ΚΕΡΔΙΣΤΕ: Προσκλήσεις: Αυτοκράτωρ Αδριανός * Ο Fellini και τα όνειρα των κλόουν *** Μυθιστορήματα: Το χνάρι που δεν έσβησε * Μικρό λευκό κοχύλι * Maestra * Εφαπτόμενες ζωές * Ξέχνα τις αναμνήσεις * Το τριανταφυλλάκι * Ο δρόμος για την κόλαση * Οι γρίφοι του θανάτου * Τζεμίλα Άγια * Η γριά βαλίτσα * Το 8ο αμάρτημα * Μέτσενγκερσταϊν

Η ολέθρια σχέση against all odds

Οι συμπέθεροι απ’ τα Τίρανα. Ακόμα κλαίω.
Πριν πάω στο βιβλίο, θα σας πάω λίγα τετράγωνα παρακάτω στη γειτονιά μου. Το λοιπόν (μου έχει κολλήσει τώρα τελευταία αυτό), όταν έχεις μωρό με καρότσι στην Ελλάδα αυτομάτως γίνεσαι χαρτογράφος της περιοχής σου. Γιατί αν δε βρεις μια διαδρομή την οποία θα ακολουθείς πιστά μέχρι να απαλλαχτείς από το καρότσι, πολύ απλά δε θα πας πουθενά. Ή θα πας στο τριπλάσιο του χρόνου που υπολόγιζες (και διέθετες). Ή θα κουβαλάς και τα ηρεμιστικά μαζί, να τα χλαπακιάζεις πέντε- πέντε σαν τον Τζακ Τόρανς.
(Για τους υπόλοιπους που δεν έχουν μωρά αλλά μόνο καρότσι και το οποίο δεν πρόκειται να ξεφορτωθούν... δεν έχω τι να πω αυτή τη στιγμή. Θα το πιάσουμε όμως κι αυτό.)
Επίσης όταν έχεις μωρό και γενικά μικρά παιδιά, ξέρεις τι θα πει ρουτίνα απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Έτσι σε μια βόλτα ρουτίνας, κι αφού έχω χαρτογραφήσει το κομμάτι του Ευόσμου στο οποίο κινούμαι κι έχω σημειώσει στο μυαλό μου με Χ τις Δ.Π. (Δυσπρόσιτες Περιοχές), αποφασίζω για αλλαγή, να παρακάμψω ένα Άλφα τετράγωνο και να πάω από κάτω, κάνοντας 4 ακριβώς τετράγωνα επιπλέον, για να σκοτώσω την ώρα μου.
Εδώ θέλω να βάλω δύο παρενθέσεις. Πάμε στην πρώτη. Το λιβάνι, το γνωστό της εκκλησίας λέω, μου προκαλεί την ίδια αντίδραση όπως και στον Εωσφόρο αυτοπροσώπως. Μου καίει τα μάτια και το λαιμό, με πιάνει βήχας κι ένας τρομερός πονοκέφαλος που μόνο με εξορκισμό περνάει (9 ξεματιάσματα μέσω τηλεφώνου από τη γιαγιά και ντεπόν μάξιμουμ ανά τρίωρο για δυο μέρες. Να δείτε στο γάμο μου τι τράβηξα. Ευτυχώς το μυστήριο τέλειωσε πριν μεταλλαχτώ οριστικά). 
Πάμε στη δεύτερη. Όσοι έχετε παιδιά, έχετε περάσει κι από αυτά τα μεταβατικά στάδια του μωρού σε νήπιο, που σημαίνει κόψιμο της πάνας και μετά γιογιό με τις μισές φορές να τα μαζεύεις από το δρόμο (χαλί, πλακάκια, καναπές, κ.λ.π), κόψιμο του μπιμπερό και δοκιμαστικά ποτηράκια και σκατούλες και πάει λέγοντας. Εδώ στο μπουκάλι σταματάμε.
Για να μην τα πολυλογώ, εμείς τώρα οι μικροί που είμαστε δύο και κάτι, έχουμε κόψει μεν το μπιμπερό, αλλά δεν είμαστε και πολύ σταθεροί με τα ποτήρια δε (ναι, ναι, χρησιμοποιώ α’ πληθυντικό και ναι, ναι, απαγορεύεται, αλλά τώρα γράφω, οπότε bite me). Για να διευκολύνω τη ζωή μου όταν βγαίνουμε έξω και ως φαν της απλοποίησης, έχω πάρει ένα πλαστικό μπουκάλι νερού, έχω τρυπήσει το καπάκι για να χωράει ένα καλαμάκι και βουαλά. Νερό για το δρόμο.
Έεεεεεελα όμως που τα δίχρονα περνούν τη φάση του αυτό τι είναιιιιιιιιιι; / αυτό πώς ανοίγειιιιιιιιιιι; / αυτό τι κάνειιιιιιιιιιι; / αυτό πού μπαίνειιιιιιιιιιιιιιιι; Κι έτσι ο μικρός μας έμαθε να ξεβιδώνει το καπάκι.
Κλείνουν οι παρενθέσεις. Παρακάτω.
Περπατώντας χαλαρά καροτσάδα (κατά το σουλατσάδα, περαντζάδα, κ.λ.π), φτάνει ως τη μύτη μου η γνωστή μυρωδιά του λιβανιού και αρχίζω να τρέχω να την αποφύγω πριν με πιάσει. Μα είμαστε έξω και φυσάει κι ένα παράξενο αεράκι και η διαολεμένη μυρωδιά είναι παντού και δεν ξέρω κατά πού να πάω, γιατί από παντού μου ‘ρχεται (μαζί κι ο βήχας, μαζί και τα κόκκινα μάτια, μαζί κι ο πονοκέφαλος).
Τελικά στρίβω στο τετράγωνο και ξανά ανεβαίνω από πάνω, στο γνωστό δρομολόγιο που κάνω συνήθως, για να απομακρυνθώ τουλάχιστον γρήγορα και να εξαφανιστώ. Μα ο διάολος έχει πολλά ποδάρια και με το που στρίβω πέφτω ακριβώς πάνω στην πηγή του κακού: Ένα εκκλησάκι χτισμένο ανάμεσα σε ένα φαρμακείο κι ένα μαγαζί οικιακών ειδών. Άντε παραβλέπω το παράξενο του όλου πράγματος (αν και ομολογώ πως δεν το είχα καν προσέξει ως εκείνη τη στιγμή). Το θέμα είναι πως αυτό το φαρμακείο έχει δυο τεράστιες φτερωτές από air condition (λες και ήταν από Boeing) που ξεφυσάνε σαν τρελές πάνω στο εκκλησάκι το οποίο κάποιος έχει αποφασίσει να λιβανίσει.
Τουτέστιν με το που παίρνω τη στροφή πέφτω πάνω στο ντουμάνι και ο μικρός που ακριβώς εκείνη τη στιγμή έχει ξεβιδώσει το καπάκι από το μπουκάλι του, φωνάζει «καπνόθ!» εννοώντας «φωτιά!» και τεντώνοντας το χέρι με εκπληκτικό στόχο, αδειάζει το νερό πάνω από το μπουκάλι στο εκκλησάκι που καπνίζει.
Ωιμέ, σκέφτομαι, καλά περάσαμε και σήμερα. Ας πάμε σπίτι τώρα.
Κι ας πάμε και στο βιβλίο. Προς τι ο πρόλογος; Γιατί ευτράπελα συμβαίνουν και γιατί αυτό το βιβλίο το είχα στο νου μου σα δράμα. Παραπλανητικό είτε το εξώφυλλο είτε το οπισθόφυλλο, είτε ο τίτλος που με παρέπεμψε σε μια παλιά ταινία, πάντως είχα προετοιμαστεί για να διαβάσω ένα βιβλίο με δραματική ιστορία, που όμως απεδείχθη κωμωδία και η έκπληξη ήταν κάτι παραπάνω από ευχάριστη (και όχι, δεν ειρωνεύομαι, ούτε γίνομαι κακιά. Πρωτοφανές, αλλά αλήθεια).

