ΑΖΑΖΟΥΚ

Του Κωνσταντίνου Βαρδή
Πήρα τον δρόμο της επιστροφής όταν δέχτηκα ένα τηλεφώνημα στο κινητό. Ήταν ο παιδικός μου φίλος και διοικητής του αστυνομικού τμήματος. Με χαρά μου ανακοίνωσε πως θα μπορούσα να επιστρέψω στο διαμέρισμα αφού τα αποτελέσματα είχαν βγει και δεν βρέθηκαν άλλα αποτυπώματα πέρα από τα δικά μου. Αυτό με χαροποίησε αρκετά και επιβεβαίωσε όλα αυτά που συζητάγαμε δύο μέρες τώρα με τον Ντάνι και την αρραβωνιαστικιά του. Ίσως τελικά κάποια βίδα να είχε αρχίσει να λασκάρει.
Επιτέλους, βρισκόμουν έξω από το σπίτι μου. Το κοίταξα και έμοιαζε με χαρούμενο πρόσωπο που με καλωσόριζε. Μπήκα μέσα με νοσταλγία περιμένοντας να δω τον γάτο μου να τρίβεται με παράπονο στα πόδια μου. Ήταν άφαντος. Πήγα μέχρι το φαγητό του και διαπίστωσα πως το μπολ του ήταν γεμάτο. Δεν είχε φάει ούτε μια μπουκιά. Για μια στιγμή σκέφτηκα πως είχε φύγει. Κοίταξα όλες τις πόρτες και τα παράθυρα και είδα πως όντως ήταν κλειστά. Τότε… τι είχε συμβεί στον γάτο μου;
«Σιλβέστρο!» φώναξα αλλά δεν πήρα καμιά απάντηση. Συνήθως εμφανιζόταν γουργουρίζοντας ζητώντας φαγητό και χάδια. «ΣΙΛΒΕΣΤΡΟ!» επανέλαβα δυνατότερα.
Πήγα μέχρι το άδειο κλουβί του καναρινιού και είδα την ανάμνησή του να κουνιέται σαν εκκρεμές στην πλαστική κούνια που του είχα φτιάξει. Μου έλειπε πολύ. Η μελωδία του, τα τιτιβίσματά του! Η φροντίδα του! Το αγαπούσα!
«ΣΙΛΒΕΣΤΡΟ!» είπα για τελευταία φορά και συνέχισα το ψάξιμο από δωμάτιο σε δωμάτιο. Όσο έψαχνα ένιωθα ξανά το ίδιο συναίσθημα να με πλημμυρίζει· πως δύο μάτια ήταν καρφωμένα πάνω μου. Κοίταξα ψηλά μήπως είχαν τοποθετηθεί κρυφά μικροσκοπικές κάμερες. Έψαξα μέχρι και για μικρόφωνα. Μήπως έπασχα από μανία καταδίωξης τελικά; «Έλα στα συγκαλά σου…» προσπάθησα να λογικευτώ και συνέχισα το ψάξιμο.
Πρέπει να είχε περάσει καμιά ώρα εντατικής έρευνας όταν στο τέλος άνοιξα την ντουλάπα μου. Μία δυσάρεστη έκπληξη με περίμενε εκεί. Ανάμεσα στα ρούχα κειτόταν νεκρός ο γάτος μου με την γλώσσα έξω.
«ΟΧΙ ΘΕΕ ΜΟΥ…» φώναξα και πήρα αγκαλιά το, σχεδόν, άκαμπτο σώμα του. Έκλαψα, έβρισα, χτύπησα. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι συνέβαινε. Περπάτησα μέχρι το δωμάτιο με τον βωμό του τελευταίου μου αρχαιολογικού ευρήματος. Το φρικιαστικό αγαλματίδιο παρέμενε στην θέση του κοιτώντας άψυχα τον χώρο με τα ορθάνοικτα γουρλωτά του μάτια. Ανατρίχιασα. Θα ορκιζόμουν πως το σκυθρωπό του πρόσωπο είχε αποκτήσει μια χαμογελαστή έκφραση.
«Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά;» ρώτησα και οπισθοχώρησα. Η λύση στο μυστήριο μπήκε σαν σφαίρα στο κεφάλι μου. Αυτή τη φορά δεν θα πέταγα το πτώμα του κατοικίδιού μου· θα το πήγαινα σε έναν κτηνίατρο και θα του ζητούσα να κάνει νεκροψία. Δεν μπορούσα να δεχτώ ότι πέθανε από γερατειά ή ότι κάποιο αντικείμενο έκατσε στον λαιμό του. Τον είχα ψηλαφίσει άλλωστε και δεν είχα βρει κάτι. Αυτό ήταν σίγουρα δολοφονία. Όποιος είχε μπει στο σπίτι μου, φρόντισε να μου αφήσει ένα τρανταχτό μήνυμα που δεν θα μπορούσα να αγνοήσω.
عزازيك
Ο κτηνίατρος με κοίταξε περίεργα.
«Δεν είμαι ιατροδικαστής και σίγουρα αυτή είναι η πρώτη φορά που μου ζητούν κάτι τέτοιο…» μου είχε πει με επιφύλαξη πιστεύοντας πως του έκανα κάποιου είδους φάρσα.
«Σας παρακαλώ.. ακούστε με. Έχω σοβαρούς λόγους να πιστεύω πως κάποιος μπαινοβγαίνει στο σπίτι μου παίζοντας με τα νεύρα μου.»
«Έχετε κάνει καταγγελία;»
Απάντησα καταφατικά. «Η αστυνομία έκανε έλεγχο στο σπίτι μου και δεν έχει βρει σημάδια διάρρηξης ή ξένα δακτυλικά αποτυπώματα. Κι όμως… ακούω κάθε βράδυ βήματα στους διαδρόμους. Βλέπω σκιές να περνούν από μπροστά μου. Έχω φτάσει σε κατάσταση νευρικού κλονισμού. Πέθαναν, με ανεξήγητο τρόπο, τα κατοικίδιά μου. Σας παρακαλώ. Θα σας πληρώσω και με το παραπάνω. Δεν μπορώ να πιστέψω πως η γάτα πέθανε από φυσικά αίτια.»
«Καλώς…» ο κτηνίατρος δέχτηκε να γίνει συνένοχος σε αυτό το παράλογο αίτημα. Στο κάτω-κάτω… μόνο λεφτά θα είχε να κερδίσει από αυτή την υπόθεση, όπως κι αν φερόταν στον ασθενή, όποιο κι αν ήταν το πόρισμα.
«Πότε θα ξέρουμε;» ρώτησα νιώθοντας να πιέζω τον γιατρό.
«Μέχρι το αυριανό βράδυ θα ξέρω στα σίγουρα.»
عزازيك
Οι υπόλοιπες ώρες πέρασαν βασανιστικά αργά. Είδα τον ήλιο να διαδέχεται το φεγγάρι δύο φορές κι εγώ στεκόμουν άγρυπνος φρουρός με ένα τσιγάρο στο κιτρινισμένο χέρι και έναν καφέ στο άλλο. Ήμουν στα πρόθυρα της παράνοιας. Επιτέλους το τηλέφωνό μου χτύπησε. Ήταν ο κτηνίατρος.
«Μόλις τελείωσα τη νεκροψία.» μου είπε. «Λυπάμαι που το λέω, αλλά πολύ φοβάμαι πως είχατε δίκιο.» Το τσιγάρο έπεσε από το στόμα μου που κρέμασε στα τελευταία του λόγια. «Ο γάτος σας στραγγαλίστηκε σε σημείο που έσπασε η καρωτίδα και ο αυχένας του.»
