Ο νταής

Πρόλογος
Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου όπου ένιωθα αποστροφή για το πόνημά μου. Μακάρι να μην είχα τους λόγους, τις αιτίες ή τις αφορμές για να γράψω κάτι σαν κι αυτό. Εύχομαι να ήταν ένα όμορφο παραμύθι σαν όλα τα υπόλοιπά· ένα μυθιστούργημα όπως μου αρέσει να αποκαλώ τα έργα μου. Δυστυχώς όμως δανείζεται πολλά γεγονότα από την πραγματικότητα.
Αυτό που διαπίστωσα συγγράφοντας το συγκεκριμένο διήγημα είναι πως τα σκληρότερα σενάρια τα γράφει η ίδια η ζωή. Πως οι μυθοπλαστικές ιστορίες δανείζονται από την πραγματικότητα και όχι το αντίθετο.
Ο «νταής» είναι ένα διήγημα το οποίο όταν τελείωσα ευχήθηκα να μην είχα γράψει γιατί περιέχει πολύ σκληρές εικόνες που ίσως αποστρέψουν μερικούς όπως έκαναν σε εμένα. Ήταν αρκετές οι φορές που ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγει και άλλες τόσες που έσβησα μεγάλα κομμάτια παραγράφων για να τα αποτυπώσω ηπιότερα στη συνέχεια.
Το συγκεκριμένο έργο είναι ακατάλληλο για ανηλίκους κάτω των δεκαοχτώ ετών καθώς περιέχει σκηνές με πολλή βία, ψυχολογική και σωματική. Αν κάποιος θεωρεί πως δεν θέλει να έρθει σε επαφή με κάτι τόσο ακραίο καλύτερα να μην το διαβάσει.

Σας ευχαριστώ
Κωνσταντίνος Βαρδής
Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα που «δεν» συνέβησαν ποτέ…

Μέρος 1ο

-«Εντάξει…» ψέλλισε κλαίγοντας ο μικρός Αλέξανδρος μόλις βγήκε από το ντουλάπι όπου τον είχαν κλείσει οι φίλοι του για να κάνει το juke box. Τα ρούχα του ήταν σκισμένα και το δεξί του μάτι μαυρισμένο. Τι θα έλεγε στη μητέρα του αυτή τη φορά; Οι δικαιολογίες του είχαν τελειώσει εδώ και πολύ καιρό. Τη μία είχε πέσει από τη σκάλα, την άλλη είχε κουτουλήσει σε κάποιο ντουλάπι· και γενικότερα έτσι κυλούσε η ζωή του πίσω από τις κλειστές πόρτες του ολοήμερου ιδιωτικού σχολείου.
†††

   Ο Αλέξανδρος ήταν δώδεκα χρονών και προερχόταν από βιοπαλεστική οικογένεια. Ο πατέρας του αναγκαζόταν να κάνει δύο και τρεις, καμιά φορά, δουλειές για να προσφέρει τα καλύτερα στον μοναχογιό του. Τα πρώτα χρόνια της σχολικής του ζωής ήταν υπόδειγμα μαθητή, χαρακτήρα και καλών τρόπων. Χρόνο με τον χρόνο όμως άλλαζε στάση χωρίς ωστόσο να εκδηλώνει σε οικείους ή γνωστούς τον εφιάλτη που βίωνε μέσα στο κολαστήριο όπου υποτίθεται πως θα αποκτούσε γνώση και μόρφωση. Πάντοτε εσωστρεφής κρατούσε μέσα του όσα, ασφυκτικά, τον έπνιγαν· ντρεπόταν. Είχε μάθει πως οι άντρες δεν κλαίνε, πως υπομένουν στις δυσκολίες και νικούν.
   Οι τάξεις πέρναγαν και νέα πρόσωπα έμπαιναν στην ζωή του· άλλα για καλό και άλλα για κακό. Το ιδιωτικό σχολείο όμως προσάρμοζε τις ανοχές του απέναντι σε κάθε μαθητή ανάλογα με το οικονομικό κασέ του κάθε κηδεμόνα. Ο Μανώλης, ή αλλιώς «Μαλώνεις», όπως τον αποκαλούσαν, ήταν νέος στην τάξη και από τις αρχές είχε επιδείξει παραβατική συμπεριφορά. Ήταν το μοναχοπαίδι που ποτέ του δεν είχε στερηθεί τίποτα. Μητέρα δεν είχε γνωρίσει, όχι πως δεν είχε. Απεναντίας… είχε τρεις… φιλιππινέζες να τον μεγαλώνουν και να βρίσκονται στο πλευρό του κάθε φορά που η πολυάσχολη βιολογική του μητέρα δεν μπορούσε να παρευρεθεί δίπλα του.
   Οι υποχρεώσεις της ήταν πολλές αφήνοντας ένα διαρκές κενό στον ψυχισμό του Μανώλη, το οποίο φρόντιζε να καλύπτει με αμέτρητα νέα παιχνίδια κάθε χρόνο. Κανείς δεν μπορούσε, βέβαια, να κατηγορήσει τη, σκληρά εργαζόμενη, μάνα που δεν έχανε ευκαιρία να ταξιδεύει στις κρύες κι αφιλόξενες Άλπεις ή στις ηλιοκαμένες Μαλδίβες για να φέρει εις πέρας τις επαγγελματικές της υποχρεώσεις.
   Ο Μανώλης ήταν και αυτός θύμα του νεοπλουτισμού. Θαμπωμένος από τον υλισμό κι από την εύκολη λύση της αβίαστης εκπαίδευσης αγνοούσε την πραγματική ουσία που ξεγλιστρούσε μέσα από τα χέρια του. Σαν παιδί δεν ένιωσε ποτέ του το πατρικό χάδι, τον χτύπο της καρδιάς στο στέρνο της μητέρας και ό,τι άλλο είχαν τα πολύ φτωχότερά του παιδιά.
   Ο γάμος των γονιών του έγινε από συμφέρον για να χωρίσουν λίγους μήνες αργότερα. Ο πρωταρχικός τους σκοπός ήταν η αύξηση, μέσω της ένωσης, των επιχειρήσεών τους. Οι προσωπικές τους σχέσεις όμως ήταν το αγκάθι ανάμεσά τους καθώς δεν υπήρχε ίχνος αγάπης μεταξύ τους. Λίγο καιρό αργότερα το μοιραίο έγινε. Ο πατέρας τους εγκατέλειψε αφήνοντάς τους ένα μεγάλο μέρος της δικής του περιουσίας. Η μητέρα φρόντισε μέσω της δικής της επιχείρησης, δουλεύοντάς την στο έπακρο, να ανθίσει τα εναπομείναντα περιουσιακά στοιχεία.
   Η Σύλβια ήταν μια Ελληνίδα με ρίζες από το εξωτερικό. Πάντα όμορφη τραβούσε τα βλέμματα του αντρικού και γυναικείου πληθυσμού συγχρόνως. Οι άντρες την ποθούσαν, οι γυναίκες τη φθονούσαν. Αρκετές φορές είχε προτάσεις για να ασχοληθεί με τις πασαρέλες αλλά τα χρήματα που θα κέρδιζε δεν θα άγγιζαν σε καμιά περίπτωση αυτά της δικής της επιχείρησης. Το δικό της φιλόπτωχο ταμείο είχε μάθει να το δουλεύει από μικρή ακολουθώντας τις συμβουλές της μητέρας της. «Στόχος είναι τα λεφτά…» της έλεγε κάθε βράδυ όταν την έβαζε για ύπνο φουσκώνοντας τα μυαλά της με ιδέες και μεγαλεία.
   Έτσι στην εφηβεία της βρήκε αρκετούς χορηγούς για να χτίσει τις προϋποθέσεις ώστε η επιχείρησή της να επεκταθεί πέρα από το εκείνο το κομμάτι του κορμιού της που βρισκόταν ανάμεσα στα πόδια της. Τα πάντα είχαν μπει σε μια σειρά και το ινστιτούτο ομορφιάς της θα έκανε τα εγκαίνιά του. Ο μεγάλος της ευεργέτης ήταν ο Γιώργος· ο άνθρωπος όπου χρόνια αργότερα του χάρισε την αγνότητά της κάτω από το λευκό ημιδιάφανο πέπλο ανεβαίνοντας τα σκαλιά της εκκλησίας.
   Ο Γιώργος ήταν επιχειρηματίας. Τα πάντα ήταν αριθμοί για εκείνον και τους είχε εκπαιδεύσει να λειτουργούν προς το συμφέρον του. Πολλές φορές το ένα κι ένα δεν έκανε δύο, αλλά τρία, ή και ενάμιση. Το μυαλό του όμως βραχυκύκλωσε όταν αντίκρισε για πρώτη φορά την αιθέρια ύπαρξη που άκουγε στο όνομα Σύλβια. Αυτός ήταν που ανέλαβε να εξαπλώσει το ινστιτούτο ομορφιάς της σε μερικές ακόμη περιοχές.
   Η αρχή του γάμου τους ήταν όπως όλων· γεμάτη πάθος, σεξ και υποσχέσεις για αιώνια πίστη και αγάπη. Το μέλι όμως στην κορυφή του βαρελιού ήταν πιο λίγο από ο,τι υπολόγιζαν και δεν άργησαν να φτάσουν στον πάτο που ήταν καλυμμένος με σκατά. Αυτό έγινε μόλις ο Μανώλης ήρθε στη ζωή. Καμιά υπηρέτρια δεν μπόρεσε να φέρει τις χαμένες ισορροπίες.
   Καυγάδες ξεσπούσαν μπροστά στα μάτια του μικρού παιδιού που κρυβόταν κάτω από το κρεβάτι, κλείνοντας τα αυτιά του και τραγουδώντας δυνατά, για να μην ακούει τα ξεσπάσματα θυμού τους. Η Σύλβια προσπάθησε να στηριχτεί στα πόδια της. Οι λάθος επαγγελματικές κινήσεις έκαναν το ένα ινστιτούτο μετά το άλλο να κλείνουν. Ο Γιώργος δεν άντεξε παρατώντας και τους δύο. Τα δικαστήρια όρισαν μια υψηλή διατροφή στον Γιώργο που ακολουθούσε με θρησκευτική ευλάβεια τον πρώτο καιρό ώσπου σταμάτησε.
   Η Σύλβια αναγκάστηκε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της αναλαμβάνοντας την οικονομική υποστήριξη της οικογενείας της. «Παλιά μου τέχνη κόσκινο…» μονολόγησε έχοντας πλήρη γνώση του ποια ήταν και τι έκανε στ’ αλήθεια. Ήταν κυρία με Π κεφαλαίο. Οι καρποί της επανεισόδου της δεν άργησαν να καρποφορήσουν. Ο ένας λεφτάς μετά τον άλλον, της εξασφάλιζαν ένα καλό μηνιαίο εισόδημα, σπίτι, αυτοκίνητο, ιδιωτικό σχολείο για τον γιο της, οικιακές βοηθούς και ένα σωρό άλλα που έμοιαζαν τελείως άχρηστα για τον απλό μέσο κάτοικο αυτού του πλανήτη. Εκείνη όμως δεν μπορούσε να μην επισκεφθεί μέρα παρά μέρα το προσωπικό της κομμωτήριο όπου θα σπαταλούσε το ευτελές ποσό των 1500 ευρώ, τουλάχιστον, για μερικές καλοχτενισμένες μπούκλες μαλλί.
   Με τα χρήματα κατάφερε να αγοράσει τα πάντα εκτός από μία καλή ανατροφή για τον γιο της. Αυτός συνέχιζε δίχως έλεγχο να παρενοχλεί πιο αδύναμους, από αυτόν, συμμαθητές του και οι δάσκαλοι δεν φαίνονταν να κάνουν κάτι για να το διορθώσουν. Θύτης, θύμα; Μια παροιμία λέει πως σαν κατουρήσεις στην θάλασσα θα το βρεις στο αλάτι. Η πορεία θα έδειχνε.

