Μια σοκολάτα αμυγδάλου σου φέρνει ευτυχία

Ας πάμε κατευθείαν στο ψητό. Δεν έχει ιστοριούλες σήμερα. Κάνω συχνά βόλτες στα σάιτ των εκδόσεων, λίγο για να δω τι κυκλοφορεί, λίγο για να κάνω συγκρίσεις, λίγο για τη λόξα μου. Σχεδόν κάθε μεγάλος εκδοτικός έχει μια καρτελίτσα προς wannabe writers, στην οποία αναφέρουν τα μπλα μπλα τους σχετικά με το πώς μπορεί κανείς να τους (ας πούμε) πλησιάσει και να στείλει το γραφτό του. Δεν μου αρέσει ο τρόπος προσέγγισης, παρόλο που καταλαβαίνω πολύ καλά πως wannabe writers πιθανότατα υπάρχουν περισσότεροι από όσοι θα ‘πρεπε, αλλά τέλος πάντων το νόημα είναι πως στέλνεις το κομμάτι σου και κάθεσαι και περιμένεις. Αυτό. Αν τους αρέσει, θα σε ειδοποιήσουν. Αν όχι, δε θα το μάθεις ποτέ. Τελεία. Το κακό είναι ότι εσύ κάπως πρέπει να ζήσεις στο ενδιάμεσο με την αγωνία συν του ότι κάθεσαι και με τα χέρια σταυρωμένα μιας και δεν μπορείς να στείλεις το κομμάτι σου παντού την ίδια στιγμή, παρά να περιμένεις να τους πάρεις όλους με τη σειρά.
Αυτό θα σου φάει κάτι χρονάκια αναμονής για ένα μόνο γραφτό κι αν ανήκεις στην κατηγορία αυτών που έχουν γεννηθεί για να γράφουν, μέχρι να εξαντλήσεις τις πιθανότητες έκδοσης του πρώτου σου, μάλλον θα έχεις γράψει άλλα σαράντα. Πιθανόν θα σου κάνουν τα σαράντα πριν πάρεις απαντήσεις, αλλά αυτό είναι ένα θέμα στο οποίο θα αναφερθώ άλλη φορά. Αλλού θέλω να εστιάσω.
Οι μεγάλοι εκδοτικοί νταβατζήδες που πουλούν τα γραφτά τους και στα σούπερ μάρκετ (αλλά κι αυτό είναι θέμα που θα συζητήσουμε άλλη φορά), αναφέρουν με ψιλοχοντρά γραμματάκια πως δέχονται ΜΟΝΟ μυθιστορήματα και ΟΧΙ συλλογές διηγημάτων, ΟΧΙ ποίηση.
Είναι αδιανόητα απαράδεκτο στην Ελλάδα να ισχύει κάτι τέτοιο και όχι, δε θα αρχίσω το τροπάριο «εμείς που δώσαμε τα φώτα στον πολιτισμό» και μπλα μπλα και «οι άλλοι σαλαγούσαν βίσωνες», μπλα μπλα μπλα και «κρεμιόνταν από τα δέντρα» και μπλα μπλα και πίπες. Αλλά είναι αδιανόητα απαράδεκτο, από όποια πλευρά κι αν το δεις. Μιλάμε για την Ελλάδα το κερατό μου το τράγιο. Κι αν η Ελλάδα αυτή τη στιγμή δεν αξίζει ούτε τρίχα απ’ τα αχαμνά του βίσωνα που σαλαγούσαν κάποτε οι βάρβαροι, απαγορεύεται να απαγορεύεις το διήγημα και την ποίηση κύριε μεγάλε εκδότα, πορνοβοσκέ.
Ουφ, ψυχραιμία τώρα. Πάμε παρακάτω.
Τι έχει λοιπόν το μυθιστόρημα και το κυνηγούν τόσο πολύ, τόσοι πολλοί; Και όχι ένα απλό μυθιστόρημα, αλλά ένα μυθιστόρημα τουβλέτα, τουλάχιστον 500 σελίδων. Ε, για να δούμε. Αν πουλούσα αμάξια, προφανώς και θα με έκοφτε περισσότερο το Χαμεράκι, παρά το φιατάκι που αγκομαχά στην ανηφόρα. Το ένα κοστίζει όσο κι ένα σπίτι, το άλλο κοστίζει λιγότερο από τα δίδακτρα μιας χρονιάς στο φροντιστήριο του έφηβου γιου.
