«Χορεύω στο ρυθμό της ζωής», Χριστίνα Παπαβασιλείου

Πως μετράμε... την ευτυχία;
Χ.Π.: Σε δάκρυα χαράς, αγκαλιές και χαμόγελα.

Την δημιουργία;
Χ.Π.: Αν καταφέρναμε να την μετρήσουμε θα χανόταν η μαγεία της.

Την επιτυχία;
Χ.Π.: Με βάση τους στόχους μας.

Πως ένιωσες όταν ολοκλήρωσες το πρώτο σου έργο, ποιο είναι αυτό και σε ποια ηλικία συνέβη;
Χ.Π.: Το πρώτο μου έργο το ολοκλήρωσα πριν δυο χρόνια, σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, με αφορμή ένα διαγωνισμό ποίησης. Το συναίσθημα μου όταν έκλεινα τον φάκελο με το ποίημα μου όσο και αν προσπαθήσω να το περιγράψω με λέξεις δεν νομίζω να τα καταφέρω.

Αν η ζωή σου ήταν... μια σκηνή από ταινία, ποια θα ήταν αυτή;
Χ.Π.: Δεν ξέρω πραγματικά με ποια σκηνή ταιριάζει η ζωή μου, όμως ξέρω σίγουρα πως θα ήθελα να μοιάζει με τις ταινίες του Χάρι Πότερ, να είμαι τέλος πάντων και 'γω μια υποψήφια μάγισσα βρε παιδί μου!

...μια μουσική σύνθεση, τι θα ακούγαμε;
Χ.Π.: Θα έμοιαζε στη Λίμνη των κύκνων του Τσαϊκόφσκι.

...μια στιγμή στο χρόνο, πότε θα ζούσες;
Χ.Π.: Την εποχή που πρωτοεμφανίστηκε το ροκ, τότε που τα κορίτσια αρχίσανε να κυκλοφορούν με περίεργες μπλούζες, τζιν παντελόνια και αρβυλάκια.

Ποιο χρώμα έχει... η χαρά;
Χ.Π.: Όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου μαζί.

Η λαχτάρα;
Χ.Π.: Ανάλογα με αυτόν ή αυτό που ποθούμε παίρνει διαφορετικό χρώμα κάθε φορά.

Η φλόγα;
Χ.Π.: Βαθύ κόκκινο που σε παρασέρνει.

Πιστεύεις...
Χ.Π.: ...στην φιλία, την αγάπη, τον έρωτα και άλλες τέτοιες αρετές που είναι «υπό εξαφάνιση» στις μέρες μας.

Πονάς...
Χ.Π.: ...για αυτούς που αγαπώ.

Προχωράς...
Χ.Π.: ...μόνο μπροστά, δεν υπάρχει χρόνος για πισωγυρίσματα. 

Χορεύεις;
Χ.Π.: Στον ρυθμό της ζωής.

Ξαναγεννιέσαι...
Χ.Π.: ...μέσα από τις στάχτες μου, κάθε φορά πιο δυνατή.

Χάνεσαι...
Χ.Π.: ...για να δω ποιοι θα με αναζητήσουν.

Τραγουδάς;
Χ.Π.: «Για μένα τραγουδώ» όπως λέει και ο αγαπημένος Βασίλης Παπακωνσταντίνου.

Διαβάζεις...
Χ.Π.: ...με ευχαρίστηση οτιδήποτε κείμενο μου δώσεις, αλλά αποφεύγω να έχω πολλά πολλά με αυτή την μυστήρια επιστήμη που ακούει στον όρο «Φυσική».

Γράφεις...
Χ.Π.: ...τα πάντα, από απλά κείμενα μέχρι ποίηση και στίχους τραγουδιών.

Παίζεις...
Χ.Π.: ...με τις λέξεις και τα χρώματα.

