Η Κουμπού

Γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Η Μικρή απ’ όταν ήταν… μικρή, είχε ένα hobby, ένα πάθος θα λέγαμε καλύτερα, με τα κουμπιά, αλλά και κάτι ακόμη. Αν και είχε όνομα, Ζαφειρούλα την βάφτισε η νονά της, επέμενε να ανταποκρίνεται μόνο στο παρατσούκλι της "η Μικρή". Ακόμη και όταν μεγάλωσε και έγινε ένας κορίτσαρος δύο μέτρα που κάθε άλλο παρά ΜΙΚΡΉ θα της ταίριαζε να την αποκαλείς, το παρατσούκλι παρέμεινε το ίδιο.
Κουμπιά λοιπόν η Μικρή, σε σημείο να λένε οι δικοί της ότι τα χεράκια της, οι χουφτίτσες της, δεν θα άνοιγαν ποτέ. Μα κι αν τύχαινε ν’ ανοίξουν μέσα τους πάντα μα πάντα θα έβρισκες ένα δύο κουμπιά το λιγότερο.
Είχε μία τεράστια συλλογή από δαύτα, ταξινομημένη σε κατηγορίες μεγεθών, χρωμάτων, σχημάτων, αλλά και ιδιαιτεροτήτων, και έβαινε συνεχώς αυξανόμενη όπως και η ηλικία της. Ένα τεράστιο έπιπλο, κάτι σαν βιβλιοθήκη με συρτάρια, ντουλάπια, βιτρινίτσες, σχεδιασμένο από την ίδια και φτιαγμένο από έναν μερακλή ταλαντούχο επιπλοποιό που καταλάβαινε πλήρως ό,τι του ζητούσε η Μικρή. Αυτό το περίεργο έπιπλο έπιανε ολόκληρο τον ένα τοίχο του δωματίου της, και όλοι βέβαια φαντάζονταν τι επρόκειτο να συμβεί και στους άλλους τοίχους αργά ή γρήγορα.
«Η Κουμπού μας, κουλοχέρα θα μας μείνει και να μου το θυμηθείτε» έλεγε η γιαγιά της απαρηγόρητη γατί την λάτρευε την εγγονή της. Αλλά η Μικρή προς μεγάλη έκπληξη όλων διέψευσε τις δυσοίωνες προβλέψεις, αφού έγινε μια ταλαντούχα βιολοντσελίστρια που χρειαζόταν βέβαια και τα δύο της χέρια να είναι όχι μόνον ανοιχτά αλλά και ευέλικτα! Έτσι αποδείχτηκε περίτρανα ακόμη μια φορά ότι μπορεί οι μεγάλοι να κάνουν τους προφήτες αλλά η Φύση αλλιώς τα έχει λογαριάσει με τους δικούς της κανόνες και ρυθμούς…

Το ότι αναφερόμαστε τώρα στη "κουμπού" είναι για να σας αφηγηθούμε μια γουστόζικη ιστορία που θα μπορούσε να γίνει σενάριο τηλεταινίας…
Όταν η Μικρή άρχισε να δίνει μορφή και σχήμα στο έπιπλό της δεν άφηνε να το πλησιάζει κανείς. Ήταν ένα έπιπλο ταμπού, όχι μόνον για τα μέλη της οικογένειας αλλά και για το βοηθητικό προσωπικό. Η περιποίησή του γινόταν μόνο από την ίδια και μόνον αυτή. Κάθε καινούργιο της απόκτημα ήταν μέγα γεγονός, το καμάρωνε αρκετό χρόνο και μετά το εναπόθετε στην κατάλληλη θέση.
Θα μπορούσε κάποιος να πει: Μα καλά, δύσκολο ήταν να της αγοράσουν οι ευκατάστατοι δικοί της σειρές ολόκληρες κουμπιών ή και το κουμπάδικο ολόκληρο, αυτό της γειτονιάς της, που ήταν το καλύτερο του είδους του σε όλη την περιοχή για να μην πούμε σε όλη την Αθήνα όσον αφορά την ποικιλία και την ποιότητα. Ουρά κάθε μέρα οι πελάτες.