Κατέβασα το ακουστικό. Άκουγα τα λόγια του να σβήνουν όσο απομάκρυνα την πηγή του ήχου. «Η δύναμη που ασκήθηκε στο ζώο ήταν εξαιρετικά μεγάλη και…»
«Ποιος το έκανε; Πώς το έκανε; Γιατί το έκανε; Είναι πολύ δύσκολο να στραγγαλίσει κάποιος μια γάτα αν σκεφτεί το ενδεχόμενο πως μια γάτα παλεύει με νύχια και με δόντια ξεσκίζοντας τον εχθρό της.»
Σίγουρα όλοι έχετε παρακολουθήσει αφηνιασμένες γάτες να παλεύουν στον δρόμο. Σίγουρα γνωρίζετε πως η γάτα αποτελούσε το βασικό μέσο ενός βασανιστηρίου τον μεσαίωνα στο οποίο την έβαζαν σε ένα σακί μαζί με έναν κατάδικο και τους πετούσαν στη λίμνη. Ποιος στ΄ αλήθεια μπορεί να τα βάλει με μια αφηνιασμένη γάτα χωρίς να αφήσει σημάδια πάλης πίσω του; Ούτε καν οι μελλοθάνατοι που ξεσκίζονταν στην προσπάθειά τους να βγουν ζωντανοί. Η δύναμη της φύσης πολλές φορές μας ξεπερνάει. Αυτή δεν ήταν δική μου δουλειά να εξιχνιάσω το μυστήριο. Ίσως οι αστυνομικοί να μην είχαν λάβει υπόψη τους όλα τα στοιχεία. Θα πήγαινα ξανά να τους επιστήσω για άλλη μια φορά την προσοχή και αυτή τη φορά με τρανταχτά επιχειρήματα. Ο γάτος μου είχε στραγγαλιστεί μέχρι θανάτου και ίσως αυτό να ήταν μονάχα ένα μήνυμα πως επόμενος στη σειρά ήμουν εγώ.
Αμέσως έφυγα από το διαμέρισμα. Πήρα ένα ταξί για το αστυνομικό τμήμα γιατί τόσες ώρες που ήμουν άυπνος δεν ήμουν σε θέση να οδηγήσω. Το κεφάλι μου είχε ήδη αρχίσει να μου δίνει έντονα σημάδια πως είχε ξεπεράσει τις αντοχές του. Ένας έντονος πονοκέφαλος μου τρυπούσε το μυαλό και θα ορκιζόμουν πως πάθαινα στιγμιαίες διαλείψεις χάνοντας για κλάσματα του δευτερολέπτου την συνείδησή μου. Σε λίγη ώρα βρισκόμουν στο τμήμα.
«Άκουσέ με Τζακ…» είπε με έντονο ύφος ο διοικητής. Όλα αυτά βασίζονται στις δικές σου μαρτυρίες. Παρόλα αυτά όμως, η έρευνα που κάναμε δεν έδειξε το παραμικρό σημάδι αλήθειας στα λεγόμενά σου. Δεν υπήρξε παραβίαση, όπως μας έλεγες και δεν υπήρξαν και δακτυλικά αποτυπώματα που να το επαληθεύουν.»
«Το καναρίνι μου όμως. Ο γάτος μου. Στραγγαλίστηκε. Μπορείτε να καλέσετε τον κτηνίατρο να σας το επιβεβαιώσει.»
«Μισό λεπτό λοιπόν…»
Ο αστυνομικός διευθυντής κάλεσε τον κτηνίατρο και αφού έκανε τις απαραίτητες συστάσεις μπήκε στο θέμα.
«Μου λέτε λοιπόν πως πράγματι ο γάτος που σας έφερε ο Τζακ ήταν στραγγαλισμένος;»
«Ο λαιμός του ήταν θρυψαλιασμένος. Σίγουρα προκλήθηκε από εξωγενή παράγοντα.»