†††

   Η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο όταν ο μικρός Αλέξανδρος αναγκάστηκε να ζητήσει βοήθεια από την πρώτη καθηγήτρια που βρήκε μπροστά του. Το όνομά της ήταν Ηλέκτρα και έπεσε πάνω της όταν την είδε να περπατάει αμέριμνη στον σχολικό διάδρομο που ένωνε τις δύο πτέρυγες. Δεν το έκανε επίτηδες.
-«Πρόσεχε παιδάκι μου… στραβό είσαι;» ήταν η πρώτη της αντίδραση πριν προλάβει ο Αλέξανδρος να αρθρώσει λέξη.
   Ο νεαρός στεκόταν μπροστά της λαχανιασμένος προσπαθώντας να βάλει τις σκέψεις του σε σειρά. Εκείνη περίμενε φανερά ενοχλημένη αδιαφορώντας για την ατημέλητη εικόνα του μαθητή. Από τις σκάλες ξεπρόβαλαν και οι θύτες που τον υπέβαλαν σε ένα καθημερινό βασανιστήριο.
-«Κυρία…» ψέλλισε, «Χρειάζομαι βοήθεια… σας παρακαλώ…» η σπλήνα του κόντευε να σπάσει. Με τα χέρια του κρατούσε την κοιλιά του και ζοριζόταν για να σταθεί όρθιος. Η δασκάλα είδε τον όχλο να καταφθάνει από πίσω του. Απευθύνθηκε στον Αλέξανδρο καταλαβαίνοντας προφανώς τι συνέβαινε.
-«Δεν θέλω να ακούσω λέξη. Μην με ανακατεύεις εμένα με αυτά. Ό,τι θέλεις, να πας στον διευθυντή…» είπε και συνέχισε το αυτοματοποιημένο της βήμα με ένα αίσθημα βαθιάς ικανοποίησης πως είχε ανταποκριθεί επάξια και σήμερα στις σχολικές της υποχρεώσεις που την ήθελαν περισσότερο λειτουργό-παιδαγωγό παρά δασκάλα. Με ένα πλατύ χαμόγελο απομακρύνθηκε μέχρι που χάθηκε κατεβαίνοντας τα σκαλιά.
-«Είσαι και καρφί, ε;» φώναξε ο Μανώλης σπρώχνοντάς τον δυνατά στο στήθος. Ο Αλέξανδρος έπεσε με την πλάτη καθώς ένας τρίτος είχε σκύψει πίσω από τα πόδια του για να μην μπορέσει να σταθεί όρθιος. Είχε αποτέλεσμα. Το κεφάλι του χτύπησε τόσο δυνατά ώστε να ακουστεί ένας γδούπος τραντάζοντας τον τσιμεντένιο διάδρομο. Αν ήταν καρπούζι θα είχε σπάσει.
   Η παρέα διαλύθηκε τρέχοντας. Ο Αλέξανδρος έμεινε μονάχος για τα επόμενα πέντε λεπτά προσπαθώντας να ανακτήσει τις αισθήσεις του. Σήκωσε αργά το κεφάλι του πιάνοντάς το από πίσω με το δεξί του χέρι. Το έφερε μπροστά. Η παλάμη του ήταν καλυμμένη με αίμα. Κοίταξε τριγύρω. Ήταν μόνος στον διάδρομο. Το κουδούνι είχε χτυπήσει λίγη ώρα πριν και όλοι βρίσκονταν μέσα στις τάξεις. Ακόμη μία απουσία στο απουσιολόγιό του. Δεν τον πείραξε. Έτσι κι αλλιώς δεν ήθελε πια να πηγαίνει σε αυτό το σχολείο. Είχε αποφασίσει να το πει και στους δικούς του.
   Ο Αλέξανδρος φοιτούσε στην έκτη τάξη του δημοτικού. Αποκομμένος και ντροπιασμένος πλέον από όλους περνούσε μονάχος κάθε λεπτό της κάθε ημέρας στο σχολείο. Ήταν στο τέλος της χρονιάς και το μόνο που του έδινε κουράγιο ήταν ότι σε λίγες μέρες δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά τον θύτη του. Είχε αποφασίσει μάλιστα να μην πάει ούτε στην γιορτή της αποφοίτησης όπου θα ήταν μαζεμένα και τα τέσσερα τμήματα της έκτης δημοτικού. Εκεί θα ήταν κι αυτή· η Μαρία. Την αγαπούσε από την πρώτη δημοτικού. Τον πρώτο καιρό που γνωρίζονταν είχαν αναπτυχθεί αμοιβαία συναισθήματα. Τα πράγματα άλλαξαν όμως όταν ο Μανώλης είχε έρθει στο σχολείο. Μετά από κάποιο διάστημα άρχισε κι αυτή να τον κοροϊδεύει και να τον δείχνει με το δάκτυλο. Είχε γίνει ο περίγελος του σχολείου. Δεν ήξερε τι είχε κάνει και άξιζε τέτοια συμπεριφορά. Πλέον κανείς δεν τον έκανε παρέα, δεν τον υποστήριζε. Όλοι φοβόντουσαν τον νταή του σχολείου. Φοβόντουσαν μην στοχοποιηθούν κι εκείνοι όπως ο Παναγιώτης, ο Βαγγέλης, ο Νίκος, ο Ηλίας και τώρα ο Αλέξανδρος.
   Το τελευταίο πρωινό της σχολικής χρονιάς ξημέρωσε για τον φοβισμένο νέο. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη που αυτό το βασανιστήριο θα λάμβανε τέλος. Ήταν αποφασισμένος να αφήσει πίσω του ό,τι τον στενοχωρούσε. Θα προσπαθούσε να περάσει ένα αξέχαστο καλοκαίρι ώστε να μαζέψει δυνάμεις για τη νέα χρονιά που θα ήταν γεμάτη με νέα πρόσωπα. Είχε μιλήσει στους γονείς του και είχαν αποφασίσει να τον γράψουν σε ένα ολοήμερο καθώς ο πατέρας του είχε δεχτεί μια δουλειά που θα εξασφάλιζε ένα καλύτερο αύριο σε όλη την οικογένεια. Αυτή ήταν η ευκαιρία για όλους. Η μητέρα εργαζόταν κι αυτή από το πρωί ως το βράδυ κι έτσι αδυνατούσε να βρίσκεται στο σπίτι τις ώρες που θα σχολούσε ο Αλέξανδρος. Το ολοήμερο σχολείο ήταν η καλύτερη λύση.
   Ακόμη ένα σημάδι που σηματοδοτούσε το τέλος της σχολικής χρονιάς άφησε ο Μανώλης στο πρόσωπο του Αλέξανδρου.
-«Μην ανησυχείς μητέρα. Έπεσα από τη σκάλα» απάντησε για πολλοστή φορά στην ερώτηση της μητέρας του. Εκείνη κούνησε το κεφάλι. Όσες φορές είχε προσπαθήσει να του εκμαιεύσει πληροφορίες έπεφτε πάντα σε αδιέξοδο. Κατά βάθος ήξερε τι απασχολούσε τον γιο της αλλά δεν ήξερε με ποιον τρόπο να τον βοηθήσει πρακτικά. Είχε προσπαθήσει στο παρελθόν να μιλήσει με τον διευθυντή του σχολείου, μα όταν έφτανε η ώρα να πάρει θέση ο μικρός Αλέξανδρος, κάθε προσπάθειά της έπεφτε στο κενό. Πώς να αποδείξεις κάτι όταν ο βασικότερός μάρτυράς σου κάνει πίσω;
   Αν και χτυπημένος ο Αλέξανδρος ένιωθε χαρά. Σε λίγες μέρες θα επισκεπτόταν την καλοκαιρινή κατασκήνωση. Εκεί τον γνώριζαν. Εκεί ήταν «κάποιος» καθώς αποκάλυπτε μία πλευρά του που κανείς δεν γνώριζε όλα αυτά τα έξι χρόνια στο δημοτικό. Είχε φίλους, ήταν δημοφιλής και πολλές φορές το κέντρο της παρέας.
   Οι διακοπές την κατασκήνωσης ξεκίνησαν κι αυτός είχε μπει για τα καλά στην εφηβεία. Νέα ερεθίσματα κέντριζαν το ενδιαφέρον του. Οι ορμόνες του χτυπούσαν κόκκινο κάθε φορά που βρισκόταν κοντά σε μεγαλύτερες κοπέλες αυτό αυτόν. Αυτές οι καμπύλες, η μυρωδιά, η φρεσκάδα… τον έκαναν να ονειρεύεται κάθε βράδυ που έπεφτε, εξαντλημένος από τα αθλήματα, στο κρεβάτι του.
   Αν και κουραζόταν σωματικά η ψυχή του μέρα με τη μέρα γινόταν όλο και πιο ανάλαφρη. Οι καθημερινές ασχολίες τον είχαν βάλει σε μια ευχάριστη ρουτίνα κάνοντας τον καιρό να περνάει ακατάπαυστα γρήγορα. Κόντευε σχεδόν μέσα καλοκαιριού όταν η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε στην κατασκήνωση να έρθουν εκτάκτως δύο νέοι μαθητές.

†††

-«Παιδιά…» φώναξε ο ομαδάρχης την ώρα που όλη η ομάδα σιτιζόταν μέσα στο ειδικά διαμορφωμένο ξύλινο χώρο.
   Αυτή ήταν η τραπεζαρία στην οποία συγκεντρώνονταν για μεσημεριανό και βραδινό όλες οι ομάδες. Εκεί μπορούσες να ακούσεις πολλά γέλια και ιστορίες από την καθημερινότητα των παιδιών. Ο Αλέξανδρος είχε αφήσει πίσω του κάθε δυσάρεστη ανάμνηση συγκεντρώνοντας δυνάμεις για μια νέα σχολική χρονιά με νέους φίλους και νέες εμπειρίες. Ήταν ο μόνος που δεν γύρισε καθώς με κλειστά μάτια απολάμβανε το νοστιμότερο κοκκινιστό που είχε φάει ποτέ στην ζωή του. Άλλωστε δεν ήταν η πρώτη φορά που οι ομαδάρχης ζητούσε την προσοχή τους για διάφορες ανακοινώσεις. Άλλωστε η ώρα του βραδινού ήταν και η μοναδική ώρα της ημέρας στην οποία μπορούσε να βρει όλο το τάγμα συγκεντρωμένο στην τεράστια αίθουσα. Όλα τα παιδιά γύρισαν το κεφάλι να αντικρίσουν τον ομαδάρχη που επικαλέστηκε την προσοχή τους.
-«Θα ήθελα να σας συστήσω το νέο σας γείτονα, μιας και θα μένει στη νέα πτέρυγα που μόλις τελείωσε. Ο Μανώλης…»
   Ένα δυνατό χειροκρότημα ξέσπασε μέσα στην αίθουσα δηλώνοντας την αποδοχή του νέου τους συνκατασκηνωτή. Το αίμα πάγωσε μέσα στις φλέβες του Αλέξανδρου απλά και μόνο στο άκουσμα του ονόματος του μεγαλύτερου του εφιάλτη. Τα χέρια του ίδρωσαν και το στομάχι του έσφιξε αναγκάζοντάς τον να φτύσει ξανά στο πιάτο το μασημένο του φαγητό. Ακόμη δεν είχε γυρίσει να δει αν όντως ήταν αυτός· ευχόταν να μην ήταν. Σύγκρυα κατέλαβαν το κορμί του. Το όνομά του τον κυνηγούσε σαν αρχαία κατάρα από την οποία δεν μπορούσε να απαλλαγεί. Μάζεψε όλο του το κουράγιο και γύρισε αργά το κεφάλι του ελπίζοντας να μην επαληθευτούν οι χειρότερες φοβίες του. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά έτοιμη να εκραγεί μέσα στο στήθος του και παρά τη ζέστη, κρύος ιδρώτας του έκοβε την ανάσα.
   Το βλέμμα του έπεσε πάνω στον νεοφερμένο κατασκηνωτή. Τα χέρια του παράλυσαν. Ήταν Ο Μανώλης και τον είχε ήδη εντοπίσει καθώς στο πρόσωπό του ήταν σχηματισμένο ένα σαρδόνιο χαμόγελο σα να του μαρτυρούσε πως αυτή τη φορά θα το διασκέδασε ακόμη περισσότερο.
   Ο Αλέξανδρος δεν άντεξε και έφυγε τρέχοντας τραβώντας τα βλέμματα των γύρων του. Τα πόδια του άρχισαν να τρέμουν και να έχει σκοτοδίνες. Το κορμί του κυριεύτηκε από μία κρίση πανικού αναγκάζοντάς τον να ξεράσει ό,τι είχε φάει μέχρι στιγμής. Θέλησε να καλέσει στο τηλέφωνο τους γονείς του και να τους παρακαλέσει να έρθουν να τον πάρουν από εκεί. Περπάτησε αναπνέοντας τον καθαρό αέρα της φύσης. Ένιωσε τον απαλό άνεμο να παίρνει μακριά τις ανησυχίες του. Μπήκε στο μικρό δάσος που βρισκόταν στο κέντρο της κατασκήνωσης. Μπροστά του βρισκόταν ένα ξύλινο παγκάκι φτιαγμένο από κομμένους κορμούς. Έκατσε. Στο φως του φεγγαριού μπορούσε να διακρίνει χαραγμένα με σουγιά στιχάκια όπως ο Κώστας αγαπάει τη Στέλλα, η Μαρία τον Νίκο, η Ειρήνη τον Τάκη και ένα σωρό άλλα. Κι αυτός αγαπούσε την παλιά του συμμαθήτρια αλλά είχε ντροπιαστεί τόσο πολύ στα μάτια της που δεν θα τόλμαγε ποτέ του να κάνει κάτι για να την διεκδικήσει.
-«Μακάρι να μην φοβόμουν τίποτα. Μακάρι να ήμουν πιο γενναίος…» ψέλλισε καθώς μερικά δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά του.
Στο μυαλό του ήχησαν τα λόγια του πατέρα του.
-«Γενναίος δεν είναι αυτός που δεν φοβάται τίποτα. Γενναίος είναι αυτός, που παρά τον φόβο του, κοιτάει τον κίνδυνο στα μάτια και τολμάει.»
-«Πώς να τολμήσω…; Δεν μου έδειξες τον τρόπο…» παραμίλησε χωρίς να υπάρχει κάποιος να τον ακούσει τριγύρω, ή μήπως υπήρχε; Ένα απαλό χάδι στον ώμο τον έκανε να γυρίσει απότομα. Ο Μανώλης έστεκε πίσω του δίνοντάς του ένα δυνατό χτύπημα κατευθείαν στη μύτη. Ο εφιάλτης μόλις είχε ξεκινήσει.

†††

   Ήταν μεσημέρι και οι ομαδάρχες είχαν επισκεφθεί το διοικητήριο της κατασκήνωσης. Ο ιδιοκτήτης ήθελε να μιλήσει στους αρχηγούς των ομάδων καθώς πολλά ερωτηματικά είχαν γεννηθεί στους αρχηγούς των ομάδων.
-«Γνωρίζετε πως δεν δεχόμαστε παιδιά στα μέσα της περιόδου. Ο Μανώλης όμως είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση καθώς μας ήρθε εσπευσμένα λόγω μίας έκτακτης επαγγελματικής υποχρέωσης της μητέρας του, η οποία θα την αναγκάσει να λείψει για το εξωτερικό για μερικές μέρες. Κανονικά θα αρνιόμουν, όπως έχω κάνει και στο παρελθόν, όμως πληροφορήθηκα πως πρόκειται για μονογονεϊκή οικογένεια και είναι χρέος μας, σαν άνθρωποι, να προσφέρουμε, όπου χρειάζεται, την βοήθειά μας.»
   Όλοι οι παρευρισκόμενοι συμφώνησαν κουνώντας τα κεφάλια αφού κοιτάχτηκαν στα μάτια ακούγοντας τον διευθυντή που συνέχιζε να μιλάει.
-«Επιπρόσθετα η μητέρα του μας κατέβαλε ολόκληρο το ποσό, σα να ήταν ο Μανώλης εδώ από την αρχή, κι ακόμη κάτι παραπάνω για να μας ευχαριστήσει για την καλή διάθεση που επιδείξαμε. Ξέρετε πως μου αρέσει να σας φροντίζω και πως βλέπετε πια αυτή την επιχείρηση σαν το σπίτι σας εφόσον είστε εδώ τόσα χρόνια. Οπότε σας μάζεψα εδώ για να σας δώσω ένα μικρό μπόνους για όλα αυτά τα χρόνια της προσφοράς σας εδώ.»
-«Σας ευχαριστούμε πολύ!» απάντησαν οι ομαδάρχες.
-«Μην ευχαριστείτε εμένα, αλλά τη μητέρα του Μανώλη η οποία επέμεινε μάλιστα.»
   Οι ομαδάρχες έλαβαν την επιταγή στην οποία αναγραφόταν ούτε λίγο ούτε πολύ ο μισθός του μήνα για τον καθέναν τους. Ήδη συμπαθούσαν τον Μανώλη και τη μητέρα του και ήταν αποφασισμένοι να κάνουν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για την ευχάριστη διαμονή του νέου.

