα στη νύκτα.

†††

   Το επόμενο βράδυ ήρθε και όλο χαρά ο Μανώλης περίμενε την ώρα που συγχρονισμένα οι δύο δείκτες του ρολογιού θα περνούσαν την απόλυτα κάθετη κορυφή. Το δεύτερό του παιχνίδι θα αποκτούσε σάρκα και οστά. Ο συνεργός του καθόταν αμίλητος στον καναπέ του δωματίου δείχνοντας σκεπτικός. Είχε αρχίσει να τον φοβάται. Τον γνώριζε από παλιά, πρώτη φορά όμως συνειδητοποιούσε το μέγεθος της τρέλας που κουβαλούσε μέσα του. Σκεφτόταν μήπως τελικά έπρεπε να σταματήσουν ή αν ο Μανώλης έδειχνε αμετανόητος θα αποτραβιόταν μακριά του.
   Ο νταής καθόταν σε μία ξεφτισμένη ψάθινη καρέκλα με ένα αποτυπωμένο χαμόγελο στα χείλη του. Μέσα στο μυαλό του έπλαθε ιστορίες και σενάρια για τέτοιου είδους καταστάσεις όπου θα έπαιρνε αυτό που αναζητούσε περισσότερο από όλα. Αν μια, φαινομενικά, απόπειρα του είχε προκαλέσει τέτοια ηδονή, άραγε πως θα αισθανόταν με μία πραγματική δολοφονία; Το σώμα του έτρεμε όπως της γάτας που έχει συσπειρωθεί στην γωνία παρακολουθώντας το λαβωμένο πτηνό να παραπατάει. Η αδρεναλίνη έρεε μέσα του σαν χείμαρρος και κάπου έπρεπε να ξεχυθεί.
   Είχε φτάσει η ώρα για το επόμενό του σχέδιο. Πριν ετοιμαστεί όμως άνοιξε την τηλεόραση για να παρακολουθήσει τίποτα ώστε να περάσει λίγο η ώρα μέχρι να κάνει την τσάρκα του, όπως έλεγε συνήθως. Στο γυαλί έπαιζε το νυχτερινό δελτίο ειδήσεων της τοπικής τηλεόρασης. Το πρώτο θέμα αφορούσε μία στυγερή και πρωτοφανή δολοφονία…
   «Ασύλληπτος παραμένει ο δράστης που προξένησε τον θάνατο του εβδομήντα εξάχρονου άντρα ο οποίος περνούσε την κεντρική πλατεία της περιοχής με την κόρη του. Ο ηλικιωμένος υπέστη ανακοπή καρδιάς όταν, μετά από μαρτυρίες της κόρης του, δύο άγνωστοι νέοι εμφανίστηκαν το βράδυ της Κυριακής μεταμφιεσμένοι σε κλόουν οι οποίοι αποπειράθηκαν να τους σκοτώσουν. Για άγνωστους μέχρι τώρα λόγους, οι ύποπτοι τράπηκαν σε φυγή λίγο μετά το συμβάν χωρίς να έχει υπάρξει άμεση συμπλοκή με το θύμα ή με την κόρη του. Οι έρευνες συνεχίζονται…»
-«Χα χα…» γέλασε με ευχαρίστηση. «Πέθανε ο σκατόγερος και ούτε που τον άγγιξα. Αυτό μας κάνει δύο…» είπε και γέλασε ξανά έχοντας στο μυαλό του τον μικρό Αλέξανδρο.
   Ο συνεργός του τον κοίταζε χωρίς να ξέρει πώς θα ήταν καλύτερα να τον προσεγγίσει. Ο Μανώλης από μικρός φαινόταν πως θα γινόταν ανεπτυγμένος άντρας. Πάντα ήταν, φανερά, ο πιο χειροδύναμος μαθητής και παρέμεινε έτσι και στην υπόλοιπη ζωή του. Ήταν ένας αντίπαλος τον οποίον λογάριαζες, αν και η κακή ποιότητα ζωής είχε καταβάλει σε μεγάλο βαθμό τη δύναμή του· παρέμενε μεγαλόσωμος ωστόσο.
-«Τι θα κάνουμε σήμερα…;» τον ρώτησε βολιδοσκοπώντας τις προσθέσεις του. «Μήπως να καθόμασταν σπίτι…;»
-«Εσύ αν θέλεις μπορείς να κάτσεις εδώ. Εγώ έχω μερικές δουλειές να κάνω εκεί έξω…»
-«Φοβάμαι να ρωτήσω.»
-«Και καλά κάνεις…» απάντησε κοφτά και σηκώθηκε φανερά ενοχλημένος, από τη φλώρικη στάση του, αφού όπως κατάλαβε δεν θα τον συνόδευε το αποψινό βράδυ.
   Βγήκε από το δωμάτιο χωρίς να πάρει μαζί του το σακίδιο πλάτης που έπαιρνε κάθε βράδυ όταν έβγαινε για να κάνει τις παραδώσεις του. Και όχι… δεν δούλευε περιστασιακά σαν ντιλίβερι. Το αποψινό βράδυ είχε σκοπό να αυτοσχεδιάσει.
   Περπατούσε με τις ώρες στα στενά σοκάκια σαν χαμένος νιώθοντας τόση ευχαρίστηση για τον θάνατο του ηλικιωμένου. Το μυαλό του ήταν μπερδεμένο σαν κλειδιά σε κρίκο που το πετάς στον αέρα και για κάποιον ανεξήγητο λόγο μπλέκονται όπως τον γόρδιο δεσμό. Τι άλλο θα μπορούσε να του προκαλέσει την ίδια ευχαρίστηση; Ίσως κάτι που να είχε λίγο μυστήριο. Κάτι που θα σκορπούσε τον τρόμο και αυτός θα παρέμενε ασφαλής πάνω από όλα. Τότε σαν λάμπα έλαμψε μέσα στο κεφάλι του η σατανική του ιδέα. Θυμήθηκε λίγα χρόνια πριν σε ένα ξεχασμένο σημείο, στο ψηλότερο σημείο της πόλης, όπου πήγαινε και λέρωνε με τα ψευτογκράφιτί του τους τοίχους ενός εγκαταλελειμμένου χτίσματος.
   Εκεί θα έθετε σε εφαρμογή και θα εκτόνωνε το διεστραμμένο σχέδιό του για ακόμη ένα βράδυ. Το τοπίο ήταν γνωστό. Εκεί θυμόταν να περνάει τα νεανικά του χρόνια όταν είχε μπει για τα καλά στην εφηβεία. Την ώρα που οι συμμαθητές του τριγυρνούσαν με τα ποδήλατα όλη μέρα και διαγωνίζονταν στην ταχύτητα, αυτός περνούσε την ώρα προσπαθώντας να βρει τον χαμένο του αντρισμό κρατώντας ένα τσιγάρο στο αριστερό χέρι και έναν σουγιά στο δεξί. Ή ακόμη, μερικά χρόνια αργότερα, όταν είχε αποπειραθεί να βιάσει μια συνομήλικη κοπέλα. Ήταν η ντίβα του σχολείου. Το θηλυκό εκείνο που τραβούσε τα βλέμματα σαν μαγνήτης. Η τύχη ήταν με το μέρος του όταν την είδε να περνάει έξω ακριβώς από το μέρος που σύχναζε. Την πλησίασε και κολλώντας της τον σουγιά στον λαιμό την τράβηξε στο πιο σκοτεινό μέρος προσπαθώντας να της σκίζει τα ρούχα. Με το χέρι του της είχε κλείσει το στόμα ενώ εκείνη μούγκριζε καθώς κλάματα έπνιγαν τα μάτια της. Το σκοτάδι έπεφτε βαρύ πάνω τους και το σημείο απείχε γύρω στα διακόσια μέτρα μακριά από το κοντινότερο σπίτι.
   Ακόμη θυμόταν τον θόρυβο που έκανε το βρακάκι της την ώρα που το ξήλωνε από πάνω της. Ήταν καλοκαίρι και η κοπέλα φορούσε ένα φουστάνι. Η κοπέλα πάλεψε μέχρι που τον παρακάλεσε βλέπονταν πως δεν μπορούσε να ξεφύγει από τον Μανώλη. Στο τέλος παραδόθηκε περιμένοντας να τελειώσει όσο πιο ήσυχα μπορούσε. Ο Μανώλης σηκώθηκε από πάνω της και στάθηκε ακίνητος και γονατιστός ανάμεσα στα ανοικτά της πόδια. Το παντελόνι του ήταν ξεκούμπωτο και από μέσα φαινόταν το όργανό του. Δεν ήταν σκληρό, δεν ήταν όρθιο. Δεν θα μπορούσε να βιάσει καμιά με αυτό. Αμέσως σηκώθηκε και έντρομος το έβαλε στα πόδια. Από εκείνο το βράδυ δεν επισκέφτηκε ποτέ ξανά το εγκαταλελειμμένο κτίσμα.
   Τώρα όμως βρισκόταν και πάλι εδώ. Ήταν όπως το θυμόταν. Ένα τετράγωνο τσιμεντένιο κουτί γύρω στα δέκα μέτρα πλάτος και άλλα δέκα μήκος και δύο με τρία μέτρα στο ύψος. Και το πιο σημαντικό… ήταν χτισμένο στην άκρη του γκρεμού. Από κάτω πέρναγε η κεντρική λεωφόρος με δεκάδες αυτοκίνητα να διέρχονται ανά λεπτό.
   Έκανε μια βόλτα περιμετρικά παρατηρώντας τα κακόγουστα σχέδια που είχαν ζωγραφίσει. Ξεχώρισε τα δικά του· είχε κακό χέρι από μικρός. Στην αριστερή πλευρά βρισκόταν μια καγκελόπορτα η οποία ήταν πάντα κλειδωμένη. αν ήθελε να φτάσει στην άλλη πλευρά θα έπρεπε να σκαρφαλώσει. Όταν ήταν πιο μικρός του φάνταζε πολύ ψηλά και κατόρθωνε να ανέβει μονάχα αν στοίβαζε από κάτω μερικά ψηλά αντικείμενα. Τώρα όμως με ένα απλό τέντωμα του χεριού μπορούσε να πιαστεί από τον πρώτο οριζόντιο σωλήνα που θα έβρισκε μπροστά του και να αναρριχηθεί με λίγη προσπάθεια.
   Το έκανε. Τα χέρια του τρίφτηκαν δημιουργώντας μικρές πληγές στην παλάμη. Τα έφτυσε κοιτώντας το ολόγιομο φεγγάρι. Βρισκόταν στην κορυφή του κτίσματος. Ήξερε πως εκεί πάνω θα έβρισκε δεκάδες άδεια μπουκάλια μπύρας και δεν είχε άδικο. Μέτρησε γύρω στα τριάντα όταν τα συγκέντρωσε στην άκρη του κτίσματος. Όλα αυτά εντός πέντε λεπτών θα παραδίνονταν στους νόμους της φυσικής.
   Δεκάδες διερχόμενα αυτοκίνητα διέσχιζαν τον αυτοκινητόδρομο αγνοώντας τα παράλογα σχέδια που ετοίμαζε ο Μανώλης για αυτούς. Άλλος οδηγός πήγαινε στην δουλειά του ενώ κάποιος άλλος γυρνούσε από αυτήν. Ίσως μερικοί να έκαναν την βραδινή τους βόλτα ή και να όδευαν στο πρώτο τους ερωτικό ραντεβού. Τόσοι άνθρωποι με τόσες διαφορετικές ανάγκες κι όμως όλοι τόσο ίδιοι. Ίδιοι σαν μυρμήγκια στα άρρωστα μάτια του Μανώλη που ένιωθε την ανάγκη να τα τσαλαπατήσει μέχρι να μην μείνει κανέναν όρθιο. Έτσι πήρε μερικά μπουκάλα στα χέρια και με μια βαθιά ανάσα στόχευσε όσο καλύτερα μπορούσε εκτοξεύοντας το ένα μετά το άλλο. Τα μπουκάλια έπεσαν βροχή στον αυτοκινητόδρομο σκορπώντας τον πανικό. Τα παρμπρίζ κομματιάζονταν και τα καπό βούλιαζαν. Οι οροφές χτυπούσαν αναγκάζοντας τους οδηγούς να αντιδράσουν βίαια προσπαθώντας να αποφύγουν έναν αόρατο εχθρό. Άλλοι έπεφταν στον μπροστινό τους ενώ άλλοι οδηγοί τσάκιζαν τις λαμαρίνες λοξοδρομώντας πάνω σε κάποια κολώνα. Σώματα οδηγών και συνοδηγών έσκαγαν με δύναμη στο ταμπλό ενώ κραυγές απελπισίας και λυγμοί έμοιαζαν να χάνονται μέσα στη βοή του πανικού. Αβοήθητοι άνθρωποι βγήκαν από τα οχήματα γεμάτοι αίματα στο πρόσωπο. Μία γυναίκα κατέρρευσε στα χέρια του άντρα της καθώς κρατούσε το άψυχο σώμα του ανήλικου γιου της.
-«ΌΧΙ…» ούρλιαξε η άγνωστη γυναίκα και η φωνή της πλανήθηκε ως την άκρη του ουρανού.
   Ο Μανώλης σαν απεσταλμένος του κακού εξαφανίστηκε πηδώντας από το ψηλό σημείο που στεκόταν κάτω στο χώμα. Έτρεξε με όλη του την δύναμη μέχρι που ένιωσε την σπλήνα του να σφίγγει τόσο δυνατά που δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Σταμάτησε και έσκυψε πιάνοντας τα γόνατα του. Κανείς δεν είχε δει τίποτα. Σαν άγγελος του διαβόλου εμφανίστηκε μέσα στη νύχτα να σκορπίσει τη δυστυχία και να εξαφανιστεί. Η ανάσα του επανερχόταν λεπτό το λεπτό καθώς οι χτύποι της καρδιάς του έπεφταν στο φυσιολογικό. Οι σπαραγμοί της μητέρας ακόμη ακούγονταν να αντιλαλούν τριγύρω του. Ήταν η φαντασία του; Η ανάγκη να ικανοποιήσει τα σαδιστικά του ένστικτα από τον θρήνο που αυτός είχε προκαλέσει; Δεν ήξερε. Το μόνο που ένιωσε για άλλη μια φορά ήταν το μπροστινό μέρος του παντελονιού του να μουσκεύει από τα αναπαραγωγικά του υγρά. Ηδονή! Κάθε φορά και πιο δυνατή!
   Το αποψινό του παιχνίδι είχε στεφθεί με επιτυχία. Θρήνος, λυγμός, σπαραγμός και δυστυχία είχαν δώσει νόημα στην μονότονη καθημερινότητά του μέχρι να έρθει η επόμενη όπου θα σκαρφιζόταν το επόμενο σχέδιό του.