Ο Στέφανος Κιοσέογλου ήταν ένας από τους πιο περιζήτητους εργένηδες της Αθήνας. Αυτοδημιούργητος, πρώτης γενιάς πλοιοκτήτης, κατακτητής κι εραστής του ωραίου φύλου, είχε ζήσει μια ζωή υπέροχη, κατά πως την ήθελε, κι είχε αποκτήσει όσα είχε ονειρευτεί, και ακόμη περισσότερα. Πενηντάρης πια, κουρασμένος από το σύρε κι έλα με γυναίκες όλων των κατηγοριών και κυβικών, ένιωσε μέσα του την επιθυμία να φτιάξει οικογένεια και να γίνει πατέρας. Και τότε έπεσε πάνω στην Όλγα.
Το πάθος του για εκείνη και η απρόσμενη εγκυμοσύνη της τους οδήγησαν στα σκαλιά της εκκλησίας. Πολύ γρήγορα, όμως, η συντροφική σχέση μεταλλάχθηκε σε ψυχολογικό θρίλερ και η οικογενειακή εστία σε πεδίο μάχης. Το διαζύγιο ήταν αναπόφευκτο και όλα θα τελείωναν απλά, αν δεν είχαν αποκτήσει στο μεταξύ μια κόρη που διεκδικούσαν και οι δύο. Πού θα τους οδηγούσε αυτή η λυσσαλέα διαμάχη; Και το κυριότερο, τι θα γινόταν με αυτό το παιδί που βρέθηκε στο επίκεντρο μιας ανίερης αναμέτρησης; Με ποιον τρόπο θα μπορούσαν να χωρίσουν, παραμένοντας όμως γονείς; Θα πρυτάνευε η λογική, που θα έβαζε πάνω απ’ όλα το καλό του παιδιού;
Πλήθος ερωτημάτων εν μέσω αντεγκλήσεων, φιλονικιών, δικαστικών αγώνων, χτυπημάτων κάτω από τη ζώνη, μηχανορραφιών και όλων όσων αποτελούν το σκηνικό μιας πραγματικής ιστορίας, τόσο πραγματικής όσο η ίδια η ζωή. Αλλά η ζωή δίνει πάντα τη λύση, συχνά με δραματικό τρόπο και ανατροπές, κι έτσι ο Στέφανος Κιοσέογλου βρέθηκε αντιμέτωπος με τις επιλογές του και τους ανοιχτούς λογαριασμούς του από το παρελθόν.[1]

