Τα βραχιόλια

Γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου
Δώδεκα χρόνων, και η μάνα μου για να γιορτάσει την επιτυχή είσοδό μου στο Γυμνάσιο, (δίναμε εισαγωγικές τότε), μου έκανε δώρο ένα ακριβό χρυσό Σμυρναίικο βραχιόλι 24 καρατίων με τα γνωστά του περίτεχνα χειροποίητα σχέδια.
Αν και μικρή, είχα πλήρη συναίσθηση τόσο της αξίας του όσο βέβαια και της ομορφιάς του.
Δεν το έβγαζα από το χέρι μου. Έβγαινα ας πούμε από το σπίτι και έτσι δεν το φορούσα ένιωθα κάπως γυμνή. Παράλληλα ήταν και κάτι σαν φετίχ. Οι ευχές της μανούλας όταν μου το πρόσφερε είχαν πάρει θαρρείς υλική υπόσταση και τις φορούσα μαζί μ’ αυτό.
Δεν θυμάμαι αν το φορούσα και στο Σχολείο, μάλλον όχι. Εκείνο όμως που θυμάμαι είναι ότι δεν υπήρχε περίπτωση να βγω από το σπίτι για τον όποιο λόγο και το βραχιόλι μου να μην στόλιζε το χέρι μου ανεβασμένο λίγο πιο ψηλά από τον καρπό. Εκτός από φετίχ, φορώντας το ένιωθα κομψή δεσποινίς και ξεχωριστή… Πρώιμη γυναικεία κοκεταρία ίσως.