†††

   Οι μέρες κύλησαν γρήγορα με τον Αλέξανδρο να προσπαθεί να αποφύγει, όπως ο διάβολος το λιβάνι, τον μεγαλύτερό του εχθρό. Ο Μανώλης από την πρώτη μέρα δεν τον είχε ξανά πειράξει. Απλά στεκόταν σε κάθε γωνιά παρατηρώντας τις κινήσεις του παλιού του θύματος. Αυτό τρομοκρατούσε ακόμη περισσότερο τον ανυπεράσπιστο νέο καθώς αισθανόταν πως κατέγραφε τις κινήσεις του και θα χτυπούσε όταν ερχόταν η ώρα. Και δεν έκανε λάθος. Ήταν σύμπτωση; Ήταν ατύχημα ή δολιοφθορά;
   Ο Αλέξανδρος βρισκόταν σχεδόν μονάχος μετά το πέρας του προγράμματος κάνοντας ντους στα λουτρά. Του άρεσε να απολαμβάνει το μπάνιο του όσο πιο ήσυχα γινόταν. Το καυτό νερό κυλούσε από πάνω του τόσο λυτρωτικά νιώθοντας να παίρνει μακριά του κάθε πρόβλημα και να το εξαφανίζει μέσα στο σιφόνι όπως ρουφούσε τα νερά. Αν και καλοκαίρι, εκείνος αποζητούσε την θέρμη ακόμη και στο ντους του. Ίσως με αυτό τον τρόπο ζεσταινόταν και η φοβισμένη του ψυχή.
   Μέσα στις σκέψεις του κυριαρχούσαν, σαν κολλημένο πικάπ στις ίδιες στροφές, τα λόγια του πατέρα του. «Γενναίος είναι αυτός που παρά τον φόβο τολμάει.» Το νερό ξάφνου πάγωσε κόβοντάς του κυριολεκτικά την ανάσα. Ο Αλέξανδρος σχεδόν ούρλιαξε και πετάχτηκε έξω από τον παγωμένο καταρράκτη που έπεφτε πάνω στο κεφάλι του. Η ταραχή ήταν μεγάλη και οι λίμνες που είχαν σχηματιστεί γύρω του ήταν η αιτία να βρεθεί ξαπλωμένος ανάσκελα στο πλακόστρωτο πάτωμα. Μία κραυγή πόνου βγήκε από τα χείλη του συνοδευόμενη από ένα σατανικό γέλιο στην άλλη άκρη του χώρου. Το νερό ακουγόταν σαν ασταμάτητη βροχή να μαστιγώνει τη ντουζιέρα.
-«Ποιος…;» είπε χαμηλόφωνα και σηκώθηκε αργά χωρίς να είναι σίγουρος αν ήθελε να μάθει ποιος στ’ αλήθεια του έκλεισε τη ζεστή παροχή νερού.
Ένας γρήγορος βηματισμός ακούστηκε να απομακρύνεται ώσπου χάθηκε από τη δεύτερη έξοδο του χώρου.
-«Πρέπει να βρω τη δύναμη να τον αντιμετωπίσω. Πρέπει να φανώ γενναίος. Είμαι γενναίος» ψέλλισε σφίγγοντας τα δόντια.
-«Αυτή η υπόθεση πρέπει να λάβει ένα τέλος…» είπε με θυμό και σηκώθηκε προχωρώντας γρήγορα ως εκεί που είχε αφήσει τα ρούχα του.
   Τα ρούχα του έλειπαν. Πουθενά παπούτσια, πουθενά φανέλα, πουθενά έστω μια πετσέτα να καλυφθεί. Ξεφύσησε με απογοήτευση. Κατευθύνθηκε στους διακόπτες των φώτων και τους έκλεισε. Ευτυχώς έξω ήταν σκοτάδι και θα είχε την κατάλληλη κάλυψη ώστε να περάσει απαρατήρητος μέχρι τον κοιτώνα όπου κοιμόταν. Μόλις έφτασε άνοιξε αθόρυβα την πόρτα παρατηρώντας πρώτα τον χώρο. Τα φώτα ήταν σβηστά και όλοι, όπως φαινόταν, κοιμόντουσαν. Το κλασικό φως στην άκρη της αίθουσας ήταν αναμμένο σε περίπτωση ανάγκης να μην σκοντάψει κάποιο παιδί που θα ξυπνούσε το βράδυ. Με αργά κι αθόρυβα βήματα που θα ζήλευε η κάθε γάτα έφτασε μέχρι το κρεβάτι του όπου είχε από κάτω τη βαλίτσα με τα ρούχα του. Πήρε τα εσώρουχα, μία μπλούζα, ένα παντελόνι, κάλτσες και το δεύτερο ζευγάρι παπούτσια του και τα φόρεσε. Έκατσε λίγο στο κρεβάτι και αναλογίστηκε αυτό που είχε αποφασίσει να κάνει. Η λογική του έλεγε πως ήταν λάθος. Η δύναμη της παρόρμησης όμως τον ωθούσε να πάει μόνος στη νέα πτέρυγα όπου έμενε ο Μανώλης. Για να νιώσει ακόμη πιο ασφαλής έψαξε μέσα στην θήκη της βαλίτσας για το πολυεργαλείο που είχε φέρει μαζί του. Σε περίπτωση ανάγκης ίσως να χρειαζόταν να φοβερίσει τον νταή με κάποιον σουγιά. Κατάντια… σκέφτηκε. Θα γινόταν ίδιος με εκείνον ελπίζοντας σε ένα αίσιο τέλος.
-«Οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντας αντί οδόντος…» είπε θυμωμένα ίσως για να αιτιολογήσει αυτό που πήγαινε να κάνει.
   Το έβαλε στην κωλότσεπη και βγήκε με γρήγορα βήματα από τον κοιτώνα του. Περπάτησε προσεκτικά μέχρι τη νέα πτέρυγα όπου κι εκεί τα φώτα ήταν σβηστά. Λόγω της κατάστασης το κτίσμα δεν ήταν πολύ καιρό έτοιμο, έτσι δεν φιλοξενούσε παραπάνω από δύο με τρεις ομάδες παιδιών ακόμη. 
   Ο Αλέξανδρος σταμάτησε έξω από τους κοιτώνες διαπιστώνοντας νεκρική σιγή. Έσφιξε τις γροθιές του παίρνοντας μια βαθιά εισπνοή. Άκουσε τα κόκκαλα των δακτύλων του να σπάνε. Κοίταξε πίσω από την πλάτη του προς το μέρος του δικού του κοιτώνα. Ήξερε πως μέσα εκεί βρισκόταν ένα απαλό κρεβάτι όπου θα του χάριζε όμορφα όνειρα και ίσως μέσα σε αυτά να έβρισκε και τη λύση στο πρόβλημά του. Έτσι ευχόταν στο παρελθόν τουλάχιστον. Κάτι το οποίο δεν είχε συμβεί. Αντιθέτως ακόμη και σε αυτά γινόταν δέκτης βίας και αρνητικών σχολίων. Μόνο στον ξύπνιο του μπορούσε να ονειρευτεί με τα μάτια ανοικτά απονέμοντας την απελπισμένη του δικαιοσύνη κάνοντας πραγματικό κακό στον Μανώλη. Ποτέ δεν χαιρόταν να κάνει κακό στους άλλους όμως είχε φτάσει στα άκρα. Το ποτήρι ήταν ξέχειλα γεμάτο και κάθε σταγόνα πλέον το υπερχείλιζε σε έναν ορμητικό χείμαρρο που προσπαθούσε να κρύψει. Όχι όμως και αυτή τη βραδιά. Απόψε είχε αποφασίσει να δώσει ένα τέλος σε όλη αυτήν την ιστορία.
   Για έναν παράξενο λόγο, που δεν μπορούσε να καταλάβει, ένιωθε το στόμα του απελπιστικά ξερό, σαν ηλιοκαμένη άμμο, την ώρα που τα σάλια που εκκρίνονταν από το στόμα του τον έπνιγαν αναγκάζοντάς τον να καταπίνει συνεχώς. Η καρδιά του χόρευε και το στομάχι του είχε σφίξει. Ο φρέσκος αέρας που μετέφερε τις μυρωδιές των λουλουδιών, του καλοκαιριού και της θάλασσας τον ανακάτευαν για πρώτη φορά στη ζωή του. Διάβολε… ο Μανώλης ήταν τόσο μεγαλόσωμος που άνετα τον έκαναν για μαθητή λυκείου. Ακόμη κι αν τον αντίκριζε, πώς θα έβαζε ένα τέλος σε όλο αυτό;
   Πίεσε τον εαυτό του να κάνει το πρώτο βήμα. Το πρώτο βήμα έφερε και το δεύτερο και αυτό με την σειρά του το τρίτο. Σε λίγο έτρεχε αποφασισμένος να βάλει ένα τέλος με όποιον τρόπο μπορούσε. Πριν φτάσει στην εξώπορτα ένα φως στην άκρη του κοιτώνα άνοιξε. Ο Αλέξανδρος σταμάτησε φοβούμενος πως τον είχαν αντιληφθεί. Μετά άκουσε γέλια που περισσότερο έμοιαζαν με κραυγές επίδειξης και ανδρισμού. Χαμήλωσε το κεφάλι συνεχίζοντας το βήμα του ώσπου μπήκε μέσα ανοίγοντας απαλά την εξώπορτα.
   Βρισκόταν σε έναν μακρόστενο σκοτεινό διάδρομο που του θύμιζε πάρα πολύ αυτούς των σχολείων. Δεξιά κι αριστερά υπήρχαν εγκατεστημένοι φοριαμοί με τις απαραίτητες οριζόντιες γρίλιες στην κορυφή, λες και θα χρειαζόταν να μπει κανείς εκεί μέσα και να ζήσει για μέρες… σκέφτηκε. Το ταβάνι είχε μεγάλες λάμπες φθορισμού απόλυτα στοιχισμένες κατά μήκος σε μία σιδηροδρομική διάταξη που έφτανε μέχρι το τέλος του διαδρόμου. Ανά τρία ή τέσσαρα μέτρα βρίσκονταν πόρτες στα δεξιά και στα αριστερά αναγράφοντας σε ένα μικρό ταμπελάκι στο κέντρο τους τον αριθμό του δωματίου. Όσα δωμάτια φιλοξενούσαν παιδιά είχαν την αναγραφόμενη ετικέτα στο πλάι τους με τα ονόματα των παιδιών.
   Περπάτησε τόσο αργά χωρίς να μπορεί ούτε καν ο ίδιος να ακούσει τον εαυτό του περνώντας έξω από κάθε δωμάτιο διαβάζοντας με τον φακό που είχε το πολυεργαλείο του τα ονόματα. Μέχρι να φτάσει στο τέλος είχε διαβάσει γύρω στα δώδεκα ονόματα και πουθενά ανάμεσα δεν ήταν αυτό του εφιάλτη του ώσπου έφτασε στο τελευταίο και πιο απομονωμένο δωμάτιο. Έβγαλε το κάλυμμα από τον φακό και φώτισε την ταμπέλα δίπλα στην πόρτα. Το αίμα του πάγωσε μέσα στις φλέβες του ξανά. Ο άνθρωπος για τον οποίο είχε φτάσει ως εκεί διέμενε σε αυτό το δωμάτιο. Έσβησε τον φακό και κόλλησε το αυτί του στο ζεστό ξύλο. Ησυχία. Με το χέρι του άγγιξε το χερούλι. Σκεφτόταν να το γυρίσει.
   Ένα μακρόσυρτο σύρσιμο του απέσπασε την προσοχή κοιτώντας τον σκοτεινό διάδρομο. Δεν μπορούσε να δει κάτι, έτσι άναψε και πάλι τον φακό του φωτίζοντας σαν κλέφτης μέσα στο σκοτάδι. Ο χώρος ήταν άδειος. Κανείς δεν βρισκόταν κοντά του σε απόσταση δεκαπέντε μέτρων τουλάχιστον. Κοίταξε ξανά την πόρτα και ήταν το τελευταίο πράγμα που έκανε καθώς τα πάντα έσβησαν σα μηχανή που πατάς τον διακόπτη.

