ΚΕΡΔΙΣΤΕ: Μυθιστορήματα: Να ονειρευτώ ξανά * Το χνάρι που δεν έσβησε * Μικρό λευκό κοχύλι * Maestra * Εφαπτόμενες ζωές * Ξέχνα τις αναμνήσεις * Το τριανταφυλλάκι * Ο δρόμος για την κόλαση * Οι γρίφοι του θανάτου * Τζεμίλα Άγια * Η γριά βαλίτσα * Το 8ο αμάρτημα

Ο κύριους Αγαμέμνων

Γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου
«Αλό, παρακαλώ ποιον ιθέλιτι; Πως είπατι; Κυρία Μυρτώ; Α, δεν ίνι ιντώ. Σε διακοπές με πιντιά και κύριους Αγαμέμνων»…
Μα μόλις είπε την ανωτέρω φράση αμέσως η Γιολάντα το μετάνιωσε, ήταν αργά όμως να πάρει πίσω τα λόγια της. Και να πεις ότι δεν την είχαν συμβουλεύσει τα αφεντικά να μη δίνει λεπτομέρειες για το πού βρίσκονται, για το φόβο βέβαια των Ιουδαίων που μεταφράζεται εν προκειμένω σε κλέφτες όλων των βαθμίδων από κλεφτρόνια μέχρι κακοποιούς και πάνω.
Αγριεύτηκε.
Πήγε και διπλοκλείδωσε πορτοπαράθυρα, μα βέβαια αυτή δεν ήταν λύση. Με τόση ζέστη και για τόσες μέρες που όλοι θα λείπουν πώς θα έμενε έτσι σαν φυλακισμένος πόντικας έστω και με την πολυτέλεια του air condition στο φουλ; Όλη τη μέχρι τώρα ζωή της στη μακρινή της πατρίδα, την είχε ζήσει στο ύπαιθρο και ένιωθε τώρα σαν το καναρίνι μέσα στο πολυτελές του κλουβί. Περιήλθε σε τέτοια κλειστοφοβία και πανικό, που ακόμη και στον κήπο που κατέβαινε το δειλινό να επιβλέψει το αυτόματο πότισμα, διπλοκλείδωνε πρώτα το σπίτι και τα κλειδιά τα έπαιρνε και τα έκρυβε κάπου στον κήπο και οι κλέφτες αν ήθελαν ας άνοιγαν με πασπαρτού για να μπουν μέσα. Όσο για τα κλειδιά του σπιτιού είχε έτοιμη την δικαιολογία: «Ιγκώ η χαζή κλείστηκα όξω από σπίτι και δεν ιξέρω πώς μπει μέσα σ’ αυτό. Και πώς καλέσω εκατό χωρίς τηλέφωνο;» (σημ. ζητούμε συγγνώμη από το αναγνωστικό κοινό μας για τα ελληνικά της Γιολάντας, σε κάθε περίπτωση όμως τα βρίσκουμε πιο χαριτωμένα και κατανοητά ως προς το συντακτικό τους τουλάχιστον από τις μεταφράσεις του Google στo internet!!!)
Παρακολουθώντας λοιπόν το πότισμα έκανε την αφαιρετική της πλάθοντας με την γόνιμη φαντασία της ιστορίες γι’ αγρίους που λένε.
Πότε είχε να βρεθεί αντιμέτωπη με πειρατές, ο στόλος των οποίων διάλεξε το δικό τους απάνεμο λιμανάκι στα ριζά του λόφου της βίλας να παραμείνει όσον καιρό θα λεηλατούσε την περιοχή ολόγυρα στο πλούσιο σπίτι.
Πότε να αντιπαλέψει με έναν ανώμαλο βιαστή νεαρών οικιακών βοηθών καλή ώρα σαν εκείνη, που βρίσκονταν μόνες στα πλούσια σπίτια των αφεντάδων τους.
Και πότε να έρθει ενώπιος ενωπίω με συμπατριώτες της κακοποιούς με τους οποίους ήταν πολύ θυμωμένο το έξυπνο θηλυκό. Αυτήν την τελευταία περίπτωση την προτιμούσε σαν προοπτική γιατί ήθελε να τα ψάλει δια ζώσης στους συμπατριώτες της που δεν σέβονταν τον τόπο που τόσο απλόχερα τους προσέφερε πολιτικό άσυλο όταν το ζήτησαν κυνηγημένοι από τα καθεστώτα των χωρών τους που βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση. "Το ευχαριστώ σας μωρέ είναι αυτό; Ντροπή σας και κατάντια σας" θα τους έλεγε.
