Το γκρίζο παλτό

Γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου
Σηκώθηκα από το κρεβάτι μου πολύ αργά εκείνο το πρωινό, δέσμια ακόμη ενός ονείρου που δεν έλεγε να μ’ αφήσει να ξυπνήσω ολότελα.
Έβλεπα έκπληκτη τη γνωστή εικόνα του δωματίου μου και παράλληλα ήμουν στον παράξενο τόπο και χρόνο του ονείρου που προανέφερα.
Μούσκεμα στο ιδρώτα με τη πιτζάμα να κολλάει στο κορμί μου, έκανα να σηκωθώ από το κρεβάτι αλλά θαρρείς και τα πόδια μου δεν με υπάκουαν. Τα δευτερόλεπτα κυλούσαν γρήγορα κατά τη συνήθειά τους και τα σύννεφα τ’ ονείρου ήταν ακόμη τόσο απίστευτα ζωντανά που δεν το άφηναν να διαλυθεί μαζί τους.
Σαν σε πίνακα του Μονέ βρισκόμουν λέει σ' ένα Φθινοπωριάτικο τοπίο με τα πολλά δέντρα πρόωρα γυμνά από τη φυλλωσιά τους και μια μικρή λίμνη με ασάλευτα νερά σκεπασμένη με νούφαρα μισομαραμένα. Πιο γκρίζο τοπίο δεν θυμάμαι να έχω ξαναδεί στη ζωή μου είτε κοιμισμένη είτε ξυπνητή.
Στη μία όχθη της λίμνης στεκόταν μία σκιά που δεν αναγνώριζα αν ήταν άντρα ή γυναίκας. Φορούσε ένα παλτό κατάγκριζο μακρύ που έφτανε σχεδόν μέχρι κάτω.
Λίγο λίγο η σκιά άρχισε να γίνεται πιο συγκεκριμένη και όλο και λιγότερο σκοτεινή και πια μπορούσα να διακρίνω ότι επρόκειτο για μία αντρική φιγούρα που στεκόταν εκεί σε μια στάση ανείπωτης απελπισίας, όταν ξάφνου ακούω να μου λέει: "Μην τρομάζεις αγάπη μου εγώ είμαι. Ήρθα για λίγο, για πολύ λίγο να σου πω ΑΝΤΙΟ και πια δεν θα ξανά ακούσεις για μένα τίποτα μα ούτε και για τη δόλια την Αγάπη μου που ένας Θεός μόνον ξέρει πόσο μεγάλη ήταν" και λέγοντας αυτά μόνον τα λόγια έσβησε αφήνοντας το τοπίο ακόμα πιο γκρίζο και ζοφερό.
Κάτι σαν τύψεις υπό μορφή ψιχάλας έπεσαν πάνω μου και πάγωσαν την πλάτη μου. Την αναγνώρισα αυτή τη φωνή. Ήταν ενός πολύ κολλητού μου συγγενικού προσώπου που μία ζωή ήταν ερωτευμένος μαζί μου και χιλιάδες φορές τον είχα ακούσει να μου εξομολογείται την αγάπη του που όμως δεν ευτύχισε ποτέ να βρει από μένα την ανταπόκριση που λαχταρούσε.
Περίεργο, αλλά ενώ είχα λέει συναίσθηση ότι ήταν όνειρο η φωνή ήταν τόσο ζωντανή που απείχε από την περιοχή τ’ ονείρου. Ήμουν σίγουρη ότι μου την ψιθύρισε στο αυτί μου live.
Έχει περάσει μισός αιώνας από το βράδυ αυτό μα η σκηνή της λίμνης με τα νούφαρα κι’ εκείνον, μιλώ ειλικρινά, δεν έχασε ούτε κατ’ ελάχιστον από την ζωντάνια της.
Έκανα ένα χλιαρό ντους να διώξω τα κατάλοιπα της υπνηλίας μου που θαρρείς και έμεναν επίτηδες στο μυαλό να με μέμφονται και να με βασανίζουν.
Λένε ότι μόνοι μας σκηνοθετούμε τα όνειρά μας και ότι αυτό γίνεται στο υποσυνείδητό μας. Μία διεργασία που ναι μεν τη σκηνοθετούμε οι ίδιοι αλλά που το σενάριο δεν είναι ΔΙΚΟ ΜΑΣ.
Κυλούσε λοιπόν η μέρα και εγώ με το να ασχολούμαι με τις καθημερινές δουλειές κατάφερα από κάποια στιγμή και μετά να βγω από τη σφαίρα επιρροής του παράξενου ονείρου. Όταν, σε μια εντελώς ξαφνική μου παρόρμηση θέλησα να επισκεφτώ μια φίλη μου άλλοτε κολλητή μου που μαζί της ναι μεν είχαν αραιώσει οι στενές επαφές αλλά που ήξερα ότι πάντα με νοιάζεται και μ’ αγαπά όπως κι’ εγώ άλλωστε εκείνην. Έτσι, χωρίς καν να τηλεφωνήσω να δω αν είναι σπίτι της και αν ναι να την ειδοποιήσω ότι θα πήγαινα να την δω όπως άρμοζε στους κανόνες ενός στοιχειώδους savoir vivre παράτησα τις δουλειές μου στη μέση, πήρα τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου και έφυγα σφαίρα από το σπίτι μου.
Με τη φίλη αυτή όπως είπα υπήρξαμε κολλητές, με το γάμο της όμως και τα τελείως διαφορετικού ενδιαφέροντος επαγγελματικά μας, χωρίς να καταλάβουμε το πώς και το γιατί βρεθήκαμε σε ατραπούς παράλληλες και Φιλία τέλος. Φαίνεται όμως ότι αν κάτι αξίζει πραγματικά δεν χάνεται και όποτε είχαμε την ανάγκη η μία της άλλης ξέραμε ότι ήμασταν κάπου εκεί.
Είχα λοιπόν να την δω πολύ πιο πάνω από μήνα. Η έκπληξή της με το που με είδε ήταν τόσο μεγάλη που μου φάνηκε λίγο υπερβολική.
«Άννα μου δεν το πιστεύω, ΕΣΎ είσαι;» με ρώτησε με κομμένη την ανάσα. «Και πού ήξερες ότι θα μ’ εύρισκες εδώ σήμερα που δεν πήγα στη δουλειά;»
«Μα δεν το ήξερα Φιλίτσα μου, απλά ρίσκαρα και είπα να σού κάνω μιαν επίσκεψη χωρίς να σε ειδοποιήσω για να απολαύσω τη έκπληξή που τώρα διαβάζω στο πρόσωπό σου.»
Αφού καπνίσαμε ένα τσιγάρο μισό εγώ μισό εκείνη μια συνήθεια που μοιραζόμασταν πάντα και που μας έφερνε πιο κοντά τη μία με την άλλη ακούω τη Φιλιώ να μου λέει:
«Άννα μου ο λόγος που δε πήγα δουλειά σήμερα ήταν για να έρθω να δω αν είσαι καλά γιατί είχα ανησυχήσει που χθες βράδυ δε σε είδα στο γάμο του Μάνου.»
«Ποιανού Μάνου, του γνωστού και μη εξαιρετέου ερωτευμένου; Παντρεύτηκε και δεν με κάλεσε εμένα;» (να σημειώσω εδώ ότι μιλούσαμε για τη σκιά με το παλτό του ονείρου μου.)
«Γι΄ αυτόν μιλώ Άννα μου. Όλο το πρωί σήμερα βασανιζόμουνα για το πώς θα το διαχειριστώ το θέμα σε περίπτωση που δεν το ήξερες, όπως και βλέπω και πώς θα το έπαιρνες εσύ.»
«Άντε και στα δικά μου Φιλιώ. Μα το ότι "έφυγε" το ήξερα. Με αποχαιρέτησε ζωντανά χθες τη νύχτα.»
«Μα τι μου λες κορίτσι μου Αφού μετά το μυστήριο έφυγαν κατ’ ευθείαν για τις Μπαχάμες αναβάλλοντας και την δεξίωση που θα γίνει όταν επιστρέψουν Πως σε είδε λοιπόν;»
«Ήρθε στον ύπνο μου απόψε τη νύχτα ΔΕΝ γινόταν να φύγει από τη ζωή μου χωρίς να με αποχαιρετήσει με έναν αξιαγάπητο και πρωτότυπο αποχαιρετισμό. Αυτός ο άνθρωπος ήταν τελικά το πεπρωμένο μου και το αγνόησα Φιλιώ.»
«Κορίτσι μου δεν θέλω να σε πληγώσω αλλά ναι ακριβώς όπως το λες. Τέτοιους τέλειους έρωτες δεν τους παρακάμπτουν. Η γυναίκα όμως είναι μυστήριο ον. Ενώ πεθαίνει ν’ ακούει λόγια αγάπης συνήθως την ελκύουν αρσενικά που το παίζουν και ολίγον αδιάφορα…»