Απάντησε η
Χριστίνα Παπαβασιλείου
Νέοι καλλιτέχνες, δημιουργοί, συγγραφείς μιλούν για εκείνους για το έργο τους.
Περισσότερα σαν κι αυτό στη στήλη Blood New

Καλλιτεχνικό ή λογοτεχνικό βιογραφικό σημείωμα:
Χ.Π.: Θαρρώ πως το μικρόβιο της συγγραφής υπήρχε μέσα μου από πάντα, από την γέννηση μου. Από μικρή ήμουν βιβλιόπαιδο, αγαπούσα τα όμορφα βιβλία και τις περίεργες λέξεις τους. Στην πορεία μεγάλωσα, άρχισα να πλέκω τις δικές μου ιστορίες. Τότε ένας διαγωνισμός ποίησης στάθηκε η αφετηρία να πιάσω ενεργά χαρτί και μολύβι. Έπειτα, βέβαια, υπήρξαν και άλλοι, όπως και διάφορα σεμινάρια δημιουργικής γραφής που πήρα μέρος. Η συγγραφή για μένα είναι τρόπος έκφρασης, είναι δύναμη, είναι πάθος!

Στόχοι και επιδιώξεις:
Χ.Π.: Να γίνω καλύτερος άνθρωπος.

Όνειρα:
Χ.Π.: Πολλά! Και κάθε μέρα αυξάνονται όλο και περισσότερο! Όνειρο μου είναι να σπουδάσω φιλολογία, να γίνω μέντορας και συνοδοιπόρος των παιδιών. Επίσης, όνειρο μου είναι μια μέρα που θα επισκεφτώ από συνήθεια κάποιο απ' τα βιβλιοπωλεία της γειτονιάς να συναντήσω εκεί μέσα και ένα δικό μου βιβλίο.
Keep reading... καθώς ακολουθούν δύο έργα της Χριστίνας Παπαβασιλείου.

Χαμένη άνοιξη

Μαμά,
γιατί δεν έχει έρθει ακόμα;
Που πήγε η άνοιξη;
Μαμά,
γιατί είναι όλα ασπρόμαυρα;
που πήγαν τα χρώματα, τα λουλούδια, η χαρά;
Μαμά,
γιατί κλαίει το μικρό παιδάκι στη γωνία;
Που πήγε η δική του μαμά;
Μαμά,
γιατί κανένας άνθρωπος δεν χαμογελάει;
Που πήγε το χαμόγελο τους;
Μαμά,
μήπως φταίει η άνοιξη που έφυγε;
Πως θα την φέρουμε πίσω;
Μαμά,
Πρέπει κάτι να κάνουμε, να τους ξυπνήσουμε.
Δεν θέλω να είναι έτσι ο κόσμος μας!