†††

   Το έντονο φως μπήκε κλεφτά από τις χαραμάδες του μισογκρεμισμένου παντζουριού. Ο Μανώλης άνοιξε τα μάτια του πονοκεφαλιασμένος και το στόμα του μύριζε αλκοόλ. Ο φίλος του στεκόταν δίπλα του. Τον κοίταζε την ώρα που προσπαθούσε να καλύψει το κεφάλι του με τα κιτρινισμένα του σεντόνια. Ήξερε όμως πως το βλέμμα του συγκάτοικου ήταν καρφωμένο πάνω του.
-«Τι στο διάολο θέλεις ρε μαλάκα και με κοιτάς πρωινιάτικα;»
Ο συνεργός του, δυνάμωσε την τηλεόραση που έπαιζε στο δωμάτιο.
«…εφτά τραυματίες και ένας ανήλικος νεκρός ήταν ο χτεσινός απολογισμός του δυστυχήματος…» ακούστηκε η φωνή της δημοσιογράφου. «Στο σημείο βρέθηκαν θρύμματα από γυαλί και παλιά μπουκάλια μπύρας. Οι αρχές εκτιμούν πως ο δράστης πέταγε τα μπουκάλια από το ύψωμα κρυμμένος στο παλιό κτίσμα στην άκρη της πλαγιάς…»
Το ρεπορτάζ ήταν μεγάλο αλλά οι φωνές του φίλου του κάλυψαν τη συνέχεια.
-«Εσύ το έκανες; Εσύ ευθύνεσαι για αυτό…;»
Δεν πήρε απάντηση πέρα από το αδιάφορο υποκριτικό ροχαλητό του.
-«ΛΕΓΕ… ΜΙΛΑ… ΕΙΣΑΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΤΕΛΙΚΑ…» ούρλιαξε αλλά κανείς δεν ήταν τριγύρω να τον ακούσει.
   Οι ίδιες σκέψεις έπνιξαν για άλλη μια φορά το μυαλό του Μανώλη. Αν δύο επικίνδυνες φάρσες που κατέληξαν σε εφτά τραυματίες και δύο νεκρούς του είχαν χαρίσει τέτοια ηδονή, άραγε πώς θα ένιωθε με μία εν ψυχρώ δολοφονία. Η ανάγκη του να νιώσει ξανά τον ίδιο οργασμό στο παντελόνι του έκανε το κορμί του να τρέμει σα να έπασχε από στερητικό σύνδρομο.
   Αμέσως τινάχτηκε σαν ελατήριο από το κρεβάτι και σαν μαινόμενος ταύρος κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Άνοιξε το συρτάρι και άρχισε να ψάχνει ανακατεύοντας το περιεχόμενο. Από πίσω του πλησίασε ο συγκάτοικος για να δει τι έκανε με τόση μανία. Μόλις έφτασε λίγα εκατοστά μακριά του, άπλωσε το χέρι αγγίζοντάς τον στον ώμο.
   Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που έκανε. Ο Μανώλης γύρισε απότομα κρατώντας το χασαπομάχαιρο και με μία κίνηση του το κάρφωσε κάθετα στο πλάι του λαιμού χώνοντας την λεπίδα βαθιά έως τον εγκέφαλο. Ναι! Άξιζε κάθε δευτερόλεπτο! Κάθε σταγόνα αίματος που κύλησε στα δάκτυλά του! Το άψυχο κορμί παρέμεινε όρθιο καθώς οι μυς είχαν σφίξει κρατώντας τον σε νεκρική ακαμψία.
   Ο Μανώλης άφησε το μαχαίρι και μαζί με αυτό έπεσε και ο φίλος του σαν ξερή σανίδα στο πάτωμα. Ένα σύννεφο σκόνης σηκώθηκε που μύριζε περιττώματα. Τι να τον έκανε; Πώς θα ξεφορτωνόταν το πτώμα. Δεν θα μπορούσε να το αφήσει μέσα. Θα έπρεπε να το ξεφορτωθεί αργά το βράδυ όπου δεν θα υπήρχε κίνδυνος να τον δει κανένας. Από την άλλη όμως… ίσως ήταν καλύτερα να εξαφανίσει κάθε ίχνος της ύπαρξής του.
   Έτσι έπεσε πάνω στο πτώμα και τράβηξε το μαχαίρι που είχε κολλήσει μέσα του. Κοίταξε το αίμα που είχε ζωγραφίσει ένα λεπτό αυλάκι κατά μήκος της νικελένιας λεπίδας. Τα μάτια του αντικατοπτρίστηκαν πάνω της. Ένιωσε πολύ περήφανος για το κατόρθωμά του. Πέταξε το μαχαίρι στον νεροχύτη και άνοιξε τη βρύση. Έπιασε από το συρτάρι που ήταν ήδη ανοικτό το ψαλίδι και άρχισε να κόβει κάθε ύφασμα που θα τον εμπόδιζε να γδύσει τον νεκρό. Σε λιγότερο από μία ώρα ο μοναδικός άνθρωπος που τον είχε ανεχτεί ήταν ολόγυμνος. Σειρά είχε το τεμάχισμα. Έσκυψε από πάνω του και μελετώντας σαν γιατρός το σώμα του εστίασε στις κλειδώσεις. Κρατώντας στο δεξί του χέρι τώρα τον μπαλτά άρχισε να χτυπάει όσο πιο δυνατά μπορούσε τους συνδέσμους κομματιάζοντας χόνδρους μέχρι να αποκολλήσει όλα του τα μέλη.
   Ο Μανώλης στεκόταν σε μία λίμνη πηκτού και μαυροκόκκινου πηγμένου αίματος. Τα χέρια του ήταν βουτηγμένα στα εσωτερικά του όργανα την ώρα που πριόνιζε με μανία κάθε τένοντα για να απομακρύνει το κρέας και οι μυς από το κόκκαλο. Κι αυτός ένιωθε τόσο όμορφα. Η ηδονή όλο και αυξανόταν καθώς βογκούσε σα γουρούνι από ευχαρίστηση. Τι θα έκανε για να εξαφανίσει κάθε ίχνος του; Η απάντηση ήταν ήδη μπροστά του. Θα τον έβραζε με λίγες πατάτες ή ρύζι σαν γαρνιτούρα και θα τον μοίραζε στους άπορους. Το τέλειο έγκλημα!
   Τέσσερις μέρες πέρασαν ώσπου να μαγειρέψει όλα του τα μέλη και να τα μοιράσει δεξιά κι αριστερά σαν φιλάνθρωπος που ξαφνικά νοιάστηκε για τον διπλανό του. Τα «ευχαριστώ» που δέχτηκε ήταν πολλά και σε κάθε ένα, χαμογελούσε με νόημα. Η ενεργός δράση όμως τον αναζητούσε και δεν μπορούσε να στερηθεί για άλλη μια φορά αυτή την ηδονή. Ήθελε να νιώσει ξανά το αίμα να ρέει καυτό μέσα στις φλέβες του. Να δει τον τρόμο αποτυπωμένο στο πρόσωπο κάποιου. Ναι, αυτό θα τον έκανε να αισθανθεί ξανά ζωντανός!
   Το αποψινό βράδυ μαγνήτιζε το βλέμμα του με μία ήρεμη μελωδία που ηχούσε στις σκέψεις του. Πάνω στη λευκή του κοίλη επιφάνεια έβλεπε σαν προφήτης όλα όσα σκόπευε να κάνει. Στο μυαλό του έπλαθε σενάρια διαστροφής και απόλυτου σαδισμού με πρωταγωνιστές γυναίκες και μικρά παιδιά· αγόρια και κορίτσια. Η ανάσα του έγινε κοφτή και γρήγορη. Ένιωσε το όργανό του να σκληραίνει μέσα στο τζιν του. Το έπιασε πάνω από το ύφασμα και το έσφιξε δυνατά μέσα στην παλάμη του.
-«Θα έρθει και η δική σου η ώρα…» του ψιθύρισε σα να είχε διαφορετική υπόσταση.Αναστέναξε και σηκώθηκε από την καρέκλα του ιδρωμένος. Περπάτησε μέχρι την κουζίνα και έπιασε από κάτω το σακίδιο της πλάτης ακουμπώντας το στο τραπέζι. Το στομάχι του γουργούρισε. Άνοιξε το ψυγείο. Μπύρα και μερικά κατεψυγμένα φαγητά ήταν τα μόνα που είχαν περισσέψει στα ράφια.
-«Με τι να το ζεστάνω τώρα γαμώ το σπίτι μου μέσα;» αναρωτήθηκε.
   Έπιασε τη συσκευασία διαβάζοντας στην ετικέτα: ΚΑΝΕΛΟΝΙΑ. Του άρεσαν πολύ. Ήταν, ίσως, το αγαπημένο του φαγητό. το χτύπησε πάνω στον πάγκο που χρησιμοποιούσε για τραπέζι. Ντουκ, ντουκ… ήχησε σκληρό σαν πέτρα. Το έχωσε μέσα στο σακίδιο. Με τόση ζέστη θα μαλακώσει σε καμιά ωρίτσα… σκέφτηκε και έβαλε και ένα βρώμικο πιρούνι με κολλημένο λίπος στα δόντια.
   Φόρεσε την τσάντα στην πλάτη και βγήκε από το δωμάτιο. Φτάνοντας στην εξώπορτα σκέφτηκε να γυρίσει για να πάρει και το χασαπομάχαιρο.
-«Όχι…» ψιθύρισε. «Το να παλεύει κάποιος για την ζωή του είναι πιο διασκεδαστικό…» είπε και γέλασε κοιτώντας το είδωλό του στον καθρέπτη και έκλεισε την πόρτα πίσω του με δύναμη.
   Πέντε μέρες μετά το συμβάν με τα μπουκάλια στον αυτοκινητόδρομο, οι έρευνες είχαν σταματήσει. Ο Μανώλης περπάταγε στην πόλη από τα πιο απόμερα μονοπάτια που γνώριζε μέχρι να εντοπίσει το επόμενο θύμα του. Μόλις οι συνθήκες ήταν κατάλληλες θα ορμούσε. Δεν είχε σημασία αν ήταν άντρας, γυναίκα, παιδί… αν οι συνθήκες το επέτρεπαν θα έκανε την κίνηση.
   Αυτή η στιγμή δεν άργησε να έρθει όταν πίσω από μια γωνία ακούστηκαν βήματα που προφανώς έρχονταν από τακούνια.
-«Γυναίκα, σίγουρα…» διαπίστωσε γελώντας και κρύφτηκε πίσω από έναν θάμνο.
Δίπλα του βρισκόταν ένα σάπιο παγκάκι σε έναν πεζόδρομο όπου οι μισές πλάκες ήταν ξηλωμένες. Τι δουλειά είχε μια κοπέλα σε αυτή την ερημιά και τέτοια ώρα;