Θαύμαζες στις εσωτερικές του βιτρίνες κουμπιά φιλντισένια, κοκάλινα, με αληθινό χρυσό και ασήμι, σούπερ ντούπερ κουμπιά ακριβά και στο ρούχο επάνω έβαζαν την σφραγίδα του ακριβού μα φίνου. Μα εδώ ήταν και η παραξενιά της μικρής, ήθελε η συλλογή της να έχει προσωπικότητα και ιστορία. Ναι ναι όπως το ακούτε, ΙΣΤΟΡΙΑ. Έπρεπε καθ’ ένα τους να προέρχεται είτε από ενδύματα που πια δεν φορούσαν, είτε από ρεζέρβες που πάντα είχαν οι νοικοκυρές πλούσιες και φτωχές για τις περιπτώσεις απώλειας κάποιου κουμπιού ή καταστροφής του. Ον εστί μεθερμηνευόμενον ότι το κάθε ένα κουμπί είχε μια συνοδευτική καρτέλα. Ιστορίες επί ιστοριών είχαν να διηγηθούν αυτές οι καρτελίτσες που τις έγραφε η ίδια η Μικρή αρχής γενομένης με τα πρώτα της γράμματα.
Μια φορά λοιπόν θέλησε η μητέρα της η κυρία Θεανώ να ρίξει μια ματιά στο θησαυρό του παιδιού της και το ότι γλύτωσε το εγκεφαλικό τότε, δεν ξέρουμε αν της άφησε κανένα κουσούρι το μεγάλο shock που υπέστη. Μέσα σε ένα από τα πάμπολλα συρταράκια και σε ένα διαφανές κουτάκι μεγέθους όσο ένα πακέτο τσιγάρα κασετίνα, λαμποκοπούσε μία σειρά πανέμορφων μαργαριταριών που καμία σύγκριση μαζί τους δεν είχαν τα πανάκριβα δικά της για τα οποία ήταν τόσο υπερήφανη. Η κυρία Θεανώ στον τομέα αυτόν ήταν πιο ειδική από τους ειδικούς. Και αν δεν είχε διαβάσει και αν δεν είχε καμαρώσει εκατοντάδες κολιέ θα λέγαμε στα ακριβότερα μαγαζιά της Ελλάδας και του εξωτερικού. Ήταν εξπέρ. Ε, λοιπόν σαν ετούτα που έβλεπε μπροστά της δεν είχε ματαδεί. Για μία μόνο στιγμή της πέρασε από το μυαλό μη και ήταν faux από αυτές τις γυάλινες δηλαδή που στόλιζαν τα ντεκολτέ κυριών και δεσποινίδων της εποχής. Και με μία αυθόρμητη κίνηση πήρε ένα μαργαριτάρι και το δοκίμασε στα δόντια της κάνοντας το γνωστό τεστ... γνησιότητας… και έντρομη διαπιστώνει ότι ήταν αληθινότατα και θα κόστιζαν σίγουρα μια περιουσία.
Τρελάθηκε η Ορθόδοξη.
Που τον βρήκε το παιδάκι της αυτόν το θησαυρό με τον οποίο όπως υπολόγιζε, θα μπορούσε κανείς να φτιάξει όχι ένα, όχι δύο, όχι τρία, μα τέσσερα κολιέ και βάλε. Με χέρια "παρκισσονίζοντα" παίρνει την συνοδευτική καρτελίτσα και κατάπληκτη διαβάζει: ΠΕΡΛΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΥΦΙΚΌ ΜΟΥ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ. ΔΩΡΗΤΗΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ. Άκου "πέρλες" σκέτο! Αυτές μάτια μου, ήταν φτιαγμένες με μεγάλο μεράκι από μάργαρο αρίστης ποιότητας στα σπλάχνα μερακλίδικων στρειδιών ποιος ξέρει σε ποιες θάλασσες του κόσμου! Ασφαλώς κάτι τέτοιες θα στόλιζαν λαιμούς βασιλισσών και γυναικών πετρελαιοπηγάδων. Α, για στάσου, δεν μιλάμε εδώ για ακριβά ή και σπάνια κουμπιά, ούτε ακόμα για πέρλες σαν τις δικές της που της χάρισε στο γαμήλιο ταξίδι τους στην Ιαπωνία ο καλός της την εποχή των μεγάλων τους ερώτων. Εδώ μιλάμε και δεν θα το ξαναπούμε, για μαργαριτάρια θησαυρό. Που τα βρήκε λοιπόν παιδί πράγμα το βλαστάρι της; Αυτό το "δωρητής άγνωστος" ήταν κάπως παρηγορητικό αλλά και πάλι δεν έπειθε.