Και κάποιες άλλες φορές, α, μα κάποιες άλλες φορές, περνούσε από το ευφάνταστο μυαλό της ότι ο γιος του καφετεριά απέναντι που την φλέρταρε διακριτικά, θα εύρισκε τον τρόπο να την πλησιάσει τώρα που ήταν μόνη και λόγο στον λόγο θα τα έφτιαχναν και θα άρχιζε ένα υπέροχο love story παρμένο θαρρείς από τα ΑΡΛΕΚΙΝ περασμένων εποχών…
Με τούτα και με κείνα το πότισμα του κήπου το παρακολουθούσε ευχάριστα και η ώρα κυλούσε όπως κυλούσε κελαριστά το νεράκι πάνω στα διψασμένα πανέμορφα λουλούδια του μαγευτικού κήπου…
Έλα όμως που οι ονειροφαντασίες της παραήταν πολλές και τόσο απίθανες αλήθεια που τελικά είχε δεν είχε ξέχασε την πραγματικότητα και συγκεκριμένα πού στην ευχή είχε κρύψει τα κλειδιά του σπιτιού αυτή τη φορά… Συμφορά της… Και τι θα έκανε τώρα η καψερή;
Κάθισε εκεί στη μέση του κήπου πλάι στην "φίλη" της τριανταφιλλίτσα και άρχισε να της μιλά όπως το συνήθιζε και να παραπονιέται πότε στη δική της γλώσσα και πότε με τα σπασμένα ελληνικά της για να την καταλαβαίνει και το πανέμορφο φυτό που "δεν γνώριζε παρά μόνο την γλώσσα του τόπου τούτου!"
«Τι κάνουμι τώρα μι λές; Πως μείνει όξω από σπίτι; Και που κοιμηθεί; Και που κάνει ανάγκη μου; Θα πάει γωνίτσα ίσα πέρα μη δει κανείς!!!! Ντροπής πράματα… Αλλά και πάλι, ποιος ιδεί; Άστρα ή φεγγάρι;»
Και όπως το θαλασσινό αεράκι φυσούσε δυνατά και κουνούσε τα ντελικάτα αγκαθωτά κλαδάκια τής τριανταφυλλίτσας ήταν σαν να απαντούσε στο μονόλογο της Γιολάντας, η οποία εισέπραξε την απάντηση του φυτού με ευγνωμοσύνη:
«Καλά, πολύ καλά μι λές. "Ανωτέρα βία" ή κάπως έτσι, που λέει και ο κύριους Αγαμέμνων. Ευχαριστώ καλή μου φίλη για κατανόησις».
Και ο μονόλογος του κοριτσιού εξελίχτηκε σε διάλογο του φανταστικού ο οποίος έβαινε διαρκώς αυξανόμενος και δεν θα σταματούσε αν ΔΕΝ τον διέκοπτε ένας περίεργος θόρυβος που ερχόταν από κάπου στην άλλη άκρη του πελώριου κήπου. Κάτι σαν αλαφροπάτημα, σαν έντονο θρόισμα των πεσμένων από τον αέρα φύλλων που η καημένη η κοπελιά είχε φάει όλο το πρωινό να τα μαζεύει και μαζωμό δεν είχαν, ούτε Φθινόπωρο να ήταν. Σε μια στιγμή σαν να της φάνηκε πως άκουσε και ομιλίες και στην δική της γλώσσα περικαλώ (ορίστε κολλήσαμε κι εμείς το μικρόβιο). Έπαιρνε όρκο ότι ΔΕΝ λάθευε.
Λούφαξε κοντά στη τριανταφυλλιά αψηφώντας τα αγκάθια της που την κατατρυπούσαν. "Κακό κορίτσι τι πονάει εσύ ιμένα; δεν ίμι φίλη σου;" μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της.
Η Γιολάντα δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει ότι τόσο το σπίτι όσο και αυτή η ίδια κινδύνευαν. Ελληνικά μπορεί να μην ήξερε καλά αλλά αυτό δεν αφαιρούσε από το μυαλό της που ήταν ξυράφι.
Αποφάσισε να σιγανοπλησιάσει τους εισβολείς για τους οποίους καθόλου δεν αμφέβαλε ότι ήταν λωποδύτες. Αλλιώς γιατί έπαιρναν τόσες προφυλάξεις;