-«Σίγουρα πάει γυρεύοντας η πουτάνα. Τώρα θα πάρει ό,τι της αξίζει!» είπε και τα σάλια του κατέβαιναν τόσο γρήγορα στον λαιμό του που τον έκαναν να καταπίνει συνεχώς.
   Η κοπέλα πλησίαζε ανυποψίαστη χτυπώντας το τακούνι το ένα μετά το άλλο και ρυθμικά. Το αέρινο φουστανάκι της ανέμιζε στις απαλές ριπές του ανέμου που δρούσε σαν σύμμαχος του Μανώλη. Πέρασε από μπροστά του καθώς αυτός φρόντιζε να μην γίνει αντιληπτός όταν σε ένα του παραπάτημα κλώτσησε ένα άδειο μπουκάλι το οποίο κύλησε στο πεζοδρόμιο κάνοντας τον χαρακτηριστικό θόρυβο. Ευτυχώς… στα αυτιά της φορούσε ακουστικά και πιθανόν άκουγε μουσική στη διαπασών. Το κτήνος χαμογέλασε. Χωρίς πλέον να κρατάει τις απαραίτητες προφυλάξεις, σηκώθηκε απροκάλυπτα και την πλησίασε από πίσω προσέχοντας να μην τον αντιληφθεί.
   Περπάτησαν έτσι γύρω στα δύο τετράγωνα μέχρι που έφτασαν στο σκηνικό όπου ο Μανώλης θα μπορούσε να δράσει άφοβα. Ένα μικρό δασύλλιο με ελάχιστους περαστικούς, έως κανέναν, αυτές τις ώρες. Μα ακόμη κι αν κάποιος τον αντιλαμβανόταν… οι ήρωες έχουν εκλείψει στην εποχή μας.
   Ανενόχλητος όρμησε από πίσω της περνώντας το χέρι του γύρω από τον λαιμό της. Σαν γαζέλα που πιάστηκε στα κοφτερά σαγόνια του λιονταριού κατέρρευσε μέσα στη σφικτή λαβή του. Είχε λιποθυμήσει από τον φόβο της. Δεν ήταν έτοιμη για κάτι τέτοιο. Ίσως να μην είχε το νεύρο που χρειαζόταν για να παλέψει. Ίσως να ήταν ένα κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο που είχε βάλει στοίχημα με τον εαυτό της πως θα κατάφερνε να περάσει από ένα τέτοιο επικίνδυνο μέρος.
   Μύρισε τον λαιμό της. Μία δροσιά διαπέρασε τα ρουθούνια του φτάνοντας ως τα πνευμόνια. Το άρωμά της τον ερέθισε με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Μύριζε άνοιξη. Έσυρε το αναίσθητο κορμί της έως το πιο σκοτεινό σημείο του δασυλλίου και το ξάπλωσε πάνω στο ξερό χώμα. Ένα ένα της αφαίρεσε όλα της τα ρούχα αφήνοντας την τελείως γυμνή. Έσκυψε από πάνω της μυρίζοντάς την ξανά. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Αναστέναξε και την σκέπασε με το δικό του κορμί φιλώντας της το πρόσωπο. Σηκώθηκε όρθιος κατεβάζοντας το παντελόνι του. Γονάτισε και της άνοιξε τα πόδια. Το κορμί του δεν αντιδρούσε. Έπιασε με το χέρι του το όργανό του κλείνοντάς το σφικτά στην παλάμη του. Άρχισε με μανία να το ανεβοκατεβάζει προσπαθώντας να έρθει σε στύση. Νεκρική αδράνεια. Όχι… αυτό δεν ήταν σωστό. Δεν του άρεσε έτσι. Ήθελε να δει τον τρόμο στα μάτια της, να την δει να τον παρακαλάει. Ήθελε να νιώσει ζωντανός μέσα από τον απόλυτο πανικό της. Έπρεπε να την ξυπνήσει από τη λήθη.
   Έσκυψε μπροστά από τα πόδια της πιάνοντας τις πατούσες σηκώνοντάς τις ψηλά ώστε να αιματωθεί το κεφάλι. Λειτούργησε. Η κοπέλα συνήλθε ανοίγοντας τα μάτια σιγά σιγά. Η ανάσα της κόπηκε στην θέα του Μανώλη να στέκει ολόγυμνος μπροστά της. Το ίδιο ήταν κι αυτή. Ενστικτωδώς προσπάθησε να φωνάξει. Ο Μανώλης έπεσε πάνω της κλείνοντάς της το στόμα με το χέρι. Ένα άναρθρο βουητό βγήκε από τα χείλη της.
-«Σκάσε μωρή. Βούλωσέ το είπα…» την διέταξε δίνοντάς της ένα δυνατό χαστούκι στο μάγουλο.
Δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια της λαμπυρίζοντας στο λιγοστό φως που έπεφτε πάνω στο καλοσχηματισμένο της πρόσωπο.
-«Σε παρακαλώ… σταμάτα…» κατάφερε να πει και δέχτηκε ακόμη ένα χτύπημα στο πρόσωπο.
   Η αδρεναλίνη του κυλούσε μέσα στο σώμα του. ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει και τον ανδρισμό του όλο και να σκληραίνει. Η κοπέλα πάλευε χτυπώντας με τα χέρια της κι αυτή. Δίπλα τους βρισκόταν το σακίδιο πλάτης όπου είχε μέσα το κατεψυγμένο φαγητό. Στην προσπάθειά της να ελευθερωθεί το έπιασε και τον χτύπησε με αυτό στο κεφάλι. Εκείνος φάνηκε να απολαμβάνει τον πόνο που ένιωθε. Το περιεχόμενο όμως χύθηκε στο χώμα.
-«ΣΚΑΣΕ…» της φώναξε πιο δυνατά αυτή τη φορά παρατηρώντας κάτι να γυαλίζει δίπλα του. Ήταν το πιρούνι που είχε βάλει μέσα στην τσάντα για να φάει το βραδινό του όταν αυτό θα ερχόταν σε μία σωστή θερμοκρασία.
   Η κοπέλα του κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στα γεννητικά όργανα διπλώνοντάς τον στα δύο. Το βάρος του όμως ήταν μεγάλο και πέφτοντας πάνω της ένιωσε να την κόβει την αναπνοή.
-«Μη… σε παρακαλώ…» τον ικέτευε σπαράζοντας με λυγμούς από το κλάμα. «Άφησέ με…»
Εκείνος την κοίταξε με μίσος, φανερώνοντας τον φουντωμένο του θυμό, έτοιμος να εκραγεί.
-«Καργιόλα θα μου το πληρώσεις…» φώναξε φτύνοντας σάλια πάνω της την ώρα που άρχισε να γρονθοκοπεί το πρόσωπό της.
   Το μίσος του ήταν αστείρευτο και δεν σταμάτησε έως ότι έπιασε από δίπλα του το πιρούνι και της το έχωσε μέσα στο μάτι. Η γυναίκα έβγαλε μια κραυγή και λιποθύμησε από τον πόνο. Ήταν ακόμη ζωντανή αλλά χωρίς αισθήσεις. Το μένος του Μανώλη συνέχισε να θεριεύει. Οι τέσσερις μεταλλικές άκρες του πιρουνιού είχαν χωθεί για τα καλά στον βολβό του ματιού της και άρχισε να το περιστρέφει μέσα στην κόγχη της λες και ήταν κάποιος καλολαδωμένος ρότορας μέχρι που κόπηκε το οπτικό νεύρο και έμεινε πάνω στο πιρούνι. Ακόμη κι αυτός δεν άντεξε το θέαμα και ξέσπασε σε έναν πλούσιο εμετό από γαστρικά υγρά πάνω στο σχεδόν άψυχο κορμί της νεαρής. Αλλά αυτό δεν ήταν το μοναδικό σωματικό υγρό που παρήγαγε το σώμα του. Η ίδια ηδονή ανάμεσα στα πόδια του, για άλλη μια φορά, τον έκανε να χαμογελάσει άρρωστα καθώς κομμάτια εμετού και ίνες κρέμονταν από τα χείλη του.
   Το σόου είχε τελειώσει. Σηκώθηκε σαν κύριος και τρεκλίζοντας έβαλε τα ρούχα του για να απομακρυνθεί έως ότου χαθεί στο πυκνό σκοτάδι.
   Την επομένη μέρα ξύπνησε με ένα βαρύ κεφάλι καθώς η υπερένταση τον είχε εξαντλήσει όλον αυτόν τον καιρό. Μετά βίας κατάφερε να πετάξει το σεντόνι από πάνω του. Τα σημάδια από την χθεσινή πάλη φαίνονταν έντονα στο κορμί του. Τα είδε καθαρά όταν στάθηκε μπροστά στον ολόσωμο καθρέπτη. Είχε χαρακιές και μώλωπες στο στήθος, στα πλευρά και την κοιλιά.
-«Ήταν καλύτερα από όσο το φανταζόμουν» είπε στο είδωλό του και χαμογέλασε φανερώνοντας τη σάπια οδοντοστοιχία του.
   Στη συνέχεια περπάτησε ως τον χώρο όπου είχε στερεωμένη μια παλιά τηλεόραση και την άνοιξε. Το κανάλι ήταν συγχρονισμένο στις τοπικές ειδήσεις. Πρώτο θέμα ήταν ο αποτρόπαιος βιασμός μιας νεαρής κοπέλας από έναν άγνωστο.
«Το θύμα υπέκυψε στα τραύματά του τα ξημερώματα καθώς είχε χάσει πολύ αίμα. Οι ειδικοί αναφέρουν πως η νεαρή κοπέλα εγκαταλείφτηκε αφού είχε βιαστεί και βασανιστεί με φρικτό τρόπο.»
-«Ναι!» φώναξε. «Αυτό θα πει ταλέντο!» παραλογίστηκε μέσα στον ιδανικό πλασμένο κόσμο για αυτόν.
   Την έκλεισε και κατευθύνθηκε ξανά στο κρεβάτι σέρνοντας τα πόδια του. Τη σημερινή μέρα βαριόταν να βγει για παραδώσεις έτσι προτίμησε να παραμείνει μέσα μέχρι να ανακάμψει τελείως από την ψυχολογική κούραση. Αυτή θα ήταν μια καλή ημέρα ώστε να γεμίσει τις σκέψεις του με αναμνήσεις που τον ευχαριστούσαν όπως αυτή του μικρού Αλέξανδρου.
-«Ωραίες εποχές…!» μουρμούρισε.