***

Εισιτήριο για τον έρωτα

Αρχές Μαρτίου θα 'ταν περίπου όταν πήγε για πρώτη φόρα σε εκείνο το μέρος.
Ένα συννεφιασμένο απόγευμα που είχε βγει με σκοπό να εξερευνήσει το νησί, να μάθει περισσότερες πληροφορίες για το μέρος που θα ήταν αναγκασμένη να περάσει τα υπόλοιπα -τουλάχιστον- έξι χρόνια της ζωής της ο δρόμος την έβγαλε σε μια παραλία. Όταν έφτασε εκεί αντίκρισε ένα σχεδόν ερημωμένο μέρος, όπου λίγοι μόνο ντόπιοι κάτοικοι του νησιού γνώριζαν την ύπαρξη του, απ΄ότι έμαθε αργότερα.
Κουρασμένη καθώς ήταν από το πολύ περπάτημα κάθισε σε ένα παγκάκι κοντά στη παραλία για να ξαποστάσει, να πιει λίγο νερό, να πάρει μια ανάσα που λέει ο λόγος!
Και από τότε και μετά μαγεύτηκε.
Κάθε μέρα, ακόμα και τις μέρες με πολλές υποχρεώσεις να τρέχουν, διαβάσματα, εργασίες για την σχολή και αλλά πόσα, πήγαινε εκεί. Δεν την ένοιαζε ούτε που θα έπρεπε να περπατήσει σαράντα λεπτά για να πάει και ύστερα άλλα σαράντα λεπτά για να επιστρέψει. Μόνο ελάχιστες, εώς μηδαμινές φορές δεν ήταν συνεπής στο άτυπο ραντεβού της με την παραλία και αυτό εξαιτίας ακραίων καιρικών συνθηκών, οι οποίες σπάνια επικρατούσαν στο νησί.
Μερικές μέρες έπαιρνε μαζί της κάποιο βιβλίο για της κρατάει συντροφιά, ενώ άλλες προτιμούσε τα μουσική απ' τα ακουστικά του κινητού της για παρέα. Όμως ήταν και οι μέρες που δεν ήθελε τίποτα από αυτά και μόνο να κοιτάζει την θάλασσα της έφτανε. Ακούγοντας τα κύματα ταξίδευε σε μια άλλη εποχή, μια εποχή οπού οι άνθρωποι ήταν λίγο περισσότερο άνθρωποι απ' ότι στο σήμερα, μια εποχή οπού ο όρος αγάπη και φιλία υπήρχαν.
Δεν την φοβόταν την μοναξιά. Γνώριζε καλά πως στις δυσκολίες της ζωής δεν θα είχε κανέναν άλλο δίπλα της, μόνο την μοναξιά.
Και κάπως έτσι την αγάπησε. Την έκανε φίλη της, σύμμαχο της, συνοδοιπόρο στις λυπημένες μέρες.
Όσοι την έβλεπαν δεν καταλάβαιναν. Πως θα μπορούσαν άλλωστε; Για εκείνους ήταν ευτυχισμένη, η κοπέλα που τα είχε όλα. Ψηλόλιγνη με μακριά σαν το έβενο μαλλιά και δυο καστανοπράσινα μάτια που μέσα τους έκρυβαν μια θέληση για ζωή, ευκόλα θεωρούνταν το ιδανικό πρότυπο κοπέλας.
Την αλήθεια όμως την γνώριζε μόνο η ίδια.
Είχε φθάσει εικοσιδύο χρόνων μόνο και ήδη ήταν απογοητευμένη με την ζωή, είχε κιόλας χάσει την ελπίδα της στους ανθρώπους, την ελπίδα για αλήθεια. Στη σχολή είχε κάνει εύκολα παρέες και έβγαινε μαζί τους, όμως αυτό δεν άλλαζε και τόσο τα πράγματα. Ένιωθε μόνη σε ένα κόσμο γεμάτο ανθρώπους.
Οι μέρες περνούσαν με τεράστια ταχύτητα. Ήτανε αρχές Μάη και οι πρώτες ζέστες έκαναν κιόλας την εμφάνιση τους, τα λουλούδια ανθισμένα ευωδίαζαν όλο το νησί και οι άνθρωποι του χόρευαν και αυτοί στον χαρούμενο ρυθμό της άνοιξης.
Κι εκείνη εκεί, πιστή στο άτυπο ραντεβού της με την θάλασσα.
Ήτανε ένα συνηθισμένο απόγευμα Κυριακής όταν τον συνάντησε πρώτη φορά.
Ντυμένη απλά, παρέα με ένα βιβλίο ξεκίνησε για το παγκάκι της.
Όταν έφτασε, έμεινε για λίγο αφοσιωμένη να κοιτάζει την θάλασσα, χαμένη στις σκόρπιες σκέψεις και στα όνειρα της. Θαρρείς και ήταν μαγεμένη συνέχισε για ώρα πολύ να μετράει τα κύματα, ώσπου είδε κάτι –ή καλύτερα κάποιον– να κινείται μέσα στη θάλασσα.