«Σας ευχαριστώ.» είπε απότομα και έκλεισε το τηλέφωνο. «Άκουσέ με Τζακ. Δώσε μου τα κλειδιά σου και θα στείλω εγώ μία ειδική ομάδα να κάνει έναν έλεγχο στο σπίτι σου. Σε λιγότερο από δύο ώρες θα έχουμε απαντήσεις σχετικά με την παραβίαση της κατοικίας σου όπως ισχυρίζεσαι. Θα φροντίσω να ελέγξω και το υλικό από τις βιντεοκάμερες των δρόμων.»
«Σε ευχαριστώ!»
«Για τι με ευχαριστείς; Που είμαι έτοιμος να χάσω την δουλειά μου; Που αφήνω άλλες υποθέσεις, πραγματικά σημαντικές, για να ασχολούμαι με τις δικιές σου ανοησίες μόνο και μόνο για να ηρεμήσεις; Όχι φίλε Τζακ. Σε ξεχρέωσα την προηγούμενη φορά. Μετά από αυτό δεν θέλω να έχω καμιά επαφή μαζί σου. Αν χρειαστείς ξανά τέτοιου είδους στήριξη από εμένα καλύτερα θα είναι να πας σε κάποιον ψυχίατρο.»
Δεν είχα μιλήσει. Είχα, μόνο, σκύψει το κεφάλι σαν σχολιαρόπαιδο που είχε κάνει αταξία και το μάλωνε ο δάσκαλος.
Η ομάδα ξεκίνησε και δύο με τρεις ώρες αργότερα πήραμε τις πρώτες απαντήσεις. Κανένα σημάδι διάρρηξης στο διαμέρισμα για ακόμη μία φορά. Πράγμα που το επιβεβαίωναν και οι κάμερες των δρόμων που έβλεπαν μέχρι την πόρτα του σπιτιού μου. Κανείς δεν είχε μπει και κανείς δεν είχε βγει πέρα από εμένα. Ο διοικητής με κοίταξε στα μάτια και στη συνέχεια εστίασε στα χέρια μου που ήταν γεμάτα αμυχές οι οποίες προκλήθηκαν εκείνο το βράδυ που είδα τη σκιά να με πλησιάζει μέσα στη νύκτα.
«Τζακ… άκουσέ με…» μου είπε. «Σε ξέρω χρόνια τώρα και ποτέ σου δεν φερόσουν τόσο παράλογα ώστε να έχεις φτάσει σε σημείο να έχεις σκοτώσει εσύ τον ίδιο σου τον γάτο.»
«Μα τι λες;»
«Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση Τζακ που να δικαιολογεί τα λεγόμενά σου. Είσαι άρρωστος.»
«Όχι… δεν το έκανα εγώ.»
«Δυστυχώς Τζακ, η χαλασμένη μηχανή δεν ξέρει πως είναι χαλασμένη. Σου μιλάω σαν παλιός φίλος. Πήγαινε σπίτι σου να ηρεμήσεις και μετά να επισκεφτείς έναν καλό γιατρό για να σε κοιτάξει.»
Σηκώθηκα μην πιστεύοντας τα όσα είχα ακούσει και περπάτησα μέχρι την έξοδο. Κατέβηκα τα σκαλιά του τμήματος και έφτασα στον δρόμο. Αισθανόμουν πληγωμένος, ντροπιασμένος και άρρωστος. Τα λόγια του ηχούσαν στα αυτιά μου. «Η χαλασμένη μηχανή δεν ξέρει πως είναι χαλασμένη.»
Σήκωσα το χέρι μου και σταμάτησα το πρώτο ταξί που πέρασε. Μπήκα στην καμπίνα και του είπα τον προορισμό.
«Α! Σε εκείνο το υπερσύγχρονο πάρκο αναψυχής με την τεράστια οθόνη και τα σιντριβάνια μένεις;» με ρώτησε.