†††

   Είχε ξημερώσει. Αυτό ήταν αναμφισβήτητο καθώς έντονο φως χτυπούσε τα βλέφαρά του. Ο Αλέξανδρος άνοιξε απότομα τα μάτια παίρνοντας βαθιά αναπνοή, σα να του την είχαν στερήσει. Το κεφάλι του σφυροκοπούσε αλύπητα ένας πονοκέφαλος που όμοιό του δεν είχε ποτέ ξανά. Πίσω από το σβέρκο ου ένιωθε κάτι να κολλάει και μια έντονη μυρωδιά να τρυπάει τα πνευμόνια του.
-«Τι…;» ψέλλισε αδύναμα.
Μόλις είχε συνειδητοποιήσει πως στεκόταν όρθιος βλέποντας μπροστά του μια σειρά από οριζόντιες παράλληλες γρίλιες.
-«Όχι… δεν μπορεί. Δεν το πιστεύω.» άρθρωσε δυνατά και προσπάθησε να βάλει την παλάμη του πίσω στο κεφάλι του. Δυσκολεύτηκε πολύ όμως καθώς ο στενός λαμαρινένιος όρθιος τάφος εμπόδιζε πολύ τις κινήσεις του. Ήταν κλεισμένος σε ένα ερμάριο από αυτά που είχε δει το προηγούμενο βράδυ.
-«Πώς θα βγω; Θεέ μου…» παρακάλεσε παρατηρώντας πως στο ύψος της μέσης του βρισκόταν ένα αγκίστροειδές μάνταλο για να κρατάει την πόρτα κλειστή. Από έξω ήταν εύκολο να το γυρίσεις γιατί διέθετε το ανάλογο χερούλι. Από μέσα όμως ήθελε λίγη περισσότερη δύναμη. Ακόμη όμως κι αν κατάφερνε να το γυρίσει ίσως το ερμάριο να παρέμενε κλειδωμένο. Ευχήθηκε να έκανε λάθος και δοκίμασε, αγνοώντας τον πονοκέφαλο που δυνάμωνε με κάθε του σφίξιμο, να πιέζει δυνατά το μάνταλο. Στο τέλος τα κατάφερε και με ένα δυνατό σπρώξιμο η πόρτα άνοιξε χύνοντάς τον έξω σαν παραγεμισμένη ντουλάπα.
   Ο Αλέξανδρος έπεσε κάτω βάζοντας τα χέρια μπροστά. Το βλέμμα του σηκώθηκε κοιτώντας το ρολόι του τοίχου. Η ώρα ήταν ακόμη έξι το πρωί. Οι ομαδάρχες θα είχαν ξυπνήσει και σε μία ώρα θα έκαναν την καθημερινή καταμέτρηση και έλεγχο στους θαλάμους. Τα παιδιά θα σηκώνονταν σε δύο ώρες όμως οπότε θα έπρεπε να βρει έναν τρόπο να πάει στη θέση του χωρίς κανείς να αντιληφθεί τίποτα.
   Πριν κάνει οτιδήποτε έπιασε με το χέρι του το κεφάλι του, στο κέντρο του πόνου, νιώθοντας την ξεραμένη πληγή που λίγες ώρες πριν έσταζε αίμα. Ήξερε ποιος του το είχε προκαλέσει αλλά δεν μπορούσε να αποδείξει τίποτα. Το γέλιο του άλλωστε, όταν τον συνάντησε στην τραπεζαρία για το μεσημεριανό, του επιβεβαίωσε τα πάντα. Με μεγάλη επίδειξη ο Μανώλης έτριβε το κεφάλι του κάνοντας γκριμάτσες.
   Το φαγητό δεν ερέθιζε πια τους γευστικούς του κάλυκες με τον ίδιο τρόπο. Ο φόβος επισκίαζε τις αισθήσεις του. Στο τέλος έφτασαν οι φράουλες. Το αγαπημένο του φρούτο. Αυτές θα τις τιμούσε. Είχε μάθει να τις τρώει σαν γλυκό με λικέρ όπως τις έφτιαχνε η μητέρα του. Δεδομένης της περίστασης θα βολευόταν με λίγη ζάχαρη. Πήρε από το κέντρο του τραπεζιού τη ζάχαρη και μανιωδώς άρχισε να πασπαλίζει τις δροσερές και ζουμερές φράουλες που ευωδίαζαν με το πλούσιό άρωμά τους όλη την τραπεζαρία. Ο Μανώλης από την απέναντι μεριά τον κοιτούσε με ένα μυστηριώδες βλέμμα. Ο Αλέξανδρος προσπαθούσε να μην τον σκέφτεται και έβαλε με λαχτάρα δύο φράουλες, περασμένες στο πιρούνι του, μέσα στο στόμα του.
   Το πρόσωπό του ξίνισε. Μια γκριμάτσα αηδίας σχηματίστηκε σε κάθε του κύτταρο φτύνοντας πάνω στο τραπέζι τα ζουμερά φρούτα. Ο Μανώλης από απέναντι είχε ξεσπάσει σε γέλια.
-«Αλάτι…» ψιθύρισε ο Αλέξανδρος παραμερίζοντας με το χέρι του το πιάτο με τις φράουλες. Ο νταής από απέναντι μασούσε με ευχαρίστηση τις δικές του επιδεικνύοντας πόσο νόστιμες ήταν.
-«Ξέρω ποιος κρύβεται πίσω από αυτό…» μονολόγησε και σηκώθηκε να φύγει.
   Φτάνοντας στην εξώπορτα δύο παιδιά του έκλεισαν με διακριτικό τρόπο την έξοδο. Ο Αλέξανδρος γύρισε και κοίταξε ξανά το σημείο όπου στεκόταν ο Μανώλης. Καλά το είχε υποψιαστεί. Αν και λίγες μέρες στην κατασκήνωση είχε προλάβει να δικτυωθεί και να δημιουργήσει για άλλη μία φορά αυτούς που ψόφαγαν να γίνουν ακόλουθοι ενός τέτοιου τραμπούκου. Αμέσως γύρισε κατευθυνόμενος προς την δεύτερη έξοδο. Ευτυχώς αυτή δεν φυλασσόταν ακόμη, έτσι αποχώρησε για να αναζητήσει λίγες στιγμές ηρεμίας μακριά από όλους και όλα.
   Η πρώτη του προσπάθεια στέφθηκε ανεπιτυχής. Ίσως ο τρόπος να αντιμετωπίσει την κατάσταση να ήταν ένας. Αν μιλούσε στον ομαδάρχη του ίσως τα προβλήματά του να λύνονταν. Αν όμως δεν λύνονταν τότε θα επιδεινώνονταν όπως είοχε γίνει και στο δημοτικό. Εδώ όμως ήταν κατασκήνωση και όχι σχολείο. Ίσως εδώ να είχαν διαφορετική αντιμετώπιση.
   Την επόμενη μέρα έκανε την προσπάθειά του πηγαίνοντας στον διευθυντή. Περίμενε λίγες μέρες ώσπου να βγει το πόρισμα. Ο Μανώλης ήταν καθαρός. Δεν υπήρχαν μάρτυρες για τους ισχυρισμούς του Αλέξανδρου, ούτε καν ενδείξεις. Ο Αλέξανδρος έμεινε ακόμη μια φορά εγκλωβισμένος στον ίδιο του τον εαυτό να υπομένει όλη την ψυχολογική βία του νταή. Η συμπεριφορά του ήταν αλλαγμένη από όταν είχε πρωτοέρθει. Έτσι ο διευθυντής αποφάσισε να διαθέσει έναν κοιτώνα μονάχα για τον Αλέξανδρο αρκετά μακριά από τους υπόλοιπους.

†††

   Τις επόμενες μέρες δεν σημειώθηκε κάποιο επεισόδιο βρίσκοντας τον Αλέξανδρο πολύ πιο ήρεμο αλλά απομονωμένο. Εντωμεταξύ η νέα πτέρυγα είχε γεμίσει και με άλλους κατασκηνωτές καθώς ο διευθυντής είχε αποφασίσει να κάνει απόσβεση μέσα σε ένα καλοκαίρι μονάχα.
   Ήταν λίγες ώρες πριν το απόγευμα όταν ακούστηκε από το κεντρικό μεγάφωνο ο κλασικός ήχος όπου καλούσε όλη την κατασκήνωση για το μεσημεριανό. Ο Αλέξανδρος περίμενε μέσα στο δωμάτιό του κάνα τέταρτο μέχρι να πάνε όλοι και μετά να εμφανιστεί κι αυτός. Αισθανόταν πιο ήρεμος όταν όλοι περπατούσαν μπροστά του γνωρίζονταν πως δεν είχε κανέναν πίσω από την πλάτη του.
   Οι κοιτώνες πια είχαν αδειάσει και είχε έρθει η σειρά του Αλέξανδρου να αφήσει τον δικό του για να πάει να φάει το μεσημεριανό του. Καθόταν πάνω στο κρεβάτι του και σηκώθηκε για να τακτοποιήσει λίγο τα πράγματα για να πάει εκεί που έπρεπε. Αφού κλείδωσε όλα του τα συρτάρια πήγε στην πόρτα του δωματίου και άπλωσε το χέρι για να πιάσει το χερούλι. Λίγα εκατοστά πριν προλάβει να το αγγίξει η πόρτα άνοιξε απότομα χτυπώντας τον στη μύτη. Ο Αλέξανδρος δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Το μόνο που ένιωσε ήταν ένα αστραποβόλημα και μια λάμψη καθώς ο εγκέφαλός του ταρακουνήθηκε χτυπώντας δυνατά τα εσωτερικά τοιχώματα του κρανίου. Έχασε την ισορροπία πέφτοντας πίσω με τα μάτια γεμάτα δάκρυά στερώντας του την όραση για μερικά λεπτά. Όταν η όραση επανήλθε είδε τον Μανώλη με ακόμη δύο φίλους του να στέκονται πάνω από το κεφάλι του γελώντας χλευαστικά. Ο ένας έπιασε από το πίσω μέρος της τσέπης του ένα σχοινί που πέρασε στο λαιμό του Αλέξανδρου σφίγγοντάς το δυνατά. Ο άλλος κρατούσε τα χέρια του ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει ενώ λίγο πιο πέρα καθόταν ο αρχηγός τους παροτρύνοντάς τους να συνεχίσουν. Στο τέλος ο Μανώλης έδεσε σφικτά την άκρη του σχοινιού στη σωλήνα του καλοριφέρ.
   Οι τρεις τους τον άφησαν. Πλέον μονάχα το σχοινί τον κρατούσε δέσμιο. Ο Αλέξανδρος προσπάθησε να το λύσει. Ο Μανώλης γέλασε.
-«Άδικα προσπαθείς. Δυστυχώς για εσένα γνωρίζω πολύ καλά από κόμπους και αυτόν εδώ δεν θα μπορέσεις να τον λύσεις ποτέ σου.»
-«Σε παρακαλώ. Άφησέ με…» τον ικέτευσε.
-«Σκάσε ρε. Το ήξερα ότι ήσουν ρουφιάνος. Όπως ήσουν και στο δημοτικό. Σε κανόνισα όμως τότε και σε κανονίζω και τώρα.»
-«Γιατί; Γιατί μου το κάνεις αυτό; Τι σου έχω κάνει;»
Ο Μανώλης το σκέφτηκε. «Γιατί μου προκαλεί ευχαρίστηση να σε βασανίζω. Μου αρέσει να σε βλέπω να πονάς.»
-«Είσαι άρρωστος. Θα έπρεπε να λυπάσαι τον εαυτό σου. Πώς μπορεί να σου αρέσει κάτι τέτοιο; Δεν έχει πλάκα…»
-«Κι όμως έχει! Κοίταξέ μας πώς γελάμε!» απάντησε κοιτώντας και τους υπόλοιπους που έμοιαζαν να διασκεδάζουν με το θέαμα όσο αυτός.
Ο Αλέξανδρος κατάφερε να σηκωθεί μόλις τον άφησαν και στάθηκε στα πόδια του. Προσπάθησε ξανά να λυθεί χωρίς αποτέλεσμα όμως.
-«Λύσε με αλλιώς θα φωνάξω…» τον φοβέρισε.
-«Αν φωνάξεις θα σου καρφώσω αυτό στο μάτι.» είπε επιτακτικά και έβγαλε μέσα από την βερμούδα του έναν σουγιά.
Τον άνοιξε κουνώντας επιδεικτικά την κοφτερή του λεπίδα μπροστά στο πρόσωπο του φοβισμένου νέου. Σταγόνες κρύου ιδρώτα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά του.
-«Και τώρα γδύσου…»
-«Τι…;» ρώτησε έκπληκτος.
-«Με άκουσες πολύ καλά. Γδύσου.» τον διέταξε χώνοντάς του μια γροθιά στην κοιλιά ικανή να τον διπλώσει στα δύο.
Ο Αλέξανδρος έπεσε κάτω με κομμένη την ανάσα. Οι δύο άλλοι αφού τους έκανε νόημα ο Μανώλης έσκυψαν από πάνω του αρχίζοντας να του τραβάνε τα ρούχα αφαιρώντας από πάνω του ανήμπορος να αντιδράσει. Σε λίγο κειτόταν τελείως γυμνός κλαίγοντας με λυγμούς.
-«Σας παρακαλώ. Μη μου κάνετε κακό…» ικέτευσε για άλλη μια φορά.
-«Για ποιους μας πέρασες; Δεν έχουμε τέτοιο σκοπό. Αντιθέτως, θα παίξουμε ένα παιχνίδι.»
Ο Αλέξανδρος τον κοίταξε με απορία προσπαθώντας να συγκρατηθεί. Τα δάκρυα γρήγορα σταμάτησαν αν τρέχουν από τα κατακόκκινα μάτια του.
-«Γονάτισε μπροστά μου…»
-«Σε παρακαλώ. Όχι. Μην μου το κάνεις αυτό.»
-«Κάνε το και υπόσχομαι πως δεν θα σου κάνω κακό.» έτριψε την λεπίδα απαλά πάνω στο μάγουλό του.
Ο Αλέξανδρος υπάκουσε και γονάτισε μπροστά του.
-«Τώρα άνοιξε το στόμα σου…»
-«Μη…» πρόλαβε να αρθρώσει πριν δεχτεί ένα δυνατό χτύπημα στο πρόσωπο για να συμμορφωθεί.
-«Εσείς οι δύο ετοιμάστε τις φωτογραφικές μηχανές για να τραβήξετε φωτογραφίες…» έλεγε όσο ξεκούμπωνε το παντελόνι του.
Στη συνέχεια κατέβασε το βρακί του αποκαλύπτοντας τον ανδρισμό του. Οι δύο συνεργοί του τράβαγαν συνεχώς φωτογραφίες. Ο Αλέξανδρος μπόρεσε να μετρήσει γύρω στα πενήντα κλικ τουλάχιστον.
-«Αν μιλήσεις, αν πεις το οτιδήποτε… αυτές οι φωτογραφίες θα κάνουν τον γύρω του κόσμου και θα φτάσουν μέχρι τον τελευταίο άνθρωπο που έχεις γνωρίσει και θα γνωρίσεις ποτέ σου. Θα γίνεις ο μεγαλύτερος περίγελος. Δεν θα σε θέλει ποτέ κανείς και δεν θα κάνεις ποτέ σου σχέση με καμιά κοπέλα. Ποια θα θέλει να έχει για φίλο ή αγόρι της μια τρελή πουστάρα σαν κι εσένα που κάνει τσιμπούκια στους υπόλοιπους από τόσο μικρή ηλικία;»
-«Σε παρακαλώ… όχι. Μην το κάνεις αυτό.»
-«Αν δεν μου δώσεις το δικαίωμα δεν θα το κάνω. Αρκεί μονάχα να συμμορφωθείς και να κάνεις ό,τι σου ζητάμε και όποτε σου το ζητάμε. Συνεννοηθήκαμε;»
Ο Αλέξανδρος έγνεψε δίχως να έχει άλλη επιλογή. Ένιωθε την καρδιά του έτοιμη να εκραγεί μέσα στο στέρνο του. Το μεσημεριανό τελείωσε και οι κατασκηνωτές επέστρεφαν στους κοιτώνες τους για το μεσημεριανό τους διάλειμμα. Αν και πεινούσε, αν και προλάβαινε να πάει να φάει κάτι, δεν είχε πλέον όρεξη.