"Ποιος δωρίζει κάτι τέτοιο; Έχουμε θείο τον Ιμπ Σαούντ της Σαουδικής Αραβίας και διέλαθε της γνώσης μου;" βρήκε το κουράγιο να κάνει χιούμορ η κυρία Θεανώ.
Το θέμα έχριζε ντελικάτων ερευνών και μάλιστα άμεσων. Η προσέγγισή του έπρεπε να γίνει με ντετεκτιβικό τρόπο, γιατί Κύριος οίδε τι κρυβόταν πίσω από αυτήν την ιστορία… Σαν πρώτη προτεραιότητά της θεώρησε αναγκαίο να ενημερώσει τον σύζυγό της τον κύριο Ερμόλαο, διευθυντή και ιδρυτή βιομηχανίας Χάρτου ΣΑΒΕΞ, ΣΙΒΕΞ, ΣΟΒΕΧ, ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων και αμέσως μετά τον αδερφό της, υψηλόβαθμο στέλεχος της αστυνομίας, δεν ξέρουμε να σας πούμε ακριβώς βαθμούς και τέτοια. Ο οποίος αδερφός άκουγε την εξιστόρηση κουνώντας μόνον το κεφάλι του.
Όταν τελείωσε με όσα είχε να πει η κυρία Θεανώ, συμφώνησαν και οι τρεις ότι δεν έπρεπε κανένας άλλος να μάθει το παραμικρό και απλώς να παρακολουθούν με τρόπο, ποιος εκτός της Μικρής, παρά το απαγορευτικό… απόπλου θα πλησίαζε το πλοίο, συγγνώμη το έπιπλο ήθελα να πω.
Πέρασαν 3-4 μέρες και ο αστυνομικός αδερφός ήρθε να τους πει τα εξής κουλά:
«Θα θυμάστε φαντάζομαι την ιστορία της Μαριγούλας της οικιακής βοηθού σας. Θυμάστε γιατί σας άφησε και έφυγε για το χωριό της ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω της, δεν είν’ έτσι;»
«Πώς δεν θυμάμαι. Την κατηγόρησε ο κυρ Θεμιστοκλής, ο κοσμηματοπώλης μας ότι του έκλεψε υλικό -τι ακριβώς θα ψάξω στο ημερολόγιό μου να βρω ακριβώς- και ότι το εξαφάνισε από προσώπου γης. Το κορίτσι αηδιασμένο μα και τρομοκρατημένο πήρε των ομματιών του που λένε και γύρισε στο χωριό του μη θέλοντας να ξανακούσει για πρωτεύουσες και πρωτευουσιάνους. Ήταν μια αγνή πανέξυπνη χωριατοπούλα και έτσι συνεχίζει να είναι με την οικογένειά της. Παντρεύτηκε ένα καλό παιδί και έχει κιόλας το πρώτο της βλαστάρι. Σε καλό της βγήκε η άδικη κατηγόρια».
«Ε, λοιπόν αδερφή και γαμπρέ μου εμένα κάτι μου λέει ότι τα μαργαριτάρια κάποια σχέση πρέπει να έχουν με το κλεμμένο υλικό του κυρ Θεμιστοκλή. Τα μάτια σας εκατό και σε λίγο θα ξέρουμε».