Δεν απάντησα. Δεν είχα όρεξη για κουβέντες. Κι αν τελικά είχα χάσει το μυαλό μου; Αν είχα το σύνδρομο του Δρ. Τζέκιλ και Κου Χάιντ; Άλλος το πρωί και άλλος το βράδυ χωρίς καμιά ανάμνηση. Χαμένος στις σκέψεις μου φτάσαμε στον προορισμό μου. Άνοιξα την πόρτα και κατέβηκα ακούγοντας τον οδηγό να φωνάζει για τα λεφτά του. Δεν έδωσα σημασία και συνέχισα να προχωράω μέχρι που μπήκα στο οίκημα. Λίγο πριν μπω άκουσα την πόρτα του ταξί να κλείνει με δύναμη και τον οδηγό να με πλησιάζει φωνάζοντας για τα λεφτά του. Δεν με πρόλαβε έγκαιρα. Μόλις έκλεισα την εξώπορτα του σπιτιού έπεσε πάνω της με δύναμη απαιτώντας τα λεφτά του. Συνέχισα να ανεβαίνω τα σκαλιά του κλιμακοστασίου μέχρι να φτάσω στην πόρτα μου. Έχωσα τα κλειδιά στην κλειδαριά και την άνοιξα. Είχα αρχίσει να πείθομαι πως ήμουν τρελός. Δεν ήξερα αν τελικά έπρεπε να δώσω σημασία στο μήνυμα που είδα γραμμένο στον τοίχο ή να το αγνοήσω.
Ήταν γραμμένο με αρκετά άσκημο γραφικό χαρακτήρα. Θύμιζε καλλικατζούρες παιδιού πρώτης δημοτικού που τώρα είχε αρχίσει να μαθαίνει πώς να κρατάει το μολύβι. Κόλλησα. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Ένα γρύλισμα ήρθε πίσω από την πλάτη μου. Η εικόνα ενός λυσσασμένου σκύλου εμφανίστηκε στο μυαλό μου να με καταδιώκει. Γύρισα απότομα και δεν ήξερα τι να υποθέσω από αυτό που είδα. Ο λούτρινος Γκοτζίλα έστεκε μερικά μέτρα πίσω μου ακολουθούμενος από εκατοντάδες μικρά πλαστικά στρατιωτάκια που ούρλιαζαν συνθήματα πολέμου. Έκανα δύο βήματα πίσω. Ο Γκοτζίλα βρυχήθηκε σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά. Εκεί μπόρεσα να δω βαθιές χαρακιές που αποκάλυπταν το εσωτερικό του υλικό. Βαμβάκι έπεφτε κάτω αποκαλύπτοντας ποιος ήταν αυτός που είχε πνίξει τον Σιλβέστρο. Σε ποιον να τα έλεγα όλα αυτά; Ακόμη κι εγώ δεν ήξερα αν ήταν αλήθεια ή απλά είχα τρελαθεί.
Στην προσπάθειά μου να απομακρυνθώ έπεσα κάτω και χτύπησα το πόδι μου. Ο πόνος ήταν, σίγουρα, αληθινός. Πριν προλάβω να σηκωθώ ένιωσα ένα οξύ μούδιασμα να νεκρώνει τα νεύρα του μηρού μου και διαπερνώντας τη σπονδυλική μου στήλη να βομβαρδίζει με μηνύματα οδύνης τον εγκέφαλο. Ούρλιαξα και γύρισα να δω τι συνέβαινε. Ο Τζάκι εμφανίστηκε από πίσω μου κραδαίνοντας το κουζινομάχαιρο. Πριν προλάβω να αντιδράσω μου κάρφωσε με δύναμη, ακόμη μια φορά, την κοφτερή λεπίδα στο πόδι. Δεν πίστευα πως θα μπορούσα ποτέ να βιώσω τέτοιο μαρτύριο. Ένιωσα κάθε χιλιοστό του μαχαιριού να χώνεται στο κρέας μου διαπερνώντας βασανιστικά τους μυς καρφώνοντας τη μυτερή άκρη στο σκληρό κόκκαλο. Τα μάτια μου γύρισαν και ήμουν έτοιμος να λιποθυμήσω. Το αίμα ανέβλυζε σαν ρυάκι από την πληγή. Ο Τσάκι γέλασε δαιμονικά.