†††

   Πέρασαν γύρω στις δέκα μέρες και ο Μανώλης περιφερόταν φαινομενικά άσκοπα στα γνωστά μέρη. Στην πραγματικότητα έκοβε κίνηση μέχρι να ηρεμίσουν λίγο τα πράγματα. Το μυστικό του το κρατούσε καλά κρυμμένο και το εκμυστηρευόταν μόνο στον εαυτό του όταν έμενε μονάχος με τα φαντάσματά του μέσα στους τέσσερις τοίχους να του κρατούν συντροφιά. Εκεί εξομολογούταν τα επόμενα σχέδια που ετοίμαζε για να ικανοποιήσεις τις διαστροφές του και αυτά συμφωνούσαν μαζί του παροτρύνοντάς τον να κάνει κι άλλα και ακόμη χειρότερα, Το μόνο κακό ήταν ότι είχε ξεμείνει από ιδέες. Οπότε μέχρι να βρει κάτι το ίδιο απολαυστικό αρκέστηκε στην πρωτότυπη ιδέα με τους κλόουν για άλλη μια φορά. Το μάτι του έπεσε στην στολή που ήταν κρεμασμένη στον καλόγερο του δωματίου του. Εκεί ήταν στερεωμένο και το πλατύ τσεκούρι με την στομωμένη λεπίδα. Γέλασε. Αυτή τη φορά δεν θα αρκούταν σε μία απλή φάρσα. Θα προχωρούσε ακόμη παραπέρα· θα πετσόκοβε όποιον έβρισκε μπροστά του. Δεν θα σταματούσε να δεν λουζόταν με το αίμα του. Διψούσε και σαν βρικόλακας θα ένιωθε κορεσμό μόνο με ζωντανό αίμα. Και το καλύτερο από όλα; Η στομωμένη λεπίδα θα δυσκολευόταν να αποκολλήσει τα μέλη του θύματος. Θα έπρεπε να το χτυπήσει τόσες φορές που το αίμα θα έτρεχε σαν σιντριβάνι, κάτω, πάνω και παντού ολόγυρα! Ένα κόκκινο λουτρό ηδονής!
   Το κορμί του έτρεμε από προσμονή. Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Κοίταξε το ρολόι του τοίχου. Η ώρα ήταν ένα λεπτό πριν τα μεσάνυκτα. Η ώρα που βγαίνουν τα φαντάσματα είχε φτάσει. Πέταξε από πάνω του τα ρούχα του μένοντας γυμνός μπροστά στον καθρέπτη. Κοίταξε το σκεβρωμένο του κορμί και έπιασε το χασαπομάχαιρο από τον πάγκο της κουζίνας. Έτριψε την ψυχρή κοφτερή λεπίδα του στα πόδια και με αργές κινήσεις την ανέβαζε προς τα πάνω αυξάνοντας την πίεση. Κόλλησε τη μύτη στα γεννητικά του όργανα πιέζοντας την άκρη στο δέρμα. Μία σταγόνα αίματος κύλησε προκαλώντας του μία κραυγή ηδονής. Έφερε την λεπίδα στα χείλη του γλύφοντας την κόψη της. Το κατέβασε στο σημείο του λαιμού κοιτάζοντας στον καθρέπτη παράλληλα νιώθοντας να κάνει έρωτα μαζί της. Ο Μανώλης ήταν σε πλήρη στύση και το όργανό του τιναζόταν σε κάθε χτύπο της καρδιάς του. Είχε φτάσει πολύ κοντά…
-«Θα σε κρατήσω για την κατάλληλη στιγμή…» ψιθύρισε στο είδωλό του.
   Έβαλε τα ρούχα του κλόουν και έκατσε ξανά μπροστά από τον καθρέπτη βάζοντας άσπρο χρώμα στο πρόσωπο του και φορώντας την κόκκινη περούκα. Χαμογέλασε. Κράτησε ψηλά το τσεκούρι κραδαίνοντάς το στον αέρα. Ναι, ήταν ένας τρομακτικός γελωτοποιός. Αμέσως τινάχτηκε πάνω και έτρεξε στην πόρτα. Δεν μπορούσε να συγκρατήσει τις ορμές του. πριν ανοίξει την πόρτα κοίταξε το ρολόι. Είχε πάει μία μετά τα μεσάνυχτα.
-«Γεια σου μωρό μου…» φώναξε λες και τον περίμενε κάποια κοπέλα, μέσα στο διαμέρισμα, να επιστρέψει. Ίσως ένα μάτι, που κάποτε ανήκε σε μία νεαρή, φυτεμένο σαν λουλούδι σε γλάστρα, να ήταν όλη η γυναικεία συντροφιά που χρειαζόταν.
   Ο επίδοξος δολοφόνος περπάτησε όσο πιο διακριτικά μπορούσε μέχρι το πάρκο όπου είχε κάνει ξανά την ίδια φάρσα λίγες μέρες πριν με τον πρώην συγκάτοικό του. Αυτή τη φορά δεν κρατούσε σάκο πλάτης με το ψεύτικο πτώμα μέσα. Δεν είχε σκοπό να τρομάξει κανέναν· μόνο να τον σκοτώσει. Θα τον αιφνιδίαζε και μόλις έπεφτε κάτω από το σοκ θα κατέβαζε πάνω του όσες φορές χρειαζόταν το τσεκούρι μέχρι να κόψει το νήμα της ζωής του. Θα έφτανε όσο βαθιά έπρεπε στο κρέας του και δεν θα σταμάταγε μέχρι να το βρει. Η ενέδρα ήταν η γνωστή. Περίμενε πίσω από τον ανολοκλήρωτο τοίχο των αποχωρητηρίων κοιτάζοντας υπό την κάλυψη της νύχτας και στις δύο εισόδους όπου θα έμπαινε ο πρώτος «πελάτης».
   Σαν ελεύθερος σκοπευτής παρέμεινε στην θέση του με κομμένη την ανάσα. Η ώρα περνούσε και δεν είχε φανεί κανένας. Έριξε μια ματιά στο ρολόι του· ήταν τρεις τα ξημερώματα.
-«Διάβολε…» είπε απεγνωσμένα.
   Για μια στιγμή του φάνηκε πως άκουσε ψιθύρους και κάτι να σαλεύει στους θάμνους. Συσπειρώθηκε σαν γάτα πριν εκτινάξει το κορμί της. Ένας σκύλος εμφανίστηκε πίσω από τις πρασινάδες που του έκοβαν τη θέα.
-«Φύγε από δω ρε βρωμόσκυλο…» του είπε άγρια. Το τετράποδο τον προσπέρασε γρυλίζοντας. «Φύγε να μην σε κάνω κονσέρβα…» του φώναξε και στη συνέχεια περίμενε καρτερικά.
   Οι δείκτες του ρολογιού είχαν κολλήσει στην ίδια θέση. Ένα τέταρτο μόνο είχε περάσει και εκείνου του είχαν φανεί σαν ώρες. Έκαστε κάτω μουρμουρίζοντας και κουνώντας μπρος πίσω το κορμί του σαν αυτιστικός. Η υπομονή του όμως ανταμείφθηκε αρκετά γρήγορα μετέπειτα. Εκεί που είχε αρχίσει να πιστεύει πως το αποψινό βράδυ θα κατέληγε σε μία σκέτη αποτυχία, άκουσε βήματα να καταφθάνουν. Συγκεντρώθηκε στον θόρυβο που πλησίαζε. Ήταν τακούνι που χτυπούσε αργά το ένα μετά το άλλο. Ήταν βαρύ και χαρακτηριστικά αργό. Ήταν σίγουρα κάποιος άντρας που τον πλησίαζε. Θα έπρεπε να ήταν διπλά προσεκτικός. Οι γυναίκες ήταν πιο εύκολα θύματα. Στρίγκλιζαν περισσότερο και μπορούσε να τις γαμήσει αν ήθελε.
   Κρύφτηκε καλά πίσω από τον τοίχο σφίγγοντας γερά το τσεκούρι με την ξύλινη λαβή ανάμεσα στα χέρια του. το σήκωσε στον αέρα και έμεινε ακίνητος σαν άγαλμα. Με την άκρη του ματιού του ξεπρόβαλε από την γωνία του τοίχου κοιτώντας την είσοδο από την οποία θα εμφανιζόταν ο περαστικός. Μία μαύρη σκιά φάνηκε να ξεπροβάλει. Ένας αγκώνας και μετά ένα χέρι. Είχε δίκιο. Ήταν ένας άντρας και αρκετά ψηλός μάλιστα. Θα έπρεπε να τον αιφνιδιάσει όσο καλύτερα μπορούσε. Μόλις πέρναγε από μπροστά του, ένα χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού θα ήταν αρκετό να τον αφήσει σέκο. Μετά θα ξεκίναγε το παιχνίδι. Κι αν τύχαινε και δεν είχε πεθάνει… θα ήταν ό,τι καλύτερο θα του είχε συμβεί.
   Ο άγνωστος άντρας πλησίαζε αρκετά αργά με τα χέρια χωμένα στις τσέπες. Κοίταζε δεξιά κι αριστερά μοιάζοντας επιφυλακτικός. Για μία στιγμή σταμάτησε ακριβώς στο κέντρο του πάρκου σα να περίμενε κάτι να συμβεί. Ήταν δυνατόν να γνώριζε; Φορούσε ένα καρό πουκάμισο και μία άσπρη βερμούδα με άσπρα αθλητικά παπούτσια. Φαινόταν καθαρά στις λιγοστές ακτίνες του φεγγαριού που έπεφταν πάνω του. Ήταν λες και ήθελε να φανεί τόσο έντονα. Μονάχα τα φωσφορίζοντα διακριτικά του έλειπαν. Αυτό παραξένεψε τον Μανώλη. Του δημιούργησε φοβίες.
-«Έλα χέστη. Μόνο ένας περίεργος που γυρεύει μπελάδες είναι. Κάνε ό,τι έχεις να κάνεις και φύγε γρήγορα λοιπόν. Έτσι.. για να μάθει να πηγαίνει γυρεύοντας.»
   Ο άντρας αφού κάπνισε το τσιγάρο του, προκλητικά αργά ίσως για μία τόσο κακόφημη περιοχή, ψαχούλεψε στο τσαντάκι της μέσης του και συνέχισε να περπατάει προς το σημείο που παραφυλούσε ο Μανώλης. Η απόσταση όλο και μειωνόταν μέχρι που έφτασε στα τρία μέτρα και μετά στα δύο. Ένα και πλέον βρισκόταν ακριβώς μπροστά του. Ο ξένος σταμάτησε κοιτάζοντας τριγύρω. Ο επίδοξος δολοφόνος στεκόταν ακίνητος δύο μέτρα μακριά του κρυμμένος ανάμεσα στις σκιές. Περίμενε να απομακρυνθεί ακόμη ένα μέτρο για να του ορμήσει από πίσω.
   Χωρίς να χάσει χρόνο σήκωσε το στομωμένο τσεκούρι τρέχοντας κατά πάνω του. Ο άγνωστος περαστικός έκανε κάτι που δεν περίμενε ο Μανώλης. Αντίο να πέσει κάτω και να φωνάξει, να παρακαλέσει για την ζωή του, έβγαλε σε κλάσματα δευτερολέπτου μέσα από το τσαντάκι του ένα περίστροφο και το πρόταξε στην απειλή που τον πλησίαζε. Η αντίδρασή του ήταν τόσο άμεση που ήταν λες και το περίμενε. Λες και είχε έρθει εδώ για αυτόν τον σκοπό και μόνο.
-«Σταμάτα εκεί που είσαι…» τον διέταξε.
Ο Μανώλης σταμάτησε κοκαλώνοντας απότομα και σήκωσε τα χέρια ψηλά.
-«Είναι φάρσα, φίλε…» προσπάθησε να πει.
-«Σκάσε ρε μαλάκα. Μην βγάλεις ούτε μιλιά.» το χέρι του ήταν σταθερό σα να είχε βρεθεί σε ανάλογες περιπτώσεις χιλιάδες φορές.
-«Όχι φίλε… εγώ…»
-«Βούλωσέ το είπα…» έδειχνε πολύ απειλητικός και έτοιμος να τραβήξει την σκανδάλη. Με τον αντίχειρα τράβηξε τον κόκορα.
-«Πέταξε κάτω το τσεκούρι σου…» τον διέταξε.
Ο Μανώλης έδειξε διστακτικός. Με ένα βλέμμα όλο νόημα παρακινήθηκε να το κάνει. Κατέβασε αργά του τσεκούρι ακουμπώντας την λεπίδα πρώτα στο πάτωμα γονατίζοντας. Ο άγνωστος πήρε τον λόγο κατεβάζοντας αργά το περίστροφο.
-«Ξέρεις… σε παρακολουθώ αρκετό καιρό τώρα και ήρθα εδώ σήμερα μόνο για εσένα.»
-«Είσαι αστυνομικός…;»
-«Εγώ κάνω τις ερωτήσεις εδώ. Αν και για να σου λύσω την απορία… όχι. Δεν είμαι. Τα φτύνω αυτά τα αποβράσματα. Τα πατάω κάτω σαν τα σκουλήκια. Με αηδιάζει κάθε μορφή εξουσίας αν δεν την ασκώ εγώ.»
Ο Μανώλης γέλασε και σήκωσε το βλέμμα να τον κοιτάξει στα μάτια.
-«Χαμήλωσε το βλέμμα σου. Δεν σου είπα να με κοιτάξεις.» Σήκωσε ξανά το όπλο. Ο Μανώλης υπάκουσε συνεχίζοντας να ακούει τον μονόλογο του ξένου. «Κάποιοι με λένε παράφρων γιατί βρίσκω ευχαρίστηση σε πράξεις που αποστρέφουν τους περισσότερους. Πάντα ήμουν διαφορετικός. Το ήξερα. Δεν μπορούσα να συνυπάρξω με παιδιά της ηλικίας μου. Όσο κι αν καταπιεζόμουν να πνίξω τα ένστικτά μου αυτά έβγαιναν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στην επιφάνεια. Διασκέδαζα με τον πόνο των αλλονών. Έτσι μεγαλώνοντας αποφάσισα να δω αν υπάρχουν κι άλλοι σαν κι εμένα.»
-«Κι εγώ είμαι ένας από αυτούς…» παραδέχτηκε ακόμη γονατιστός.
-«Το γνωρίζω πολύ καλά.» Τώρα η φωνή του είχε γλυκάνει. Κατέβασε ξανά το όπλο και το έβαλε μέσα στο τσαντάκι του. έκανε ένα νόημα στον Μανώλη να σηκωθεί. Αυτός υπάκουσε.
-«Έψαχνα, λοιπόν, να βρω όμοιους με εμένα. Βρήκα όπως εσένα, καλή ώρα, αλλά ποτέ δεν υπήρχε κάτι οργανωμένο.»
-«Οργανωμένο…;» επανέλαβε τα λόγια του ως ένδειξη απορίας.
-«Ναι· οργανωμένο! Η ανάγκη μου να παίρνω ικανοποίηση μέσω του πόνου και του τρόμου, του σαδισμού και του μαζοχισμού, με οδήγησε στην δημιουργία μιας κάστας ανθρώπων που έχουν τις ίδιες αμαρτωλές απολαύσεις με εμάς.»
-«Και από πόσα άτομα αποτελείται αυτή η ομάδα;»
-«Δεν θα πίστευες ακόμη κι αν σου έλεγα.»
-«Και πού βρίσκετε ανθρώπους ώστε να πάρουν μέρος στο παιχνίδι σας;»
-«Εθελοντές…»
-«Πώς;»
-«Ναι, μικρέ μου Μανώλη. Υπάρχει πολλή ανωμαλία στον κόσμο αυτόν.»
-«Πώς ξέρεις το όνομά μου…;»
-«Όπως είπα και πριν… σε έχω παρακολουθήσει αρκετό καιρό τώρα. Ξέρω τόσο πολλά για εσένα που θα τρόμαζες αν γνώριζες. Δεν εμφανίστηκα τυχαία εδώ λοιπόν.»
Ο Μανώλης τον κοίταξε με έκπληξη. «Πού το πας…;»
-«Απόψε ήρθα να σε βρω για να σου κάνω μία πρόταση…»
-«Είμαι όλος αυτιά…»
-«Θα ήθελα να πάρεις μέρος σε ένα παιχνίδι. Αν καταφέρεις και βγεις νικητής θα πας για το μεγάλο χρηματικό έπαθλο.»
-«Τι εννοείς; Ποιο μεγάλο χρηματικό έπαθλο;»
Ο άντρας έβαλε το όλο μέσα στο τσαντάκι. Όταν τράβηξε έξω το χέρι του κρατούσε μια δεσμίδα από εικοσάευρα. Του τα πέταξε στο στήθος. Ο Μανώλης τα έπιασε κοιτάζοντάς τον έκπληκτος.
-«Θεώρησέ το σαν μία μικρή προκαταβολή. Υπάρχουν κι άλλα αν δεχτείς.»
-«Αφού δεν ξέρεις αν δεχτώ. Γιατί μου τα δίνεις αυτά;»
Ο άγνωστος χαμογέλασε.
-«Δεν με απασχολεί μικρέ. Αν δεν δεχτείς κάποιος άλλος θα το κάνει.»
Ο Μανώλης δεν έχασε χρόνο.
-«Εντάξει. Δέχομαι.» απάντησε και είδε ένα χαμόγελο να διαγράφεται στα χείλη του. «Πότε ξεκινάμε;»
-«Αύριο. Θα έρθω να σε πάρω από το σπίτι σου.» είπε κοφτά και γύρισε να φύγει σχεδόν τρέχοντας σα να θυμήθηκε πως είχε αφήσει το μάτι της κουζίνας ανοικτό.
-«Περίμενε. Πώς θα έρθεις στο σπίτι μου; Δεν ξέρεις πού μένω.»
-«Χμ…» ακούστηκε ένα πνιχτό χαμόγελο και εξαφανίστηκε στην αγκαλιά της νύχτας.

