Σκοτεινή μνήμη

Γράφει ο Πέτρος Βαζακόπουλος
Ξέρεις φοβάμαι.
Φοβάμαι το σκοτάδι, τι θα συμβεί...
Είδα εκείνη τη λάμψη και από τότε δε μπορώ να ηρεμήσω.

Οδηγούσα μέσα στο σκοτάδι και τότε το είδα.
Απόκοσμο και ασχημάτιστο στα φώτα να τρεμοπαίζει, φάνταζε σα να ζούσε.
Μια φιγούρα εμφανίστηκε στους προβολείς.
Δευτερόλεπτα μετά το αυτοκίνητο σταμάτησε.
Ακουγόταν το μούγκρισμα της μηχανής.
Μα όταν έσβησε, η καρδιά μου χτυπούσε ακόμα δυνατά.
- Άραγε η δικιά του το ίδιο; 

Αστραπιαία πήρα τη φιγούρα από το δρόμο και την ξάπλωσα στο πίσω κάθισμα.
Κινήθηκα τόσο γρήγορα, που πατώντας το γκάζι άφησα εκείνη η στιγμή στο παρελθόν.
Τώρα σκεφτόμουν να σώσω αυτόν τον άνθρωπο, αυτόν τον ξένο που χτύπησα κατά λάθος.

Όσο οι τροχοί γυρνούσαν λυσσαλέα προσπαθώντας να βρω βοήθεια μέσα στο σκοτάδι, ένα δάκρυ έτρεχε από το μάτι μου, για τις αναμνήσεις που είχαν περάσει, από αυτές που ορίζουν τη ζωή.
Σαν να έβλεπα τη ζωή του, να περνά μπροστά μου.
Τα δύο παιδιά του να τον αποχαιρετούν αγκαλιάζοντας τον, και μια γυναίκα να τον σφίγγει στην αγκαλιά της ψιθυρίζοντας του κάτι στο αυτί.
Αυτός να χαμογελά και να φεύγει μακρυά τους, ξάφνου να γυρνά το κεφάλι του και μετά, οι προβολείς μου να, σβήνουν τη ζωή από πάνω του.

Άραγε θα ξαναδεί το φώς της μέρας; 

Η φιγούρα κινήθηκε και κούρνιασε στο πίσω κάθισμα ...
Μου θύμισε τότε που ο πατέρας μου με έβαλε στο πίσω κάθισμα και με σκέπασε με μία κουβέρτα για να ταξιδέψουμε στο μωβ του πρωινού.

Αραγε, θα ξαναδεί την οικογένεια του;

Μαύρο σκοτάδι έπεφτε σα βροχή, ενώ ο χρόνος φάνταζε να είναι στάσιμος καθώς δεν έβρισκα κάποιο είδος πολιτισμού, όπως ένα νοσοκομείο για να τον αφήσω, λες και το μαύρο να σκέπαζε τα πάντα, ακόμα και τα κτήρια.

Σα να ήμουν στη ζώνη του λυκόφωτος το μυαλό μου έψαχνε μάταια να βρει φως.
Έτρεχα ιλιγγιωδώς χωρίς να σκεφτόμουν τις συνέπειες, χωρίς να ακούω τον ψίθυρο που ερχόταν από το πίσω κάθισμα.

Σαν μια μικρή τελευταία ανάσα.

-Γαμώτο μη μου πεθάνεις, όχι τώρα.

Ιδρώτας κρύος με έλουζε και φώτα περίεργα εμφανίστηκαν στο βάθος.
Μπλε και κόκκινα να τρεμοπαίζουν και να έρχονται καταπάνω μου από την αντίθετη κατεύθυνση.
Αστυνομικά αυτοκίνητα με πέρασαν με μεγάλες ταχύτητες, τους κορνάρισα, μα καμία απάντηση.

Σταμάτησα το αυτοκίνητο.

Σα να σπάει ένας καθρέφτης και τα χίλια κομμάτια που σκορπίζουν να είναι η ίδια η ζωή, αυτή που ψιθυρίζει.
Την αλήθεια. 
-Ότι θα ξεφύγεις ότι και να κάνεις.

Μα το σκοτάδι πάντα θα σε κυνηγά, γιατί θέλεις το φόβο να σε ωθεί.

Πάντα...
Η φωνή ψιθύρισε από πίσω...
Άνοιξα την πόρτα και έτρεξα έξω τρομαγμένος.

Ποιος είσαι; Απάντησα γυρνώντας μα αυτό που αντίκρισα με κοιτούσε στα μάτια σαν άβυσσος, σα να ήξερε τι έκανα.

-Θυμήσου τι έκανες, είπε...

Και τότε θυμήθηκα.