Ήταν τρεις. Δύο μεγάλοι και ένα παιδί. Πλησιάζει κι άλλο. Βγάζει το κινητό της και μέσα από το φούτερ της γα να μην φανεί το φως του καντράν πληκτρολογεί το 100 και το αφήνει ανοιχτό…
Φτάνει μπροστά τους και χωρίς να δείξει μήτε έκπληξη μήτε φόβο τους λέει:
«Γεια σας. Ζητάτι κύριους Αγαμέμνων; Μα ντεν ίνι ιντώ. Ναι μεν μένει στο ΆΝΘΗς 3 ΜΕ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΜΥΡΤΩ ΚΑΙ ΠΙΝΤΙΑ τους, ΜΑ ΤΩΡΑ ΝΤΕΝ ΊΝΙ. ΈΡΘΕΙ ΣΕ ΟΛΙΓΟΝ. (...δίνοντας έτσι στους αστυνομικούς που σίγουρα την άκουγαν, ονόματα και διευθύνσεις.)
«Τι μπορώ κάνει δια σας;»
Ο πιτσιρικάς ακούγοντας τα γουστόζικα ελληνικά της Γιολάντας έβαλε τα γέλια για να εισπράξει μια σφαλιάρα από το μεγαλύτερο των άλλων δυο ο οποίος και της είπε:
«Κύριους Αγαμέμνων είπι έρθουμι διατί μας θέλει. Μα αντί μλάμι εδώ έξω γιατί δεν πάμι μέσα;»
«Δεν μι λες κύριος δεν ίσι Έλληνας;»
«Ίμι αλλά γιατί ρωτάει;»
«Διατί δεν μιλάει σωστά, γι’ αυτό».
«Λοιπόν; Θα ιμπούμι;»
«Και πως ιγίνι αυτό, αφού ντεν έκει κλειδιά; Δεν θυμάτι πού έβαλε.»
«Ω μα μη σκιάζεσαι κοπελιά. Δουλειά μας και ξέρουμε τον τρόπο».
«Δηλαδή μπίτι με αντικλείδι; Τι είστι κλέφτες;»
«Τς τς τς, πιπέρι σε βάλω στο στόμα τι κακά λόγια λες; Είπαμε κύριους Πασατέμπων, συγγνώμη, Αγαμέμνων ήθελα πει, μας θέλει. Πάμε μέσα περιμένουμε έρθει.»
Εντωμεταξύ τα εκατά(!) της περιοχής και των όμορων περιοχών ακούγοντας την στιχομυθία από το έξυπνα αφημένα ανοιχτό κινητό της αλλοδαπής μαζεύτηκαν καμιά 10ριά από δαύτα με πάνοπλους αστυνομικούς κύκλωσαν τη βίλα και εισέβαλαν και αυτοί λέγοντας χαμογελαστά:
«Να ‘μαστε κι εμείς. Κι Εμάς μάς θέλει ο κύριος Αγαμέμνων. Όπως θέλουμε και τους ΑΞΙΟΤΙΜΟΥΣ ΤΟΥΤΟΥΣ ΚΥΡΙΟΥΣ ΕΔΩ ΚΑΙ ΚΑΙΡΟ. Είδαμε φως λοιπόν και μπήκαμε».
«Κι εσάς ιθέλι κύριους Αγαμέμνων; Περίεργο. Πως και ντεν ίπι τίποτα εμένα; ΜΙΣΟ… ΠΑΡΕΙ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΠΩ ΈΡΘΕΙ ΤΟ ΓΡΗΓΟΡΟΤΕΡΟ».
«Ω, μα μη κάνεις τον κόπο κοπελιά. Οι κύριοι από δω θα έρθουν μαζί μέχρι το μαγαζί μας και όταν ο κύριος Αγαμέμνων έρθει μας ειδοποιείς και ερχόμαστε όοοολοι μαζί. Έτσι κύριοι;»
Ο μικρός, πήγε να κάνει μια κίνηση διαφυγής, για να εισπράξει μεγαλύτερη σφαλιάρα τη φορά αυτή από τον επιφορτισμένο γι’ αυτήν τη δουλειά ως φαίνεται, λωποδύτη. Λούφαξε και δεν ξανακουνήθηκε πια.
«Όσο για σας ερίτιμος (ερίτιμος !!!) δεσποινίς τα θερμά μας συγχαρητήρια, ξέρετε εσείς. Μπράβο σας».
«Μισό κι εγώ με σειρά μου ευκαριστήσει κύριους κλέφτες που άνοιξαν πόρτα για να μπω… Είχα τελικά ξεχάσει κλειδιά μου εντός, να τα». Είπε η Γιολάντα κουδουνίζοντας τα κλειδιά της μπροστά στις φάτσες των μπουκαδόρων.
«Κι εσύ πατριωτάκι που τόσην ώρα δεν έβγαλες μιλιά θέλεις τώρα να πω την γνώμη μου για σένα ή να επιφυλαχθώ για μιαν άλλη φορά;» είπε η Γιολάντα με άψογα ελληνικά στο συμπατριωτάκι της αφήνοντας κατάπληκτους τους πάντες.
«Και να πω ότι χάρηκα για την γνωριμία; Δεν θα το πω γιατί ψέματα δεν λέω.
Άντε τώρα να πάτε στο καλό».