†††

   Η επόμενη μέρα το βράδυ είχε φτάσει. Ο Μανώλης καθόταν στον καναπέ του χαζεύοντας αδιάφορα τηλεόραση. Οι μυς του αντίχειρά του είχαν πρηστεί από το πολύ ζάπινγκ. Περίμενε όμως καρτερικά να έρθει η στιγμή όπου θα αναλάμβανε δράση. Από την προηγούμενη κιόλας νύχτα είχε μετρήσει τα χρήματα. Ήταν ακριβώς χίλια ευρώ σε χαρτονομίσματα των είκοσι.
   Το πρωινό του το είχε περάσει σκορπώντας άσκοπα χρήματα σε ρούχα και κατά βάση τζόγο. Φρόντισε όμως και την επιχείρησή του αγοράζοντας μεγάλες ποσότητες για να πάρει φτηνά ώστε να μεγιστοποιήσει το κέρδος του κατά την πώληση της μαγικής λευκής σκόνης. Εν κατακλείδι στο τέλος της ημέρας δεν του είχαν περισσέψει και πολλά.
-«Ποιος νοιάζεται;» ψιθύρισε στον εαυτό του και σηκώθηκε για να σταθεί μπροστά στον καθρέπτη.
-«Πάμε για τα πολλά τώρα. Νομίζω πως επιτέλους πιάσαμε την καλή!» χαμογέλασε και είδε την εξώπορτα του διαμερίσματος να ανοίγει ξαφνικά
   Μέσα μπήκαν δύο άντρες οι οποίοι κινήθηκαν πιο γρήγορα κι από τη σκέψη του. Πριν ακόμη προλάβει να κινηθεί προς το στερεωμένο τσεκούρι, οι άγνωστοι τον είχαν ακινητοποιήσει κρατώντας σφικτά τα χέρια του. Αμέσως εμφανίστηκε ένας τρίτος όπου τον κουκούλωσε με ένα πυκνό μαύρο ύφασμα στο κεφάλι. Ο Μανώλης προσπάθησε να παλέψει. Ήταν λες και προσπαθούσε να κουνήσει έναν τοίχο. Οι άντρες ήταν πραγματικά χειροδύναμοι.
-«ΑΦΗΣΤΕ ΜΕ» τους φώναξε αλλά το μόνο που ένιωσε ήταν ένας δυνατός γδούπος στο κεφάλι και μετά σκοτάδι.
   Το σώμα του σωριάστηκε στο πάτωμα αλλά αυτός απουσίαζε από το ίδιο του το κορμί. Δεν είδε, δεν άκουσε, δεν ένιωσε τίποτα κατά τη μεταφορά του στον βαν και έπειτα στον μυστικό τους προορισμό.