Μια νύχτα σαν κι αυτή...

Μια σημαδιακή νύχτα με βροχή…
Πλησίασα το σπίτι που ξεπρόβαλε σαν όγκος ασχημάτιστος.
Καθώς πλησίαζα το σπίτι αντί να γίνεται πιο ξεκάθαρο, γινόταν πιο χαοτικό, σα μελάνι που διαλύεται στο νερό.
Μια πόρτα ξεπρόβαλε.

Η βροχή κάνει καλό στο ξέπλυμα του αίματος και αυτό μου δίνει κίνητρο για να προχωρήσω όλο και πιο πολύ, γιατί απλά το αίμα ξεπλένεται με βροχή.
Ένας κεραυνός έπεσε και βρήκα την ευκαιρία να σπάσω την πόρτα και να μπω μέσα…
Έξω η βροχή έπεφτε βίαια συνωμοτώντας…
Ανέβηκα τα σκαλιά πηγαίνοντας κατευθείαν στα υπνοδωμάτια.
Όλοι κοιμόντουσαν κάτω από το ζεστό πέπλο της νύχτας… κι εγώ θα τους σκότωνα…
Οι σκάλες φαινόντουσαν ατελείωτες όσο εγώ ανέβαινα.
Στο τέλος τους υπήρχε ένα βιτρό όπου αντικατόπτριζε μία ψυχή που την τραβούσαν πίσω στην κόλαση άλλες ψυχές.
Συνέχισα προς τα υπνοδωμάτια αλλά κανένας…
Κοίταξα και στο μπάνιο μα και εκεί δεν υπήρχε κανείς…
Τίποτα δεν ακουγόταν στο σπίτι και ένα περίεργο συναίσθημα μοναξιάς άρχιζε και με κυρίευε.
Όμως ήξερα ότι κάπου είχαν κρυφτεί…
Και το κελάρι με φώναζε συνειρμικά…
Οι σταγόνες από το νερό της βροχής έπεφταν στο πρόσωπο μου δίπλα από το χαμόγελο που πρόβαλε στη σκέψη της λείας.
-Ω ναι, θα ήταν μια υπέροχη βραδιά.
Κατέβηκα τις σκάλες και ετοιμάστηκα να κατευθυνθώ προς το κελάρι όταν άκουσα ένα πνιχτό γέλιο κάπου μέσα στο σκοτάδι…
Προχώρησα κατεβαίνοντας τα σκαλιά του κελαριού νοιώθοντας την θέρμη που εξέπεμπε ο κλίβανος στο πρόσωπο μου με την πόρτα του ορθάνοιχτη και τις φλόγες να με κοιτούν χορεύοντας παθιασμένα.
Σα φίδι το πετρέλαιο ακολούθησε την πορεία προς το κάτω μέρος του σπιτιού, κατακλύζοντας το με φλόγες μη αφήνοντας περιθώριο ανάσας κλέβοντας οξυγόνο.

Το τελευταίο πράγμα που άκουσα ήταν το γέλιο τους…

Να πεθαίνει

Έβαλα μπρος τη μηχανή του αυτοκινήτου και άναψα τους προβολείς.
Η μηχανή μούγκριζε και το φως διαπερνούσε τη βροχή, καθώς το αμάξι χανόταν στο σκοτάδι.

Ζω συνεχίζοντας τον ίδιο κύκλο, κάνοντας τα ίδια πράγματα ξανά, οδηγώντας τυφλά ένα αμάξι που δεν είναι δικό μου.
Μα τώρα δε θα ακούσω τις σειρήνες που φαίνεται να με φτάνουν.
Ακολούθησα τη λογική μου και πήρα μαζί μου εκείνο που ήταν ξαπλωμένο στο έδαφος, αυτό που χρειαζόταν βοήθεια.

Ήταν λάθος; 

Βροχή άρχισε να πέφτει και τότε είδα τη φιγούρα που είχα μαζέψει από το δρόμο να λιώνει.
Βαδίζοντας έξω από το αμάξι η φιγούρα αυτή γινόταν ασχημάτιστη καθώς η βροχή χτυπούσε ανελέητα το σώμα της. Από μακρυά φαινόταν σα μουντζούρα από μελάνι που χανόταν στο νερό.

Οι υαλοκαθαριστήρες χτυπούσαν το τζάμι με εκείνο τον ήχο που προσπαθεί να διώξει τη βροχή και το αυτοκίνητο στο εσωτερικό του για ακόμα μια φορά ήταν ήσυχο...
Τότε ήταν που ένα χέρι πετάχτηκε από το σκοτάδι πιάνοντας μου τον ώμο και κοιτώντας τα κόκκινα μάτια μου μίλησαν...