†††

   Την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα η τραπεζαρία δεν είδε καθόλου τον Αλέξανδρο. Κλεισμένος στον εαυτό του, μέσα στους τέσσερις τοίχους του δωματίου του βυθιζόταν στην άβυσσο της ανορεξίας χάνοντας ολοένα και περισσότερα κιλά. Ένιωθε άρρωστος, έμοιαζε με άρρωστο και ήταν άρρωστος. Αρκετοί ομαδάρχες είχαν προσπαθήσει να τον πλησιάσουν αλλά αυτός τους απέφευγε βρίσκοντας κάθε φορά και μία δικαιολογία. Όταν η κατάσταση έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την ψυχική υγεία του μικρού κατασκηνωτή, ο διευθυντής κάλεσε τη μητέρα του. Ο μικρός Αλέξανδρος αναγκάστηκε να παρευρεθεί σε αυτό το τηλεφώνημα.
-«Τι σου συμβαίνει Αλέξανδρε; Με κάλεσε ο διευθυντής και μου είπε πως κάτι σε απασχολεί. Έχεις απομονωθεί και δεν αφήνεις κανέναν να σε πλησιάσει. Έχουν να σε δουν στην τραπεζαρία μερικές μέρες και μου είπαν πως η γενική σου εικόνα δεν είναι και η καλύτερη.»
Ο Αλέξανδρος δεν μιλούσε. Η αναπνοή του νότιζε το πλαστικό του ακουστικού.
-«Αλέξανδρε, θα έρθω να σε πάρω.»
-«Όχι μαμά. Αλήθεια. Είμαι μια χαρά…» πιέστηκε να πει. «δεν θέλω να έρθεις να με πάρεις. Ειλικρινά δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα…» η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή.
-«Θα σε πάρω τηλέφωνο σε μια βδομάδα…» του απάντησε και διέκοψαν την επικοινωνία τους.
   Ο Αλέξανδρος βγήκε από το διοικητήριο και περπάτησε ξανά μέχρι τον δικό του κοιτώνα όπου τον περίμενε η προσωπική του φυλακή. Κατά την διαδρομή του ως εκεί συνάντησε αρκετά παιδιά στο μονοπάτι του όπου τον κοίταζαν δείχνοντάς τον συνωμοτικά. Ήξεραν δεν ήξεραν… δεν είχε καμιά σημασία. Ο Αλέξανδρος ντρεπόταν σα να γνώριζαν όλοι τα πάντα.
   Ένιωσε ελεύθερος όταν επιτέλους κλείδωσε την πόρτα του δωματίου πίσω του. Ελεύθερος μέσα στο δικό του ψυχολογικό κελί με τόσα ανάμεικτα και αντιδιαμετρικά συναισθήματα. Τα παράθυρα ήταν κλειστά εμποδίζοντας τις ζωοδότες ακτίνες του ηλίου να εισχωρήσουν στο εσωτερικό του κοιτώνα. Οι λάμπες κίτρινες πρόσδιδαν μία ακόμη πιο χλωμή όψη στο σκυθρωπό του πρόσωπο.
   Έκατσε στο κρεβάτι πιάνοντας το κεφάλι του. Οι μπούκλες των μαλλιών του μπερδεύτηκαν ανάμεσα στα δάκτυλά του. Με μανία άρχισε να τα τραβάει προσπαθώντας να τα ξεριζώσει από το κεφάλι του. Η ματιά του έπεσε στο ξύλινο γραφείο που βρισκόταν στην άκρη του δωματίου. Πάνω του περίμενε ανοικτό ένα ψαλίδι. Οι σκέψεις του κόντευαν να τον τρελάνουν. Ίσως να το έπιανε και με την άκρη του χάραζε λίγο το δέρμα του, ο πόνος να ήταν ικανός να τον κάνει να ξεχάσει λίγο τα προβλήματά του.
   Το έπιασε σφίγγοντάς το δυνατά ανάμεσα στις παλάμες του. Το κράτησε πάνω από τον αριστερό του πήχη. Πλησίασε την μυτερή άκρη στο δέρμα του πιέζοντας το μέταλλο μέσα στη σάρκα του. Σταμάτησε. Δεν είχε την δύναμη να συνεχίσει ή ακόμη το απαραίτητο μέγεθος του ψυχικού πόνου που θα τον ανάγκαζε να μπήξει την λεπίδα τόσο βαθιά ώστε να ξεχάσει όλα τα υπόλοιπα. Κάπου μέσα του ένιωθε μια σπίθα ελπίδας να τρεμοπαίζει μέσα στο σκοτάδι της ψυχής του.

†††

   Η νύχτα έπεσε και μαζί της όλοι οι κατασκηνωτές στα κρεβάτια τους. Αυτή ήταν μια καλή ευκαιρία να βγει για έναν περίπατο μακριά από όλα εκείνα τα αδιάκριτα βλέμματα που συνωμοτούσαν εναντίον του. Ίσως ο νυχτερινός περίπατος μέσα στην φύση και ο δροσερός καλοκαιρινός αέρας να του άνοιγαν την όρεξη. Ίσως να μπορούσε να τσιμπήσει κάτι από το μαγειρείο, αν έβρισκε βέβαια κανέναν να του δώσει κάτι από τα περισσεύματα.
   Ο κόμπος στο στομάχι του μέρα με τη μέρα χαλάρωνε και, ναι, αυτή θα ήταν μια καλή στιγμή να βάλει επιτέλους κάτι στο στόμα του. Τα μάτια του έδιναν την εντύπωση πως είχαν κρυφτεί μέσα στις κόγχες του. Το είδωλό του στον καθρέπτη ανήκε σε κάποιον άλλον που δεν ταίριαζε με το νεαρό παιδί που γνώριζε όλα τα χρόνια της ζωής του. Κάποτε πίστευε πως ήταν όμορφος. Είχε αυτοπεποίθηση και την περισσότερη ώρα ήταν χαμογελαστός. Όχι πια.
   Ο Αλέξανδρος άνοιξε αργά την πόρτα μαρτυρώντας φόβο. Το φως του διαδρόμου ήταν σβηστό και παντού υπήρχε ησυχία. Μονάχα τα φαντάσματα του νου συνέχιζαν να τον στοιχειώνουν και ό,τι δεν μπορούσε να δει. Έκανε αργά τα βήματά του πατώντας στις μύτες φτάνοντας στην κεντρική πόρτα για να βγει έξω. Την άνοιξε περίπου μισό εκατοστό προσπαθώντας δει τριγύρω. Ο Μανώλης με τους δύο νταήδες πλησίαζαν τον κοιτώνα του. Έκλεισε την πόρτα με δύναμη. Ο θόρυβος τράβηξε την προσοχή των αρπακτικών που έσπευσαν να κυνηγήσουν το θήραμά τους. Ο Αλέξανδρος έτρεξε προς το δωμάτιό του γλιστρώντας μια φορά στον γλιστερό διάδρομο. Σηκώθηκε καταφέρνοντας να μπει μέσα εγκαίρως. Έκλεισε την πόρτα χωρίς να μπορεί να αποφασίσει αν θα ήταν καλύτερα να κλειδώσει ή να τους αφήσει να μπουν υποδέχοντάς τους. Αν τους προέβαλε αντίσταση ίσως να τους θύμωνε ακόμη περισσότερο και οι συνέπειες να ήταν βαρύτερες για αυτόν. Έκλεισε τα μάτια και απομάκρυνε το χέρι από το κλειδί. Ξεφύσησε και άνοιξε την πόρτα διάπλατα.
   Από την άλλη άκρη του διαδρόμου άκουσε την κεντρική πόρτα να ανοίγει δυνατά χτυπώντας στον τοίχο πίσω της. Τα βήματά τους ακούστηκαν να πλησιάζουν χτυπώντας, σαν πολυβόλο, το πάτωμα. Οι ανάσες τους ήταν βαριές. Ο Αλέξανδρος έκατσε στο κάθισμά του προσπαθώντας να δείχνει όσο πιο άνετος μπορούσε. Τον πρόδιδαν όμως οι σταγόνες ιδρώτα που ήδη κυλούσαν από το μέτωπό του.
-«Γεια σας…» προσπάθησε να πει μόλις τους είδε να ξεπροβάλουν μπροστά του.
-«Βούλωσέ το ρε μαλακισμένο.» του είπε ο Μανώλης αστράφτοντάς του ένα δυνατό χαστούκι.
Το κεφάλι του Αλέξανδρου γύρισε. Δεν είχε την δύναμη να αντιδράσει. Προσπάθησε να πνίξει την κραυγή απόγνωσης που ήθελε απελπισμένα να βγει από μέσα. Δεν έκλαψε· τα δάκρυά του είχαν στερέψει τόσες μέρες. Ευχήθηκε να ήταν κάπου αλλού. Δεν είχε σημασία πού. Οπουδήποτε θα ήταν καλύτερα.
-«Τον φίλο μου από εδώ τον ξέρεις…» του είπε ειρωνικά και έβγαλε ένα ξυραφάκι μέσα από την τσέπη του. Ο Αλέξανδρος έγνευσε θετικά.
-«Πάντα ήθελε να γίνει κουρέας. Τι λες; Θα τον βοηθήσεις;»
-«Τι εννοείς; Πώς θα μπορούσα να τον βοηθήσω εγώ;»
-«Έλα… βάλε το ηλίθιο μυαλό σου να σκεφτεί λιγάκι.» και χτύπησε το κεφάλι του με τους κόμπους των δακτύλων του όπως χτυπούν μια πόρτα.
Με ένα νόημα του Μανώλη ο επίδοξος κομμωτής τον έπιασε κεφαλοκλείδωμα με το αριστερό του χέρι ενώ με το δεξί έπιασε το ξυράφι ακουμπώντας το δυνατά πάνω στο κεφάλι.
-«Όχι. Μη μου το κάνετε αυτό…» προσπάθησε να ξεφύγει από την λαβή που τον ακινητοποιούσε. Δεν τα κατάφερε. Βοήθησε κι ό άλλος νταής να τον κρατήσουν ακίνητο όσην ώρα μπούκλα-μπούκλα το μαλλί του έπεφτε σαν χνούδι που το σκορπάει ο άνεμος στο πάτωμα αποκαλύπτοντας το ολόλευκο κρανίο του.
Παραδόξως δεν έβγαλε άλλη μιλιά. Δεν τους έκανε την χάρη να τον ακούσουν να οδύρεται, να κλαίει, να υποφέρει. Όταν τελείωσαν την κόμη του ο Αλέξανδρος έμοιαζε με άρρωστο που είχαν αρχίσει να πέφτουν διάσπαρτα τα μαλλιά του.
-«Και τώρα στο θέμα μας. Ο πραγματικός λόγος για τον οποίο ήρθαμε εδώ…» Ο Μανώλης συνέχισε να μιλάει στο ανήμπορο θύμα του που έμοιαζε με χαμένο σε άλλη διάσταση.
-«Απόψε το βράδυ θα πας στο διοικητήριο και θα πάρεις από το γραφείο του διευθυντή όλες τις εισπράξεις.»
-«Όχι. Δεν θα το κάνω. Αυτό είναι κλεψιά.»
-«Ναι, είναι. Αλλά δεν θα την κάνουμε εμείς. Εσύ θα την κάνεις.»
-«Όχι αυτό. Δεν θα σας κάνω την χάρη.»
-«Τότε ξέρεις πολύ καλά τι πρόκειται να γίνει με αυτές τις φωτογραφίες…» είπε κρατώντας στο χέρι του την φωτογραφική μηχανή με τον ίδιο σκυμμένο μπροστά στον ξεβράκωτο Μανώλη.
-«Και δεν είναι μόνο αυτές οι φωτογραφίες. Κοίτα εδώ να γελάσεις λίγο…» οι άλλοι δύο της συμμορίας είχαν ήδη ξεκινήσει να γελούν.
Ο νταής του πρόταξε την φωτογραφική μηχανή για άλλη μια φορά δείχνοντάς του το περιεχόμενο. Ήταν ο ίδιος ο Αλέξανδρος την ώρα που έκανε την ανάγκη του στην τουαλέτα.
-«Οφείλω να ομολογήσω πως είσαι πολύ αστείος έτσι όπως παίρνεις γκριμάτσες την ώρα που χέζεις. Πραγματικά θα γελάσει πολύς κόσμος με αυτό.»
-«Φερ’ το εδώ…» άπλωσε το χέρι του απότομα για να το πιάσει. Δεν τα κατάφερε. «Πώς τις τράβηξες;»
-«Έχω τους τρόπους μου ρε. Στο θέμα μας τώρα. Θα περιμένω αύριο το πρωί να μου φέρεις τις εισπράξεις. Αλλιώς…» τον απείλησε και σηκώθηκε γελώντας μαζί με τους άλλους δύο για να τον αφήσουν μονάχο του.
   Δεν ήξερε τι να κάνει. Πόσο χειρότερα μπορούσαν να γίνουν τα πράγματα για αυτόν. Σε μία στιγμή τρέλας έπιασε ξανά το ψαλίδι. Το έφερε γρήγορα πάνω από το αριστερό του χέρι χαράζοντας μία λεπτή γραμμή πάνω στο δέρμα του.
-«Σύνελθε Αλέξανδρε. Χάνεις το μυαλό σου…» φώναξε. «Σύνελθε…» βρυχήθηκε σαν άγριο θηρίο αντιλαλώντας στον διάδρομο.
   Τα γέλια των νταήδων ήταν το τελευταίο πράγμα που ακούστηκε πριν βροντήξει η πόρτα πίσω τους αφήνοντας τον μόνο στην άγρια μοίρα που είχαν χτίσει για τον ανήμπορο νέο.