Ενστικτωδώς πέταξα τη λεπίδα μακριά. Τώρα βρισκόμουν στο σαλόνι και έβλεπα τα τηλεκατευθυνόμενα αυτοκινητάκια να με περικυκλώνουν μαρσάροντας επιδεικτικά. Μου είχαν κλείσει κάθε έξοδο διαφυγής. Στο σαλόνι μου είχαν μαζευτεί όλα μου τα παιχνίδια κι εγώ στεκόμουν σαν γίγαντας στο μαγικό νησί του Γκιούλιβερ έτοιμος να τα τσαλαπατήσω όλα, έστω και κουτσαίνοντας… και το έκανα. Γρανάζια πετάγονταν από κάθε ηλεκτροκίνητο παιχνίδι και μινιατούρες γίνονταν ένα με το πάτωμα. Κι εγώ χαιρόμουν και φώναζα σα να ήμουν ένα εξωγήινο τέρας που είχε φτάσει στον κόσμο τους με μοναδικό σκοπό την καταστροφή τους. Τα ιπτάμενα οχήματα σηκώθηκαν για να με αναχαιτίσουν. Ελικοπτεράκια και αεροπλάνα ορμούσαν πάνω μου σε ομαδικές αποστολές αυτοκτονίας ενώ οι στρατιώτες εκτόξευαν στα τρωτά μου σημεία μυτερές οδοντογλυφίδες, σμιλευμένος συνδετήρες και βελόνες. Αν και λαβωμένος, παρέμενα πολύ δυνατός για αυτά και μόνο ένα πλάσμα μπορούσε να με σταματήσει. Η ανθρωπόμορφη σαύρα που ήταν σχεδόν στο ύψος μου. Ο Γκοτζίλα έπεσε πάνω μου, ανασαίνοντας βαριά, με δύναμη προσπαθώντας να χώσει τα δόντια του μέσα στην σάρκα μου. Ακόμη και να το έκανε τι μπορούσαν να μου κάνουν τέσσερα πλαστικά δόντια; Πόσο λάθος είχα κάνει; Τα δόντια του είχαν αντικατασταθεί από βίδες που χώθηκαν αβίαστα βαθιά στη σάρκα μου. Απελπίστηκα. Αυτό δεν το περίμενα. Έπεσα κάτω κι αυτός πάνω μου. Τον πέταξα ψηλά. Τα μυτερά του νύχια όμως γράπωσαν τη σάρκα μου αποκολλώντας πέντε φλούδες δέρματος σε κάθε πλευρό.
Η σαύρα βρυχήθηκε δίνοντας την θέση της στον Τσάκι που εφόρμησε χτυπώντας και βρίζοντάς με μανιωδώς. Επιτέλους κατάφερα να σηκωθώ. Στην προσπάθειά μου να τρέξω, ένα αυτοκίνητο στο μέγεθος του παπουτσιού μου μπήκε ακριβώς κάτω από το πέλμα μου χαρίζοντάς μου μία γλίστρα σα να πατούσα σε λάδια. Δεν συνειδητοποίησα το πόσο γρήγορα βρέθηκα ξανά ξαπλωμένος με το κεφάλι μου να αιμορραγεί από το χτύπημα. Τα υπόλοιπα παιχνίδια με κουκούλωσαν προσπαθώντας να με στραγγαλίσουν όπως έκαναν με τον γάτο μου. Μου τύλιξαν τον λαιμό με τις κεραίες και τα καλώδιά τους και άρχισαν να τραβούν όσο πιο δυνατά μπορούσαν. Μέσα στον πανικό και την πάλη μου θα ορκιζόμουν πως άκουσα ένα γέλιο να έρχεται μέσα από το δωμάτιο του βωμού και ένας αχνός καπνός. Όλη μου η ζωή πέρασε μπροστά από τα μάτια μου και σταμάτησε σε εκείνο το σημείο όπου εγώ κι ο Ντάνι βρισκόμασταν μέσα στην πυραμίδα προσπαθώντας να λύσουμε τον γρίφο του Αζαζούκ. Αυτό που βίωνα τώρα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από τη συνέπεια της δικής μας ματαιοδοξίας. Ο Αζαζούκ ήταν ελεύθερος και πλέον είχε στοιχειώσει τα δικά μου άψυχα αντικείμενα. Όχι, δεν ήμουν τρελός. Οι πληγές μου έλεγαν την αλήθεια. Τα κοφτερά δόντια της σκιάς που με πλησίαζε εκείνο το βράδυ –του Γκοτζίλα– είχαν χωθεί μέσα στη σάρκα μου χαρίζοντάς μου έναν αργό θάνατο.