Φοβήθηκε! Σε τέτοια έρημη παραλία, άνδρας μόνος να ήρθε για κολύμπι; Και τέτοια εποχή που το νησί δεν είχε αρχίσει ακόμα να έχει τουρίστες; Αποκλείεται!
Κάτι άλλο θα συνέβαινε.
Τον είδε να βγαίνει από την θάλασσα και να βαδίζει προς μια πετσέτα που ήταν αφημένη στην αμμουδιά. Εκείνος, σαν να κατάλαβε το επίμονο βλέμμα της σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε ευθεία μέσα στα μάτια. Και τότε τα μάτια μίλησαν, τα βλέμματα κλειδώθηκαν. Ένας έρωτας είχε γεννηθεί.
Πρώτος εκείνος κατέβασε το βλέμμα του. Πήρε την πετσέτα και κατευθύνθηκε προς ένα ασημί αμάξι. Έβαλε μπρος και χάθηκε από το οπτικό της πεδίο.
Και έμεινε μόνη. Πάλι μόνη! Μόνη να αναρωτιέται ποιος ήταν αυτός ο "ξανθός άγνωστος". Η σκέψη της ήταν σε εκείνον μέχρι που σουρούπωσε και πήρε τον μακρύ δρόμο της επιστροφής.
Με την θύμηση του "ξανθού αγνώστου" έφυγε ο Μάης. Δεν άλλαξε την συνήθεια της, συνέχισε να πηγαίνει στο παγκάκι της, πάντα με την ελπίδα μιας συνάντησης μαζί του.
Μα από τότε που τον συνάντησε άλλαξε η ίδια. Άρχισε να αποδέχεται προτάσεις για εξόδους από συμφοιτητές της, να πηγαίνει μαζί τους σε συναυλίες και να γυρνάει αργά στο σπίτι, μάλιστα αγόρασε και καλλυντικά για να περιποιείται τον εαυτό της.
Άρχισε πλέον να ζει.
Την πρώτη μέρα του καλοκαιριού ξύπνησε κακόκεφη, με ένα προαίσθημα πως κάτι θα γίνει. Στη σχολή ένιωθε μια ιδιαίτερη αναταραχή και δεν μπορούσε ούτε στιγμή να συγκεντρωθεί. Το απόγευμα πήρε τον δρόμο για το παγκάκι της μηχανικά, θαρρείς και ένα αόρατο σκηνή την τραβούσε να πάει εκεί.
Φτάνοντας στην παραλία κοκάλωσε. Ένα ασημί αμάξι ήταν παρκαρισμένο στη γωνία του δρόμου και ένας άνδρας βρισκόταν καθισμένος στο δικό της παγκάκι.
Έμεινε παγωμένη να μην ξέρει τί να κάνει. Να το βάλει στα πόδια; Γιατί; Αυτή η συνάντηση δεν ήταν που τόσο επιθυμούσε;
Πλησίασε και κάθισε κοντά του.
- Καλησπέρα όμορφη, της είπε.
- Καλησπέρα. Μπορώ να σε βοηθήσω κάπως;
- Είσαι εκείνη...
- Ναι εγώ είμαι. Μίλα μου, τον διέκοψε.
- Λοιπόν γλυκιά μου, η άνοιξη πέρασε. Έρχεται καλοκαίρι. Πέρασε ένας ολόκληρος μήνας και δε μπόρεσα να σε βγάλω από το μυαλό μου. Είχα την ελπίδα να σε συναντήσω. Δεν σε ξέρω και δεν με ξέρεις. Όμως, θέλω να σε γνωρίσω.
Είχε μείνει ανέκφραστη. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει, τι να του πει, πως να φερθεί.
Ήταν ένας ξένος. Και εκείνη αντιμέτωπη με συναισθήματα που δεν δεχόταν να παραδεχτεί ούτε στον ίδιο της τον εαυτό.
- Τι; Τι μου ζητάς δηλαδή;
- Μην τρομάζεις καλή μου. Δεν σου ζητάω τίποτα, να σου δώσω θέλω μόνο.
Έχω δυο εισιτήρια για τον έρωτα. Τι λες πάμε ένα ταξίδι;

Copyright © Χριστίνα Παπαβασιλείου All rights reserved

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Τερέζα ΚουρούκληΧάρης ΒασιλάκοςΓιώργος ΓιαντάςΣτέλιος ΚανάκηςΣτέλιος ΜοίραςΈλσα ΜαγγανάρηΓιάννης Βεντούρας
Γεωργία ΚραββαρίτηΓιάννης ΦιλιππίδηςΚωνσταντίνα ΚαντζιούΠαναγιώτης ΝτούσκαςVal O' TeliΚαλλιόπη ΒελόνιαΠόλυ Μοσχοπούλου
Κερδίστε ως και πέντε μυθιστορήματαΧρυσούλα ΒακιρτζήΧρήστος ΠαπουτσήςΒαγγέλης ΜαργιωρήςΒασίλης ΤσικάραςΜαρία ΙατρίδηΘεόφιλος Γιαννόπουλος