ΚΕΡΔΙΣΤΕ: Προσκλήσεις: Αυτοκράτωρ Αδριανός *** Μυθιστορήματα: Το χνάρι που δεν έσβησε * Μικρό λευκό κοχύλι * Maestra * Εφαπτόμενες ζωές * Ξέχνα τις αναμνήσεις * Το τριανταφυλλάκι * Ο δρόμος για την κόλαση * Οι γρίφοι του θανάτου * Τζεμίλα Άγια * Η γριά βαλίτσα * Το 8ο αμάρτημα * Μέτσενγκερσταϊν

Πόση αλήθεια αντέχεις;

…δεν περίμενα ποτέ να βρω μαζεμένες τόσες ωμές αλήθειες σε ένα και μόνο βιβλίο. Ένα βιβλίο, που δύσκολα μπορώ να πιστέψω πως πρόκειται για μυθιστόρημα...

Από τις πρώτες ακόμη σελίδες γινόμαστε κοινωνοί των συναισθημάτων του εννιάχρονου Γκαζά. Ενός ορφανού από μάνα παιδιού, που κουβαλά στην ψυχή του τα αμαρτήματα του πατέρα του Αχάντ, του παράνομου διακινητή μεταναστών που κάποτε μάλιστα για να επιζήσει ο ίδιος, χρειάστηκε να θυσιάσει τη ζωή ενός άτυχου γέρου.

«Αν ο πατέρας μου δεν ήταν δολοφόνος, ποτέ δεν θα γινόμουν εννιά χρονών, να κάθομαι μαζί του στο ίδιο τραπέζι…»[1] μονολογεί με ενοχές ο Γκαζά για έναν πατέρα που μισούσε και αγαπούσε συγχρόνως, κάνοντας τον συχνά να αναρωτιέται: «Πώς ήταν δυνατόν να μισείς τόσο πολύ έναν άνθρωπο και συνάμα να θέλεις τόσο πολύ να σου δίνει σημασία;»[2]

Κι όλα αυτά διαδραματίζονται στην Τουρκία του σήμερα, εκεί όπου η παράνομη προώθηση μεταναστών ανθεί και δεν έχει καμία απολύτως διαφορά με το εμπόριο των κοινών, άψυχων πραγμάτων.

Ο Γκαζά γίνεται κομμάτι αυτής της «επιχείρησης» με την καρδιά του να αδειάζει χρόνο με το χρόνο από τα συμπονετικά, ανθρώπινα συναισθήματα και να τα αντικαθιστά με την δική του, διαστρεβλωμένη προσωπική αλήθεια. Σύντομα υιοθετεί την άποψη πώς «Το πρώτο εργαλείο που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος ήταν ένας άλλος άνθρωπος»[3], δικαιολογώντας έτσι τον εαυτό του ότι «δεν ήξερα ότι συνεχίζαμε την παράδοση ενός τόσο παλιού επαγγέλματος»[4]

Το «εμπόρευμά» τους προερχόταν από χώρες όπως το Ιράν, το Ιράκ και τη Συρία, με απώτερο σκοπό να προωθήσουν όλους αυτούς τους ανθρώπους προς την Ελλάδα. Μεταφερόταν σε αυτούς με τις νταλίκες του Αρούζ, κρύβοντάς τους μετέπειτα σε μια δική τους, ιδιότυπη κρυψώνα-κατάλυμα που δημιούργησε ο πατέρας του Αχάντ στο Κάνταλι, στην «Οδό Σκόνης». Παρέμεναν εκεί κάποιες μέρες μέχρι να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες ώστε να τους φυγαδεύσουν στην Μεσόγειο, όμως στο ενδιάμεσο η διαβίωση τους έστεκε δύσκολη και απάνθρωπη.

«Φέρε τους ανθρώπους σε κατάσταση απελπισίας και θα φτιάξουν πυραύλους με τα σωθικά τους»[5] συνειδητοποιεί ο μικρός Γκαζά που τους επιβλέπει φροντίζοντας τις προσωπικές τους ανάγκες σίτισης και καθαριότητας.