Το κακό λοιπόν είναι πως εμμέσως πλην σαφώς ενθαρρύνουμε τους συγγραφείς να μας κάνουν τα κάκαλα-τα καλιαρντά-τα πελέ γιαουρτοκεσέδες με παντελώς άχρηστες κι ανούσιες σελίδες, με πλοκές τόσο τραβηγμένες από τα μαλλιά που τύφλα να χει η Ραπουνζέλ (ρίξε τα μαλλιά σ’ ν’ ανέβω) κι εμείς οι λοβοτομημένοι πλέον αναγνώστες με το βιπεράκι το τρίκιλο αποχαυνωνόμαστε στην παραλία, ή στο ενδιάμεσο σιδερώνοντας σώβρακα κι ετοιμάζοντας φαγιά, παρακολουθώντας και κλαίγοντας με τα παθήματα των ηρώων-θυμάτων, τους ανεκπλήρωτους έρωτες, τις προδοσίες, μπλα, μπλα, μπλα, κουράστηκα και μόνο που τα σκέφτηκα και τα έγραψα όλα αυτά.
Αφήνω την ποίηση απ’ έξω αυτή τη φορά -και ο λόγος είναι από τη μία πως το σημερινό βιβλίο είναι μια συλλογή διηγημάτων, από την άλλη η ποίηση είναι ένα μαστερ-άστιο θέμα που πολύ αμφιβάλλω ότι θα μπορούσα να καλύψω, όχι τώρα, όχι εδώ, όχι έτσι.
Το διήγημα λοιπόν είναι κάτι πολύ παραπάνω από μια short story-μικρής έκτασης. Το διήγημα είναι ένα πολύ δύσκολο λογοτεχνικό είδος, και οι λίγες σελίδες δε σημαίνουν με τίποτα πως ο καθένας μπορεί να καταφέρει να γράψει. Μάλλον, ο καθένας που γνωρίζει στοιχειώδη γραφή μπορεί να γράψει μια μικρή ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, αλλά σε καμία περίπτωση δε σημαίνει πως αυτό είναι Διήγημα (και το κεφαλαίο εδώ παίζει το ρόλο του).
Ο διηγηματογράφος πρέπει από την αρχή ως το τέλος να «παίζει» κυριολεκτικά με τις λέξεις παίζοντας τις λέξεις και τη γλώσσα του στα δάχτυλα, συγκεντρωμένος, πειθαρχημένος. Και στο διήγημα έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία η τεχνική και η επιδεξιότητα, παρά η ίδια η ιστορία.
«Το διήγημα», μας λέει ο Ξενόπουλος, «μοιάζει με τη γυναίκα. Δύναται να είναι πλήρες ύψους, σοφίας και μεγαλείου. Δύναται ν’ αποπνέει ευσπλαχνίαν, τρυφερότητα και αγάπη. Αλλά άνευ τέχνης, όπως και η γυνή άνευ καλλονής, ένα διήγημα δεν εκπληροί τον προορισμό του». Και συνεχίζει (εδώ να πω πως ο Ξενόπουλος έχει γράψει 17 ολόκληρες σελίδες σχετικά με το διήγημα): «...Οι διηγηματογράφοι είναι καλλιτέχνες όπως οι ζωγράφοι και οι γλύπτες. Τα όρια τους είναι στενά προδιαγεγραμμένα. Διερμηνεύουν την καλαισθησία ολοκλήρου εποχής. Κατά την ανάγνωση των διηγημάτων, τα ψυχικά όμματα πρέπει να οπλίζονται διά μικροσκοπίου». Η περιττολογία και η παπαρολογία καταστρέφουν την καλαισθησία του διηγήματος. Όχι, αυτό δεν το είπε ο Ξενόπουλος. Ή το είπε, αλλά πιο κομψά.