†††

   Ο Μανώλης άνοιξε τα μάτια του. Ο πονοκέφαλος είχε περάσει. Καταλάβαινε όμως πως το σώμα του είχε δεχτεί ένα ισχυρό σοκ. Η όρασή του ήταν θολή. Για λίγο προσπάθησε να συνειδητοποιήσει πού βρισκόταν. Το κυρίαρχο χρώμα ήταν το άσπρο. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά αντικρίζοντας μία πρωινή θολούρα στα μάτια του. Τα ανοιγόκλεισε αρκετές φορές μέχρι να καθαρίσει η όρασή του. Επιτέλους είδε.
   Βρισκόταν σε ένα λευκό τετράγωνο δωμάτιο με έναν κάτασπρο καναπέ στην άκρη, με δύο κομοδίνα του ίδιου χρώματος στο πλάι και ένα τραπέζι κουζίνας στο κέντρο.
-«Πού είμαι;» φώναξε.
   Η φωνή του όμως δεν αντιγύρισε. Τα τοιχώματα ήταν καλυμμένα με ένα συμπαγές ανοιχτόχρωμο υλικό ικανό να απορροφάει κάθε ήχο. Πήρε φόρα και έπεσε πάνω. Αφρολέξ. Το τοίχωμα απορρόφησε τη δύναμη της κρούσης.
-«Πού είμαι;» επανέλαβε.
   Η ματιά του έπεσε πάνω στο τραπέζι. Εκεί βρισκόταν ένα σημείωμα γραμμένο με μπλε μελάνι.
«Δεν θέλουμε να τραυματίσεις τον εαυτό σου με κανέναν τρόπο για αυτό φροντίζουμε να παραμείνεις ασφαλής μέχρι να έρθει η μεγάλη στιγμή. Θα μάθεις σύντομα…»
-«Και τι να κάνω μέχρι να έρθει αυτή η στιγμή;» μονολόγησε.
   Δίπλα του βρισκόταν ένας πίνακας με μικροσκοπικά κουμπιά. Έμοιαζε με πίνακα ελέγχου. Έγραφε πάνω τηλεόραση, κλιματισμός και ένα σωρό άλλα. Πάτησε εκείνο που έγραφε ψυχαγωγία. Μία επιφάνεια στη μέση του απέναντι τοίχου μπήκε μέσα σε μια εσοχή και εμφανίστηκε μία οθόνη. Αμέσως συντονίστηκε δείχνοντας όλα τα κανάλια που υπήρχαν στον πλανήτη. Ήταν χιλιάδες. Ποιο να διάλεγε και με ποιον τρόπο; Δεν υπήρχε χειριστήριο. Πλησίασε την οθόνη. Την άγγιξε με το δάκτυλό του κι εκείνη υπάκουσε. Σε λίγο έπαιζε μαζί της κουνώντας δεξιά κι αριστερά τα παράθυρα που άνοιγαν σε κάθε του άγγιγμα. Ήταν ένας υπολογιστής με ελεγχόμενη σύνδεση στο διαδίκτυο. Μπορούσε να δει πολλά αλλά όχι όσα επέλεγε να δει. Μικρό το κακό.
   Κατευθύνθηκε ξανά στον πίνακα ελέγχου πατώντας το κουμπί του φαγητού. Έκατσε στον καναπέ απολαμβάνοντας ό,τι έδειχνε η τηλεόραση εκείνη την ώρα. Ρύθμισε τον φωτισμό στο απαλό και πάτησε την αναδιαμόρφωση χώρου στον πίνακα ελέγχου. Ένα σημείο στην οροφή μαζεύτηκε κατεβάζοντας ένα ύφασμα σύριζα με τη μία πλευρά του τοίχου. Σαν οθόνη υπέρ υψηλής ανάλυσης εμφάνισε μία ζωντανή εικόνα αναπαριστώντας με τρομερή πειστικότητα ένα μαγευτικό τοπίο. Ένα πλασματικό παράθυρο μόλις είχε τεθεί σε λειτουργία δίνοντάς του την εντύπωση πως είχε ένα σπίτι δίπλα σε μία λίμνη. Μπορούσε να ακούσει το κελάρυσμα του νερού καθώς και το τιτίβισα των πουλιών να χαλαρώνουν τα νεύρα του. Έκλεισε τα μάτια μπορώντας να νιώσει τις ακτίνες του ηλίου να ζεσταίνουν το πρόσωπό του. Μέχρι και η μυρωδιές της εξοχής έφταναν στα πνευμόνια του μέσα από τα ρουθούνια του. Ο θόρυβος της τηλεόρασης σιγά-σιγά άρχισε να εξασθενεί ώσπου χάθηκε τελείως βυθίζοντάς τον σε έναν απαλό λήθαργο που κράτησε γύρω στα πέντε λεπτά.
   Όταν άνοιξε ξανά τα μάτια του είδε μπροστά του να περιμένει ένα μυρωδάτο τραπέζι γεμάτο εδέσματα. Κύριο συστατικό ήταν το κρέας. Υπήρχαν πολλά συνοδευτικά όπως κρασί, φρούτα, λαχανικά και άλλα, αλλά αυτό που του έσπασε τη μύτη ήταν η μυρωδιά του κρέατος. Δεν άντεξε στον πειρασμό και πήρε μια μπουκιά στο στόμα. Έκρηξη αισθήσεων. Το μυαλό του πλημύρισε με ενδορφίνες και ντοπαμίνες στο ερέθισμα αυτών των πρωτόγνωρων γεύσεων. Έτρωγε τη μία μπουκιά μετά την άλλην. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι κρέας ήταν αλλά δεν είχε φάει ποτέ του κάτι τέτοιο. Έμοιαζε με χοιρινό αλλά πολύ πιο γευστικό. Δεν είχε σημασία αρκεί που ικανοποιούσε πλήρως τους γευστικούς του κάλυκες.
   Η ώρα είχε περάσει και ο ήλιος είχε πέσει ακόμη και στην πλασματική φύση που είχε δίπλα του. Η πόρτα του δωματίου άνοιξε και ο άγνωστος άντρας που τον είχε επισκεφτεί στο πάρκο μπήκε μέσα. Πίσω του ακολούθησαν δύο αιθέριες υπάρξεις που όμοιέ τους δεν είχε αντικρίσει ποτέ. Αναρωτήθηκε μήπως ονειρευόταν. Πώς θα μπορούσε να υπάρχει τόση ομορφιά σε ανθρώπινο πλάσμα! Ο άντρας πήρε τον λόγο.
-«Ελπίζω να διάβασες το μήνυμα μου. Φροντίσαμε η διαμονή σου εδώ να είναι όσο το δυνατόν πιο ευχάριστη και νομίζω πως το καταφέραμε.»
Ο Μανώλης έγνευσε θετικά.
-«Αύριο το πρωί ξεκινάει το πρώτο παιχνίδι. Εσύ, το μόνο που θέλω να κάνεις είναι να χαλαρώσεις και να απολαύσεις τις χαρές που σου προσφέρουμε. Πίστεψέ με θα τις χρειαστείς.»
   Ο άντρας γύρισε να φύγει μόνος. Οι δύο κοπέλες έμειναν στο δωμάτιο λύνοντας ένα μεταξένιο κορδόνι στον λαιμό ελευθερώνοντας το ύφασμα που τις κάλυπτε εκθέτοντας το γυμνό τους κορμί στα μάτια του Μανώλη.

†††

   Ο Μανώλης ξύπνησε απότομα και ήταν μόνος. Η ματιά του έπεσε κατευθείαν στην πόρτα. Ήταν ανοικτή και γρήγορα βήματα ακούγονταν έξω από τον χώρο. Του έμοιαζε σα να είχε κυριεύσει μια μαζική υστερία τον κόσμο. Δεν ήξερε ποιοι ήταν εκεί αλλά ήθελε τόσο να πάει να δει. Δεν φοβήθηκε άλλωστε. Ένιωσε πως θα έβρισκε ξανά τον εαυτό του. Ο ίδιος άντρας που τον έφερε σε αυτό το μέρος εμφανίστηκε μπροστά του.
-«Πάνω στην ώρα…» του είπε και τον έπιασε από το χέρι για να τον τραβήξει σε έναν διάδρομο που κατέληγε σε ένα δωμάτιο πίσω από μια κλειστή πόρτα.
   Εκεί τον έπιασαν δύο άντρες και του έδωσαν να φορέσει ένα παντελόνι και ένα γιλέκο με αρκετές θήκες. Του είπαν αν προχωρήσει μέσα στην αποθήκη και να διαλέξει τον εξοπλισμό του. Ο Μανώλης χαμογέλασε. Κατευθύνθηκε στον χώρο που του υπέδειξαν και πάτησε τον διακόπτη. Ένα οπλοστάσιο φανερώθηκε μπρος στα έκπληκτα μάτια του. σπαθιά, μαχαίρα, σιδερογροθιές και ένα σωρό άλλα εργαλεία μεσαιωνικών βασανισμών ήταν έτοιμα να εξοπλίσουν το γιλέκο του αρκεί να τα διάλεγε. Με χαρά του γέμισε τις άδειες θέσεις με τις μεγαλύτερες λεπίδες που μπορούσε να βρει. Γέλαγε καθώς είχε φανταστεί τι τον περίμενε.
Γύρισε πίσω σε αυτούς.
-«Βάλε τα δυνατά σου. Έχω στοιχηματίσει πολλά σε σένα.» του είπε ο άγνωστος δείχνοντάς του την έξοδο του δωματίου. Αυτός στάθηκε πίσω από την πόρτα, μέσα σε έναν γυάλινο προθάλαμο, προσπαθώντας να την ανοίξει. Ήταν κλειδωμένη από μία μαγνητική ασφάλεια. Πίσω του έκλεισε η πόρτα του θαλάμου απασφαλίζοντας συγχρόνως την πόρτα προς την άλλη μεριά. Τώρα η βοή του όχλου είχε σταματήσει να ακούγεται και μόνο νεκρική σιγή έφτανε στα αυτιά του. Ο Μανώλης άνοιξε διστακτικά την πόρτα. Ένα δυνατό φως τον χτυπούσε στο πρόσωπο. Το μόνο που μπορούσε να ξεχωρίσει ήταν μαύρες σκιές να μπαίνουν μπροστά από τις δεσμίδες φωτός. Τώρα βρισκόταν σε έναν μεγάλο χώρο, σα μια αρένα χτισμένη σε μία γούβα, όπου περιμετρικά είχε καμιά δεκαριά πόρτες στο σύνολο.
   Οι προβολείς χαμήλωσαν και τότε μόνο κατάφερε δει δεκάδες κόσμο γύρω του να κάθεται σε εξέδρες παρακολουθώντας κάθε του κίνηση. Λεπτό με το λεπτό κάθε πόρτα άρχισε να ανοίγει διστακτικά. Από μέσα έβγαιναν άντρες ντυμένοι με τον ίδιο τρόπο έχοντας αρκετά μαχαίρια στις θήκες του γιλέκου. Ο Μανώλης αμέσως κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει. Δεν ήταν σίγουρος για τους υπόλοιπους ωστόσο. Αυτό θα του έδινε ένα καλό προβάδισμα. Ο αιφνιδιασμός ήταν πάντα η καλύτερη μέθοδος να εξοντώσεις κάποιον. Έτσι με γρήγορα βήματα περπάτησε μέχρι τον πρώτο που ήταν πιο κοντά του και πρότεινε το χέρι του ως ένδειξη χειραψίας. Ο άλλος ανταποκρίθηκε κάνοντας το ίδιο. Αντί όμως για το σφικτό χέρι του Μανώλη, ένιωσε την κοφτερή λεπίδα να του διαπερνά τον λαιμό από τη μία άκρη ως την άλλη. Σε λίγο το ακέφαλο τομάρι του κειτόταν κάτω στο σκληρό πάτωμα. Το πλήθος εκστασιασμένο παραλήρησε από κραυγές που φανέρωναν ηδονή. Οι περισσότεροι διαγωνιζόμενοι κοκάλωσαν στην θέση τους ενώ άλλοι κατέρρευσαν. Μερικοί προσπάθησαν να το βάλουν στα πόδια χτυπώντας με μανία τις κλειστές πόρτες από τις οποίες είχαν ήδη μπει. Αυτοί ήταν εύκολος στόχος. Οι πρώτοι που δέχτηκαν τα πισώπλατα χτυπήματα του Μανώλη και σωριάστηκαν στο έδαφος. Σειρά είχαν οι λιπόθυμοι.
   Αφού το ξεσκαρτάρισμα είχε γίνει, έστεκαν δύο στην αρένα μαζί με τον Μανώλη. Ο ένας αρκετά πιο μικρόσωμος ενώ ο άλλος πολύ μεγαλύτερος από αυτόν. Ο κοντός τον πλησίασε διστακτικά. Είχε σχέδιο.
-«Φίλε, αν συνεργαστούμε θα καταφέρουμε να τον βγάλουμε από την μέση. Τι λες; Εσύ κι εγώ μαζί.»
Ο Μανώλης του χαμογέλασε.
-«Έλα μαζί μου.» του είπε και ξεκίνησε να πλησιάζει τον τελευταίο αντίπαλο. Εκείνος σαν αστακός συσπειρώθηκε προτείνοντας τα όπλα του.
   Ο Μανώλης είχε δίπλα του τον μικρόσωμο άντρα που τον συνόδευε χαμογελαστός. Όταν οι δύο γίγαντες αλληλοεξολοθρεύονταν όποιος έμενε ζωντανός θα ήταν εύκολο θύμα ακόμη και για τα δικά του μέτρα. Είχε όμως δίκιο; Λογάριασε χωρίς τον ξενοδόχο, όταν ο Μανώλης τον έπιασε με μια κίνηση και τον πέταξε πάνω στον αντίπαλό του. Ο κοντός γαντζώθηκε πάνω του καθιστώντας και τους δύο εύκολους στόχους που δέχτηκαν από μια μαχαιρά στο στήθος και την κοιλιά. Οι δύο έπεσαν νεκροί κάνοντας το πλήθος να παραληρεί από ηδονή. Το ίδιο συναίσθημα κατέκλεισε και τον Μανώλη. Το ίδιο μούδιασμα που ξεκινούσε από τα δάκτυλα των ποδιών του ανεβαίνοντας μέχρι τα γεννητικά του όργανα για να ξεχυθεί μέσα στο παντελόνι του.
-«Γίνεται ολοένα και καλύτερο!» μονολόγησε δεχόμενος την αγάπη του πλήθους που τον επευφημούσε για τις πράξεις του.