†††

   Η ώρα ήταν εφτά το πρωί και οι σειρήνες άρχισαν να ηχούν κάνοντας τους κατασκηνωτές να τιναχτούν από τα κρεβάτια τους. Ένα εμβατήριο άμεσης ανάγκης μεταδιδόταν από τα μεγάφωνα λες και είχε γίνει κάποιος σεισμός και όλοι έπρεπε να ετοιμαστούν για άμεση εκκένωση του χώρου. Σε λιγότερο από δεκαπέντε λεπτά όλη η κατασκήνωση είχε μαζευτεί στην κεντρική αυλή όπου μαζεύονταν μόνο όταν είχαν κάποια γιορτή στην οποία έπρεπε να παρευρίσκονται και οι γονείς των παιδιών. Κάθε ομαδάρχης ανέλαβε την ευθύνη να ξυπνήσιε κάθε κατασκηνωτή και να τον πάρει από το χέρι αν αυτό κρινόταν αναγκαίο ώστε να τον οδηγήσει στο προαύλιο.
   Από αυτή την διαδικασία δεν θα μπορούσε να ξεφύγει ούτε ο απομονωμένος Αλέξανδρος που λίγο πολύ ήξερε πριν από όλους ποιο θα ήταν το θέμα της συζήτησης. Ο ομαδάρχης σοκαρίστηκε όταν τον αντίκρισε πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό σε τέτοια χάλια. Τα μάτια του είχαν μαύρους κύκλους και η επιδερμίδα του έμοιαζε σπασμένη από την αφυδάτωση. Σε λιγότερο από πέντε λεπτά σηκώθηκε από το κρεβάτι, ντύθηκε, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο και ακολούθησε τον ενήλικο ομαδάρχη.
-«Θα αναρωτιέστε ποιος είναι ο λόγος π[ου σας καλώ τέτοια ώρα εδώ και με αυτόν τον τρόπο.»
Δεν ακούστηκε κάποια απάντηση, όχι πως περίμενε να ακούσει κάποια δηλαδή. Έτσι συνέχισε τον λόγο του σαν στρατιωτικός με αργά βήματα έχοντας τα χέρια του δεμένα πίσω από τη μέση του.
-«Χτες το βράδυ εκλάπησαν από το γραφείο μου διακόσα πενήντα ευρώ. Κάποιος από εσάς έσπασε το τζάμι και γλίστρησε μέσα σαν γάτα αρπάζοντας χρήματα που δεν ανήκαν σε αυτόν.»
Ένας ψίθυρος ακούστηκε μέσα από τους συγκεντρωμένους κατασκηνωτές. Παιδικές φωνές σε ένα συνονθύλευμα γέλιου, αποδοκιμασίας και ευχαρίστησης από μερικούς που προσπάθησαν μέσα από τον όχλο της μάζας να παραμείνουν αφανείς.
-«Αυτό είναι το μοναδικό περιστατικό που έχουμε όλα μας τα χρόνια της λειτουργίας και ελπίζω και το τελευταίο. Παρόλα αυτά είμαστε αποφασισμένοι να βρούμε ποιος είναι ο δράστης και να πράξουμε αναλόγως.»
Το βλέμμα του καρφώθηκε όσο πιο διακριτικά μπορούσε στον Αλέξανδρο που συνεχώς κοιτούσε χάμω με σκυμμένο το κεφάλι.
   Η συγκέντρωση διαλύθηκε. Κάθε παιδί οδηγήθηκε στον κοιτώνα του μέχρι να τελειώσουν οι τεχνίτες όπου είχαν έρθει για να αποκαταστήσουν την βλάβη. Λίγη ώρα αργότερα το πρόγραμμα συνεχίστηκε κανονικά σα να μη συνέβη ποτέ τίποτα. Ο Αλέξανδρος καθόταν για άλλη μια φορά αμίλητος και πεινασμένος στο δωμάτιό του προσπαθώντας να νικήσει τον ίδιο του τον εαυτό. Σιωπηλός και χαμένος στις σκέψεις του έπλαθε σενάρια όπου απένεμε δικαιοσύνη με τον χειρότερο τρόπο. Με την βία, με μία άνευ προηγούμενου δολοφονία χωρίς αποδεικτικά στοιχεία.
   Ένας δυνατός χτύπος στην πόρτα του δωματίου του διέκοψε τις σκέψεις του επαναφέροντάς τον στην πραγματικότητα. Ξεροκατάπιε. Ήταν ο Μανώλης και ήταν σίγουρος για αυτό. Είχε έρθει για να του αναθέσει την δεύτερη αποστολή. Τώρα τον είχε στο χέρι και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να αντισταθεί, εκτός από το να τον σκοτώσει.
   Η πόρτα άνοιξε κι αυτός δεν επιφώνησε καν το τυπικό «Ορίστε» όπως συνήθιζε να λέει. Η ανάσα του έγινε πιο γρήγορη. Άκουγε την καρδιά του να χτυπάει ασυνήθιστα και να πόδια του να κόβονται σα να επρόκειτο να νοσήσει από καμιά βαριά αρρώστια. Ο ομαδάρχης μπήκε στο δωμάτιο κι ο Αλέξανδρος ένιωσε τέτοια ανακούφιση σα να είχε κερδίσει μόλις το λαχείο.
-«Έλα, σε θέλει ο διευθυντής…» του ανακοίνωσε σφίγγοντας τα χείλη και ανεβοκατεβάζοντας το κεφάλι.
-«Δεν φταίω εγώ…» προσπάθησε να δικαιολογηθεί. «Δεν είχα επιλογή…»
-«Πάντα έχουμε επιλογή Αλέξανδρε» αποκρίθηκε. «Κανείς δεν ξέρει τι σου συμβαίνει αν δεν μιλήσεις.»
   Ο Αλέξανδρος έσκυψε το κεφάλι και σαν κατάδικος που οδηγείται στην κρεμάλα για να αντιμετωπίσει τον θάνατο, ακολούθησε τον ομαδάρχη έως ότου έφτασε στο διοικητήριο. Μόλις στάθηκε απ’ έξω κοκάλωσε. Η πόρτα ξαφνικά του φαινόταν πολύ μεγαλύτερη από οποιαδήποτε άλλη φορά. Ήξερε ότι από τη στιγμή που θα έμπαινε μέσα θα έπρεπε να κρατήσει την ψύχραιμα του. Δεν ήθελε να δημιουργήσει άλλα προβλήματα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και την κράτησε μέσα του σα να είχε στερέψει η ατμόσφαιρα από οξυγόνο. Σήκωσε το κεφάλι ψηλά υποκρινόμενος περηφάνια και ανέβηκε το πρώτο σκαλί.
   Σε λίγο βρισκόταν μέσα στο διοικητήριο. Άκουσε τον διευθυντή να φωνάζει έξαλλος όσην ώρα μιλούσε πίσω από την κλειστή πόρτα στο τηλέφωνο. Περίμενε καρτερικά την ώρα που θα τον δεχόταν στο γραφείο του καθισμένος στον καναπέ κουνώντας νευρικά τα πόδια του σαν ψαλίδι πάνω-κάτω.
   Ένα δυνατό χτύπημα στη βάση του τηλεφώνου ακούστηκε και βήματα βαριά να πλησιάζουν. Μία σκιά σταμάτησε ακριβώς πίσω από το ξύλινο διαχωριστικό. Ο Αλέξανδρος έβλεπε τα πόδια κάτω από τη χαραμάδα. Το χερούλι γύρισε και ο διευθυντής εμφανίστηκε πίσω από την πόρτα. Παραδόξως ήταν χαμογελαστός. Είχε να κάνει με παιδιά και ανεξαρτήτως από τι συνέβαινε και τον έβγαζε εκτός εαυτού, όταν ερχόταν αντιμέτωπος με έναν ανήλικο, πρόσεχε τους τρόπους του. Το βλέμμα του εστίασε εμφανώς στο κακοξυρισμένο κεφάλι του μικρού. Το πρόσωπό του πήρε την ανάλογη γκριμάτσα κοιτώντας τον ομαδάρχη. Εκείνος έγνεψε ως ένδειξη άγνοιας και σηκώθηκαν για να περάσουν μέσα στο γραφείο του. «Παρακαλώ… καθίστε…» τους είπε ευγενικά ο διευθυντής δείχνοντάς τους με το χέρι τις καρέκλες μπροστά στο γραφείο του.
Οι δύο τους πήραν θέση περιμένοντας την έναρξη της συζήτησης ενώ εκείνος κάθισε πίσω από το γραφείο του στην θέση του προέδρου.
-«Αλέξανδρε… άκουσες φυσικά ό,τι είπα στην πρωινή έκτακτη μας συγκέντρωση, ε;» έγειρε μπροστά το σώμα του μπλέκοντας τα δάκτυλα των χεριών.
-«Μάλιστα…» απάντησε μέσα από τα δόντια του προσπαθώντας να τον κοιτάξει στα μάτια. Δεν τα κατάφερε όμως· ντρεπόταν.
Ο διευθυντής ξεφύσησε και ακούμπησε την πλάτη του στην δερμάτινη καρέκλα. Τον κοίταξε στα μάτια και κατέβασε το χέρι του στο πλάι του γραφείου ανοίγοντας το πρώτο συρτάρι. Κάτι ψαχούλεψε και το έκλεισε απαλά ακούγοντας τα ξύλα να τρίβονται μεταξύ τους. Ο διευθυντής έγειρε ξανά μπροστά φέρνοντας το, σφιγμένο σε γροθιά, χέρι του στο κέντρο του γραφείο. Το άνοιξε αφήνοντας να πέσουν από μέσα οι μπούκλες των μαλλιών του που είχε πάρει μαζί του ο Μανώλης.
-«Ξέρουμε πως το έκανες εσύ. Βρήκαμε τα μαλλιά σου λίγο πριν κάνουμε τη συγκέντρωση.»
Ο Αλέξανδρος ένιωσε τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί.
-«Δεν μπορώ να δεχτώ πως εσύ είσαι αυτός που βλέπω μπροστά μου. Δεν ήσουν έτσι Αλέξανδρε. Τι σου συμβαίνει; Πώς άλλαξες; Γιατί άλλαξες; Θέλω να σε βοηθήσω. Πρέπει να μου μιλήσεις. Γιατί το έκανες αυτό;»
Τι να του έλεγε; Ποιος θα μπορούσε να πιστέψει τον εφιάλτη που ζούσε; Ακόμη κι αν μιλούσε γνώριζε πολύ καλά πως αυτά δεν ήταν και τόσο σημαντικά στον κόσμο των μεγάλων. Δεν υπήρχαν αποδεδειγμένα γεγονότα, δεν υπήρχαν βιβλιογραφίες, δεν υπήρχαν μελέτες, δεν υπήρχαν συμβουλές, δεν υπήρχε… σωτηρία.
-«Δεν ξέρεις τίποτα… κανείς σας δεν ξέρει…» ξέσπασε σαν άγριο θηρίο στο κλουβί.
-«Ακόμη κι αν ξέρατε δεν θα με βοηθούσατε. Προσπάθησα πολλές φορές. Το μόνο που σας ενδιαφέρει είναι να φαίνονται όλα καλά…»
Βρυχιόταν σαν πρωτόγονος πετώντας ό,τι χαρτιά βρίσκονταν πάνω στο γραφείο, κλοτσώντας τις καρέκλες σε μία τρελή υστερία φωνάζοντας και φτύνοντας σάλια. Ο ομαδάρχης τον ακινητοποίησε σε μια σφικτή αγκαλιά.
-«Ηρέμησε Αλέξανδρε. Ηρέμησε…» του είπε με ήρεμο τόνο συγκαταβατικά.
Ο Αλέξανδρος δεν άκουσε λέξη. Ήταν κόκκινος στα πρόθυρα εγκεφαλικού. Στο τέλος ηρέμησε. Αναστατωμένος ο διευθυντής προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε γίνει. Δεν προσπάθησε όμως να εκμαιεύσει άλλες πληροφορίες, οπότε αρκέστηκε στο συμμάζεμα του δωματίου.
-«Ίσως είναι καλύτερα να καλέσουμε τους γονείς σου να έρθουν να σε πάρουν από εδώ…» είπε και έκανε νόημα στον ομαδάρχη ώστε να τον συνοδέψει μέχρι τον κοιτώνα του.
-«Θέλεις να κάτσω λίγο να τα πούμε…;» τον ρώτησε όταν βρέθηκαν μόνοι στο δωμάτιο.
-«Όχι.» απάντησε μονολεκτικά.
-«Όπως θέλεις. Αν χρειαστείς κάτι, ξέρεις πού να με βρεις…» είπε την ώρα που έφευγε.
-«Ευχαριστώ, και… συγγνώμη…» είπε νιώθοντας τις δυνάμεις του να έχουν εξασθενίσει τελείως.
Ο ομαδάρχης γύρισε ξανά κοιτώντας τον.
-«Αλέξανδρε, να θυμάσαι. Εσύ έχεις το κλειδί για την λύση του προβλήματός σου. Μίλα…»
Ο Αλέξανδρος έγνευσε προσπαθώντας να χαμογελάσει. Ένα καταπιεσμένο μειδίαμα ήταν μονάχα το αποτέλεσμα.
   Το βράδυ εκείνης της ημέρας στεκόταν άφαγος για άλλη μια φορά στο κέντρο του δωματίου του. Το δωμάτιο δεν είχε αεριστεί εδώ και μέρες με αποτέλεσμα να μυρίζει άσχημα. Μήπως η δυσωδία τελικά ήταν ένας σύμμαχος ώστε να κρατήσει τους βασανιστές μακριά του; Μπάνιο είχε να κάνει πάνω από μία εβδομάδα. Τα εσώρουχα κολλούσαν πάνω του και η ανάσα του έζεχνε. Περιφερόμενος στο κλειστό δωμάτιο και σκιά του εαυτού του πλέον, διέγραφε χιλιόμετρα περπατώντας από άκρη σε άκρη του μικρού αυτού χώρου.
   Η κεντρική πόρτα του διαδρόμου ακούστηκε να χτυπάει ξανά στον τοίχο πίσω της. ο βηματισμός του σταμάτησε την ώρα που άκουσε ανακατεμένες πατημασιές να τον πλησιάζουν με ταχύτητα.
-«Όχι θεέ μου πάλι. Σε παρακαλώ… πάρε με από εδώ…» είπε σε απόγνωση πιάνοντας το ψαλίδι. Σκεφτόταν να κάνει κακό στον εαυτό του.
-«Ποιον κοροϊδεύεις άχρηστε…;» ήχησε μια φωνή στο μυαλό του.
Έσκυψε το κεφάλι και κοίταξε την λεπίδα του ψαλιδιού που εξείχε μέσα από την γροθιά του. Την άνοιξε αφήνοντάς τη να πέσει την ώρα που οι νταήδες άνοιγαν με δύναμη την πόρτα του δωματίου του.
-«Γιατί;» τους ρώτησε κι εκείνοι κοντοστάθηκαν.
-«Γιατί έχει πλάκα.» Του απάντησαν ωμά. «Δεν βλέπεις πόσο χαρούμενους μας κάνεις;» οι τρεις τους γέλαγαν τη στιγμή που η πύλη της κολάσεως έκλεινε για άλλη μια φορά πίσω τους.
   Οι φωνές του μικρού Αλέξανδρου πλανήθηκαν στο μαύρο σκοτάδι του διαδρόμου χωρίς κάποιον να τις ακούσει…