Πέρασαν τα χρόνια και ο Μάνος όπως μου έδωσε τον λόγο του έτσι και τον κράτησε. Δεν τον έβλεπα πουθενά γύρω μου.
Συναντηθήκαμε τελείως τυχαία στο σαλόνι αναμονής του παιδιάτρου των παιδιών μας που τα είχαμε πάει για εμβολιασμό.
Δυο τρεις τυπικές κουβέντες ψυχρές και αδιάφορες ανταλλάξαμε, δώσαμε τα χέρια και έκτοτε οι δρόμοι μας διέσχιζαν θαρρείς διαφορετικούς πλανήτες. Δεν τον ξαναείδα ποτέ.
Αν ζει θα πρέπει να είναι ένα γεροντάκι μεγαλύτερο από μένα. Η όποια του εικόνα, η όποια του θύμηση και ανάμνηση σβήνουν μπροστά σ’ εκείνην την Φθινοπωρινή φιγούρα με το μακρύ γκρίζο παλτό και το προτεταμένο για χειραψία αποχαιρετισμού χέρι στην όχθη της λίμνης με τα νούφαρα τ’ ονείρου μου την ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ του Γάμου του.
Ίσως αν συναντηθούμε σε μιαν άλλη ζωή να είμαστε πιο τυχεροί!!!

Τ Ε Λ Ο Σ

Copyright © Λένα Μαυρουδή Μούλιου All rights reserved, Ιούνιος 2016
Το συνοδευτικό κολάζ δημιουργήθηκε με λεπτομέρειες από πίνακα της Amparo Lopez Cruz με τίτλο The lovers (Οι εραστές). Λάδι σε καμβά.

Από την ίδια:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Σάντυ Κυριακή ΗλιάδουΝατάσσα ΕξάρχουΣωτηρία ΙωαννίδουΚέλλυ ΚαϊμάκηΠαναγιώτης ΣταυρόπουλοςMo HayderΆννα Σελίδου
Γιάννης ΦιλιππίδηςΕυδοκία ΣταυρίδουΓιώργος ΙωαννίδηςPaullina SimonsΧρήστος ΧτιστόπουλοςΓεώργιος ΤζιτζικάκηςΘεόφιλος Γιαννόπουλος
Ασημίνα ΞηρογιάννηΝίκος ΚρίκαςΣοφία ΓουδετσίδουMargaret DalkourΝάντια ΠαπαθανασοπούλουΓιώργος ΔάμτσιοςΓρηγόρης Τριγλίδης