†††

-«Λοιπόν… πώς τα πήγα;» ρώτησε ο Μανώλης τον άγνωστο άντρα που στεκόταν μέσα στο δωμάτιό του.
-«Είσαι πραγματικό εύρημα. Κέρδισα πολλά από εσένα αυτό το βράδυ.» απάντησε βγάζοντας μια δεσμίδα χαρτονομίσματα από το τσαντάκι του για να του τη δώσει.
-«Ποιοι ήταν όλοι αυτοί;»
-«Ήταν κάποιοι που τους άξιζε αυτό που έπαθαν.»
-«Οπότε αν σκοτωνόμουν κι εγώ… θα μου άξιζε; Αυτό μου λες;»
-«Για να είσαι εδώ πάει να πει ότι έχεις κάνει κάποια πράγματα για τα οποία έχεις, επάξια, κερδίσει την θέση σου εδώ.»
-«Αυτό κάνετε εσείς εδώ;»
-«Ναι. Αυτό και μόνο. Όπως σου είπα, είμαστε μια κάστα ανθρώπων όπου έχει σαν μοναδικό σκοπό την “ωμή” διασκέδαση και ό,τι άλλο αυτό μπορεί να περιλαμβάνει. Κανείς δεν αδικείται. Όλοι στο τέλος παίρνουν αυτό που τους αξίζει. Είτε είναι λεφτά, ή…» πέρασε τον δείκτη του χεριού του οριζόντια στον λαιμό αναπαριστώντας του μια βαθιά τομή στο σημείο ικανή να χύσει κάθε ρανίδα από το αίμα του στραγγίζοντάς τον από ζωή.
-«Δεν μπορώ να πω ότι λυπάμαι μιας και είμαι εγώ ο νικητής σε όλο αυτό.»
-«Και πολύ καλά κάνεις. Κοίτα να ξεκουραστείς όμως απόψε γιατί αύριο είναι η μεγάλη μέρα!»
-«Τι εννοείς;»
-«Είναι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο σε έφερα σε αυτό εδώ το μέρος. Το σημερινό ήταν μονάχα ένας πρόλογος. Σκότωσες εννιά ανθρώπους που άξιζαν πραγματικά να πεθάνουν. Είχαν διαπράξει δολοφονίες, βιασμούς ανηλίκων, εμπορία οργάνων και ένα σωρό άλλα απεχθή εγκλήματα που με τη “βοήθεια” του νόμου παρέμεναν ασύλληπτοι.»
-«Γιατί αυτό;»
-«Κυκλώματα αγαπητέ μου φίλε. Δεν έχεις ιδέα για τι ποσά μιλάμε. Ακόμη και οι πιο ηθικοί άντρες τυφλώνονται στην λάμψη των χρημάτων.»
-«Σήμερα λοιπόν ήταν ένας τρόπος για να δείξεις από τι είσαι φτιαγμένος ώστε να ορίσεις το κασέ της αυριανής σου δοκιμασίας. Είσαι σκληρό καρύδι και σίγουρα θα ανεβάσεις ψηλά το κασέ σου.»
-«Τι ακριβώς θα κάνω αύριο λοιπόν;»
-«Ό,τι και σήμερα. Δεν θα μπορέσω να σου πω περισσότερα όμως. Αυτό θα χαλάσει την έκπληξη. Κοιμήσου τώρα και θα τα πούμε αύριο.» τον χτύπησε απαλά στην πλάτη και βγήκε από το δωμάτιο.
-«Α!» σταμάτησε για μια στιγμή να του πει. «αύριο θα έχεις την μεγάλη τιμή να γνωρίσεις τον δημιουργό αυτής της κάστας!» γέλασε και χάθηκε από το οπτικό του πεδίο.
   Η πόρτα πίσω του έκλεισε αθόρυβα κρατώντας τον Μανώλη σαν φυλακισμένο ζώο σε ένα κλουβί πολυτελείας. Χωρίς να χάσει χρόνο πέταξε τα ρούχα από πάνω του και πήγε στο μπάνιο για να χαλαρώσει με ένα χλιαρό λουτρό. Μόλις βγήκε ρύθμισε την ατμόσφαιρα και έβαλε στην τηλεόραση να παρακολουθήσει μία ταινία που ακόμη δεν είχε παιχτεί ούτε στους κινηματογράφους.
-«Ω! Ανάθεμα!» ξεφώνησε. «Αυτοί εδώ οι τύποι είναι πολύ καλά δικτυωμένοι.»
   Τα πρώτα γουργουρητά από την κοιλιά του ακούστηκαν. Η ώρα του φαγητού είχε φτάσει. Πάτησε το ανάλογο κουμπί και σε λίγα λεπτά το νοστιμότερο χοιρινό βρισκόταν αχνιστό πάνω στο τραπέζι του. Το καταβρόχθισε γλύφοντας κυριολεκτικά το πιάτο. Δεν πέρασε λίγη ώρα και τα βλέφαρά του βάρυναν αφύσικα βυθίζοντάς τον σε έναν λήθαργο χωρίς όνειρα. Το κορμί του σωριάστηκε στον απαλό καναπέ μη μπορώντας να συνειδητοποιήσει τους πέντε άντρες που εμφανίστηκαν στο δωμάτιό του.