-Αργά η γρήγορα θα πιαστείς, το ξέρεις... 

Τα φώτα από τα αστυνομικά τρεμόπαιζαν από τη βροχή και τότε ήταν το μπλόκο που ξεπρόβαλε μέσα από τη βροχή που γινόταν όλο και πιο δυνατή.
Κάποιος μου χτυπούσε το παράθυρο.

Λες να κατάλαβαν τίποτα; Σκέφτηκα αλλά χωρίς δισταγμό βγήκα στη καταρρακτώδη βροχή πηγαίνοντας προς το μέρος με τα μαζεμένα περιπολικά.
Εκεί ένας αστυνομικός στεκόταν όρθιος κοιτώντας μέσα στο περιπολικό μουρμούριζοντας κάτι ακαταλαβίστικα.

-Τι είπατε; 
-Είπα ότι θα σε έπιανα κάποια στιγμή δε το πα;

Και πριν προλάβω να του μιλήσω, γύρισε το κεφάλι του προς εμένα και με κοίταξε, αλλά το πρόσωπο του ήταν απόκοσμο και τότε κατάλαβα ποιός ήταν, ήταν η φιγούρα που είχα μαζέψει από το δρόμο....
Μα πως έγινε αυτό;

Τελευταία στιγμή σαν όνειρο που βουλιάζεις σαν σε αργή κίνηση θυμάμαι να μπαίνω στο αμάξι και να φεύγω μακρυά...

-Θα σε βρω όπου κι αν πας, η φωνή σα να έλεγε, μέσα από την υδάτινη κουρτίνα...

Η ζωή κάνει κύκλους σα να σου υπενθυμίζει τι είναι σωστό και τι όχι ξανά και ξανά.
Παίρνοντας την τελευταία ανάσα βγήκα από το αμάξι και μπήκα στη βροχή, σε εκείνο το σημείο που ο δρόμος χανόταν, εκεί που είχα βρει τη μελανή φιγούρα...

Καθώς η βροχή έπεφτε ρυθμικά, όλα γύρω μου ήταν θολά, αλλά κάπου στο βάθος εμφανίστηκε το παρελθόν...
Να με κυνηγά.

Όταν πέφτει η βροχή ακούς μόνο τον εαυτό σου...

Αλλά αυτή τη στιγμή το κυνηγητό ουρλιάζει στο μυαλό μου, σαν σειρήνες που αναβοσβήνουν στο σκοτάδι.
Κι εγώ τρέχω να ξεφύγω...
Από μία σκιά που δε μου ανήκει.

Ο εφιάλτης δε τελείωνε σε ένα τοπίο θολό με τη βροχή να μη λέει να σταματήσει.

Μέσα από εκεί είδα μία φιγούρα να μπαίνει σε ένα αυτοκίνητο και να ξεπερνά το όριο ταχύτητας.
Χωρίς δεύτερη σκέψη πάτησα γκάζι και την ακολούθησα, προσπαθώντας να φτάσω το αμάξι μέσα στη βροχή που δεν έλεγε να σταματήσει.

Αλλά είχα φτάσει αργά, η βροχή είχε πέσει ματωμένη στο σημείο...
Ουρλιαχτά ακούγονταν από κάπου μέσα στο σπίτι.
Ηχούσαν στο μυαλό μου ακόμα, καθώς μπήκα να ερευνήσω.
Σα να προμήνυαν κάτι από άλλο κόσμο κάτι που με παραμόνευε...
Κάτι μαύρο με διαπέρασε και μεταμορφώθηκε σε κόκκινο...

Χάνοντας τις αισθήσεις μου εκείνο το κόκκινο μεταμορφώθηκε σε μάτια στο σκοτάδι, μάτια που γελούσαν...
-Πάμε μία βόλτα; είπε και με προσπέρασε σαν όνειρο που ξεφεύγει για να χαθεί μακρυά.

Ήμουν κι εγώ ένας ένοικος του σπιτιού τώρα, έτοιμος να συναντήσω τα θύματα, τις φωνές που δεν υπάρχουν πια.
Με όση δύναμη μου απέμενε έτρεξα στο αυτοκίνητο και κάλεσα βοήθεια από το κινητό τηλέφωνο αλλά δεν υπήρχε σήμα...
Καθώς η βροχή άλλαζε, όλα γύρω μου μετατρέπονταν στο χρώμα των νεκρών καθώς οι αισθήσεις μου χανόντουσαν.

Μερικά λεπτά μετά, ήμουν νεκρός ...

Λένε πως στην άβυσσο δε μπορείς να δείς, να αισθανθείς...
Αλλά εγώ ανακάλυψα ότι μπορώ...
Τώρα με νέες αισθήσεις, μυρίζω το δολοφόνο, μπορώ να τον δω...
Μπορώ να τον σκοτώσω για να σταματήσω τη βροχή, να πέφτει...