Λοιπόν το βιβλίο είναι τίγκα στο κλισέ και φαντάζομαι αποτελεί την πλέον στερεοτυπική μορφή της νέας, επονομαζόμενης «γυναικείας λογοτεχνίας», κάτι που από μόνο του θα με είχε κάνει να το πετάξω στην άκρη από τις πρώτες σελίδες (λυπάμαι γυναίκες συναναγνώστριες, αλλά έχω κλείσει τον κύκλο αυτού του είδους αναγνωσμάτων, No offense). Αλλά! Εδώ πάει ένα μεγάλο αλλά: Η συγγραφέας του είναι τρελή και το καταφχαριστήθηκα. Η «Ολέθρια Σχέση» είναι τόσο καλογραμμένη, τα ελληνικά της κυρίας Βαηνά ολόσωστα και η γραφή της χειμαρρώδης (επιτέλους), που παρά το συνηθισμένο του θέματος το απόλαυσα και ξαναλέω ότι γέλασα πολύ, μα πολύ, μα πολύ. Ίσως το ότι περίμενα ακριβώς το αντίθετο να έπαιξε κι αυτό το ρόλο του, δεν ξέρω.
Σαρκασμός, ανελέητο χιούμορ, ο πλούσιος καλόγουστος γαμπρός, η «λαϊκιά» νύφη μάστερ του κιτς, συμπεθέρια έτοιμα να αρπαχτούν μαλλί με μαλλί, ένα παιδί στη μέση και πολλές πολλές αλήθειες ανάμεσα, στα σωστά σημεία και με σωστό τρόπο.
Έχει τύχει να κράξω βιβλίο με καλή ιστορία επειδή έπασχε από γραφή κι εδώ συνέβη κατά κάποιο τρόπο το αντίθετο: Μια χιλιοειπωμένη ιστορία που όμως ξεχώρισε (στα δικά μου μάτια και κρίση) με την πραγματικά καλή κι απολαυστική γραφή του. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, όλα έχουν ήδη γραφτεί. Οι συγγραφείς ξαναγράφουν. Λίγοι -πολύ λίγοι, ελάχιστοι- γράφουν κάτι καινούργιο. Εκεί λοιπόν τα πάντα θα κριθούν από την τεχνική. Congrats.
Against all odds λοιπόν και μιας και φημίζομαι για την έλλειψη αναγνωστικής υπομονής και για τον οχετό μου, περνάει με άριστα για το είδος του και κλείνω με την πρώτη φράση που έγραψα: «Οι συμπέθεροι από τα Τίρανα». Όταν το διαβάσετε θα καταλάβετε. Ακόμα κλαίω.
Κλικ για περισσότερα της Κατερίνας
Το μυθιστόρημα της Ελένης Βαηνά, Ολέθρια σχέση, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα. Διαβάστε τη συνέντευξη και για το βιβλίο στο Η Ελένη Βαηνά και η Ολέθρια σχέση
Περισσότερα από/για την Ελένη Βαηνά:
Το αύριο αργεί πολύ
Η Ελένη Βαηνά και Το αύριο αργεί πολύ

[1] Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Κωνσταντίνος ΙωακειμίδηςΘανάσης ΛιακόπουλοςΝτιάνα ΠαλαιολόγουΦώτης ΣιμόπουλοςΜιχαήλ ΆνθηςΒασίλης ΤσικάραςΗλιάδα Γκανά
Γκρέτα ΧριστοφιλοπούλουL.S. HiltonΛιλή ΓάτηΧάρης ΛιαντζίρηςΧρίστος ΒούζαςΛογοτεχνικές πένες 2016Αγγελική Μαρίνου
Jennifer DonnelliΣήφης ΖερβουδάκηςΒασίλης ΤσικάραςΚατερίνα ΧλωροκώσταΝοέλ ΜπάξερΚατερίνα ΘεοδώρουΑλεξάνδρα Μυλωνά