Στη διαδρομή της μεταμόρφωσης αυτού του παιδιού σε ένα ανθρωπόμορφο κτήνος, ανταποδίδει στους συνανθρώπους του δίχως ίχνος ενοχής τη βία, τον πόνο και την εκδικητικότητα που και ο ίδιος έχει εισπράξει.

Η σπίθα των απάνθρωπων πράξεων του ξεκινά με τρόπο οξύμωρο: Με την αγάπη που τρέφει σε μια μαυρομάλλα μετανάστρια. Έπειτα από την αρχική της άρνηση, το αίσθημά του αυτό μεταμορφώνεται αμέσως σε τιμωρία για όλες τις υπόλοιπες ψυχές που υπάρχουν μαζί της στην κρυψώνα, μέχρι η ίδια να ενδώσει στις πρώιμες και ανεξερεύνητες για την ηλικία του, ερωτικές του ορέξεις.

Τελικά καταφέρνει τους σκοπούς του υποβάλλοντας το σύνολο των μεταναστών σε προσωπικά μαρτύρια, κάνοντάς τον ν’ αναρωτιέται στο τέλος στον εαυτό του μα και να αυτοεπιβεβαιώνεται ειρωνικά: «Καλά, μπορεί να βγει ένα τέρας από έναν δειλό; Και βέβαια! Μάλιστα, καταπώς φαίνεται, τέρατα γίνονταν μόνο οι δειλοί. Και η ζωντανή απόδειξη ήμουν εγώ»[6]

Ωστόσο η δειλία του αυτή, ο φόβος και η ανάγκη να μεταδώσει τη μοναξιά και τις πληγές της ψυχής του στους γύρω του, είχαν τη ρίζα τους και στις πράξεις των άλλων. Εν προκειμένου, πριν θελήσει να εκβιάσει αυτή την όμορφη μετανάστρια για να του δοθεί ερωτικά, είχε πέσει και ο ίδιος θύμα βιασμού…

Στα δεκατέσσερά του βλέπει τον πόνο των γύρω του σαν ένα παιχνίδι. «Και όλα αυτά με έκαναν ακόμη πιο τρομακτικό»[7], παραδέχεται. «Ότι είχε απομείνει δεν ήταν παρά τα μάτια μου που κοιτούσαν γύρω τους σαν ένα ζευγάρι σφαίρες»[8]

Και δεν έχουν τελειωμό οι περιγραφές αυτής της ζωής που διαδραματίζεται στη δίνη μιας τραγικής πραγματικότητας. Ο Γκαζά ασπάζεται σιγά – σιγά μια άδικη αλήθεια: «Ο άνθρωπος χρειάζεται λίγο χρόνο για να συνηθίσει τον κόσμο στον οποίο γεννήθηκε, αλλά και τον εαυτό του»[9], αδιαφορώντας έτσι για το γεγονός πως ότι γινόμαστε αφορά τόσο τις δικές μας αποφάσεις όσο και την ικανότητα μας να κρίνουμε το καλό ή κακό που μας περιβάλει. Ο εαυτός μας δεν είναι εκεί να μας περιμένει. Εμείς τον δημιουργούμε.

Κι αυτή η παράνοια τον ακολουθεί σε κάθε του βήμα, μεταμορφώνοντάς τον σταδιακά από θύμα σε θύτη. Ο πρωταγωνιστής μας σύντομα δημιουργεί τον δικό του κόσμο στην κρυψώνα της οδού Σκόνης και φέρεται στους έγκλειστους ως θεός. Παρακολουθεί με τις κάμερες τους μετανάστες, τους υποβάλει σε εξαντλητικές δοκιμασίες και κατηγοριοποιεί ηλεκτρονικά τις συμπεριφορές τους, θυμίζοντας έτσι έναν νέο δόκτορα Μένγκελε.[10]

Όσα συμβαίνουν τον γεμίζουν με δίψα για περισσότερη εξουσία πάνω τους, γιατί «Όταν μοναδική επιθυμία του ανθρώπου είναι να πάει από το ένα σημείο στο άλλο, με όποιο τίμημα κι αν υπάρχει, τότε καταρρέουν όλες οι θεωρίες, ψυχολογικές και κοινωνικές»[11]

Αρκεί ωστόσο μια στιγμή, μία εκδήλωση ανθρώπινης, ειλικρινούς αγάπης και φιλίας, για να κάνει αυτό το «τέρας» να προχωρήσει στην αυτοκριτική του και να αποζητήσει την προσωπική του κάθαρση.