Ο οισοφάγος μου είχε ξεραθεί και η ανάσα μου γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Προσπάθησα να φωνάξω για βοήθεια αλλά ο λαιμός μου έσταξε αίμα. Πανικοβλήθηκα. Πίστεψα πως ήμουν κοντά στο να χάσω τις αισθήσεις μου. Το κορμί μου ασφυκτιούσε για μια ανάσα. Η φυσική άμυνα του οργανισμού μου ενεργοποιήθηκε στέλνοντας σήμα στους αδένες μου να παράξουν ενδορφίνες κάνοντας λιγότερο επώδυνο τον επερχόμενο θάνατο. Για κλάσματα του δευτερολέπτου ένωσα σαν ασφυξιόφιλος. Λίγο πριν ξεψυχήσω ένιωσα πως ήθελα να ταξιδέψω προς το λευκό φως που με καλούσε με έναν πρωτόγνωρο, γλυκό κι ακατανίκητο τρόπο.
Ο Τσάκι είχε βρει το κουζινομάχαιρο και την ευκαιρία να πηδήξει πάνω στο στήθος μου. Τα πάντα θα είχαν τελειώσει. Τον είδα να κρατάει με τα δύο του χέρια το μαχαίρι ψηλά και να ετοιμάζεται να μου το καρφώσει στο μάτι. Διψούσε για θάνατο κι εγώ του το επέτρεπα. Τα τρελά του μάτια γυάλιζαν ενώ από το στόμα του έτρεχαν αφροί, μοιάζοντας με λυσσασμένο σκύλο. Τα παιχνίδια συνέχιζαν να σφίγγουν τον λαιμό μου κουνώντας δυνατά το ανήμπορο κορμί μου. Μία αδέξια κίνηση του Τσάκι, ένα απότομο τράνταγμα από τις άτσαλες απόπειρες των παιχνιδιών να με πνίξουν, έκαναν την δαιμονισμένη κούκλα να αστοχήσει καρφώνοντας μερικά από τα καλώδια που πίεζαν ασφυκτικά τις αρτηρίες μου. Στάθηκα τυχερός μέσα στην ατυχία μου. Αρκετά από τα καλώδια κόπηκαν επιτρέποντας στο αίμα μου να κυκλοφορήσει μεταφέροντας γοργά αδρεναλίνη σε όλα μου τα άκρα. Τότε ήταν που άρχισα να παλεύω. Τα χέρια μου γράπωσαν το λούτρινο κορμί του ξεριζώνοντας το κεφάλι από τους ώμους του. Πολυεστερικό μπαμπάκι απλώθηκε σαν ομίχλη στον αέρα που παρασυρόταν από τις νευρικές μου κινήσεις. Αμέσως έπιασα τα υπόλοιπα καλώδια γύρω από τον μελανιασμένο μου λαιμό και τα πέταξα μακριά. Επιτέλους ήμουν ελεύθερος να τρέξω. Σε κάθε μου βήμα τσαλαπατούσα ισοπεδώνοντας κάθε πλαστική ύπαρξη που με ήθελε νεκρό. Απομακρύνθηκα, επιτέλους, καταφέρνοντας να κλειστώ στο δωμάτιό μου από το οποίο σας γράφω όλη αυτήν την ιστορία.