Κάποτε λοιπόν γινόταν ένας γάμος συγγενικού μας προσώπου και καλεσμένη όλη μου η οικογένεια ντύθηκε στολίστηκε και πήγε στο Μυστήριο στην μητροπολιτική εκκλησία του συνοικισμού που ήταν και στην γειτονιά μας.
Περισσότερο από ποτέ καμάρωνα για το βραχιόλι μου παρά για το υπέροχο φουστάνι μου. Ήταν η τελευταία ας πούμε πινελιά στην όλη εμφάνιση ή μάλλον η προτελευταία. Τελευταία ήταν τα κομψά μου ολόλευκα γαντάκια που φορούσαν όσοι σέβονταν τους κανόνες της σικ εμφάνισης ακόμη και σε μικρή ηλικία όπως εγώ.
Έτσι λοιπόν ντυμένη και στολισμένη με λίγες μόνον σταγόνες κολόνιας πίσω από το αυτί, ξεκίνησα για την εκκλησιά μαζί με τους άλλους.
Δεν συγκράτησε η μνήμη μου ούτε μια σκηνή από το Μυστήριο ει μη μόνον την δεξίωση που έγινε στο σπίτι της νύφης όπως το συνήθιζε ο κόσμος την εποχή στην οποία αναφέρομαι και την θυμάμαι για τους λόγους που θα αναφέρω.
Κόσμος πολύς λοιπόν, φάγαμε ήπιαμε εκείνο το απαίσιο λευκό ποτό που συνήθιζαν στους γάμους. Σουμάδα το έλεγαν νομίζω και κάποια στιγμή επιτέλους φύγαμε να αφήσουμε το ζευγάρι στην Ευτυχία του που δεν την απολάμβανε με τόσο πλήθος γύρω του.
Κατάκοπη, καθώς με στένευαν και τα ολοκαίνουργια λουστρίνια μου, πίσω στο σπίτι, άρχισα να γδύνομαι φλερτάροντας το κρεβατάκι μου που υπόσχονταν έναν ονειρεμένο και μπόλικο ύπνο καθώς την επομένη δεν είχαμε σχολείο λόγω Κυριακής αργίας.
Ολοκληρώνοντας τα γδύσιμό μου κάνω μηχανική κίνηση να βγάλω και το βραχιόλι μου από φόβο μη και το στραπατσάρω αν κοιμόμουν μ’ αυτό, έτσι μαλακό λόγω πολλών καρατίων που ήταν! Έκπληκτη διαπίστωσα ότι το βραχιόλι μου απουσίαζε. Υπέθεσα στην αρχή ότι θα είχε μπλεχτεί με το γδύσιμο σε κανένα φουρό, σε κανένα γάντι και άρχισα να τα ψάχνω όλα πόντο πόντο. Αφού στο ρουχισμό δεν ήταν, με την καρδιά μου πια στο στόμα άρχισα να σαρώνω το δωμάτιο, μα βραχιόλι πουθενά. Τρελάθηκα. Έβαλα τα κλάματα και κλάματα γοερά όχι για να αποφύγω το μάλωμα πιθανόν και δικαιολογημένα της μάνας αλλά γιατί μου ΕΛΛΕΙΠΕ. Έρχεται η μαμά στο δωμάτιο βλέπει το χάος που επικρατούσε και δεν δυσκολεύτηκε να καταλάβει τί έγινε και κλαίω έτσι.
«Σταμάτα να κλαις, ντύσου και πήγαινε στο σπίτι της Νύφης να πεις για την απώλεια, να έχουν το νου τους οι δικοί της που θα συμμαζέψουν το σπίτι μπας και το βρουν, ΑΝ σου έπεσε εκεί βέβαια».
Μα αργά, πολύ αργά, εκείνο κιόλας το βράδυ μας ειδοποίησαν ότι βραχιόλι δεν βρέθηκε.
«Δεν μένει λοιπόν παρά αύριο πρωί πρωί να πάμε στην εκκλησιά πριν τη λειτουργία να ρωτήσουμε τον Νεωκόρο αν το βρήκε. Και αφού δεν βρέθηκε στης Νύφης θα είναι στην εκκλησιά αλλού δεν πήγαμε».
Βλέπετε, ήταν τόσο αυτονόητο ότι αν το έβρισκε ο καντηλανάφτης θα μας το παρέδιδε, όσο αυτονόητο είναι το αντίθετό του για την σημερινή εποχή.
Εννοείται ότι δεν έκλεισα μάτι όλη τη νύχτα, με τις άτιμες βελόνες στο φωσφορίζον ρολόι στο κομοδίνο μου να μην λένε να κινηθούν θαρρείς και το ρολόι είχε χαλάσει.
Όταν επιτέλους ξημέρωσε, σηκώθηκα ντύθηκα και να και η μάνα που ήρθε να μου πει ότι φεύγουμε.
Έξω αχνόφεγγε, δεν θα αργούσε να ανατείλει ο ήλιος.
«Πήγαινε εσύ από αυτόν τον δρόμο εγώ θα πάω από τον άλλο και καθώς πηγαίνουμε στην εκκλησιά ας ψάχνουμε και στους δρόμους μη και έπεσε εκεί…»
Μα τι μου έλεγε η μανούλα μου; Είχε περάσει ένα ολόκληρο απόγευμα από το τέλος του Γάμου και μια ολόκληρη νύχτα και υπήρχε πιθανότητα αν έπεσε στο δρόμο να το βρούμε ΕΜΕΙΣ και όχι άλλοι διαβάτες; Θα πρέπει να ήταν πολύ περισσότερο στενοχωρημένη από ό,τι έδειχνε για να λέει τόσο αστεία πράγματα, σοβαρή γυναίκα…
Σημειωτέον οι δρόμοι χωμάτινοι και ασφαλτοστρωμένος μόνον ο κεντρικός δρόμος του συνοικισμού.
Περπατούσα με τα μάτια μου να σαρώνουν τον χωματόδρομο και με ένα εσωτερικό κλάμα που δεν επέτρεπα να γίνει εξωτερικό μόνο και μόνο για να μη σκιάσουν τα δάκρυα τα μάτια μου και δεν διακρίνουν το λατρεμένο μου βραχιόλι. Όφειλε η όρασή μου να είναι στο 100% των δυνατοτήτων της.
Πλησίαζα στην εκκλησιά.
Από την αντίθετη με μένα μεριά ερχόταν ένας κύριος.
Και λίγο πριν τα σκαλιά του Ναού, βλέπω το βραχιόλι μου να λάμπει έτσι όπως ήταν όχι οριζοντιωμένο αλλά ΟΡΘΙΟ. Όπως το ακούτε .Ο Ρ Θ Ι Ο. Καταφανώς κάποιος το πάτησε με τη μύτη του παπουτσιού του στη μισή του περιφέρεια και αυτό καρφώθηκε στη γη, με την άλλη μισή περιφέρεια να σηκωθεί πάνω!
Φτερούγισε η καρδιά μου.
Ένα βήμα απείχα εγώ απ’ αυτό, δύο βήματα ο άντρας που προφανέστατα το είχε και αυτός δει. Μα η δικιά μου λαχτάρα δεν ήταν σαν την δική του. Μου έβαλε στα πόδια φτερά κάτι σαν αυτά της Πατουλίδου. Πρόλαβα και το έπιασα εγώ. Τραυματισμένο βαρύτατα μεν αλλά all in one piece που λένε οι Εγγλέζοι. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Θεέ μου το βρήκα, το κρατούσα. Και μόνο τότε άφησα τα κρατημένα μου δάκρυα να κυλήσουν σε ένα κλάμα λυτρωτικό. Τόσος κόσμος θα πέρασε από αυτό το σημείο. Ακόμη και εκείνος που το πάτησε, αλλά δεν το πήρε χαμπάρι.
Να μου το προστάτευσαν λες οι ευχές της μάνας μου και θαρρείς περίμενε ΕΜΕΝΑ και σ’ αυτή τη στάση, για να το βρω;
Ο κοσμηματοπώλης μας, κατέβαλε προσπάθεια να το "γιατρέψει", το ψιλοκατάφερε μεν αλλά παρέμεινε πάντα ένα πολύ τραυματισμένο βραχιόλι που είχε την δική του ιστορία.
Τα χρόνια πέρασαν και το βραχιόλι μου στολίζει πια το χεράκι της μιας μου κόρης που της αρέσουν οι… αντίκες σαν Αρχαιολόγος που είναι.