Πράγματι, ο αστυνομικός, ψάχνοντας, σκαλίζοντας και παραλληλίζοντας κατέληξε στην εξής θεωρία:
«Ο κυρ Θεμιστοκλής δήλωσε κλοπή για να αποφύγει δύο Λερναίες Ύδρες. Μία ήταν βέβαια η εφορία και η έτερη ο μαφιόζος προμηθευτής του. Αποβλέποντας σε μελλοντικά οφέλη και με την οικειότητα που είχε με την οικογένεια σας με κάποιο πρόσχημα τέλος πάντων, πλησίασε το έπιπλο με τη συλλογή κουμπιών της ανεψιάς μου και έκρυψε εκεί τις πολύτιμες πέρλες. Κανείς, μα κανείς, μηδέ της Μικρής εξαιρουμένης δεν θα τον κατέδιδαν ποτέ και πώς άλλωστε να φανταστούν την κομπίνα του; Τώρα πως μελλοντικά θα κατάφερνε χωρίς την βοήθεια της Μικρής μας μέσα σ’ αυτό το χάος που θα έχει ήδη διπλασιαστεί απ’ όταν πήγε και έκρυψε εκεί τα κλεμμένα μαργαριτάρια, να τα ανακαλύψει, δεν ξέρω να σας πω. Μέσα σ’ αυτόν τον ιδιότυπο λαβύρινθο και πάλι τον μίτο τον κρατάει ένα κορίτσι που δεν λέγεται Αριάδνη αλλά Μικρή, Ζαφειρούλα για την ακρίβεια, για να μην ακούω σαχλαμάρες. Τι θα πήγαινε να της πει δηλαδή; Βοήθησέ με να βρω έναν λατρεμένο Μινώταυρο και όταν τον βρω, προτού τον ξεκάνω θα σου δώσω και σένα κανένα κοψίδι από όποιο πλευρό του θέλεις;
Κοίταξε τι σκαρφίζεται ο νους τ’ ανθρώπου όταν θελήσει να κάνει την λαμογιά του. 
Και να δείτε που και ο δικαστής με την πείρα των χρόνων που κουβαλούσε στην πλάτη του κατάλαβε μεν την απατεωνιά του Θεμιστοκλή όταν έσυρε τη Μαριγούλα στα δικαστήρια αλλά δεν μπορούσε να την αποδείξει. Εκείνο που μπορούσε όμως να κάνει ήταν, να αθωώσει τη Μαριγώ γιατί ήξερε να διαβάζει όχι μόνο πίσω από τις κρυμμένες λέξεις αλλά και τα πρόσωπα των ανθρώπων.
Μα και η τιμωρία έρχεται από κει που δεν την περιμένεις.
Ο κυρ Θεμιστοκλής μην αντέχοντας το κυνηγητό της Εφορίας για την χρεοκοπημένη στην ουσία επιχείρησή του, έπαθε ένα οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου αφήνοντας τα μαργαριτάρια στη Ζαφειρούλα που δια βίου θα ευχαριστεί τον άγνωστο δωρητή μη γνωρίζοντας βέβαια και τον κίνδυνο που αντιμετώπισε με την ωρολογιακή βόμβα μέσα στα συρτάρια της.

Σημ.: Όντως λίγα χρόνια μετά, τα μαργαριτάρια ή έστω μέρος αυτών, στόλιζαν τον πανέμορφο λαιμό της Ζαφειρούλας στον γάμο με τον Αγαθοκλή της. Αν και λένε ότι τα μαργαριτάρια φέρνουν δάκρυα, νομίζουμε ότι αυτή είναι μια ρήση για τις μη έχουσες τέτοιες πολυτέλειες και να παρηγορούνται!
Ηθικόν δίδαγμα:
Όποιος από εσάς έχει μια παρόμοια συλλογή μη την θεωρήσει ποτέ με το πέρασμα των χρόνων ευτελούς αξίας και την πετάξει. Δεν ξέρει ποτέ κανείς τι παιχνίδια παίζει η ζωή μαζί μας όταν έχει κέφια…


ΤΕΛΟΣ


Copyright © Λένα Μαυρουδή Μούλιου All rights reserved, 2016
Το συνοδευτικό κολάζ δημιουργήθηκε από λεπτομέρειες πίνακα που βρέθηκε εδώ

Της ίδιας:
Το μπαμ
Ο κύριους Αγαμέμνων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Τερέζα ΚουρούκληΧάρης ΒασιλάκοςΓιώργος ΓιαντάςΣτέλιος ΚανάκηςΣτέλιος ΜοίραςΈλσα ΜαγγανάρηΓιάννης Βεντούρας
Γεωργία ΚραββαρίτηΓιάννης ΦιλιππίδηςΚωνσταντίνα ΚαντζιούΠαναγιώτης ΝτούσκαςVal O' TeliΚαλλιόπη ΒελόνιαΠόλυ Μοσχοπούλου
Κερδίστε ως και πέντε μυθιστορήματαΧρυσούλα ΒακιρτζήΧρήστος ΠαπουτσήςΒαγγέλης ΜαργιωρήςΧριστόφορος ΤριάντηςΜαρία ΙατρίδηΘεόφιλος Γιαννόπουλος