Κι αυτό συμβαίνει αργά και μεθοδικά και στην περίπτωση του Γκαζά.

Στις σελίδες του «Κι άλλο» που ακολουθούν, παρακολουθούμε την μεταστροφή του ήρωα μας και την διαπίστωση του πως οι θρησκευτικές και πολιτικές διαφορές των κρατών, έχουν ως αποτέλεσμα να καταστήσουν την ανθρώπινη οντότητα υποχείριο του πιο «δυνατού».

Που -παρερμηνευμένα, με τρόπο εγωιστικό- πιο δυνατός σ’ αυτή την περίπτωση μπορεί να είναι η μολυσμένη ψυχή ενός παιδιού που αποζητά το μερίδιο του στο να απολαμβάνει τον τρόμο που σκορπά στους άλλους. Ή στον αντίποδα, δυνατός μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που ξεπερνά τον εαυτό του και αναγεννιέται μετανιώνοντας ειλικρινά για τις αποτρόπαιες πράξεις του.

Κι αυτό το ταξίδι συνεχίζει με την πορεία του Γκαζά προς την εξιλέωση και την προσωπική κάθαρση μέσω της αυτοτιμωρίας. Ένα ταξίδι διδακτικό που δύσκολα ξεχωρίζει ακόμη κι ο πρωταγωνιστής μας μέσα του εάν αφορά την αναζήτηση της ζωής ή του θανάτου για να πληρώσει το τίμημα που του αναλογεί.

Μια απάντηση που σε προσμένει εκεί, στην στερνή σελίδα για να την συναντήσεις…
Κλικ για περισσότερα του Θεόφιλου
Το βιβλίο του Χακάν Γκιουντάι κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανίδα
Δείτε το!
Στο οπισθόφυλλο γράφει...

Ο εννιάχρονος Γκαζά αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σχολείο και να ακολουθήσει τα χνάρια του πατέρα του, του Αχάντ, ο οποίος είναι διακινητής μεταναστών. Κάθε τόσο παραλαμβάνει ομάδες ταλαιπωρημένων ανθρώπων και τους οδηγεί στις ακτές της Τουρκίας, στο Αιγαίο, όπου άλλοι διακινητές αναλαμβάνουν την παράνομη μεταφορά τους στην Ελλάδα με σαπιοκάραβα, σε μια αλυσίδα παρανομίας που, μπροστά στο κέρδος, δεν υπολογίζει ζωές. Ο μικρός Γκαζά, αντιμέτωπος καθημερινά με την απελπισία, επιφορτισμένος με το καθήκον να καλύπτει τις απολύτως απαραίτητες ανάγκες των μεταναστών, ανακαλύπτει πως ο μόνος τρόπος για να επιβιώσει σε αυτόν τον κόσμο είναι να θρέψει για τα καλά το μικρό δυνάστη που όλοι οι άνθρωποι κρύβουν μέσα τους. Όταν από αμέλεια προκαλεί το θάνατο ενός νεαρού Αφγανού που κρύβει μέσα στο φορτηγό του πατέρα του, του μοναδικού ανθρώπου που, μέσα στη δυστυχία του, του έδειξε λίγη ανθρωπιά, ο κόσμος του μικρού Γκαζά ανατρέπεται και τότε ο ίδιος έρχεται αντιμέτωπος με τη σκληρή πραγματικότητα μιας ύπαρξης στερημένης από ένα χάδι, μια αγκαλιά, έναν λόγο παρηγοριάς κι αγάπης. Και τότε ο μικρός τύραννος γιγαντώνεται και ζητάει κι άλλο… κι άλλο… κι άλλο…