Συμπέρασμα:
Όταν αφήνεις το σπίτι σου σε άξια χέρια και κοφτερά μυαλά μπορείς να απολαμβάνεις τις διακοπές σου ήσυχος. Τι να τους κάνεις τους συναγερμούς; Μία Γιολάντα και είσαι ΠΕΡΦΕΚΤΟ.


Τ Ε Λ Ο Σ


Copyright © Λένα Μαυρουδή Μούλιου All rights reserved, Ιούλιος 2016
Το συνοδευτικό κολάζ δημιουργήθηκε με λεπτομέρειες έργου του Murnau με τίτλο Garden, 1909, λάδι σε καμβά.

Της ίδιας:
Το υπερόπλο
Να γινόταν λέει

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Αλεξάνδρα ΜυλωνάΘανάσης ΛιακόπουλοςΝτιάνα ΠαλαιολόγουΦώτης ΣιμόπουλοςΜιχαήλ ΆνθηςΕλίνα ΒαρβαρήγουΗλιάδα Γκανά
Γκρέτα ΧριστοφιλοπούλουL.S. HiltonΛιλή ΓάτηΧάρης ΛιαντζίρηςΧρίστος ΒούζαςΛογοτεχνικές πένες 2016Αγγελική Μαρίνου
Jennifer DonnelliΙφιγένεια ΤέκουΒασίλης ΤσικάραςΚατερίνα ΧλωροκώσταΝοέλ ΜπάξερΚατερίνα ΘεοδώρουΚωνσταντίνος Ιωακειμίδης