Ας μην παπαρολογούμε λοιπόν. Μου τη δίνουν οι μεγάλοι εκδοτικοί, τα αρπακτικά, που προωθούν τα τούβλα με τις άχρηστες σελίδες, τις χιλιογραμμένες ίδιες κι απαράλλαχτες ιστορίες ξανά και ξανά, που πουλάν πανάκριβα βιβλία τα οποία δεν αξίζουν απολύτως τίποτα. Ακόμα και μια βόλτα στα social media μπορεί να σας το αποδείξει -τα 9 στα 10 νεοκυκλοφόρητα μυθιστορήματα, σκοτώνονται στη μισή τιμή ή ανταλλάζονται χωρίς να έχουν κλείσει ούτε τρίμηνο κυκλοφορίας.
Τι πιο μίζερο, τι χειρότερο, από το να είσαι συγγραφέας και να ξέρεις πως το δημιούργημά σου δεν αξίζει θέση στο ράφι της βιβλιοθήκης των αναγνωστών. Αυτό και μόνο θα έπρεπε να είναι αρκετός λόγος να αλλάξετε ρότα. Και στην τελική αν δεν γράψουν οι συγγραφείς, δε θα έχουν οι εκδότες τι να πουλήσουν.
Έτσι, λέω εγώ τώρα. Άκου «δεχόμαστε ΜΟΝΟ μυθιστορήματα»! Βρε ουστ! Σουπερμαρκετάδες!
Πάμε και στο βιβλίο μας;

«Έντεκα φωνές, έντεκα ιστορίες μιλούν για ακυρωμένα ή αντίθετα πραγματοποιημένα όνειρα. Μέσα τους ζωντανεύουν καταστάσεις του σήμερα και πρόσωπα που γοητεύονται κι απογοητεύονται από αποτυχίες, συγκρούσεις, ανασφάλειες, διαψεύσεις, συμβιβασμούς, ελπίδα, όραμα, πόθο, έρωτα, πάθος για ζωή.
Η Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη, με το ακαταμάχητο όπλο της γραφής της, κινητοποιεί τον αισθησιασμό της γυναικείας φύσης, δίνει ένταση στο συναίσθημα, ασχολείται με την ανελέητη εξερεύνηση του εαυτού του άλλου, παλεύει και συγκρούεται με ανεξέλεγκτες ''σκοτεινές'' δυνάμεις που εισχωρούν απρόσκλητες στις οικογενειακές και διαπροσωπικές σχέσεις, ενώ παράλληλα τονίζει τον ρόλο του έρωτα, την ηθική διάσταση της οικογένειας, τα σοβαρά κοινωνικά προβλήματα, την δύναμη της θέλησης και της αξιοπρέπειας στην καθημερινότητά μας.
Οι γήινοι ήρωες της -που αντιπροσωπεύουν ουσιαστικά τον κάθε ένα από μας- δεν παύουν να διεκδικούν και να μάχονται σθεναρά για το αναφαίρετο δικαίωμα στην δική τους ονειρική πραγματικότητα.»[1]
Κλικ για περισσότερα της Κατερίνας
Η συλλογή της Ρένας Πετροπούλου-Κουντούρη, Μια σοκολάτα αμυγδάλου σου φέρνει ευτυχία, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δοκιμάκης, 2009

[1] Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Περισσότερα από/για την Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη:
Χαϊκού και όνειρα
Η Μάχρια της λήθης
Η Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη και Η Μάχρια της λήθης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Άννα ΓαλανούΓιώργος ΓιαντάςVictoria HislopΈρη ΜαυρογιάννηΜιχαήλ ΆνθηςΜαίρη ΠαναγιώτουM.J. Arlidge
Όλγα Κανελλοπούλου-ΝτινοδήμουΣοφία ΓουδετσίδουΦώτης ΣιμόπουλοςΈλενα ΑκρίταVal O' TeliΦωτεινή ΝαούμΒασίλης Τσικάρας
Χριστόφορος ΤριάντηςΣτέλιος ΜοίραςΕλένη ΚοτσόβολουΘανάσης ΛιακόπουλοςΓιάννης ΜπερούκαςΣυλλογή διηγημάτωνΓιώργος Φάκος