†††

   Ο Μανώλης ξύπνησε σε ένα παγωμένο περιβάλλον έχοντας πεσμένη κατά πολύ την θερμοκρασία του σώματός του. Τα άκρα του είχαν μελανιάσει αλλά αυτός ένιωθε μια πολύ έντονη εσωτερική θέρμη να διαπερνάει όλο του το κορμί. Δεν ένιωθε πόνο ή κάποιο αντίστοιχο συναίσθημα. Το μόνο που καταλάβαινε ήταν πως βρισκόταν ξαπλωμένος σε πλάγια θέση στο πάτωμα.
   Τα μάτια του ήταν ακόμη θολά και τα αυτιά του μετέδιδαν ήχους, στον εγκέφαλο, οχλοβοής. Αυτό του θύμισε την προηγούμενη φορά που ξύπνησε. Για λίγο πίστεψε πως βρισκόταν στο δωμάτιό του αλλά μόλις καθάρισε η όρασή του αντιλήφτηκε το περιβάλλον στο οποίο βρισκόταν. Ήταν ένας μακρύς διάδρομος με κλειστές γυάλινες πόρτες κατά μήκος και στο τέλος βρισκόταν ένας βωμός με ένα φιαλίδιο στην κορυφή. Στην αντίθετη πλευρά ήταν μία μεταλλική κλειστή πόρτα με μία μαύρη χαραμάδα στη μέση. Την έβλεπε να ταρακουνιέται σα να προσπαθούσε κάποιος να την σπάσει, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει περισσότερα πράγματα. Αν αυτός ο κάποιος έκανε θόρυβο πίσω από την πόρτα, τον κάλυπταν όλες εκείνες οι φωνές που ξέφρενα φώναζαν πάνω από το κεφάλι του. Τους είδε όταν σήκωσε το βλέμμα για να δει. Ήταν περιτριγυρισμένος από δεκάδες κόσμο. Όλοι άτομα της υψηλής κοινωνίας. Φαινόταν από τα ρούχα τους. Κουστούμια επώνυμα και χρυσαφή ρολόγια. Διαμαντένια κολιέ για τις κυρίες και πούρα των πεντακοσίων ευρώ για τους κύριους. Είχε μάθει να μυρίζει το χρήμα από χιλιόμετρα μακριά και τώρα δεν έπεφτε έξω. Ανάμεσά τους κατάφερε να εντοπίσει άτομα αρκετά γνωστά στο ευρύτερο κοινό. Άτομα που φημίζονταν για την φιλανθρωπία και γενναιοδωρία τους.
-«Σκατά κάτω από τα ακριβά υφάσματα.» ψιθύρισε και προσπάθησε να σηκωθεί. Κάτι τον συγκράτησε στη θέση του.
   Μία μεταλλική περικνημίδα ήταν περασμένη στο καλάμι του ποδιού του συνδεδεμένη με μία βαριά αλυσίδα πακτωμένη στο έδαφος. Την περιεργάστηκε. Δεν υπήρχε πουθενά κλειδαριά. Όλες οι συνδέσεις είχαν γίνει με κόλληση πάνω στο πόδι του. Θύμωσε, προσπάθησε να την βγάλει. Να γλιστρήσει το πόδι του μέσα από το άκαμπτο μέταλλο. Δεν υπήρχε περίπτωση να τα καταφέρει. Ήταν πολύ σφικτά χτισμένη πάνω του. Ο μόνος τρόπος να ελευθερωθεί ήταν να κόψουν τα δεσμά του.
   Στην προσπάθειά του να διαφύγει παρατήρησε κάτι που τον έκανε να αναρωτηθεί για την φύση του παιχνιδιού στο οποίο ήταν πρωταγωνιστής. Δεν ένιωσε καθόλου πόνο ενώ έβλεπε το σημάδι της σφικτής λαβής να έχει αφήσει το στίγμα πάνω στο δέρμα του. Η επόμενη παρατήρηση του πάγωσε το αίμα. Σε κάθε κλείδωση ήταν ζωγραφισμένο με ένα απαλό μπλε μία ευθεία γραμμή.
-«Τι στο διάβολο συμβαίνει εδώ;» αναρωτήθηκε κοιτώντας το εκστασιασμένο πλήθος που γελούσε πάνω από το κεφάλι του.
   Έδειχνε να το απολαμβάνει περιμένοντας την εξέλιξη. Στην άκρη της αρένας ήταν τοποθετημένη μια γιγαντοοθόνη χωρίς εικόνα πάνω της. Ενώ δίπλα του ήταν ένα μαύρο ύφασμα ριγμένο στο πάτωμα. από μέσα του εξείχαν μυτερές άκρες. Το τράβηξε απότομα κοιτάζοντας το περιεχόμενο. Μαχαίρια, ξυράφια, μπαλτάδες, πριόνια, σφυριά, ψαλίδι σιδήρου και ένα σωρό άλλα αιχμηρά αντικείμενα τα οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει σαν όπλα. Έπιασε το ψαλίδι προσπαθώντας να κόψει την αλυσίδα. Το πλήθος γέλασε πιο δυνατά. Πίεσε με όλη του την δύναμη τις λαβές. Δεν είχε μεγαλύτερη δύναμη να ασκήσει. Η αλυσίδα δεν κοβόταν.
   Στην προσπάθειά του να πιάσει άλλο εργαλείο έκοψε βαθιά το δάκτυλό του. Αν και μπόρεσε σχεδόν να δει το κόκαλο δεν έτρεξε σταγόνα αίμα και δεν ένιωσε τον παραμικρό πόνο.
-«Τι γίνεται εδώ;» απόρησε και εκείνη τι στιγμή το πλήθος σταμάτησε να φωνάζει.
   Μερικοί ψίθυροι μόνο πλανιόντουσαν στην ατμόσφαιρα που κόπηκαν κι αυτοί όταν δύο τακούνια ακούστηκαν εναλλάξ να καταφθάνουν. Ήταν βαρύς ήχος· σίγουρα άντρας. Σε λίγο στην εξέδρα εμφανίστηκε ο άγνωστος που τον είχε φέρει ως εκεί. Όλοι οι παρευρισκόμενοι γύρισαν και τον κοίταξαν με θρησκευτική ευλάβεια. Η πλήρη ησυχία του έδωσε άλλη οπτική για τον χώρο που βρισκόταν.
   Ακόμη και η μεταλλική πόρτα που χτυπούσε απέναντί του σταμάτησε. Ένα άγριο γρύλισμα μπόρεσε μονάχα να ακουστεί πριν σωπάσει απόλυτα. Χειροκροτήματα ξέσπασαν μέχρι που σταμάτησαν μόλις ο άντρας σήκωσε τα χέρια του. Δεν έβγαλε λόγο. Δεν τους καλωσόρισε. Από ό,τι φάνηκε το είχε κάνει εκατοντάδες φορές στο παρελθόν, οπότε ίσως και να βαριόταν να επαναλαμβάνει τα ίδια πράγματα συνέχεια. Αντί αυτού απευθύνθηκε στον Μανώλη. Κατευθείαν και χωρίς υπεκφυγές του εξέφρασε τα γεγονότα.
-«Σου έχει χορηγηθεί αιμοστατικός ορός για αυτό άλλωστε δεν έχεις αιμορραγία. Συν το γεγονός πως έχεις πέσει σε υποθερμία.»
-«Γιατί;» τον ρώτησε.
Ο άγνωστος άντρας δεν απάντησε. Συνέχισε όμως να μιλάει στον Μανώλη.
-«Επίσης δεν πονάς. Σε έχουμε μετατρέψει σε ένα είδος υπεράνθρωπου αυτή τη στιγμή για να εξυπηρετήσεις τους σκοπούς του παιχνιδιού. Το είδος της μορφίνης που σου έχουμε χορηγήσει θα σε βοηθήσει σημαντικά σε αυτό που θέλουμε να κάνεις.»
-«Τι θέλετε να κάνω; Γιατί με κρατάτε αλυσοδεμένο;»
-«Όπως μπορείς να δεις σε όλες σου τις κλειδώσεις υπάρχει ζωγραφισμένη με απόλυτη ακρίβεια μία μπλε γραμμή. Αυτά είναι τα σημεία στα οποία μπορείς να κόψεις τα μέλη σου προκαλώντας την ελάχιστη ζημιά στους ιστούς και τα κόκκαλά σου. Ό,τι κι αν κόψεις… δεν θα πονέσεις και δεν θα αιμορραγήσεις. Αυτό σου το εγγυώμαι.»
-«Όχι. Αυτό είναι τρελό…»
-«Παράλληλα μέσα στο σώμα σου κυκλοφορεί ένα ισχυρό δηλητήριο το οποίο θα σε σκοτώσει σε μερικές ώρες. Δύο με τρεις το πολύ. Στο τέλος του διαδρόμου βρίσκεται το αντίδοτο μαζί με εκατό εκατομμύρια ευρώ! Αν καταφέρεις να φτάσεις ως εκεί είσαι ελεύθερος και πλούσιος να συνεχίσεις τη ζωή σου!»
-«Και πώς παίζεται ακριβώς αυτό το παιχνίδι;»
-«Είναι πολύ απλό. Προχωράς από πόρτα σε πόρτα μέχρι να ανοίξεις όλες τις εισόδους για να φτάσεις στο τελικό δωμάτιο. Κάθε πόρτα ανοίγει έχοντας εναποθέσει ένα μέλος του σώματός σου στον ειδικά διαμορφωμένο βωμό.»
-«Να πας να γαμηθείς. Προτιμώ να κάτσω εδώ και να μην κάνω τίποτα. Προτιμώ να πεθάνω αργά και ήρεμα αφού δεν θα νιώσω πόνο.»
-«Φοβόμουν ότι θα το έλεγες αυτό. Όλοι το ίδιο λέτε.» με ένα νόημα του άγνωστου άντρα ένας ελεύθερος σκοπευτής του έριξε ένα βέλος όπως τα ηρεμιστικά που πετούν στα άγρια ζώα.
-«Σε τρία λεπτά περίπου θα αρχίσεις λοιπόν να αισθάνεσαι τα πάντα. Αυτό ήταν το αντίδοτο του ισχυρού παυσίπονου.»
-«Ανάθεμά σε…» ούρλιαξε από θυμό. Ακόμη και τα ναρκωτικά που του είχαν χορηγήσει δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν την οργή του.
   Η οθόνη δίπλα του φώτισε φανερώνοντας ένα ρολόι των δέκα λεπτών. Η μαύρη μεταλλική πόρτα με τη σκοτεινή χαραμάδα άρχισε να χτυπάει ξανά και άγρια γρυλίσματα ακούστηκαν από μέσα. Ήταν τρομακτικός θόρυβος. Λες και είχαν καταφέρει να αιχμαλωτίσουν κάποιον αφηνιασμένο δαίμονα και τώρα σπάραζε από μίσος και δίψα για εκδίκηση.-«Αυτό θεώρησέ το σαν ένα κίνητρο για να κάνεις λίγο πιο γρήγορα. Μόλις τελειώσει ο χρόνος θα ανοίξει η πόρτα. Κάθε φορά που θα ανοίγεις κι από μία πόρτα ο χρόνος θα αρχίζει από την αρχή προσθέτοντας κάθε φορά άλλα πέντε λεπτά. Μέσα εκεί υπάρχουν δέκα πεινασμένα πιτ μπουλ. Έχουν να τραφούν τρεις ημέρες το κάθε ένα και ξέρεις ποιο είναι το αγαπημένο τους γεύμα; Ανθρώπινο κρέας. Ό,τι έτρωγες κι εσύ αυτές τις δύο μέρες της παραμονής σου εδώ. Αυτό που με τόση ευχαρίστηση απολάμβανες!»
   Ο Μανώλης ξέσπασε σε έναν πλούσιο εμετό. Οι αισθήσεις είχαν αρχίσει να επιστρέφουν στα άκρα του νιώθοντας τον πόνο από τα μικρά πετραδάκια που χώνονταν στις παλάμες του τώρα που βρισκόταν πεσμένος στα γόνατα.
-«Και πώς θα φύγω από εδώ;» ψέλλισε.
-«Η απάντηση είναι απλή. Ξεκινώντας το κόψιμο. Όπως τα έχουμε υπολογίσει, αν προλάβεις, θα φτάσεις στο τέλος της δοκιμασίας σαν ένα κεφάλι με το σώμα και το ένα σου χέρι.»
-«Είστε ανώμαλοι. Γιατί μου το κάνετε αυτό; Τι σας έχω κάνει;» γρύλισε και δάκρυα έπνιξαν τα μάτια του.
Τότε μία φωνή ακούστηκε δίπλα από τον άγνωστο άντρα. Ένα πρόσωπο αρκετά γνώριμο στάθηκε πλάι του αγγίζοντάς τον απαλά στον ώμο.
-«Γιατί μου προκαλεί ευχαρίστηση να σε βασανίζω! Μου αρέσει να σε βλέπω να πονάς!» αυτή η φωνή τον έκανε να ριγήσει περισσότερο από όσο είχε ποτέ του. Αυτή η φωνή στοίχειωσε την ύπαρξή του.
-«Σε ξέρω. Δεν μπορεί να είσαι εσύ. Είσαι νεκρός. Εγώ σε σκότωσα. Μέρα με τη μέρα σου έπαιρνα λίγο-λίγο τη ζωή»
Ο δημιουργός χαμογέλασε. «Ήμουν νεκρός κι εσύ με ανέστησες. Μου έδειξες έναν νέο δρόμο τον οποίο ακολουθώ και απολαμβάνω όσο κι εσύ. Εσύ με δημιούργησες. Ό,τι γίνεται εδώ σήμερα το οφείλω σε εσένα! Ας απολαύσουμε λοιπόν μαζί αυτό που συμβαίνει!»
-«Είσαι άρρωστος. Πώς μπορεί να σου αρέσει κάτι τέτοιο; Δεν έχει πλάκα…»
-«Κι όμως έχει! Κοίταξέ μας πώς γελάμε!» απάντησε κοιτώντας και τους υπόλοιπους που έμοιαζαν να διασκεδάζουν με το θέαμα όσο αυτός.
-«Θεέ μου… ξύπνησέ με από αυτόν τον εφιάλτη…» ευχήθηκε για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του.
-«Να θυμάσαι… Οι χειρότεροι εφιάλτες είναι αυτοί που ζούμε με τα μάτια ανοικτά.» είπε και πάτησε δυνατά το κουμπί ξεκινώντας την αντίστροφη μέτρηση του ρολογιού.

Τ Ε Λ Ο Σ

Copyright © Κωνσταντίνος Ν. Βαρδής All rights reserved
Διατίθεται ελεύθερα στο διαδίκτυο με άδεια Creative Commons

Χάσατε την αρχή; Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ.
Ανοίξτε τις εικόνες για να τις διαβάσετε. (κλικ επάνω τους και ανοίγουν με light box)
Οι συνοδευτικές εικόνες είναι επιλογές του ίδιου

Του ίδιου:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Σάντυ Κυριακή ΗλιάδουΝατάσσα ΕξάρχουΣωτηρία ΙωαννίδουΚέλλυ ΚαϊμάκηΠαναγιώτης ΣταυρόπουλοςMo HayderΆννα Σελίδου
Γιάννης ΦιλιππίδηςΕυδοκία ΣταυρίδουΓιώργος ΙωαννίδηςPaullina SimonsΧρήστος ΧτιστόπουλοςΓεώργιος ΤζιτζικάκηςΘεόφιλος Γιαννόπουλος
Ασημίνα ΞηρογιάννηΝίκος ΚρίκαςΣοφία ΓουδετσίδουMargaret DalkourΝάντια ΠαπαθανασοπούλουΓιώργος ΔάμτσιοςΓρηγόρης Τριγλίδης