"Αν είσαι μετανάστης, είσαι μόνο ένας αριθμός, δεν έχεις όνομα, δεν έχεις ταυτότητα, και θα σε γράψει η εφημερίδα μόνο αν πεθάνεις. Τέσσερις αράδες θα λένε ότι σήμερα ή χτες βούλιαξε μια λέμβος και πέθαναν 40 άτομα. Αυτό είναι όλο. Ο θάνατός σου θα είναι η ταυτότητά σου".
Χακάν Γκιουντάι

Ο Χακάν Γκιουντάι γεννήθηκε στη Ρόδο το 1976. Ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια εκπαίδευση στις Βρυξέλλες και τελείωσε το λύκειο στην Άγκυρα. Σπούδασε Γαλλική Μετάφραση στο Τμήμα Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Χασετέπ. Φοίτησε στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών και συνέχισε τις σπουδές του στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Άγκυρας. Σε ηλικία είκοσι τεσσάρων ετών κάνει εντυπωσιακή εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας με το βιβλίο του Kinyas ve Kayra. Από τότε έως σήμερα έχει εκδώσει συνολικά οκτώ μυθιστορήματα. Για το βιβλίο του Κι άλλο βραβεύτηκε με ένα από τα σπουδαιότερα λογοτεχνικά βραβεία παγκοσμίως, Le prix Médicis étranger, αποδεικνύοντας ότι είναι το φοβερό παιδί της νέας γενιάς των Τούρκων συγγραφέων, με ταλέντο αδιαμφισβήτητο. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί μέχρι στιγμής σε δεκαεννιά χώρες, γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία.

[1]  Σελ. 14 «Κι άλλο» Χακάν Γκιουντάι Εκδ. ΩΚΕΑΝΙΔΑ, 2016
[2]  Σελ. 111 «Κι άλλο» Χακάν Γκιουντάι Εκδ. ΩΚΕΑΝΙΔΑ, 2016
[3]  Σελ. 27 «Κι άλλο» Χακάν Γκιουντάι Εκδ. ΩΚΕΑΝΙΔΑ, 2016
[4]  Σελ. 27 «Κι άλλο» Χακάν Γκιουντάι Εκδ. ΩΚΕΑΝΙΔΑ, 2016
[5]  Σελ. 70 «Κι άλλο» Χακάν Γκιουντάι Εκδ. ΩΚΕΑΝΙΔΑ, 2016
[6]  Σελ. 84 «Κι άλλο» Χακάν Γκιουντάι Εκδ. ΩΚΕΑΝΙΔΑ, 2016
[7]  Σελ. 86 «Κι άλλο» Χακάν Γκιουντάι Εκδ. ΩΚΕΑΝΙΔΑ, 2016
[8]  Σελ. 87 «Κι άλλο» Χακάν Γκιουντάι Εκδ. ΩΚΕΑΝΙΔΑ, 2016
[9]  Σελ. 114 «Κι άλλο» Χακάν Γκιουντάι Εκδ. ΩΚΕΑΝΙΔΑ, 2016
[10]  «Ο Γιόζεφ Μένγκελε ήταν Γερμανός γιατρός του στρατοπέδου εξόντωσης Άουσβιτς Μπίρκεναου και διαβόητος ιδίως για τα πειράματα που έκανε με ανθρώπους, τα οποία οδηγούσαν συνήθως στον θάνατό τους» [πηγή]
[11]  Σελ. 175 «Κι άλλο» Χακάν Γκιουντάι Εκδ. ΩΚΕΑΝΙΔΑ, 2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Κωνσταντίνος ΙωακειμίδηςΘανάσης ΛιακόπουλοςΝτιάνα ΠαλαιολόγουΦώτης ΣιμόπουλοςΜιχαήλ ΆνθηςΒασίλης ΤσικάραςΗλιάδα Γκανά
Γκρέτα ΧριστοφιλοπούλουL.S. HiltonΛιλή ΓάτηΧάρης ΛιαντζίρηςΧρίστος ΒούζαςΛογοτεχνικές πένες 2016Αγγελική Μαρίνου
Jennifer DonnelliΣήφης ΖερβουδάκηςΒασίλης ΤσικάραςΚατερίνα ΧλωροκώσταΝοέλ ΜπάξερΚατερίνα ΘεοδώρουΑλεξάνδρα Μυλωνά