عزازيك
Έτσι έχουν γίνει μέχρι στιγμής τα πράγματα. Είμαι βαριά τραυματισμένος και φοβάμαι για τη ζωή μου. Δεν δουλεύει τίποτα μέσα στο δωμάτιο και σε λίγο θα πέσει το σκοτάδι. Αυτό με φοβίζει ακόμη περισσότερο. Το κινητό μου δεν έχει σήμα και το σταθερό είναι εκτός λειτουργίας. Έχουν περάσει γύρω στις πέντε ώρες που είμαι φυλακισμένος στο ίδιο μου το δωμάτιο και ο μόνος ήχος που φτάνει πλέον στα αυτιά μου είναι αυτός από τον κεντρικό δρόμο. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που χαίρομαι να ακούω τα αυτοκίνητα να περνούν απέξω. Ανακουφίζομαι να ξέρω πως έμβια όντα διασκεδάζουν στα κέντρα νεότητας. Ακόμη και η γιγαντοοθόνη που φωτίζει με κάνει να νιώθω καλύτερα. Δεν πίστευα πως θα το έλεγα ποτέ αυτό, αλλά ετούτη τη στιγμή θα χαιρόμουν ακόμη κι αν έβλεπα μπροστά μου εκείνον τον αντιπαθέστατο χοντρό που ήθελε το σπίτι μου. Χα…! Έτσι που είναι του το χαρίζω… μαζί με τα παιχνίδια μου…
عزازيك
Αν και είχα χάσει πολύ αίμα, φρόντισα να σταματήσω την αιμορραγία χρησιμοποιώντας μακριά υφάσματα σκίζοντας λωρίδες από τα πουκάμισά μου. Πλέον κάθομαι στο κρεβάτι περιμένοντας για ένα θαύμα καθώς κουνιέμαι νευρικά μπρος πίσω σαν αυτιστικός. Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να ακούσω δραστηριότητα ξανά έξω από την πόρτα. Πάνω που είχα αρχίσει να πιστεύω πως τα πάντα είχαν τελειώσει, ένα ελαφρύ χαρχάλεμα ακούστηκε στην χαραμάδα της πόρτας. Κράτησα την αναπνοή μου. Ένα διπλωμένο χαρτί, όπως το προηγούμενο, εμφανίστηκε να περνάει κάτω από το στενό της άνοιγμα. Ένιωσα διστακτικός. Φοβόμουν για κάποια παγίδα. Άφησα στο κρεβάτι τον φορητό υπολογιστή και σηκώθηκα αργά πηγαίνοντας, στραβά και στο ένα πόδι, προς την πόρτα. Έσκυψα και το έπιασα στα χέρια μου.

Copyright © Κωνσταντίνος Ν. Βαρδής, 2015 All rights reserved
Διατίθεται ελεύθερα στο διαδίκτυο με άδεια Creative Commons, Αναφορά δημιουργού-Μη εμπορική χρήση-Όχι παράγωγα έργα

Το ανακαλύψατε τώρα; Η ιστορία από την αρχή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Σάντυ Κυριακή ΗλιάδουΝατάσσα ΕξάρχουΓιώργος ΓιαντάςΚέλλυ ΚαϊμάκηΣτέλιος ΜοίραςΜαρία ΚατσούπηMo Hayder
Γιάννης ΦιλιππίδηςΕυδοκία ΣταυρίδουΠαναγιώτης ΝτούσκαςPaullina SimonsΒασιλική ΦράγκουΓεώργιος ΤζιτζικάκηςΠόλυ Μοσχοπούλου
Κερδίστε ως και πέντε μυθιστορήματαΧρυσούλα ΒακιρτζήΧρήστος ΠαπουτσήςΜαριάνα ΝικολιδάκηΧριστόφορος ΤριάντηςΓρηγόρης ΤριγλίδηςKate Saunders