-Τώρα μπορώ να τον ακολουθήσω.

-Δε ξέρω ποιος είσαι αλλά θα σε βρω, όπου κι αν πας...
-Δεν υπάρχει πλέον φόβος, δεν είσαι πια ξένος...
Η βροχή είχε σταματήσει, είχα βρει το δολοφόνο-σκιά να στέκεται μπροστά σε ένα χάσμα να κοιτά προς τα κάτω και να λέει...

-Όλοι είμαστε ίδιοι και πράττουμε το ίδιο...
-Έλα αδερφέ πλησίασε να δεις τί θα πάθεις...
-Όλα είναι ένα παραμύθι η ζωή είναι ψεύτικη δεν ακούς το θάνατο να σε καλεί;
-Είναι ο πατέρας...
-Δεν ακούς τον άνεμο να μιλά; 
-Είναι η μητέρα...

-Και το χάος να σε παρασέρνει... Χαχαχα...

-Αδερφέ, δεν υπάρχει ξένος, μόνο ο φόβος σου υπάρχει που είναι ο ίδιος σου ο εαυτός...

Η άβυσσος ξεπρόβαλε από το χάσμα σα μαύρη πίσσα ηφαιστείου που σκεπάζει τα πάντα εκτός από το φριχτό εκείνο γέλιο και τα εγκλήματα που έκανε.

Χύμηξα πάνω του πριν τον δω να χάνεται και ξάφνου βρέθηκα να κοιτάω το κενό.

Η καταιγίδα έρχεται ξαφνικά εκεί που δε το περιμένεις, κάθε στιγμή σε μαχαιρώνει με πολλές μορφές βίας και αν δε καταλάβεις από που σου ήρθε τότε χάνεσαι στη λήθη.
-Τότε ξαναζείς τις ίδιες στιγμές μέχρι να το καταλάβεις...
Ότι ο φόβος είσαι εσύ, ένας ξένος στη ζωή, ξένος στις αξίες που δεν υπάρχουν.

-Θα σε πάρω μαζί μου, είπα βλέποντας τη σκιά να ουρλιάζει και να εξαφανίζεται...
Μα μαζί του έπεσα κι εγώ στη άβυσσο.

Το καθρέφτισμα του εαυτού έμοιαζε απόκοσμο και ασχημάτιστο στα φώτα να τρεμοπαίζει, φάνταζε σα να ζούσε. Ένα είδωλο στη σκοτεινή πραγματικότητα του εαυτού ή αλλιώς...

-Ένας ξένος...

Ο φόβος μόλις είχε αρχίσει...
Μία φωνή ακούστηκε από το σκοτάδι μέσα.

-Ξέρεις φοβάμαι το σκοτάδι, τί θα συμβεί αν σε κυνηγήσω...

ΤΕΛΟΣ

Copyright © Πέτρος Βαζακόπουλος All rights reserved, Σεπτέμβριος 2016
Η συνοδευτική φωτογραφία είναι δημιουργία του ίδιου.

Του ίδιου:

2 σχόλια:

  1. Πάρα πολύ καλή δουλειά! Αναρωτιέμαι αν πρώτα δημιουργήθηκε η φωτογραφία ή το κείμενο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μάλλον πρέπει να ρωτήσουμε τον ίδιο γι αυτό.
      Επειδή όμως περίμενα κάποιες μέρες μέχρι να έρθει η φωτογραφία ενώ το κείμενο ήταν ήδη έτοιμο, μάλλον δημιουργήθηκε πρώτα το κείμενο. Όπως και να χει, ο Πέτρος Βαζακόπουλος είναι πολύ καλός στην ψηφιακή φωτογραφία και εντυπωσιάζει πάντα με τα έργα του.

      Διαγραφή


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Νικολία ΠανίδουΔημήτρης ΛάμπρουΣωτηρία ΙωαννίδουΧρήστος ΝομικόςΒασίλης ΚαραναστάσηςΝτενί ΕμορίνΑθηνά Τερζή
Μάριος ΔημητριάδηςΚερδίστε τρία μυθιστορήματαΓιώργος ΧατζηκυριάκοςΜαρία ΖαχαράκηΧαράλαμπος ΒοΐδηςΤειρεσίας ΛυγερόςΧριστίνα Παναγιώτα Γραμματικοπούλου
Λιλή ΓάτηΠαναγιώτης ΑσημεόνογλουΒαρβάρα ΣεργίουΝίκος ΒαρδάκαςΠέτρος ΖήκοςΒαθμολογήστε και κερδίστεΑλέξανδρος Ακριτόπουλος