Με το πέρασμα των χρόνων άλλαξε η μόδα ακόμη και στα κοσμήματα.
Μάνα κι εγώ πια και κατά την οικογενειακή συνήθεια έκανα δώρο ένα βραχιόλι αλυσίδα στην άλλη μου κόρη για την είσοδό της στο Λύκειο.
Καλοκαίρι και με τα παιδιά μου πήγαμε για Προσκύνημα στην Χάρη Της και διακοπές επίσης, στην Τήνο.
Καλά καλά δεν είχαμε τακτοποιηθεί στο Ξενοδοχείο και πήγαμε για κολύμπι σε μια παραλία που τα καθάρια νερά της ήταν να τα πιεις στο ποτήρι κατά το κοινώς λεγόμενο.
Αμμουδιά ούτε ίχνος. Η ακτή στρωμένη με κάτι μεγάλες πλατιές "ξέξασπρες πέτρες και από τον ήλιο ξεξασπρότερες"…
Αφού απολαύσαμε Αιγαίο, με κρύα καρδιά φύγαμε έχοντας κατά νου να ξαναγυρίσουμε αργότερα.
Με το που μπαίνουμε στο δωμάτιό μας, βλέπω να ζωντανεύει η προ τόσων χρόνων σκηνή της διαπίστωσης ότι το βραχιόλι χάθηκε. Αυτή τη φορά υπό μορφή… αλυσίδας!
Θύμωσα. Όχι με την κόρη μου, αλλά με ΠΟΙΑΝ λέτε; Τα έβαλα, αν είναι δυνατόν, με την ΠΑΝΑΓΙΑ!!!
«Καλά, ακόμη δεν ήρθαμε στο νησί Σου και βάλθηκες να μου δώσεις τέτοια στενοχώρια;» είπα αγανακτισμένη.
Και επιστρέφουμε στην ακρογιαλιά. Μα να ψάξουμε που; Εκατοντάδες εκατοντάδων πέτρες στο σημείο που είχαμε απλώσει πριν λίγο τις ψάθες μας. Μια ουτοπικής ελπίδας ματιά ένα γύρο και κάνω μια κίνηση να σηκώσω μια πέτρα. Και ΝΑΙ. Το βραχιόλι ήταν από κάτω! Το φαντάζεσαι καλέ μου Αναγνώστη; Μια αλυσίδα βραχιόλι και την βρήκα σηκώνοντας την πρώτη πέτρα από τις χιλιάδες όμοιές της της ακτής!
ΤΏΡΑ τι να πω; Τόσο στην προ χρόνων περίπτωση, όσο και στην καινούργια, η ανεύρεση είχε στοιχεία φυσιολογικά ή συμπτωματικά;
ΠΟΣΕΣ πιθανότητες τοις εκατομμυρίοις υπήρχαν να τα βρω και όμως τα βρήκα.
Να ήταν θαύμα;
Γιατί παρακαλώ, το αποκλείετε;
Εγώ σαν τέτοιο το εξέλαβα και η Παναγιά επέτρεψε να απολαύσουμε ένα ξέγνοιαστο 15νθήμερο κάνοντας πιθανόν χάζι με μένα, γνωρίζοντας ότι μια μέρα μελλοντική θα έγραφα για τις ιστορίες τις παράλληλες μα και τόσο όμοιες των δύο βραχιολιών.
Ίσως φαντάζεστε ότι στις δύο ιστορίες παρεισέφρησε και μια μυθοπλασία.
Η γραφούσα ορκίζεται ότι από σεβασμό σε ό,τι εκείνη εξέλαβε ως Θαύμα παραβλέποντας την συνήθεια και την τάση της για παραμύθια ότι ο ιστορίες της είναι αληθινές.
Θέλετε να τις πείτε συμπτωματικές;
Θέλετε να τις πείτε "θαύματα";
Ή και τίποτα από τα δυο;
Έναν προβληματισμό όμως μη μου τον αρνηθείτε παρακαλώ σας…


Τ Ε Λ Ο Σ


Copyright © Λένα Μαυρουδή Μούλιου All rights reserved, Καλοκαίρι 2016
Το συνοδευτικό κολάζ δημιουργήθηκε με τυχαίες φωτογραφίες κοσμημάτων απαλλαγμένες πνευματικών δικαιωμάτων.
«Τα βραχιόλια» αποτελεί απόσπασμα από την αυτοβιογραφία της Λένας Μαυρουδή Μούλιου

Της ίδιας:
Ο τιμωρός
Ο φίλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Τερέζα ΚουρούκληΧάρης ΒασιλάκοςΓιώργος ΓιαντάςΣτέλιος ΚανάκηςΣτέλιος ΜοίραςΈλσα ΜαγγανάρηΓιάννης Βεντούρας
Γεωργία ΚραββαρίτηΓιάννης ΦιλιππίδηςΚωνσταντίνα ΚαντζιούΠαναγιώτης ΝτούσκαςVal O' TeliΚαλλιόπη ΒελόνιαΠόλυ Μοσχοπούλου
Κερδίστε ως και πέντε μυθιστορήματαΧρυσούλα ΒακιρτζήΧρήστος ΠαπουτσήςΒαγγέλης ΜαργιωρήςΧριστόφορος ΤριάντηςΜαρία ΙατρίδηΘεόφιλος Γιαννόπουλος