†††

   Πέρασαν γύρω στους δύο μήνες μέχρι να αρχίσει η νέα σχολική χρονιά. Ο Αλέξανδρος θα έκανε μια νέα αρχή στο ολοήμερο σχολείο για να μπορούν οι γονείς του να συνδυάσουν τα ωράρια. Ο νεαρός περνούσε αρκετές ώρες κλεισμένος στο δωμάτιό του αποκομμένος από τους παιδικούς του φίλους που του ζητούσαν να μοιραστεί λίγο χρόνο μαζί τους. Την περισσότερη ώρα κρατούσε τα παράθυρα κλειστά, τις κουρτίνες τραβηγμένες και απέφευγε να φάει. Οι γονείς του προσπάθησαν αρκετές φορές να ζητήσουν την βοήθεια ενός ειδικού μα όσες φορές κι αν το έκαναν ο Αλέξανδρος δεν συνεργαζόταν. Ακόμη και μια φορά που κατάφεραν και τον ξεγέλασαν οδηγώντας τον σε έναν οικογενειακό φίλο ψυχολόγο, ο ψυχολόγος δεν κατάφερε να του πάρει κουβέντα. Τους είχε συστήσει μάλιστα να τους γράψει αντικαταθλιπτικά χάπια όμως εκείνοι αρνήθηκαν. Πίστευαν πως όταν θα ήταν έτοιμος ο Αλέξανδρος να δεχτεί βοήθεια θα το έκανε.
   Το κουδούνι χτύπησε πρώτη φορά συναντώντας νέα πρόσωπα στην αυλή του σχολείου. Δεξιά κι αριστερά ακούγονταν γέλια και χαρές από παιδιά που ήδη γνωρίζονταν μεταξύ τους. Τόσος κόσμος τριγύρω κι όμως ο Αλέξανδρος ένιωθε τόσο μόνος. Πώς γίνεται να νιώθει κανείς τόση μοναξιά με τόσο κόσμο τριγύρω;
   Κοίταζε περιμετρικά μήπως έβρισκε κάποιον από το παλιό του σχολείο. Μήπως κατά τύχη κάποιο παιδί, οποιοδήποτε παιδί, είχε κάνει την ίδια επιλογή με εκείνον. Ένα οποιοδήποτε παιδί θεέ μου… ένα παιδί εκτός από εκείνον. Ο διάβολος του έπαιζε το πιο σκληρό και σαδιστικό παιχνίδι. Πώς μπορούσε αυτό να ήταν δυνατόν. Στην άλλη γωνία στεκόταν ο Μανώλης κοιτάζοντάς τον με σταυρωμένα τα χέρια μπροστά του να τον κοιτάει γελώντας ειρωνικά.
   Ο Αλέξανδρος δεν άντεξε και ξέσπασε σε μία δέσμη εμετού που εκτοξεύτηκε μέσα από το στόμα του. Τα παιδιά δεν έχασαν ευκαιρία να μαζευτούν γύρω του και να τον κοροϊδέψουν επιδεικτικά. Είχε πλάκα να βλέπουν κάποιον να υποφέρει. Το είχαν ήδη σε βίντεο. Τα κινητά τραβούσαν ασταμάτητα και τα φλας άστραφταν σε κάθε απαθανάτιση αυτού του απολαυστικού θεάματος
   Οι καθηγητές μαζεύτηκαν ηρεμώντας την κατάσταση και διώχνοντας τους μαζεμένους μαθητές. Η σχολική ώρα άρχισε με τους μαθητές να έχουν κατανεμηθεί στις αίθουσες εκτός του Αλέξανδρου που ακόμη καθόταν τρέμοντας στο γραφείο του διευθυντή.
-«Θα ήθελες να καλέσω τους δικούς σου, να έρθουν να σε πάρουν;» πόσες φορές το είχε ακούσει αυτό στο παρελθόν; Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
-«Είναι μόνο μια απλή αδιαθεσία και ίσως λίγο το άγχος της πρώτης μέρας.»
-«Εντάξει… λογικό μου ακούγεται. Όταν είσαι έτοιμος θα μου πεις να σε συνοδεύσω ως την τάξη σου. Ναι;»
-«Ναι…» αρκέστηκε να πει και έσκυψε για άλλη μια φορά το κεφάλι προσπαθώντας να ξεγελάσει τον εαυτό του χαμογελώντας.
Κάπου είχε διαβάσει πως το σώμα δεν καταλαβαίνει αν το γέλιο είναι αληθινό ή ψεύτικο. Καταλαβαίνει όμως την διαδικασία και συμπεριφέρεται αναλόγως γεμίζοντας με ενδορφίνες και σεροτονίνη τον εγκέφαλο· δεν έπιασε. Τι μαλακίες…; σκέφτηκε.
   Το τέλος της πρώτης σχολικής ημέρας έφτασε. Ο πατέρας του περίμενε έξω από το προαύλιο για να τον οδηγήσει στο σπίτι. Στην διαδρομή παρέμεινε αμίλητος. Μόλις μπήκαν στο σπίτι ο Αλέξανδρος εξαφανίστηκε σαν σφαίρα στο δωμάτιό του χωρίς να φάει κάτι. Το ανδρόγυνο κοιτάχτηκε στα μάτια λέγοντας περισσότερα από αυτά που θα μπορούσε να πει με το στόμα.
Η μητέρα ανέβηκε στο δωμάτιο κολλώντας το αυτί της στην πόρτα. Μέσα έπαιζε δυνατά μουσική.
-«Αλέξανδρε…» φώναξε αλλά δεν πήρε απάντηση.
Κατέβηκε ξανά τα σκαλιά αντικρίζοντας τον άντρα της να ξεφυσάει σαν σκασμένο λάστιχο.
-«Τι θα κάνουμε…;» τον ρώτησε.
-«Θα ανέβω εγώ να του μιλήσω…» είπε περνώντας δίπλα της αγγίζοντάς της απαλά το χέρι.
-«Αλέξανδρε…» του φώναξε κι αυτός χτυπώντας με το κότσι του χεριού του την πόρτα. Έπιασε το πόμολο γυρνώντας το. Η πόρτα άνοιξε.
-«Καλά είμαι…» πρόφτασε να πει χωρίς να τον κοιτάξει. «Απλά κουρασμένος…»
Ο πατέρας του μπήκε μέσα. Έμεινα γύρω στη μία ώρα μαζί μιλώντας για θέματα που δεν είχαν μιλήσει ποτέ πριν. Όχι όμως και για αυτό που έπρεπε ο Αλέξανδρος να αποκαλύψει. Στο τέλος της κουβέντας ο πατέρας του κατέβηκε μέχρι την κουζίνα βάζοντας σε έναν δίσκο λίγο φαγητό να τσιμπήσει ο Αλέξανδρος. Μέχρι να ανέβει ξανά πάνω ο γιος του ήδη κοιμόταν. Ήταν γυρισμένος από την άλλη οπότε ήταν δύσκολο να δει τα μάτια του που στην πραγματικότητα ήταν ανοικτά και πνιγμένα στο κλάμα. Κατέβηκε ξανά στην κουζίνα όπου περίμενε η γυναίκα του.
-«Τι σου είπε;»
-«Άδικα ανησυχούμε. Έρωτας είναι αυτός γυναίκα. Ο γιος μας είναι τσιμπημένος με μία του συμμαθήτρια με την οποία ήταν μαζί από το δημοτικό και έτυχε να έρθει κι αυτή στο σχολείο. Ααα… εφηβεία…» αναστέναξε πιστεύοντας πως γνώριζε πια.

†††

   Το ξυπνητήρι χτύπησε στις εφτά το πρωί. Η ώρα πλησίασε για να φύγουν για το σχολείο όπου και θα χώριζαν για να πάει ο κάθε ένας στην δουλειά του. Για άλλη μια φορά ο Αλέξανδρος παρέμεινε αμίλητος μέχρι το σχολείο. Η μητέρα του προσπάθησε να τον κάνει να μιλήσει. Άδικος κόπος. Οι λέξεις είχαν φρακάρει μέσα στον λαιμό του και δεν έλεγαν να βγουν.
-«Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω Αλέξανδρε. Τι έχεις…; Εγώ και ο πατέρας σου προσπαθούμε να σε βοηθήσουμε. Να σταθούμε δίπλα σου. Μη μας κρατάς σε απόσταση. Μίλησέ μας…»
-«Άσ’ τον ρε γυναίκα…» της είπε με νόημα θέλοντας να της υπενθυμίσει όσα της είχε πει το προηγούμενο βράδυ.
Η γυναίκα δεν πείστηκε, αλλά σταμάτησε. Δεν είχε άλλη επιλογή. Ίσως, αν τον πίεζε να είχε τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα.
-«Όταν είσαι εσύ έτοιμος…» του ψιθύρισε χαϊδεύοντάς τον στο κεφάλι.
   Τα χιλιόμετρα πέρασαν φτάνοντας επιτέλους στην είσοδο του σχολείου. Είχε φτάσει νωρίτερα από τους υπόλοιπους συμμαθητές του οπότε ήταν μόνος και ανέβηκε ανενόχλητος ως την τάξη του. Έκατσε μέσα περιμένοντας να χτυπήσει το κουδούνι· δεν κατέβηκε ούτε για προσευχή. Μάλιστα κρύφτηκε όταν ήρθε ο επιμελητής για τον πρώτο τυπικό έλεγχο της ημέρας.
   Η προσευχή τελείωσε και άπαντες ανέβηκαν τις αίθουσές τους. Οι συμμαθητές του ξαφνιάστηκαν μπαίνοντας στην αίθουσα. οι ψίθυροι αμέσως εξαπλώθηκαν, σαν ψώρα, φτάνοντας στα αυτιά του Αλέξανδρου. Ύποπτα και προκλητικά γελάκια τον έκαναν να κλείσει τα αυτιά του με τα χέρια της φαντασίας του και να κάνει την καρδιά του πέτρα. Έσφιξε τόσο δυνατά τα μάτια του εγκλωβίζοντας τα δάκρυα που έψαχναν διέξοδο να ξεχυθούν. Τα κατάφερε. Απ’ έξω έδειχνε σκληρός, άτρωτος. Από μέσα του όμως ψυχορραγούσε ευχόμενος να μην ήταν αυτός. Να ήταν κάποιος άλλος.
   Τα πάντα ανατράπηκαν όμως όταν μπήκε μέσα αυτός. Ο Μανώλης πέρασε από δίπλα του σκουντώντας τον απαλά με την άκρη του χεριού του στον ώμο. Σύγκρυα έλουσαν το κορμί του. Δεν άντεχε άλλο. Μία κρίση πανικού πήρε τον έλεγχο εκδηλώνοντας μία, άνευ προηγουμένου, τάση φυγής. Αμέσως σηκώθηκε και έτρεξε έξω από την αίθουσα παλεύοντας να μην ξεράσει ό,τι γαστρικό υγρό είχε μείνει μέσα του.
   Ήταν οκτώ και μισή και οι καθηγητές δεν είχαν εμφανιστεί. Λόγω δεύτερης μέρας ακόμη κανόνιζαν τα προγράμματα. Ο Αλέξανδρος στεκόταν στο περιθώριο, κρυμμένος από την τάξη που έρχονταν γέλια. Η δασκάλα δεν άργησε να φανεί. Τον είδε να στέκεται στην άκρη και τον παρότρυνε να μπει μέσα μαζί της.
-«Αγαπητά μου παιδιά... θα ήθελα να σας συστήσω έναν μαθητή ο οποίος ενώ ήταν χτες στο σχολείο, δεν είχε παρευρεθεί στην πρώτη μας γνωριμία.»
   Η καθηγήτρια με την άγνοιά της, με τη στάση της, έκανε τα πράγματα ακόμη χειρότερα για τον Αλέξανδρο. Με αργά βήματα προχώρησε στον διάδρομο, στο χώρισμα ανάμεσα από τα στοιχισμένα θρανία μέχρι να φτάσει στην δική του θέση. Οι συμμαθητές του είχαν αποτυπωμένη την ίδια έκφραση στα πρόσωπά τους, σα να περίμεναν, με κομμένη την ανάσα, κάτι να συμβεί. Αυτό το κάτι δεν άργησε να έρθει. Μόλις ο Αλέξανδρος έκαστε στην καρέκλα του τα τέσσερα πόδια άνοιξαν ρίχνοντάς τον στο σκληρό πάτωμα. Το πέσιμο ήταν άτσαλο χτυπώντας τον στη μέση. Ο Μανώλης είχε αλλάξει την καρέκλα του Αλέξανδρου με μία άλλη που γνώριζε πως ήταν σπασμένη, προφανώς από την προηγούμενη μέρα. Όλο το τμήμα ξέσπασε σε γέλια εις βάρος του κι αυτός ένιωσε πως άνοιγε μια μαύρη τρύπα προσπαθώντας να τον ρουφήξει.
   Το διάλειμμα δεν άργησε να έρθει καθώς είχαν ήδη σπαταλήσει την πρώτη ώρα. Ο Αλέξανδρος αρνιόταν να βγει και μόνο μετά από πίεση του καθηγητή το έκανε. Περιπλανήθηκε μονάχος, άσκοπα στους διαδρόμους έως ότου κατέληξε στην αυλή. Παιδιά έτρεχαν δίπλα του ανέμελα φωνάζοντας ή γελώντας. Κι εκεί πάντα στην άκρη βρισκόταν εκείνος, να τον κοιτάζει με τα χέρια σταυρωμένα ακουμπώντας την πλάτη του στον τοιχίο περιστοιχισμένος από το κοπάδι του ως ένδειξη δύναμης. Αυτός στεκόταν στο κέντρο σαν βασιλιάς λιοντάρι που επέβλεπε την περιοχή του.
   Ο Αλέξανδρος πήρε τα μάτια του από πάνω του συνεχίζοντας τον βηματισμό του. Το περπάτημά του ήταν μηχανικό αποφεύγοντας όσους κατά λάθος θα έπεφταν πάνω του. Αυτά τα κατά λάθος όλο και πύκνωναν τόσο που φαίνονταν να του καθορίζουν την πορεία που ακολουθούσε πηγαίνοντάς τον όλο και πιο κοντά στον αρχηγό νταή.
   Τώρα είχε πλησιάσει τόσο όπου μπορούσε να τον δει καθαρά να δείχνει κάτι με το κινητό του τηλέφωνο στην υπόλοιπη παρέα. Όλοι οι παρευρισκόμενοι ξέσπασαν σε, δυνατά γαργαριστά και όλο επίδειξη, γέλια κρατώντας τις κοιλιές τους. Ο Αλέξανδρος έκανε μεταβολή προσπαθώντας να φύγει μακριά του. Πρόλαβε να κάνει μόνο τέσσερα με πέντε βήματα όταν το κινητό του άρχισε να χτυπάει δυνατά από τα μηνύματα που έπεφταν βροχή.
-«Ποιος…;» αναρωτήθηκε και έβαλε στη τσέπη του το χέρι τραβώντας έξω την τηλεφωνική του συσκευή που σίγουρα ήταν πιο έξυπνη από τον Μανώλη.
Ήταν καμιά εικοσαριά εικονομηνύματα από άγνωστους αποστολείς. Οι αριθμοί ήταν άγνωστοι και δεν είχε κανέναν αποθηκευμένο. Από τον συγχρονισμένο τρόπο όμως με τον οποίο σήκωσαν τις τηλεφωνικές τους συσκευές πολλοί μαθητές του προαυλίου μπορούσε να κάνει υποθέσεις του σχετικά με το ποιοι είχαν στείλει τα μηνύματα.
Για μια στιγμή σκέφτηκε να πατήσει διαγραφή, η δύναμη της περιέργειας όμως φάνηκε πιο δυνατή. Άνοιξε ένα τυχαίο μήνυμα από τα πολλά. Έτσι κι αλλιώς υπέθεσε πως όλα τα MMS το ίδιο περιεχόμενο θα είχαν.
Έμεινε άφωνος. Ο χειρότερός του εφιάλτης είχε πραγματοποιηθεί. Όλο το σχολείο τον χλεύαζε γιατί ο Μανώλης είχε διαμοιράσει παντού τον δεμένο Αλέξανδρο να είναι γυμνός και σκυμμένος μπροστά από τον νταή. Από κάτω έγραφε με μεγάλα γράμματα:

Β Ρ Ω Μ Ο Π Ο Υ Σ Τ Α Σ

   Και δεν ήταν η μόνη φωτογραφία. Συνοδευόταν, επίσης, από άλλες στις οποίες απεικονιζόταν ο Αλέξανδρος να κάνει την ανάγκη του. Σαν κατάρα που εξαπλώνεται, άκουγε τους ήχους ειδοποίησης εισερχόμενων μηνυμάτων όσων κινητών περιφέρονταν στην αυλή να εξαπλώνονται από άκρη σ’ άκρη αυτού του σχολείου. Σε λιγότερο από πέντε λεπτά όλοι είχαν σταματήσει και κοίταζαν τον Αλέξανδρο δείχνοντας τον με το δάκτυλο. Όλοι γέλαγαν. Πλέον δεν είχε πού να κρυφτεί.
   Άρχισε να τρέχει και να τρέχει δίχως σταματημό σαν αδέσποτο τρελό σκύλο μέχρι που δεν άντεξε άλλο και έπεσε για να κυλιστεί σαν σκουλήκι, όπως ένιωθε. Αμέσως σηκώθηκε και χάθηκε από τα μάτια των παιδιών, λίγο πριν φτάσουν οι καθηγητές για να δουν προς τι όλη αυτή η μαζική υστερία.
   Η δεύτερη ώρα ήρθε και παρήλθε όπως και η τρίτη. Κανείς δεν είχε δει τον Αλέξανδρο και σε κανέναν δεν θα έλειπε. Το τέλος των μαθημάτων έφτασε. Ήταν μεσημέρι και σε λίγη ώρα θα ξεκίναγαν οι υπόλοιπες δραστηριότητες αφού πρώτα σιτίζονταν στην τραπεζαρία όπως ήταν προγραμματισμένο. Οι καθηγητές και οι δάσκαλοι υπέθεσαν πως είχε κάνει κοπάνα από το σχολείο συμπληρώνοντας τις αντίστοιχες αδικαιολόγητες απουσίες. Όχι πως έπαιζαν κάποιον ρόλο. Τυπικά τις κρατούσαν για να τις έχουν για τα πρακτικά. Έτσι κι αλλιώς ο κάθε μαθητής προβιβαζόταν όσο εύκολα ή δύσκολα όριζε το κασέ του επώνυμού του.
   Ο Αλέξανδρος είχε ήδη μαζέψει έξι απουσίες και από ό,τι φαινόταν θα μάζευε κι άλλες που αφορούσαν τις υπόλοιπες δραστηριότητες. Το βράδυ έφτασε και το σχολείο έφτασε στο τέλος του. Όλοι οι γονείς είχαν στηθεί έξω από τη μεγάλη σιδερένια καγκελόπορτα, που άνοιγε μηχανικά, για να παραλάβουν τα παιδιά τους. Στο τέλος, κι ενώ όλοι είχαν φύγει αφήνοντας το κτίσμα σχεδόν άδειο, έξω από την αυλή περίμενε καρτερικά και ο πατέρας του Αλέξανδρου. Περίμενε για αρκετή ώρα μέχρι που αναγκάστηκε να πάει ο ίδιος να τον αναζητήσει.
-«Χαίρεται!» βρισκόταν στην αίθουσα καθηγητών όπου έκαναν τον καθημερινό τους απολογισμό. «Είμαι ο πατέρας του Αλέξανδρου από το Α1.»
Όλοι κοιτάχτηκαν με απορία προσπαθώντας να καταλάβουν τι συνέβαινε. Ο διευθυντής πήρε τον λόγο.
-«Γεια σας! Παρακαλώ… σας ακούμε!»
-«Περιμένω τον γιο μου ο οποίος ακόμη δεν έχει εμφανιστεί στην εξώπορτα…»
-«Μα πώς να εμφανιστεί; Αφού έχει φύγει ήδη από το μεσημέρι.»
-«Όχι… δεν έχει φύγει. Θα το γνώριζα.»
-«Δοκιμάσατε να τον καλέσετε στο κινητό του;»
-«Ναι, κι όσες φορές το έκανα δεν απάντησε…»
Ο διευθυντής σηκώθηκε από την καρέκλα του και πλεύρισε τον άτυχο πατέρα.
-«Σήμερα είχαμε ένα μικρό θέμα με τον γιο σας και ίσως γι’ αυτό να μην θέλει να απαντήσει στο τηλέφωνο.»
-«Τι θέμα…;»
-«Ξέρετε… ο Αλέξανδρος επιδεικνύει προβλήματα προσαρμογής. Φαίνεται ξεκάθαρα πως δεν τα πηγαίνει καλά με τα υπόλοιπα παιδιά.»
-«Μου κάνει εντύπωση. Δεν μου είχε αναφέρει κάτι τέτοιο.»
-«Ναι, συμβαίνει καμιά φορά. Εφόσον λοιπόν δεν έχει φύγει, όπως μας είπατε, τότε θα βρίσκεται ακόμη μέσα στο σχολείο. Ελάτε μαζί μου, αν θέλετε, να κάνουμε έναν μικρό έλεγχο κάπου όπου νομίζω πως θα τον βρούμε.»
   Οι δύο άντρες περπάτησαν στους διαδρόμους ξεναγώντας για άλλη μια φορά ο διευθυντής τον πατέρα για να έχουν κάτι να λένε στην διαδρομή ώστε να σπάσει ο πάγος. Στην διαδρομή τους άνοιξαν μερικές πόρτες χωρίς αποτέλεσμα μέχρι που έφτασαν στην μοναδική που είχε παραμείνει κλειστή. Ο διευθυντής στάθηκε έξω από την πράσινη πόρτα με το τζάμι στη μέση και την πλησίασε πιάνοντας το χερούλι. Παραδόξως ήταν ξεκλείδωτη. Δεν χρειάστηκε καν να ψάξει για τα κλειδιά. Άνοιξε την πόρτα και πέρασε μέσα στον χώρο ακολουθούμενος από τον πατέρα του Αλέξανδρου. Τα φώτα ήταν σβηστά και δεν μπορούσαν να δουν μακρύτερα από λίγα εκατοστά. Η μόνη πληροφορία εκτίμησης για το πού βρίσκονταν ήταν αυτή που τους έδινε η αίσθηση της όσφρησης. Μύριζε ξύλο, παλιό ξεβαμμένο λουστρίνι και κιμωλία που τους προκαλούσε φτέρνισμα. Ο διευθυντής σταμάτησε απότομα και χωρίς να προλάβει να σταματήσει εγκαίρως ο άλλος έπεσε πίσω του. Οι δύο τους γέλασαν αμήχανα. Ο διευθυντής γνωρίζοντας τα κατατόπια ψαχούλεψε με το χέρι του αναζητώντας τον διακόπτη. Ήταν δύο στην σειρά. Θεώρησε σκόπιμο να ανάψει μόνο τον έναν. Τον πάτησε ακούγοντας το χαρακτηριστικό κλακ. Τίποτα. Το δωμάτιο παρέμεινε στο σκοτάδι όπως και πριν. Ήταν καμένη η λάμπα.
-«Διάβολε… πώς; Προχτές την άλλαξα επειδή την επόμενη μέρα θα άνοιγε το σχολείο. Ευτυχώς έχουμε κι άλλον διακόπτη.» σκέφτηκε δυνατά και τον πάτησε λούζοντας τον χώρο με άπλετο φως.
Ήταν μια αίθουσα όπου στοίβαζαν τους παλιούς μαυροπίνακες και τις κούτες με τις ατελείωτες κιμωλίες μέσα. Οι δύο τους γύρισαν να κοιτάξουν το δωμάτιο μήπως ανακάλυπταν κάτι.
   Ο πατέρας του Αλέξανδρου έπεσε λιπόθυμος ενώ ο διευθυντής κατάπιε την γλώσσα του και όσο προσπαθούσε να φωνάξει η φωνή του δεν έβγαινε. Στο χαλασμένο φωτιστικό κρεμόταν από το καλώδιο ο Αλέξανδρος που είχε διαλέξει να δώσει τέλος στη ζωή του με αυτόν τον μακάβριο τρόπο. Ένας πίνακας στεκόταν από κάτω αναγράφοντας με τον γραφικό χαρακτήρα του Αλέξανδρου:
«Οι χειρότεροι εφιάλτες είναι αυτοί που ζούμε με τα μάτια ανοικτά.»
   Ο διευθυντής γύρισε την πλάτη και άρχισε να τρέχει σαν κυνηγημένος γρήγορα καλώντας σε βοήθεια. Ο πατέρας του Αλέξανδρου άνοιξε τα μάτια παλεύοντας με τις απανωτές σκοτοδίνες που τον ήθελαν να κείτεται αναίσθητος στο πάτωμα. Με μία δύναμη, που δεν ήξερε καν πως έχει μέσα του, πίεσε τον εαυτό του να σταθεί στα πόδια του. τρεκλίζοντας βήμα το βήμα έφτασε σα να του είχαν φορτώσει ένα σακί χιλίων κιλών στην πλάτη στο κρεμασμένο κορμί του γιου του.
-«Γιατί Αλέξανδρε…; Γιατί…;» ψέλλισε καθώς τα δάκρυα των ματιών του έσταζαν στο μισάνοικτο στόμα του κολλώντας ανάμεσα στο πάνω και το κάτω χείλος δημιουργώντας μικρές κλωστές από σάλιο.
   Με το δεξί του χέρι έπιασε το αριστερό πόδι του γιού του που βρισκόταν ενάμιση μέτρο πάνω από το πάτωμα και αιωρούταν στον αέρα σαν άλλος φακίρης. Προς μεγάλη του έκπληξη διαπίστωσε πως το πόδι του ήταν ακόμη ζεστό.
-«Αλέξανδρε…!» μια σπίθα φωτιάς αναζωπυρώθηκε μέσα του ξεσπώντας σε ένα δυνατό χαμόγελο!
-«Αλέξανδρε…!» επανέλαβε. «Κάνε Θεέ μου το θαύμα σου…» παρακάλεσε και άρχισε να ψάχνει οτιδήποτε ψηλό το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να φτάσει τη θηλιά.Αρκετή ώρα αργότερα μπήκε στην αίθουσα έντρομος ο διευθυντής ουρλιάζοντας. Μαζί του είχε όλους τους καθηγητές και δύο άτομα της αστυνομίας. Φώναζε εκτός εαυτού για αυτό που είχε συμβεί στο σχολείο του. Άπαντες έμειναν με το στόμα ανοικτό. Όχι για το θέαμα αλλά για αυτά που τους έλεγε ο προϊστάμενός τους. Πίστεψαν πως ο διευθυντής περνούσε κάποιο είδος νευρικής κρίσης και φανταζόταν πράγματα. Στο δωμάτιο έστεκαν μόνο οι καθηγητές και οι αστυνομικοί. Κανείς άλλος. Ο πατέρας του Αλέξανδρου με τον νεκρό γιο του είχαν εξαφανιστεί.
   Οι συνάδελφοί του θεώρησαν πως επρόκειτο για μια κακόγουστη φάρσα. Οι πολλαπλές αναφορές όμως του διευθυντή ανάγκασαν τις αρχές να ερευνήσουν καλύτερα το θέμα. Σάλος ξέσπασε γύρω από το σχολείο που ανάγκασαν τον πρόεδρο της σχολής να αλλάξει διευθυντή. Όσο για τον Αλέξανδρο, δεν φοίτησε ποτέ ξανά στο συγκεκριμένο γυμνάσιο αλλά ούτε και σε κάποιο άλλο. Παράλληλα οι έρευνες της αστυνομίας ήταν άκαρπες μιας και δεν μπόρεσαν να βρουν ούτε αυτόν αλλά ούτε και κάποιον από την οικογένειά του. Οι μαθητές και οι οικογένειες αυτών θεώρησαν το αυτονόητο· ο Αλέξανδρος ήταν νεκρός.
   Η ζωή συνέχισε να κυλάει όπως το νερό, αδιάκοπα, σε κατηφορικό αυλάκι χωρίς εμπόδια.

Copyright © Κωνσταντίνος Ν. Βαρδής All rights reserved
Διατίθεται ελεύθερα στο διαδίκτυο με άδεια Creative Commons, Αναφορά δημιουργού-Μη εμπορική χρήση-Όχι παράγωγα έργα

Οι φωτογραφίες είναι επιλογές του ίδιου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Τερέζα ΚουρούκληΧάρης ΒασιλάκοςΓιώργος ΓιαντάςΣτέλιος ΚανάκηςΣτέλιος ΜοίραςΈλσα ΜαγγανάρηΓιάννης Βεντούρας
Γεωργία ΚραββαρίτηΓιάννης ΦιλιππίδηςΚωνσταντίνα ΚαντζιούΠαναγιώτης ΝτούσκαςVal O' TeliΚαλλιόπη ΒελόνιαΠόλυ Μοσχοπούλου
Κερδίστε ως και πέντε μυθιστορήματαΧρυσούλα ΒακιρτζήΧρήστος ΠαπουτσήςΒαγγέλης ΜαργιωρήςΒασίλης ΤσικάραςΜαρία ΙατρίδηΘεόφιλος Γιαννόπουλος